▼
▼

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ-ΦΥΣΙΚΗ 1

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ-ΦΥΣΙΚΗ 1
Εισαγωγική μελέτη, μετάφραση, σημειώσεις και κριτικά υπομνήματα του Luigi Ruggiu
Με το ελληνικό κείμενο σε αντικριστή σελίδα


Εκδόσεις: Mimesis, 2007

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Η ΦΥΣΙΚΗ ΩΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΜΕΛΕΤΗ του Luigi Ruggiu

1 Ποιο είναι το αντικείμενο της Φυσικής του Αριστοτέλη
2 Το πρόβλημα του κειμένου
3 Η μελέτη της φύσεως (physis) και η γένεση της Φυσικής
4 Η στάση του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη απέναντι στη Φυσική
5 Ο πρωταρχικός και αναμφισβήτητος χαρακτήρας του γίγνεσθαι
6 Το γίγνεσθαι ως το «πρώτο για εμάς»
7 Φυσική και διαλεκτική
8 Το γίγνεσθαι ως Είναι
9 Η αναζήτηση των αρχών του γίγνεσθαι ως θεμελίωση της νοητότητας του γίγνεσθαι
10 Η φύσις
11 Φύση και τέχνη
12 Η Φυσική ως οντολογία του γίγνεσθαι
13 Η δομή του γίγνεσθαι
14 Το άπειρο
15 Ο τόπος
16 Ο χρόνος
17 Το συνεχές
18 Το ακίνητο κινούν
19 Η Φυσική ως οντολογία
20 Το Είναι ως «Είναι εν χρόνω»

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ


ΦΥΣΙΚΗ
Βιβλίο I
Βιβλίο II
Βιβλίο III
Βιβλίο IV
Βιβλίο V
Βιβλίο VI
Βιβλίο VII
Βιβλίο VIII
Βιβλίο VII (δεύτερη σύνταξη)
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΤΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΓΕΝΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ
ΑΝΑΛΥΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΛΗΨΕΙΣ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
ΛΕΞΕΙΣ-ΚΛΕΙΔΙΑ
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΚΥΡΙΩΝ ΟΝΟΜΑΤΩΝ


Πρόλογος στη δεύτερη έκδοση

Το να μεταφράζει κανείς σημαίνει πάντοτε να ερμηνεύει. Επομένως, η μετάφραση της Φυσικής του Αριστοτέλη που παρουσιάζεται εδώ είναι το αποτέλεσμα μιας ερμηνείας η οποία ανοίγει έναν στενό διάλογο με το κείμενο, με την αξίωση να συνομιλήσει μαζί του εντός του ίδιου εκείνου ορίζοντα που διαμορφώνει το πνεύμα το οποίο εμψυχώνει τις αριστοτελικές πραγματείες. Χωρίς την αλαζονική αξίωση να εξαντλήσει τα νοήματά τους, αλλά με πλήρη επίγνωση του πλούτου που δεν έχει αποκαλυφθεί πλήρως ούτε μπορεί να καταστεί ολοκληρωτικά φανερός και ο οποίος κρύβεται στις πτυχές του κειμένου και του σημασιολογικού του υποστρώματος. Πρόκειται, λοιπόν, για συμμετοχή στον ίδιο ορίζοντα, αλλά συγχρόνως και για συνείδηση του νοήματος της απόστασης και, επομένως, μιας ετερότητας η οποία μέσα στην απόσταση αυτή ταυτόχρονα αναγγέλλεται και αποκρύπτεται: ετερότητας χρόνου, πολιτισμού και προθέσεων.

Το κείμενο της Φυσικής, πέρα από τις περιπέτειες της σύνθεσής του, οι οποίες τεκμηριώνονται από τη φιλολογική έρευνα, διατηρεί εντούτοις έναν έντονα ενιαίο χαρακτήρα, τόσο ως προς τη θεμελιώδη έμπνευσή του όσο και ως προς τη συγκεκριμένη διάρθρωσή του. Η προοπτική ανάγνωσης του αριστοτελικού κειμένου την οποία ακολουθεί η παρούσα μετάφραση, στις ουσιώδεις γραμμές της και πάντοτε στο πλαίσιο της γενικότερης σύλληψης του έργου και του αναγνωστικού κοινού στο οποίο αυτό απευθύνεται, συνοψίζεται στις γενικές της κατευθύνσεις στην «εισαγωγική μελέτη». Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο η μελέτη αυτή αναδημοσιεύεται εδώ στην αρχική της μορφή.

Το έργο έχει εξαντληθεί εδώ και καιρό.¹ Ανταποκρινόμενοι σε όσους ζήτησαν την επανέκδοσή του, το παρουσιάζουμε σε νέα έκδοση, η οποία λαμβάνει υπόψη τις μελέτες που δημοσιεύθηκαν στο μεταξύ και την επακόλουθη ενημέρωση της βιβλιογραφίας, καθώς και ορισμένες αναθεωρήσεις της μετάφρασης που κατέστησαν αναγκαίες. Παράλληλα, υιοθετείται μια νέα διάταξη του ελληνικού κειμένου, η οποία αντιστοιχεί, ως προς τη σελιδοποίηση, στην κριτική έκδοση του W. D. Ross² και διευκολύνει έτσι τόσο την άμεση αντιπαραβολή όσο και την ακρίβεια των παραπομπών και των παραθεμάτων. Αντιθέτως, διατηρήθηκε ουσιαστικά αμετάβλητη η δομή της παρουσίασης, με τον «Γενικό πίνακα περιεχομένων» για κάθε επιμέρους βιβλίο, τις αναλυτικές περιλήψεις και τις λέξεις-κλειδιά των όρων και των εννοιών, με ακριβή παραπομπή στις αντίστοιχες τεχνικές σημασίες των ελληνικών όρων και στα κυριότερα χωρία από τα οποία αντλήθηκαν οι ίδιες οι έννοιες. Όλα αυτά αποβλέπουν στο να καταστήσουν πλήρως προσιτό και κατανοητό ένα από τα δυσκολότερα κείμενα του σώματος των έργων του Αριστοτέλη, ένα κείμενο στο οποίο, ωστόσο, η πολυπλοκότητα είναι ανάλογη προς τον βαθμό της αναγκαιότητάς του για την ερμηνεία ολόκληρης της ιστορίας της δυτικής φιλοσοφίας.


Θα λέγαμε ακόμη περισσότερο: είναι αναγκαίο για την κατανόηση της συγκρότησης της εμπειρίας και της γλώσσας που χαρακτηρίζουν τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε με τον κόσμο, με το σύνολο των όντων που εντάσσονται στο πλαίσιο της physis, συμπεριλαμβανομένης της διάστασης της techne, η οποία επίσης εξαρτάται κατά κάποιον τρόπο από αυτήν, καθώς και με εκείνο το σύνολο δομών που προδιαμορφώνουν την κατανόησή μας.

Ο W. Wieland, μαζί με άλλους, μπόρεσε να υποστηρίξει ότι «η αριστοτελική φυσική είναι μια θεωρία της εμπειρίας» και, στο πλαίσιο της δικής του ερμηνείας, η οποία στηρίζεται στην ανάλυση της γλώσσας, επίσης μια θεωρία των τρόπων με τους οποίους η εμπειρία συγκροτείται στην ελληνική γλώσσα. Ή, όπως έχει λεχθεί με ακόμη γενικότερους όρους, σε αυτήν εκφράζεται η αυθόρμητη μεταφυσική των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών. Επομένως, και των δικών μας.

Αυτή η αναφορά στην αυθόρμητη και φυσική εμπειρία, την οποία αναγνωρίζουν πολλοί, μολονότι συχνά την επικαλούνται με αρνητικούς όρους, βοηθά να κατανοήσουμε το ύφος και την πορεία του αριστοτελικού λόγου. Ιδιαίτερα βοηθά να κατανοήσουμε τον τόσο σημαντικό ρόλο που διαδραματίζουν οι αναλύσεις φαινομενολογικού χαρακτήρα, δηλαδή η άμεση ανάγνωση της εμπειρίας. Και αυτό επειδή η έρευνα λαμβάνει κάθε φορά ως αφετηρία το δεδομένο πολιτισμικό και γλωσσικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο έχει αποτυπωθεί και συσσωρευθεί ο τρόπος με τον οποίο αποκτήθηκε ή αποκτάται η εμπειρία του κόσμου. Αυτή όμως η παραδοχή, η οποία αποτελεί το αναγκαίο σημείο εκκίνησης της έρευνας, το «πρώτο για εμάς», πρέπει κατά κάποιον τρόπο να υπερβαθεί, ώστε να φθάσουμε τελικά στο «πρώτο καθ’ εαυτό», δηλαδή σε εκείνο που πράγματι καθορίζει τη δομή της εμπειρίας, προσδίδοντάς της βάθος και έκταση. Για να φθάσουμε όμως σε αυτό το αποτέλεσμα, χρειάζεται να εντοπίσουμε και να αναλύσουμε τις απορίες που προκύπτουν από τις άρρητες παραδοχές οντολογικού χαρακτήρα οι οποίες κρύβονται μέσα στην εμπειρία μας.

Αυτή η προβληματοποίηση αφορά πρωτίστως τον χαρακτηρισμό των δομών που προσανατολίζουν τη στάση μας απέναντι στα φύσει όντα. Πρόκειται, επομένως, για την κατ’ αρχήν αποδοχή εκείνης που θα μπορούσε να θεωρηθεί —για να επαναλάβουμε τη χαιντεγκεριανή ορολογία, η οποία χρησιμοποιήθηκε αδίκως με κατηγορητικό τρόπο εναντίον του Αριστοτέλη— ως η «κοινή» διάσταση της εμπειρίας μας, δηλαδή εκείνο το υπόβαθρο κοινής αντίληψης, κοινών προσανατολισμών και παραδοχών, στο οποίο αναφέρεται ο Σταγειρίτης με την έκφραση «ἐξωτερικοὶ λόγοι»: λόγοι, δηλαδή, στους οποίους μετέχουν από κοινού οι άνθρωποι και οι οποίοι συγκροτούν ό,τι κάθε φορά θεωρείται «εμπειρία».

Στην εμπειρία αυτή ο Φιλόσοφος αναδεικνύει πρωτίστως την απορητική διάσταση, η οποία συχνά παραμένει κρυμμένη και, σε κάθε περίπτωση, μη συνειδητοποιημένη, για να ανακαλύψει, μέσω της επίλυσης των αποριών, την οδό που επιτρέπει στη σκέψη να προχωρήσει στην κατανόηση του κόσμου. Οι δυσκολίες που εκφράζονται στις απορίες δεν συνιστούν κατ’ ανάγκην αντίστοιχες αντιφάσεις. Αποτελούν, ασφαλώς, ένα εμπόδιο που πρέπει να απομακρυνθεί. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, η εμπειρία πιστοποιείται και επικυρώνεται.

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο εντάσσεται η διαρκής αναφορά στη γλώσσα ως φανέρωση και έκφραση του πραγματικού. Η σχέση της γλώσσας με το πραγματικό είναι σχέση στενής συνένωσης, η οποία, μέσω της ρίζωσης του λέγειν (legein) στο Είναι (einai) και στο νοείν (noein), σύμφωνα ακριβώς με την παρμενίδεια χάραξη, αναδεικνύει την ενότητα της γλώσσας, της σκέψης και του κόσμου. Δηλαδή, την ενότητα της εμπειρίας.

Η αριστοτελική φυσική, όμως, πρέπει να εκληφθεί ως αυτό που επιδιώκει να είναι και πράγματι είναι: μια οντολογία του γίγνεσθαι και όχι ένας λόγος περί εκείνου του κόσμου της κίνησης τον οποίο μελετά η φυσική στη μεταγαλιλαϊκή της εκδοχή. Με αυτόν τον τρόπο καθίσταται δυνατό να συντονιστούμε με την αριστοτελική αντίληψη, η οποία αποβλέπει περισσότερο στην ανάδειξη του χαρακτήρα της φυσικής ως έρευνας «περί των αρχών» του γίγνεσθαι, όπως γνώριζαν ήδη πολύ καλά οι αρχαίοι. Γι’ αυτό ακριβώς η έρευνα προσλαμβάνει την πορεία και τη φύση ενός μετα-φυσικού λόγου.

Πρόκειται για μια διάσταση εντελώς ξένη προς τον λόγο της νεότερης φυσικής, η οποία καθιστά τις αξιωματικές παραδοχές —που αφορούν τόσο το αντικείμενό της όσο και την οριοθέτηση του πεδίου την οποία αυτό απαιτεί— προκαταρκτική και προδικαστική συνθήκη, η οποία καθορίζει το πρότυπο και τον τύπο της έρευνας, ενόψει της αποτελεσματικότητας και της παραγωγικότητας που πρέπει να αποκτήσει η φυσική επιστήμη μέσω της τεχνικής. Δεν πρόκειται, επομένως, για έρευνα θεωρητικού χαρακτήρα, σύμφωνα με την αριστοτελική αντίληψη, αλλά για έρευνα ποιητικού χαρακτήρα. Πρόκειται για την παραγωγικότητα, δηλαδή για τη χρησιμοποίηση του κόσμου ως υλικού που μπορεί να διαμορφώνεται και να τροποποιείται κατά βούληση, με σκοπό να γίνει υπαρκτό ό,τι δεν υπάρχει και να εκμηδενιστεί ό,τι υπάρχει. Με άλλα λόγια, η physis μετατρέπεται σε εργαστήριο ανοιχτό σε κάθε δυνατή χειραγώγηση.

Αντιθέτως, ακριβώς αυτό το πεδίο του «προκαταβολικά αποκλεισμένου» από την επιστημονική έρευνα αποτελεί το προνομιακό πεδίο της αριστοτελικής φυσικής. Με αυτόν τον τρόπο η αριστοτελική φυσική λαμβάνει εκ των προτέρων τις αποστάσεις της όχι μόνο από τη θεμελιώδη κατεύθυνση της γαλιλαϊκής και μεταγαλιλαϊκής φυσικής, δηλαδή από τη μαθηματικοποίηση της φύσης, προκειμένου αυτή να γίνει περισσότερο γνωρίσιμη από ποσοτική άποψη και, επομένως, να καταστεί διαθέσιμη για χειραγώγηση. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι δεν ευθυγραμμίζεται ούτε με το τοπολογικό πλαίσιο που διαγράφει ο ίδιος ο Σταγειρίτης στα βιβλία των Μεταφυσικών, ως προς τη μέθοδο, τις θεμελιώδεις παραδοχές και τη θέση της φυσικής στην ιεραρχία της γνώσης.

Αυτό καθίσταται εμφανές ήδη από τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να προσληφθεί το αντικείμενο αυτής της επιστήμης, δηλαδή τα φύσει όντα, τα οποία βρίσκονται, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, σε κίνηση. Πράγματι, το γίγνεσθαι δεν καταφάσκεται βάσει ενός αξιώματος, αλλά βάσει μιας ενάργειας. Γι’ αυτό ακριβώς η Φυσική απαιτεί, για να θεμελιωθεί έναντι όσων την αρνούνται, την αποδεικτική μορφή του ελεγκτικού λόγου (elenchos). Φθάνει μάλιστα, στο τρίτο βιβλίο, στο σημείο να υποβάλει σε έρευνα το ίδιο το νόημα της κίνησης (kinesis).

Το γίγνεσθαι χαρακτηρίζεται βάσει ιδιαίτερων οντολογικών παραδοχών, οι οποίες επιβάλλουν την απόρριψη μιας έρευνας προσανατολισμένης αποκλειστικά στην αντιπαράθεση μεταξύ Είναι και μη Είναι. Μέσω της κατάφασης της πολλαπλότητας των σημασιών του Είναι και του μη Είναι, καθίσταται δυνατό να αναχθεί αυτή η πολλαπλή έκφραση του γίγνεσθαι και της εμπειρίας στο Είναι με την πλήρη σημασία του. Το Είναι λέγεται με πολλούς τρόπους, καθόσον μέσα στην πραγματικότητα του γίγνεσθαι εκδηλώνεται στη σχέση μεταξύ δυνάμεως και ενεργείας, στερήσεως και μορφής, ύλης και μορφής. Επομένως, ολόκληρη η ταλάντωση συντελείται στο εσωτερικό του Είναι και όχι μεταξύ του Είναι και του μηδενός, όπως επέβαλλε ο λόγος του Παρμενίδη.

Όπως βλέπουμε, η φυσική με την αριστοτελική έννοια δραστηριοποιείται πρωτίστως στο καθαρά οντολογικό πεδίο, χωρίς να παραπέμπει σε κάτι άλλο. Με αυτόν τον τρόπο φανερώνει ότι διαθέτει έναν χαρακτήρα αυτάρκειας, ο οποίος ελάχιστα συμβιβάζεται με την τοποθέτησή της ως «δεύτερης επιστήμης», την οποία αξιώνει ο Αριστοτέλης των βιβλίων των Μεταφυσικών. Ακριβώς επάνω σε αυτή τη βάση το γίγνεσθαι τίθεται μέσα στην εννοιολογικότητα και την ορθολογικότητά του και ανάγεται, επομένως, στην έρευνα των δομών που το καθιστούν δυνατό —του τόπου, του χρόνου, του απείρου και του συνεχούς—, αποτελώντας έτσι, αυτοδικαίως, έκφραση επιστήμης: ἐπιστήμη φυσική.

Πρόκειται για μια έρευνα που συνδέεται ρητώς με την έρευνα της πρώτης προσωκρατικής φιλοσοφίας, μέσα στην οποία η physis γίνεται αρχή της κίνησης και, επομένως, ζωή, μορφή, τέλος και αιτία. Με αυτόν τον τρόπο ο Αριστοτέλης παρακάμπτει την αξίωση να διατηρηθεί η επιστήμη της physis στο πεδίο της γνώμης και της doxa. Σε αυτό το πλαίσιο, η μόνη δυνατότητα παράκαμψης του εμποδίου, το οποίο συνιστά παραδόξως η ίδια η φύση που πρέπει να μελετηθεί, είναι η προσέγγιση της φύσης μέσω της μαθηματικοποίησης της ουσιώδους δομής της.

Εναντίον αυτού του αναγωγιστικού λόγου, ο Αριστοτέλης αρχίζει να διαγράφει το άνοιγμα μιας νέας ερευνητικής οδού, η οποία θα συνυπάρχει, ως ανταγωνιστική τάση, με τον ολοένα ισχυρότερο μαθηματικοποιητικό προσανατολισμό απέναντι στη φύση, ο οποίος αποτελεί την προϋπόθεση της τεχνικής εκμετάλλευσής της. Πρόκειται για εκείνη την τεχνική που, ως προς τη σχέση της με τη φύση, βρίσκει στο δεύτερο βιβλίο της Φυσικής ένα από τα αναντικατάστατα θεμέλια του στοχασμού της δυτικής σκέψης.

Υπό αυτή την έννοια, η νέα έκδοση επιδιώκει να αναδείξει εκ νέου τη σημασία και τον ιστορικό και θεωρητικό ρόλο που διαδραματίζει η Φυσική στο πεδίο των αριστοτελικών σπουδών, με τη χαρακτηριστική αυτονομία και αυτάρκειά της, ιδίως σε σχέση με τα Μεταφυσικά. Αυτό το ιδιαίτερο καθεστώς δεν χρειάζεται απλώς να καταγραφεί, αλλά και να αξιολογηθεί σε ολόκληρη την ισχύ και την εμβέλειά του, στο πλαίσιο της ανανέωσης των ίδιων των αριστοτελικών σπουδών.

Δεν πρέπει επίσης να λησμονείται ότι η Φυσική συνοψίζει και συζητεί κριτικά ολόκληρη την προγενέστερη φιλοσοφία της φύσης, αναδεικνύοντας τη στενή διαπλοκή μεταξύ της φυσικής έρευνας και της οντολογικής αναζήτησης, ιδίως της παρμενίδειας, η οποία, κατά την κρίση του Αριστοτέλη, καθορίζει τις θεμελιώδεις παραδοχές, το υπόβαθρο αλλά και τα αποτελέσματά της. Με άλλα λόγια, χωρίς μια επαρκή οντολογία η εξήγηση του γίγνεσθαι καθίσταται αδύνατη. Χωρίς όμως μια ειδική εξήγηση του γίγνεσθαι, υπονομεύεται από τις ίδιες τις ρίζες της και η οντολογία.

Ο έντονα αυτόνομος χαρακτήρας που διαθέτει η Φυσική στο πλαίσιο των αριστοτελικών επιστημών, τον οποίο οι ερμηνευτές συχνά αντιμετώπισαν ως πρόβλημα, απαιτεί ασφαλώς την αποδοχή μιας βασικής μεθοδολογικής αρχής: πρέπει να ξεκινήσουμε από τη Φυσική για να εξηγήσουμε τη Φυσική (Wieland), θέτοντας σε δεύτερο πλάνο ακόμη και τη ρητή αριστοτελική θεωρητικοποίηση σχετικά με τη συστηματική δομή της γνώσης και των επιστημών. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει πρωτίστως να γίνει δεκτή η μεθοδολογία που εφαρμόζεται πράγματι στη συγκεκριμένη έρευνα και, κατόπιν, να εξεταστεί με σκοπό μια αξιολόγηση η οποία θα συναγάγει τα συστηματικού χαρακτήρα αποτελέσματα από τα συμπεράσματα που επιτεύχθηκαν πραγματικά. Επάνω σε αυτή τη βάση θα πρέπει να εξεταστεί και η συστηματική θεωρητικοποίηση.

Αλλά η Φυσική δεν αποτελεί απλώς ένα κεφάλαιο του παρελθόντος της ιστορίας της επιστήμης ή της ιστορίας της φιλοσοφίας, ακριβώς εξαιτίας της στενής διαπλοκής της με τη συγκρότηση της εμπειρίας μας. Από αυτή την προοπτική ζητεί να επανεξεταστεί στο πλαίσιο της συζήτησης που αφορά τη σχέση —η οποία και σήμερα τίθεται υπό αμφισβήτηση— μεταξύ της φυσικής επιστήμης και της εμπειρίας μας. Πρόκειται για εκείνη τη φυσική ως επιστήμη, η οποία σήμερα θεωρείται έκφραση της ίδιας της αλήθειας, διατηρώντας όμως την αμφισημία ότι προσλαμβάνεται συγχρόνως ως επιστήμη του μέρους και ως επιστήμη του όλου.

Η εμπειρία μας έχει ασφαλώς διευρυνθεί απεριόριστα ως προς το περιεχόμενό της· εντούτοις, εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να είναι ριζωμένη σε ορισμένες θεμελιώδεις πεποιθήσεις σχετικά με τις δομές που συγκροτούν τη βάση και το στήριγμά της. Από αυτή την άποψη, ο αριστοτελικός λόγος μπορεί να κατέχει μια θέση ασφαλώς όχι δευτερεύουσα στη σημερινή συζήτηση περί αναβίωσης της οντολογίας. Πρόκειται για μια αναβίωση που προκύπτει ακριβώς από την ανάγκη να οικοδομηθεί μια γέφυρα, η οποία θα επιτρέψει κατά κάποιον τρόπο να καλυφθεί η απόσταση που χωρίζει την κοινή εμπειρία από τις οδούς τις οποίες ακολουθεί η νέα φυσική επιστήμη. Και η αναβίωση αυτή λαμβάνει ως αφετηρία ακριβώς την κατεξοχήν αριστοτελική απαίτηση να δοθεί ένα υπόβαθρο εννοιολογικής ορθολογικότητας στη διαμόρφωση της εμπειρίας μας· χωρίς όμως τη συνείδηση του νοήματος και των ορίων του λόγου που χαρακτηρίζει τον Αριστοτέλη.

Από αυτή την άποψη, η Φυσική είναι το βιβλίο που βρίσκεται στο υπόβαθρο της δυτικής σκέψης κατά την ερμηνεία του όντος που υπόκειται στο γίγνεσθαι, με μια έννοια ασφαλώς πολύ βαθύτερη και πολύ ευρύτερη από όσο συνήθως είμαστε διατεθειμένοι να παραδεχθούμε. Και αυτό δεν ισχύει μόνο για τον ειδικό προσδιορισμό εκείνου που ονομάζεται φιλοσοφία της φύσης, όπως αυτή αναπτύχθηκε σε ολόκληρη τη δυτική παράδοση, συμπεριλαμβανομένης της αραβικής. Ισχύει γενικότερα για τη συγκρότηση του νοήματος του Είναι.

Μια νέα έκδοση, επομένως, ως έκφραση ενός ουσιώδους φιλοσοφικού λόγου.

Luigi Ruggiu

Η ΦΥΣΙΚΗ ΩΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ

Εισαγωγική μελέτη του Luigi Ruggiu

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου