Συνέχεια από Δευτέρα 14. Σεπτεμβρίου 2026
ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΑΝΩ ΣΤΗΝ «ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΘΑΡΟΥ ΛΟΓΟΥ» 2
Luigi Scaravelli, Scritti kantiani
Καντιανές μελέτες
Εκδόσεις: La Nuova Italia, 1968
ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
Θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε την κυοφορία της Κριτικής κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας· το υλικό όμως που διαθέτουμε —οι επιστολές και οι στοχασμοί ή σημειώσεις, οι οποίοι είναι πάρα πολλοί αλλά δεν φέρουν χρονολογία και, γι’ αυτό, είναι δύσκολο να χρησιμοποιηθούν για τον συγκεκριμένο σκοπό— δεν επαρκεί ώστε να προσδιορίσουμε με βεβαιότητα την πορεία που ακολούθησε ο Kant. Παρ’ όλα αυτά, αν βασιστούμε κυρίως σε μια ομάδα σελίδων, το λεγόμενο Nachlass του Duisburg, που περιλαμβάνει έναν πυρήνα χρονολογημένο το 1775, μπορούμε να διακρίνουμε, τουλάχιστον σε γενικές γραμμές, ορισμένα από τα στάδια από τα οποία πέρασε το καντιανό πρόβλημα προτού καταλήξει στη λύση που παρουσιάζεται στην Κριτική.
Εμείς, όμως, πρέπει να περιοριστούμε στην ανάλυση των σελίδων της Κριτικής. Θα αναφέρω μόνο δύο πράγματα: πρώτον, δεν φαίνεται ότι στην επιστολή προς τον Herz ο Kant είχε προχωρήσει πολύ σε σχέση με τη λύση του 1781· διότι, μιλώντας για «λίγες αρχές» και «λίγους νόμους», δείχνει ότι δεν είχε ακόμη ανακαλύψει εκείνο που αργότερα θα γινόταν ο κεντρικός πυρήνας των Παραγωγών: μία ενιαία αρχή αντικειμενικής εγκυρότητας. Δεύτερον, το κείμενο του Duisburg είναι πολύ σημαντικό. Σε αυτό ο Kant διερευνά με ποιον τρόπο κρίσεις οι οποίες, ως προς τη δομή τους, είναι υποκειμενικές ή αποτελούν έργο της διάνοιάς μας μπορούν να ισχύουν για τα ίδια τα αντικείμενα που συγκροτούν το πεδίο της εμπειρίας μας. Οι κρίσεις που εξετάζονται εκτενέστερα και επανειλημμένα είναι εκείνες που αργότερα θα αποτελέσουν τις «Αναλογίες της εμπειρίας» στην Αναλυτική των αρχών: η αρχή της μονιμότητας, η αρχή της αιτιότητας και η αρχή της αμοιβαιότητας.
Από αυτές τις σελίδες γίνεται φανερό: πρώτον, ότι ο Kant προσπαθεί να ανακαλύψει τη σύνδεση μεταξύ της διάνοιας, θεωρούμενης ως ικανότητας της κρίσης, και εκείνων των a priori μορφών της αισθητικότητας —ιδίως του χρόνου— τις οποίες, από το 1770 και μετά, δεν εγκατέλειψε πλέον· δεύτερον, ότι δεν έχει ακόμη ανακαλύψει εκείνο που αργότερα θα αποκαλέσει «τον μίτο για την ανακάλυψη όλων των καθαρών εννοιών», δηλαδή των κατηγοριών· τρίτον, ότι κατά την κυοφορία της Κριτικής ο Kant ακολούθησε μια πορεία αντίστροφη από εκείνη που θα χρησιμοποιούσε κατά τη συγγραφή του κεντρικού μέρους του έργου.
Πράγματι, η πορεία που ακολούθησε ο Kant —τουλάχιστον στον βαθμό που μπορούμε να συμπεράνουμε από τα σωζόμενα τεκμήρια— ήταν η ακόλουθη: αρχικά εξέτασε λεπτομερώς επιμέρους περιπτώσεις κρίσεων που καθορίζουν τη συγκρότηση των αντικειμένων της εμπειρίας· κατόπιν προσπάθησε να απομονώσει αυτές τις κρίσεις ή, ακριβέστερα, την ενότητα που βρίσκεται στη βάση τους —εκτός εάν αυτό είχε ήδη γίνει μεταξύ 1772 και 1775· και τέλος —αυτό το τρίτο στάδιο δεν μπορεί να χρονολογηθεί με κανέναν τρόπο, φαίνεται όμως ότι βρίσκεται πολύ κοντά στη συγγραφή της Κριτικής, δηλαδή γύρω στο 1780— διέκρινε τον «μίτο», δηλαδή τη σύνδεση μεταξύ αυτής της ενότητας, η οποία βρίσκεται στη βάση των κρίσεων, και της γενικής ή τυπικής λογικής.
Στην Κριτική, τώρα, ο Kant εκθέτει πρώτα αυτή την τελευταία ανακάλυψη υπό τον τίτλο της Μεταφυσικής παραγωγής. Έπειτα παρουσιάζει την ενοποιητική λειτουργία της διάνοιας εν γένει, χωρίς να την εξειδικεύει ή να την υποδιαιρεί στις επιμέρους λειτουργίες ή κατηγορίες της· αυτό αντιστοιχεί στο δεύτερο στάδιο που περιγράφηκε προηγουμένως, και ο Kant ονομάζει αυτή την έκθεση Υπερβατολογική παραγωγή. Τέλος, παρουσιάζει —υπό τον τίτλο της Αναλυτικής των αρχών— ακριβώς εκείνη την ομάδα επιχειρημάτων πάνω στην οποία είχε εργαστεί κατά τα χρόνια γύρω από το 1775.
Είναι φανερό ότι από αυτή την αναδιάταξη προκύπτει πως ορισμένες σελίδες δεν μπορούν να κατανοηθούν παρά μόνο εάν γνωρίζει κανείς ήδη το περιεχόμενο εκείνων που ακολουθούν —και συχνά πολύ αργότερα. Ο Kant, όμως, θεώρησε ότι η θεωρία του θα παρουσιαζόταν με επιστημονικότερο και, κατά κάποιον τρόπο, καλύτερα τεκμηριωμένο τρόπο αν ακολουθούσε τη διάταξη που τελικά επέλεξε: να ξεκινήσει δηλαδή από τα πάνω —από τη σύνδεση των κατηγοριών με τη δομή της γενικής λογικής—, να κατεβεί κατόπιν στη σύνθεση και να ολοκληρώσει, τέλος, με εκείνο που του φαινόταν ως εξειδίκευση της γενικής αρχής, δηλαδή με την εξέταση της σύνθεσης που επιτελεί κάθε επιμέρους κατηγορία.
Προτού ολοκληρώσουμε αυτές τις εισαγωγικές παρατηρήσεις, είναι σκόπιμο να αναφέρουμε ότι η διατύπωση που έδωσε ο Kant στο πρόβλημά του στην επιστολή του Φεβρουαρίου του 1772 προσλαμβάνει μια ιδιαίτερη μορφή, η οποία διακρίνεται ήδη στην ίδια αυτή επιστολή, αλλά ήρθε στο προσκήνιο μόνο αργότερα.
Η γενική διατύπωση συνίσταται, όπως είδαμε παραπάνω, στη θέση του προβλήματος της σχέσης μεταξύ των παραστάσεών μας και του αντικειμένου. Η ειδικότερη και ολοένα περισσότερο τεχνική μορφή που προσλαμβάνει η έρευνα είναι, αντιθέτως, η ακόλουθη: οι κρίσεις που διατυπώνουμε πρέπει να έχουν εγκυρότητα για τα αντικείμενα· πώς πραγματοποιείται αυτή η αναφορά των κρίσεων στα αντικείμενα;
Με αυτόν τον δεύτερο τρόπο παρουσίασης, όπως έλεγα, το πρόβλημα γίνεται περισσότερο τεχνικό, επειδή αποκτά την αυστηρότητα που αρμόζει από τη φύση της στη δομή, δηλαδή στη μορφή της κρίσης.
Χάρη σε αυτή τη διατύπωση, η γενική λογική συνδέεται στενά με το αρχικό πρόβλημα της σχέσης μεταξύ παραστάσεων και αντικειμένων —εκτός εάν, από την άποψη της χρονολογικής εξέλιξης, τα πράγματα συνέβησαν ακριβώς αντίστροφα· αυτό όμως δεν θα επέφερε καμία διαφορά ως προς την αξία και την εγκυρότητα αυτής της σχέσης. Και χάρη στη σύνδεση μεταξύ της λογικής δομής της κρίσης και της σύνθεσης που επιτελεί η διάνοια πάνω στην πολλαπλότητα της εποπτείας —αυτός είναι ο λιγότερο τεχνικός και γενικότερος τρόπος με τον οποίο ο Kant πραγματεύεται συχνά το πρόβλημα— θα επιτευχθεί το εξαιρετικά σημαντικό αποτέλεσμα ότι κάθε «φαινόμενο», ή «γνωστό αντικείμενο», θα είναι συνυφασμένο από δύο αδιάσπαστα στοιχεία: ένα εποπτικό και ένα λογικό.
Για να αναφέρουμε ένα μόνο παράδειγμα των συνεπειών αυτής της αντίληψης, στη σύγχρονη διαμάχη για το αν τα μαθηματικά είναι λογικοί ή εποπτικοί κλάδοι, ο Kant δεν θα συντασσόταν ούτε με τους υποστηρικτές της πρώτης κατεύθυνσης ούτε με εκείνους της δεύτερης. Θα επέμενε, αντιθέτως, στον σύνθετο, «συνθετικό» χαρακτήρα αυτών των επιστημών, οι οποίες είναι συγχρόνως εποπτικές και λογικές, διότι η λογική αποτελεί τον σκελετό ή τον συνδετικό ιστό του εποπτικού στοιχείου. Αυτό, όμως, θα μπορέσει να γίνει σαφώς ορατό μόνο στο τέλος της Υπερβατολογικής παραγωγής.
Μολονότι, όπως αναφέρθηκε στην πρώτη σελίδα, θα ασχοληθούμε μόνο με την Αναλυτική των εννοιών, δεν μπορώ να αποφύγω μια, έστω και σύντομη, αναφορά στην Αναλυτική των αρχών.
Η Αναλυτική των αρχών μπορεί να θεωρηθεί ως μια εκτεταμένη και λεπτομερής έρευνα, στην οποία ο Kant εξετάζει μία προς μία τις επιμέρους κατηγορίες και δείχνει για καθεμία από αυτές τον τρόπο με τον οποίο συνδέεται ή συντίθεται με τον χώρο και τον χρόνο, δηλαδή με εκείνες τις a priori μορφές της αισθητικότητας τις οποίες ανέδειξε εκτενώς η Υπερβατολογική Αισθητική και τις οποίες πρέπει να έχουμε διαρκώς κατά νου, προκειμένου να κατανοήσουμε τη διαδικασία που διέπει την καντιανή σκέψη σε ολόκληρη την Κριτική του καθαρού λόγου.
Εξαιτίας αυτού του ιδιαίτερου χαρακτήρα της καντιανής έρευνας, το βιβλίο περί των αρχών αξιολογήθηκε με διαφορετικούς τρόπους από τους ερμηνευτές. Θεωρήθηκε δηλαδή:
Όχι απλώς ως αποσαφήνιση, αλλά ως αναγκαία ολοκλήρωση εκείνης της a priori σύνθεσης που στο προηγούμενο βιβλίο είχε σκιαγραφηθεί μόνο στις γενικές γραμμές της· για τον λόγο αυτό, το συγκεκριμένο βιβλίο θα αποτελούσε μέρος του πιο ζωντανού πυρήνα της καντιανής Αναλυτικής.
Ή θεωρήθηκε ως ένα βιβλίο στο οποίο ο Kant περιόρισε την ισχύ της a priori σύνθεσης στο πεδίο της μαθηματικής φυσικής, ενώ η ισχύς της είναι πολύ ευρύτερη και εκτείνεται πολύ πέρα από το στενό πεδίο του χώρου και του χρόνου, όταν αυτό νοείται με την επιστημονική σημασία. Παραδείγματα αυτής της επέκτασης της σύνθεσης πέρα από τα χωροχρονικά όρια προσέφερε αμέσως η φιλοσοφία μετά τον Kant, αρχικά με τον Fichte —για να μη μιλήσουμε για λιγότερο γνωστούς στοχαστές— και κατόπιν με τον Schelling και τον Hegel.
Πρέπει, ωστόσο, να προσθέσουμε ότι, ακόμη και αν δεχθούμε αυτή τη δεύτερη ερμηνεία, η Αναλυτική των αρχών παραμένει ο κεντρικός εμπνευστικός πυρήνας των διαφόρων φιλοσοφιών της φύσης που διαμόρφωσαν οι ρομαντικοί στοχαστές έως τον Hegel. Μάλιστα, οι αρχές αυτές δεν αποτελούν απλώς το κέντρο έμπνευσής τους, αλλά συγκροτούν την αφανή δομή και την εσωτερική αρχιτεκτονική όλων αυτών των φιλοσοφικών κατασκευών της φύσης.
Σημειώσεις:
1 Για την ακρίβεια, όχι και οι δώδεκα κατηγορίες, διότι ο Kant αντιστοιχίζει μία μόνο αρχή στις τρεις κατηγορίες της ποσότητας και μία μόνο αρχή στις τρεις κατηγορίες της ποιότητας, ενώ αντιστοιχίζει τρεις αρχές στις τρεις κατηγορίες της σχέσης και τρεις αρχές στις τρεις κατηγορίες της τροπικότητας.
Συνεχίζεται με:
ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ «ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ» ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΒΑΤΟΛΟΓΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ
Ο Kant υποδιαιρεί αυτές τις εισαγωγικές σελίδες της Υπερβατολογικής Λογικής σε τέσσερις ενότητες, προκειμένου να αναδείξει σαφέστερα τόσο όσα συνδέουν όσο και όσα διακρίνουν την παραδοσιακή τυπική λογική από τη νέα υπερβατολογική λογική του. Εμείς δεν θα ακολουθήσουμε το κείμενο σελίδα προς σελίδα —όπως θα κάνουμε συχνά στη συνέχεια—, αλλά θα επισημάνουμε μόνο τα κυριότερα σημεία της καντιανής επιχειρηματολογίας.
Α. Η ΓΕΝΙΚΗ ΛΟΓΙΚΗ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου