▼
▼

Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

Περί του Εγώ ως αρχής της φιλοσοφίας ή περί του Απροϋπόθετου στην ανθρώπινη γνώση 4

Συνέχεια από  Κυριακή 20. Σεπτεμβρίου 2026

Περί του Εγώ ως αρχής της φιλοσοφίας ή περί του Απροϋπόθετου στην ανθρώπινη γνώση 4

Στο: Άπαντα τα έργα του Friedrich Wilhelm Joseph von Schelling. 1792–1797.

Τόμος 1, 1795 (Δεύτερη έκδοση, 1809)

§ 3

Η φιλοσοφική διαμόρφωση των γλωσσών, η οποία είναι ιδιαίτερα ορατή ακόμη στις αρχέγονες γλώσσες, αποτελεί αληθινό θαύμα, συντελεσμένο μέσω του μηχανισμού του ανθρώπινου πνεύματος. Έτσι, η γερμανική λέξη Bedingen (προϋποθέτω), την οποία χρησιμοποιήσαμε έως τώρα χωρίς ιδιαίτερη πρόθεση, μαζί με τα παράγωγά της, είναι πράγματι μια εξαίρετη λέξη, για την οποία μπορεί να ειπωθεί ότι περιέχει σχεδόν ολόκληρο τον θησαυρό της φιλοσοφικής αλήθειας. Bedingen σημαίνει την ενέργεια μέσω της οποίας κάτι γίνεται Ding, δηλαδή πράγμα· bedingt είναι εκείνο που έχει καταστεί πράγμα. Από αυτό γίνεται συγχρόνως φανερό ότι τίποτε δεν μπορεί να τεθεί αφ’ εαυτού ως πράγμα, δηλαδή ότι ένα απροϋπόθετο πράγμα αποτελεί αντίφαση. Πράγματι, unbedingt, απροϋπόθετο, είναι εκείνο που δεν έχει καθόλου καταστεί πράγμα και δεν μπορεί καθόλου να γίνει πράγμα.

Επομένως, το πρόβλημα που θέσαμε προς επίλυση μετατρέπεται τώρα στο πιο συγκεκριμένο πρόβλημα να βρεθεί κάτι το οποίο δεν μπορεί απολύτως να νοηθεί ως πράγμα.

Το απροϋπόθετο, λοιπόν, δεν μπορεί να βρίσκεται ούτε στο πράγμα εν γένει ούτε σε εκείνο που μπορεί να γίνει πράγμα, δηλαδή στο υποκείμενο· μπορεί, επομένως, να βρίσκεται μόνο σε εκείνο που δεν μπορεί καθόλου να γίνει πράγμα, δηλαδή —εάν υπάρχει ένα απόλυτο ΕΓΩ— μόνο στο απόλυτο Εγώ. Το απόλυτο Εγώ θα προσδιοριζόταν, λοιπόν, καταρχάς ως εκείνο που δεν μπορεί απολύτως ποτέ να γίνει αντικείμενο. Προς το παρόν δεν πρέπει να προσδιοριστεί περαιτέρω.

Το ότι υπάρχει ένα απόλυτο Εγώ δεν μπορεί απολύτως να αποδειχθεί αντικειμενικά, δηλαδή με αφετηρία το Εγώ ως αντικείμενο· διότι εκείνο ακριβώς που πρέπει να αποδειχθεί είναι ότι το Εγώ δεν μπορεί ποτέ να γίνει αντικείμενο. Το Εγώ, εφόσον πρέπει να είναι απροϋπόθετο, οφείλει να βρίσκεται έξω από κάθε σφαίρα αντικειμενικής αποδειξιμότητας. Το να αποδείξει κανείς αντικειμενικά ότι το Εγώ είναι απροϋπόθετο θα σήμαινε να αποδείξει ότι είναι εξαρτημένο από όρους. Στο απροϋπόθετο, η αρχή του Είναι του και η αρχή της νόησής του πρέπει να συμπίπτουν. Είναι, μόνο και μόνο επειδή είναι· νοείται, μόνο και μόνο επειδή νοείται. Το Απόλυτο μπορεί να δοθεί μόνο μέσω του Απολύτου· μάλιστα, εάν πρόκειται να είναι απόλυτο, πρέπει το ίδιο να προηγείται κάθε σκέψης και κάθε παράστασης. Επομένως, δεν πρέπει να πραγματώνεται εκ των υστέρων μέσω αντικειμενικών αποδείξεων, δηλαδή με την υπέρβαση της έννοιάς του, αλλά αποκλειστικά μέσω του ίδιου του εαυτού του (§1).

Εάν το Εγώ δεν ήταν πραγματωμένο μέσω του ίδιου του εαυτού του, τότε η πρόταση που θα εξέφραζε το Είναι του θα έπρεπε να είναι η εξής: «Εάν Εγώ είμαι, τότε είμαι». Αλλά ο όρος αυτής της πρότασης εμπεριέχει ήδη το εξαρτημένο από τον όρο: ο όρος δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς εκείνο που εξαρτάται από αυτόν· δεν μπορώ να σκεφτώ τον εαυτό μου υπό τον όρο του Είναι μου, χωρίς να με σκεφτώ ως ήδη υπάρχοντα. Επομένως, σε εκείνη την πρόταση δεν είναι ο όρος που καθορίζει το εξαρτημένο από αυτόν, αλλά, αντιστρόφως, το εξαρτημένο είναι εκείνο που καθορίζει τον όρο· δηλαδή η πρόταση αυτοαναιρείται ως υπό όρους πρόταση και μετατρέπεται σε απροϋπόθετη:

Εγώ είμαι, επειδή είμαι.⁶
(⁶ Εγώ είμαι! Αυτό είναι το μοναδικό με το οποίο το Εγώ φανερώνεται μέσα στην απροϋπόθετη αυτοκυριαρχία του. (Προσθήκη της πρώτης έκδοσης.))

Εγώ είμαι! Το Εγώ μου εμπεριέχει ένα Είναι που προηγείται κάθε σκέψης και κάθε παράστασης. Είναι, καθόσον νοείται, και νοείται, επειδή είναι· και αυτό συμβαίνει επειδή υπάρχει και νοείται μόνο στον βαθμό που σκέπτεται τον εαυτό του. Είναι, λοιπόν, επειδή μόνο το ίδιο σκέπτεται τον εαυτό του, και σκέπτεται μόνο τον εαυτό του, επειδή είναι. Παράγει τον εαυτό του μέσω της ίδιας του της σκέψης — από απόλυτη αιτιότητα. [ΣΟΦΙΑ ΟΡΘΗ ΚΑΙ ΛΟΓΙΚΗ]

Εγώ είμαι, επειδή Εγώ είμαι! Αυτό γίνεται αμέσως αντιληπτό από τον καθένα. Πείτε του: «Το Εγώ είναι, επειδή είναι», και δεν θα το κατανοήσει τόσο γρήγορα· και αυτό, επειδή το Εγώ είναι μέσω του εαυτού του και είναι απροϋπόθετο μόνο στον βαθμό που είναι συγχρόνως αδύνατον να τεθεί υπό όρους, δηλαδή στον βαθμό που δεν μπορεί ποτέ να γίνει πράγμα, να γίνει αντικείμενο. Εκείνο που είναι αντικείμενο προσδοκά την ύπαρξή του από κάτι που βρίσκεται έξω από τη σφαίρα της απλής του νόησης· μόνο το Εγώ δεν είναι τίποτε και δεν μπορεί το ίδιο να νοηθεί, χωρίς να τίθεται συγχρόνως το Είναι του· διότι δεν μπορεί καθόλου να νοηθεί παρά μόνο στον βαθμό που σκέπτεται τον εαυτό του, δηλαδή στον βαθμό που είναι.

Δεν μπορούμε, επομένως, να πούμε: «Καθετί που σκέπτεται, είναι», διότι με αυτόν τον τρόπο το σκεπτόμενο θα προσδιοριζόταν ως αντικείμενο· μπορούμε μόνο να πούμε:
Εγώ σκέπτομαι, Εγώ είμαι.


(Από αυτό ακριβώς γίνεται φανερό ότι, μόλις καταστήσουμε λογικό αντικείμενο εκείνο που δεν μπορεί ποτέ να γίνει αντικείμενο και θελήσουμε να διεξαγάγουμε έρευνες σχετικά με αυτό, οι έρευνες αυτές πρέπει να παρουσιάζουν μια εντελώς ιδιαίτερη ασυλληπτότητα. Διότι το Εγώ δεν μπορεί απολύτως να συλληφθεί και να καθηλωθεί ως αντικείμενο· και αν δεν ερχόταν σε βοήθειά μας μια εποπτεία, η οποία —καθόσον στη γνώση μας είμαστε δεσμευμένοι στα αντικείμενα— μας είναι εξίσου ξένη όσο και το Εγώ που δεν μπορεί ποτέ να γίνει αντικείμενο, τότε δεν θα μπορούσαμε καθόλου να μιλήσουμε γι’ αυτό ούτε να γίνουμε κατανοητοί ο ένας στον άλλον.)

Το Εγώ, επομένως, δίνεται ως απροϋπόθετο μόνο μέσω του ίδιου του εαυτού του.⁷ Εάν, ωστόσο, προσδιορίζεται συγχρόνως ως εκείνο που κυριαρχεί σε ολόκληρο το σύστημα της γνώσης μου, τότε πρέπει να είναι δυνατή και μια regressus, δηλαδή μια αναδρομική πορεία: πρέπει να μπορώ να ανέλθω από την κατώτατη υπό όρους πρόταση προς το Απροϋπόθετο, όπως, αντιστρόφως, μπορώ να κατέλθω από την απροϋπόθετη πρόταση προς την κατώτατη πρόταση στη σειρά των υπό όρους προτάσεων.

Μπορεί, λοιπόν, να επιλέξει κανείς από τη σειρά των υπό όρους προτάσεων οποιαδήποτε πρόταση θέλει· αυτή πρέπει, κατά την αναδρομική πορεία, να οδηγεί στο απόλυτο Εγώ. Έτσι, για να επιστρέψουμε σε ένα από τα προηγούμενα παραδείγματα, η έννοια του υποκειμένου πρέπει να οδηγεί στο απόλυτο Εγώ. Διότι, εάν δεν υπήρχε απόλυτο Εγώ, τότε η έννοια του υποκειμένου, δηλαδή η έννοια του Εγώ που καθορίζεται από ένα αντικείμενο, θα ήταν η ύψιστη έννοια.

Επειδή όμως η έννοια του αντικειμένου εμπεριέχει μια αντίθεση, πρέπει και η ίδια αρχικά να προσδιορίζεται μόνο σε αντιπαράθεση προς κάτι άλλο, το οποίο αποκλείει απολύτως την έννοιά της. Επομένως, δεν μπορεί να προσδιορίζεται απλώς σε αντιπαράθεση προς το υποκείμενο, το οποίο μπορεί να νοηθεί μόνο σε σχέση προς ένα αντικείμενο και, άρα, όχι με τον αποκλεισμό του. Συνεπώς, τόσο η ίδια η έννοια του αντικειμένου όσο και η έννοια του υποκειμένου, η οποία μπορεί να νοηθεί μόνο σε σχέση προς εκείνη, πρέπει να οδηγούν σε ένα Απόλυτο που αντιτίθεται απολύτως σε κάθε αντικείμενο και αποκλείει κάθε αντικείμενο.

Διότι, υποθέστε ότι τίθεται αρχικά ένα αντικείμενο, χωρίς προηγουμένως, πριν από κάθε άλλη θέση, να έχει τεθεί απολύτως ένα απόλυτο Εγώ· τότε το αντικείμενο που τέθηκε αρχικά δεν μπορεί να προσδιοριστεί ως αντικείμενο, δηλαδή ως κάτι που αντιτίθεται στο Εγώ, επειδή τίποτε δεν μπορεί να αντιτεθεί σε εκείνο που δεν έχει τεθεί. Συνεπώς, ένα αντικείμενο που θα είχε τεθεί πριν από κάθε Εγώ δεν θα ήταν αντικείμενο· δηλαδή η παραδοχή αυτή αυτοαναιρείται.

Ή υποθέστε ότι έχει τεθεί αρχικά ένα Εγώ, αλλά ως ήδη ανηρημένο από το αντικείμενο, δηλαδή ως υποκείμενο· και αυτή η παραδοχή αυτοκαταστρέφεται. Διότι, όπου δεν έχει τεθεί ένα απόλυτο Εγώ, αυτό δεν μπορεί να αναιρεθεί· και εάν δεν υπήρχε κανένα Εγώ πριν από κάθε αντικείμενο, τότε δεν θα υπήρχε ούτε αντικείμενο μέσω του οποίου θα μπορούσε να τεθεί το Εγώ ως ήδη ανηρημένο.
(Παριστάνουμε μια αλυσίδα γνώσης η οποία είναι εξ ολοκλήρου εξαρτημένη από όρους και αποκτά στήριγμα μόνο σε ένα ύψιστο απροϋπόθετο σημείο. Το υπό όρους μέσα στην αλυσίδα μπορεί εν γένει να νοηθεί μόνο με την προϋπόθεση του απόλυτου όρου, δηλαδή του Απροϋπόθετου. Συνεπώς, το υπό όρους δεν μπορεί να τεθεί πριν από το Απροϋπόθετο —εκείνο που δεν μπορεί να υπαχθεί σε όρους—, αλλά μόνο μέσω αυτού, σε αντιπαράθεση προς αυτό, ως υπό όρους. Επομένως, εφόσον τίθεται μόνο ως υπό όρους, μπορεί να νοηθεί μόνο μέσω εκείνου που δεν είναι καθόλου πράγμα, δηλαδή μέσω του Απροϋπόθετου.)


Το ίδιο το αντικείμενο, λοιπόν, μπορεί αρχικά να προσδιοριστεί μόνο σε αντιπαράθεση προς το απόλυτο Εγώ, δηλαδή αποκλειστικά ως εκείνο που αντιτίθεται στο Εγώ, ως Μη-Εγώ· και οι έννοιες του υποκειμένου και του αντικειμένου αποτελούν οι ίδιες εγγυητές του απόλυτου Εγώ, το οποίο δεν μπορεί να υπαχθεί σε κανέναν όρο.

§ 4

Από τη στιγμή που το Εγώ προσδιορίζεται ως το Απροϋπόθετο μέσα στην ανθρώπινη γνώση, ολόκληρο το περιεχόμενο κάθε γνώσης πρέπει να μπορεί να προσδιοριστεί μέσω του ίδιου του Εγώ και μέσω της αντιπαράθεσης προς το Εγώ· και έτσι πρέπει να είναι δυνατόν να σχεδιαστούν a priori όλες οι δυνατές θεωρίες του Απροϋπόθετου.

Εάν πράγματι το Εγώ είναι το Απόλυτο, τότε εκείνο που δεν είναι Εγώ μπορεί να προσδιοριστεί μόνο σε αντιπαράθεση προς το Εγώ, επομένως μόνο υπό την προϋπόθεση του Εγώ· και ένα απολύτως τεθειμένο Μη-Εγώ, το οποίο δεν έχει τεθεί ως αντίθετο προς το Εγώ, αποτελεί αντίφαση. Αντιθέτως, εάν το Εγώ δεν προϋποτεθεί ως το Απόλυτο, τότε το Μη-Εγώ μπορεί είτε να τεθεί πριν από κάθε Εγώ είτε να εξισωθεί με το Εγώ. Τρίτη δυνατότητα δεν υπάρχει.

Τα δύο άκρα είναι ο δογματισμός και ο κριτικισμός. Αρχή του δογματισμού είναι ένα Μη-Εγώ τεθειμένο πριν από κάθε Εγώ· αρχή του κριτικισμού είναι ένα Εγώ τεθειμένο πριν από κάθε Μη-Εγώ και με αποκλεισμό κάθε Μη-Εγώ. Ανάμεσα στα δύο βρίσκεται η αρχή του Εγώ που καθορίζεται από ένα Μη-Εγώ ή, πράγμα που είναι το ίδιο, του Μη-Εγώ που καθορίζεται από ένα Εγώ.

1. Η αρχή του δογματισμού αντιφάσκει προς τον ίδιο της τον εαυτό (§2), διότι προϋποθέτει ένα απροϋπόθετο πράγμα, δηλαδή ένα πράγμα που δεν είναι πράγμα. Επομένως, το μόνο στο οποίο καταλήγει ο δογματισμός μέσω της συνεπούς ανάπτυξής του —της πρώτης απαίτησης μιας αληθινής φιλοσοφίας— είναι ότι εκείνο που δεν είναι Εγώ γίνεται Εγώ και εκείνο που είναι Εγώ γίνεται Μη-Εγώ, όπως ακριβώς συμβαίνει και στον Spinoza.

Κανένας δογματιός, ωστόσο, δεν έχει αποδείξει μέχρι σήμερα ότι ένα Μη-Εγώ μπορεί να προσδώσει πραγματικότητα στον ίδιο του τον εαυτό και ότι μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε άλλο πέρα από την απλή αντιπαράθεσή του προς ένα απόλυτο Εγώ. Ούτε ο Spinoza απέδειξε πουθενά ότι το Απροϋπόθετο μπορεί και πρέπει να βρίσκεται στο Μη-Εγώ· αντιθέτως, καθοδηγούμενος αποκλειστικά από την έννοιά του περί Απολύτου, το τοποθετεί άμεσα σε ένα απόλυτο αντικείμενο, σαν να προϋπέθετε ότι καθένας που θα του παραχωρούσε έστω μία φορά την έννοια του Απροϋπόθετου θα τον ακολουθούσε αυτομάτως και στο συμπέρασμα ότι το Απροϋπόθετο πρέπει αναγκαστικά να τεθεί σε ένα Μη-Εγώ.

Αφού, όμως, διατύπωσε αυτή την πρόταση όχι αποδεικνύοντάς την αλλά προϋποθέτοντάς την, εκπλήρωσε το καθήκον της συνέπειας με τέτοια αυστηρότητα, ώστε ίσως κανένας από τους αντιπάλους του δεν το εκπλήρωσε στον ίδιο βαθμό. Διότι αποκαλύπτεται ξαφνικά ότι —σαν να ενεργούσε παρά τη θέλησή του, αποκλειστικά με τη δύναμη μιας συνέπειας η οποία δεν οπισθοχωρούσε μπροστά σε καμία από τις συνέπειες των αρχών που είχε αποδεχθεί— ανύψωσε το ίδιο το Μη-Εγώ σε Εγώ και υποβίβασε το Εγώ σε Μη-Εγώ.

Στο σύστημά του ο κόσμος δεν είναι πλέον κόσμος και το απόλυτο αντικείμενο δεν είναι πλέον αντικείμενο· καμία αισθητή εποπτεία και καμία έννοια δεν φθάνει στη μία και μοναδική Ουσία του· αυτή είναι παρούσα μέσα στην απειρότητά της μόνο στη διανοητική εποπτεία. Γι’ αυτό και το σύστημά του μπορεί παντού, και σε ολόκληρη την έρευνά μας, να τεθεί στη θέση του ολοκληρωμένου δογματισμού εν γένει.

Κανένας φιλόσοφος δεν ήταν τόσο άξιος όσο εκείνος να διακρίνει τη μεγάλη παρανόηση· για εκείνον, το να τη διακρίνει και το να φθάσει στον σκοπό θα ήταν ένα και το αυτό. Καμία μομφή δεν είναι πιο ανυπόφορη από εκείνη που του απηύθυναν τόσο συχνά: ότι προϋπέθεσε την ιδέα της απόλυτης Ουσίας αυθαίρετα, και μάλιστα ίσως μόνο μέσω ενός αυθαίρετου λεκτικού ορισμού. Ασφαλώς, όμως, είναι ευκολότερο να ανατρέψει κανείς ένα ολόκληρο σύστημα μέσω μιας μικρής γραμματικής παρατήρησης παρά να διεισδύσει στο έσχατο θεμέλιό του, το οποίο, ακόμη και αν είναι εντελώς εσφαλμένο, πρέπει ωστόσο να μπορεί να ανακαλυφθεί κάπου μέσα στο ανθρώπινο πνεύμα.

Ο πρώτος που διέκρινε ότι το σφάλμα του Spinoza δεν βρισκόταν σε εκείνη την ιδέα, αλλά στο γεγονός ότι την τοποθέτησε έξω από κάθε Εγώ, είχε κατανοήσει τον Spinoza και είχε βρει τον δρόμο προς την επιστήμη.

§ 5
Συνεχίζεται


ΕΓΩ....... ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ........HOMO HOMINI LUPUS!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου