Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Ἐφηβεία, γάμος, ἀγαμία/Πορεία πρός τήν ὡριμότητα.

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ Α. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Συνάξεις γιά νέους

Ἐφηβεία, γάμος, ἀγαμία

Τόμος Α΄

Πορεία πρός τήν ὡριμότητα.
Anima, animus.

ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

A 1

Εἰσαγωγικό σημείωμα ἐπιμελητῶν

Ὅταν ὁ π. Συμεών το 1969 ἄρχισε στην αἴθου σα τῆς Ἱ. Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης εἰδικές συ-νάξεις πού ἀπευθύνονταν σε μικτό ἀκροατήριο φοιτητῶν καὶ γενικότερα νέων, τὸ πρῶτο θέμα πού τοὺς ἀνέπτυξε, καί μάλιστα γιά δύο συνεχόμενα ἔτη, 1969-70 καί 1970-71, εἶχε τόν τίτλο «Εφηβεία, γάμος, ἀγαμία». Στά ἑπόμενα ἔτη, καί ἕως το 1995, ἀναπτύχθηκαν στο πλαίσιο τῶν συνάξεων αὐτῶν πολλά καί διάφορα θέματα, δύο ἀπό τά ὁποῖα, τῶν ἐτῶν 1976-77 καί 1984-85, ἔχουν ἤδη δημοσιευ-θεῖ ἀπό τίς ἐκδόσεις μας.

Ἡ προετοιμασία για δημοσίευση τῶν ὁμιλιῶν τῶν δύο ἐτῶν μᾶς ὁδήγησε στην ταξινόμηση τοῦ ὑλικοῦ σὲ τρεῖς ἑνότητες: ἐφηβεία, anima-animus, γάμος-ἀγαμία. Θεωρήσαμε ὅτι θά εἶναι βοηθητικό γιὰ τὸν ἀναγνώστη να δημοσιευθεῖ τὸ ὑλικό αὐτό σε δύο τόμους. Ἔτσι, οἱ δύο πρῶτες ἑνότητες ἀπο-τελοῦν τὸν πρῶτο καί ἡ τρίτη τόν δεύτερο τόμο. Ἐπειδή το περιεχόμενο ὁρισμένων ὁμιλιῶν, ὅπως αὐτές ἔγιναν στούς νέους, δέν μπορεῖ νὰ ἐνταχθεῖ ἀποκλειστικά στη μία ἤ στὴν ἄλλη ἑνότητα, ἀλλά ἐπεκτείνεται σε δύο ἀπό αὐτές ἤ καί στις τρεῖς, τα-ξινομήσαμε τα μέρη τῶν ὁμιλιῶν αὐτῶν στίς ἀντί-στοιχες ἐνότητες. Γιά τόν λόγο αυτό, κάποιες όμι-λίες -πού οὐσιαστικά εἶναι ἀποσπάσματα- τῶν δύο αὐτῶν τόμων καταλαμβάνουν μικρή ἔκταση.

Γιὰ τὸ ἀντικείμενο τῆς παρούσης ἐκδόσεως, ὁ ἴδιος ὁ ὁμιλητής ἔχει πεῖ σε κάποια σύναξη: «Ὅλα αὐτὰ ποὺ εἴπαμε τα δύο χρόνια ἦταν μιά εἰσαγω-γή». Καί πράγματι, οἱ ὁμιλίες αὐτές εἶναι μιά μεγά-λη εἰσαγωγή στα θέματα τῆς ἐφηβείας, τοῦ γάμου καὶ τῆς ἀγαμίας, καθώς ὁ ὁμιλητής οὔτε εἶχε τὴν πρόθεση νὰ τὰ ἐξαντλήσει, ἀλλά καί οὔτε ἦταν δυ-νατό να γίνει αὐτό.


Τὰ ἑπόμενα χρόνια, μετά το 1971, ὁ ὁμιλητής ἀναφέρθηκε πολλές φορές σε διάφορες συνάξεις στα θέματα πού ἀναπτύσσονται στίς ὁμιλίες πού δημοσιεύονται στούς δύο τόμους τῆς παρούσης ἐκδόσεως, καί εἰδικά στο θέμα τοῦ γάμου, μέ τό ὁποῖο ἀσχολήθηκε διεξοδικά κατά τήν ἑρμηνεία τοῦ ἔβδομου κεφαλαίου τῆς πρώτης πρός Κορινθί-ους ἐπιστολῆς τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Ἐλπίζουμε ὅτι στον κατάλληλο καιρό θά δημοσιεύσουμε καί αὐτές τίς ὁμιλίες.

Εἰδικά, τώρα, γιά τήν ἀνά χεῖρας δίτομη ἔκδο-ση θα θέλαμε να σημειώσουμε τά ἑξῆς:

α) Καθώς διαβάζει ὁ σημερινός ἀναγνώστης για κάποια θέματα (ὅπως, π.χ., ὁ πολιτικός γάμος, ἡ ἀθεῖα, ἡ κατάσταση τοῦ μοναχισμοῦ στὴν Ἑλλά-δα κτλ.), θα πρέπει νὰ ἔχει ὑπ' ὄψιν του ὅτι αὐτά λέχθηκαν πρίν ἀπό 35 περίπου χρόνια.

β) Ὁ τίτλος τοῦ δίτομου αὐτοῦ ἔργου εἶναι τόσο σαφής, ὥστε δέν χρειάζεται νὰ ἀναφερθοῦμε στο περιεχόμενό του. Θά ἀφήσουμε τὰ ἴδια τα κείμενα να μιλήσουν στόν ἀναγνώστη. Μόνο αὐτό να σημειώσουμε: ἄν καί οἱ ὁμιλίες τῶν δύο τόμων ἀπευθύνονταν σε νέους, φρονοῦμε ὅτι ὅσα λέγονται ἐδῶ δέν ἀφοροῦν μόνο αὐτούς. Ἀπευθύνονται καί μάλιστα ἔχουν πολλά να προσφέρουν σε ὅλους ἐκείνους πού ὑπῆρξαν κάποτε ἔφηβοι καί σήμερα εἶναι σε μιά πορεία, σε ἕνα δρόμο -εἴτε ὁ δρόμος αὐτός εἶναι ὁ ἔγγαμος βίος εἴτε εἶναι ὁ ἄγαμος-πού πρίν χρόνια διάλεξαν καί πῆραν.

γ) Αὐτό πού τονίζεται ἰδιαίτερα, κυρίως στις ὁμιλίες τοῦ δευτέρου τόμου, εἶναι ὅτι ὁ κάθε χρι-στιανός, εἴτε εἶναι ἔγγαμος εἴτε εἶναι ἄγαμος, μπορεῖ να σωθεῖ γιατί καί ὁ ἔγγαμος βίος καί ὁ ἄγαμος ἔχουν το χάρισμα ἀπό τόν Θεό νά εἶναι δρόμοι σωτηρίας.


Α’ Πορεία προς την ωριμότητα


Ἡ ἔξοδος τοῦ ἐφήβου ἀπό τήν οἰκογένεια

Στή σύναξή μας αὐτή θὰ ἀσχοληθοῦμε μὲ ἕνα σοβαρό θέμα, πού περιλαμβάνει τρεῖς ἐπί μέρους ἑνότητες: «Εφηβεία, γάμος, ἀγαμία».

Δέν εἶναι ἕνα τυχαῖο θέμα. Βγήκε μέσα ἀπό τή ζωή καί μέσα ἀπό προβλήματα, τὰ ὁποῖα καλούμα-στε καθημερινά νὰ ἀντιμετωπίζουμε, να συζητοῦμε καί να δίνουμε μιά λύση. Προσωπικά, ζυγίζοντας τα πράγματα καί λαμβάνοντας ὑπ᾿ ὄψιν ὅλα ἐκεῖνα πού, τέλος πάντων, ξέρω, βρίσκω πώς μέσα ἐδῶ, μέτίς τρεῖς αὐτές λέξεις, μποροῦμε νὰ συμπεριλάβου-με, ἄν ὄχι ὅλα τά προβλήματα πού καῖνε τούς νέ-ους σήμερα, πάντως ἀρκετά ἀπό αὐτά.

Εἶναι ἕνα θέμα πού δέν ἐξαντλεῖται ποτέ. Δέν ἔχουμε καμία πρόθεση νά τό ἀναπτύξουμε κατά ἕνα συστηματικό τρόπο. Ὅπως καταλαβαίνετε, πρέπει νὰ εἶναι κανείς πολύ εἰδικός σ᾽ αὐτά, να ἔχει χρόνο καί πολλά ἄλλα δεδομένα, γιά νά μπο-ρέσει ἄνετα να καθίσει να το σκεφθεῖ καί νά τό ἀναπτύξει συστηματικά. Αὐτό βέβαια καθόλου δέν σημαίνει ὅτι θά μιλήσουμε πρόχειρα καί στην τύχη· ὅπου δηλαδή πιαστοῦμε καί ὅπου βρεθοῦμε. Ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ λεχθοῦν, θὰ ἔχουν μιά λογική σειρά καί συνοχή.

Πολλά σ' αὐτή τή ζωή ἔχουν σχετική ἀξία


Ὡς χριστιανοί ὀρθόδοξοι θα προσπαθήσουμε νὰ τὸ δοῦμε κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῆς Ἁγίας Γραφῆς, μέσα στὸ πνεῦμα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μας, μέσα στὴν ἀλήθεια τῆς ὀρθοδόξου παραδόσε ως. Ὀφείλουμε να το δοῦμε κάτω ἀπό τὸ φῶς τῆς ἀλήθειας ὅτι «ὁ κόσμος παράγεται καί ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ, ὁ δὲ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα».

Ὁ κόσμος «παράγεται», καί πολλά πράγματα τά ὁποῖα συμβαίνουν σ' αὐτὸν τὸν κόσμο δέν ἔχουν συνέχεια. Όχι βέβαια ὅτι εἶναι ἄχρηστα, ὅτι δὲν ἔχουν καμία ἀξία ὄχι ὅτι πρέπει κανείς να τα περιφρονεῖ ἡ νὰ τὰ παραθεωρεῖ, ἀλλά, καθώς ἔχουν σχε τική ἀξία, πρέπει να τους δίνει τὴν ἀξία ποὺ ἔχουν. Πολλά πράγματα σταματούν στον τάφο τοῦ ἀνθρώ-που καί δέν προχωροῦν πιο πέρα. Μετά τον θάνατο, για παράδειγμα, παύει κανείς να τρώει, να πίνει, παύει να κουράζεται, νὰ ἱδρώνει. Δὲν μπορεῖ νὰ δώ-σει κανείς στο φαγητό περισσότερη ἀξία ἀπό αὐτὴν ποὺ ἔχει. Πρέπει να φάει κανείς, για να συντηρηθεί. Αὐτή εἶναι ἡ ἀξία τῆς τροφῆς· τίποτε περισσότερο.

Μερικές φορές, ὅταν δὲν προσπαθεῖ κανείς να ἐμβαθύνει περισσότερο, ἢ ὅσο τουλάχιστον χρειά-ζεται, στη ζωή τῆς Ἐκκλησίας, στή ζωή τῶν Πατέ-ρων, τῶν ἁγίων, παρερμηνεύει, παρεξηγεῖ ὁρισμένα λόγια τους, ὁρισμένους τρόπους ζωῆς τους. Γιά παράδειγμα, δὲν δίνουν, τρόπον τινά, σημασία στο φαγητό: ἂν θὰ φάνε, πότε καὶ πόσο θα φάνε. Δὲν δίνουν σημασία στο ἂν θα κοιμηθοῦν καὶ πόσο θα κοιμηθοῦν. Ὅμως ὅλοι, μηδέ καὶ τοῦ πιὸ αὐστηροῦ ἐρημίτου ἐξαιρουμένου, φροντίζουν να μην τρώνε ἄρτον ἀργόν, δηλαδή χωρίς να κοπιάσουν. Όλοι φροντίζουν λίγο πολύ κάτι να κάνουν, για να βγά ζουν τὰ πρὸς τὸ ζῆν.

Εἶναι χρέος ἡ ζωή, καὶ γι' αὐτό, ἀκόμη καὶ ὁ πιὸ αὐστηρός ἐρημίτης, ὅσο αὐστηρός κι ἄν εἶναι, θα λάβει πρόνοια, θα λάβει μέτρα, ὥστε νὰ ἔχει να φάει, νὰ ἔχει νὰ συντηρηθεῖ, νὰ ἔχει νὰ ζήσει. Δὲν τοῦ ἐπιτρέπεται νὰ ἀφήσει τὸν ἑαυτό του να φθά-σει στον τάφο έξαιτίας τῆς πείνας, τῆς δίψας, τοῦ κόπου ἤ μιᾶς ἄλλης παρόμοιας αἰτίας. Προσπαθεί ἀπό τή δική του πλευρά να κάνει ὅ,τι είναι δυνα-τό, γιατί θεωρεῖ χρέος τή ζωή.

Ἐνῶ λοιπόν ἀπό τὸ ἕνα μέρος καὶ οἱ ἀσκητές φροντίζουν για τις ἀνάγκες τῆς ζωῆς, διότι τη θε ωροῦν χρέος, ὅμως ἀπό τὸ ἄλλο μέρος σαν να μή δίνουν καμία ἀξία στο φαγητό καὶ στὴν ἀνάπαυ-ση, γιατί αὐτὰ ἁπλῶς χρειάζονται. Έχουν βέβαια τὴν ἀξία τους, ἀλλὰ γιὰ ἕναν ὁρισμένο χρόνο, γιὰ μια ὁρισμένη περίοδο τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώ που, ὅπως εἶναι ἡ παρούσα ζωή.

Πότε ὁ ἄνθρωπος εἶναι στην κατά φύσιν κατάσταση

Καὶ τὸ θέμα που προτιθέμεθα να συζητήσουμε, ὀφείλουμε νὰ τὸ δοῦμε μέσα στις παραπάνω ἀλή θειες. Νὰ τὸ δοῦμε ἀφ' ἑνός μέσα στη μια ἀλήθεια, ὅσο γίνεται καλύτερα, καὶ νὰ μὴν τὸ ἀδικήσουμε. Νὰ τὸ δοῦμε ἀφ' ἑτέρου καί μέσα στήν ἄλλη ἀλή θεια, ὅτι δηλαδή ὁρισμένα πράγματα εἶναι προσω-ρινά, εἶναι παροδικά. Ὅση ἀξία κι ἄν ἔχουν, ἡ πα-ρουσία τους εἶναι παροδική.

Ἐπίσης, το θέμα αὐτό καλό εἶναι νὰ τὸ δοῦμε καὶ μέσα σε μιὰ ἄλλη ἀλήθεια, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι στο κανάλι του, στην τροχιά του, εἶναι στή φυσιολογική του κατάσταση, στήν κατά φύσιν και τάσταση, ἐφόσον ἔρχεται σε κοινωνία μέ τόν Θεό.


Ὁ ἄνθρωπος θα φάει ψωμί, θα πιεῖ νερό, θά ἀναπαυθεῖ. Εἶναι ἀνάγκη να τα κάνει αὐτά. Ἀπό τὸ ἄλλο μέρος ὅμως, εἶναι ἀνάγκη να μή μείνει στη ζωώδη, στην ἐνστικτώδη κατάσταση. Ἕνα ζῶο θέ-λει ἐπίσης να φάει, νὰ πιεῖ, νὰ ἀναπαυθεῖ. Καί ἄν τὸ ἐξαναγκάσει κανείς διά τῆς βίας, κάνει καί και μιά δουλειά. Αὐτό εἶναι τὸ ζῶο. Ὁ ἄνθρωπος θέλει να φάει, να πιεῖ, ὅπως ἕνα ζῶο, γιατί ἔχει ἀνάγκη ἀπό αὐτά, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτό μόνο ὁ ἄνθρωπος. Ὁ ἄνθρωπος ἐκτός ἀπό αὐτό μπορεῖ νὰ σκέπτεται, να διαβάζει, να συζητά, να διαλέγεται κ.α. Αὐτά ὑπάρχουν μόνο στον ἄνθρωπο· ὄχι στὰ ἄλογα ὄντα. Ὅμως, πέρα ἀπό αὐτά, ὁ ἄνθρωπος εἶναι καί κάτι ἀνώτερο. Εἶναι ἕνα ὄν ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ βρί-σκεται στην τροχιά του, στο κανάλι του, δέν μπο ρεῖ νὰ εἶναι πάνω στις ράγες που τοποθετήθηκε, ἐὰν ἀπλῶς τρώει ἡ ἁπλῶς σκέπτεται, διαλέγεται, ἀκούει μουσική, δημιουργεί μουσική κτλ., ἀλλά ἐάν ὑπάρχει σ' αὐτὸν καὶ κάτι πέρα ἀπό ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα νιώθει ἐντελῶς δικά του. Ἡ ἀνάγκη να φάει κανείς εἶναι κάτι δικό του, πέρα για πέρα ἀνθρώ-πινο. Για τη δυνατότητα να σκέπτεται ἔχει συνείδη ση ὁ ἄνθρωπος ὅτι δὲν ἔρχεται ἀπό κάπου ἀλλοῦ, ἀλλὰ εἶναι μέσα του. Επίσης, για τη δυνατότητα νὰ ἀκούει, να συζητά, να δημιουργεῖ, νὰ ὀργανώ νει, να προοδεύει κτλ., ἔχει συνείδηση ὁ ἄνθρωπος ὅτι ὑπάρχουν αὐτά μέσα του.

Πέρα ὅμως ἀπό αὐτά, ὁ ἄνθρωπος εἶναι στο κανάλι του, ἐνόσῳ αἰσθάνεται ὅτι ἔρχεται σὲ κοινω-νία με κάτι πού ἔρχεται ἀπό ἀλλοῦ καὶ δὲν εἶναι δικό του. Ἔρχεται ὄχι ἀπό κάποιον ἄλλο ἄνθρωπο, ὄχι ἀπό ἀντικείμενα, ὄχι ἀπό οὐράνια σώματα, ἀλλὰ ἔξω ἀπό τόν κόσμο, ἔξω ἀπό τή δημιουργία. Αὐτὸ εἶναι ἐπίσης μια βασική ἀλήθεια, ἐάν θέλει κανείς νὰ δεῖ τὸν ἄνθρωπο ἀπό τή χριστιανική πλευρά, καί μάλιστα τὴν ὀρθόδοξη. Εἶναι βασική ἀλήθεια ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι στο κανάλι του, στην τροχιά του, κινεῖται καί πορεύεται ὡς ἄνθρω-πος, ὅταν ἔρχεται σε κοινωνία με κάτι πού εἶναι ἔξω ἀπό τή δημιουργία. Μπορεῖ βέβαια να κινείται καὶ νὰ πορεύεται χωρίς νὰ ἔχει αὐτὴ τὴν κοινωνία, ἀλλὰ τότε θὰ εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν τροχιά του, ἔξω ἀπὸ τις ράγες πάνω στις ὁποῖες τοποθετήθηκε. Στόν ἀληθινό ἄνθρωπο, μαζί μὲ τὴν ἀνάγκη να τρώει, να πίνει, νὰ ἀναπαύεται, μαζί με τη δυνατότητα να σκέπτεται, να διανοείται, να δημιουργεῖ, ὑπάρχει ἡ δυνατότητα ἡ ἄλλη, ή πραγματικότητα ἡ ἄλλη, νὰ ἔχει μια κοινωνία, μιὰ ἐπαφή, νὰ ἔχει ἕνα πάρε δῶσε με κάτι τὸ ὁποῖο ἔρχεται ἔξωθεν.

Ἑπομένως, ἂν θέλουμε νὰ δοῦμε τὸν ἄνθρωπο καὶ στὴν κατάσταση τῆς ἐφηβείας καί μέσα στον γάμο καὶ στὴν ἀγαμία, νὰ τὸν δοῦμε ἀπό τή χρι-στιανική σκοπιά νὰ τὸν δοῦμε δηλαδή ἀληθινά. Δεν τίθεται ὡς θέμα: «Ἂς τὸν δοῦμε καί ἔτσι. Ἄρα-γε τί θὰ βγεῖς», ἀλλά δεχόμαστε ἐκ προοιμίου, πα-ραδεχόμαστε δηλαδή ὅτι αὐτή εἶναι ἡ ὄντως ἀλή-θεια, ἡ ὄντως πραγματικότητα. Καί γιὰ νὰ τόν δοῦμε χριστιανικά, πρέπει νὰ τὸν δοῦμε καί ὡς σῶμα, ἄν θέλετε νὰ πῶ ἔτσι, καὶ ὡς ψυχή, ἀλλά συγχρόνως καὶ ὡς ἂν τὸ ὁποῖο ἔρχεται σε κοινωνία μὲ κάτι ποὺ εἶναι ἔξω ἀπό αὐτόν, καὶ πού φυσικά εἶναι ὁ Θεός.

Ὁ ἄνθρωπος ὄχι ἁπλῶς ἔχει τή δυνατότητα να ἔρχεται σὲ κοινωνία με τον Θεό, ἀλλά εἶναι ὄντως ἄνθρωπος στὴν αὐθεντική, στη σωστή του κατά-σταση, στην κατά φύσιν κατάσταση, ὅταν ἀκριβῶς ἔχει αὐτὴ τὴν κοινωνία. Σε περίπτωση πού δέν τήν ἔχει, δὲν διαβιώνει στην αὐθεντική του κατάσταση, ἀλλὰ εἶναι ἔξω ἀπὸ τις ράγες, ὅπως εἶπαμε, ἔξω ἀπό τὸ κατά φύσιν. Εἶναι, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, στο παρά φύσιν

Ὁ ἁμαρτωλός ἄνθρωπος ζεῖ παρά φύσιν, ἐνῶ ὁ ἅγιος ἄνθρωπος -κάθε χριστιανός πρέπει να εἶναι ἄγιος- ζεῖ κατά φύσιν. Αὐτά πρέπει να τονι σθοῦν καὶ νὰ ληφθοῦν ὑπ' ὄψιν, γιατί γίνεται τόσος λόγος ὅτι αὐτό ἐδῶ εἶναι φυσικό, ἐκεῖνο ἐκεῖ εἶναι φυσικό, αὐτό εἶναι ἀφύσικο, τὸ ἄλλο εἶναι ἀφύσικο.


Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου