Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Η ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ

Η ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ

Η αρχέγονη Εκκλησία σήμερα

Του π. Νικόλαου Λουδοβίκου, Εκδόσεις Αρμός, 2023 (πρώτη έκδοση 2002)

Προοίμιο

Πρόθυμα θὰ συμφωνούσαμε ν' ἀναρωτηθοῦμε γιὰ τὴν εἰδικὴ χρησιμότητα τῆς Ἐκκλησίας στὸν κόσμο σήμερα.

Σὲ τί χρησιμεύει λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία; Είμαστε βέβαιοι, αἴφνης, πὼς χρειαζόμαστε, πλάι στ' ἄλλα ἀγαθὰ ποὺ στοι χειοθετοῦν τὸ αὐτονόητο αἴτημα τῆς ἀτομικῆς καὶ συλλο γικῆς εὐδαιμονίας, τὴν οἰκονομικὴ ἄνθηση λόγου χάρη καὶ τὴν κρατικὴ πρόνοια καὶ ἀκόμη τὴν «κοινωνία τοῦ δικαίου» καὶ «πνευματικὰ» ἐπίσης ἀγαθά. Χρειάζεται ἔτσι, γιὰ παράδειγμα, μόνιμο «πνευματικό» καταφύγιο γιὰ τὸ στρὲς καὶ τὸ ἄγχος, παραμυθία γιὰ τὶς λεηλατημένες προσωπικές σχέσεις τῶν ὁποίων οἱ μοντέρνες ἐπιταγές αὐτοαπολαύσε-ως συνιστοῦν τὸν καθημερινὸ Καιάδα, εἰρήνη στὸν παροξυ-σμὸ τοῦ αὐτονόητα ἀθέμιτου ἀνταγωνισμοῦ. Πλάι καὶ κάτω ἀπ᾿ τὸν εὐλόγως διευρυνόμενο κατάλογο τῶν «ἀνθρώπινων ἀναγκῶν», τὸν ὁποῖο τόσο φιλότιμα ὑπερασπίζεται ἡ ἀμερικάνικη, λόγου χάρη, ψυχανάλυση, ἔχουν θέση σήμε ρα καὶ «ἀνάγκες» ὅπως αὐτὴ τοῦ «νοήματος τῆς ζωῆς», τῆς οἰκειώσεως ἢ τῆς λησμονιᾶς τοῦ θανάτου, τοῦ ὑπαρ ξιακοῦ ἐπαναπροσδιορισμοῦ τῆς ἀνθρώπινης κοινότητας καὶ ἄλλα παρόμοια. Πλήθος «ψυχικῶν» καὶ «πνευμα τικῶν» ἀναγκῶν ἀναμένουν νέους μύθους, νέες μαγεῖες, ἢ ἔστω ἰδεολογίες ποὺ ν' ἀγγίζουν ὅμως τὸν κοινὸ νοῦ, προσφέροντας ἀνακούφιση ἀπὸ τὶς παρενέργειες τῆς ἀναπότρε πτα ἐφιαλτικῆς καὶ ἀποξενωτικῆς ἐκείνης πλευρᾶς τῆς με ταμοντέρνας ζωῆς πού, ὠστόσο, ἀδιερώτητα ὅσο καὶ παραγωγικά τραβᾶ τὸ δρόμο της. Κάθε είδους θρησκεῖες καὶ φιλοσοφίες καθὼς καὶ διάφοροι μύθοι συλλογικοί (ἐθνικοί, φυλετικοί, ἐπιστημονικοί) ἀναλαμβάνουν ἐπειγόντως τὴν προμήθεια θεραπείας γι' αὐτὲς τὶς «ἀνάγκες» – ἔχουν συλλάβει τὰ μηνύματα τῶν και ρῶν καὶ ἀνταποκρίνονται καίρια «σώζοντας» καθημερινῶς ψυχὲς ἀπ᾿ τὸ παράλογο ἐκεῖνο, γιὰ τὸ ὁποῖο γνωρίζουμε ἤδη ἀπ᾿ τὸν Ἐπίκτητο πὼς εἶναι τὸ μόνο μαρτύριο τὸ ὁποῖο ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη ἀδυνατεῖ νὰ βαστάσει. Κάθε ἀναχώρηση (ἰδίως ἂν μάλιστα ἔχει ἐξασφαλισμένη καὶ τὴν ἐπιστροφή) εἶναι εὐπρόσδεκτη, ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ ἀπο-δράσει, διευρύνοντας τὴ φαντασίωσή του γιὰ ἕνα πλῆρες νόημα, ὑπὸ τὸν ὅρο νὰ ἐπιστρέψει ξανὰ ὅμως σὲ μιὰ πρα-γματικότητα ἀδιαπέραστη ἀπ' αὐτό. Τὸ σημαντικὸ εἶναι δηλαδὴ νὰ μὴν ἀλλάξει τίποτα στὴ δομὴ ἀκριβῶς τῆς πραγματικότητας, ἐνῶ ὅλοι, ταυτόχρονα, νὰ «δραπετεύ ουν» καὶ νὰ «ἐκφράζονται» κατὰ βούληση. Ἡ μεταβολή τοῦ τρόπου τοῦ εἶναι, παραμένει ἔτσι ἕνα ἐνδεχόμενο ἀπρόσμενο ἢ ἀπίστευτο καὶ πολὺ συχνότερα ἀνεπιθύμητο ἢ καὶ ἐχθρικό. Μεταβολὲς στὸν ὁρίζοντα τῆς φαντασιώσεως, στοὺς κατοπτρισμοὺς τοῦ ναρκισσισμοῦ (ἀτομικοῦ καὶ συλλογικού) ή, ἀκόμη λεπτότερα, σοφὲς ἐξισορροπήσεις μεταξύ ἀπογνώσεως καὶ ἐπιμονῆς, εἶναι ὅλες ἀσμένως δε-κτές, ἀρκεῖ νὰ μὴν μεταβάλλεται τὸ «εἶναι» τῆς καθημέριας φθορᾶς καὶ τύρβης,

Ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ τὴν πτώση του. Ἡ «λησμονιὰ τοῦ εἶναι» (γιὰ νὰ θυμηθοῦμε τὸν Heidegger) εἶναι πίστη καὶ ἐνθυμία, εἶναι ὁ ἡδονικὸς γλυκασμὸς τοῦ μηδενός, ὡς ἡ τέ λεια ἀκινησία τῶν δεσμωτῶν τοῦ πλατωνικού Σπηλαίου ἡ τῶν ἡρώων τοῦ Samuel Beckett. Εἶναι σχεδόν μια μεταφυ σική θέση ἡ ἀκινησία αὐτή, σύμπτωση τοῦ ἐρωτήματος μὲ τὴν ἀπάντηση, τέλεια ἀναστολὴ τῆς διαφορᾶς μεταξύ ὑ πάρξεως καὶ μηδενός, ἀπόλυτη ένδεια καὶ ταυτόχρονα ἡ ἀπόλυτη αὐτάρκεια.

Τοιουτοτρόπως, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καλεῖται καὶ αὐτὴ νὰ γίνει «'Ὀρθοδοξία», «πνευματικότητα», «σωτηρία ψυχῆς», «θεραπεία» καὶ ἀκόμη ἐθνικὸ καταφύγιο καὶ ἄλλοθι καὶ πάει λέγοντας. Ἡ Ἐκκλησία ὡς «Εὐχαριστιακή Οντολογία», ὡς ζῶν Χριστὸς μεταβάλλων τὸν τρόπο τοῦ εἶναι τῶν ὄντων στὸν δικό του Του τρόπο, εἶναι παράδοξη, ἀπρόβλεπτη ἢ καὶ ἐπίφοβη γιὰ τὸν ἔμπρακτο μηδενισμό μας. Γι' αὐτὸ καὶ τὴν ἀπενεργοποιοῦμε στὴν πράξη, κατα φάσκοντας ὁτιδήποτε δευτερευόντως συνεισφέρει στὴν παρεξήγησή της ὡς στοιχεῖο τοῦ κόσμου τούτου, ἰδεολογικά καταφύγιο ἢ θεραπευτήριο, ἀνώδυνα αὐταπόδεικτο συμ-πλήρωμα μεταφυσικῆς «ἀνησυχίας» στὶς φιλαυτες μέριμνές μας.

Χάνουμε ὅμως ἔτσι τὸ «πλεῖον» τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ τρόπου τῆς ὑπάρξεως. Καμμιά χρησιμοθηρία ἀτομικὴ ἢ συλλογική, κανένας θεραπευτικός θετικισμός, καμμιὰ ἀ-ναγκαία «ὑπερβατικότητα» δὲν μπορεῖ νὰ ἐξηγήσει τὴν ριζικὰ παράδοξη καὶ συγκλονιστικὰ αἰφνίδια καὶ πραγμα τικὴ κίνηση, παρὰ ταῦτα, τοῦ Θεοῦ νὰ βρίσκεται «ἐντὸς ἡμῶν», νὰ μεταβάλλει τὸν τρόπον τῶν φύσεων τῶν ὄντων, τὰ ὁποῖα, ἄλλωστε, συνίστανται ὡς δικοί Του λόγοι. Αντί-θετα, ἡ πράξη αὐτὴ ἀκριβῶς τοῦ Θεοῦ εἶναι ποὺ θέτει τὸν μόνον ὁρίζοντα τῆς ἀλήθειας τοῦ Εἶναι, εἶναι ἀπὸ αὐτὸ ποὺ θὰ γίνουν ἐν Θεῷ τὰ ὄντα ποὺ μαθαίνουμε αὐτὸ ποὺ πρά γματι εἶναι, πρέπει νὰ σπάσουμε τὰ μεταφυσικά μας παι-γνίδια γιὰ νὰ καταλάβουμε τὸ Θεὸ τοῦ Χριστοῦ. Νὰ καταλάβουμε, δηλαδή, τὴν Ἐκκλησία Του. Νὰ γίνει Ἐκκλησία ἀκόμη καὶ ἡ μεταφυσική θεολογία μας – νὰ μάθει τὴν Ἐκκλησία ὡς μόνη της πηγὴ καὶ μοναδικό της κριτήριο, νὰ (ξανα)γίνει ζωντανὴ καὶ ἀπρόβλεπτη, ταπεινὴ καὶ πο λυόμματος... Εἶναι δυνατόν;

Σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο, τὸ βιβλίο αὐτὸ προκύπτει ἀπὸ τὶς ἐκκρεμότητες ποὺ ἄφησε στὸν ἀναγνώστη, ἀλλὰ καὶ τὸν συγγραφέα του, τὸ προηγούμενο βιβλίο μου Ἡ Κλειστή Πνευματικότητα καὶ τὸ Νόημα τοῦ Ἑαυτοῦ. Στὸ βιβλίο αὐτὸ ποὺ θέλησε ν' ἀναλάβει ξανὰ ἐν μέρει τὸν κόπο μιᾶς χρι στιανικῆς ἀνθρωπολογίας, ὁ τελικός ὁρίζων ἑρμηνείας, αἴ-φνης, τοῦ Ἡσυχασμοῦ, σὲ ἀντιπαράθεση πρὸς τὸν αὐγου στίνειο νεοπλατωνισμὸ καὶ τὶς νεώτερες μεταλλάξεις του, ὑ πῆρχαν ἔννοιες ὅπως αὐτὴ τοῦ «Ὁμοουσίου», τῶν ὁποίων ἡ ὀντολογικὴ συνάφεια ἦταν προφανής: μόνον ἡ ἐκκλησιολογία, ὀντολογικῶς κατανοούμενη, θὰ ἦταν δυνατὸ νὰ προσφέρει ἐδῶ ἕνα πραγματικό περιεχόμενο. Ήταν ζήτημα θεολο γικῆς ἐντιμότητας τὸ ἑπόμενο βῆμα: ποιά ἐκκλησιολογία;

Ἡ ἐκκλησιολογία ὅμως σήμερα εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἀπόντες τῆς σύγχρονης ὀρθόδοξης θεολογίας μας. Λείπει ἀκόμη καὶ ὡς μάθημα στὸ πρόγραμμα τῶν Θεολο γικῶν Σχολῶν. Παρὰ τὴν χαριτωμένη σποραδική διατήρηση τοῦ ἀγνοῦ καὶ βαθύτατου ὀρθόδοξου ἐκκλησιαστικοῦ βιώματος σὲ ἐνορίες καὶ μοναστήρια γιὰ αἰῶνες, γενιές θεολόγων ἐξῆλθαν λοιπὸν τῶν Θεολογικῶν μας Σχολῶν χωρίς καμμιὰν ἀπολύτως ἰδέα γιὰ τὴν πιθανότητα ἑνὸς ἐκκλησιολογικοῦ ἐμποτισμοῦ τῆς θεολογίας καὶ ἀντιστρόφως καὶ πλῆθος κληρικῶν ἀδιαφόρησε μακαρίως γιὰ μιὰ θεολογια «ἀκαδημαϊκή» ποὺ δὲν ἀγαποῦσε οὔτε τὸ κελλί οὔτε τὸ θυσιαστήριο. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἀμφότερα ἐπτώχευσαν και -πλὴν ἐξαιρέσεων- ὑπηρέτησαν, μὲ τὸν τρόπο του τὸ καθένα, τὸν «μηδενισμό», τὴν «ὑπερβατικότητα» καὶ τὶς φαντασιώσεις γιὰ τὶς ὁποῖες μιλήσαμε παραπάνω. ᾿Αλλά, ἂν ὑπάρχει ἕνα θεολογικό γεγονὸς στὸν 20ὸ αἰώνα ποὺ ν' ἀξίζει ὅλως ἰδιαιτέρας μνείας σήμερα, εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἀναγέννηση μιᾶς ὑπαρξιακῆς ἀναφορικότητας τῆς οἰκουμενικῆς χριστιανικῆς θεολογίας. ᾿Αναφορικότητας ὅμως ὑ-παρξιακῆς ποὺ ὑπερβαίνει τὰ καθοσιωμένα ρεῖθρα τοῦ παραδοσιακοῦ ὑποκειμενισμοῦ ἐπιθυμώντας νὰ τὸν ἀνακαινίσει καὶ ἀναζητᾶ ἐκ νέου τὴν μήτρα τῆς ζωντανῆς κοινότητας. Ὄχι τόσο ἡ ἐκζήτηση ψυχικῶν ἡ πνευματικῶν ἀτομικῶν ἐμπειριῶν ὅσο ἡ ἀσυνείδητη ἀναζήτηση τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως τὸ κατάλαβε καλὰ ἕνας «ἄθεος» σὰν τὸν Albert Camus, ἀποτελεῖ καὶ τὸν πυρήνα ἄλλωστε -συχνά ἀδιάγνωστο- τῶν πιὸ γόνιμων αιτημάτων γιὰ τὴν ἀνάδει ξη νέων, συλλογικῶν πηγῶν νοήματος σήμερα. Ἔτσι ἡ νοσταλγία τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἀποκλειστικῆς πηγῆς καὶ κοινῆς ἀναφορᾶς τῆς θεολογίας, παράγει ἀπὸ τὴ μιὰ συναφεῖς ἐκκλησιολογικὲς ἀνθήσεις στὴ χριστιανική θεολογία, ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἀσύνειδη νοσταλγία τῆς «ἐκκλησιαστικότητας», ὡς ἐνδεχόμενη ἀναβίωση τῶν πιὸ «ὑπαρξιακῶν» πλευρῶν τῆς ἀνθρώπινης κοινότητας, ἐμψυχώνει, ἀπὸ τὴν ἄλλη, μιὰ σειρὰ ἀναζητήσεων τῆς διϋποκειμενικότητας τόσο στὴ φιλοσοφία ὅσο καὶ στὶς ἐπιστῆμες τοῦ ἀνθρώπου στη Δύση σήμερα. Ὅσο κι ἂν ἡ συγκυρία αὐτὴ μοιάζει σημαδιακή, οἱ συν-θῆκες στὸν ἑλληνικὸ ὀρθόδοξο χῶρο, ὅπως καὶ νὰ ἔχει τὸ πράγμα, ἔχουν ὀλίγο ὡριμάσει, ὀλίγο πρὸς τὸ παρὸν συνέλ θει ἀπὸ τὴν ἀντικαταθλιπτικὴ αὐτοκατάφαση τῆς νεώτε ρης θεολογικῆς καὶ λοιπῆς ἑλληνοκεντρικῆς εὐφορίας, οὐ-τως ὥστε νὰ θέσουν πραγματικὰ ἐκκλησιολογικὰ ἐρωτή ματα – κάτι ποὺ θὰ καθιστοῦσε ἄλλωστε καὶ τὴν θεολογία λιγότερο ἀπράγματη καὶ ἀκόμη λιγότερο ἀφηρημένη. Ή ἐκκλησιολογική συζήτηση, εἰδικὰ στὸν τόπο μας, βρίσκε ται ἀκόμη στὴν ἀρχή της καὶ ἐπαφιέμεθα στὴ χάρη μόνον καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ τρέφουμε χρηστὲς ἐλπίδες γιὰ τὸ μέλλον. Τὸ σταθερό πρόβλημα εἶναι βέβαια πὼς ὁ ὀρθόδοξος θεολόγος, καὶ μάλιστα ὁ Ἕλληνας, δὲν μαθαίνει συνήθως νὰ διερωτᾶται, νοιώθει ἐνοχὴ σχεδὸν ὅταν τοῦ ζη τεῖται μιὰ κριτικὴ διήθηση τῆς γραπτῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως, ταυτίζει τὴν ἁγιότητα τῶν Πατέρων μὲ τὴν ἁγιότητα, τὴν παντογνωσία καὶ τὴν πληρότητα τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἴδιου, καὶ κατ' οὐσίαν τοὺς εἰδωλοποιεῖ, ἀδυνατώντας ἔτσι νὰ διακρίνει τὸν «θησαυρὸν ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν». Τὸ ὅτι οἱ Πατέρες εἶναι ἅγιοι –καὶ εἶναι ὄντως ἅγιοι!- δὲν σημαίνει πὼς δὲν ἀλληλοσυμπληρώνονται καὶ ἀλληλοδιορθώνονται μεταξύ τους, πὼς δὲν ἔχουν ἀνθρώπινες ἐλλείψεις ἤ ἐξαιτίας τέτοιων ἐλλείψεων– καὶ ἀνθρώπινα σφάλματα ἢ μερικεύσεις, ὅπως ἀκριβῶς παρατηροῦσε καὶ ὁ ἀββᾶς Βαρσανούφιος (Βίβλος Βαρσανουφίου καὶ Ἰωάννου, ἐρώτηση 604). Ἡ εἰδωλοποίηση τῶν Πατέρων, ὅπως καὶ τοῦ χριστιανικοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀντὶ τῆς ζωντανῆς καὶ σταυ-ρικῆς ὑπαρξιακῆς τους προσλήψεως, κινδυνεύει σήμερα νὰ καταστεῖ ἕνας ἐξίσου ἐπικίνδυνος Καιάδας γιὰ τὴ σύγχρο νη θεολογία, ὅσο καὶ ἡ ἐπὶ αἰῶνες ἀγνόησή τους. Ἡ ταυτόχρονη ἄγνοια τῆς δυτικῆς θεολογίας στοὺς βασικούς τουλάχιστον σταθμούς της καθὼς καὶ τοῦ νεώτερου φιλοσοφί κοῦ, ἀνθρωπολογικοῦ καὶ ἐπιστημονικοῦ δυτικοῦ προβλη ματισμοῦ στέφει στὴν συνέχεια τὴν εἰδωλοποίηση αὐτὴ μὲ τὸ στέμμα τῆς ἀρραγοῦς καὶ ἀμετακίνητης φονταμενταλι-στικῆς αὐτοπεποιθήσεως. Προκαλώντας μάλιστα ἀκολούθως τις φωταδιστικὲς ἐκρήξεις τῆς... ἄλλης πλευρᾶς, ὅλων αὐτῶν ποὺ κατανοοῦν δηλαδὴ τὸ κακὸ τῆς εὐσεβοῦς ἀφα σίας χωρὶς ὅμως νὰ γνωρίζουν τὸν παραδοσιακό θεολογικό δρόμο τῆς θεραπείας του.

Μὲ τὶς ἐλάχιστα ἐφησυχαστικές σκέψεις αὐτὲς παραδί δω τὸ βιβλίο αὐτὸ στὴν καλή διάθεση τοῦ φιλέρευνου ἀνα γνώστη. Θὰ ἦταν ἄδικο, παρὰ ταῦτα, νὰ εἴμαστε ἀπαισιό δοξοι, μὲ δεδομένη μάλιστα τὴν ἀναφαινόμενη ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογικὴ ἀφύπνιση, ἀπ' τὸν Khomiakov μέχρι τὸν Ζηζιούλα, στοὺς νεώτερους καιρούς. Ἡ ἀφύπνιση αὐτὴ εἶ-ναι ἀληθινὸ δώρο Θεοῦ στὴν Ἐκκλησία Του. Ἁπλῶς ἡ ὀρθόδοξη θεολογία καὶ ἡ ἐκκλησιολογία εἰδικότερα, ἀναμέ-νουν τοὺς ποιητικούς ζηλωτές τους – κάτι που, εἰδικὰ στὴν Ἑλλάδα, θὰ συμβεῖ φοβᾶμαι παρὰ τὴν κατάσταση τῆς γε νικῆς ἀκαδημαϊκῆς θεολογικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς μας νοοτροπίας.

Τί εἶναι λοιπὸν ἡ Ἐκκλησία; Τι σημαίνει ἐκκλησιαστικὸ χάρισμα καὶ ποιὸς τὸ ἔχει; Ὑπάρχει ἀντικειμενικὴ ἐκκλησιολογική δομή; Ποιά εἶναι ἡ σχέση μεταξύ χαρίσμα-τος καὶ ἐξουσίας στὴν Ἐκκλησία; Πῶς συνδέεται ἡ ἀν θρώπινη ἐσωτερικότητα μὲ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία; Γιατί ἡ Ἐκκλησία εἶναι γεγονὸς ἀποφατικό; Τί εἶναι ἕνας ἐπίσκοπος; Τι συμβαίνει στὶς δυτικὲς ἐκκλησιολογίες καὶ τί στὶς ὀρθόδοξες; Τί εἶναι ἡ ἐκκλησιολογία τοῦ ὁμοουσίου καὶ τι ἡ ἐκκλησιολογία τῆς γλώσσας; Το βιβλίο αὐτὸ εἶναι ἕνας μακρὺς προεισαγωγικὸς διάλογος γιὰ θέματα σὰν τὰ παραπάνω μὲ ἄρθρωση σπονδυλωτή. Πέντε μεγάλες μελέτες συνιστούν τοὺς σπονδύλους αὐτούς, μὲ θεμελιώδη την πρώτη. Ὁ ἀναγνώστης θὰ πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ διεξέλθει καταρχὴν αὐτὴ τὴν θεμελιώδη μελέτη, τῆς ὁποίας οἱ ὑπὸ λοιπες συνιστοῦν δορυφόρους, ἐφαρμογὲς καὶ ἐπεκτάσεις της. Η συγγραφὴ τοῦ πυρήνα αὐτῶν τῶν τελευταίων με λετῶν περιστασιακά, στὴ διάρκεια τῆς τελευταίας ὀκταετίας, δὲν ἐμπόδισε τὴν ἀνάπλαση τῶν θεμελιωδών συμπερασμάτων τους στὸ φῶς τῆς θεμελιώδους, ἡ ὁποία ἐκδίδε ται ὁλόκληρη ἐδῶ γιὰ πρώτη φορά. Οἱ τέσσερις τελευταῖες μάλιστα μελέτες μποροῦν ἴσως νὰ θεωρηθοῦν καὶ ὡς ἀπὸ πειρες ἑνὸς οὐσιαστικοῦ, θαρρῶ, κριτικοῦ διαλόγου μὲ τὴν δυτικὴ φιλοσοφία καὶ θεολογία καὶ τὰ παρεπόμενά τους, μὲ βάση μιὰν ἀναπτυσσόμενη ἑρμηνευτικὴ τῆς ὀρθόδοξης παραδόσεως. Ὁ διάλογος αὐτὸς δὲν γίνεται γιὰ νὰ κατατρο πωθεῖ κάποιος «ἀντίπαλος», διότι τέτοιος ἀντίπαλος δὲν ὑ πάρχει. Γίνεται γιὰ νὰ τιμηθεῖ ἡ βαθειά στοχαστικὴ ἀνησυχία τῆς Δύσεως μὲ τὴν ἀνάλογη δική μας καὶ ν᾿ ἀναδει χθοῦν κοινές λύσεις πρὸς ὄφελος ὅλων, ἐνόψει τῆς διαγραφόμενης κοινῆς μας ἱστορικῆς προοπτικῆς. Οἱ συνειδητο ποιήσεις τοῦ δυτικοῦ στοχασμοῦ εἶναι ἄκρως πολύτιμες γιὰ μᾶς, ἂν εἶναι ν' ἀναπτύξουμε μιὰ σύγχρονη τέτοια ἑρμηνευτικὴ τῆς παραδόσεώς μας, κάτι ποὺ στὸν τόπον αὐτ τὸν βρίσκεται ἀκόμη στὴν ἀρχή του. Στὴ θέση του ἀναδύεται συνήθως εἴτε ἡ κατάργηση καὶ ἡ παραθεώρηση ὅλης τῆς Δύσεως ὡς «αἱρετικῆς» ἀπὸ τοὺς φονταμενταλιστές μας, εἴτε ἡ ἄκριτη ὑπεράσπιση τῆς νεωτερικότητας ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ ἀδυνατοῦν νὰ τὴν προσλάβουν κριτικὰ καὶ σὲ βάθος. Ὅπως συμβαίνει συνήθως, ἡ πραγματικότητα, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν ἰδεολογία, εἶναι περισσότερο σύνθετη. Ἡ νεώτερη καὶ ἡ σύγχρονη ἐκδίπλωση τοῦ δυτικοῦ θεολο γικοῦ, φιλοσοφικοῦ καὶ ἐπιστημονικοῦ στοχασμοῦ ἔχει πολλὲς ἐνδιαφέρουσες πλευρές καὶ ἀναζητήσεις, ὁ διάλογος μὲ τὶς ὁποῖες θὰ τοποθετήσει καὶ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία στὸ οἰκουμενικό της κέντρο, ὅπου εἶναι φυσιολογικό γι' αὐτὴν νὰ βρίσκεται. Σήμερα οἱ ἑτερόδοξοι ἀδελφοί μας μᾶς ἐ ρωτοῦν γιὰ ὅλα τὰ οὐσιώδη, γιὰ πρώτη φορὰ ἐδῶ καὶ πολ-λοὺς αἰῶνες. Μᾶς ἐρωτοῦν σὲ βάθος καὶ ἀναμένουν ἀπαν τήσεις ταπεινὲς καὶ σοφές, κριτικές καὶ φιλάνθρωπες. ᾿Α-ναμένουν ἐπίσης, ὡς προϋπόθεση αὐτῶν τῶν ἀπαντήσεων, καὶ τὴν ἔντιμη δική μας αὐτοκριτική, στὴ θέση τῆς συνεχιζόμενης δυστυχῶς ἀκόμη σήμερα ολέθριας ὕστεροβυζαν τινῆς καταφρονήσεως τῆς Δυτικῆς ἑτερότητας, καταφρονήσεως ποὺ ἀλαζονικὰ καὶ τραυματικά ταυτίζει τὸ σφάλμα ἢ τὴν ἔλλειψη μὲ τὸν σφάλλοντα, μὴ δίδοντάς του τὴν εὐκαιρία ἢ τὴν πιθανότητα τῆς ἀλλαγῆς ἢ καὶ τῆς μετά νοιας. ᾿Αλλά, ποιόν ἔχει νὰ φοβηθεῖ ἡ ἀλήθεια; "Αν, ὅπως πιστεύουμε, ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία διασώζει ἀκόμη τὴν ἀλήθεια τοῦ ἀρχέγονου Χριστιανισμοῦ, ἡ ἀλήθεια αὐτὴ ἐπιζητεῖ μὲ πόνο καὶ ἀγάπη τὸν διάλογο ἐκεῖνον ποὺ θὰ μοιρασθεῖ καὶ θὰ δικαιώσει τὴν ἀγωνία καὶ τὴν ἀναζήτηση τοῦ θεοειδοῦς ἄλλου, ὅπου κι ἂν αὐτὸς εὑρίσκεται, ὅ,τι κι ἂν αὐτὸς πιστεύει. Μιὰ τέτοια κοπιώδης καὶ ἔμπονη στάση προϋποθέτει βεβαίως, στὴ θέση τῆς ἰδεοληπτικῆς αὐτοβεβαιότητας, ἀγρυπνίες καὶ πόνους προσευχῆς καὶ παιδείας... Ἡ ἐπανεύρεση ὅμως ἑνὸς τέτοιου δρόμου, συλλογικά ἢ ἀτομικά, θὰ σημάνει τὴν ἐπανεύρεση ταυτόχρονα τῆς ἀληθινῆς καθολικότητας καὶ οἰκουμενικότητας τῆς Ὀρθοδοξίας, τὶς ὁποῖες σήμερα αὐτὴ ἡ ἴδια ἀμφισβητεῖ μὲ τὸν τὸσο συχνό, τραυματικὸ ἐπαρχιωτισμό της, διὰ τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ Ὀρθοδοξία μία ἀκόμη «Ὁμολογία» μεταξὺ τῶν ἄλλων. Κανέναν ἀπολύτως σοβαρὸ ἄνθρωπο δὲν ἐνδιαφέρει σήμερα στη Δύση ἡ ὁμολογιακὴ αὐτὴ περίκλειστη «Ορ-θοδοξία», ἐνῶ πάρα πολλοὺς ἐνδιαφέρει ἡ ἀλήθεια, ἡ ζωή καὶ τὸ φῶς τῆς μίας, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, τὴν ὁποία ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλη-σία, παρὰ τὰ ἱστορικά προβλήματά της καὶ τὰ λάθη της, διασώζει ἀκόμη...

Ὀφείλω τὴν πρώτη ἀνάπτυξη τῆς «ἀποφατικῆς ἐκκλησιολογίας» σ' ἕνα σεμινάριό μου στὸ Ὀρθόδοξο Ἰνστιτοῦτο τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Cambridge, τὸ ὁποῖο μοῦ ζήτησε ὁ κοσμήτοράς του π. John Jillions γιὰ τὸ πρῶτο τρίμηνο τοῦ 2000. Οἱ συζητήσεις μαζί του, καθὼς καὶ μὲ τὸν φίλο καθηγητὴ τῆς Faculty of Divinity, David Ford καὶ τοὺς συν-δαιτυμόνες τοῦ σεμιναρίου, ἔδωσαν μιὰ πρώτη μορφὴ στοὺς προβληματισμοὺς αὐτούς, τῶν ὁποίων ή διαμόρφωση όλο κληρώθηκε μὲ τὴν πρώτη ἑξαμηνιαία διδασκαλία τοῦ νεο-εισαχθέντος μαθήματος τῆς Ἐκκλησιολογίας στὴν ᾿Ανω-τέρα Ἐκκλησιαστικὴ Σχολὴ Θεσσαλονίκης γιὰ πρώτη φορά, στὴν χρονιὰ ποὺ μᾶς πέρασε. Τὰ μαθήματα παρακο-λούθησε καὶ μία ὁμάδα ἑλλήνων καὶ ξένων μεταπτυχια-κῶν φοιτητῶν τῆς θεολογίας οἱ ὁποῖοι, μαζὶ μὲ τοὺς φοι-τητὲς τῆς Σχολῆς, δημιούργησαν μιὰ σπάνια ἀτμόσφαιρα ἀνιδιοτελοῦς πνευματικῆς ἐξάρσεως καὶ γνήσιας ὑπαρξια-κῆς καὶ διανοητικῆς ἀναζητήσεως γιὰ τὴν ὁποία τοὺς εἶ-μαι ἤδη στοργικὰ εὐγνώμων.[amazing]

πρωτοπρ. ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ
Ιούνιος 2002

Συνεχίζεται με:

Μελέτη Θεμελιώδης
Η ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ


Τὰ ὅρια τῆς Εὐχαριστιακῆς Ἐκκλησιολογίας
Στὸν Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου
κ. Ιωάννη Ζηζιούλα, τὸν μύστη καὶ διδάσκαλο τῶν ἐκκλησιολογικῶν ἀπορρήτων...

ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΑΠΟΣΤΑΣΙΟΠΟΙΗΘΕΙ ΛΟΓΩ ΤΟΥ ΑΡΕΙΑΝΙΣΜΟΥ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΠΡΙΓΚΙΠΑ;
" Προσλαμβάνοντας τὴν ἀνθρώπινη φύση ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ τὴν «ἀνέπλασε», δηλαδὴ τὴν κατέστησε «ἐπιτηδείαν πρὸς φωτοληψίαν». Γι' αὐτὸ καὶ ἡ ἀποφατικὴ γνώση, ὡς γεγονὸς μετοχῆς στὸ «φῶς» τοῦ πληρώματος τῆς ζωῆς, ταυτίζεται μὲ τὴ μετοχὴ στὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ποὺ εἶναι ἡ ἱστορικὴ πραγματοποίηση τοῦ τρόπου ὑπάρξεως τοῦ Χριστοῦ, τοῦ τρόπου τῆς καινῆς ἀνθρώπινης φύσης" ΤΟ ΑΛΛΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΣΤΕΡΙ ΤΗΣ ΣΥΝΘΕΣΕΩΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΚΑΙ ΔΥΣΗΣ..

Η ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΛΑΝΗ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΨΕΥΔΟΣ ΟΤΙ ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ ΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ. ΕΚΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝ ΕΝΝΟΟΥΜΕ ΤΡΕΜΠΕΛΑ, ΚΑΝΤΙΩΤΗ ΚΑΙ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου