ΕΠΙΜΕΤΡΟ ΣΤΟ: «ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ;»¹
Το ερώτημα «Τι είναι Μεταφυσική;» παραμένει ερώτημα. Το ακόλουθο επίμετρο είναι, για εκείνον που εμμένει στο ερώτημα, ένας ακόμη πιο αρχέγονος πρόλογος. Το ερώτημα «Τι είναι Μεταφυσική;» ερωτά πέρα από τη μεταφυσική. Πηγάζει από μια σκέψη που έχει ήδη εισέλθει στην υπέρβαση της μεταφυσικής. Στην ουσία τέτοιων μεταβάσεων ανήκει το ότι, εντός ορισμένων ορίων, πρέπει ακόμη να μιλούν τη γλώσσα εκείνου που συμβάλλουν να υπερβεί.
Η ιδιαίτερη περίσταση κατά την οποία εξετάζεται το ερώτημα για την ουσία της μεταφυσικής δεν πρέπει να οδηγήσει στην άποψη ότι αυτό το ερωτάν είναι δεσμευμένο να εκκινεί από τις επιστήμες. Η νεότερη έρευνα, μαζί με άλλους τρόπους παράστασης και άλλους τρόπους παραγωγής του όντος, έχει ενταχθεί στο θεμελιώδες γνώρισμα εκείνης της αλήθειας, σύμφωνα με την οποία κάθε ον φέρει τη σφραγίδα της βούλησης για βούληση, της οποίας η «βούληση για δύναμη» άρχισε να εμφανίζεται ως προμορφή.
Η «βούληση», νοούμενη ως θεμελιώδες γνώρισμα της οντικότητας του όντος, είναι η εξομοίωση του όντος με το πραγματικό κατά τέτοιον τρόπο, ώστε η πραγματικότητα του πραγματικού να εξουσιοδοτείται ως η άνευ όρων δυνατότητα κατασκευής, μέσω της καθολικής αντικειμενοποίησης.
Η νεότερη επιστήμη ούτε υπηρετεί έναν σκοπό που της επιβλήθηκε εκ των υστέρων ούτε αναζητεί μια «αλήθεια καθ’ εαυτήν». Ως τρόπος της υπολογιστικής αντικειμενοποίησης του όντος, αποτελεί έναν όρο που τίθεται από την ίδια τη βούληση για βούληση και μέσω του οποίου αυτή εξασφαλίζει την κυριαρχία της ουσίας της.[ΤΟ ΦΙΔΙ ΤΡΩΕΙ ΤΗΝ ΟΥΡΑ ΤΟΥ]
Επειδή, ωστόσο, κάθε αντικειμενοποίηση του όντος εξαντλείται στην προμήθεια και στην εξασφάλιση του όντος και αντλεί από αυτό τις δυνατότητες της περαιτέρω πορείας της, η αντικειμενοποίηση εμμένει στο ον και το θεωρεί ήδη ως το Είναι. Κάθε συμπεριφορά προς το ον μαρτυρεί έτσι μια γνώση του Είναι, συγχρόνως όμως και την αδυναμία να σταθεί αφ’ εαυτής μέσα στον νόμο³ της αλήθειας αυτής της γνώσης.
Αυτή η αλήθεια είναι η αλήθεια περί του όντος. Η μεταφυσική είναι η ιστορία αυτής της αλήθειας. Λέγει τι είναι το ον, συλλαμβάνοντας εννοιολογικά την οντικότητα του όντος. Μέσα στην οντικότητα του όντος η μεταφυσική σκέπτεται το Είναι, χωρίς όμως να μπορεί, με τον τρόπο της σκέψης της, να στοχαστεί την αλήθεια του Είναι.
[Σε ένα χωρίο του Πλατωνικού Σοφιστή -διάσημο διότι χρησιμοποιήθηκε και σάν επιγραφή του έργου του Χάϊντεγκερ, Είναι και χρόνος- ο ξένος της Ελέας, βεβαιώνει : «Είναι ξεκάθαρο πάντως πώς εσείς απο πολύ καιρό είστε εξοικειωμένοι μ’αυτό που εννοείτε όταν χρησιμοποιείτε την έκφραση «ουσιώδες» (Το όν). Και εμείς πιστεύουμε να την κατανοήσουμε μία μέρα, αλλά για την ώρα είμαστε χαμένοι στην αβεβαιότητα». (...δήλον γάρ ώς υμείς μέν ταύτα (τί ποτε βούλεσθε σημαίνειν οπόταν όν φθέγγησθε) πάλαι γιγνώσκετε, ημείς δέ πρό του μέν ωόμεθα, νύν δ’ηπορήκαμεν...). Εάν στην θέση του Ελληνικού όν, θέσουμε το ΕΓΩ—μία αντικατάσταση με πολύ μεγάλη εσωτερική σημασία και ιστορική σπουδαιότητα, διότι η ίδια η σκέψη την πραγματοποίησε ξεκινώντας απο τον Καρτέσιο, δεδομένου ότι σ’αυτόν πρώτα, το υποκείμενο σαν υπόστρωμα, ανυψώνεται σε ΕΓΩ—αυτή η φράση εκφράζει παραδειγματικά την ψυχική μας στάση απέναντι στο ΕΓΩ και σε κάθε άλλη κορυφαία έννοια.]
Η μεταφυσική κινείται παντού στην περιοχή της αλήθειας του Είναι, η οποία παραμένει γι’ αυτήν —μιλώντας μεταφυσικά— το άγνωστο και αθεμελίωτο θεμέλιο. Αν όμως υποθέσουμε ότι όχι μόνο το ον προέρχεται από το Είναι, αλλά ότι, ακόμη αρχικότερα, το ίδιο το Είναι αναπαύεται μέσα στην αλήθεια του και ότι η αλήθεια του Είναι ουσιώνεται ως το Είναι της αλήθειας, τότε καθίσταται αναγκαίο το ερώτημα τι είναι η μεταφυσική κατά το θεμέλιό της.[ΦΙΛΑΥΤΙΑ]
Αυτό το ερωτάν πρέπει να σκέπτεται μεταφυσικά και συγχρόνως να σκέπτεται από το θεμέλιο της μεταφυσικής, δηλαδή όχι πλέον μεταφυσικά. Ένα τέτοιο ερωτάν παραμένει, με μια ουσιώδη έννοια, διφορούμενο.[ΦΤΑΙΕΙ Ο ΑΥΤΟΕΡΩΤΑΣ,Η ΒΟΥΛΗΣΗ]
Κάθε προσπάθεια να ακολουθήσει κανείς την πορεία της σκέψης της διάλεξης θα προσκρούσει, επομένως, σε εμπόδια. Αυτό είναι καλό. Έτσι το ερωτάν γίνεται γνησιότερο. Κάθε ερώτημα που ανταποκρίνεται στο ίδιο το πράγμα είναι ήδη η γέφυρα προς την απάντηση. Οι ουσιώδεις απαντήσεις είναι πάντοτε μόνο το τελευταίο βήμα των ερωτημάτων. Αυτό όμως παραμένει αδύνατο να πραγματοποιηθεί χωρίς τη μακρά σειρά των πρώτων και των αμέσως επόμενων βημάτων. Η ουσιώδης απάντηση αντλεί τη φέρουσα δύναμή της από την επίμονη ενστάση του ερωτάν. Η ουσιώδης απάντηση είναι μόνο η αρχή μιας ευθύνης. Μέσα σε αυτήν αφυπνίζεται αρχικότερα το ερωτάν. Γι’ αυτό και το γνήσιο ερώτημα δεν καταργείται από την απάντηση που βρέθηκε.[Επειδή το Εγώ του Καρτέσιου εικονίζεται και σαν Ego cogito και σαν Res cogitans, ο προσδιορισμός τού Είναι, του «Sum», αφορά τόσο στην έννοια του Εγώ, όσο και σ' εκείνη της ουσίας και την σχέση τους.ΤΉΝ ΒΟΎΛΗΣΗ ΓΙΑ ΒΟΥΛΗΣΗ]
Τα εμπόδια που δυσχεραίνουν την παρακολούθηση της σκέψης της διάλεξης είναι δύο ειδών. Τα πρώτα αναδύονται από τα αινίγματα που κρύβονται στην περιοχή εκείνου που στοχάζεται εδώ. Τα άλλα πηγάζουν από την ανικανότητα, συχνά επίσης και από την απροθυμία για σκέψη. Στην περιοχή του σκεπτόμενου ερωτάν μπορούν ενίοτε να βοηθήσουν ακόμη και φευγαλέες αντιρρήσεις, πολύ περισσότερο δε οι προσεκτικά μελετημένες. Ακόμη και χονδροειδείς πλάνες αποφέρουν κάποιον καρπό, έστω και αν εκστομίζονται μέσα στην οργή μιας τυφλωμένης πολεμικής. Ο αναστοχασμός οφείλει μόνο να επαναφέρει τα πάντα στη γαλήνη του μακρόθυμου στοχασμού.
Οι κυριότερες αντιρρήσεις και πλάνες σχετικά με αυτή τη διάλεξη μπορούν να συνοψισθούν σε τρεις κατευθυντήριες προτάσεις. Λέγεται:
Η διάλεξη καθιστά «το μηδέν» το μοναδικό αντικείμενο της μεταφυσικής. Επειδή όμως το μηδέν είναι το απολύτως μηδαμινό, αυτή η σκέψη οδηγεί στην άποψη ότι τα πάντα είναι μηδέν, ώστε να μην αξίζει ούτε να ζει κανείς ούτε να πεθαίνει. Μια «φιλοσοφία του μηδενός» είναι ο ολοκληρωμένος «μηδενισμός».
Η διάλεξη αναγορεύει μια μεμονωμένη και, επιπλέον, καταθλιπτική διάθεση, την αγωνία, σε μοναδική θεμελιώδη διάθεση. Επειδή όμως η αγωνία είναι η ψυχική κατάσταση των «φοβισμένων» και των δειλών, αυτή η σκέψη απαρνείται το υψηλόφρονο φρόνημα της ανδρείας. Μια «φιλοσοφία της αγωνίας» παραλύει τη βούληση για πράξη.
Η διάλεξη τάσσεται εναντίον της «λογικής». Επειδή όμως ο νους περιέχει τα μέτρα κάθε υπολογισμού και κάθε τάξης, αυτή η σκέψη παραδίδει την κρίση για την αλήθεια στην τυχαία διάθεση. Μια «φιλοσοφία του απλού συναισθήματος» θέτει σε κίνδυνο την «ακριβή» σκέψη και την ασφάλεια της πράξης.
Η ορθή τοποθέτηση απέναντι σε αυτές τις προτάσεις πηγάζει από μια εκ νέου διεξοδική σκέψη της διάλεξης. Αυτή μπορεί να εξετάσει αν το μηδέν, το οποίο συντονίζει την αγωνία προς την ουσία της, εξαντλείται σε μια κενή άρνηση κάθε όντος ή αν εκείνο που ποτέ και πουθενά δεν είναι ένα ον αποκαλύπτεται ως αυτό που διακρίνεται από κάθε ον και το οποίο ονομάζουμε Είναι.[Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΘΕΟΣ Ο ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ. Ο ΟΥΡΟΒΟΡΟΣ ΤΟΥ PUER ΑETERNUS]
Όπου και όσο εκτεταμένα κι αν διερευνά η έρευνα το ον, πουθενά δεν βρίσκει το Είναι. Συναντά πάντοτε μόνο το ον, επειδή εκ των προτέρων, μέσα στην πρόθεση της εξήγησής της, εμμένει στο ον. Το Είναι, όμως, δεν είναι κάποια οντική ιδιότητα επάνω σε ένα ον. Το Είναι δεν μπορεί, όπως το ον, να παρασταθεί και να παραχθεί ως αντικείμενο. Αυτό το απολύτως Άλλο³ από κάθε ον είναι το μη ον. Αλλά αυτό το μηδένᵇ ουσιώνεται ως το Είναι.[ΕΦΟΣΟΝ ΤΟ ΟΝ ΕΙΝΑΙ Η ΦΥΣΗ]
Αποκηρύσσουμε τη σκέψη υπερβολικά βιαστικά, όταν, με μια εύκολη εξήγηση, παρουσιάζουμε το μηδέν ως το απλώς μηδαμινό και το εξισώνουμε με το άνευ ουσίας. Αντί να ενδώσουμε σε μια τέτοια βιασύνη κενής οξύνοιας και να εγκαταλείψουμε την αινιγματική πολυσημία του μηδενός, πρέπει να προετοιμαστούμε για τη μοναδική ετοιμότητα να βιώσουμε μέσα στο μηδέν την ευρυχωρία εκείνου που παρέχει σε κάθε ον την εγγύησηᶜ ότι είναι. Αυτό είναι το ίδιο το Είναι.[Η ΣΚΕΨΗ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗΣΗ.
Η μεταφυσική κινείται παντού στην περιοχή της αλήθειας του Είναι, η οποία παραμένει γι’ αυτήν —μιλώντας μεταφυσικά— το άγνωστο και αθεμελίωτο θεμέλιο. Αν όμως υποθέσουμε ότι όχι μόνο το ον προέρχεται από το Είναι, αλλά ότι, ακόμη αρχικότερα, το ίδιο το Είναι αναπαύεται μέσα στην αλήθεια του και ότι η αλήθεια του Είναι ουσιώνεται ως το Είναι της αλήθειας, τότε καθίσταται αναγκαίο το ερώτημα τι είναι η μεταφυσική κατά το θεμέλιό της.[ΦΙΛΑΥΤΙΑ]
Αυτό το ερωτάν πρέπει να σκέπτεται μεταφυσικά και συγχρόνως να σκέπτεται από το θεμέλιο της μεταφυσικής, δηλαδή όχι πλέον μεταφυσικά. Ένα τέτοιο ερωτάν παραμένει, με μια ουσιώδη έννοια, διφορούμενο.[ΦΤΑΙΕΙ Ο ΑΥΤΟΕΡΩΤΑΣ,Η ΒΟΥΛΗΣΗ]
Κάθε προσπάθεια να ακολουθήσει κανείς την πορεία της σκέψης της διάλεξης θα προσκρούσει, επομένως, σε εμπόδια. Αυτό είναι καλό. Έτσι το ερωτάν γίνεται γνησιότερο. Κάθε ερώτημα που ανταποκρίνεται στο ίδιο το πράγμα είναι ήδη η γέφυρα προς την απάντηση. Οι ουσιώδεις απαντήσεις είναι πάντοτε μόνο το τελευταίο βήμα των ερωτημάτων. Αυτό όμως παραμένει αδύνατο να πραγματοποιηθεί χωρίς τη μακρά σειρά των πρώτων και των αμέσως επόμενων βημάτων. Η ουσιώδης απάντηση αντλεί τη φέρουσα δύναμή της από την επίμονη ενστάση του ερωτάν. Η ουσιώδης απάντηση είναι μόνο η αρχή μιας ευθύνης. Μέσα σε αυτήν αφυπνίζεται αρχικότερα το ερωτάν. Γι’ αυτό και το γνήσιο ερώτημα δεν καταργείται από την απάντηση που βρέθηκε.[Επειδή το Εγώ του Καρτέσιου εικονίζεται και σαν Ego cogito και σαν Res cogitans, ο προσδιορισμός τού Είναι, του «Sum», αφορά τόσο στην έννοια του Εγώ, όσο και σ' εκείνη της ουσίας και την σχέση τους.ΤΉΝ ΒΟΎΛΗΣΗ ΓΙΑ ΒΟΥΛΗΣΗ]
Τα εμπόδια που δυσχεραίνουν την παρακολούθηση της σκέψης της διάλεξης είναι δύο ειδών. Τα πρώτα αναδύονται από τα αινίγματα που κρύβονται στην περιοχή εκείνου που στοχάζεται εδώ. Τα άλλα πηγάζουν από την ανικανότητα, συχνά επίσης και από την απροθυμία για σκέψη. Στην περιοχή του σκεπτόμενου ερωτάν μπορούν ενίοτε να βοηθήσουν ακόμη και φευγαλέες αντιρρήσεις, πολύ περισσότερο δε οι προσεκτικά μελετημένες. Ακόμη και χονδροειδείς πλάνες αποφέρουν κάποιον καρπό, έστω και αν εκστομίζονται μέσα στην οργή μιας τυφλωμένης πολεμικής. Ο αναστοχασμός οφείλει μόνο να επαναφέρει τα πάντα στη γαλήνη του μακρόθυμου στοχασμού.
Οι κυριότερες αντιρρήσεις και πλάνες σχετικά με αυτή τη διάλεξη μπορούν να συνοψισθούν σε τρεις κατευθυντήριες προτάσεις. Λέγεται:
Η διάλεξη καθιστά «το μηδέν» το μοναδικό αντικείμενο της μεταφυσικής. Επειδή όμως το μηδέν είναι το απολύτως μηδαμινό, αυτή η σκέψη οδηγεί στην άποψη ότι τα πάντα είναι μηδέν, ώστε να μην αξίζει ούτε να ζει κανείς ούτε να πεθαίνει. Μια «φιλοσοφία του μηδενός» είναι ο ολοκληρωμένος «μηδενισμός».
Η διάλεξη αναγορεύει μια μεμονωμένη και, επιπλέον, καταθλιπτική διάθεση, την αγωνία, σε μοναδική θεμελιώδη διάθεση. Επειδή όμως η αγωνία είναι η ψυχική κατάσταση των «φοβισμένων» και των δειλών, αυτή η σκέψη απαρνείται το υψηλόφρονο φρόνημα της ανδρείας. Μια «φιλοσοφία της αγωνίας» παραλύει τη βούληση για πράξη.
Η διάλεξη τάσσεται εναντίον της «λογικής». Επειδή όμως ο νους περιέχει τα μέτρα κάθε υπολογισμού και κάθε τάξης, αυτή η σκέψη παραδίδει την κρίση για την αλήθεια στην τυχαία διάθεση. Μια «φιλοσοφία του απλού συναισθήματος» θέτει σε κίνδυνο την «ακριβή» σκέψη και την ασφάλεια της πράξης.
Η ορθή τοποθέτηση απέναντι σε αυτές τις προτάσεις πηγάζει από μια εκ νέου διεξοδική σκέψη της διάλεξης. Αυτή μπορεί να εξετάσει αν το μηδέν, το οποίο συντονίζει την αγωνία προς την ουσία της, εξαντλείται σε μια κενή άρνηση κάθε όντος ή αν εκείνο που ποτέ και πουθενά δεν είναι ένα ον αποκαλύπτεται ως αυτό που διακρίνεται από κάθε ον και το οποίο ονομάζουμε Είναι.[Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΘΕΟΣ Ο ΠΑΡΜΕΝΙΔΗΣ. Ο ΟΥΡΟΒΟΡΟΣ ΤΟΥ PUER ΑETERNUS]
Όπου και όσο εκτεταμένα κι αν διερευνά η έρευνα το ον, πουθενά δεν βρίσκει το Είναι. Συναντά πάντοτε μόνο το ον, επειδή εκ των προτέρων, μέσα στην πρόθεση της εξήγησής της, εμμένει στο ον. Το Είναι, όμως, δεν είναι κάποια οντική ιδιότητα επάνω σε ένα ον. Το Είναι δεν μπορεί, όπως το ον, να παρασταθεί και να παραχθεί ως αντικείμενο. Αυτό το απολύτως Άλλο³ από κάθε ον είναι το μη ον. Αλλά αυτό το μηδένᵇ ουσιώνεται ως το Είναι.[ΕΦΟΣΟΝ ΤΟ ΟΝ ΕΙΝΑΙ Η ΦΥΣΗ]
Αποκηρύσσουμε τη σκέψη υπερβολικά βιαστικά, όταν, με μια εύκολη εξήγηση, παρουσιάζουμε το μηδέν ως το απλώς μηδαμινό και το εξισώνουμε με το άνευ ουσίας. Αντί να ενδώσουμε σε μια τέτοια βιασύνη κενής οξύνοιας και να εγκαταλείψουμε την αινιγματική πολυσημία του μηδενός, πρέπει να προετοιμαστούμε για τη μοναδική ετοιμότητα να βιώσουμε μέσα στο μηδέν την ευρυχωρία εκείνου που παρέχει σε κάθε ον την εγγύησηᶜ ότι είναι. Αυτό είναι το ίδιο το Είναι.[Η ΣΚΕΨΗ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗΣΗ.
1. Περί φυσικού Θελήματος, δηλαδή φυσικής Θελήσεως
Φυσικό θέλημα, δηλαδή φυσική θέληση, λένε πως είναι η δύναμη που ορέγεται εκείνο που υπάρχει κατά φύση και που συνέχει όλα τα ιδιώματα που υπάρχουν ουσιωδώς στη φύση. Γιατί, συγκρατούμενη από αυτό η ουσία, επιθυμεί φυσικά να είναι και να ζει και να κινείται με την αίσθηση και το νου, επιθυμώντας τη φυσική και τέλεια οντότητά της. Γιατί η φύση θέλει τον εαυτό της και όσα αποτελούν τη σύστασή της, στηριγμένη επιθυμητικά στο λόγο του "είναι" της, σύμφωνα με τον οποίο υπάρχει κι έχει γίνει.
Γι' αυτό ορίζοντας άλλοι τη φυσική αυτή επιθυμία, λένε πως θέλημα είναι όρεξη λογική και ζωτική, ενώ η προαίρεση όρεξη διασκεπτική για όσα μας αφορούν.
Δεν είναι λοιπόν η θέληση προαίρεση, εφόσον η θέληση είναι απλή όρεξη λογική και ζωτική, ενώ η προαίρεση είναι συνεργασία όρεξης και σκέψης και κρίσης. Όταν δηλαδή επιθυμούμε, πρώτα σκεπτόμαστε, και αφού σκεφτούμε κρίνομε, κι αφού κρίνομε προτιμούμε από το χειρότερο αυτό που η κρίση μας έδειξε καλύτερο. Και η όρεξη εξαρτάται μόνο από τα φυσικά, ενώ η προαίρεση αναφέρεται σε όσα εξαρτώνται από εμάς και μπορεί να γίνουν από μας. Δεν είναι λοιπόν η προαίρεση θέληση.
2. Περί Βουλήσεως
Αλλά η προαίρεση δεν είναι ούτε βούληση. Γιατί βούληση είναι φανταστική όρεξη εκείνων που εξαρτώνται και δεν εξαρτώνται από εμάς· δηλαδή διαμορφώνεται μόνο με τη διάνοια. Ενώ η όρεξη φαντάζεται μόνο τη διανοητική δύναμη, χωρίς διασκεπτικό λόγο όσων εξαρτώνται από εμάς, ή αλλιώς είναι κάποια φυσική θέληση. Η προαίρεση όμως είναι όρεξη διασκεπτική εκείνων που είναι στην εξουσία μας να πράττομε.
Έφτανε λοιπόν και η περιγραφή μόνο, δείχνοντας τη διαφορά τους, να κάνει εκείνους που φιλολογούν περισσά να σταματήσουν τη φιλονεικία τους, και είναι σαφώς αντίθετοι στις ορθές αποφάσεις (δεν γνωρίζω πως να το πω ευγενικά). Επειδή όμως οι φιλοπερίεργοι ποθούν κατά κάποιο τρόπο να τους δοθούν περισσότερες εξηγήσεις για τα ζητήματα αυτά, θα μιλήσομε κι αλλιώς.
Λένε όσοι έχουν ασχοληθεί και μιλήσει γι' αυτά, ότι σε όσους αρμόζει να προαιρώνται δεν αρμόζει οπωσδήποτε σε όλους και το να βούλονται. Λέμε δηλαδή ότι θέλομε να έχομε υγεία και να είμαστε πλούσιοι και αθάνατοι, δεν λέμε όμως ότι προαιρούμαστε να είμαστε πλούσιοι και υγιείς και αθάνατοι, επειδή η βούληση εκδηλώνεται στα δυνατά και στα αδύνατα, ενώ η προαίρεση μόνο σε όσα είναι δυνατά και μπορούν να γίνουν από μας. Και πάλι· η βούληση αναφέρεται στο τέλος, η προαίρεση σε όσα μας οδηγούν στο τέλος.
Τέλος λοιπόν λένε πως είναι αυτό που θέλομε, όπως η υγεία· ενώ οδηγεί στο τέλος αυτό για το οποίο διασκεπτόμαστε, όπως ο τρόπος της υγείας. Την ίδια λοιπόν αναλογία που έχει το αντικείμενο της βούλησης προς το αντικείμενο της διάσκεψης λένε πως έχει η βούληση προς την προαίρεση, εφόσον προαιρούμαστε αυτά μονάχα, όσα νομίζομε ότι μπορούν να γίνουν από μας. Θέλομε όμως και όσα δεν μπορούν να γίνουν από μας. Αποδείξαμε λοιπόν ότι δεν είναι ούτε βούληση η προαίρεση, και θ’ αποδειχθεί πάλι ότι δεν είναι ούτε διάσκεψη, δηλαδή σκέψη.]
Χωρίς το Είναι, του οποίου την αβυσσαλέα, αλλά ακόμη μη ανεπτυγμένη ουσία μάς αποστέλλει το μηδέν μέσα στην ουσιώδη αγωνία, κάθε ον θα παρέμενε στερημένο από το Είναι. Εντούτοις, ακόμη και αυτή η στέρηση του Είναι, ως εγκατάλειψη από το Είναι, δεν είναι και πάλι ένα μηδαμινό μηδέν, εφόσον στην αλήθεια του Είναι ανήκει το ότι το Είναι ποτέ² δεν ουσιώνεται χωρίς το ον και ότι ποτέ³ δεν υπάρχει ον χωρίς το Είναι.[ΤΟ ΣΩΜΑ ΧΩΡΙΣ ΨΥΧΗ. ΑΛΛΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΛΕΟΝ ΨΥΧΗ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΝΟΥ, ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟ. ΚΑΘΟΤΙ ΚΟΙΝΟΣ ΝΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ Η ΑΓΟΡΑΙΑ ΑΦΡΟΔΙΤΗ]
Μια εμπειρία του Είναι ως του Άλλου σε σχέση με κάθε ον μάς τη χαρίζει η αγωνία, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αποφεύγουμε, από «αγωνία» απέναντι στην αγωνία, δηλαδή μέσα στην απλή φοβικότητα του φόβου, την άηχηᶠ φωνή που μας διαθέτει προς τον τρόμο της αβύσσου. Αν, βέβαια, κατά την υπόδειξη αυτής της ουσιώδους αγωνίας, εγκαταλείψουμε αυθαίρετα την πορεία της σκέψης αυτής της διάλεξης και αποσπάσουμε την αγωνία, ως τη διάθεση που διατίθεται από εκείνη τη φωνή, από τη σχέση της προς το μηδέν, τότε μας απομένει η αγωνία ως ένα μεμονωμένο «συναίσθημα», το οποίο μπορούμε, μέσα στη γνωστή ποικιλία των ψυχικών καταστάσεων που περιεργάζεται η ψυχολογία, να το διακρίνουμε από άλλα συναισθήματα και να το αναλύσουμε.
Με οδηγό τη φθηνή διάκριση μεταξύ του «επάνω» και του «κάτω», μπορούν τότε οι «διαθέσεις» να καταταχθούν αριθμητικά στις κατηγορίες εκείνων που ανυψώνουν και εκείνων που καταβάλλουν. Το ανυπόμονο κυνήγι «τύπων» και «αντίτυπων» των «συναισθημάτων», παραλλαγών και υποκατηγοριών αυτών των «τύπων», δεν θα στερηθεί ποτέ τη λεία του. Εντούτοις, αυτή η ανθρωπολογική διερεύνηση του ανθρώπου παραμένει πάντοτε έξω από τη δυνατότητα να βαδίσει μέσα στην πορεία της σκέψης της διάλεξης· διότι αυτή σκέπτεται, ξεκινώντας από την προσοχή προς τη φωνή του Είναι, προς εκείνο το διαθέτειν που προέρχεται από αυτή τη φωνή και το οποίο θέτει τον άνθρωπο, ως προς την ουσία του, υπό την αξίωσή του, ώστε να μάθει να βιώνει το Είναι μέσα στο μηδέν.
Η ετοιμότητα για την αγωνία είναι το Ναι στην ενστατικότητα, προκειμένου να εκπληρωθεί η ύψιστη αξίωση, από την οποία και μόνο θίγεται η ουσία του ανθρώπου. Μόνο ο άνθρωπος, ανάμεσα σε όλα τα όντα, βιώνει, καλούμενος από τη φωνή του Είναι, το θαύμα όλων των θαυμάτων: ότι υπάρχει ον. Εκείνος, λοιπόν, που ως προς την ουσία του καλείται μέσα στην αλήθεια του Είναι, είναι γι’ αυτό πάντοτε διατεθειμένος κατά έναν ουσιώδη τρόπο.
Το διαυγές θάρρος για την ουσιώδη αγωνία εγγυάται τη μυστηριώδη δυνατότητα της εμπειρίας του Είναι. Διότι κοντά στην ουσιώδη αγωνία, ως τον τρόμο της αβύσσου, κατοικεί η αιδημονία. Αυτή φωτίζει και περιφρουρεί εκείνον τον τόπο της ουσίας του ανθρώπου, μέσα στον οποίο αυτός παραμένει οικείος με το διαμένον.
Η «αγωνία» απέναντι στην αγωνία, αντιθέτως, μπορεί να πλανηθεί τόσο πολύ, ώστε να παραγνωρίζει τις απλές σχέσεις που ανήκουν στην ουσία της αγωνίας. Τι θα ήταν κάθε ανδρεία, αν δεν έβρισκε στην εμπειρία της ουσιώδους αγωνίας το σταθερό της αντίβαρο;
Στον βαθμό που υποβιβάζουμε την ουσιώδη αγωνία και τη σχέση του Είναι προς τον άνθρωπο, η οποία διανοίγεται μέσα σε αυτήν, υποτιμούμε την ουσία της ανδρείας. Αυτή, όμως, είναι ικανή να αντέξει το μηδέν. Η ανδρεία αναγνωρίζει μέσα στην άβυσσο του τρόμου τον μόλις και μετά βίας πατημένο χώρο του Είναι, από το ξέφωτο του οποίου και μόνο κάθε ον επιστρέφει σε εκείνο που είναι και που μπορεί να είναι.
Η διάλεξη αυτή ούτε καλλιεργεί μια «φιλοσοφία της αγωνίας» ούτε επιδιώκει να υφαρπάξει την εντύπωση μιας «ηρωικής φιλοσοφίας». Σκέπτεται μόνο εκείνο που, από την απαρχή της δυτικής σκέψης, ανέτειλε ως αυτό που πρέπει να στοχαστούμε και, εντούτοις, παρέμεινε λησμονημένο: το Είναι. Αλλά το Είναι δεν είναι προϊόν της σκέψης. Αντιθέτως, η ουσιώδης σκέψη είναι ένα συμβάν του Είναι.
Γι’ αυτό καθίσταται τώρα αναγκαίο και το ελάχιστα ακόμη διατυπωμένο ερώτημα: άραγε αυτή η σκέψη στέκεται ήδη μέσα στον νόμο της αλήθειας της, όταν ακολουθεί μόνο εκείνη τη σκέψη την οποία η «λογική» περικλείει στις μορφές και στους κανόνες της; Γιατί η διάλεξη θέτει αυτόν τον τίτλο μέσα σε εισαγωγικά; Για να υποδηλώσει ότι η «λογική» είναι μόνο μία ερμηνεία της ουσίας της σκέψης, και συγκεκριμένα εκείνη η οποία, ήδη σύμφωνα με το όνομά της, βασίζεται στην εμπειρία του Είναι που αποκτήθηκε μέσα στην ελληνική σκέψη.
Η δυσπιστία απέναντι στη «λογική», της οποίας συνεπής εκφυλισμός μπορεί να θεωρηθεί η λογιστική, πηγάζει από τη γνώση εκείνης της σκέψης που βρίσκει την πηγή της στην εμπειρία της αλήθειας του Είναι και όχι στη θεώρηση της αντικειμενικότητας του όντος. Η ακριβής σκέψη δεν είναι ποτέ η αυστηρότερη σκέψη, εφόσον η αυστηρότητα λαμβάνει την ουσία της από το είδος της προσπάθειας με την οποία η γνώση διατηρεί κάθε φορά τη σχέση προς το ουσιώδες του όντος. Η ακριβής σκέψη δεσμεύεται απλώς στον υπολογισμό του όντος και υπηρετεί αποκλειστικά αυτόν.
Κάθε υπολογισμός εξαντλεί το μετρήσιμο μέσα σε ό,τι έχει μετρηθεί, για να το χρησιμοποιήσει στην επόμενη μέτρηση. Ο υπολογισμός δεν επιτρέπει να εμφανιστεί τίποτε άλλο εκτός από το μετρήσιμο. Καθετί είναι μόνο αυτό που μετρά. Εκείνο που κάθε φορά έχει μετρηθεί εξασφαλίζει την περαιτέρω πορεία της μέτρησης. Αυτή καταναλώνει προοδευτικά τους αριθμούς και είναι η ίδια μια αδιάκοπη αυτοκατανάλωση.
Η απόδοση λογαριασμού για το ον θεωρείται ως η εξήγηση του Είναι του. Ο υπολογισμός χρησιμοποιεί εκ των προτέρων κάθε ον ως μετρήσιμο και καταναλώνει το μετρημένο για χάρη της μέτρησης. Αυτή η καταναλωτική χρήση του όντος φανερώνει τον αναλωτικό χαρακτήρα του υπολογισμού. Μόνο επειδή ο αριθμός μπορεί να αυξάνεται επ’ άπειρον, και μάλιστα αδιακρίτως τόσο προς την κατεύθυνση του μεγάλου όσο και προς την κατεύθυνση του μικρού, μπορεί η αναλωτική ουσία του υπολογισμού να κρύβεται πίσω από τα προϊόντα της και να προσδίδει στην υπολογιστική σκέψη την επίφαση της παραγωγικότητας, ενώ αυτή, ήδη εκ των προτέρων και όχι μόνο μέσα στα μεταγενέστερα αποτελέσματά της, καθιστά κάθε ον έγκυρο μόνο με τη μορφή εκείνου που μπορεί να παρατεθεί προς διάθεση και να καταναλωθεί.
Η υπολογιστική σκέψη εξαναγκάζει τον ίδιο της τον εαυτό στον καταναγκασμό να κυριαρχεί επάνω στα πάντα μέσω της συνεπούς ακολουθίας της πορείας της. Δεν μπορεί να υποψιαστεί ότι καθετί υπολογίσιμο, πριν από τα αθροίσματα και τα γινόμενα που κάθε φορά υπολογίζει ο υπολογισμός, είναι ήδη ένα όλον, του οποίου όμως η ενότητα ανήκει στο ανυπολόγιστο, το οποίο διαφεύγει, μαζί με την ανοίκεια φύση του, από τις λαβές του υπολογισμού.
Εκείνο, όμως, που παντού και πάντοτε έχει εκ των προτέρων αποκλειστεί από την απαίτηση του υπολογισμού και, παρ’ όλα αυτά, βρίσκεται ήδη κάθε στιγμή πλησιέστερα στον άνθρωπο, μέσα σε μια αινιγματική αγνωρισία, από κάθε ον εντός του οποίου αυτός εγκαθιστά τον εαυτό του και το εγχείρημά του, μπορεί ενίοτε να διαθέσει την ουσία του ανθρώπου προς μια σκέψη, της οποίας την αλήθεια καμία «λογική» δεν είναι σε θέση να συλλάβει.
Η σκέψη, της οποίας οι στοχασμοί όχι μόνο δεν υπολογίζουν, αλλά καθορίζονται εν γένει από το Άλλο του όντος, ας ονομαστεί ουσιώδης σκέψη®. Αντί να υπολογίζει, με αφετηρία το ον, το ον, αυτή σπαταλά τον εαυτό της μέσα στο Είναι για χάρη της αλήθειας του Είναι.
Η σκέψη αυτή ανταποκρίνεται στην αξίωση του Είναι, καθώς ο άνθρωπος παραδίδει την ιστορική του ουσία στην απλότητα της μοναδικής αναγκαιότητας, η οποία δεν εξαναγκάζει επιβάλλοντας καταναγκασμό, αλλά δημιουργεί την ανάγκη που εκπληρώνεται μέσα στην ελευθερία της θυσίας. Η ανάγκη είναι να διαφυλαχθεί η αλήθεια του Είναι, οτιδήποτε κι αν μέλλει να συμβεί στον άνθρωπο και σε κάθε ον.
Η θυσία είναι η απαλλαγμένη από κάθε καταναγκασμό σπατάλη της ουσίας του ανθρώπου —επειδή αναδύεται από την άβυσσο της ελευθερίας— στη διαφύλαξη της αλήθειας του Είναι για το ον. Μέσα στη θυσία συντελείται η κρυμμένη ευχαριστία, η οποία και μόνη αναγνωρίζει την εύνοια με την οποία το Είναι παραχώρησε τον εαυτό του στην ουσία του ανθρώπου μέσα στη σκέψη, ώστε αυτός, μέσα στη σχέση προς το Είναι, να αναλάβει τη φύλαξη του Είναι.
Η αρχέγονη σκέψη⁴ είναι η αντήχηση της εύνοιας του Είναι, μέσα στην οποία διανοίγεται και αφήνεται να συμβείᵃ⁵ το μοναδικό: ότι υπάρχει ον. Αυτή η αντήχηση είναι η ανθρώπινη απάντηση στον λόγο της άηχης φωνής του Είναι. Η απάντηση της σκέψης⁶ είναι η προέλευση του ανθρώπινου λόγου, ο οποίος και μόνο αφήνει κατόπιν να αναδυθεί η γλώσσα ως η εκφώνηση του λόγου μέσα στις λέξεις.
Αν δεν υπήρχε κατά καιρούς μια κρυμμένη σκέψη⁷ στο ουσιώδες θεμέλιο του ιστορικού ανθρώπου, αυτός δεν θα ήταν ποτέ ικανός για την ευχαριστία⁸, υπό την προϋπόθεση ότι μέσα σε κάθε περίσκεψη και σε κάθε έκφραση ευχαριστίας⁹ πρέπει να υπάρχει μια σκέψη που στοχάζεται αρχέγονα την αλήθεια του Είναι.
Με ποιον άλλον τρόπο, όμως, θα μπορούσε ποτέ μια ανθρωπότητα να εισέλθει στην αρχέγονη ευχαριστία, παρά μόνο αν η εύνοια του Είναι, μέσω της ανοικτής σχέσης προς την ίδια, παραχωρήσει στον άνθρωπο την ευγένεια της πενίας, μέσα στην οποία η ελευθερία της θυσίας κρύβει τον θησαυρό της ουσίας της;
Η θυσία είναι ο αποχαιρετισμός του όντος κατά την πορεία προς τη διαφύλαξη της εύνοιας του Είναι. Η θυσία μπορεί βέβαια να προετοιμαστεί και να υπηρετηθεί μέσω της δημιουργίας και της επίτευξης μέσα στο ον, ποτέ όμως δεν μπορεί να εκπληρωθεί μέσω αυτών. Η επιτέλεσή της πηγάζει από την ενστατικότητα, με αφετηρία την οποία κάθε ιστορικός άνθρωπος, ενεργώντας —και η ουσιώδης σκέψη είναι επίσης ένα ενεργείν—, διαφυλάσσει το Dasein που του δόθηκε, για χάρη της διαφύλαξης της αξιοπρέπειας του Είναι.
Αυτή η ενστατικότητα είναι η αταραξία, η οποία δεν επιτρέπει να κλονιστεί η κρυμμένη ετοιμότητά της για την αποχωριστική ουσία κάθε θυσίας. Η θυσία είναι οικεία μέσα στην ουσία του συμβάντος, ως το οποίο το Είναι θέτει τον άνθρωπο υπό την αξίωσή του³ για χάρη της αλήθειας του Είναι.
Γι’ αυτό η θυσία δεν ανέχεται κανέναν υπολογισμό, μέσω του οποίου κάθε φορά αποτιμάται απλώς ως προς κάποια χρησιμότητα ή αχρηστία, είτε οι σκοποί τίθενται χαμηλά είτε τοποθετούνται ψηλά. Μια τέτοια αποτίμηση παραμορφώνει την ουσία της θυσίας. Η μανία για σκοπούς συγχέει τη διαύγεια της έτοιμης για την αγωνία αιδημοσύνης του θάρρους της θυσίας, το οποίο έχει αναλάβει την τόλμη της γειτνίασης με το άφθαρτο.
Η σκέψη του Είναι δεν αναζητεί κανένα στήριγμα μέσα στο ον. Η ουσιώδης σκέψη προσέχει τα αργά σημεία του ανυπολόγιστου και αναγνωρίζει μέσα σε αυτό την αρχαιότερη από κάθε μνήμη έλευση του αναπότρεπτου. Αυτή η σκέψη είναι προσηλωμένη στην αλήθεια του Είναι και βοηθεί έτσι το Είναι της αλήθειας να βρει τον τόπο του μέσα στην ιστορική ανθρωπότητα. Αυτή η βοήθεια δεν επιφέρει αποτελέσματα, επειδή δεν έχει ανάγκη από επίδραση. Η ουσιώδης σκέψη βοηθεί ως απλή ενστατικότητα μέσα στο Dasein, εφόσον από αυτήν ανάβει κάτι όμοιό της, χωρίς εκείνη να μπορεί να το εξουσιάσει ή έστω να γνωρίζει κάτι γι’ αυτό.
Η σκέψη, υπακούοντας στη φωνή του Είναι, αναζητεί γι’ αυτό τον λόγο από τον οποίο η αλήθεια του Είναι έρχεται στη γλώσσα. Μόνον όταν η γλώσσα του ιστορικού ανθρώπου πηγάζει από τον λόγο, βρίσκεται στην ορθή της στάθμη. Όταν όμως βρίσκεται στην ορθή της στάθμη, τότε της νεύει η εγγύηση της άηχης φωνής κρυμμένων πηγών. Η σκέψη του Είναι φυλάσσει τον λόγο και, μέσα σε μια τέτοια προσεκτική φύλαξη, εκπληρώνει τον προορισμό της. Είναι η μέριμνα για τη χρήση της γλώσσας. Από τη μακρόχρονα διαφυλαγμένη αφωνία και από την προσεκτική διαύγαση της περιοχής που ξέφωτίζεται μέσα σε αυτήν προέρχεται το λέγειν του στοχαστή. Από την ίδια προέλευση προέρχεται και η κατονομασία του ποιητή.
Επειδή, όμως, το όμοιο είναι όμοιο μόνο ως διαφορετικό, ενώ η ποίηση και η σκέψη ομοιάζουν μεταξύ τους κατά τον καθαρότερο τρόπο ως προς τη μέριμνα για τον λόγο, είναι συγχρόνως και κατά την ουσία τους στον μεγαλύτερο βαθμό χωρισμένες. Ο στοχαστής λέγει το Είναι. Ο ποιητής κατονομάζει το Ιερό. Το πώς, βέβαια, όταν στοχαστούμε από την ουσία του Είναι, η ποίηση, η ευχαριστία και η σκέψη παραπέμπουν η μία στην άλλη και συγχρόνως διαχωρίζονται, πρέπει εδώ να παραμείνει ανοικτό. Πιθανώς η ευχαριστία και η ποίηση πηγάζουν, με διαφορετικό τρόπο, από την αρχέγονη σκέψη, την οποία χρειάζονται, χωρίς όμως να μπορούν οι ίδιες να είναι σκέψη.
Γνωρίζουμε ασφαλώς πολλά για τη σχέση της φιλοσοφίας και της ποίησης. Δεν γνωρίζουμε όμως τίποτε για τον διάλογο των ποιητών και των στοχαστών, οι οποίοι «κατοικούν κοντά, επάνω στα πιο απομακρυσμένα μεταξύ τους βουνά».
Ένας από τους ουσιώδεις τόπους της αφωνίας είναι η αγωνία, με την έννοια του τρόμου στον οποίο η άβυσσος του μηδενός διαθέτει τον άνθρωπο. Το μηδέν, ως το Άλλο σε σχέση με το ον, είναι το πέπλο του Είναι³. Μέσα στο Είναι έχει ήδη αρχέγονα ολοκληρωθεί κάθε πεπρωμένο του όντος.
Το τελευταίο ποίημα του τελευταίου ποιητή της αρχέγονης ελληνικής εποχής, ο Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ του Σοφοκλή, κλείνει με τον λόγο που στρέφεται, πέρα από κάθε δυνατότητα αναστοχασμού, προς την κρυμμένη ιστορία αυτού του λαού και διαφυλάσσει την είσοδό του στην άγνωστη αλήθεια του Είναι:
Ἀλλ᾽ ἀποπαύετε μηδ᾽ ἐπὶ πλείω
θρῆνον ἐγείρετε·
πάντως γὰρ ἔχει τάδε κῦρος.
Αλλά πάψτε τώρα, και ποτέ πια στο εξής
μην ξυπνήσετε τον θρήνο·
διότι παντού το συμβεβηκός διαφυλάσσει μέσα του
την απόφαση της ολοκλήρωσης. (μετάφραση του Heidegger)
Φυσικό θέλημα, δηλαδή φυσική θέληση, λένε πως είναι η δύναμη που ορέγεται εκείνο που υπάρχει κατά φύση και που συνέχει όλα τα ιδιώματα που υπάρχουν ουσιωδώς στη φύση. Γιατί, συγκρατούμενη από αυτό η ουσία, επιθυμεί φυσικά να είναι και να ζει και να κινείται με την αίσθηση και το νου, επιθυμώντας τη φυσική και τέλεια οντότητά της. Γιατί η φύση θέλει τον εαυτό της και όσα αποτελούν τη σύστασή της, στηριγμένη επιθυμητικά στο λόγο του "είναι" της, σύμφωνα με τον οποίο υπάρχει κι έχει γίνει.
Γι' αυτό ορίζοντας άλλοι τη φυσική αυτή επιθυμία, λένε πως θέλημα είναι όρεξη λογική και ζωτική, ενώ η προαίρεση όρεξη διασκεπτική για όσα μας αφορούν.
Δεν είναι λοιπόν η θέληση προαίρεση, εφόσον η θέληση είναι απλή όρεξη λογική και ζωτική, ενώ η προαίρεση είναι συνεργασία όρεξης και σκέψης και κρίσης. Όταν δηλαδή επιθυμούμε, πρώτα σκεπτόμαστε, και αφού σκεφτούμε κρίνομε, κι αφού κρίνομε προτιμούμε από το χειρότερο αυτό που η κρίση μας έδειξε καλύτερο. Και η όρεξη εξαρτάται μόνο από τα φυσικά, ενώ η προαίρεση αναφέρεται σε όσα εξαρτώνται από εμάς και μπορεί να γίνουν από μας. Δεν είναι λοιπόν η προαίρεση θέληση.
2. Περί Βουλήσεως
Αλλά η προαίρεση δεν είναι ούτε βούληση. Γιατί βούληση είναι φανταστική όρεξη εκείνων που εξαρτώνται και δεν εξαρτώνται από εμάς· δηλαδή διαμορφώνεται μόνο με τη διάνοια. Ενώ η όρεξη φαντάζεται μόνο τη διανοητική δύναμη, χωρίς διασκεπτικό λόγο όσων εξαρτώνται από εμάς, ή αλλιώς είναι κάποια φυσική θέληση. Η προαίρεση όμως είναι όρεξη διασκεπτική εκείνων που είναι στην εξουσία μας να πράττομε.
Έφτανε λοιπόν και η περιγραφή μόνο, δείχνοντας τη διαφορά τους, να κάνει εκείνους που φιλολογούν περισσά να σταματήσουν τη φιλονεικία τους, και είναι σαφώς αντίθετοι στις ορθές αποφάσεις (δεν γνωρίζω πως να το πω ευγενικά). Επειδή όμως οι φιλοπερίεργοι ποθούν κατά κάποιο τρόπο να τους δοθούν περισσότερες εξηγήσεις για τα ζητήματα αυτά, θα μιλήσομε κι αλλιώς.
Λένε όσοι έχουν ασχοληθεί και μιλήσει γι' αυτά, ότι σε όσους αρμόζει να προαιρώνται δεν αρμόζει οπωσδήποτε σε όλους και το να βούλονται. Λέμε δηλαδή ότι θέλομε να έχομε υγεία και να είμαστε πλούσιοι και αθάνατοι, δεν λέμε όμως ότι προαιρούμαστε να είμαστε πλούσιοι και υγιείς και αθάνατοι, επειδή η βούληση εκδηλώνεται στα δυνατά και στα αδύνατα, ενώ η προαίρεση μόνο σε όσα είναι δυνατά και μπορούν να γίνουν από μας. Και πάλι· η βούληση αναφέρεται στο τέλος, η προαίρεση σε όσα μας οδηγούν στο τέλος.
Τέλος λοιπόν λένε πως είναι αυτό που θέλομε, όπως η υγεία· ενώ οδηγεί στο τέλος αυτό για το οποίο διασκεπτόμαστε, όπως ο τρόπος της υγείας. Την ίδια λοιπόν αναλογία που έχει το αντικείμενο της βούλησης προς το αντικείμενο της διάσκεψης λένε πως έχει η βούληση προς την προαίρεση, εφόσον προαιρούμαστε αυτά μονάχα, όσα νομίζομε ότι μπορούν να γίνουν από μας. Θέλομε όμως και όσα δεν μπορούν να γίνουν από μας. Αποδείξαμε λοιπόν ότι δεν είναι ούτε βούληση η προαίρεση, και θ’ αποδειχθεί πάλι ότι δεν είναι ούτε διάσκεψη, δηλαδή σκέψη.]
Χωρίς το Είναι, του οποίου την αβυσσαλέα, αλλά ακόμη μη ανεπτυγμένη ουσία μάς αποστέλλει το μηδέν μέσα στην ουσιώδη αγωνία, κάθε ον θα παρέμενε στερημένο από το Είναι. Εντούτοις, ακόμη και αυτή η στέρηση του Είναι, ως εγκατάλειψη από το Είναι, δεν είναι και πάλι ένα μηδαμινό μηδέν, εφόσον στην αλήθεια του Είναι ανήκει το ότι το Είναι ποτέ² δεν ουσιώνεται χωρίς το ον και ότι ποτέ³ δεν υπάρχει ον χωρίς το Είναι.[ΤΟ ΣΩΜΑ ΧΩΡΙΣ ΨΥΧΗ. ΑΛΛΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΠΛΕΟΝ ΨΥΧΗ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΝΟΥ, ΧΩΡΙΣ ΛΟΓΟ. ΚΑΘΟΤΙ ΚΟΙΝΟΣ ΝΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΑΚΡΙΒΩΣ Η ΑΓΟΡΑΙΑ ΑΦΡΟΔΙΤΗ]
Μια εμπειρία του Είναι ως του Άλλου σε σχέση με κάθε ον μάς τη χαρίζει η αγωνία, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αποφεύγουμε, από «αγωνία» απέναντι στην αγωνία, δηλαδή μέσα στην απλή φοβικότητα του φόβου, την άηχηᶠ φωνή που μας διαθέτει προς τον τρόμο της αβύσσου. Αν, βέβαια, κατά την υπόδειξη αυτής της ουσιώδους αγωνίας, εγκαταλείψουμε αυθαίρετα την πορεία της σκέψης αυτής της διάλεξης και αποσπάσουμε την αγωνία, ως τη διάθεση που διατίθεται από εκείνη τη φωνή, από τη σχέση της προς το μηδέν, τότε μας απομένει η αγωνία ως ένα μεμονωμένο «συναίσθημα», το οποίο μπορούμε, μέσα στη γνωστή ποικιλία των ψυχικών καταστάσεων που περιεργάζεται η ψυχολογία, να το διακρίνουμε από άλλα συναισθήματα και να το αναλύσουμε.
Με οδηγό τη φθηνή διάκριση μεταξύ του «επάνω» και του «κάτω», μπορούν τότε οι «διαθέσεις» να καταταχθούν αριθμητικά στις κατηγορίες εκείνων που ανυψώνουν και εκείνων που καταβάλλουν. Το ανυπόμονο κυνήγι «τύπων» και «αντίτυπων» των «συναισθημάτων», παραλλαγών και υποκατηγοριών αυτών των «τύπων», δεν θα στερηθεί ποτέ τη λεία του. Εντούτοις, αυτή η ανθρωπολογική διερεύνηση του ανθρώπου παραμένει πάντοτε έξω από τη δυνατότητα να βαδίσει μέσα στην πορεία της σκέψης της διάλεξης· διότι αυτή σκέπτεται, ξεκινώντας από την προσοχή προς τη φωνή του Είναι, προς εκείνο το διαθέτειν που προέρχεται από αυτή τη φωνή και το οποίο θέτει τον άνθρωπο, ως προς την ουσία του, υπό την αξίωσή του, ώστε να μάθει να βιώνει το Είναι μέσα στο μηδέν.
Η ετοιμότητα για την αγωνία είναι το Ναι στην ενστατικότητα, προκειμένου να εκπληρωθεί η ύψιστη αξίωση, από την οποία και μόνο θίγεται η ουσία του ανθρώπου. Μόνο ο άνθρωπος, ανάμεσα σε όλα τα όντα, βιώνει, καλούμενος από τη φωνή του Είναι, το θαύμα όλων των θαυμάτων: ότι υπάρχει ον. Εκείνος, λοιπόν, που ως προς την ουσία του καλείται μέσα στην αλήθεια του Είναι, είναι γι’ αυτό πάντοτε διατεθειμένος κατά έναν ουσιώδη τρόπο.
Το διαυγές θάρρος για την ουσιώδη αγωνία εγγυάται τη μυστηριώδη δυνατότητα της εμπειρίας του Είναι. Διότι κοντά στην ουσιώδη αγωνία, ως τον τρόμο της αβύσσου, κατοικεί η αιδημονία. Αυτή φωτίζει και περιφρουρεί εκείνον τον τόπο της ουσίας του ανθρώπου, μέσα στον οποίο αυτός παραμένει οικείος με το διαμένον.
Η «αγωνία» απέναντι στην αγωνία, αντιθέτως, μπορεί να πλανηθεί τόσο πολύ, ώστε να παραγνωρίζει τις απλές σχέσεις που ανήκουν στην ουσία της αγωνίας. Τι θα ήταν κάθε ανδρεία, αν δεν έβρισκε στην εμπειρία της ουσιώδους αγωνίας το σταθερό της αντίβαρο;
Στον βαθμό που υποβιβάζουμε την ουσιώδη αγωνία και τη σχέση του Είναι προς τον άνθρωπο, η οποία διανοίγεται μέσα σε αυτήν, υποτιμούμε την ουσία της ανδρείας. Αυτή, όμως, είναι ικανή να αντέξει το μηδέν. Η ανδρεία αναγνωρίζει μέσα στην άβυσσο του τρόμου τον μόλις και μετά βίας πατημένο χώρο του Είναι, από το ξέφωτο του οποίου και μόνο κάθε ον επιστρέφει σε εκείνο που είναι και που μπορεί να είναι.
Η διάλεξη αυτή ούτε καλλιεργεί μια «φιλοσοφία της αγωνίας» ούτε επιδιώκει να υφαρπάξει την εντύπωση μιας «ηρωικής φιλοσοφίας». Σκέπτεται μόνο εκείνο που, από την απαρχή της δυτικής σκέψης, ανέτειλε ως αυτό που πρέπει να στοχαστούμε και, εντούτοις, παρέμεινε λησμονημένο: το Είναι. Αλλά το Είναι δεν είναι προϊόν της σκέψης. Αντιθέτως, η ουσιώδης σκέψη είναι ένα συμβάν του Είναι.
Γι’ αυτό καθίσταται τώρα αναγκαίο και το ελάχιστα ακόμη διατυπωμένο ερώτημα: άραγε αυτή η σκέψη στέκεται ήδη μέσα στον νόμο της αλήθειας της, όταν ακολουθεί μόνο εκείνη τη σκέψη την οποία η «λογική» περικλείει στις μορφές και στους κανόνες της; Γιατί η διάλεξη θέτει αυτόν τον τίτλο μέσα σε εισαγωγικά; Για να υποδηλώσει ότι η «λογική» είναι μόνο μία ερμηνεία της ουσίας της σκέψης, και συγκεκριμένα εκείνη η οποία, ήδη σύμφωνα με το όνομά της, βασίζεται στην εμπειρία του Είναι που αποκτήθηκε μέσα στην ελληνική σκέψη.
Η δυσπιστία απέναντι στη «λογική», της οποίας συνεπής εκφυλισμός μπορεί να θεωρηθεί η λογιστική, πηγάζει από τη γνώση εκείνης της σκέψης που βρίσκει την πηγή της στην εμπειρία της αλήθειας του Είναι και όχι στη θεώρηση της αντικειμενικότητας του όντος. Η ακριβής σκέψη δεν είναι ποτέ η αυστηρότερη σκέψη, εφόσον η αυστηρότητα λαμβάνει την ουσία της από το είδος της προσπάθειας με την οποία η γνώση διατηρεί κάθε φορά τη σχέση προς το ουσιώδες του όντος. Η ακριβής σκέψη δεσμεύεται απλώς στον υπολογισμό του όντος και υπηρετεί αποκλειστικά αυτόν.
Κάθε υπολογισμός εξαντλεί το μετρήσιμο μέσα σε ό,τι έχει μετρηθεί, για να το χρησιμοποιήσει στην επόμενη μέτρηση. Ο υπολογισμός δεν επιτρέπει να εμφανιστεί τίποτε άλλο εκτός από το μετρήσιμο. Καθετί είναι μόνο αυτό που μετρά. Εκείνο που κάθε φορά έχει μετρηθεί εξασφαλίζει την περαιτέρω πορεία της μέτρησης. Αυτή καταναλώνει προοδευτικά τους αριθμούς και είναι η ίδια μια αδιάκοπη αυτοκατανάλωση.
Η απόδοση λογαριασμού για το ον θεωρείται ως η εξήγηση του Είναι του. Ο υπολογισμός χρησιμοποιεί εκ των προτέρων κάθε ον ως μετρήσιμο και καταναλώνει το μετρημένο για χάρη της μέτρησης. Αυτή η καταναλωτική χρήση του όντος φανερώνει τον αναλωτικό χαρακτήρα του υπολογισμού. Μόνο επειδή ο αριθμός μπορεί να αυξάνεται επ’ άπειρον, και μάλιστα αδιακρίτως τόσο προς την κατεύθυνση του μεγάλου όσο και προς την κατεύθυνση του μικρού, μπορεί η αναλωτική ουσία του υπολογισμού να κρύβεται πίσω από τα προϊόντα της και να προσδίδει στην υπολογιστική σκέψη την επίφαση της παραγωγικότητας, ενώ αυτή, ήδη εκ των προτέρων και όχι μόνο μέσα στα μεταγενέστερα αποτελέσματά της, καθιστά κάθε ον έγκυρο μόνο με τη μορφή εκείνου που μπορεί να παρατεθεί προς διάθεση και να καταναλωθεί.
Η υπολογιστική σκέψη εξαναγκάζει τον ίδιο της τον εαυτό στον καταναγκασμό να κυριαρχεί επάνω στα πάντα μέσω της συνεπούς ακολουθίας της πορείας της. Δεν μπορεί να υποψιαστεί ότι καθετί υπολογίσιμο, πριν από τα αθροίσματα και τα γινόμενα που κάθε φορά υπολογίζει ο υπολογισμός, είναι ήδη ένα όλον, του οποίου όμως η ενότητα ανήκει στο ανυπολόγιστο, το οποίο διαφεύγει, μαζί με την ανοίκεια φύση του, από τις λαβές του υπολογισμού.
Εκείνο, όμως, που παντού και πάντοτε έχει εκ των προτέρων αποκλειστεί από την απαίτηση του υπολογισμού και, παρ’ όλα αυτά, βρίσκεται ήδη κάθε στιγμή πλησιέστερα στον άνθρωπο, μέσα σε μια αινιγματική αγνωρισία, από κάθε ον εντός του οποίου αυτός εγκαθιστά τον εαυτό του και το εγχείρημά του, μπορεί ενίοτε να διαθέσει την ουσία του ανθρώπου προς μια σκέψη, της οποίας την αλήθεια καμία «λογική» δεν είναι σε θέση να συλλάβει.
Η σκέψη, της οποίας οι στοχασμοί όχι μόνο δεν υπολογίζουν, αλλά καθορίζονται εν γένει από το Άλλο του όντος, ας ονομαστεί ουσιώδης σκέψη®. Αντί να υπολογίζει, με αφετηρία το ον, το ον, αυτή σπαταλά τον εαυτό της μέσα στο Είναι για χάρη της αλήθειας του Είναι.
Η σκέψη αυτή ανταποκρίνεται στην αξίωση του Είναι, καθώς ο άνθρωπος παραδίδει την ιστορική του ουσία στην απλότητα της μοναδικής αναγκαιότητας, η οποία δεν εξαναγκάζει επιβάλλοντας καταναγκασμό, αλλά δημιουργεί την ανάγκη που εκπληρώνεται μέσα στην ελευθερία της θυσίας. Η ανάγκη είναι να διαφυλαχθεί η αλήθεια του Είναι, οτιδήποτε κι αν μέλλει να συμβεί στον άνθρωπο και σε κάθε ον.
Η θυσία είναι η απαλλαγμένη από κάθε καταναγκασμό σπατάλη της ουσίας του ανθρώπου —επειδή αναδύεται από την άβυσσο της ελευθερίας— στη διαφύλαξη της αλήθειας του Είναι για το ον. Μέσα στη θυσία συντελείται η κρυμμένη ευχαριστία, η οποία και μόνη αναγνωρίζει την εύνοια με την οποία το Είναι παραχώρησε τον εαυτό του στην ουσία του ανθρώπου μέσα στη σκέψη, ώστε αυτός, μέσα στη σχέση προς το Είναι, να αναλάβει τη φύλαξη του Είναι.
Η αρχέγονη σκέψη⁴ είναι η αντήχηση της εύνοιας του Είναι, μέσα στην οποία διανοίγεται και αφήνεται να συμβείᵃ⁵ το μοναδικό: ότι υπάρχει ον. Αυτή η αντήχηση είναι η ανθρώπινη απάντηση στον λόγο της άηχης φωνής του Είναι. Η απάντηση της σκέψης⁶ είναι η προέλευση του ανθρώπινου λόγου, ο οποίος και μόνο αφήνει κατόπιν να αναδυθεί η γλώσσα ως η εκφώνηση του λόγου μέσα στις λέξεις.
Αν δεν υπήρχε κατά καιρούς μια κρυμμένη σκέψη⁷ στο ουσιώδες θεμέλιο του ιστορικού ανθρώπου, αυτός δεν θα ήταν ποτέ ικανός για την ευχαριστία⁸, υπό την προϋπόθεση ότι μέσα σε κάθε περίσκεψη και σε κάθε έκφραση ευχαριστίας⁹ πρέπει να υπάρχει μια σκέψη που στοχάζεται αρχέγονα την αλήθεια του Είναι.
Με ποιον άλλον τρόπο, όμως, θα μπορούσε ποτέ μια ανθρωπότητα να εισέλθει στην αρχέγονη ευχαριστία, παρά μόνο αν η εύνοια του Είναι, μέσω της ανοικτής σχέσης προς την ίδια, παραχωρήσει στον άνθρωπο την ευγένεια της πενίας, μέσα στην οποία η ελευθερία της θυσίας κρύβει τον θησαυρό της ουσίας της;
Η θυσία είναι ο αποχαιρετισμός του όντος κατά την πορεία προς τη διαφύλαξη της εύνοιας του Είναι. Η θυσία μπορεί βέβαια να προετοιμαστεί και να υπηρετηθεί μέσω της δημιουργίας και της επίτευξης μέσα στο ον, ποτέ όμως δεν μπορεί να εκπληρωθεί μέσω αυτών. Η επιτέλεσή της πηγάζει από την ενστατικότητα, με αφετηρία την οποία κάθε ιστορικός άνθρωπος, ενεργώντας —και η ουσιώδης σκέψη είναι επίσης ένα ενεργείν—, διαφυλάσσει το Dasein που του δόθηκε, για χάρη της διαφύλαξης της αξιοπρέπειας του Είναι.
Αυτή η ενστατικότητα είναι η αταραξία, η οποία δεν επιτρέπει να κλονιστεί η κρυμμένη ετοιμότητά της για την αποχωριστική ουσία κάθε θυσίας. Η θυσία είναι οικεία μέσα στην ουσία του συμβάντος, ως το οποίο το Είναι θέτει τον άνθρωπο υπό την αξίωσή του³ για χάρη της αλήθειας του Είναι.
Γι’ αυτό η θυσία δεν ανέχεται κανέναν υπολογισμό, μέσω του οποίου κάθε φορά αποτιμάται απλώς ως προς κάποια χρησιμότητα ή αχρηστία, είτε οι σκοποί τίθενται χαμηλά είτε τοποθετούνται ψηλά. Μια τέτοια αποτίμηση παραμορφώνει την ουσία της θυσίας. Η μανία για σκοπούς συγχέει τη διαύγεια της έτοιμης για την αγωνία αιδημοσύνης του θάρρους της θυσίας, το οποίο έχει αναλάβει την τόλμη της γειτνίασης με το άφθαρτο.
Η σκέψη του Είναι δεν αναζητεί κανένα στήριγμα μέσα στο ον. Η ουσιώδης σκέψη προσέχει τα αργά σημεία του ανυπολόγιστου και αναγνωρίζει μέσα σε αυτό την αρχαιότερη από κάθε μνήμη έλευση του αναπότρεπτου. Αυτή η σκέψη είναι προσηλωμένη στην αλήθεια του Είναι και βοηθεί έτσι το Είναι της αλήθειας να βρει τον τόπο του μέσα στην ιστορική ανθρωπότητα. Αυτή η βοήθεια δεν επιφέρει αποτελέσματα, επειδή δεν έχει ανάγκη από επίδραση. Η ουσιώδης σκέψη βοηθεί ως απλή ενστατικότητα μέσα στο Dasein, εφόσον από αυτήν ανάβει κάτι όμοιό της, χωρίς εκείνη να μπορεί να το εξουσιάσει ή έστω να γνωρίζει κάτι γι’ αυτό.
Η σκέψη, υπακούοντας στη φωνή του Είναι, αναζητεί γι’ αυτό τον λόγο από τον οποίο η αλήθεια του Είναι έρχεται στη γλώσσα. Μόνον όταν η γλώσσα του ιστορικού ανθρώπου πηγάζει από τον λόγο, βρίσκεται στην ορθή της στάθμη. Όταν όμως βρίσκεται στην ορθή της στάθμη, τότε της νεύει η εγγύηση της άηχης φωνής κρυμμένων πηγών. Η σκέψη του Είναι φυλάσσει τον λόγο και, μέσα σε μια τέτοια προσεκτική φύλαξη, εκπληρώνει τον προορισμό της. Είναι η μέριμνα για τη χρήση της γλώσσας. Από τη μακρόχρονα διαφυλαγμένη αφωνία και από την προσεκτική διαύγαση της περιοχής που ξέφωτίζεται μέσα σε αυτήν προέρχεται το λέγειν του στοχαστή. Από την ίδια προέλευση προέρχεται και η κατονομασία του ποιητή.
Επειδή, όμως, το όμοιο είναι όμοιο μόνο ως διαφορετικό, ενώ η ποίηση και η σκέψη ομοιάζουν μεταξύ τους κατά τον καθαρότερο τρόπο ως προς τη μέριμνα για τον λόγο, είναι συγχρόνως και κατά την ουσία τους στον μεγαλύτερο βαθμό χωρισμένες. Ο στοχαστής λέγει το Είναι. Ο ποιητής κατονομάζει το Ιερό. Το πώς, βέβαια, όταν στοχαστούμε από την ουσία του Είναι, η ποίηση, η ευχαριστία και η σκέψη παραπέμπουν η μία στην άλλη και συγχρόνως διαχωρίζονται, πρέπει εδώ να παραμείνει ανοικτό. Πιθανώς η ευχαριστία και η ποίηση πηγάζουν, με διαφορετικό τρόπο, από την αρχέγονη σκέψη, την οποία χρειάζονται, χωρίς όμως να μπορούν οι ίδιες να είναι σκέψη.
Γνωρίζουμε ασφαλώς πολλά για τη σχέση της φιλοσοφίας και της ποίησης. Δεν γνωρίζουμε όμως τίποτε για τον διάλογο των ποιητών και των στοχαστών, οι οποίοι «κατοικούν κοντά, επάνω στα πιο απομακρυσμένα μεταξύ τους βουνά».
Ένας από τους ουσιώδεις τόπους της αφωνίας είναι η αγωνία, με την έννοια του τρόμου στον οποίο η άβυσσος του μηδενός διαθέτει τον άνθρωπο. Το μηδέν, ως το Άλλο σε σχέση με το ον, είναι το πέπλο του Είναι³. Μέσα στο Είναι έχει ήδη αρχέγονα ολοκληρωθεί κάθε πεπρωμένο του όντος.
Το τελευταίο ποίημα του τελευταίου ποιητή της αρχέγονης ελληνικής εποχής, ο Οἰδίπους ἐπὶ Κολωνῷ του Σοφοκλή, κλείνει με τον λόγο που στρέφεται, πέρα από κάθε δυνατότητα αναστοχασμού, προς την κρυμμένη ιστορία αυτού του λαού και διαφυλάσσει την είσοδό του στην άγνωστη αλήθεια του Είναι:
Ἀλλ᾽ ἀποπαύετε μηδ᾽ ἐπὶ πλείω
θρῆνον ἐγείρετε·
πάντως γὰρ ἔχει τάδε κῦρος.
Αλλά πάψτε τώρα, και ποτέ πια στο εξής
μην ξυπνήσετε τον θρήνο·
διότι παντού το συμβεβηκός διαφυλάσσει μέσα του
την απόφαση της ολοκλήρωσης. (μετάφραση του Heidegger)
[ΟΠΟΙΟΣ ΠΕΙΣΤΗΚΕ ΠΕΙΣΤΗΚΕ. ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΧΑΝΝΑ ΑΡΕΝΤ, (Hannah Arendt)]
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου