Πέμπτη 6 Αυγούστου 2026

Giovanni Reale - ΣΩΚΡΑΤΗΣ (58)

  Συνέχεια από: Σάββατο 1 Αυγούστου 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ΄

Η ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΣΩΚΡΑΤΗ

Ο ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΣ ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΤΟ «ΔΑΙΜΟΝΙΟΝ» ΩΣ «ΘΕΪΚΟΝ ΣΗΜΕΙΟΝ

Ἡ θέση τοῦ Σωκράτους ἔναντι τοῦ θεολογικοῦ προβλήματος ἀπὸ ἱστορικῆς καὶ φιλοσοφικῆς ἀπόψεως

Τὸ πρῶτο κεφάλαιο τῆς κατηγορίας ποὺ ἀπηγγέλθη κατὰ τοῦ Σωκράτους ἀφοροῦσε ἀκριβῶς στὴ στάση τὴν ὁποία ἐτήρησε ὁ φιλόσοφος μὲ πλήρη σταθερότητα καθ' ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς του ἀπέναντι στὴν κρατοῦσα πίστη πρὸς τοὺς θεούς:
Λέει ὅτι ὁ Σωκράτης εἶναι ἔνοχος ἐπειδὴ διαφθείρει τοὺς νέους καὶ δὲν πιστεύει στοὺς θεοὺς τῆς πόλης, ἀλλὰ σὲ ἄλλους καινούριους δαίμονες11.

᾿Από μία αὐστηρῶς τυπικὴ ἄποψη δὲν πρόκειται – εἶναι προφανές – γιὰ κατηγορία ἀθεϊσμοῦ (ἂν καί, τελικῶς, στὸ δικαστήριο ὁ Μέλητος, ὁ ὁποῖος εἶχε προβεῖ στὴν κατηγορία, ἀντιφάσκοντας, ὑποστηρίζει ἀκριβῶς αὐτό)12, δεδομένου ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ «ἄθεος» ὅποιος εἶναι ἔνοχος γιὰ «εἰσαγωγὴ νέων θεοτήτων». Μὲ σύγχρονη ὁρολογία, θὰ λέγαμε ὅτι πρόκειται γιὰ μία κατηγορία ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς αἱρέσεως (αἵρεση ἐναντίον τῆς ἐπίσημης θρησκείας τῆς Πολιτείας).

Ἡ θέση τοῦ Σωκράτους ἀπέναντι στὸν θεὸ καὶ στὸ θεῖο δὲν εἶχε, λοιπόν, τίποτε κοινὸ μὲ τὴν ἀνάλογη θέση τῶν Σοφιστῶν, μερικοὶ ἐκ τῶν ὁποίων, ἐμμέσως ἢ ἀμέσως, κατέληγαν στὸν ἀθεϊσμὸ ἢ στὸν ἀγνωστικισμό.

Γιὰ ποιό λόγο, ὅμως, ὁ Σωκράτης ἀπέρριπτε τὴν ἐπίσημη θρησκεία;

Διότι αἰσθανόταν βαθιὰ ἀπέχθεια πρὸς τὸν ἔντονο ἀνθρωπομορφισμό, φυσικό ἢ ἠθικό, τῆς θρησκείας ἐκείνης.

Στὸν Εὐθύφρονα, ὁ Σωκράτης ἀπευθύνει πρὸς τὸν ἱερέα ποὺ τοῦ διηγεῖτο τὶς ἀντιπαλότητες, τὶς διενέξεις καὶ τὴν ὀργὴ τῶν θεῶν ἐναντίον ἄλλων θεῶν τὸ ἀκόλουθο ἐρώτημα:
ΣΩΚΡ. Μήπως, Εὐθύφρων, αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία ποὺ μὲ κατήγγειλαν, διότι ὅταν κανεὶς λέγῃ περὶ τῶν θεῶν τέτοια πράγματα δυσκολεύομαι πολὺ νὰ τὰ παραδεχθῶ (διὰ τὴν ἀμφιβολίαν μου αὐτήν, ὡς φαίνεται, ἰσχυρίζονται ὅτι ὑπέπεσα εἰς σοβαρὸν παράπτωμα)13.
Ὁ Σωκράτης θεωρούσε παράδοξη τὴν ἠθική τοῦ ἀνθρωπομορφισμοῦ καὶ ἀρνεῖτο κατηγορηματικῶς νὰ ἀποδώσει στοὺς θεούς πάθη, συναισθήματα καὶ ἤθη τοῦ ἀνθρώπου, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀντίθετα πρὸς τὴν ἠθική.

Μέχρι του σημείου αὐτοῦ, ὅμως, ὁ Σωκράτης δὲν πρωτοτυπεί. Ήδη ὁ Ξενοφάνης εἶχε καταγγείλει με παραδειγματικό τρόπο, ὡς σφάλμα, τὸν παραδοσιακό ἀνθρωπομορφισμό τῶν θεῶν σὲ ὅλες του τὶς ἐκδοχές:
Πάντα θεοῖσ᾿ ἀνέθηκαν Ομηρός θ' Ησίοδός τε, ὅσσα παρ᾿ ἀνθρώποισιν ὀνείδεα καὶ ψόγος ἐστίν, κλέπτειν μοιχεύειν τε καὶ ἀλλήλους ἀπατεύειν14. [Μετάφραση: «Ο Όμηρος και ο Ησίοδος απέδωσαν στους θεούς όλα όσα στους ανθρώπους αποτελούν ντροπή και καταδίκη: το να κλέβουν, να μοιχεύουν και να εξαπατούν ο ένας τον άλλον.»]

Ἐξ ἄλλου, βάσει διαφόρων πηγών, μποροῦμε νὰ συμπεράνουμε ὅτι ὁ Σωκράτης, ἀντιδρώντας γιὰ ἀκόμη μια φορὰ κατὰ τοῦ πολυθεϊσμοῦ τῆς λαϊκῆς θρησκείας, κατέτεινε πρὸς τὴ διαμόρφωση μιᾶς -κατὰ κάποιον τρόπο- ἑνιαίας ἀντιλήψεως περὶ τοῦ θείου, μόλο ποὺ δὲν ἀπέκλειε τὴν πολλαπλότητα τῶν ἐκδηλώσεών του. Σχετικῶς μὲ τὸ τελευταῖο ζήτημα ὁ Maier γράφει: «Εἶναι βέβαιο ὅτι κατέληξε νὰ θεωρεῖ ἑνιαία τὴ δύναμη ποὺ κυβερνᾶ τὸ σύμπαν [...]. Τὸ ὅτι ἐνίοτε ἀντιπαρέθεσε τὴν ἑνιαία θεότητα στοὺς πολλαπλούς θεοὺς τῆς λαϊκῆς πίστεως εἶναι ἀληθοφανές [...]. Ἐν πάση περιπτώσει, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθεῖ στὸν Σωκράτη ἕνας μονοθεϊσμός παρόμοιος με ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶναι οἰκεῖος μέσῳ τῆς χριστιανικῆς θεολογίας καὶ –διὰ μέσου αὐτῆς– τῆς σύγχρονης φιλοσοφίας. Γιὰ τοὺς ἐγγράμματους, σὲ ἰδεολογικὸ ἐπίπεδο, δὲν ὑφίστατο ἐναντιότητα μεταξὺ τῆς μονάδος καὶ τῆς πολλαπλότητος. Πίσω ἀπὸ τοὺς πολλοὺς θεοὺς ὑπῆρχε ἡ διαίσθηση τοῦ Ἑνὸς Θεοῦ, μὲ τὴ διαφορὰ ὅτι τὸ ἑνιαῖο τῆς θεότητος ἦταν αἰσθητὸ καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ζωηρῆς ποικιλίας ποὺ χαρακτηρίζει τὴν πολλαπλότητα. Ἡ φιλοσοφία δὲν ἔκανε τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ νὰ ἐπιβεβαιώνει αὐτὸν τὸν τρόπο θεωρήσεως. Ἀκόμη καὶ οἱ μονιστές (καὶ ἑνιστές φιλόσοφοι) παραδέχονται τὴν πολλαπλότητα τῶν φυσικῶν δυνάμεων· θεωροῦν τὶς δυνάμεις αὐτὲς ἰσάξιες καί, κυρίως, τὶς συσχετίζουν μὲ τοὺς θεοὺς τῆς λαϊκῆς παραδόσεως. Μιὰ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἀπολύτως μονοθεϊστική δύναται νὰ ὑπάρχει μόνον ὅταν ὁ Θεὸς τίθεται ποιοτικῶς καὶ δυναμικῶς ἐπάνω ἀπὸ τὸν κόσμο, γεγονὸς τὸ ὁποῖο ὅμως δὲν συνέβη ἐπὶ ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Ὁ δυϊσμός μεταξύ Θεοῦ καὶ κόσμου παρέμεινε ξένος πρὸς τὴ θρησκεία τῶν Ἑλλήνων καθὼς καὶ πρὸς τὴ φιλοσοφία τους. Μιὰ προσωποποίηση καὶ θεοποίηση τόσον τῶν φυσικῶν δυνάμεων ὅσον καὶ τῆς πραγματικότητος καὶ τῶν ἠθικῶν πολιτισμικῶν ἰδανικῶν ἦταν πολύ πιθανότερη ἐν σχέσει πρὸς τὸν δυϊσμό, καθ' ὅτι στὸν Ἕλληνα ἀπουσίαζε καθ' όλοκληρίαν ἡ ἐξατομικευμένη ἀντίληψη τῆς προσωπικότητος ἔτσι ὅπως τὴ θεωροῦμε ἐμεῖς. Εἶναι βέβαιο ὅτι ἕναν παρόμοιο πολυθεϊσμὸ δὲν ἀπέρριπτε οὔτε ὁ Σωκράτης»15.

Ἀκόμη ὅμως καὶ αὐτὴν τὴν τάση ἑνοποιήσεως τοῦ θείου, τὴν τάση ἡ ὁποία συνυπάρχει μὲ τὴν πολλαπλότητα τῶν ἐκδηλώσεών της, εἶχε προλάβει νὰ τὴν διατυπώσει κάποιος ποὺ προηγήθηκε τοῦ Σωκράτους, ὁ Ξενοφάνης:
Εἷς θεός, ἔν τε θεοῖσι καὶ ἀνθρώποισι μέγιστος, οὔτι δέμας θνητοῖσιν ὁμοίιος οὐδὲ νόημα1
6. [Μετάφραση: «Ένας είναι ο Θεός, ο ύψιστος μεταξύ θεών και ανθρώπων, και σε τίποτε δεν είναι όμοιος με τους θνητούς, ούτε ως προς το σώμα (τη μορφή) ούτε ως προς τον νου.»]

Ἡ διαφορά μεταξὺ τῶν δύο ἔγκειται μόνον στὸ γεγονός ὅτι ὁ Ξενοφάνης ἀντιλαμβάνεται τὸν θεὸ ἀπὸ κοσμολογικῆς, ἐνῶ ὁ Σωκράτης ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως.

Ὁ Πλάτων θὰ προχωρήσει πρὸς τὴν κατεύθυνση αὐτή, διακρίνοντας στοὺς τελευταίους διαλόγους του, καὶ ἰδιαιτέρως στὸν Τίμαιο, τὸν θεὸ ὡς δημιουργό ἄλλων θεῶν. Στὸ πλαίσιο μιᾶς θεωρίας περὶ ἡμι-δημιουργίας, στὴν ὁποία θὰ ἀναφερθοῦμε πιὸ κάτω, ὁ Πλάτων θεωρεῖ τοὺς θεούς «δημιουργημένους». Κατὰ συνέπεια, κατὰ τρόπο χαρακτηριστικά έλληνικό, τείνει πρὸς μία ἑνοποίηση τῆς σφαίρας τῶν θεῶν, οἱ ὁποῖοι, καθ' ὅτι δημιουργημένοι, ἐξαρτῶνται ἄμεσα ἀπὸ τὸν Δημιουργό17.

Ὀφείλουμε, ἐπίσης, νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ὁ Σωκράτης δὲν διαθέτει τὶς κατηγορίες ἐκεῖνες βάσει τῶν ὁποίων θὰ μποροῦσε νὰ θεμελιώσει θεωρητικῶς μία ἀντίληψη περὶ τοῦ θεοῦ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ προσδιορίσει ὀντολογικῶς τὴ φύση του. Οἱ φυσικοί φιλόσοφοι ἐταύτισαν τὸ θεῖο μὲ τὴν κοσμογονικὴ ἀρχὴ καὶ, ἐν πάση περιπτώσει, τὸ ἑρμήνευσαν σὲ συνάρτηση μὲ τὶς κοσμογονικές κατηγορίες τους. Ὁ Σωκράτης, ὅμως, ὁ ὁποῖος εἶχε ἀπορρίψει καθ' ὁλοκληρίαν τὴ φιλοσοφία τῆς φύσεως, δὲν μποροῦσε νὰ ἐπωφεληθεῖ ἀπὸ καμμία κατηγορία τῆς φιλοσοφίας αὐτῆς. Ἐξ ἄλλου, ἀδυνατώντας νὰ χρησιμοποιήσει περαιτέρω μεταφυσικές κατηγορίες, οἱ ὁποῖες μόνον μὲ τὸν Πλάτωνα θὰ ἀποκτηθοῦν, ἦταν ἀναπόφευκτο νὰ μιλά γιὰ τὸν θεὸ σὲ ἐνορατικὸ ἐπίπεδο. ᾿Απέναντι στὸ πρόβλημα τοῦ θεοῦ, ὁ Σωκράτης συναντά, τελικῶς, τὴν ἴδια δυσκολία ποὺ ἐσυνάντησε μὲ τὸ πρόβλημα τῆς ψυχῆς: Ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ τὴν ὁρίσει ἀπὸ ὀντολογικῆς ἀπόψεως, τὴν ἐχαρακτήρισε σὲ συνάρτηση μὲ τὶς πράξεις της. Τὸ ἴδιο ἔπραξε καὶ σχετικῶς μὲ τὸν θεὸ καὶ τὸ θεῖο ἐν γένει. Ἄντλησε ἀπὸ τὸν ᾿Αναξαγόρα καὶ τὸν Διογένη τῆς ᾿Απολλωνίας (ἴσως καὶ ἀπὸ τὸν Ἀρχέλαο)18 τὴν ἰδέα τοῦ θεοῦ ὡς ρυθμιστικῆς νοήσεως, ἀποποιούμενος ὅμως τὶς φυσικές προϋποθέσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων αὐτὴ στηρίζεται. Ἐπικέντρωσε τὸν λόγο του στὰ ἔργα τοῦ θεοῦ καὶ, ἀντὶ νὰ τὴν αἰτιολογήσει μὲ φυσικό-ὀντολογικό τρόπο, προέβη σχετικῶς σὲ αἰτιολογήσεις ἠθικῆς κυρίως φύσεως (ἢ καθαρῶς ἠθικῆς προελεύσεως), παραμένοντας βέβαια πάντοτε στὸ ἐπίπεδο τοῦ καθαρού λόγου.

Μιὰ τόσο καινοτόμος καὶ ριζικὴ ἑρμηνεία τοῦ θεοῦ καὶ τοῦ θείου, ἐπὶ τῇ βάσει ἠθικῶν ἐννοιῶν, ἀποτελοῦσε καθ' ἑαυτὴ μιὰ ἀνατροπή τῆς πίστεως τῶν Ἑλλήνων, ἀφοῦ συνεπάγετο τὴν πλήρη σχεδόν κατάργηση τῶν θεῶν τοῦ Ὁλύμπου. Εἶναι ἀλήθεια ὅτι καὶ ἄλλοι εἶχαν ἤδη προβάλει παρόμοιες ἰδέες· ἡ κοινωνία, ὅμως, ὑπῆρξε ἀνεκτικὴ ἀπέναντί τους, καθ' ὅσον αὐτοί, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν Σωκράτη, δὲν διατυμπάνισαν τὶς ἰδέες τους (ὁ ἴδιος ὁ ᾿Αναξαγόρας ἐκινδύνεψε ἐπίσης νὰ καταδικαστεῖ λόγῳ τῶν στενῶν σχέσεών του μὲ πολιτικοὺς καὶ τῆς διαδόσεως ποὺ ἐγνώρισε ἡ διανόησή του μεταξύ αὐτῶν). Πράγματι, ὁ Σωκράτης κατηγορήθηκε ἐπειδὴ ἀκριβῶς διέδιδε τὶς ἰδέες του:
ΣΩΚΡ. Φίλε μου, Εὐθύφρων, τὸ νὰ περιγελάσουν κανένα ἴσως δὲν εἶναι καὶ σπουδαῖο. Γιατί καθὼς μοῦ φαίνεται οἱ ᾿Αθηναῖοι δὲν πολυσκοτίζονται ἂν καταλάβουν πὼς κάποιος ἔχει (ὡρισμένας) ἱκανότητας, ἂν ἐννοεῖται οὗτος δὲν προπαγανδίζῃ τὴν σοφίαν του καὶ εἰς τοὺς ἄλλους. Ἐὰν ὅμως ἀντιληφθούν πὼς οὗτος θέλει νὰ κάμῃ καὶ ἄλλους ὀπαδούς του, τότε θυμώνουν εἴτε, καθὼς λέγεις, ἀπὸ φθόνον, εἴτε δι' ἄλλην αἰτίαν19.

Σημειώσεις

11. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Ἀπολογία Σωκράτους, 24 c.
12. Αὐτόθι, 26 b-28 a.
13. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Εὐθύφρων, 6 a.
14. ΞΕΝΟΦΑΝΟΥΣ, D.-Κ. 16, ἀπ. Β 11, I, 132, 2-4.
15. H. MAIER, Socrates, II, σ. 152.
16. ΞΕΝΟΦΑΝΟΥΣ, ἀπ. Β 23, 135, 4-5.
17. G. REALE, Per una nuova interpretazione di Platone, σ. 707.
18. Γιὰ μία πιὸ διεξοδικὴ ἀνάλυση τοῦ προβλήματος, πβ. G. REALE, Storia della filosofia antica, 1, σ. 194.
19. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Εὐθύφρων, 3 c-d.

ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΙΣΜΟΣ ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΣΗΜΕΡΙΝΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.ΑΛΛΗΛΟΚΑΤΗΓΟΡΟΥΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΟΥΣ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ Η ΟΠΟΙΑ ΘΑ ΕΔΙΝΕ ΜΙΑ ΕΝΟΤΗΤΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ. ΑΝΑΓΚΑΖΟΝΤΣ ΤΟΝ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟΓΟΝΙΣΜΟ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ. ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΟΥ ΜΕΓΙΣΤΟΥ ΚΑΤΟΡΘΩΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΣΕ ΜΙΑ ΕΝΟΤΗΤΑ ΧΩΡΙΩΝ ΣΤΑ ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΟΥΤΕ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΥΝΑΜΙΣ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΟΣ. ΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΣ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΥΠΕΤΑΞΑΝ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΟΙ ΕΥΡΩΠΑΙΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΝΕΟ ΚΟΣΜΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ. ΚΑΘΟΤΙ ΔΕΝ ΕΝΝΟΗΣΕ ΠΟΤΕ ΤΗΝ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ, ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ, ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου