Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

DE PROFUNDIS ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ -ΠΑΠΑ ΣΤΗ ΝΙΚΑΙΑ 3

DE PROFUNDIS ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗ -ΠΑΠΑ ΣΤΗ ΝΙΚΑΙΑ 3


https://www.youtube.com/watch?v=trwh_cwZ5jI

… τώρα των οικουμενικών διαλόγων. Πραγματικά έχουν γίνει «θαύματα» τα τελευταία 80 χρόνια. Το 1948 δημιουργείται το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών. Τετρακόσιες και πλέον Εκκλησίες–ομολογίες είναι μαζί, αγωνίζονται, δίνουν κοινή χριστιανική μαρτυρία. Τα πράγματα προχωρούν, μετά σταματούν, μετά έχουμε περισσότερη πρόοδο.

Σήμερα χρησιμοποιώ τον όρο: «τελείωσε ο μήνας του μέλιτος της Οικουμενικής Κίνησης», αλλά τα πράγματα είναι σοβαρά. Έχουμε πείρα όλοι και ξέρουμε πώς θα προχωρήσουμε.

Ο Αθηναγόρας έλεγε — και εγώ, όταν ήμουν στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, όπου πέρασα επτά χρόνια της νεανικής μου ζωής, το πίστευα κι εγώ — είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι σε μερικά χρόνια θα ενωθούν οι Εκκλησίες. Επειδή φέτος γιορτάζουμε, ξέρετε, 60 χρόνια από την άρση των αναθεμάτων μεταξύ της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως και της Εκκλησίας της Ρώμης.

Ήταν ένα γεγονός που τότε, στη Χάλκη, μας φάνηκε πραγματικά ότι «πλησιάζουν τα πράγματα». Αυτό, όμως, ήταν ένα έναυσμα για να προχωρήσουμε σε βάθος. Λέγαμε τότε: από τον «διάλογο της αγάπης» προχωρούμε στον «διάλογο της αλήθειας».

Αυτά τα πράγματα δεν μπορούμε να τα χωρίσουμε. Επομένως, η αλήθεια δεν καταργεί την ετερότητα· πρώτα αποκαλύπτει τα κοινά σημεία και, στη συνέχεια, μπορούμε να καταλάβουμε πώς φτάσαμε σε διαφορές που έγιναν διάκριση και διάσπαση.

Ο Πάπας, τώρα που ήρθε, ανέγνωσε — νομίζω στη Νίκαια, δεν θυμάμαι καλά — το «Πιστεύω» χωρίς το filioque.

Βέβαια, αν πεις «διαβάζω το κείμενο του 381 χωρίς το filioque», δεν κάνω κάτι ιδιαίτερο, διότι τότε δεν υπήρχε το filioque στο κείμενο. Και ποιο είναι το πιο συγκλονιστικό με το filioque; Ότι χρησιμοποιήθηκε αρχικά κατά των Αρειανών, κάπου στη Δύση, οι οποίοι υποτιμούσαν τον Χριστό. Είπαν λοιπόν ότι και στην εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος συμμετέχει ο Υιός, για να «ανεβάσουν» τον προαιώνιο Λόγο και να μην υποτιμάται.

Και βλέπετε πώς αυτό κατάντησε και έγινε το κυριότερο σημείο διαφοράς. Σήμερα, βέβαια, βρίσκουμε και άλλα: και δογματικά και εκκλησιολογικά.

Το θέμα, ας πούμε, του πρωτείου, που λέμε ότι διαφοροποιεί τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και τη δική μας, είναι κάτι για το οποίο έχουν γίνει φοβερές συζητήσεις — υπέροχες — και έχει υπάρξει πρόοδος. Υπάρχουν όμως και κάποια προβλήματα: οι Καθολικοί θεωρούν ότι ορισμένα πράγματα πρέπει να νοηθούν με έναν τρόπο δικό τους· εμείς θεωρούμε ότι κάποια πράγματα που οι Καθολικοί θέλουν να γίνουν αποδεκτά από μας, δεν μπορούμε να τα αποδεχτούμε. Διότι εμείς δεν έχουμε «Πάπα» στην παράδοσή μας και δεν θέλουμε η ενωμένη Εκκλησία να έχει αυτή τη μορφή πρωτείου.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει πρωτείο. Αναφέρω ακόμη μία φορά τον μεγάλο θεολόγο — και κατά κάποιον τρόπο δάσκαλό μου — τον Ιωάννη Ζηζιούλα, τον μακαριστό Μητροπολίτη Περγάμου, ο οποίος με τη λεγόμενη ευχαριστιακή εκκλησιολογία, την οποία διατύπωσε με έξοχο τρόπο (νομίζω αυτό θα μείνει στον αιώνα), δείχνει ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει η συνοδικότητα χωρίς τον «πρώτο». Ο «πρώτος», όμως, δεν πρέπει να είναι όπως ο Πάπας. Αν είναι όπως ο Πάπας, τότε δεν θα είναι «θείω δικαίω» ο πρώτος, αλλά θα είναι ο πρώτος ως Επίσκοπος Ρώμης — η οποία, στην αρχαία Πενταρχία, στα πέντε Πατριαρχεία, ήταν πράγματι η πρώτη.

Όλα αυτά θέλω να πω. Εγώ — επειδή συνδυάζω φιλοσοφία και θεολογία — προσπαθώ, όταν μιλώ ως θεολόγος, να είμαι πιο συγκρατημένος. Θέλω να πω ότι αυτό που κάνουμε — και εμείς, και όσοι ασχολούμαστε — σε έναν κόσμο όπου οι περισσότεροι έχουν άλλα ενδιαφέροντα (ίσως και εμείς φταίμε που κάπου απομονωθήκαμε), είναι μια υπέροχη περιπέτεια, η οποία όμως θέλει και πολύ «βαθιά ουσία».

Πάνω από όλα, θέλει να αποδεχτείς ότι, όταν μιλάμε για Θεό, όταν μιλάμε για Εκκλησία, όταν μιλάμε για ελευθερία εν Χριστώ, μιλάμε για κάτι που όχι μόνο είναι σημαντικό, αλλά είναι τόσο θεμελιώδες ώστε δεν μπορούμε να φανταστούμε ότι ο άνθρωπος θα μπορεί να είναι πραγματικά ελεύθερος, πραγματικά ολοκληρωμένος, να έχει ζωή γεμάτη πληρότητα — κυρίως απέναντι σε αυτό το φοβερό φαινόμενο που μας απειλεί όλους, τον θάνατο — χωρίς να έχει μια τέτοια απάντηση.

Είτε το λέμε «υπερβατικό» είτε το λέμε, εμείς βέβαια, «θέωση».

Σε κάθε κείμενο που αναφέρεται στους διαλόγους — και σε αυτή την κοινή δήλωση που έκανε ο Πατριάρχης Βαρθολομαίος — υπάρχει η εξής σκέψη: αν οι Εκκλησίες ενωθούν, θα εκπληρωθεί η προτροπή του Χριστού προς τους μαθητές Του: «ἵνα ὦσιν ἓν». Το «εἶναι ἓν» είναι μέσα στην ουσία της Εκκλησίας: να είναι ενωμένη, στο όνομα του Ιδρυτή της.

Και το δεύτερο είναι το θέμα της κοινής μαρτυρίας. Έχει ειπωθεί — και εγώ έχω ιδιαίτερες ευαισθησίες σε αυτόν τον χώρο — ότι με ενδιαφέρει πολύ η σχέση θρησκείας και ανθρωπισμού, τα ανθρώπινα δικαιώματα, η συμβολή των θρησκειών στην ειρήνη.

Λέω, λοιπόν, ότι πρέπει να υπάρξει κοινή μαρτυρία των θρησκειών σήμερα σε πολλούς τομείς: στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στην ειρήνη, στην προστασία του περιβάλλοντος. Όταν οι θρησκείες έχουν κοινή μαρτυρία, τότε είναι βέβαιο ότι αυτά τα πράγματα προχωρούν.

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο όρισε την 1η Σεπτεμβρίου του 1989 ως ημέρα προσευχής για το περιβάλλον. Το αποδέχτηκαν οι Καθολικοί, το αποδέχτηκαν οι Προτεστάντες, το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών, η Αγγλικανική Εκκλησία κ.ά.

Έγινε, δηλαδή, παγκόσμιο γεγονός για την ειρήνη. Ο καθηγητής μου στη Γερμανία, ο Κιούνγκ, έλεγε ότι δεν υπάρχει ειρήνη των λαών χωρίς ειρήνη των θρησκειών, και δεν υπάρχει ειρήνη των θρησκειών χωρίς διάλογο των θρησκειών. Ο διάλογος δεν είναι προδοσία.

Υπάρχουν υπέροχες τοποθετήσεις τόσο του Πατριάρχου Βαρθολομαίου όσο και του μακαριστού Αναστασίου Αλβανίας για το τι είναι ο διάλογος. Ο διάλογος εμπλουτίζει. Ο διάλογος είναι πολιτισμός ελληνικής καταγωγής.

Εγώ πραγματικά πιστεύω — και το έχω πει και σε ομιλίες μου — ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναδείχθηκε ιδιαιτέρως στον 20ό αιώνα. Αναδείχθηκε ακριβώς ως μια Εκκλησία διαλογική. Η θεολογία, για μένα, είναι θεολογία εν διαλόγω· αλλιώς δεν είναι θεολογία.

Και πρέπει όλοι οι Χριστιανοί — και ας πάμε και παραπέρα — όλοι οι άνθρωποι που πιστεύουν. Οι θρησκείες έχουν διαφορές, αλλά μπορούμε να πούμε ότι έχουν κοινά σημεία αναφοράς. Και αυτό φαίνεται από τη μελέτη πολλών ερευνητών: υπάρχουν κοινές αξίες, τις οποίες οι θρησκείες οφείλουν να αναδείξουν.

Δεν είναι τυχαίο ότι από τη Γερμανία ξεκίνησε — όπως σας είπα, σπούδασα εκεί δέκα χρόνια — η πρόταση για ένα «παγκόσμιο ήθος». Ένα παγκόσμιο ήθος που θα περιλαμβάνει τις βασικές αξίες της κοινής ανθρωπότητας· αξίες που ως πηγή τους και ως χώρο καλλιέργειάς τους έχουν τις θρησκείες.

Επομένως, οι θρησκείες δεν είναι μόνο αυτό που έλεγαν οι επικριτές τους: ότι είναι ψευδής συνείδηση, ότι είναι «όπιο του λαού», ότι υπηρετούν συγκεκριμένες τάξεις και καταπιέζουν άλλες με ψεύτικες υποσχέσεις παραμυθίας. Οι θρησκείες περιέχουν αλήθειες χωρίς τις οποίες η ανθρωπότητα δεν μπορεί να επιβιώσει.

Και επίσης, στην εποχή της επιστήμης, οι θρησκείες υπενθυμίζουν κάτι κρίσιμο: ότι η επιστήμη, η γνώση — ακόμη και αυτό που σήμερα αποκαλούμε τεχνητή νοημοσύνη, που προσωπικά με εντυπωσιάζει βαθύτατα — δεν μπορεί να χωρέσει την ιερότητα του προσώπου, ούτε την αλήθεια της ανθρώπινης ελευθερίας.

Το μυστήριο της ελευθερίας του ανθρώπου δεν χωρά μέσα στην επιστημονική γνώση. Και γι’ αυτό η θρησκεία, η πίστη μας, μας θυμίζει πάντοτε αυτή τη διάσταση, η οποία πλουτίζει τη ζωή μας με έναν τρόπο που κατανοούν καλύτερα όσοι είναι ανοιχτοί στην πίστη και στην παράδοση.

Θέλω τώρα να έρθουμε σε ένα εξαιρετικά αιχμηρό μέτωπο: στις κατηγορίες που διατυπώθηκαν από τη Μόσχα. Ακούσαμε βαριές κατηγορίες, συγκεκριμένα από τη Ρωσική Υπηρεσία Εξωτερικών Πληροφοριών, ότι ο Οικουμενικός Πατριάρχης δήθεν συνεργάζεται με βρετανικές μυστικές υπηρεσίες και εξυπηρετεί γεωπολιτικά σχέδια.

Τι επιδιώκουν τέτοιες κατηγορίες σήμερα; Είναι η πρώτη φορά που βλέπουμε ένα κοσμικό όργανο — και μάλιστα όχι το επίσημο Υπουργείο Εξωτερικών, αλλά μυστικές υπηρεσίες — να χρησιμοποιεί φρασεολογία πέραν κάθε αποδεκτού ορίου.

Να αποκαλείται ο Οικουμενικός Πατριάρχης «αντίχριστος» είναι κάτι που δεν ανήκει καν στον κοσμικό λόγο· παραπέμπει σε εκκλησιαστική, και μάλιστα ακραία, ρητορική. Κάτι τέτοιο θα περίμενε κανείς — αν το περίμενε — από εκκλησιαστικούς κύκλους, όχι από κρατικές υπηρεσίες πληροφοριών. Αυτό από μόνο του αποκαλύπτει τις προθέσεις.

Βεβαίως, αυτά ακούγονται και γράφονται στο διαδίκτυο. Όλοι τα έχουμε δει και τα έχουμε ακούσει. Το ερώτημα όμως είναι το εξής: όταν μια εκκλησιαστική διαφωνία διατυπώνεται με όρους μυστικών υπηρεσιών και διεθνών συνωμοσιών, μπορούμε ακόμη να μιλούμε για θεολογική ή εκκλησιολογική σύγκρουση; Ή έχουμε περάσει οριστικά σε ένα πολιτικό πεδίο;

Νομίζω ότι εδώ αποκαλύπτεται καθαρά πως στη Ρωσία δεν υπάρχει απλώς συμπόρευση Εκκλησίας και πολιτικής εξουσίας, αλλά ταύτιση. Το ένα είναι ο μακρύς βραχίονας του άλλου. Και όπου δεν φτάνει το ένα, προχωρά το άλλο.


Αυτό έχει σοβαρότατες συνέπειες. Διότι τέτοιες κατηγορίες δεν πλήττουν μόνο το Φανάρι. Τραυματίζουν την αξιοπιστία της Ορθοδοξίας συνολικά ως φορέα πνευματικού λόγου στον κόσμο — ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου ο κόσμος ζητά από τις Εκκλησίες λόγο ειρήνης, όχι λόγο πολέμου.

Έχετε απόλυτο δίκαιο. Αυτά αντιστρατεύονται πλήρως την ίδια την ιδέα της Εκκλησίας. Είναι όχι μόνο εξωφρενικά και αδιανόητα, αλλά και εξαιρετικά επικίνδυνα. Γίνονται εσκεμμένα: για να πληγεί το πρόσωπο του Παναγιωτάτου Οικουμενικού Πατριάρχου και για να αποσταθεροποιηθεί ο πρωτεύων ρόλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου εντός της Ορθοδοξίας.

Η Εκκλησία, για όλους εμάς, είναι φως. Είναι το φως της Αναστάσεως του Χριστού, και αυτό το φως φωτίζει τα πάντα. Δεν έχει καμία σχέση με το σκοτάδι των διαφόρων υπηρεσιών.

Όσοι κινούνται στο σκοτάδι, συμπεριφέρονται αναλόγως. Εμείς, που βρισκόμαστε στο φως της Αναστάσεως του Χριστού, δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτε.

Και νομίζω ότι αυτό ήταν το μήνυμα που έστειλε ο Παναγιώτατος: ότι δεν έχει να φοβηθεί τίποτε και ότι τίποτε δεν πρόκειται να ανατρέψει ή να πτοήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

— Κατά τη γνώμη σας, η συνάντηση με τον Πάπα και η κοινή δήλωση λειτούργησαν ως πυροκροτητής αυτών των αντιδράσεων; Δηλαδή, αν δεν υπήρχε η Νίκαια και αυτή η δημόσια εικόνα της προσέγγισης, θα βλέπαμε την ίδια ένταση από τη Μόσχα; Γιατί πολλοί το συνδέουν.

Νομίζω ότι η σύνδεση έχει βάση. Ήταν ένας συνδυασμός πολλών γεγονότων που συνέβησαν τους τελευταίους μήνες: η Νίκαια, η επίσκεψη του Πάπα στο Φανάρι, η ειρηνική επίσκεψη του Πατριάρχη Βουλγαρίας στο Οικουμενικό Πατριαρχείο — ένα Πατριαρχείο που εμφανίζεται, τουλάχιστον, να αμφιταλαντεύεται ως προς το αν πρόσκειται προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο ή προς την Εκκλησία της Ρωσίας.

Επίσης, η δράση του Οικουμενικού Πατριαρχείου στις χώρες της Βαλτικής: τόσο με την επανενεργοποίηση, για την ακρίβεια, του αυτονόμου καθεστώτος της Εκκλησίας της Εσθονίας το 1996 — η οποία μέχρι τότε βρισκόταν αντικανονικά υπό την Εκκλησία της Μόσχας — όσο και προσφάτως, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, με την ίδρυση Πατριαρχικής Εξαρχίας στη Λιθουανία.

Εκεί το Πατριαρχείο Μόσχας καθαίρεσε κληρικούς του. Για ποιο λόγο; Επειδή αρνήθηκαν να προσευχηθούν «υπέρ της νίκης» των ρωσικών στρατευμάτων και είπαν ότι θέλουν να προσεύχονται υπέρ της ειρήνης. Για αυτόν τον λόγο καθαιρέθηκαν. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο τούς αποκατέστησε και, στη συνέχεια, ο Παναγιώτατος τούς έλαβε υπό το ωμοφόριό του, ιδρύοντας σχετική Εξαρχία.

Επίσης, στη Λετονία — η οποία ήταν αυτόνομη Εκκλησία υπό το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ιδρυθείσα το 1936 — υπάρχουν φωνές που ζητούν την παρέμβαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Όλα αυτά, ο συνδυασμός όλων αυτών, έχουν όχι μόνο απομονώσει το Πατριαρχείο Μόσχας και το έχουν εκθέσει ανεπανόρθωτα, αλλά δημιουργούν και αυτή τη διάθεση επίθεσης, προκειμένου να περισωθεί ό,τι μπορεί να περισωθεί.

— Θα ξανάρθουμε ποτέ κοντά;

Εμείς προσευχόμαστε για αυτό. Και ο Παναγιώτατος ποτέ δεν έπαψε να μνημονεύει τον Πατριάρχη Κύριλλο στα Δίπτυχα, μαζί με τους προκαθημένους των υπολοίπων αυτοκεφάλων Εκκλησιών. Άρα προσβλέπουμε στον διάλογο και στην επικοινωνία.

Το ζήτημα είναι να αντιληφθούμε ότι όσα συνέβησαν εκκλησιαστικά στην Ουκρανία δεν γυρίζουν πίσω. Το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω. Το αυτοκέφαλο της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ουκρανίας είναι ένα εκκλησιαστικό γεγονός τετελεσμένο, το οποίο δίνει ελπίδα σε εκατομμύρια Ουκρανούς, που — ιδίως κατά τη διάρκεια του πολέμου — βρέθηκαν να ανήκουν σε μια εκκλησιαστική δομή υπό το Πατριαρχείο Μόσχας, της οποίας η έδρα είναι η χώρα που τους επιτίθεται.

Όλοι αυτοί οι πιστοί έχουν τώρα παρηγοριά στο ότι υπάρχει μια αυτοκέφαλη Εκκλησία, χωρίς εξαρτήσεις. Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας δεν εξαρτάται εκκλησιαστικά από το Οικουμενικό Πατριαρχείο· είναι αυτοκέφαλη. Έτσι το θέλησε εξαρχής το Οικουμενικό Πατριαρχείο: βοήθησε στην ίδρυσή της και τώρα παρακολουθεί, με μητρικό ενδιαφέρον, την πορεία της, επτά χρόνια μετά την ίδρυσή της.

Θέλω να σας ρωτήσω οπωσδήποτε και για το θέμα του κοινού εορτασμού του Πάσχα.

Ακούμε σε διάφορες δημόσιες, ορθόδοξες, θεολογικές και εκκλησιαστικές συζητήσεις ότι μια τέτοια αλλαγή δεν μπορεί να γίνει απλώς με κοινή επιθυμία, διότι ο τρόπος υπολογισμού της ημερομηνίας και οι κανόνες που τον καθορίζουν παραμένουν δεμένοι με αποφάσεις Οικουμενικών Συνόδων και με το παραδοσιακό Πασχάλιο· και ότι μια τέτοια αλλαγή θα διακινδύνευε την αυτονομία και τη λειτουργική ακεραιότητα της Εκκλησίας.

Πώς απαντάτε σε αυτές τις αντιρρήσεις;

Το ζήτημα του κοινού εορτασμού του Πάσχα ήταν ένα από τα θέματα που τέθηκαν και στην κοινή διακήρυξη του Πάπα και του Πατριάρχη — και δεν είναι καθόλου τυχαίο.

Πράγματι, είναι ένα ζήτημα που συζητήθηκε πολύ και εκτενώς, ιδίως επειδή την περασμένη χρονιά το Πάσχα εορτάστηκε από κοινού σε ολόκληρη τη Χριστιανοσύνη.

— Συνέπεσε ημερολογιακά.

Ναι, συνέπεσε ημερολογιακά, όπως κατά καιρούς συμβαίνει. Τέθηκε λοιπόν το ζήτημα από πλευράς του Παναγιωτάτου προς τον Πάπα Φραγκίσκο: μήπως αυτό το συγκυριακό γεγονός θα μπορούσε να καταστεί μόνιμο.

Διότι είναι πράγματι σκάνδαλο, στον σύγχρονο κόσμο, να βλέπουμε το ένα και μοναδικό γεγονός της μιας Αναστάσεως του ενός Χριστού να εορτάζεται σε διαφορετικές ημερομηνίες — που μερικές φορές απέχουν και έναν μήνα μεταξύ τους.

Ο Πάπας Φραγκίσκος το αντιμετώπισε με μεγάλη ευαισθησία και ποιμαντική διάθεση. Και ο Παναγιώτατος εξαρχής ξεκαθάρισε ότι, ως βάση μιας τέτοιας συζήτησης, τίθεται το Ορθόδοξο Πασχάλιο — το Πασχάλιο που εφαρμόζει η Ορθόδοξη Εκκλησία.

Σε καμία περίπτωση, λοιπόν, δεν μιλούμε για αθέτηση ή κατάργηση των θεσμίων της Νικαίας περί του υπολογισμού του Πάσχα. Αντιθέτως, η συζήτηση αφορά το πώς η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία θα μπορούσε να προσέλθει στο Ορθόδοξο Πασχάλιο.

Αυτό είναι πολύ σημαντικό και συχνά παραγνωρίζεται. Δεν μιλούμε για συλλείτουργο — απέχουμε πολύ από την ενότητα. Μιλούμε απλώς για κοινή ημερομηνία εορτασμού. Όπως, για παράδειγμα, τα Χριστούγεννα: για τις μισές Ορθόδοξες Εκκλησίες εορτάζονται στις 25 Δεκεμβρίου, την ίδια ημέρα με τη δυτική Χριστιανοσύνη.

Αντίστοιχα, αυτή η συζήτηση τίθεται και για το Πάσχα. Βρισκόμαστε ακόμη σε στάδιο διαλόγου. Είναι ένα ζήτημα που θα μας απασχολήσει πολύ — ελπίζω όχι για πολύ χρόνο, αλλά οπωσδήποτε σοβαρά.

Και βεβαίως αφορά ολόκληρη τη Χριστιανοσύνη, όχι μόνο την Ορθόδοξη και τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, διότι επηρεάζει και τις λοιπές χριστιανικές ομολογίες, καθώς και τις λεγόμενες Αρχαίες Ανατολικές Εκκλησίες — Αρμενίους, Κόπτες κ.ά.

Ήταν πρόσφατη και μια άλλη συνάντησή μας. Χθες είχαμε μια δίωρη συνάντηση με τα μέλη της Επιτροπής και ακόμη αναμένουμε την επιβεβαίωση της υπόσχεσης εκ μέρους του Προέδρου Ερντογάν ότι η Χάλκη θα λειτουργήσει.

Πρέπει να λειτουργήσει. Διότι, όπως γνωρίζετε, σε λίγους μήνες ολοκληρώνονται τα ανακαινιστικά έργα. Σας το λέω και προσωπικά: πέρασα επτά χρόνια της ζωής μου εκεί μέσα και είμαι ιδιαίτερα ευαίσθητος — αλλά και χαρούμενος — ότι κάτι πρόκειται να γίνει, πριν… δεν ξέρω τι θα συμβεί, καθώς προχωρά και η ηλικία μας.

Εγώ νομίζω ότι μάλλον θα ευδοκιμήσουν τα πράγματα — δεν ξέρω πόσο γρήγορα. Λέγαμε ότι, μαζί με την ολοκλήρωση των έργων ανακαίνισης — ξέρετε, ο κ. Μαρτίνος θα ξεκινήσει κάτω· το είπε αυτό και σε μια συνέντευξη — ο πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Άγκυρα, ο κ. Μπάρακ. Αυτό ήταν ίσως μια ευχή.

Είναι δύσκολο να ξεκινήσει τώρα, έστω και αν ληφθεί απόφαση, διότι υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις.

— Θέλω να σας ρωτήσω κάτι που αφορά τον μέσο πιστό. Ακούει «διάλογος» και ρωτά: αλλάζει κάτι στη ζωή μου; Ποια είναι η πρακτική αξία αυτής της προσέγγισης για τις κοινωνίες;

Εξαιρετικό ερώτημα — και εδώ είμαστε στην καρδιά του όλου προβλήματος.

Οι θεολογικοί διάλογοι μπορεί να ακούγονται πολύ θεωρητικοί, ότι γίνονται σε ένα υψηλό επίπεδο εννοιών και συμβολισμών. Όμως έχουν ουσιαστικό πρακτικό αντίκρισμα.

Από το πιο απλό παράδειγμα που μπορώ να σας αναφέρω: το ότι στην Ευρώπη, πολλές φορές, χρησιμοποιούμε και δανειζόμαστε ρωμαιοκαθολικούς ναούς για να τελούμε τη δική μας θεία λειτουργία. Αυτό είναι προϊόν του διαλόγου. Δεν ήταν αυτονόητο πριν από κάποια χρόνια.

Το γεγονός ότι επεστράφησαν στο Φανάρι, μετά από 800 χρόνια, τα λείψανα των Πατριαρχών Γρηγορίου του Θεολόγου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου — τους οποίους γιορτάσαμε πρόσφατα — επίσης δεν ήταν αυτονόητο. Ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β΄ ανταποκρίθηκε στο αίτημα του Οικουμενικού Πατριάρχη ακριβώς στο πλαίσιο του διαλόγου.

Τα λείψανα του Αποστόλου Πέτρου;;;, που δόθηκαν στο Φανάρι από τον Πάπα Φραγκίσκο, ήταν και αυτά καρπός του διαλόγου.

Ο διάλογος έχει και αυτή τη διάσταση: συζητούμε μεγάλες έννοιες, με την προοπτική — όπως είπαμε — να φτάσουμε κάποτε στην επίλυση των ζητημάτων που εξακολουθούν να μας διχάζουν. Όμως, όσο γίνεται αυτή η πορεία, βλέπουμε στην καθημερινότητά μας να αλλάζουν οι σχέσεις μας.

Ερχόμαστε πιο κοντά: σε επίπεδο δράσεων, σε επίπεδο κοινών διεκδικήσεων υπέρ της ειρήνης, υπέρ της προστασίας του ανθρώπινου προσώπου, για την καταπολέμηση της φτώχειας, της δουλείας, του trafficking. Κοιταζόμαστε στα μάτια — δεν έχουμε γυρίσει τις πλάτες ο ένας στον άλλον. Και αυτό είναι το πιο σημαντικό.

— Εδώ που τα λέμε, είναι και το «δια ταύτα» της πίστης μας. Δηλαδή η αγάπη και η κοινωνία.

Πραγματικά. Και η κοινωνία είναι κάτι που βιώνεται — αν μου επιτρέπετε — γιατί η ίδια η έννοια του προσώπου προϋποθέτει ότι υπάρχει κάποιος άλλος με τον οποίο σχετίζεσαι.

— Έτσι είναι. Αυτή είναι η Εκκλησία.

Θέλω να σας ευχαριστήσω θερμότατα για την παρουσία σας εδώ, στη Δημοτική Τηλεόραση Θεσσαλονίκης, και για αυτή την πάρα πολύ ουσιαστική — ελπίζω να τη βρουν έτσι και οι τηλεθεατές — συζήτηση που κάναμε. Καλή αντάμωση εύχομαι.

— Σας ευχαριστώ και εγώ θερμότατα για τη μεγάλη τιμή και για την ευκαιρία που μου δώσατε.

— Να είστε καλά. Η τιμή είναι δική μας.

Κλείσιμο εκπομπής (διορθωμένο):

Η συνάντηση, κυρίες και κύριοι, του Νοεμβρίου 2025 στην Κωνσταντινούπολη και στη Νίκαια δεν ήταν μια στιγμή που εξαντλείται στο τελετουργικό ή στη φωτογραφία.

Ήταν ένα γεγονός που ζητά χρόνο, σκέψη και ευθύνη για να αξιολογηθεί.

Ο απολογισμός που επιχειρήσαμε σήμερα δεν αφορά μόνο τις σχέσεις Ορθοδόξων και Καθολικών. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι Εκκλησίες τοποθετούνται σε έναν κόσμο βαθιά διχασμένο — έναν κόσμο όπου η πίστη συχνά εργαλειοποιείται, αλλά σπάνια αναλαμβάνει το βάρος που της αναλογεί.

Η αναφορά στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας μάς υπενθυμίζει ότι η ενότητα δεν γεννήθηκε ποτέ από ευκολία, αλλά από διάλογο, κόπο και θεσμική ωριμότητα. Και ότι η ειρήνη δεν είναι απλώς αίτημα, αλλά διαρκές καθήκον.

Αν κάτι μένει από αυτή τη συζήτηση, είναι πως η ιστορία δεν γράφεται μόνο με δηλώσεις, αλλά με συνέπεια στον χρόνο. Και πως ο πραγματικός απολογισμός μιας τέτοιας συνάντησης θα φανεί όχι στα αρχεία, αλλά στο αν μπορεί να αντέξει στις πιέσεις του μέλλοντος.

Καλή σας νύχτα.

ΟΝΕΙΡΑ ΓΛΥΚΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου