Σάββατο 2 Σεπτεμβρίου 2017

Όροι διαμόρφωσης της Γνωσιολογίας στον βυζαντινό Γεώργιο Παχυμέρη στην Παράφρασή του στην πραγματεία Περί Μυστικῆς Θεολογίας του Διονυσίου Αρεοπαγίτου.(13)

Μεταδιδακτορική έρευνα Ειρήνης Α. Αρτέμη, PhD & MA Θεολογίας Bacs. Θεολογίας & Κλασικής Φιλολογίας

Συνέχεια από: Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄:


2. Ο εναγκαλισμός της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας από τους Έλληνες Πατέρες και η απόρριψη της παγανιστικής θεολογίας των αρχαίων συγγραφέων.

Οι Πατέρες δεν υπήρξαν ποτέ ούτε αδιαπραγμάτευτοι εχθροί της ελληνικής σκέψεως, ούτε διακατέχονταν από ακραία αξιολογική άρνηση για τα έργα των αρχαίων Ελλήνων ποιητών και συγγραφέων. Ο Βασίλειος Καισαρείας μάλιστα δεν δίστασε να υποδείξει ορισμένα αρχαία πρόσωπα ως πρότυπα της αρετής, τα οποία αναφέρονται στα έργα της θύραθεν λογοτεχνίας. Ο ίδιος, όπως και οι άλλοι Πατέρες, τόνιζε ότι δεν ήταν όλα όσα περιέχονταν στα ποικίλα είδη της αρχαίας λογοτεχνίας αποδεκτά ή απορριπτέα. Εδώ λοιπόν προτείνεται μία ειδικού τύπου κριτική ανάγνωση, ώστε να κατανοήσει ποία αυθεντικού είναι ηθικού περιεχομένου και λειτουργικής παρουσίας. Όθεν για τον Χριστιανισμό! Τα υπόλοιπα μέρη της θύραθεν λογοτεχνίας και φιλοσοφίας καλείται να τα προσεγγίσει ως γεννήματα ανδρών με σκοτεινό νου250.

Παράλληλα, ένας άλλος Πατέρας της Εκκλησίας, ο Κύριλλος, πατριάρχης Αλεξανδρείας, σημειώνει ότι δεν απορρίπτει την αρχαία ελληνική σκέψη ως φιλοσοφία, αλλά ως θεολογία. Το κίνητρο ήταν προφανές. Η αντίθεση μεταξύ της χριστιανικής θεολογίας και της ελληνικής φιλοσοφίας υπήρχε μόνο, όταν η τελευταία επαρουσιάζετο ως θεολογία. Υπήρξε, λοιπόν, μία διαμάχη μεταξύ της θεολογίας και της παγανιστικής θεολογίας – φιλοσοφίας. Η απόρριψη του ελληνικού στοιχείου υπό το πρίσμα του σκεπτικού: «ως μία ψεύτικη λατρεία και ως κάτι εντελώς άχρηστο» πραγματοποιήθηκε ως θεολογική κρίση. Οι Πατέρες κατεδίκασαν εκείνα τα σημεία της ελληνικής σκέψης, τα οποία θεωρούσαν ως αποκύημα παθογενών καταστάσεων και ως ασκούντα τον «έλεγχο της ελληνικής απάτης» στην ελληνική -βυζαντινή φιλοσοφία.

Ως εκ τούτου, οι Έλληνες Πατέρες τίμησαν τον ελληνικό τρόπο σκέψεως και την ελληνική γλώσσα, χρησιμοποιώντας τα στα πονήματά τους. Κύρια στόχευσή τους, όμως, να αποφύγουν, τις ιδέες της ελληνικής παγανιστικής θεολογίας καθώς και ό,τι είχε σχέση με τα είδωλα. Μάλιστα ανεδείχθηκαν σφοδροί πολέμιοι εναντίον τους.

Τα δύο βασικά πνευματικά μεγέθη της ιστορίας της ύστερης ελληνιστικής περιόδου, ο Ελληνισμός και ο Χριστιανισμός, έμελλαν να σφραγίσουν ανεξίτηλα τον 4ο και τον 5ο αι. Η πορεία συναντήσεώς τους και εν τέλει η δυναμική σύνθεσή τους, η οποία είχε ως συνέπεια τη μεταξύ τους αλληλοεπίδραση, υπήρξε δύσκολη, μακρά, επίπονη και πλήρης από διακυβεύοντα που οδηγούσαν -στην περίπτωση π.χ. του Χριστιανισμού- στη γένεση ποικίλων αιρέσεων. Πέρα όμως από τη σύνθεσή τους ο Ελληνισμός και ο Χριστιανισμός, παρουσιάζουν μεταξύ τους και
ορισμένες αγεφύρωτες αντιθέσεις251. 

Στην Πατερική Θεολογία του Χριστιανισμού της Ανατολής, η χρήση της ελληνικής σκέψεως αφορά, όπως προαναφέρθηκε, στην χρήση κυρίως της ορολογίας της ελληνικής φιλοσοφίας και των συστημάτων αυτής και λιγότερο στην αποδοχή ή στην απόρριψη της ελληνικής θρησκευτικής σκέψεως252. Ο Πατερικός ελληνισμός αποτελεί μία τρόπον τινά αυτουπέρβαση της προχριστιανικής ελληνικής σκέψεως με τη βοήθεια της αποκεκαλυμμένης θείας αλήθειας, όπως θα υποστηριχτεί από πολλούς Πατέρες του 14ου αιώνα253. Χρησιμοποίησε ο Χριστιανισμός τις εικόνες και την ορολογία του Ελληνισμού, έτσι ώστε να μπορέσει να απευθύνει λόγο στους ανθρώπους με την πεπερασμένη σκέψη για τον άπειρο Θεό.

Σύμφωνα με τον Γ. Μαρτζέλο, «η χρήση συναφειακών παραστάσεων και εικόνων, προκειμένου να γίνουν κατανοητές οι δογματικές αλήθειες από ανθρώπους με διαφορετικό πολιτιστικό υπόβαθρο, είναι πολλές φορές όχι απλώς θεμιτή αλλά και επιβεβλημένη. Αυτό αποτελεί θεμελιώδη ιεραποστολική και παιδαγωγική αρχή, που είναι βαθιά ριζωμένη μέσα στην ιστορία και τη ζωή της Εκκλησίας. Πρέπει, όμως, η χρήση των συναφειακών αυτών παραστάσεων και εικόνων να περιορίζεται μόνο στη μορφολογία του δόγματος και να αφήνει άθικτη και απαραχάρακτη την ουσία του. Τη στάση αυτή ακριβώς τήρησαν τόσο οι Απόστολοι όσο και οι Πατέρες της Εκκλησίας· αν και χρησιμοποίησαν εικονικές παραστάσεις και ορολογία από το συναφειακό πολιτιστικό υπόβαθρο του ελληνικού κόσμου, εντούτοις αυτές περιορίζονται αποκλειστικά σε μορφολογικό επίπεδο και δεν αλλοιώνουν το μήνυμα της θείας Αποκάλυψεως»254.

Οι Πατέρες του 4ου καί τοῦ 5ου αιώνα εντόπισαν στην ελληνική σκέψη στοιχεία ή σπέρματα της θείας Αποκαλύψεως. Οι Καππαδόκες Πατέρες ιδιαίτερα, οι Αλεξανδρινοί αλλά και οι Αντιοχείς θεολόγοι της περιόδου αυτής οριοθέτησαν τη στάση του Χριστιανισμού έναντι της αρχαίας ελληνικής κληρονομίας255. Οι Πατέρες της Εκκλησίας αλλά και πολλοί εκκλησιαστικοί συγγραφείς ανέλαβαν το εγχείρημα να δείξουν τον δρόμο για την ποιοτική ανάπτυξη του ανθρώπου, για την επίτευξη της τελειώσεώς του, τη θέωσή του. Για την περαίωση αυτού του σκοπού, η χριστιανική παιδεία χρησιμοποίησε με γόνιμο τρόπο την αξία των πνευματικών αγαθών του ελληνικού πολιτισμού. Πρώτοι οι Πατέρες της ελληνικής Ανατολής συγκρότησαν τη διαδρομή για τη δημιουργία του Χριστιανικού ανθρωπισμού, δηλαδή του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού.
Πατέρες, όπως ο Βασίλειος Καισαρείας, ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ο Γρηγόριος Νύσσης, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, είχαν λάβει ελληνική μόρφωση, σπουδάζοντας οι πλείονες εξ αυτών, στην Αθήνα. Παράλληλα, αποδείχθηκαν εξαίρετοι υπερασπιστές της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας αλλά και οπαδοί της ελληνικής παιδείας256.

Παρόλη την αντίθεση μεταξύ της ελληνικής σκέψεως και της χριστιανικής πίστεως, αυτά τα δύο σημαντικά πνευματικά μεγέθη κατέστη εφικτό να συμφιλιωθούν από τους Πατέρες που ανεφέρθησαν αλλά και από άλλους μεταγενέστερους. Αυτοί ως εξαίρεται θεολόγοι και κάτοχοι των ελληνικών γραμμάτων κατόρθωσαν να συμφιλιώσουν τον Χριστιανισμό με τον Ελληνισμό, χωρίς όμως αλλοιώσεις και παραποιήσεις του περιεχομένου τους. Ήταν εκείνοι που οριοθέτησαν μία διακριτή διαχωριστική γραμμή μεταξύ ελληνικής –παγανιστικής θρησκείας και ελληνικού πνευματικού πολιτισμού. Χρησιμοποίησαν τα ελληνικά συγγράμματα και γενικότερα την πνευματική κληρονομία των αρχαίων Ελλήνων με γόνιμο τρόπο και ιδιαιτέρως προσεκτικό, ώστε να μην υπάρξει η τυχούσα παραμικρή αλλοίωση της χριστιανικής διδασκαλίας και δη της δογματικής257. Προς επίρρωση των ανωτέρω, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός γράφει στόν Πρώτο Θεολογικό Λόγο του: «Βάλλε μοί Πυθαγόρου τὴν σιωπήν, καὶ τοὺς κυάμους τοὺς Ὀρφικούς, καὶ τὴν περὶ τὸ Αὐτὸς ἔφα καινοτέραν ἀλαζονείαν. βάλλε μοὶ Πλάτωνος τὰς ἰδέας, καὶ τὰς μετενσωματώσεις καὶ περιόδους τῶν ἡμετέρων ψυχῶν, καὶ τὰς ἀναμνήσεις, καὶ τοὺς οὐ καλοὺς διὰ τῶν καλῶν σωμάτων ἐπὶ ψυχὴν ἔρωτας Ἐπικούρου τὴν ἀθείαν, καὶ τὰς ἀτόμους, καὶ τὴν ἀφιλόσοφον ἡδονήν Ἀριστοτέλους τὴν μικρολόγον πρόνοιαν, καὶ τὸ ἔντεχνον, καὶ τοὺς θνητοὺς περὶ ψυχῆς λόγους, καὶ τὸ ἀνθρωπικὸν τῶν δογμάτων· τῆς Στοᾶς τὴν ὀφρύν, τῶν Κυνῶν τὸ λίχνον τὲ καὶ ἀγοραῖον. Βάλλε μοὶ τὸ κενόν, τὸ πλῆρες τῶν ληρημάτων, ὅσα περὶ θεῶν ἡ θυσιῶν, περὶ εἰδώλων, περὶ δαιμόνων ἀγαθῶν τὲ καὶ κακοποιῶν, ὅσα περὶ μαντείας, θεαγωγίας, ψυχαγωγίας, ἄστρων δυνάμεως, τερατεύονται»258. Σε ορισμένα σημεία η
απαξιωτική στάση είναι έντονη.

Αν και σε γενικές γραμμές ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός δεν δείχνει ιδιαίτερο σεβασμό για την παγανιστική ελληνική φιλοσοφία, εντούτοις δεν είναι ελάχιστες οι φορές που ξεχειλίζει από θαυμασμό για τους Έλληνες συγγραφείς της κλασικής εποχής. Άλλωστε, αναγνωρίζει ότι εκείνοι, αν και με τους μύθους τους δεν υπηρετούν την αλήθεια, παρόλα αυτά οι ιστορίες τους μαγεύουν και την ακοή και την ψυχή εκείνων που τις ακούν ή τις διαβάζουν259. Ο Γρηγόριος συνιστά την «θύραθεν» ή «ἔξωθεν» παιδεία, από τόν Όμηρο μέχρι τους κλασικούς συγγραφείς, ως εισαγωγική και ως συμπληρωματική προς την ανώτερη αγωγή, η οποία κατά την αξιολογική αποτίμησή του είναι η χριστιανική. Για τον λόγο αυτόν, αντιδρά έντονα στο αίτημα του πρώην συμφοιτητή του και τότε αυτοκράτορα του Ιουλιανού του Παραβάτη, να μη διορίζονται οι Χριστιανοί ως δάσκαλοι των ελληνικών γραμμάτων. Συγκεκριμένα, σημειώνει στα ανωτέρα κείμενά του με τον τίτλο Πρός Ἰουλιανόν Βασιλέα Στηλιτευτικός και με αρίθμηση Α΄ καί Β΄. Στόν Α΄ Στηλιτευτικό, αφού αναλύει με θαυμαστή γνώση τι απορρίπτουν οι Χριστιανοί και τι διατηρούν από τα κείμενα των αρχαίων, απευθύνει προς τον Ιουλιανό το ρητορικό ερώτημα: «Τίνος τοῦ ἑλληνίζειν εἰσίν οι λόγοι;»260, δηλαδή ποιός έχει το δικαίωμα να διδάσκει και να μελετά τα αρχαία ελληνικά κείμενα; Παράλληλα, τονίζει: «Ἢ θὰ μᾶς πεῖς ὅτι εἶναι δικαίωμα μόνον τῶν ὀπαδῶν τῆς ἀρχαίας θρησκείας ἢ ὅλου του ἔθνους»261. Καί δίδει αμέσως ο Γρηγόριος τήν απάντηση: «Δὲν εἶναι δικαίωμα μόνον τῶν ὀπαδῶν τῆς ἀρχαίας θρησκείας ἡ διδασκαλία τῶν ἑλληνικῶν κειμένων»262, οπότε κατά βάση φέρει στο προσκήνιο την δυνατότητα της συνάντησης των πολιτισμών.

Υπογραμμίζει ότι τα αρχαία ελληνικά πονήματα, λογοτεχνίας ή φιλοσοφίας, δεν προκαλούν από μόνα τους μία ορισμένη ζημία στον ανθρώπινο νου. Εξαρτάται βεβαίως η όποια κατάσταση προκύψει από τον τρόπο με τον οποίο θα χρησιμοποιηθούν: «ὡς δὲ καὶ πυρὸς καὶ τροφῆς καὶ σιδήρου καὶ τῶν ἄλλων οὐδὲν κὰθ’ ἑαυτὸ χρησιμώτατον ἴσμεν ἢ βλαβερώτατον, ἂλλ' ὅπως ἂν δοκῆ τοῖς χρωμένοις»263, «...βλαβεραὶ μὲν τοῖς ἄλλοις Ἀθῆναι τὰ εἰς ψυχήν· οὐ γὰρ φαύλως τοῦτο ὑπολαμβάνεται τοῖς εὐσεβεστέροις· καὶ γὰρ πλουτοῦσι τὸν κακὸν πλοῦτον εἴδωλα, μᾶλλον τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, καὶ χαλεπὸν μὴ συναρπασθῆναι τοῖς τούτων ἐπαινέταις καὶ συνηγόροις· ἡμῖν δ᾿ οὐδεμία παρὰ τούτων ζημία τὴν διάνοιαν πεπυκνωμένοις καὶ πεφραγμένοις. Τοὐναντίον μὲν οὖν, εἴ τι χρὴ καὶ παράδοξον εἰπεῖν, εἰς τὴν πίστιν ἐντεῦθεν εβεβαιώθημεν, καταμαθόντες αὐτῶν τὸ ἀπατηλὸν καὶ κίβδηλον, ἐνταῦθα δαιμόνων καταφρονήσαντες, οὗ θαυμάζονται δαίμονες»264. Επισημαίνει, επομένως με κάθε ευκαιρία τον κίνδυνο που καιροφυλακτεί για τον εσωτερικό κόσμο, εάν οι χριστιανοί μαγευτούν από τις παγανιστικές διδασκαλίες και τις ασπαστούν. Για τον λόγο αυτόν, πρέπει να λαμβάνουν μόνον τα ποιοτικά από τη φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων και να αποφεύγουν
καθετί το οποίο μπορεί να προκαλέσει αλλοιώσεις στο σκέπτεσθαι και στο ηθικώς φέρεσθαι, «ταῦθʼ ὡς βρόχους τε καί πάγας ἀποστρέφου. Ἄμφω δ’ ἀναγνούς, τούς Θεούς, καί τούς λόγους, Θεούς γελοίους, καί λόγους ἑρασμίους, καταφρόνει μέν τῶν φιλήδονων θεῶν, Λόγους δέ τιμῶν, ὥσπερ ἐξ ἑνός φυτοῦ καί τάς ἀκάνθας φεῦγε, καί ρόδον δρέπου»265.

Η αντίθεση προς τον πολυθεϊσμό είναι πέραν του προφανούς. Από την άλλη πλευρά, ο Μέγας Βασίλειος στο έργο του Πρός τούς νέους ὅπως ἄν ἐξ ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων266 χαράσσει την μέση καί ορθή οδό μεταξύ της υπερεκτιμήσεως της θύραθεν παιδείας και της απορρίψεως αυτής267. Ο επίσκοπος Καισαρείας θεωρεί ότι η κλασική παιδεία οφείλει να λειτουργεί ως προθάλαμος για την εισαγωγή στην αληθή σοφία, δηλαδή τον λόγο του ευαγγελίου. Στο σημείο αυτό ο Βασίλειος φαίνεται να συμφωνεί με τις αντίστοιχες απόψεις του Ωριγένη268, ο οποίος κατείχε σε βάθος και πλάτος τον ελληνικό λόγο, ενώ τον προσέγγιζε – όπως και τον χριστιανικό ερμηνευτικά.

Ο Βασίλειος, όπως και ο γνήσιος φίλος του Γρηγόριος ο Θεολόγος σημειώνει ότι η σοφία των αρχαίων Ελλήνων εμπεριέχει πλείστες πλάνες και μύθους, αλλά ότι οι χριστιανοί και κυρίως οι νέοι πρέπει να αξιολογούν τα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων σύμφωνα με τις αρχές και
τη διδασκαλία των χριστιανών269. Ευκταίο είναι να εντρυφούν στα κείμενα εκείνα στα οποία επιδοκιμάζεται η αρετή και καταδικάζεται η πονηρία, ενώ επιπλέον δεν θα πρέπει να συνηγορούν στις φαύλες πράξεις ανδρών ή θεών270, «οὐ πάντα ἑξῆς παραδεκτέον ἡμῖν, ἀλλʼ ὅσα χρήσιμα»271.

Ο ψευδο-Μακάριος εξηγεί ότι οι χριστιανοί πρέπει να δέχονται από τα κείμενα των αρχαίων Ελλήνων μόνον ό,τι προσιδιάζει στη διδασκαλία τους, αφού διαφέρουν ως προς πλείστες τοποθετήσεις από τους εθνικούς: «Ὁ τῶν χριστιανῶν κόσμος ἕτερός ἐστι, καὶ διαγωγὴ καὶ νοῦς καὶ λόγος καὶ πρᾶξις ἑτέρα τυγχάνει, καὶ ἡ τῶν ἀνθρώπων τοῦ κόσμου τούτου διαγωγὴ καὶ νοῦς καὶ λόγος καὶ πρᾶξις ἑτέρα. Ἄλλο τί εἰσιν ἐκεῖνοι καὶ ἄλλο τί εἰσιν οὗτοι, καὶ πολλὴ διάστασις μεταξὺ τούτων κἀκείνων. Οἱ γὰρ τῆς γῆς οἰκήτορες καὶ τὰ τέκνα τοῦ αἰῶνος τούτου ἐοίκασι σίτῳ βεβλημένῳ ἐν σινίῳ τῆς γῆς ταύτης, σινιαζόμενοι ἐν ἀστάτοις λογισμοῖς τοῦ κόσμου τούτου καὶ σάλῳ ἀπαύστῳ τῶν γηΐνων πραγμάτων καὶ πολυπλόκων ἐννοιῶν ὑλικῶν τὰς ψυχάς, κλυδωνίζοντος τοῦ σινιάζοντος σατανᾶ διὰ τοῦ σινίου (τουτέστι τῶν γηΐνων πραγμάτων) πᾶν τὸ ἁμαρτωλὸν γένος τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τῆς τοῦ Ἀδὰμ ἐκπτώσεως, παραβάντος τὴν ἐντολὴν καὶ ὑπὸ τὸν ἄρχοντα τῆς πονηρίας γεγονότος, λαβόντος αὐτοῦ τὴν ἐξουσίαν καὶ λοιπὸν ἀπαύστοις λογισμοῖς ἀπάτης καὶ κλόνου σινιάζοντος καὶ προσκρούοντος τῷ σινίῳ τῆς γῆς πάντας τοὺς υἱοὺς τοῦ αἰῶνος τούτου»272. Ενώ ο Γρηγόριος Νύσσης, ακολουθώντας τα βήματα του αδελφού του Βασιλείου, τονίζει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η θύραθεν παιδεία -την οποία πάντως κατείχε με απαράμιλλο τρόπο- μπορεί να αποδώσει θετικούς καρπούς στη ζωή ενός Χριστιανού273. Αρκεί η επιλογή όσων θα υιοθετήσει ο Χριστιανός να συνάδουν με τον τρόπο της ηθικής και της γενικότερης διδασκαλίας του Ευαγγελίου, ώστε να τον επικουρήσουν στο να αναχθεί στη γνώση του Θεού, τηρουμένωναναντιλέκτως των οντολογικών αποστάσεων - ετεροτήτων274. Γιά τόν λόγο αυτό θεωρείται ότι η Αγία Γραφή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον ίδιο σκοπό, δηλαδή της γνώσεως του Θεού, όπως και τα κείμενα των αρχαίων κλασικών, αλλά και για την ποιοτική ανατροφή του ανθρώπου275.

Κατά συνέπεια, λοιπόν, οι Πατέρες απορρίπτουν τον παγανισμό και τις θρησκευτικές αντιλήψεις που συνδέονται με την διδασκαλία του, αλλά όχι συλλήβδην την πνευματική κληρονομία του αρχαίου ελληνικού πνεύματος276. Υπήρξε θαυμασμός για την κοσμική μόρφωση και τη φιλοσοφία, αλλά σε μόνιμη κλίμακα υπέβοσκε ο φόβος μήπως οι χριστιανοί δελεαστούν από τον θαυμασμό τους για την αρχαία σκέψη και υπερβούν τα θεολογικά όρια του συστήματος των αρχών που η νέα πίστη είχε διαμορφώσει, όπως έπραξαν οι κορυφαίοι αιρεσιεράρχες των πρώτων αιώνων μετά Χριστόν, ο Άρειος277, ο Απολλινάριος278, ο Νεστόριος279 κ.ά. Γενικότερα, τό σώμα της Εκκλησίας ποτέ δεν απεδοκίμασε την ευρυμάθεια εκείνη που βασίζεται στα αρχαία κειμένα των Ελλήνων. Η πλειονότητα των χριστιανών έτρεφε προκεχωρημένο σεβασμό για την εκπαίδευση και για τα νοητικά επιτεύγματα των αρχαίων Ελλήνων280.

Μέσα από τον βίο και τις συγγραφές των Πατέρων της Εκκλησίας μπορεί ο ειδικός ερευνητής να συμπεράνει ότι ένας χριστιανός και δη ένας κληρικός, ο οποίος θα λάβει έχει λάβει κοσμική εκπαίδευση, θα ήταν έτι μάλλον πολύτιμος για την Εκκλησία από κάποιον χωρίς θύραθεν παιδεία.

Κατά την εκτίμηση των χριστιανών διανοητών, η κορυφαία διαφορά, το προκεχωρημένο χάσμα ανάμεσα στη θύραθεν φιλοσοφία και γραμματεία και στη σοφία των Ευαγγελίων φαίνεται από την
καρποφορία τους. Σημαντική ως προς την καλλιέργεια του πνεύματος αλλά άγονος και άκαρπος η πρώτη δεν μπόρεσε ούτε τους ίδιους τους φιλοσόφους να «ανακαινίσει». Αντίθετα, η σοφία των ιερών βιβλίων που πηγάζει από τη φανέρωση της θείας αλήθειας από το Άγιο Πνεύμα απεδείχθη γονιμοτάτη και πολυδιάστατη σε πνευματικές επιδόσεις. Χάρη σε αυτήν παραμερίζεται το σκότος της άγνοιας του Θεού και επιτυγχάνεται η μέθεξη μαζί Του, δηλαδή η σωτηρία του ανθρώπου. Όθεν, η λύτρωση του ανθρώπου και η θέωσή του απαιτούν τη θεία και όχι την ανθρώπινη σοφία. Η χρήση τής θύραθεν, κοσμικής παιδείας βοηθά στην αποσαφήνιση - ερμηνευτική των θείων λόγων. Βεβαίως μπορεί να αποδειχθεί «δούρειος ίππος», αφού ο χριστιανός είναι ιδιαιτέρως ενδεχόμενο να μαγευθεί από το περιεχόμενό της και να παρεκκλίνει από τον αληθινό δρόμο που οδηγεί στην θεία τελειότητα, αν δεν έχει ως μόνη κλείδα κατανοήσεως των θεωρούμενων ως θεόπνευστων Γραφών και τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Τέλος, η Εκκλησία σε όλη την πορεία της από την ίδρυσή της έως την εποχή του Παχυμέρη, απέκρουε τόσο την περιφρόνηση των ζηλωτών χριστιανών προς τη θύραθεν σοφία, όσο και τον προς αυτήν υπερβολικό θαυμασμό ορισμένων λόγιων κύκλων, ο οποίος ανέτρεπε την καθιερωμένη από τους κορυφαίους Πατέρες ισορροπία της ελληνοχριστιανικής συνθέσεως. Έτσι, οι Έλληνες Πατέρες εναγκάλιζαν την σκέψη των αρχαίων Ελλήνων, απέρριπταν όμως την παγανιστική θεολογία τους. Αναντιλέκτως, σε διηνεκή κλίμακα υπήρχε ο κίνδυνος να μετατραπεί ο Χριστιανισμός σε μία γνωστική φιλοσοφία. Αλλά οι Πατέρες αφομοίωσαν γόνιμα τα στοιχεία της ελληνικής σοφίας, εκείνα που βοήθησαν τη χριστιανική διδασκαλία να διατυπωθεί με βάση το ανθρώπινο λεξιλόγιο αλλά και διηύρυναν το πνεύμα του νέου παραδείγματος σκέψης, ώστε να μπορέσουν να κατανοήσουν και να συλλάβουν τη θεία αλήθεια.

Σημειώσεις

250. Ιω. Ζηζιούλα, Ελληνισμός και Χριστιανισμός, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2003, σ. 56.
251. Αυτόθι, σ. 99.
252. Αυτόθι, σ. 111.
253. Αυτόθι, σ. 112.
254. Γ.Δ. Μαρτζέλου, «Θεολογικός ανιμισμός και ορθόδοξη Πνευματολογίας» Καθ' Οδόν, 4 (1993), (101-111), 105.
255. E. Artemi, «Embracing Greek Thinking while Rejecting Pagan Cults in some Fathers of the 4th -5th centuries», εισήγηση που παρουσιάστηκε στο Fifth British Patristics Conference, London 3 - 5 September 2014. Δημοσιεύτηκε επηυξημένη υπό τον τίτλο, «Greek Fathers of the 4th-5th centuries and the secular education. Their acceptance in Greek thinking while rejecting pagan cults», in Mirabilia Ars 2 (2015/1), (14-35), 21.
256. D. J. Constantelos, «Hellenic Paideia and Church Fathers - Educational Principles and Cultural Heritage», Greek Orthodox Archdiocese of America, http://www.goarch.org/ourfaith/ourfaith8143 (2014).
257. Α. Θεοδώρου, Ιστορία Δογμάτων 1, 2, Αθήνα 1978, σ. 519.
258. Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Θεολογικός Πρῶτος. Πρός Εὐνομιανούς προδιάλεξις, Λόγος 27, PG 36, 24AC.
259. Του ιδίου, Ἀπολογητικός τῆς εἰς εἰς τόν Πόντον φυγῆς ἕνεκεν, καί αὖθις ἐπανόδου ἐκεῖθεν, μετά τήν πρεσβυτέρου χειροτονίαν, ἐν ᾦ τί τό τῆς ἱερωσύνης ἐπάγγελμα, 2, PG 35, 504CD: «Ταῦτα μὲν παιζόντων μῦθοι καὶ Ἕλληνες͵ οἳ͵ τῆς αληθείας ὀλίγα φροντίζοντες͵ τῷ κομψῷ τῶν πλασμάτων καὶ τῷ λίχνῳ τῶν λέξεων καὶ ακοὴν καὶ ψυχὴν γοητεύουσιν».
260. Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Κατά Ιουλιανοῦ Βασιλέως, καί κατά Ἑλλήνων στηλιτευτικός, Α, PG 35, 637Β.
261. Αυτόθι, PG 35, 648C.
262. Αυτόθι.
263. Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Λόγος 43- Εἰς τόν Μέγαν Βασίλειον Ἐπίσκοπον Καισαρείας Καππαδοκίας. Ἐπιτάφιος, 11,3, PG 36, 508C.
264. Αυτόθι, 21, 5, PG 36, 524C.
265. Γρηγορίου Ναζιανζηνού, Προς Σέλευκον, PG 37, 1581Α. Του ιδίου, Ἐπιστολήν εἰς τό Θεόδωρον, 183.2-3, PG 37, 297B: «... καὶ ὄντως ῥόδα εξ ακανθῶν͵ ὡς ἡ παροιμία͵ συλλέγομεν».
266. Βασιλείου Καισαρείας, Πρός τούς νέους, ὅπως ἄν εξ Ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, PG 31, 563 590.
267. Η. Μουτσούλα, «Ο Μέγας Βασίλειος ως παιδαγωγός». Εισήγηση γενομένη την 16ην Οκτωβρίου 1979 εις το επί τη 1600η επετείω από του θανάτου του Μεγάλου Βασιλείου συγκληθέν εν Αθήναις Διορθόδοξον θεολογικόν Συνέδριον, http://www.myriobiblos.gr/texts/greek/moutsoulas_basil.html. Th. Boura, «The Relationship between Hellenism and Christianity in St. Basil's speech to the young», Vox Patrum, 32 (2012) t. 57, 53-57.
268. Ωριγένης Αλεξανδρείας, Προς Γρηγόριον, 1.8-2.7, PG 11, 88AB: «ἄλλ' ἐγὼ τῇ πάσῃ τῆς εὐφυΐας δυνάμει σου ἐβουλόμην καταχρήσασθαι σὲ τελικῶς μὲν εἰς χριστιανισμόν· ποιητικῶς δὲ διὰ τοὺτ΄ ἀν ηὐξάμην παραλαβεῖν σὲ καὶ φιλοσοφίας Ἑλλήνων τὰ οἰονεῖ εἰς χριστιανισμὸν δυνάμενα γενέσθαι ἐγκύκλια μαθήματα ἢ προπαιδεύματα· καὶ τὰ ἀπὸ γεωμετρίας καὶ ἀστρονομίας χρήσιμα ἐσόμενα εἰς τὴν τῶν ἱερῶν γραφῶν διήγησιν· ἵν', ὅπερ φασὶ φιλοσόφων παῖδες περὶ γεωμετρίας καὶ μουσικῆς γραμματικῆς τὲ καὶ ρητορικῆς καὶ ἀστρονομίας· ὡς συνερίθων φιλοσοφία, τοὺθ΄ ἡμεῖς εἴπωμεν καὶ περὶ αὐτῆς φιλοσοφίας πρὸς χριστιανισμόν. Καὶ τάχα τοιοῦτο τί αἰνίσσεται τὸ ἐν Ἐξόδῳ γεγραμμένον ἐκ προσώπου τοῦ θεοῦ· ἵνα λεχθῆ τοῖς υἱοῖς Ἰσραὴλ αἰτεῖν παρὰ γειτόνων καὶ συσκήνων σκεύη ἀργυρᾶ καὶ χρυσὰ καὶ ἱματισμόν· ἵνα σκυλεύσαντες τοὺς Αἰγυπτίους εὔρωσιν ὕλην πρὸς τὴν κατασκευὴν τῶν παραλαμβανομένων εἰς τὴν πρὸς θεὸν λατρείαν».
269. Βασιλείου Καισαρείας, Πρός τούς νέους, ὅπως ἄν ἐξ Ἑλληνικῶν ὠφελοῖντο λόγων, PG 31, 576 CD.
270. Αυτόθι, PG 31, 568Β.
271. Αυτόθι, PG 31, 572Α.
272. Μακάριου Αιγυπτίου, Ὁμιλίαι Πνευματικαί, 5.1 - 5.15, De Gruyter, Die 50 geistlichen Homilien des Makarios, Berlin 1964, p. 105 (=PG 34, 493A).
273. Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τόν Βίον τοῦ Μωυσέως, 2:11-12. 2:37, 2:115-116, PG 44, 329CD, 332C. Βλ. J. Payton, «Toward a Russian Orthodox Worldview for Post-Soviet Society», (299- 318) in Orthodox Christianity and contemporary Europe: selected papers of the international conference held at the University of Leeds, England, in June 2001, (ed.) Jonathan Sutton & Wil van den Bercken, (Leuven, 2003), 311.
274. Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τον βίον τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας τοῦ θαυματουργοῦ, PG 46, 901AΒ: «καὶ οὕτως τοῦ ζητουμένου τυχεῖν͵ οἷον ἐπιβάντα τῆς ἕξω σοφίας͵ καὶ γενόμενον δι΄ αὐτῆς υψηλότερον͵ ὥστε προσεγγίσαι τρόπον τινὰ δι΄ αὐτῆς τοῖς ἀλήπτοις... Μέγας οὗτος͵ τῇ ἔξω φιλοσοφίᾳ δι' ἐπιμελείας καθομιλήσας͵ δι΄ ὧν ὁ Ἑλληνισμὸς τοῖς πολλοῖς βεβαιοῦται͵ διὰ τούτων ὡδηγήθη πρὸς τὴν τοῦ Χριστιανισμοῦ κατανόησιν͵ καὶ καταλιπὼν τὴν πεπλανημένην τῶν
πατέρων θρησκείαν͵ ἐζήτει τὴν τῶν ὄντων ἀλήθειαν͵ ἐξ αὐτῶν τῶν πεπονημένων τοῖς ἔξωθεν διδαχθεὶς τὸ τῶν Ἑλληνικῶν δογμάτων ἀσύστατον».
275. Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τόν βίον τῆς ὁσίας Μακρίνης ἀδελφῆς τοῦ μεγάλου Βασιλείου, PG 46, 962D, 964A. 
276. Ιωάννου Χρυσοστόμου, Πρός τούς πολεμοῦντας τοῖς ἐπί τό μονάζειν ἐνάγουσιν, PG 47, 321AD. Του ιδίου, Ὑπόμνημα εἰς τήν πρός Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολήν δευτέραν, PG 62, 472A. Του ιδίου, Ὑπόμνημα εἰς τόν ἅγιον Ματθαῖον τόν εὐαγγελιστήν, 7, PG 57, 79C. Του ιδίου, Περί Παίδων Ἀνατροφῆς, PG 63, 763-771.
277. «Ο Άρειος επηρεάστηκε σταθερά από τον ιουδαϊκό μονοθεϊσμό, τη φιλοσοφική αντίληψη περί απόλυτης υπερβατικότητας και περί ακινήτου του Θεού, από τις κοσμολογικές δυαλιστικές αντιλήψεις και προπαντός από τη διδασκαλία του Φίλωνα περί του κτιστού Λόγου, δια του οποίου ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο.», Σ. Γ. Παπαδοπούλου, Πατρολογία Β', Αθήνα 1990, σ. 114.
278. Ε. Αρτέμη, «Μία φύσις του Θεού λόγου σεσαρκωμένη. α). Απολιναρική ανάγνωση, β) Κυρίλλειος ανάγνωση», Εκκλησιαστικός Φάρος, τ. ΟΔ (2003), 293 – 304.
279. «Ο Νεστόριος γεννήθηκε στη Γερμανικεία της Συρίας. Υπήρξε μαθητής του Θεοδώρου Μοψουεστίας. Το 428 εκλέχθηκε από τον αυτοκράτορα, Θεοδόσιο Β΄, πατριάρχης Κωνσταντινοπόλεως. Ο Νεστόριος αποκαλούσε τη μητέρα του Χριστού όχι Θεοτόκο, αλλά Χριστοτόκο, διότι υποστήριζε ότι ο Θεός δεν μπορούσε να είχε μητέρα και ότι κανένα κτιστό ον δε θα μπορούσε να γεννήσει τον Θεό». The international cyclopaedia- a compendium of human Knowledge revised with large additions, V. X, N. York 1899, p. 409-410.
280. Ε. Αρτέμη, «Οι χρήσεις της εθνικής γραμματείας στο έργο του Κυρίλλου Αλεξανδρείας», ΠΟΡΕΙΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ, αφιερωματικός τόμος στη μνήμη του Μακαριστού Πάπα και Πατριάρχη Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κυρού Πέτρου του Ζ΄, Αθήνα 2010, σ. 114-125.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου