Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Η ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΕΩΣ - Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ (5)

Συνέχεια από:  Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

Κεφάλαιο 10ο
Η ΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΝΩΣΕΩΣ

Image result for Βλαδιμηρος Λοσκι
Χωρίς να αναζητεί την έκσταση ή κάποια κατάσταση ενθουσιασμού, το πνεύμα εν τη προσευχή οφείλει να μη εμπιστεύεται στο να αποδίδει εις την θεότητα μία οιανδήποτε εικό­να. «Επιθυμών ιδείν το πρόσωπον του Πατρός του εν ουρανοίς - λέγει ο Άγιος Νείλος ο Σιναΐτης- μη ζήτει παντελώς μορφήν, ή σχήμα δέχεσθαι εν τω της προσευχής καιρώ». «Μη πόθει αγγέλους ιδείν, ή δυνάμεις ή Χριστόν αισθητώς, ίνα μη τέλειον φρενιτικός γένη, λύκον αντί ποιμένος δεχόμενος και προσκυνών τοις εχθροίς δαίμοσιν». «Αρχή πλάνης, νου κενοδοξία, εφ’ ης κινούμενος ο νους, εν σχήματι και μορφαίς περιγράφειν πειράται το Θείον». Αντιθέτως, απελευθερούμενος πάσης παραστάσεως του Θεού «ο νους της θεοειδούς εικόνος τον χαρακτήρα εν εαυτώ γνωρίζει, και της Δεσποτικής ομοιώσεως το νοητόν και άρρητον κάλλος συνίησι (παρατηρεί)», κατά τον Άγιον Μάρκον τον Ερημίτην. Ο Διάδοχος Φωτικής βλέπει την εικόνα αυτή εν ονόματι του Ιησού, αποτυπωμένη στην καρδιά μας μέσω μιας συνεχούς ενθυμήσεως, μέσω της αδιαλείπτου προσευχής: «εκχρονίζον γάρ το ένδοξον εκείνο καί πολυπόθητον όνομα διά τής μνήμης του νού τή θέρμη τής καρδίας έξιν ημίν πάντως του αγαπάν τήν αυτού αγαθότητα, μηδενός όντος λοιπόν του εμποδίζοντος εμποιεί. Ούτος γάρ έστιν ό μαργαρίτης ό πολύτιμος, όντινα πωλήσας τήν περιουσίαν αυτού πάσαν τις κτήσασθαι δύναται καί έχειν ανεκλάλητον επί τη αυτού ευρέσει χαράν» (Μετ.: «Και αυτό το ένδοξο και πολυπόθητο όνομα, το οποίο μέσω της μνήμης του νου ενοικεί επί πολύ μέσα στη θερμότητα της καρδίας, παράγει μέσα μας την ικανότητα να αγαπούμε τέλεια την καλοσύνη του, και τότε δεν υπάρχουν πια εμπόδια σ' αυτό. Γιατί αυτό είναι εκείνος ο πολύτιμος μαργαρίτης που πρέπει κανείς να αποκτήσει πουλώντας όλα όσα έχει, και όταν τον βρει έχει ανέκφραστη και συνεχή χαρά»).

Ο καρπός της προσευχής είναι η θεία αγάπη, η οποία τίποτα άλλο δεν είναι παρά η κτηθείσα χάρις εις το εσωτερικό της υπάρξεώς μας. Διότι η αγάπη κατά τον Διάδοχο Φωτικής δεν είναι μόνον μία κίνησις της ψυχής, αλλά και άκτιστος δωρεά, «άλλ’ έκκαυσις άπαυστος καί κόλλησις τής ψυχής πρός τόν Θεόν διά τής ενεργείας τού Αγίου Πνεύματος» (Μετ.: «Είναι σαν να έχει η ψυχή συλληφθεί από το Θεϊκό φως και το Θεϊκό πυρ. Αυτό είναι το έργο του Πνεύματος»).  Η αγάπη δεν είναι εκ του κόσμου τούτου, εφ’ όσον είναι το όνομα αυτού τούτου του Θεού. Για τον λόγο αυτό είναι άρρητος κατά τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακας: «Ὁ περὶ ἀγάπης λόγος, ἀγγέλοις γνώριμος· κἀκείνοις κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἐλλάμψεως·». « Νῦν δέ μου ψυχὴν κεκαρδίωκας, καὶ οὐ δύναμαι κατέχειν σου τὴν φλόγα, ὅθεν ὑμνήσας σε πορεύομαι·». «Συγχωρηθείημεν παρά σοῦ, ἁγία ἀγάπη -λέγει ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος- καί διά σοῦ τῶν ἀγαθῶν τοῦ ἡμετέρου Δεσπότου ἐν ἀπολαύσει γενοίμεθα, ὧν οὐδείς, εἰ μή διά σοῦ, γεύσεται τῆς γλυκύτητος. Ὁ γάρ σε ὡς δεῖ μή φιλήσας καί παρά σοῦ μή ἀγαπηθείς ὥσπερ χρή, τρέχει μέν ἴσως, οὐ κατέλαβε δέ ὅμως· πᾶς δέ ὁ τρέχων πρό τοῦ τόν δρόμον τελέσαι ἀμφίβολος. Ὁ δέ καταλαβών σε ἤ καταληφθείς ὑπό σοῦ, πάντως βέβαιος, ἐπειδή τέλος νόμου σύ εἶ, ἡ ἐμέ περικυκλοῦσα, ἡ ἐμέ φλέγουσα καί ἐκ πόνου καρδίας εἰς πόθον ἄπειρόν με Θεοῦ καί τῶν ἐμῶν ἀδελφῶν καί πατέρων ἀνάπτουσα. Σύ γάρ τῶν προφητῶν ἡ διδάσκαλος, τῶν ἀποστόλων ἡ σύνδρομος, τῶν μαρτύρων ἡ δύναμις, τῶν πατέρων καί διδασκάλων ἡ ἔμπνευσις, ἡ πάντων τῶν ἁγίων τελείωσις καί ἡ ἐμή νῦν πρός τήν παροῦσαν διακονίαν προχείρισις».

Όπως είπαμε ανωτέρω, η ανατολική θεολογία κάμνει διάκριση πάντοτε μεταξύ δωρεάς και Δοτήρος, μεταξύ της ακτί­στου χάριτος και του προσώπου του Αγίου Πνεύματος το όποι­ον την μεταδίδει. Σημειώσαμε επίσης, ότι το τρίτον θείον Πρόσωπον ουδέποτε εθεωρήθη ως μία αμοιβαία αγάπη του Πατρός και του Υιού, ως nexus amoris, δεσμός αγάπης, ο όποιος ενώνει τα δύο πρώτα πρόσωπα της Τριάδος. Τούτο είναι προφα­νές εφ’ όσον η δογματική παράδοση της Ανατολικής Εκκλησίας βλέπει εις τον Πατέρα την μοναδική υποστατική πηγή του Αγίου Πνεύματος. Επομένως το όνομα αγάπη, όταν αποδίδεται εις το Άγιον Πνεύμα υπό των μυστικών της Ανατολής, δεν δηλώνει τον υποστατικό Αυτού χαρακτήρα, τις τριαδικές Αυτού σχέσεις, αλλά πάντοτε φανερώνει την ιδιότητα του Δοτήρος της αγάπης, την πηγή της εν ημίν αγάπης, την ιδιότητα Εκείνου, ο οποίος καθιστά ημάς μετόχους αυτής της υπέρτατης τελειότητος της κοινής φύσεως της Αγίας Τριάδος. Διότι η αγάπη είναι «η ζωή της άνω φύσεως» κατά τον Άγιο Γρηγόριο Νύσσης.

Η θεωρία του Pierre Lombard, συμφώνως προς την οποίαν «αγαπώμεν τον Θεόν διά τής αγάπης του Θεού» δηλαδή διά του Αγίου Πνεύματος, το οποίον διά τούς δυτικούς θεο­λόγους είναι η αμοιβαία αγάπη του Πατρός και του Υιού, είναι απαράδεκτος για την ανατολική θεολογία, κατά την οποία η αγάπη ανήκει εις την κοινή φύσιν τής Τριάδος, εκ της οποίας το Άγιον Πνεύμα διακρίνεται ως πρόσωπον. Αλλά και η θεωρία των θωμιστών, η οποία αντιτίθεται ριζικώς προς την θεωρία του Maître des sentences, δεν θα ηδύνατο πολλώ μάλλον να γίνει αποδεκτή υπό της μυστικής θεολογίας της Ανατολικής Εκκλησίας. Πράγματι η δύναμις της αγάπης μεταδιδόμενη εις την ψυχήν διά του Αγίου Πνεύματος, καίτοι διακρίνεται της θείας υποστάσεως του Πνεύματος, δεν είναι ένα κτιστό α­ποτέλεσμα, μία τυχαία ιδιότης, η ύπαρξις της οποίας θα εξαρτιόταν από την κτιστή μας ουσία, αλλά μία άκτιστος δωρεά, μία θεία και θεούσα ενέργεια εν τη οποία μετέχουμε αληθώς της φύσεως της Αγίας Τριάδος, γινόμενοι «θείας κοινωνοί φύσεως». «Η αγάπη εκ του Θεού εστίν» λέγει ο Άγιος Ιωάν­νης. Αλλ’ η αγάπη αυτή, θείον δώρον, προϋ­ποθέτει κατά τον Άγιο Βασίλειο, μία ιδιάζουσα διάθεση της κτιστής φύσεως, έν σπέρμα ή μίαν αγαπητικήν δύναμιν εις τον άνθρωπο, ο όποιος εκλήθη να επιτύχει την τελειότητά του εν τη αγάπη.
Η αγάπη-θεία δωρεά τελειοποιεί την ανθρώπινη φύσιν έως «ἕν καί ταὐτόν δείξειε κατά τήν ἕξιν τῆς χάριτος» κατά την έκφραση του Αγίου Μαξίμου. Η προς τον πλησίον αγάπη θα είναι το σημείο της κατοχής της αληθούς αγάπης του Θεού. «Των δε φθασάντων την τελειότητα -λέγει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος- τούτο εστί το τεκμήριον. Εάν καθ’ ημέραν δεκάκις εις καύσιν παραδοθώσιν υπέρ της αγάπης των ανθρώπων, ου κορέννυνται εκ τούτων». «Καί εἶδον -λέγει ό Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος- ἕτερον οὕτω τήν σωτηρίαν τῶν ἀδελφῶν αὐτοῦ παραζηλοῦντα καί θέλοντα, ὡς πολλάκις μετά δακρύων θερμῶν ἐξ ὅλης ψυχῆς δέεσθαι τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ ἤ κἀκείνους σωθῆναι ἤ καί αὐτόν σύν ἐκείνοις κατακριθῆναι, ἀπό διαθέσεως θεομιμήτου καί Μωσαϊκῆς ὅλως σωθῆναι μόνον ἑαυτόν θέλοντα. Τῇ ἁγίᾳ γάρ ἀγάπῃ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι πνευματικῶς αὐτοῖς συνδεθείς, οὐδέ εἰς αὐτήν τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν εἰσελθεῖν προῃρεῖτο καί χωρισθῆναι αὐτῶν». 

Εν τη προς τον Θεόν αγάπη, παν ανθρώπινον πρόσωπον ευρίσκει την τελειότητά του· επομένως τα πρόσωπα δεν δύνανται να επιτύχουν την τελείωσή τους, χωρίς να πραγματοποιηθεί η ενότης της ανθρώπινης φύσεως. Η αγάπη του Θεού θα είναι κατ’ ανάγκην συνδεδεμένη με την ευσπλαχνία προς τον πλησίον. Η τελεία αυτή αγάπη θα καταστήσει τον άνθρωπο όμοιον προς τον Χριστόν, διότι θα ενωθεί διά της φύσεώς του με όλη την ανθρωπότητα και θα συγκεντρώσει στο πρόσωπό  του το κτιστό και το άκτιστο, το ανθρώπινον σύνθετον και την θεούσαν χάριν.
Οι εκλεκτοί ενωμένοι με τον Θεόν επιτυγχάνουν την κατάστασιν του τελείου άνθρωπου, το «μέτρον ηλικίας του πληρώ­ματος του Χριστού» κατά τον λόγον του Αγίου Παύλου. Εντούτοις εάν η ομοίωσις αυτή προς τον Χριστό είναι η έσχατη κατάστασις στην οποία καταλήγουμε, η οδός η ά­γουσα προς αυτήν, όπως μπορέσαμε να δούμε, δεν είναι η οδός της μιμήσεως του Χριστού. Πράγματι η οδός τού Χρι­στού, θείου Προσώπου, ήταν μία κάθοδος προς το πλάσμα, μία ανάληψις της ημετέρας φύσεως. Η οδός των κτιστών προσώ­πων πρέπει να είναι μία άνοδος προς την θείαν φύσιν, η ένωσις μετά της ακτίστου χάριτος, η οποία μεταδίδεται δια του Αγίου Πνεύματος. Η μυστική μίμησις, την οποία μπορούμε να βρούμε στην Δύση, είναι ξένη προς την Ανατολική πνευματικότητα, η οποία προσδιορίζεται μάλλον ως η εν Χρι­στώ ζωή. Η ζωή αυτή εν τη ενότητι του σώματος του Χρί­στου, παρέχει στους ανθρώπους όλες τις απαραίτητες προ­ϋποθέσεις, για να αποκτήσουν την χάριν του Αγίου Πνεύμα­τος, για να συμμετάσχουν δηλαδή εις αυτήν ταύτην την ζωή της Αγίας Τριάδος, εις την υπέρτατη τελειότητα, η οποία είναι η αγάπη.

Η αγάπη είναι αχώριστος της γνώσεως. Είναι ένα σημείο της προσωπικής συνειδήσεως, άνευ του όποιου η προς την ένωσιν οδός θα ήταν τυφλή, άσκοπος, μία «ασκησις φαινομένη» κατά τον Αγιο Μακάριο τον Αίγύπτιο.  Η ασκητική ζωή, η «οὐκ ἐν τῇ γνώσει» καμία αξία δεν έχει, κατά τον Άγιο Δωρόθεον. Μόνον μία πνευματική ζωή πάντοτε ἐν γνώσει, μία ζωή με συνεχή μετά του Θεού επικοινωνία μπορεί να μεταμορφώσει την φύσιν μας καθιστώντας αυτήν όμοια προς την θείαν, ποιούσα αυτήν μέτοχον του ακτίστου φωτός της χάριτος κατά το παράδειγμα της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού, ο οποίος ενεφανίσθη εις τους μαθητές περιβεβλημένος την άκτιστον δόξαν επί του όρους Θαβώρ. Η «γνώσις», η προσωπική συνείδησις αυξάνει κατά το μέτρο, κατά το όποι­ο μεταμορφώνεται η φύσις ερχόμενη σε στενωτέρα ένωσιν μετά της θεούσης χάριτος. Σε ένα τέλειο πρόσωπον, δεν θα μείνει πλέον θέσις διά το «ασυνείδητον», διά το αυθόρμητον ή το ακούσιον. Το παν θα περιβληθεί υπό του θείου φωτός, το οποίον θα οικειωθεί ο άνθρωπος, το όποιον θα γίνει ιδική του αρετή διά της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος. Διότι «οί δίκαιοι εκλάμψουσιν ως ο ήλιος» εν τη βασιλεία του Θεού.

Όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις, για να επιτύχουμε το έσχατο τούτο τέλος, εδόθησαν εις τους χριστιανούς εν τη Εκκλησία. Αλλ’ η μετά του Θεού ένωσις δεν είναι ο καρπός μιας οργανικής και ασυνειδήτου προόδου: επιτυγχάνεται εν τοις προσώποις δια του Αγίου Πνεύματος και της ανθρωπίνης ελευθερίας.
Όταν ρώτησαν τον Αγιο Σεραφείμ τού Σάρωφ, ποία προϋπόθεση έλλειπε από τους χριστιανούς της εποχής του, για να προέλθουν οι αυτοί καρποί αγιότητας, οι όποιοι ήσαν τόσον άφθονοι εις το παρελθόν, απήντησε: δεν λείπει παρά μόνον μία προϋπόθεση : η απόφαση.

ΤΕΛΟΣ

Αμέθυστος


Δεν υπάρχουν σχόλια: