Χρ. Μαρσέλλος: Η χριστιανική Τριάδα και οι ανθρωπολογικές της προϋποθέσεις και συνέπειες α
Ευχαριστώ πάρα πολύ για την πρόσκληση να ξεκινήσω με αυτό και να ξεκινήσω λέγοντας τη χαρά μου που είμαι στην παρέα σας. Οι πολύ επίσημες εκδηλώσεις δεν είναι αυτό που αγαπάω πολύ και μου αρέσει πολύ το περιβάλλον εδώ.
Μπορούμε να κάνουμε μία ωραία συζήτηση, πιστεύω. Επιτρέψτε μου, εν είδει προλόγου μόνο, να πω το εξής. Ο καλός μου φίλος Μιχάλης Καρδαμίτσης έγραψε στο Facebook: πηγαίνετε να ακούσετε τον φιλόσοφο.
Είναι ένας όρος που δεν έχω χρησιμοποιήσει ποτέ, γιατί είναι τελείως σαρωμένος σήμερα. Ας πούμε ότι υπάρχουν δύο ειδών δουλειές. Υπάρχει η δουλειά του να μεταφέρει κανείς στους φιλοσόφους τις σκέψεις σε πληροφορίες, η οποία είναι απαραίτητη δουλειά.
Γίνεται από τους ειδικούς. Ασφαλώς πρέπει να έχουν φιλοσοφικό κριτήριο για να το κάνουν. Έχει σημασία να γίνει σωστά και με ακρίβεια.
Και υπάρχει η αντίθετη δουλειά του πώς οι πληροφορίες να ξαναγίνουν σκέψεις. Γιατί όταν γίνονται πληροφορίες, μπορεί ο πρώτος ερμηνευτής να τα δίνει ακριβώς, ο δεύτερος τα παίρνει από τον άλλο και χάνεται κάπως το πραγματικό περιεχόμενο. Οπότε, αν θέλετε, υπάρχει μία δουλειά που μπορούμε να την πούμε φιλοσοφική, που είναι το να επαναφέρουμε τις πληροφορίες, να τις ξανακάνουμε σκέψεις.
Θα έλεγα ότι σε αυτό το ντομέιν κινούμαι. Αν θέλετε να το πείτε φιλοσοφία, πείτε το φιλοσοφία με αυτήν την έννοια. Για τις ανάγκες της εδώ, θα είναι φιλοσοφία κυρίως επειδή δεν θα είναι θεολογία.
Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι θα μιλήσω ως θεολόγος, αλλά ήταν ένα μικρό μου απωθημένο να μιλήσω για ένα θεολογικό θέμα και, κλείνοντας τον πρόλογο, θα σας πω γιατί. Όταν ξεκίνησα να διαβάζω και να... ίσως όχι καν ακόμη να γράφω, να διαβάζω, ήταν η εποχή που φούντωνε το ρεύμα των Ορθόδοξων.
Οι πρώτοι μου δάσκαλοι, οι πρώτες μου επαφές είχαν να κάνουν με αυτό. Μου έχει μείνει μια έντονη αγάπη για τα θεολογικά, παρόλο που ο ίδιος δεν προσχώρησα ποτέ στο ρεύμα, διότι όχι γιατί θεωρούσα τους στόχους κακούς, αλλά θεωρούσα τον ενθουσιασμό πολύ εύκολο και περίμενα ότι θα ξεθυμάνει. Νομίζω ότι η ελληνική θεολογία δεν έφτασε το ύψος της ρωσικής, παρά την ανανέωση που έφερε.
Και νομίζω ότι δεν ήταν αρκετά βραδείας καύσεως. Κι έτσι έμεινα έξω από αυτό το ρεύμα, αλλά με το απωθημένο της αγάπης για αυτά τα πράγματα. Και εξομολογητικά θα σας πω ότι πριν από πολλά χρόνια, μιλώντας με τον πατέρα Βασίλειο Γοντικάκη, που ήταν τότε ηγούμενος της Ιβήρων, και για να καταλάβετε πόσο πολλά χρόνια, εκείνη την εποχή με ξενάγησε στην καινούργια πτέρυγα που έφτιαχνε στο μοναστήρι. Ήταν πολύ ευχαριστημένος που θα ήταν ομοιόμορφη με το υπόλοιπο μοναστήρι και μου έλεγε πώς του ήρθαν τα χρήματα από την Ευρώπη με τη μεσολάβηση του Λαλιώτη, που δεν το περίμενε καθόλου. Από αυτό καταλαβαίνετε για πόσα χρόνια μιλάει ο πιστός.
Λοιπόν, τότε του είχα εξομολογηθεί ότι δεν αισθάνομαι να έχω την κλίση της πίστης, δεν αισθάνομαι πιστός, έτσι. Σας το λέω και εσάς: δεν θα μιλήσω ως πιστός, θα μιλήσω ως άνθρωπος που ο χριστιανισμός τον αφορά, αλλά δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι θα μιλήσω ως πιστός. Ο πατήρ Βασίλειος τότε μου είχε πει, ακόμη και έτσι, ό,τι κάνω να το κάνω μέσα στους κόλπους της Εκκλησίας και να μην δουλεύω στο κηπάκι μου μόνος μου, αλλά ό,τι κάνω να το μπολιάσω στον κορμό του δέντρου της Εκκλησίας.
Δεν μπορώ να πω ότι τα κατάφερα και δεν μπορώ να πω ότι είχα να του δώσω ικανοποιητική αναφορά, και έτσι περάσανε πολλά πολλά χρόνια χωρίς να τον δω. Εφέτος το καλοκαίρι ήμουνα στο Βατοπέδι, όταν άκουσα στη Λειτουργία ότι είχε κάποιο ατύχημα, γιατί λέγανε τις ευχές. Όντως, τον επήγανε αμέσως μετά στο νοσοκομείο και λίγες μέρες μετά έφυγε. Δεν μπορώ να μιλήσω αν με βλέπει από κάπου.
Ελπίζω να σκέφτεται ότι δεν τον παράκουσα, αλλά πήγα μέχρι εκεί που μπορούσα. Το μέχρι εκεί που μπορούσα προσπάθησα ακόμη και να το κάνω θεωρία, αν θέλετε, περιέχεται σε ένα βιβλιαράκι για τον Κίρκεγκωρ που είναι στον πάγκο με τα βιβλία εκεί. Το σκεπτικό μου είναι το εξής.
Είναι ποτέ δυνατόν να αποφασίσει κανείς να είναι πιστός; Δεν είναι θέμα απόφασης, δεν εξαρτάται από εμάς. Και μέσα στον χριστιανισμό τα ρεύματα που αγαπάω είναι αυτά που τονίζουν την παραδοξότητα της πίστης.
Ότι δεν είναι κάτι του χεριού μας. Λοιπόν, ερμηνεύοντας τον Κίρκεγκωρ, θεώρησα ότι μπορώ να καταλήξω στην ερμηνεία ότι κατά κάποιο τρόπο η πίστη είναι αδιάφορη. Όπως το έλεγε ο Μπαρτ: μόνο να πιστεύουμε ότι πιστεύουμε.
Δεν μπορούμε να ξέρουμε ότι πιστεύουμε. Ίσως λοιπόν ο Πανάγαθος Θεός να μην ενδιαφέρεται τόσο για το αν είμαστε πιστοί ή δεν είμαστε. Ίσως όλο το ζήτημα να είναι αν μπορούμε να έχουμε μια πνευματική ζωή.
Τι σημαίνει αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Και έτσι, κατά κάποιο τρόπο, μετέφερα, προσπαθώντας να μην αποκοπώ από το δέντρο της Εκκλησίας και χωρίς να μπορώ να ισχυριστώ ότι είμαι μέσα στην Εκκλησία, μετέφερα τη σκέψη του Ανσέλμου στο πρόβλημά μου. Ο Άνσελμος έλεγε: γιατί ο Θεός, αφού ήρθε εν σαρκί, και γιατί να μην φέρει τη σωτηρία του ανθρώπου αμέσως και γιατί μετά την Ανάστασή Του όλα να είναι όπως ήταν πριν και να είμαστε στην ίδια αμφιβολία και να μην ξέρουμε;
Και η απάντησή του ήταν ότι αυτό έτσι έπρεπε να γίνει για να μείνει ο άνθρωπος ελεύθερος. Κατά κάποιο τρόπο αυτό μεταφέρω στο πρόβλημα της πίστης, για να πω ότι ο χριστιανισμός είναι μια θρησκεία που χρειάζεται και την απιστία. Δεν χρειάζεται μόνο βέβαιη πίστη.
Λοιπόν, αυτά ως πρόλογο για να σας πω πώς βρέθηκα να μιλήσω εδώ για αυτά τα θέματα, για τα οποία δεν είμαι καθόλου ειδικός, και μπαίνω στο θέμα, το οποίο, όπως λέω, θα προσπαθήσω... έδωσα έναν συμβατικό τίτλο, ο οποίος δηλώνει τουλάχιστον αυτονοητότητα. Θα προσπαθήσω να το δω όχι ως θεολόγος, όπου δεν έχω καμία αρμοδιότητα, αλλά ως φιλόσοφος. Και ως φιλόσοφος που θα προσπαθήσει κάποιες πληροφορίες να τις μετατρέψει ξανά σε σκέψεις.
Αλλά δεν θα διαβάσω ένα τελειωμένο κείμενο. Ένα τελειωμένο κείμενο είναι άλλο πράγμα. Εδώ θα είναι απλές μελωδίες που προσπαθώ να πιάσω και θα μου πείτε αν σας λένε τίποτα.
Ένα τελειωμένο κείμενο, τις μελωδίες πρέπει να τις συνδυάσει αντιστοιχητικά, πρέπει να τους βάλει ένα όρχηστρος και από πάνω. Είναι ένα άλλο πράγμα. Εδώ θα πω λίγες απλές μελωδίες για να δω εάν σας μιλάνε, εάν κάτι σας λένε. Έτσι, εν μέρει είναι σημειώσεις, εν μέρει θα είναι προφορικό.
Και αρχίζω. Αρχίζω από τον Φρόιντ. Ο Φρόιντ ξανά και ξανά σκέφτηκε τη θρησκεία ως μια παιδαριώδη αυταπάτη και στο Μέλλον μιας αυταπάτης του 1927 πιο συγκεκριμένα ως το αντίστοιχο μιας παιδικής νεύρωσης.
Αφήνοντας κατά μέρος την ειδικά φροϊδική εξήγηση της παιδικής νεύρωσης από το οιδιπόδειο σύμπλεγμα και τον φόβο του ευνουχισμού, μπορούμε ήδη να σταθούμε στο ότι ο Φρόιντ σκέφτεται, και δεν είναι ο μόνος στην εποχή του, σαν η φυλογένεση να επαναλαμβάνει την οντογένεση. Σαν να υπάρχει στην ιστορική εξέλιξη του ανθρώπου μια παιδική εποχή και μια εποχή ωριμότητας. Το σχήμα ακολουθείται βέβαια μερικά, γιατί αν είναι δυνατόν εκεί που εφαρμόζεται στον πολιτισμό να σκεφτεί κανείς την κατάληξη ενός γερασμένου πολιτισμού, δεν είναι το ίδιο εύκολο να σκεφτεί κανείς μια γερασμένη ανθρωπότητα, αφού μετά το γήρας έρχεται ο θάνατος και δεν βλέπει κανείς πώς η γερασμένη ανθρωπότητα μπορεί να έχει μια συνέχεια.
Το σχήμα έχει στο μεταξύ φθαρεί, όπως φθείρονται τα πάντα από τη συνήθεια. Και όπως η αποτίναξη μιας συνήθειας μπορεί να φέρει κάποτε μια ηλιόδωρη ανανέωση, ίσως μπορούμε να σκεφτούμε σήμερα με έτσι ανανεωμένο τρόπο το αντίθετο σχήμα. Ότι δεν επαναλαμβάνει η φυλογένεση την οντογένεση, ότι υπό μία έννοια συμβαίνει το αντίθετο.
Η οντογένεση ανακεφαλαιώνει τη φυλογένεση. Ο ατομικός άνθρωπος φέρει μέσα του τον ιστορικό. Να το σκεφτούμε με ανανεωμένο τρόπο, γιατί και αυτή τη σκέψη την έχει φθείρει η μηχανική της επανάληψη.
Γιατί βέβαια δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ιστορία δεν ξαναρχίζει με κάθε άνθρωπο και ότι ο κάθε άνθρωπος διαμορφώνεται από την ιστορία. Αυτό όμως αφορά ό,τι ο Χέγκελ κατονόμασε ως το αντικειμενικό πνεύμα, αυτό που αντικειμενοποιείται μέσα στην ιστορία και που περιλαμβάνει ό,τι το απόλυτο πνεύμα, δηλαδή, στον Χέγκελ, η τέχνη, η θρησκεία και η φιλοσοφία, αφήνουν πίσω τους ως ίζημα. Τα έργα της φιλοσοφίας.
Το υποκειμενικό πνεύμα όμως, αυτό που δεν αντικειμενοποιείται και ο φορέας του, ο άνθρωπος ως η εκάστοτε μοναδικότητα που προκύπτει από τη σύνθεση καθολικού και μερικού, περιέχει μέσα του την ιστορία. Πώς την περιέχει; Όχι στην ανάπτυξή της βέβαια, την περιέχει πρώτα απ’ όλα αφηρημένα ως ιστορικότητα, ως δυνατότητα.
Την περιέχει όμως, μπορούμε να σκεφτούμε, και με έναν άλλο τρόπο. Λέγοντας ότι η οντογένεση περιέχει τη φυλογένεση. Πώς;
Ως μνήμη καταγεγραμμένη υπό μορφή αρχετύπων. Ζούμε φιλοσοφικά σε μια στιγμή που σκεφτόμαστε την ιστορία ως μια δημιουργία μέσω των γλωσσικών μορφών, μέσω των συμβολικών μορφών, όπως έλεγε ο Κασίρερ. Όλοι αυτοί εξηγούν τον στίχο του Χέλντερλιν που λέει ότι αυτό που μένει το φτιάχνουν οι ποιητές.
Οι ποιητές δηλαδή διαμορφώνουν το αρχικό ψυχικό υλικό και του δίνουν μια μορφή. Και αυτό το ζούμε εμείς μετά ως ιστορία. Υπάρχουν λοιπόν αρχετυπικές καταγραφές μέσα στην ιστορία.
Και έτσι, αντιστρέφοντας τον Φρόιντ, μπορούμε να σκεφτούμε ότι η νεύρωση εγγράφηκε ιστορικά μέσα στην ψυχή του ανθρώπου και οι νευρώσεις που ζούμε είναι τα κατάλοιπα αυτής της αρχικής εγγραφής. Η θρησκεία ως εγγεγραμμένη στη φύση μας νεύρωση και πηγή νεύρωσης έχει αναλυθεί πολλάκις με τρόπο ουσιαστικότερο από αυτόν του Φρόιντ. Εκείνο που δεν προσέχουμε αρκετά είναι ότι πριν από αυτήν τη νεύρωση εγγράφηκε στην ψυχή του ανθρώπου μια πρωταρχική ψύχωση.
Η ψύχωση με την οποία ο άνθρωπος έγινε άνθρωπος όταν, και το «όταν» αυτό δεν εκφράζει μια χρονικότητα αλλά μια συνεπαγωγή, όταν λύθηκε ο δεσμός του ενστίκτου. Πριν από τη λύση του ενστίκτου, η πραγματικότητα είναι ενιαία και όχι κατακερματισμένη. Αυτό ο Ιβ Μπονφουά, ο ποιητής, το ονόμασε εντεφέ.
Είναι η πραγματικότητα αυτή που δεν έχει ξεγίνει ακόμα, δεν έχει διαλυθεί. Σκεπτόμενο στα χνάρια του Ρίλκε, που έλεγε ότι η ζωική συνείδηση έχει μπροστά της το ανοιχτό. Αυτός ήταν ο τρόπος να το πει.
Είναι perception χωρίς aperception του Λάιμπνιτς. Είναι η αντίληψη χωρίς αυτοσυνειδησία. Κάθε ον στον Λάιμπνιτς είναι συνδυασμός perception και appetitus.
Αλλά η perception είναι μια φυσική σχέση και ο appetitus μια φυσική όρεξη. Χωρίς τη συνείδηση του εαυτού τους, δεν διαταράσσουν τη συνέχεια του όντος, είναι μια εσωτερική του διαφοροποίηση, η οποία δεν αναιρεί την ενότητά του, που είναι η ενότητα ενός αιώνιου παρόντος.
Πολύ πριν από τους ποιητές της εποχής μας τώρα, σκεφτείτε ότι αυτός που πρώτος περιέγραψε αυτή την κατάσταση που υπάρχει μέσα μας εγγεγραμμένη και που κάπου-κάπου αναδύεται εκστατικά σαν μνημονική αναλαμπή, ήταν ο Παρμενίδης, που είναι και ο πρώτος μυστικός τουλάχιστον μέσα στη φιλοσοφία, γιατί θέλει να ξαναδούμε την ενότητα, όπως ο Ρίλκε, και θέλει να ξαναδούμε το ανοιχτό στο οποίο οι ζωντανοί και οι νεκροί εδώ ενδιαφέρουν, και ο Μπονφουά να ξαναμπούμε στο εντεφέ, όπου η συνείδηση θα ξαναγίνει εικόνα χωρίς λέξεις. Όσο υπάρχει ο δεσμός του ενστίκτου, η συνείδηση υπνώττει. Η υπνώττουσα συνείδηση βλέπει, αλλά δεν ξέρει τη διαφορά της από αυτό που βλέπει.
Χάνεται μέσα. Δεν υπάρχει ρήξη της ενότητας του ίδιου. Και όλοι αυτοί μας λένε κατά κάποιο τρόπο ότι σε αυτό πρέπει να ξαναγυρίσουμε.
Τι ακριβώς συνέβη όταν έσπασε ο δεσμός του ενστίκτου, πώς γεννήθηκε η συνείδηση; Η βιβλική αφήγηση μας λέει ότι όταν ο άνθρωπος έφαγε από το ξύλο της γνώσεως είδε ότι είναι γυμνός. Γυμνός, δηλαδή ένα ξεχωριστό ον και ακάλυπτο και εκτεθειμένο στον κίνδυνο.
Το ξύλο της γνώσεως είναι το αντίθετο του ξύλου της ζωής. Ο άνθρωπος γίνεται θνητός συνειδητοποιώντας τη θνητότητά του. Και η συνειδητοποίηση της θνητότητας, που συμβαδίζει με μία αίσθηση ενοχής, είναι το τίμημα της ανυπακοής του.
Όπως θα το πει αργότερα ο Απόστολος Παύλος: τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος. Από δω η θρησκευτικότητα ως νεύρωση, όπως τη σκέφτηκε ο Φρόιντ. Η ελληνική θρησκευτικότητα τώρα, αυτή που διαμορφώθηκε και εν συνεχεία παραμορφώθηκε πολύ μέσα σε ό,τι ονομάζουμε μυθολογία, καταλαβαίνει κάπως διαφορετικά την κατάσταση της ρήξης του ενστίκτου.
Όχι αντίθετα, αλλά διακρίνει ένα άλλο στάδιο. Η μνημονική αναλαμπή του περιέχεται τη φορά αυτή στον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου. Ο Προμηθέας περιγράφει την κατάσταση του ανθρώπου πριν ο ίδιος τον βοηθήσει να πάρει τη μοίρα του στα χέρια του, μαθαίνοντας να χρησιμοποιεί τη φωτιά.
Και δεν περιγράφει μια κατάσταση αδυναμίας, αλλά μια κατάσταση τρέλας. Λέει: έβλεπαν και δεν έβλεπαν, ζούσαν μέσα σε σπηλιές σαν τα σκουλήκια, δεν ξέρανε τις εποχές. Αυτό το «βλέπανε και δεν βλέπανε», «ακούγανε και δεν ακούγανε» είναι η περιγραφή της αρχικής ψύχωσης που προκύπτει από τη λύση του ενστίκτου.
Ο άνθρωπος βρέθηκε μέσα σε έναν κόσμο τον οποίο δεν μπορούσε να ερμηνεύσει. Έτσι, η λύση του ενστίκτου ισοδυναμεί με μια πλημμύρα χρόνου και κατακερματισμού. Η πραγματικότητα κατακερματίζεται με τρόπο που την κάνει ανεξήγητη.
Ο άνθρωπος φοβάται ένα θρόισμα, φοβάται μια σκιά. Δεν μπορεί να ελέγξει τον κόσμο στον οποίο ζει, ζει συνέχεια υπό το κράτος του φόβου. Αυτή είναι η κατάσταση της αρχικής ψύχωσης.
Και ο Προμηθέας λέει: εγώ έσωσα τους ανθρώπους από αυτό. Πρώτα απ’ όλα βέβαια δίνοντάς τους τη φωτιά και την ικανότητα να ελέγξουν τον κόσμο. Και γι’ αυτό έχει μια ενοχή απέναντι στον Δία, την οποία και πληρώνει.
Εδώ υπάρχει λοιπόν επίσης μια αρχή της θρησκευτικότητας ως ενοχής. Αλλά ο Προμηθέας λέει και κάτι άλλο. Λέει πώς τους γιάτρεψε, θα ήθελα να βρω το κείμενο.
Λέει: θνητούς γ’ ἔπαυσα μὴ προδέρκεσθαι μόρον. Τους έκανα να μη βλέπουν τη μοίρα τους. Σε ένα κείμενό του ο Καστοριάδης το ερμήνευσε αυτό με τον τρόπο του, λέγοντας ότι τους έκανε να γνωρίσουν τον θάνατο και ότι ο θάνατος λειτουργεί σαν κίνητρο.
Αλλά τα ελληνικά του τον πρόδωσαν, γιατί πήρε κυριολεκτικά το μὴ προδέρκεσθαι μόρον, τους έπαυσα μὴ προδέρκεσθαι μόρον, και το ερμήνευσε: σταμάτησα την κατάσταση στην οποία δεν έβλεπαν τη μοίρα τους. Δηλαδή τους έκανα να γνωρίσουν τον θάνατο και ο θάνατος τούς κινητοποιεί. Αλλά το κείμενο δεν λέει αυτό.
Διότι το ἔπαυσα μὴ προδέρκεσθαι μόρον είναι απαρέμφατο του αποτελέσματος. Σημαίνει: τους έκανα να μη βλέπουν τη μοίρα τους. Λέει το αντίθετο από αυτό που λέει ο Καστοριάδης και το εξηγεί αυτό και στους επόμενους στίχους, όπου λέει ότι τους έβαλε στο μυαλό τυφλές ελπίδες.
Δηλαδή ο Προμηθέας λέει ότι το τίμημα γι’ αυτό που έκανε, που επέτρεψε στον άνθρωπο να ελέγξει τον κόσμο, το τίμημα ήταν η απόθεση του θανάτου και η δημιουργία τυφλών ελπίδων. Αυτό είναι μια άλλη πηγή νεύρωσης. Είναι η νεύρωση που χαρακτηρίζει όλον τον πολιτισμό μας και που θέλει να ξεπεράσει ο Νίτσε, όταν είπε ότι όλος ο πολιτισμός μας εξηγείται από το πνεύμα της μνησικακίας κατά του χρόνου.
Η μνησικακία για το μένος, για τον χρόνο και για το «ήταν». Το ότι είμαστε περαστικοί, ότι όλα φεύγουν. Αυτό δημιούργησε στον άνθρωπο ένα πνεύμα μνησικακίας που στον Νίτσε έχει τη σημασία ότι δεν επιτρέπει να δούμε την πραγματικότητα όπως είναι.
Είναι η δική του διατύπωση για τις τυφλές ελπίδες που λέει ο Προμηθέας ότι έβαλε στον άνθρωπο. Όλα αυτά είναι ένας πολύ μεγάλος πρόλογος. Θα μου πείτε γιατί χρησιμοποιώ αυτόν τον τόσο μεγάλο πρόλογο για να φτάσω στο θέμα της τριαδικότητας.
Θα σας πω. Αν η οντογένεση επαναλαμβάνει τη φυλογένεση και όχι το αντίθετο, το ζήτημα δεν είναι πλέον να εξηγήσουμε ανθρωπολογικά την ιστορία, σαν να ξέραμε τι είναι ο άνθρωπος. Είναι να εξηγήσουμε ιστορικά, δηλαδή ξεκινώντας από την ιστορικότητα των ανθρώπων.
Και σε αυτό που μας απασχολεί εδώ, αντί να εξηγήσουμε ανθρωπολογικά τη θρησκεία, να εξηγήσουμε θρησκευτικά τον άνθρωπο. Βλέπετε την αντιστροφή που θέλω να επιχειρήσω. Όχι ότι είναι δικό μου αποκλειστικά εγχείρημα, αλλά είναι αυτό που προτείνω να προσπαθήσω.
Και με τον ίδιο τρόπο να αντιστρέψουμε τη σκέψη του Φόιερμπαχ, που έχει γίνει κοινή συνείδηση στην εποχή μας. Σήμερα πιστεύουμε ότι ο Θεός είναι μια προβολή του ανθρώπου. Μπορούμε να σκεφτούμε αντίθετα ότι ο άνθρωπος είναι μια προβολή του Θεού.
Με αυτό ξαναβρίσκουμε μια πρόταση γνωστή από την παράδοσή μας, που λέει ότι ο άνθρωπος είναι εικόνα Θεού. Βέβαια την ξαναβρίσκουμε σε μια αναδίπλωση. Ας την πούμε γνωσιολογική αναδίπλωση.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι τον άνθρωπο και τον Θεό τους καταλαβαίνουμε μαζί. Ό,τι κατανόηση έχει για τον Θεό του ο άνθρωπος, την ίδια κατανόηση έχει για τον εαυτό του. Ό,τι κατανόηση έχει για τον εαυτό του, έχει για τον Θεό του.
Αυτά πηγαίνουν μαζί. Όταν παύουν να πηγαίνουν μαζί, χρειάζεται να γίνει μια διόρθωση. Όπως έγινε στην αρχαία τραγωδία, όταν οι θεοί της τραγωδίας ήταν λιγότερο ηθικοί από τον άνθρωπο.
Δεν γινόταν να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση. Πρέπει να προσαρμοστούν οι θεοί. Αντιστρόφως, υπάρχουν καταστάσεις όπου ο άνθρωπος είναι πολύ πίσω σε σχέση με τους θεούς του.
Πρέπει να προσαρμοστεί στους θεούς του. Λοιπόν, αυτό που θέλουμε να σκεφτούμε εμείς εδώ τώρα είναι τι είναι ο άνθρωπος όταν ο Θεός του είναι ο Τριαδικός Θεός. Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα.
Έτσι, με αυτό φτάνω στο θέμα μας. Και πριν μπω κατευθείαν στο θέμα, ήδη θα κάνω μια παρέκβαση. Επειδή βγαίνουμε από την ανατολική παράδοση και η παράδοσή μας έχει μια αντίθεση διατυπωμένη προς τις ερμηνείες της Τριάδας που αναπτύχθηκαν στον δυτικό κόσμο.
Τις οποίες ενίοτε θεωρεί πολύ ανθρωπολογικά χρωματισμένες οι ψυχολογικές Τριάδες του Αυγουστίνου. Λοιπόν, παρέκβαση για να φτάσω στην τελική ευθεία. Τελική, τώρα πώς τη λέει.
Κάθε θεολογία χρησιμοποιεί μια φιλοσοφία ως μια γλώσσα και λέει ότι είναι σε αυτή την περίπτωση η θεραπαινίδα, η φιλοσοφία. Μόνο που κάθε γλώσσα προκαλεί κάποιους περιορισμούς. Και έτσι υπάρχει πάντοτε ένα υπόλοιπο ανάγωγο ανάμεσα σε αυτό που θέλει να πει η θεολογία και στο πώς το λέει.
Δημιουργούνται προβλήματα δηλαδή από τη χρήση της φιλοσοφικής γλώσσας. Στη δική μας παράδοση τα τελευταία χρόνια στο θέμα της τριαδολογίας έχει οξυνθεί η κριτική προς τη δυτική παράδοση. Δεν έχει απλώς διατυπωθεί μια νέα τριαδολογία, έχει οξυνθεί η κριτική.
Η κριτική υπήρχε τουλάχιστον από κάποιους αιώνες. Είχε γίνει συνειδητή η εξής διαφορά: ότι η ελληνική πατερική θεολογία ξεκινάει από τα πρόσωπα της Τριάδας και πρέπει να συμβιβάσει τη σκέψη αυτή με την ενότητα του Θεού, και η δυτική παράδοση ξεκινάει από την ενότητα της μίας ουσίας και πρέπει να εξηγήσει τα πρόσωπα. Πρέπει να υπάρξει μια ισορροπία των δύο, γιατί εάν επιμείνει κανείς στη μία ουσία σε βαθμό που τα τρία πρόσωπα να γίνουν τρία προσωπεία, αυτό είναι η αίρεση του σαβελλιανισμού. Έτσι πρέπει να κρατήσει κανείς θεολογικά τα τρία πρόσωπα με την πλήρη σημασία τους.
Αν ξεκινήσει κανείς από τα τρία πρόσωπα και χάσει τη μία ουσία, είναι σαν να έχουμε τρεις θεούς. Το ζήτημα επομένως είναι πάντοτε να βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα στις δύο θέσεις, αλλά η ισορροπία είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί. Και εδώ δεν βοηθάει η φιλοσοφική ορολογία.
Στη Δύση η ορολογία ήταν una substantia, tres personae, μία ουσία, τρία πρόσωπα. Σε εμάς ο όρος substantia, που είναι αμφίσημος, θα δούμε την αμφισημία, αντικαταστάθηκε και θεωρήθηκε η substantia ισοδύναμη όχι με την ουσία αλλά με την υπόσταση, και η υπόσταση με το πρόσωπο, και έχουμε τη διατύπωση ότι έχουμε τρεις υποστάσεις, δηλαδή τρία πρόσωπα, και μία ουσία. Αυτά είναι τα αφετηριακά δεδομένα.
Αυτό σημαίνει για τους εξηγητές ότι η δυτική θεολογία σκέφτεται παίρνοντας ως μοντέλο τον ένα ατομικό άνθρωπο, ενώ, ας πούμε, η δική μας παράδοση σκέφτεται διαλογικά ως σχέση μεταξύ προσώπων. Ξεκινάει από τη σχέση μεταξύ προσώπων. Σκεφτείτε όμως τα όρια, γιατί τα τρία πρόσωπα μπορεί να είναι τρία τελείως διακριτά, τρεις διακριτές οντότητες.[ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ. Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΛΛΟΥ. ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΑΝ ΤΗΝ ΠΕΤΥΧΕΙ]
Πάντως σε αυτό στηρίχθηκε η νεότερη θεολογία μας και αυτό συμβαδίζει με τις αναπτύξεις της νεότερης φιλοσοφίας, μόνο που αυτό έγινε συνειδητό πολύ μερικά και πολύ πλάγια, διότι οι εξελίξεις αυτές στη φιλοσοφία αρχίζουν από τον 19ο αιώνα. Η πρόσφατή μας θεολογία, και εννοώ του Γιανναρά και του Ζηζιούλα κυρίως, έφερε την ορθόδοξη θεολογία κοντά στις θεωρίες του προσώπου του 20ού αιώνα. Αυτές όμως έχουν καταβολή στον 19ο αιώνα.
Το πρόβλημα της διυποκειμενικότητας υπάρχει από τον 19ο αιώνα. Και μάλιστα, χωρίς να μπορώ εδώ να το αναπτύξω, θα σας πω ότι οι διατυπώσεις του Ζηζιούλα όπως ότι ο Θεός, ότι η υπόσταση είναι αιτία των προσώπων και ότι αυτό δείχνει ότι είναι ελεύθερη η δημιουργία, όχι η δημιουργία, συγγνώμη, πρέπει να κάνεις ακριβώσεις σε αυτό, ότι η ελευθερία είναι στη βάση της σχέσης των προσώπων. Αντί να υπάρχει μια ουσία που καταναγκαστικά είναι η ίδια, η ουσία προκύπτει από την ελευθερία.
Συνεχίζεται
ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΗ ΕΠΙΔΕΙΞΗ. ΑΠΟΔΕΧΘΗΚΕ ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΤΙΤΛΟΥΣ. ΟΠΩΣ ΛΕΕΙ. ΟΛΟΙ ΠΑΣΧΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΝΩΣΤΗ ΨΥΧΩΣΗ!! ΕΙΜΑΣΤΕ ΓΥΜΝΟΙ ΚΑΙ ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΕΝΟΙ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου