Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Φυσική και Θεολογία, η φύση των όντων και οι λόγοι των όντων, Μεσογαίας Νικόλαος


Φυσική και Θεολογία, η φύση των όντων και οι λόγοι των όντων, Μεσογαίας Νικόλαος

Θέλω να εκφράσω και εγώ τη μεγάλη μου χαρά για την εξαιρετική ευκαιρία που μου δίνεται να βρεθώ σε αυτόν τον χώρο, στον οποίο είχα βρεθεί προ ετών με παιδιά. Και κάθε φορά που υπάρχει μια επικοινωνία με νέα παιδιά, δημιουργεί συγκινήσεις, παλμό, ενθουσιασμό, ελπίδα, ευγενή αισθήματα, που ανοίγουν και τη σκέψη και την καρδιά.

Χαίρομαι ιδιαιτέρως που με καλέσατε, και κυρίως τον κύριο Δημόπουλο θέλω να ευχαριστήσω, διότι αυτός είχε την πρωτοβουλία. Και εσάς βέβαια, κύριε Φιλτίση.

Διότι αισθάνομαι ότι σε μια τέτοια συνάντηση υπάρχει αυτή η ωραία πρωτοτυπία: ένα σχολείο, μια σχολή και μια ένωση που μας φέρνει όλους μαζί. Μας φέρνει μαζί για να ψάξουμε, να βρούμε την αλήθεια. Δεν θα τη βρούμε τελειώνοντας, αλλά όμως θα έχουμε τη χαρά ότι πήραμε λίγες λάμψεις από την αλήθεια, και αυτός είναι και ο σκοπός μας.

Και εγώ αυτά που θα πω δεν πρόκειται να είναι οι καταπληκτικές ομιλίες που θα λύσουν όλα τα προβλήματα. Ένα ερέθισμα θα ήθελα να δώσω. Μόλις προ ολίγου μου έδωσε ο κύριος Κούβελας το βιβλίο του, Oh My God, το οποίο μου το είχε στείλει για να το διαβάσω και το οποίο δείχνει ακριβώς αυτόν τον παλμό, αυτόν τον ενθουσιασμό, αυτή την όρεξη, στα ογδοντατόσα του χρόνια, να έχει νεανικό πνεύμα για να εκφράσει λεπτές, όμορφες και δυσθεώρητες αλήθειες.

Υπάρχουν, λοιπόν, τέτοια πάρα πολλά ερεθίσματα, και υποθέτω ότι και στη σκέψη αυτών που οργάνωσαν αυτήν εδώ την ημερίδα υπάρχει αυτή η διάθεση, όπως ακούσαμε και από τις προσφωνήσεις.

Ευχαριστώ, λοιπόν, πάρα πολύ για αυτή την ευκαιρία που μου δίνετε, και εγώ θα ήθελα έτσι να πω τις δικές μου σκέψεις πάνω στο θέμα όπως το αντιλαμβάνομαι, ξεκινώντας από τον τίτλο της σημερινής ημερίδας: «Δημιουργία: η φυσική της θεολογίας και η θεολογία της φυσικής».

Προσπάθησα να τον κατανοήσω, να τον δικαιολογήσω, για να βρω τη θέση μου, τις συντεταγμένες μου, σε μια τέτοια ανοιχτή προβληματική. Σκέφτηκα ότι μου ζητήθηκε να μιλήσω σε αυτή την ημερίδα προφανώς λόγω του επιστημονικού μου παρελθόντος, σε συνδυασμό με την όχι και τόσο συνηθισμένη επιλογή που έκανα στη ζωή μου: ανάμεσα στην αίγλη και στη λάμψη της επιστήμης, όπως παρουσιάζεται σήμερα, και τη σχετικά παρεξηγημένη εικόνα της Εκκλησίας και της θεολογίας, τελικώς εγώ να προκρίνω το δεύτερο.

Να σας πω, όσο κι αν νιώθω έτσι, δεν μπορώ να παραστήσω τον επιστήμονα, παλιό σας· δεν είμαι πλέον. Ούτε όμως και τον θεολόγο. Η θεολογία δεν είναι ιδεολογία που εκφράζεται ως δυναμικός στοχασμός από έξυπνους και μορφωμένους ανθρώπους, ούτε εύρος γνώσεων, ούτε έξυπνα επιχειρήματα, ούτε πειστικές αποδείξεις, ούτε εντυπωσιακές απαντήσεις.

Η θεολογία είναι πίστη· και η πίστη είναι πνοή, ενδιάθετος λόγος, που δύσκολα εκφράζεται έξω από την εσωτερική ησυχία της σιωπής και τη μυστική λατρεία. Και όταν μεταφράζεται σε δημόσιο λόγο, συνήθως αποδυναμώνεται και εξοδεύεται.

Αυτά όλα επιθυμώ να τα διευκρινίσω από την αρχή, ώστε ό,τι πω να το ακούσετε σαν από κάποιον που στο συγκεκριμένο θέμα μπορεί μεν να πει λάθη —δεν τα φοβάται—, αλλά δεν θα ήθελε να πει ψέματα.

Θα ήθελα να ξεκινήσω με τρεις αρχικές παρατηρήσεις.


Η πρώτη είναι ότι το θέμα σχέσεων φυσικής ως καθαρής επιστήμης και θεολογίας ως πίστης φαίνεται να απασχολεί κυρίως τους θεολόγους, και ίσως τη σύγχρονη θεολογική σκέψη, ή κάποιους επιστήμονες ως θρησκευόμενους όμως, και λιγότερο ή καθόλου την επιστήμη. Επίσης ενδιαφέρει και αθέους, οι οποίοι επιδιώκουν με κάθε τρόπο να στηρίξουν την αθεΐα τους, καθώς επικαλούνται την αντιεπιστημονικότητα της θρησκείας εν γένει.

Για την επιστήμη ο Θεός είναι έξω από το πεδίο της. Δεν διαθέτει εργαλεία για να Τον προσεγγίσει άμεσα, με αποτέλεσμα οι επιστήμονες, εάν ενδιαφέρονται για τον Θεό, να μην Τον ψάχνουν μέσα από την ερευνητική ενασχόλησή τους, αλλά να Τον διαπιστώνουν μέσα τους από άλλους δρόμους. Εξάλλου Θεός, που λογικά αποδεικνύεται πως υπάρχει ή πως δεν υπάρχει, δεν φαίνεται να υπάρχει.

Η δεύτερη παρατήρηση είναι ότι ο τίτλος «η φυσική της θεολογίας και η θεολογία της φυσικής» υπονοεί μια ισοτιμία μεταξύ της φυσικής και της θεολογίας, σαν να είναι δύο μεγέθη κάπως ίσης αξίας, που από μόνα τους είναι μάλλον ελλιπή, και το ένα έχει την ανάγκη του άλλου προκειμένου να ολοκληρωθεί. Σαν να υπάρχει μια αλληλοσυμπλήρωση στο ταξίδι της αναζήτησης της αλήθειας αυτού του κόσμου, του ανθρώπου και του προορισμού του.

Η φυσική όμως, στην προσπάθειά της να ερευνήσει τη φύση των όντων, δεν χρειάζεται και τόσο πολύ τη θεολογία. Ούτε και η θεολογία χρειάζεται την επιστημονική έρευνα, ούτε καν την επιστημονική λογική, προκειμένου να διηγηθεί τους λόγους των όντων.

Τα δύο αυτά, ως οδοί γνώσεως, είναι κάπως σχετιζόμενα, αλλά όχι ισότιμα, ούτε και αμοιβαίως αναιρούμενα ή επικαλυπτόμενα. Η επιστήμη γενικά μελετά την αισθητή και λογική πραγματικότητα, ενώ η θεολογία την αλήθεια που αυτή κρύβει και τους λόγους της.

Σίγουρα η επιστημονική σκέψη, η ανακάλυψη, δεν οδηγεί υποχρεωτικά στην αλήθεια, στους λόγους των όντων. Στο πλαίσιο όμως που παράγει φιλοσοφικό προβληματισμό, θα μπορούσε να οδηγήσει στη θεολογία.

Θα διατυπώσω και μια τρίτη παρατήρηση. Νομίζω ότι τα δύο προηγούμενα υπαινίσσονται μια υπερεκτίμηση της επιστήμης και μια μειονεκτική στάση των θεολόγων, του θεολογικού κόσμου και των πιστών έναντι αυτής. Αυτός είναι και ο λόγος που συχνά εμφανίζεται ο πιστός κόσμος να επιζητεί την επιστημονική επιβεβαίωση ως στήριγμα της ασθενικής, νομίζω, πίστης.

Δυστυχώς, η ανάγκη της πίστης να στηριχθεί στην επιστήμη είναι μεγαλύτερη από την ανάγκη της επιστήμης να φωτιστεί από τη θεολογία. Έτσι, ενώ σχεδόν ποτέ οι επιστήμονες δεν ζητούν τη βοήθεια των θεολόγων, πολύ συχνά επιστρατεύονται οι χριστιανοί επιστήμονες να δώσουν επιστημονική μαρτυρία περί της πίστεως. Ίσως και εμένα γι’ αυτόν τον λόγο να με έχετε καλέσει.

Δεν χρειάζεται όμως κάτι τέτοιο. Παρά ταύτα, χρειάζονται κάποιοι επιστήμονες σαν τους άλλους τρεις εξαιρετικούς ομιλητές της παρούσης ημερίδας, όχι για να αποδείξουν τον Θεό, αλλά για να καταδείξουν την ομορφιά της επιστημονικής γνώσης ως δώρο του Θεού και ότι η περιρρέουσα, κυριαρχούσα και ίσως κατευθυνόμενη αντίληψη ότι η επιστήμη αναιρεί την πίστη και εξαφανίζει από τον ορίζοντα τον Θεό είναι αβάσιμη, αυθαίρετη, παραπλανητική και εντελώς εσφαλμένη. Εντελώς. Είναι φιλοσοφική προκατάληψη, όχι επιστημονικό συμπέρασμα.

Δύσκολα ένας άπιστος θα οδηγηθεί στην πίστη μέσα από την επιστημονική του ανακάλυψη ή θεώρηση, και το αντίστροφο: δύσκολα ένας γνήσιος πιστός από την έρευνά του θα οδηγηθεί στην απιστία. Αυτό, είτε το ένα είτε το άλλο, θα μπορούσε να συμβεί μόνο από μια καθαρά υποκειμενική ερμηνεία και φιλοσοφική προέκταση που θα μπορούσε κάποιος να κάνει.

Προηγείται η πίστη ή η απιστία της επιστήμης. Δεν έπεται. Όπως υποστηρίζει ο Φράνσις Κόλινς, ο συγγραφέας ενός εξαιρετικού βιβλίου, Η Γλώσσα του Θεού, και ο οποίος ήταν μέχρι πριν από δύο-τρεις μήνες ο πρόεδρος στα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας και ο επικεφαλής του προγράμματος του ανθρώπινου γονιδιώματος, οι άνθρωποι δεν μπορούν να στραφούν στον χριστιανισμό, στην πίστη, μόνο με λογική και επιχειρήματα.

Το τελευταίο στάδιο της μεταστροφής απαιτεί, όπως λέγει, ένα άλμα πίστης. Το μόνο που θα μπορούσαμε να πούμε είναι ότι η επιστήμη με κανέναν τρόπο δεν αναιρεί την πίστη. Δεν μπορεί να το κάνει.

Ας δούμε όμως: έχει η φυσική θεολογία; Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται πως η φυσική έχει κάποια θεολογία. Όπως γράφει ο Απόστολος Παύλος στους Ρωμαίους: «Τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται, ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καὶ θειότης, εἰς τὸ εἶναι αὐτοὺς ἀναπολογήτους».

Με άλλα λόγια, η μελέτη του φυσικού κόσμου, που είναι το αντικείμενο της φυσικής, παραπέμπει σε αόρατο κόσμο και φανερώνει ποιητή, δημιουργό του κόσμου, με αιώνια και ακατάλυτη δύναμη, και υπό την έννοια αυτή οδηγεί στη θεολογία.

Στους ψαλμούς του Δαβίδ αναγνωρίζεται, ομολογείται ο ουρανός και το στερέωμα, το ορατό δηλαδή σύμπαν, ως θαυμαστό δημιούργημα του πάνσοφου Θεού, που αποδίδει τιμή και δόξα σε Αυτόν: «Οἱ οὐρανοὶ διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ, ποίησιν δὲ χειρῶν αὐτοῦ ἀναγγέλλει τὸ στερέωμα».

Επίσης, στο βιβλίο του Ιώβ υπάρχει ενθουσιώδης αναφορά στη δημιουργία των αστέρων, η οποία εκφράζει την παγκόσμια δοξολογία του Θεού ως δημιουργού της κτίσεως: «Ὅτε ἐγεννήθησαν ἄστρα, ᾔνεσάν με φωνῇ μεγάλῃ πάντες ἄγγελοί μου».

Είναι σαφές για τη θεολογία ότι η επιστήμη και η φυσική γνώση αποτελούν εξαιρετικό δώρο του Θεού, που όχι μόνο δεν κρύβει τον Θεό, αλλά μπορεί και να ανοίγει τον ορίζοντα προς Αυτόν. «Κύριος ἔδωκεν ἀνθρώποις ἐπιστήμην, ἐνδοξάζεσθαι ἐν τοῖς θαυμασίοις αὐτοῦ». Μάλιστα, η χρήση του όρου —και γι’ αυτό το τόνισα— «δόξα», παραπέμπει θεολογικά στη θεότητα. Συνεπώς, η παραπάνω αναφορά σημαίνει ότι η επιστήμη, η καλή και βαθιά κατανόηση των θαυμαστών έργων του Θεού, φανερώνει τη δόξα Του, δηλαδή τη θεότητά Του.

Υπό την έννοια αυτήν, η φυσική έχει σημαντικές προεκτάσεις προς τη θεολογία, καθώς η δυναμική της δημιουργίας του κόσμου δείχνει τον Θεό, αλλά δεν Τον αποδεικνύει. Πρέπει να θέλεις για να Τον δεις. Δεν σε υποχρεώνει. Όπως επίσης πρέπει να θέλεις για να Τον απορρίψεις.

Όπως ένας άλλος φημισμένος στοχαστής επιστήμων, που πήρε το Νόμπελ Φυσικής το 2004, ο Γουίλτσεκ, λέει ότι το σύμπαν ενσωματώνει θαυμάσιες ιδέες, αλλά παρότι αυτό μπορεί να εμπνεύσει μια πνευματική ερμηνεία, δεν την απαιτεί. Η πίστη προϋποθέτει και απαιτεί μια εσωτερική, βαθύτερη ελευθερία.

Το επόμενο ερώτημα είναι αν η θεολογία έχει φυσική. Είναι αλήθεια ότι όταν ο θεολογικός λόγος ομιλεί για κοσμολογία, για τη δημιουργία του κόσμου, όταν ο Μέγας Βασίλειος, ο Άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης, στην Εξαήμερό τους, ή ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στην Έκδοση Ορθοδόξου Πίστεως, αξιοποιούν την επιστημονική σκέψη και γνώση της εποχής τους προκειμένου να καταδείξουν τον Θεό ως δημιουργό, αυτό και μόνο δικαιολογεί μια σχέση της θεολογίας προς την κατεύθυνση της επιστημονικής γνώσης.

Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι οι μυστικοί θεολόγοι, όπως ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Συμεών ο Νέος Θεολόγος, ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όταν μιλούν περί της αληθούς γνώσεως του Θεού και της μυστικής θεολογίας, παράλληλα αναφέρονται και στη φυσική γνώση και θεωρία· και όταν γράφουν τα βαθιά θεολογικά τους κεφάλαια, συμπεριλαμβάνουν και τα λεγόμενα φυσικά κεφάλαια.

Εξάλλου, η Παλαιά Διαθήκη, στο πρώτο της βιβλίο, στη Γένεση, ξεκινάει με μια περιγραφή της αρχής του κόσμου ως θεϊκής δημιουργίας, όπου από τις πρώτες πέντε κύριες λέξεις οι τρεις αποτελούν έννοιες καθαρά φυσικές, όπως αρχή, ουρανός, γη, και στη συνέχεια βέβαια το φως, το στερέωμα, οι φωστήρες, ο ήλιος και η σελήνη, οι αστέρες κτλ. Χωρίς βέβαια κάτι τέτοιο να σημαίνει ότι ομιλεί επιστημονικά η Αγία Γραφή.

Παρ’ όλα αυτά, εάν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε μια γλώσσα ακριβείας, δεν φαίνεται να έχει η φυσική θεολογία ούτε και η θεολογία ακριβώς έχει φυσική, μιας και η θεολογία δεν στηρίζεται στη φυσική ούτε κάπως την επηρεάζει, ούτε όμως και το αντίστροφο. Ίσως σωστότερο είναι να πούμε ότι η φυσική προκαλεί τη θεολογία και η δεύτερη αγκαλιάζει την πρώτη, δεν στηρίζεται όμως σε αυτήν.

Αυτός είναι ο λόγος που, παρ’ όλα όσα αναφέραμε προηγουμένως, ο διάλογος μεταξύ κορυφαίων συγχρόνων επιστημόνων για τη σχέση επιστήμης και θρησκείας είναι και στις μέρες μας αρκετά έντονος και ζεστός, ζωντανός. Σχεδόν πάντοτε στις συνεντεύξεις τους προκαλούνται να κάνουν μια δήλωση πίστεως ή απιστίας, ακόμη και από τα κοσμικά περιοδικά. Και βέβαια τις περισσότερες φορές δηλώνουν έναν αγνωστικισμό ή κάποιας μορφής αθεΐα. Αυτό εξηγείται, αλλά είναι άλλο θέμα.

Ένας τίτλος όπως «Φυσική και Θεολογία» θα ήταν πιο πεζός, ίσως πιο σκέτος, αλλά κατά τη γνώμη μου πιο σωστός.

Ας δούμε τώρα κάποια μοναδικά χαρακτηριστικά που έχει η φυσική. Η φυσική μελετά τη φύση των όντων. Αποβλέπει στην ερμηνεία και κατανόηση των φαινομένων του φυσικού κόσμου, του υλικού και αισθητού δηλαδή κόσμου. Φαινόμενα είναι αυτά που φαίνονται και συνεπώς αυτά που παρατηρούνται με επαρκείς τρόπους. Άρα ξεκινάει από μια απλή παρατήρηση και προχωράει σε αυτά που δεν φαίνονται, αλλά μπορούν να διαπιστωθούν ή και να φανούν άμεσα ή έμμεσα. Είναι αυτά που υπάρχουν και κάπως κρύβονται, αλλά μπορούμε να τα δούμε και πρέπει να τα βρούμε.


Έτσι, οι μη ορατές λεπτομέρειες του μικροκόσμου ή του μακροκόσμου μπορεί να αναχθούν σε ένα επίπεδο των αισθήσεων, ή αυτό που αρχικά δεν κατανοείται μπορεί να αποδειχθεί. Αυτός είναι ο χώρος στον οποίο κινείται η επιστήμη. Το ίδιο και η μελέτη του σύμπαντος ή των δυνάμεων, της κίνησης, του ηλεκτρισμού, των μορφών της ενέργειας, των οπτικών και ακουστικών ερεθισμάτων και ούτω καθεξής.

Αυτά, καθώς φαίνονται, παρατηρούνται, δημιουργούν ερεθίσματα, διαπιστώνονται και με κάποιον τρόπο ερμηνεύονται και εξηγούνται. Σε αυτό βοηθούν τα μαθηματικά, οι θεωρίες, η ορθή λογική και ο διαρκής διάλογός τους με την παρατήρηση και το πείραμα.

Όταν το 1981, μεταπτυχιακός τότε φοιτητής της αστροφυσικής και της θεωρητικής φυσικής και κοσμολογίας, σκεπτόμουν να δοκιμάσω στη ζωή μου μια στροφή προς σύγχρονους τομείς των επιστημών υγείας, πλησίασα μια ομάδα νεαρών επιστημόνων του τομέα βιοφυσικής στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, όπου όλοι αυτοί ήταν φωτιά τα μυαλά τους από πλευράς φυσικής αντίληψης. Επικεφαλής του προγράμματος ήταν ο Γουόλτερ Γκίλμπερτ, ο οποίος είχε διδακτορικό στη θεωρητική φυσική, στα στοιχειώδη σωμάτια· πήρε μετά το βραβείο Νόμπελ Χημείας και ήταν ο επικεφαλής της μοριακής βιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ.

Αυτός λοιπόν, όταν τους πλησίασα και τους είπα ότι σκέφτομαι κάτι τέτοιο, μου είπε την εξής έκφραση, την οποία και συγκράτησα: Physics is the best intellectual exercise. Μου άρεσε αυτό και το αισθάνομαι μέχρι σήμερα βαθιά μέσα μου. Και δεν είναι μόνο η καλύτερη διανοητική άσκηση, αλλά είναι και το καλύτερο εργαλείο, η καλύτερη γλώσσα, προκειμένου κανείς να εκφράσει και φιλοσοφικές θέσεις, αλλά ακόμη και δυσπρόσιτες και δυσνόητες θεολογικές έννοιες και αλήθειες.

Έχει μια μοναδικότητα η φυσική. Καταρχάς είναι το εύρος της. Το πεδίο έρευνάς της εκτείνεται από ό,τι πιο μικρό δομικά υπάρχει στη φύση, όπως τα στοιχειώδη σωμάτια, τα κουάρκς και τα λοιπά, με τα οποία ασχολείται ο κύριος Γούναρης, μέχρι τα μεγαλύτερα, όπως είναι οι γαλαξίες, το σύμπαν ολόκληρο.

Η έρευνά της περιλαμβάνει ό,τι πιο παλιό, όπως η αρχή του υλικού κόσμου πριν από 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια, και εκτείνεται στο απώτερο μέλλον με τη μελέτη της κοσμικής εξέλιξης του σύμπαντος. Ασχολείται με το πιο κοντινό και ψηλαφητό, όπως και με το πλέον απόμακρο και δυσπρόσιτο. Βυθίζεται σε απειροστά ή εκτείνεται σε ιλιγγιώδη μεγέθη που υπερβαίνουν την αντιληπτική ικανότητα και αίσθηση. Δεν καταλαβαίνουμε τι θα πει ένα δισεκατομμύριο. Δεν μπορούμε να το αντιληφθούμε εύκολα· μπορούμε να το περιγράψουμε.

Κυκλοφορεί μέσα και στις πιο σκοτεινές γωνιές του υλικού κόσμου και ερευνά τα μυστικά τους. Η πορεία προς τη γνώση του κόσμου είναι μαγευτική. Είναι μία περιπέτεια —την είπε τη λέξη κάπως, νομίζω, ο κύριος Φιλτίσης—, ένα πέρασμα μέσα από συμμετρίες και ασυμμετρίες, κατανοήσεις και απορίες, σφάλματα και προσεγγίσεις, σκοτάδια άγνοιας και φωτεινές εκπλήξεις. Μια διακοπή πάλι με το άγνωστο και το καινούργιο.

Το εύρος λοιπόν είναι το πρώτο στοιχείο. Το δεύτερο: η διεισδυτικότητα. Είναι μοναδική.

Θεωρείται όλο αυτό το ταξίδι, που αξιοποιεί την προσεκτική παρατήρηση και την οξύτητα της σκέψης, συνθετικής και αναλυτικής, που τομογραφεί και διαπερνάει σαν τρυπάνι τα πιο δύσβατα σημεία του αισθητού και κατανοητού κόσμου, πράγματι συναρπαστικό, καθώς ανακαλύπτει και ξεσκεπάζει νέους κόσμους, καθώς κυνηγάει και διαλέγεται συνεχώς με το υπαρκτό μεν, αλλά άγνωστο, σκαρφαλώνοντας σε μια αέναη κλίμακα σημαντικών ανακαλύψεων και εκπλήξεων, που η μία διαδέχεται την άλλη, καθώς ξεδιπλώνει τα άγνωστα μυστικά του κόσμου και φανερώνει την ασύλληπτη ομορφιά και σοφία του.

Και καθώς η προσπάθεια κατανόησής του απαιτεί σπάνια ιδιοφυΐα και διανοητική οξυωπία, δεν είναι για όλους, και από την πλευρά του ερευνητή της.

Και ερχόμαστε στο επόμενο χαρακτηριστικό, το οποίο είναι η διαπίστωση της ομορφιάς, της αρμονίας του κόσμου, των κρυμμένων συμμετριών και των ασυμμετριών, της ποικιλότητας, των χρωματισμών, των ακραίων τιμών, των διαφόρων μεγεθών, των ασύλληπτων συμπτώσεων και αιφνιδιαστικών λεπτομερειών, των νόμων που διέπουν τις φυσικές σχέσεις και ισορροπίες, τις κανονικότητες και τις διαταραχές τους.

Η φυσική έρευνα είναι ένα διαρκές ταξίδι μέσα σε χώρους γοητευτικού κάλλους και άπειρου μεγαλείου, σε έναν κόσμο που ονομάζεται κόσμος, δηλαδή κόσμημα, γιατί το βασικό χαρακτηριστικό του είναι η σοφή σκέψη που διέπει την ύπαρξη και τη λειτουργία του και η απερίγραπτη ομορφιά του.

Αυτό ακριβώς υπογράμμιζε ο Αναξαγόρας, όταν, παρά τις όποιες ιδεολογικές επιφυλάξεις του Πλάτωνα, έλεγε ότι «νοῦς ἐστιν ὁ διακοσμῶν καὶ πάντων αἴτιος». Μεγαλύτερη από την ομορφιά του φυσικού κόσμου είναι η σοφία του, η ιδιοφυΐα του, αυτή που απολαμβάνει ο ευφυής ερευνητής του.

Ίσως πιο συναρπαστικό από τον περίπατο των αστροναυτών στο διάστημα να είναι αυτό το ταξίδι του φυσικού ερευνητή στο υπέροχο χάος του αγνώστου του. Είναι σαν να έχει πλησιάσει τις εσχατιές του σύμπαντος, τα όριά του, και αυτό διαρκώς να του απομακρύνεται και να του ανοίγει την όρεξη. Να προσπαθεί να κοιτάξει παραπέρα, σίγουρος ότι θα τα καταφέρει, και αυτό να του κρύβεται.

Είναι μεθυστικό αυτό το κυνήγι των ορίων. Δεν χορταίνεται η σοφία και η ομορφιά του κόσμου. Είναι πραγματικά αριστούργημα αυτός ο κόσμος και είναι εξαιρετικό δώρο η φυσική, κύριε Φιλτίση. Έτσι νομίζω. Θείο δώρο.

Και ενώ η φυσική έχει τα παραπάνω χαρακτηριστικά —το τεράστιο εύρος στο πεδίο της, τη μοναδική διεισδυτικότητα στα πιο δυσπρόσιτα μυστικά του φυσικού κόσμου, τη σχέση με τη σπάνια ομορφιά και σοφία του— έχει και τις απογοητευτικές διαπιστώσεις της.

Οι πιο βασικές θεωρίες της αποδεικνύουν ότι ο κόσμος μας διέπεται από σχετικότητα και αβεβαιότητα. Τα διάφορα κοσμικά μεγέθη, αποστάσεις, χρόνοι, εντάσεις, σε σχέση με τις υφιστάμενες σταθερές, δικαιολογούν μεν την ύπαρξη και συντηρούν τη ζωή του, επιβεβαιώνουν όμως ότι το σκοτάδι κυριαρχεί του φωτός, το ψύχος της θερμότητας, το κενό της παρουσίας, η στατικότητα της κίνησης· ότι και αυτά που γνωρίζουμε δεν είναι απόλυτα αντιληπτά ή άμεσα κατανοητά.

Ότι κάθε μορφή επικοινωνίας μεταξύ των λογικών όντων μέσα σε αυτό το σύμπαν, σε μικρή κλίμακα, είναι περιορισμένη και σε μεγάλη είναι απαγορευμένη. Ότι υπάρχει όχι για να το κατακτήσουμε ούτε για να το γνωρίσουμε σε κάθε του λεπτομέρεια, αλλά μόνο για να το απολαμβάνουμε. Και αυτό πολύ λίγοι και για πολύ λίγο· άγνωστο για πόσο λίγο. Υπάρχει όμως και για να προκαλεί τη σκέψη, να εμπνέει.

Όλα αυτά είναι θαυμάσια, αλλά όμως από μόνα τους δεν μπορούν να προσφέρουν τίποτα παραπάνω από μια ικανοποίηση της ακόρεστης ανθρώπινης περιέργειας και δίψας για γνώση. Αυτό που τελικά λαμβάνει ως αντάλλαγμα ο φυσικός ερευνητής και που θα μπορούσε να αποτελεί τον σκοπό και το κίνητρο της έρευνάς του είναι η απόλαυση της ομορφιάς του σύμπαντος, η βαθιά ικανοποίησή του για την ικανότητά του να το μελετά και να το γνωρίζει, ή η δυνατότητα που η μελέτη του παρέχει στην επινόηση ποικίλων τεχνολογικών εφαρμογών, που βελτιώνουν τους όρους της ζωής και της καθημερινότητας και διευκολύνουν τις συνθήκες επιβίωσης.

Τίποτε όμως από όλα αυτά δεν εξηγεί τους λόγους των όντων: το γιατί υπάρχει ο κόσμος, γιατί είναι όπως είναι, αν, πώς και από ποιον δημιουργήθηκε, γιατί κυριαρχεί η φθορά και ο θάνατος, γιατί η ανθρώπινη ζωή έχει όρια στη σκέψη, στη διάρκειά της, στις δυνατότητές της, στην ελευθερία της.

Ποιος είναι ο λόγος ύπαρξης του ανθρώπου μέσα σε αυτό το σύμπαν, μιας πολύ σύντομης και απρόβλεπτης, ως προς τη μορφή και την εξέλιξή της, ζωής, σε σχέση με τους τεράστιους κοσμικούς χρόνους; Γιατί να είμαστε σκεπτόμενοι; Και άλλα τόσα σχετικά. Τελικά, ποια είναι η αλήθεια που κρύβεται πίσω από τη φυσική πραγματικότητα αυτού του κόσμου;

Δεν φαίνεται να μπορεί η επιστήμη να μας τη δείξει. Δεν επαρκεί για τα πάντα, παρά την ομορφιά που περιέγραψα και την αίγλη της. Η αίσθηση ότι ο άνθρωπος γνωρίζει τα πάντα μέσω της επιστήμης και ότι μπορεί τα πάντα μέσω της τεχνολογίας είναι απατηλή ψευδαίσθηση. Δεν είναι παντογνώστης ούτε παντοδύναμος. Απλά έτσι νομίζει στις μέρες μας και ξεγελιέται.

Διερωτάται κανείς αν τελικά η γνώση της φύσης των όντων από μόνη της, όσο μεγάλη και ευρεία, διεισδυτική και μαγευτική και αν είναι, πράγματι αξίζει. Την απολαμβάνουν ελάχιστοι, για πολύ λίγο· δεν έχει βεβαιότητα, δεν έχει προοπτική· ενώ έχει αποδείξεις, δεν έχει λόγο. Πού είναι η αξία της;

Στο σημείο αυτό έρχεται η θεολογία. Δική της αποστολή είναι να ψάξει για τους λόγους των όντων, όχι να περιγράψει τις λεπτομέρειες της φύσης τους. Για τον λόγο αυτόν και τα ιερά κείμενα δεν αποσκοπούν στο να προσφέρουν τη φυσική γνώση σε πλήρη επάρκεια. Αυτά παρέχουν τη θεία γνώση ως αποκάλυψη, αφήνοντας στον άνθρωπο την ανακάλυψη της φυσικής γνώσης.

Η θεολογία ενδιαφέρεται όχι τόσο για την περιγραφική κατανόηση των φαινομένων, αλλά κυρίως για το βαθύτερο νόημα και τη σημασία τους. Όχι για την πραγματικότητα γυμνή και σκέτη, αλλά περικοσμημένη με την αλήθεια της. Αυτή τη ζωντανεύει.

Αυτό προσπαθεί και η φιλοσοφία, αλλά δεν έχει σταθερές. Είναι σαν να ανεβαίνεις σε έναν πύργο χωρίς βάση, που αιωρείται από κάπου ανεξέλεγκτα. Αντίθετα, η θεολογία στηρίζεται πάνω στην πίστη της στην ύπαρξη του Θεού και στην ενεργό και επιβεβαιωμένη παρουσία Του, από την οποία και φωτίζεται ο λόγος της.

Θεολογία δεν είναι μια σύνθεση ασταθών στοχασμών ή λογικών επιχειρημάτων περί του Θεού, ούτε η αυθαίρετη προβολή κάποιων δογματικών αξιωμάτων που ονομάζονται αλήθειες. Δεν είναι ένα ιδεολόγημα που επιδιώκει να πείσει για την ύπαρξη του Θεού και δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα.

Ο Θεός υπάρχει όχι γιατί το υπαγορεύει η λογική, ούτε γιατί το γράφουν κάποια ιερά βιβλία, αλλά γιατί Αυτός είναι η πηγή του Είναι. Υπάρχει, και χωρίς Αυτόν καταρρέουν τα πάντα, ακόμη και η αξία της επιστήμης. Αυτή μένει με τις απολαύσεις της, με γυμνή την ομορφιά της, χωρίς τους λόγους των ευρημάτων της.

Για την ορθόδοξη θεολογία, ο Θεός είναι πρώτον, ο προαιώνιος και αΐδιος· δεύτερον, το αίτιο, ο λόγος και ο δημιουργός πάντων των όντων· και τρίτον, ο πάντοτε παρών.

Οι λόγοι των όντων συνδέονται άμεσα με το αίτιο των πάντων, τον Θεό. Είναι εντυπωσιακό ότι το όνομα του Θεού στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται ως Yahweh, που σημαίνει «ὁ Ὤν». Αυτός που υπάρχει, που αποτελεί την πηγή της ύπαρξης, του είναι και της ζωής των πάντων.
Δεν θα υπήρχε ίσως καλύτερο και πιο πετυχημένο όνομα για τον Θεό από την ταύτισή Του με το Είναι. Είναι άναρχος και αιώνιος, προϋπάρχων Θεός: «πρὸ τοῦ ὄρη γεννηθῆναι καὶ πλασθῆναι τὴν γῆν καὶ τὴν οἰκουμένην, καὶ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος καὶ ἕως τοῦ αἰῶνος σὺ εἶ».

Κάποιοι αγνωστικιστές επιστήμονες υποστηρίζουν ότι είμαστε μια ανακατανομή του τίποτα —τα λέμε με τον κύριο Γούναρη. Δηλαδή το τίποτα κάπως ανακατεύθηκε με τον εαυτό του και προέκυψε ο κόσμος, το σύμπαν.
Από το τίποτα προέκυψε το μεγαλείο, το κάλλος, η σοφία του κόσμου. Στη λογική τους αυτήν, ο κόσμος έγινε μόνος του. Δεν χρειάζεται δημιουργός. Τον γέννησε το μηδέν, το τίποτα, ο κανείς. Αυτό όμως, όσο και αν παρουσιάζεται έτσι, δεν είναι επιστημονική άποψη ούτε και ισχυρή λογικά θέση.

Ας το δούμε αυτό από θεολογικής πλευράς. Όταν ο ερευνητής, αντί να μαγεύεται με την ομορφιά του κόσμου, αντί να διεκδικεί τους λόγους της, αντί να διακρίνει στο βάθος τον Θεό, δημιουργό του, αρκείται κυρίως στο να θαυμάζει με έπαρση την ιδιοφυή σκέψη του και να απολαμβάνει τις ικανότητές του, το επίτευγμά του, τον εαυτό του, τότε έχει κλείσει πολύ τον ορίζοντά του και έχει βουλιάξει στο βαρυτικό πεδίο του εγωκεντρισμού του.

Είναι σαν να ζει μέσα σε μια διαστελλόμενη ημιδιαφανή σφαίρα, που ξεγελιέται από το ότι διαστέλλεται. Απολαμβάνει τα όσα βλέπει από τον εισερχόμενο φωτισμό στο εσωτερικό της, αλλά δεν μπορεί να δει τι συμβαίνει έξω. Χωρίς ενδεχομένως να το καταλαβαίνει, γίνεται ο ίδιος Θεός και εκτοπίζει τον Θεό, Τον κάνει ξένο και ανεπιθύμητο, Τον αγνοεί και Τον αρνείται.

Η περιγραφή της φύσης των όντων χωρίς τη σοφία των λόγων τους χαρίζει κάποια απόλαυση, αλλά δεν προσφέρει το κλειδί της αλήθειας που ελευθερώνει. Στη θεολογική αντίληψη, πριν γίνουν όντα τα όντα, δηλαδή πριν έρθουν στο είναι, τότε που επικρατούσε —θα είναι λίγο πυκνά αυτά που θα πω— το μη είναι, το τίποτα, ο Θεός, που το όνομά Του είναι ὁ Ὤν και ως ὁ Ὤν προϋπήρχε του υλικού κόσμου, παρεμβαίνει δημιουργικώς και εκ του μη όντος εις το είναι τα πάντα, δηλαδή το σύμπαν, παρήγαγε.
Είναι πιο δύσκολο και παράλογο να δεχθείς την τύχη από το να πιστεύεις ως πηγή των όντων τον ὄντα. Τον ὄντα Θεό, αντί να επιθυμείς να κοινωνείς μαζί Του επειδή ακριβώς είναι ὁ Ὤν, να Τον απορρίπτεις εκ προοιμίου.
Ο Θεός λοιπόν υπήρχε τότε που δεν υπήρχε κόσμος και χρόνος, δηλαδή προϋπήρχε. Αυτός ο άκτιστος Θεός είναι ο δημιουργός του κτιστού κόσμου, διότι «πάντα δι’ αὐτοῦ ἐγένετο καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν, ὃ γέγονεν». Είναι το μόνο άκτιστο αίτιο και ο κόσμος το κτιστό αιτιατό.
Ανάλογη διδασκαλία συναντάται στο βιβλίο των Μακκαβαίων, αλλά και γενικότερα στην πατερική γραμματολογία, με λιτότητα και σταθερότητα. Το σύμπαν δεν προέκυψε αυτόματα ούτε από μόνο του, αλλά δημιουργήθηκε. Έχει δημιουργό. Αυτή είναι η μεγαλύτερη παρακαταθήκη του. Από αυτό αντλεί την αξία και το μεγαλείο του, όχι από την ομορφιά και τη σοφία των νόμων του.


Ο Τριαδικός Θεός με τις άκτιστες ενέργειές Του αγκαλιάζει όλη την κτίση. Κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τα απλώς όντα, τα χωρίς δηλαδή ζωή, μετέχουν της ουσιοποιού ενεργείας του Θεού. Τα ζώντα, τα ζώα, τα φυτά, και της ζωοποιού. Τα λογικά όντα και της σοφοποιού ενεργείας του Θεού. Ενώ μόνο οι άγγελοι και οι άνθρωποι μετέχουν και της θεοποιού ενεργείας του Θεού. Και αυτός είναι ο λόγος ύπαρξης των ανθρώπινων όντων: η μετοχή στις άκτιστες ενέργειες του Θεού.

Ο Θεός είναι τρίτον και πάντοτε παρών. Σε όλη την κτίση. Και όπως διά της δημιουργικής ενεργείας έφερε όλα τα όντα στην ύπαρξη, εκ του μη όντος, έτσι και διά της συνεκτικής και εποπτικής Του άκτιστης ενέργειας συγκρατεί όλα τα όντα εις το είναι και ορίζει τους φυσικούς και πνευματικούς νόμους που διέπουν την υλική και νοερά κτίση.

Η άκτιστη ενέργεια του Θεού ως αιτία γίνεται κτιστή ως αποτέλεσμα και μεταποιείται σε διάφορα είδη κτιστών ενεργειών, όπως είναι η δυναμική, η κινητική, η χημική, η πυρηνική, που μελετούν οι φυσικοί. Αυτά μελετάει η φυσική, και μάλλον έτσι πρέπει να τα μελετάει.

Υπό την έννοια αυτήν, ο Θεός ως πάντοτε παρών, όταν κοινωνείται, επιβεβαιώνεται η ύπαρξή Του και διαπιστώνεται η αλήθεια Του, η θεότητά Του. Συνεπώς, διά της θεολογίας φωτίζεται η επιστημονική ανακάλυψη, αποκτά αξία η κατανόηση του κόσμου, μεγεθύνεται η ομορφιά του, ζωντανεύει η υλικότητά του, μεγαλύνεται η επιστήμη, καθώς «ἐνδοξάζεται ἐν τοῖς θαυμασίοις αὐτοῦ» ο Κύριος και «καθορᾶται ἡ ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καὶ θειότης». Δηλαδή μέσα από τη φυσική γνώση φανερώνεται ο Θεός και η αλήθεια Του. Δεν αποδεικνύεται· δείχνεται.

Πράγματι, η φυσική οδηγεί στη θεολογία και η θεολογία αναδεικνύει πολλαπλασιαστικά τη φυσική γνώση. Και επιπλέον, η φυσική είναι για λίγους και για λίγο, λίγα χρόνια, ενώ η πίστη είναι για όλους και για πάντα, αιωνίως.

Θα κλείσω με ένα περιστατικό. Προ ετών, ένας από τους πλέον διάσημους και διεθνώς γνωστούς Έλληνες επιστήμονες, πρωτοπόρος στην έρευνα της τεχνητής νοημοσύνης, αφού έδωσε μια γεμάτη πάθος και παλμό διάλεξη στο καταληκτήριο μάθημα το οποίο έκανε, και το οποίο ήταν εντυπωσιακό, οι φοιτητές έμειναν άναυδοι και ξέσπασαν σε ένα γερό χειροκρότημα.

Τελειώνοντας λοιπόν, σηκώθηκε ένας και είπε: «Κύριε καθηγητά, πού βρίσκετε τη δύναμη, την έμπνευση, το πάθος, τη ζωή, τον τρόπο με τον οποίο εσείς μιλάτε και κάνετε την έρευνά σας; Θέλουμε να μας το πείτε. Μας μεταφέρατε γνώση· θέλουμε να μας δώσετε τώρα και την έμπνευσή σας».

«Καλύτερα να μη σας απαντήσω», τους είπε. «Δεν νομίζω ότι θα το καταλάβετε».

«Γιατί το λέτε αυτό; Γιατί δεν θα το καταλάβουμε; Είμαστε μαθητές σας και θέλουμε να μάθουμε το μυστικό σας».

«Όχι», λέει, «άστε τα για άλλη φορά».

«Τέλειωσε το μάθημα. Άλλη φορά δεν ξέρουμε αν θα σας ξαναδούμε. Θέλουμε τώρα να μας το πείτε».

«Καλά», λέει, «αφού επιμένετε, θα σας το πω. Αλλά έχετε προκαταλήψεις και θα με απορρίψετε τώρα, στο τελευταίο μάθημα».

«Όχι, να μας το πείτε».

«Είναι», λέει, «τρεις λέξεις: μετάνοια, εξομολόγηση, προσευχή».

Κόκαλο. Πάγωσαν οι πάντες. Κανείς δεν περίμενε κάτι τέτοιο. Έγινε μια σιγή. Σηκώνεται ένας και λέει: «Με συγχωρείτε, δηλαδή πιστεύετε στην Παναγία και στα θαύματα και σε τέτοια πράγματα, και κάνετε έρευνα στην τεχνητή νοημοσύνη;»

«Ακούστε», λέει, «παιδιά, δεν χρειάζεται να σας πω εγώ πού πιστεύω ούτε πώς πιστεύω και δεν ξέρω και πόσο πιστεύω. Ένα πράγμα μόνο θα σας πω: ότι πάντως ο αλγόριθμος δουλεύει».

Αυτό θα είχα και εγώ να πω: ο αλγόριθμος της πίστης δουλεύει εδώ και χρόνια, είτε αμφισβητείται είτε αγνοείται είτε περιφρονείται.

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου