Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

«Το “Ricordare il futuro” (Ενθυμούμενοι το μέλλον) του Ιωάννη Ζηζιούλα 1


«Το “Ricordare il futuro” (Ενθυμούμενοι το μέλλον) του Ιωάννη Ζηζιούλα 1
Κριτική παρουσίαση από παραδοσιοκρατική σκοπιά»

Του Vincenzo Nuzzo (*)

(*) Διδάκτωρ Φιλοσοφίας στο FLUL της Λισαβόνας.

Στο παρόν άρθρο επιχειρούμε να ανασκοπήσουμε το βιβλίο του Ζηζιούλας «Ricordare il futuro» [John D. Ζηζιούλας, Ricordare il futuro. Per una ontologia in prospettiva escatologica, EDB, Bologna 2024]. Στο βιβλίο αυτό ο Συγγραφέας υποστηρίζει ότι η ελληνοπατερική σκέψη θα διακήρυσσε πως το Είναι είναι κατ’ ουσίαν δυναμικό και όχι σταθερό, διότι αναδύεται μόνον στο τέλος του χρόνου και όχι στην αρχή του. Ο Ζηζιούλας υποστηρίζει επίσης ότι το ίδιο θα διακηρυσσόταν και στη «βιβλική σκέψη».

Με βάση αυτά ισχυρίζεται πρωτίστως ότι δεν υπάρχει κανένα Είναι και κανένας Θεός ως Είναι. Ωστόσο, η έρευνά μας έδειξε ότι τέτοιες ιδέες δεν έχουν κανένα θεμέλιο ούτε στις Χριστιανικές Γραφές ούτε στην ελληνοπατερική σκέψη. Έχουν θεμέλιο μόνο σε νεότερες φιλοσοφικές δοξασίες, όπως η χαϊντεγκεριανή και η νιτσεϊκή.

Κατά συνέπεια, η θεώρηση του Ζηζιούλα είναι στην πραγματικότητα απλώς ιδεολογική, στο πλαίσιο της νεότερης και μετανεότερης σκέψης.

Εισαγωγή

Η ανάγνωση του «Ricordare il futuro» (RIF) του John Ζηζιούλα¹ αποτελεί μια πραγματικά συγκλονιστική εμπειρία τόσο για τον θρησκευτικό φιλόσοφο όσο και για τον φιλόσοφο της θρησκείας, αλλά και, τέλος, για τον πιστό χριστιανό. Και πρέπει να ειπωθεί εξαρχής ότι ο Έλληνας θεολόγος και στοχαστής προτείνει σε αυτό το βιβλίο μια αντίληψη του Χριστιανισμού που σε πολλούς θα μπορούσε να φανεί μεγάλης αξίας, εξαιτίας του θαρραλέου και φιλόδοξου χαρακτήρα της πρόκλησης που φαίνεται να απευθύνει σε πολλούς συνομιλητές (φιλοσόφους, θεολόγους υποχείριους της φιλοσοφίας, βιβλικούς και πατερικούς ερμηνευτές, φυσικούς επιστήμονες κ.λπ.).

Υπό αυτή την έννοια, ο Ζηζιούλας θα μπορούσε να φανεί ως ένας αυθεντικός νέος υπερασπιστής της παραδοσιακής χριστιανικής κριτικής προς την «αλαζονεία των φιλοσόφων» και, συνεπώς, θα μπορούσε να εμφανισθεί σε πολλούς ως ο εισηγητής μιας αναγέννησης όχι μόνο μιας χριστιανικής και ανεξάρτητης θεολογίας αλλά και μιας νέας και εξαιρετικά ισχυρής φιλοσοφίας της θρησκείας.

Λοιπόν, τα πράγματα θα μπορούσαν πράγματι να είναι έτσι, αν ο στοχαστής μας διατηρούσε σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου αυτή τη σειρά υποσχέσεων. Στην πραγματικότητα όμως δεν έχουν καθόλου έτσι. Και τούτο κυρίως διότι ολόκληρος ο ιστός της σκέψης του αποδεικνύεται διαβρωμένος από έναν έντονο διανοητικό πρωταγωνισμό, από την τάση να διαστρέφει σε μεγάλο βαθμό θεμελιώδεις καθολικές μεταφυσικές και θεολογικές ιδέες και, τέλος, και από την τάση να εξαναγκάζει και να αλλοιώνει το πραγματικό περιεχόμενο των χριστιανικών Γραφών και της πατερικής σκέψης.

Και αυτό το τελευταίο αποτελεί τη σοβαρότερη αδυναμία του RIF, δεδομένου ότι η κύρια φιλοδοξία του Ζηζιούλας φαίνεται να είναι να παρουσιασθεί ενώπιόν μας, όλων των χριστιανών, ως αποφασιστικός εκ νέου αναγνώστης και διορθωτής μεγάλου μέρους της ερμηνείας της ελληνικής πατερικής σκέψης. Στην πραγματικότητα όμως, εκείνο που προκύπτει από τη συνολική προσπάθεια του στοχαστή είναι μια πράγματι παράξενη και κατά τόπους εκτροχιασμένη ιδιωτική «Πατρολογία του Ζηζιούλας». Και ίσως ακόμη και μια «Βίβλος του Ζηζιούλα».

Καθίσταται λοιπόν πράγματι ανησυχητικό το να διαπιστώνει κανείς ότι ο εν λόγω κατέχει θέσεις μεγάλης σημασίας όχι μόνο στην επίσημη Ορθόδοξη Εκκλησία (ως επίσκοπος και μητροπολίτης Περγάμου) αλλά και στις θεολογικές σπουδές που αυτή καλλιεργεί. Και αυτό επιβαρύνεται περαιτέρω από το γεγονός ότι αποτελεί έναν από τους πρωταγωνιστές του οικουμενικού διαλόγου με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και, συνεπώς, είναι από εκείνους που προσδίδουν σε αυτόν τον διάλογο μια κατεύθυνση κάθε άλλο παρά ικανοποιητική.

Όλα αυτά, ωστόσο, εξηγούνται εύκολα από το γεγονός ότι ο Ζηζιούλας διαμορφώθηκε ουσιαστικά στη σύγχρονη δυτική φιλοσοφική σχολή, και ιδίως την αγγλοσαξονική, και επομένως πρέπει να απορρόφησε εκείνο το έντονα μοντερνιστικό, εμμενιστικό, υλιστικό και, από ορισμένες απόψεις, ακόμη και σκεπτικιστικό πνεύμα, το οποίο έχει πλέον υιοθετήσει και η καθολική θεολογία.

Δεν προκαλεί λοιπόν έκπληξη ότι η σκέψη του εξαλείφει πλήρως την πνευματοκρατική τάση που υπήρχε ανέκαθεν στη χριστιανική-ορθόδοξη σκέψη, και ιδίως στη ρωσική Σοφιολογία. Αλλά το πιο αμφιλεγόμενο είναι ότι ο στοχαστής μας καθίσταται στην πράξη εκφραστής μιας καταλυτικής κυριαρχίας της σύγχρονης άθεης δυτικής φιλοσοφίας (ιδίως της χαϊντεγγεριανής, νιτσεϊκής, μαρξιστικής, ερμηνευτικής και ιστορικιστικής) εντός της χριστιανικής θεολογίας (τόσο της ορθόδοξης όσο και της καθολικής-οικουμενικής), αντιφάσκοντας έτσι κατά τρόπο ιδιαιτέρως εμφανή προς την αντιφιλοσοφική τάση με την οποία επιδιώκει να προσδώσει κύρος στη θεολογική του σκέψη.

Και το χειρότερο είναι ότι συγκαλύπτει αυτή την τάση αποδίδοντας όλα όσα σκέπτεται στη σκέψη των Ελλήνων Πατέρων. Από όλα αυτά προκύπτει ένα από τα θεμελιώδη γνωρίσματα της διδασκαλίας του — ότι δηλαδή η χριστιανική σκέψη υπήρξε ανέκαθεν εμμενιστική με την ιστορικιστική και γιγνεσθαική έννοια και, συνεπώς, δεν είχε ποτέ καμία σχέση με τη μεταφυσική και την οντολογία (παραδοσιακά εμψυχωμένες από την πρωταρχική αξία του υπερβατικού και της σταθερότητας του Είναι).

Και τούτο προδίδει καθαρά και την επίδραση επάνω του της δυτικής θεολογίας χαϊντεγγεριανής εμπνεύσεως — τόσο καθολικής όσο και προτεσταντικής (Bultmann, Rahner, von Balthasar, Barth, Moltmann, Troeltsch κ.ά.), αρκετοί από τους οποίους μάλιστα παρατίθενται από τον ίδιο πολύ συχνά.

Όλα αυτά αναδεικνύουν λοιπόν στη σκέψη του αντιφάσεις θεμελιώδους χαρακτήρα, πράγματι πολύ σοβαρές. Αλλά κυρίως αναδύεται έτσι μια στάση η οποία, κατά την άποψή μας, είναι εξαιρετικά επιβαρυντική για έναν χριστιανό θεολόγο, δηλαδή ένα ιδιαιτέρως έντονο και οξύ αντι-μεταφυσικό φρόνημα. Το οποίο ευθυγραμμίζεται πλήρως με τη νεότερη φιλοσοφία και ιδίως με εκείνη χαϊντεγκεριανής εμπνεύσεως — η οποία δεν είναι τυχαίο ότι έχει διαποτίσει τη σκέψη θεολόγων όπως εκείνοι που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Και όμως, και αυτή η όψη συγκαλύπτεται ύπουλα από τον Ζηζιούλας όχι μόνο πίσω από τη φαινομενική του πιστότητα προς την πατερική σκέψη, αλλά και πίσω από τον ισχυρισμό ότι από αυτήν ακριβώς απορρέει η (καθαρά προσωπική του) διδασκαλία περί του πρωτείου της εσχατολογίας έναντι της οντολογίας. Έτσι, η αντι-μεταφυσική στάση του στοχαστή μας προσλαμβάνει και μια ειδικότερη αντι-οντολογική χροιά.

Και τούτο φαίνεται εξαιρετικά παράδοξο, δεδομένου ότι — πέρα από τα ειδικά ενδιαφέροντα της θεολογίας — η οντολογία χαρακτήρισε ολόκληρη τη φιλοσοφική παράδοση (όχι μόνο τη δυτική), επιβιώνοντας ακόμη και της αντι-μεταφυσικής επανάστασης του Kant. Πράγματι, ακόμη και σήμερα, έστω με ανεπαρκή και δυσπρόσιτο τρόπο, στη φιλοσοφία συνεχίζεται η συζήτηση περί οντολογίας. Και εμείς οι ίδιοι το έχουμε δείξει αυτό στο δοκίμιό μας αφιερωμένο στη συγκεκριμένη αυτή επιστήμη².

Λοιπόν, θα αρκούσε και μόνον αυτή η διαπίστωση για να απονομιμοποιήσει εκ των προτέρων ολόκληρη τη σκέψη του Ζηζιούλας. Ωστόσο, αφού καταδείξαμε αυτές τις πολύ γενικές όψεις της προβληματικότητας της σκέψης του, θα εισέλθουμε τώρα λεπτομερέστερα στη συζήτηση περαιτέρω πλευρών της. Και τέλος (σε επόμενη ενότητα) θα εξετάσουμε ειδικότερα ορισμένα συγκεκριμένα θέματα (φιλοσοφικής, μεταφυσικής και θεολογικής σημασίας) που αναδύονται στο RIF.

Αλλά, παραμένοντας ακόμη σε γενικό επίπεδο, πρέπει να ειπωθεί ότι, παρότι δεν είμαστε ιδιαιτέρως εξειδικευμένοι γνώστες της ελληνικής Πατρολογίας, η σειρά των θέσεων που ο Ζηζιούλας αποδίδει σε αυτήν είναι πράγματι ελάχιστα πειστική. Με δυο λόγια, είναι πολύ δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι αυτή η σχολή σκέψης υποστήριξε πράγματι τις έννοιες που της αποδίδει ο στοχαστής, δηλαδή ότι υιοθέτησε πράγματι την αντι-οντο-μεταφυσική θέση που εκείνος μας παρουσιάζει ως κατεξοχήν πατερική.

Και θα δούμε στην πορεία αυτής της κριτικής ότι δεν λείπουν οι λόγοι για να το θεωρούμε αυτό.


1 – Γενικές όψεις της σκέψης του Ζηζιούλα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου