Δευτέρα 26 Απριλίου 2021

Ορισμένες πλευρές της ιστορίας των επιρροών του Πλωτίνου (3)

 Συνέχεια από Κυριακή 25 Α πριλίου 2021

Ορισμένες πλευρές τής ιστορίας τών επιρροών τού Πλωτίνου.
Werner Beierwaltes!

2. Αυγουστίνος.
 Ο Αυγουστίνος μπορεί να θεωρηθεί ώς ένα παράδειγμα ιδιαιτέρως σημαντικό μιάς βαθειάς, αλλά μερικές φορές και δύσκολης, συμβιώσεως του πλατωνισμού και του Χριστιανισμού. Η εννοιολογική  και υπαρξιακή ταυτοχρόνως μορφή τής εσωτερικής αναβάσεως είναι στενά συνδεδεμένη με την βαθύτερη σύλληψη του Πλωτίνου. Μαζί με την μορφή τής αναβάσεως που παρουσίασε ο Διονύσιος στην Μυστική του Θεολογία σαν «κάθαρση-φωτισμό-τελείωση», αυτή η πλωτινο-αυγουστινιανή ιδέα κατέληξε να είναι η δομή η οποία και ενέπνευσε τον μυστικισμό, ο οποίος συνδέει με την σειρά του εσωτερικά την εννοιολογική σκέψη και το ενδιαφέρον για το θεμέλιο τής ίδιας τής σκέψης, που είναι αμέτρητο σχετικά με οτιδήποτε άλλο.
Πριν υπογραμμίσουμε την αυγουστινιανή εκδοχή της εσωτερικής αναβάσεως θα ήθελα να ανακαλέσω, τουλάχιστον στα βασικά τους σημεία, τις ιστορικές προϋποθέσεις τού συνδέσμου (ή της συνθέσεως) που πέτυχε ο Αυγουστίνος ανάμεσα στην Νεοπλατωνική σκέψη και την Χριστιανική αποκάλυψη.

Ο Αυγουστίνος αποδίδει μεγάλη σπουδαιότητα στον ρόλο που διαδραμάτισε η φιλοσοφία στη διανοητική του ανάπτυξη και στην ύπαρξή του. Ο Πλατωνισμός ιδιαιτέρως, έπαιξε αποφασιστικό ρόλο τόσο στην ύπαρξιακή του συμπεριφορά, όσο και στήν σύσταση της πρώτης του τουλάχιστον θεολογίας. Βλέπει στην συνάντηση με τον Hortensius του Κικέρωνος τον πρώτο σταθμό τής μεταστροφής του στον Χριστιανισμό! Αυτό το κάλεσμα στην φιλοσοφία που ο Κικέρων συνέθεσε στο πνεύμα του Αυγουστίνου, με την βοήθεια του Αριστοτέλη, τον απομακρύνει από τον χονδροειδή υλιστικό δυαλισμό που τον είχε δεσμεύσει κατ’αρχάς στον μανιχαϊσμό. Ο Αυγουστίνος βρίσκει περαιτέρω βοήθεια στην κατανόηση της υπάρξεως μίας πνευματικής αρχής του κόσμου, και στον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατόν να αποκτήσουμε μία πειστική γνώση από απόψεως λογικής, με την συνάντησή του με αυτά που ονομάζει : «libri platonicorum», πλατωνικά βιβλία. Πιστεύουμε πως είναι δυνατόν να αποδείξουμε ότι ο Αυγουστίνος γνώρισε και τους δύο επικεφαλής τής νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, τον Πλωτίνο και τον Πορφύριο. Τον Πλωτίνο χάρις στην μετάφραση των Εννεάδων από τον Mario Vittorino, ο οποίος υπήρξε και ο μεσάζων μέσω του οποίου αποκτά ο Αυγουστίνος μερικές φιλοσοφικές προϋποθέσεις, η σπουδαιότης τών οποίων ήταν αποφασιστική για τον Τριαδικό του στοχασμό. Ο Πλωτίνος ήταν εξάλλου επίσης παρών και στα κηρύγματα του Αμβροσίου τού Μιλάνου, όπως και στα γραπτά του De Isaac et anima και De bono mortis, και ο Επίσκοπος του Μιλάνου έπαιξε έναν σπουδαίο ρόλο στην μεταστροφή τού Αυγουστίνου. Με τον Πορφύριο ο Αυγουστίνος αντιπαρατίθεται φανερά. Η πρωταρχική αυτή αφιέρωση στην Πλατωνική και στην νεοπλατωνική φιλοσοφία, η οποία τον κατέστησε ικανό να κατανοήσει την σημασία της Σοφίας του Χριστού, είναι τόσο δυνατή που τον αναγκάζει να πει: «Κανένας δέν μας πλησίασε τόσο όσο αυτοί», οι Πλατωνικοί. Εάν μπορούσαμε να αλλάξουμε λίγες λέξεις και λίγες φράσεις -λέει ο Αυγουστίνος στο Περί αληθινής θρησκείας- θα μπορούσαν να γίνουν Χριστιανοί, όπως εξάλλου και έγινε το μεγαλύτερο μέρος των Πλατωνιστών σήμερα. Εδώ ο Αυγουστίνος σκέπτεται πρώτα απ’όλα αυτόν που ξεκίνησε μία πρώτη μορφή μεταφυσικής στο εσωτερικό της Δυτικής θεολογίας, τον ήδη γνωστό μας Mario Vittorino, ο οποίος ξεκινώντας απο τις Φιλοσοφικές απόψεις που εκφράζονται στο «Σχόλιο του Παρμενίδη» του Πορφυρίου, ανέπτυξε μία Τριαδική σκέψη ενός δυνατού στοχαστικού χαρακτήρος, η οποία σκέψη θα αποδειχθεί καθοριστική και για τον Αυγουστίνο, και μ’ αυτήν και όλες οι νεοπλατωνικές συλλήψεις, ενδιάθετες όλες τους στην σκέψη του ιδίου του Vittorino.

Ο Αυγουστίνος δέν αφήνει καμμία αμφιβολία για το γεγονός, πως η αληθινή και αυθεντική φιλοσοφία είναι η Σοφία Χριστού. Η ενσάρκωση του Θεού στον Χριστό. Κάτι που είναι αδιανότητο για τους Πλατωνικούς, γίνεται ο κανόνας της θεολογίας και επομένως και το κριτήριο της κρίσεως απέναντι στην κοσμική φιλοσοφία. Το κριτήριο του διαχωρισμού και της διακρίσεως ανάμεσα σ’αυτό που συνταιριάζει με τον Χριστιανισμό ή είναι κοντινό του και σ' αυτό από το οποίο ξεχωρίζει ριζικά. Αυτό συμπεραίνεται πάντως ξεκάθαρα ανάμεσα στα άλλα, και από ένα χωρίο στο οποίο ο Αυγουστίνος, βασιζόμενος στο πρώτο κεφάλαιο του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, φανερώνει σε μία αντιπαράθεση αυτό που οι Πλατωνικοί και οι Χριστιανοί έχουν κοινό και αυτό που έχουν διαφορετικό. Ιδιαιτέρως ενδιαφέρον είναι μ’αυτήν την σημασία το ένατο κεφάλαιο του εβδόμου βιβλίου των Εξομολογήσεων, το οποίο ξεχωρίζει ήδη στην διατύπωση τα κοινά σημεία και τις αντιπαραθέσεις, μέσα από την επανάληψη και την εναλλαγή της φράσης: "Εκεί (στα κείμενα των Πλατωνικών) διάβασα... αλλά αυτό (που για τον Χριστιανισμό είναι θεμελιώδες) δέν το βρήκα". Για παράδειγμα : «Πως Αυτός (ο Θεός) εγκατέλειψε τον εαυτό του, παίρνοντας μορφή δούλου και γινόμενος όμοιος με τον άνθρωπο, και βρέθηκε με την μορφή ανθρώπου, ότι χαμήλωσε και ότι υπήρξε υπάκουος μέχρι θανάτου, και στον θάνατο του σταυρού, και γι’αυτό ο Θεός τον ανύψωσε και του έδωσε το όνομά του, που είναι υπεράνω κάθε άλλου ονόματος... όλο αυτό σε εκείνα τα βιβλία δέν υπήρχε».
Η θρησκευτικότης ή η Χριστιανική σκέψη συνδέει, σύμφωνα με την ερμηνεία τού Αυγουστίνου και άλλων επίσης συγγραφέων, με την προγραμματική αρχή τού κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, του οποίου η κεντρική ιδέα είναι εκείνη του λόγου ή της αρχής (principium) στην οποία είναι (υπάρχει) ο λόγος, ακριβώς αυτό που ο Αυγουστίνος λέει, σύμφωνα με όσα μας αναφέρει ότι έμαθε απο τα πλατωνικά βιβλία, πως υπάρχει και ενεργεί ως μία πνευματική αρχή, η οποία θεμελιώνει την ολότητα τού Είναι, την ρυθμίζει και την καθιστά έλλογη (δηλ. κατανοητή, σαν ένα σκαλί στην επιστροφή της σκέψης στον εαυτό της και στο θεμέλιό της). Μ’αυτήν την έννοια, ο Αυγουστίνος υπογραμμίζει με έμφαση στην Πολιτεία του Θεού X,29: «Περί της αρχής τού κατά Ιωάννην Ευαγγελίου ένας πλατωνιστής, σύμφωνα με όσα εγώ ο ίδιος άκουσα να διηγείται συχνά ένας άγιος γέρος, ο Simpliciano, επίσκοπος του Μιλάνου στην συνέχεια, είπε πως έπρεπε να είχε γραφτεί με χρυσά γράμματα και να αναρτηθεί σε όλες τις εκκλησίες, στα πιό φανερά σημεία». Εδώ επαινούνται οι Πλατωνιστές λόγω της υπερηφανείας των ή της αλλαζονείας των, συνδυαζομένης με την περιέργεια.

Ανάμεσα στις πολλές πιθανότητες να εμβαθύνουμε την έρευνα στην σκέψη τού Αυγουστίνου, από την άποψη των εμπλοκών της με την φιλοσοφία των νεοπλατωνικών, θα διαλέξω να ασχοληθώ με την σύλληψή του περί τής επιστροφής της σκέψεως στον εαυτό της και περί τής εσωτερικής αναβάσεως στο Θείο της θεμέλιο. Αυτό το δίκτυο σκέψεως αφορά σε μία θεμελιώδη σημασία για την θεολογική σκέψη του Αυγουστίνου και για την λογική του έρευνα, γύρω από τον σκοπό του ανθρώπου. Υπάρχει ένας στενός θεωρητικός δεσμός, και ίσως ακόμη και ιστορικός, ανάμεσα σ’αυτή την σύλληψη και την βαθειά πρόθεση της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, όπως την φανερώσαμε πιό πάνω.
Η σκέψη του ανθρώπου πρέπει να αποσυρθεί από τον διασκορπισμό της στο αισθητό και στο χρονικό, κατά τον Αυγουστίνο, για να στραφεί στην εσωτερικότητά της. Μόνον αυτή η επιστροφή  είναι ικανή να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε αυτό, τού οποίου αποκτούμε την εμπειρία μέσω των αισθήσεων. Μία τέτοια μεσότης, που προσφέρει ένα τέτοιο ξεκαθάρισμα, είναι δυνατή μόνον λόγω μίας διανοητικής δραστηριότητος, η οποία και δρούσε προηγουμένως στα αισθητήρια. Η καταγωγή, η δυνατότης και η εμβέλεια αυτής της διανοητικής δραστηριότητος μπορούν όμως να αποκαλυφθούν και να ανοίξουν μόνον χάρη στην επιστροφή στην εσωτερικότητα. Σ’αυτήν την εσωτερική καταγωγή της γνώσεως ή της αλήθειας, σαν κριτήριο καθοδηγημένο από την διανοητική δραστηριότητα, αναφέρεται η βασική φράση από το «Περί της αληθινής  θρησκείας»: Μήν εξέρχεσαι, επέστρεψε στον εαυτό σου. Στην εσωτερικότητα του ανθρώπου κατοικεί η αλήθεια! Με μία ανάλογη επίκληση στην επιστροφή και στην συγκέντρωση στον εαυτό αρχίζει και το κείμενο των Εξομολογήσεων VII, 10, το οποίο και συνεχίζει τον στοχασμό τού Αυγουστίνου σχετικά με την ενότητα και την αντίθεσή του με τους Πλατωνιστές, όπως αναφέραμε πιοπρίν.

Εάν η αισθητική  εμπειρία αποτελεί το σημείο εκκινήσεως για την επιστροφή τής σκέψεως στον εαυτό της, σ’αυτήν την σκέψη που αποσύρεται από την αισθητική εμπειρία πρέπει να εργάζεται ήδη προηγουμένως ένα στοιχείο συνειδήσεως, το οποίο και την οδηγεί ακριβώς σ’αυτήν την επιστροφή. Η σκέψη πρέπει ήδη από πάντοτε να κατέχει στον εαυτό της μία σκέψη, έστω και αν είναι απροσδιόριστη, εάν δέν έχει ακόμη φανερωθεί στην ιδιαιτερότητά της, η οποία θα ενεργεί και στην πράξη της αισθητικής εμπειρίας και θα μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε την σχετικότητα και την ανεπάρκειά της.[Ο ΝΟΥΣ] Η πρόσκληση που στέλλεται στην σκέψη για να επιστρέψει στην εσωτερικότητά της,  σημαδεύει ακριβώς μ’αυτήν την επιστροφή, την αρχή μίας αναβάσεως στην εσωτερικότητα!
Συνεχίζεται


Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου