Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

Πνευματικά Γυμνάσματα 8 Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

 Συνέχεια από Παρασκευή 21. Αυγούστου 2026

Πνευματικά Γυμνάσματα 8

Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου


ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ
Τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μεταχειρίζεται κάθε Χριστιανὸς ὅπου ἐπιθυμεῖ νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του, διαμοιρασμένα εἰς Μελέτας, Ἐξετάσεις καὶ Ἀναγνώσεις.

ΜΕΛΕΤΗ Η΄.
Α΄. Ὅτι ὁ θάνατος εἶναι τέλος ὅλου τοῦ αἰσθητικοῦ.
Β΄. Ὅτι εἶναι τέλος ὅλης τῆς ἀπάτης.

Γ΄. Ὅτι εἶναι τέλος ὅλου τοῦ καιροῦ.

α΄.

Θέλοντας ὁ προφήτης Ἰεζεκιὴλ νὰ μᾶς περιγράψῃ τὸν θάνατον, τὸν ὀνομάζει τέλος τρεῖς φορὰς «Πέρας ἥκει, τὸ πέρας ἥκει, νῦν τὸ πέρας ἐπὶ σὲ» (ζ'. 2)· καὶ μὲ τοῦτο δὲν μᾶς φανερώνει ἄλλο, παρὰ πῶς ὁ θάνατος εἶναι τὸ τέλος τριῶν πραγμάτων, ἤγουν ὅλου τοῦ αἰσθητικοῦ, ὅλης τῆς ἀπάπης καὶ ὅλου του καιρού. Τώρα συλλογίσου ἀδελφέ, α΄) Πὼς ὁ θάνατος εἶναι τέλος ὅλου τοῦ αἰσθητικοῦ. Δὲν ἐγνώρισες ποτέ σου κανέναν σύντροφον ἢ κανέναν συγγενὴν ἢ φίλον σου ὅπου ἐζοῦσε καὶ τώρα εἶναι ἀποθαμένος; Λοιπὸν καθὼς ἐτελείωσαν δι' αὐτὸν ὅλαι αἱ ἀνάπαυσες, ὅλαι αἱ φιλίαι, ὅλαι αἱ συναναστροφαί, ὅλαι αἱ συγγένειαι· καθὼς ἐτελείωσεν ἡ ματαιότης καὶ φαντασία τῶν φορεμάτων του, ἡ ὑπόληψις τῆς εὐγλωττίας του, ἡ ὑπερηφάνεια τῆς πολιτείας του, ἡ ἀρέσκεια τῶν ἐπαίνων ποὺ τοῦ ἔκαναν οἱ ἄλλοι· καθὼς ἐτελείωσαν δι' αὐτὸν αἰ πραγματεῖαι, τὰ κέρδη, τὰ ξεφαντώματα, αἱ ἡδοναῖ, καὶ διὰ νὰ εἰπῶ μὲ ἕνα λόγον καθὼς ἐτελείωσαν δι' αὐτὸν ὅλα ἐκεῖνα, μὲ τὰ ὁποῖα ἠγωνίσθη εἰς τὴν ζωὴν του διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὰς αἰσθήσεις του τοιουτοτρόπως ἀγαπητὲ θέλουν τελειώσει εἰς ὀλίγον καιρὸν ὅλα αὐτὰ καὶ δι' ἐσένα καὶ τὸ σῶμά σου αὐτὸ ποὺ τώρα θεραπεύεις, γρήγορα θέλει γίνει μέσα εἰς τὸν τάφον τόσον βρωμερόν, ὅπου καλλίτερα νὰ ἠμπορῇ τινὰς νὰ ὑποφέρῃ ὅλας τὰς βρώμας τῆς κόπρου καὶ τῶν ἀναγκαίων, παρὰ νὰ ὑποφέρῃ τοῦ ἰδικού σου λειψάνου τὴν δυσωδίαν· «καὶ ἀναβήσεται ἡ σαπρία αὐτοῦ καὶ ἀναβήσεται ὁ βρώμος αὐτοῦ.» (Ἰωὴλ β'. 20). Καὶ λοιπὸν ἀδελφέ, διατί τόσον ἀγῶνα διὰ τὰ προσωρινά πράγματα; διατί τόσην φροντίδα δι' ἕνα σάκκον γεμάτον βρώμαν, καθὼς εἶναι τὸ σῶμα σου, τοῦ ὁποίου πατὴρ μὲν εἶναι ὁ θάνατος μήτηρ δὲ καὶ ἀδελφὴ ἡ σαπίλας ὡς λέγει ὁ Ἰὼβ «Θάνατον ἐπεκαλεσάμην πατέρα μου εἶναι, μητέρα μου δέ καὶ ἀδελφὴν σαπρίαν» (ιζ', 14)· διατὶ νὰ βάνῃ ἄνω κάτω τὸν κόσμον διὰ νὰ τὸν κολακεύῃς, ὄντας βέβαιος, ὅτι τέλος πάντων μὲ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἀγωνίζεσαι διὰ νὰ θεραπεύης δὲν κάμνεις ἄλλο παρὰ ἑτοιμάζεις ἕνα μεγαλοπρεπές συμπόσιον διὰ νὰ φιλεύσῃς τοὺς σκώληκας μέσα εἰς τὸν τάφον «ὑποκάτω σου στρώσουσι σῆψιν καὶ τὸ κατακάλυμμά σου σκώληξ. (Ἡσ. ιδ'.11).

Εἰπέ μοι σὲ παρακαλῶ, ἀνίσως καὶ ὅλα τὰ καλά τοῦ κόσμου, ἦσουν βέβαιος ὅτι μετ' ὀλίγον καιρὸν ἔχουν νὰ χαθοῦν καὶ νὰ γίνουν κονιορτὸς καὶ οὐδὲν ἤθελες ἐσὺ πλέον νὰ φροντίσῃς δι' αὐτά; Ὄχι. Καὶ λοιπὸν ἰδοὺ τοῦτο ὅπου γίνεται μὲ τὸν ἰδικόν σου θάνατον διότι, ἐσὺ ὅταν ἀποθάνῃς, ὁ κόσμος ὅλος ἐχάθη ἔμπροσθεν ἀπὸ ὀμμάτιά σου καὶ ἔγινε διὰ σὲ κονιορτὸς καὶ οὐδέν. Ἐπειδὴ καὶ ἄλλην φορὰν δέν ἔχεις πλέον νὰ τὸν ἰδῇς εἰς τὸν αἰῶνα, καθὼς οὐδὲ οἱ Ἑβραῖοι εἶδον πλέον τοὺς Αἰγυπτίους ἀφοῦ ἐπέρασαν τὴν ἐρυθρὰν θάλασσαν, ὡς λέγει ἡ Γραφή, «Οὐ προσθήσεσθε ἔτι ἰδεῖν αὐτοὺς εἰς τὸν αἰῶνα χρόνον». (Εξοδ. ιδ'. 13). Καὶ συλλογίσου τὰ ὑστερινὰ καὶ πικρὰ ἀποχαιρετίσματα ὅπου θέλεις κάμει τοῦ κόσμου τούτου ἐν τῇ ὥρᾳ τοῦ θανάτου σου· πὼς θέλεις ἀποχαιρετήσει τὰς δόξας, τὰ πλούτη, τὰ ὑπάρχοντα καὶ ὅλας τὰς μακαριότητας· πὼς θέλεις δώσει τὸν ἀποχαιρετισμὸν εἰς ὅλας τὰς ἡδονὰς ὅπου ἀπήλαυσες· πὼς θέλεις ἀποχαιρετήσει φίλους, συγγενεῖς, γείτονας, τὰ τέκνα, τὴν γυναῖκα σου καὶ ἁπλῶς ὅλα τὰ κτίσματα· καὶ τέλος πάντων πὼς θέλεις δώσει τὸν ὅλον ὕστερον ἀποχαιρετισμὸν εἰς τὸ ταλαίπωρον σῶμά σου καὶ παρευθὺς νὰ χωρισθῇ ἡ ψυχή σου ἀπὸ αὐτὸ καὶ νὰ τὸ ἀφίσῃ χλωμόν, κίτρινον, συγχαμερὸν καὶ βρωμισμένον. Συλλογίσου ἀκόμη πόσην βίαν θέλουν κάμει οἱ συγγενεῖς σου διὰ νὰ βγάλουν τὸ νεκρόν σου λείψανον ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ νὰ τὸ θάψουν γρήγορα καὶ πὼς ὕστερα ὁ κόσμος ὅλος ἔχει νὰ σὲ λησμονήσει καὶ νὰ σὲ βγάλῃ τελείως ἀπὸ τὴν μνήμην του, ὡσὰν νὰ μὴ ἐστάθης ὁλότελα εἰς τὸν κόσμον· ἀφ᾽ οὗ δὲ ἡ ψυχή σου εὔγη ἀπὸ τὸ σῶμα, ἆρά γε εἰς ποίαν στράταν ἔχει νὰ περιπατήση; βέβαια εἰς ἐκείνην ὅπου καὶ τὸ σῶμα ἐπεριπάτησεν εἰς τὴν ζωήν του, καὶ ἢ εἰς τοὺς οὐρανοὺς θέλει ἀναβῆ μὲ τοὺς Ἀγγέλους, ἢ εἰς τὸν ἅδην θέλει καταβῆ μὲ τοὺς δαίμονας.

Τώρα ἐσὺ ἀδελφὲ ὅπου ἀναγινώσκεις ταῦτα, διατὶ νὰ εἶσαι τόσον προσηλωμένος εἰς τὴν ἀγάπην τούτων τῶν προσωρινῶν καί αἰσθητῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου, τὰ ὁποία ἔχεις νὰ τὰ ἀφίσῃς μετὰ τὸν θάνατον; Δὲν ἀκούεις τὸν Παῦλον τί λέγει ὅτι «Τὰ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τὰ δὲ μὴ βλεπόμενα αἰώνια». (Β΄. Κορ. δ΄. 18) Διατὶ νὰ δίδεσαι εἰς τὴν ἀγάπην τῶν αἰσθήσεών σου καὶ τούτων τῶν ματαίων καὶ φαινομένων ἀγαθῶν, ὡσὰν νὰ μὴν ἦσαν ὅλα ψεύτικα καὶ φθαρτά; Καὶ ἐματαιώθης καὶ σὺ ὡς λέγει ὁ προφήτης Ἱερεμίας «Ἐπορεύθησαν ὀπίσω τῶν ματαίων καὶ ἐματαιώθησαν (β'. 5.) καὶ καθὼς λέγει ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος «Μάταιος γέγονας, τὴν ματαιότητα ἀγαπήσας», (Εὐχὴ ἐρωτικ. α'.) διατὶ νὰ ἀγωνίζεσαι μὲ τόσους κόπους καὶ μὲ τόσους κινδύνους νὰ φορτώσης ἕνα καράβι, ὅπου ἄρχισε νὰ ἀνοίγῃ καὶ νὰ καταβυθίζεται; Διατὶ σπουδάζεις νὰ κτίσῃς ἐπάνω εἰς τὴν ἄμμον ἕνα σπίτι ὅπου σαλεύει καὶ εἶναι ἕτοιμον νὰ πέσῃ ἐπάνω σου καὶ νὰ σὲ διαφθείρῃ μὲ τὸ πέσιμόν του; Διατὶ κατασταίνεις κάθε ἡμέραν δυσκολώτερον τὸν χωρισμόν σου ἀπὸ τοῦτον τὸν κόσμον, μὲ τὸ νὰ προσκολλᾷς εἰς αὐτὸν πάντοτε περισσότερον τὴν καρδίαν σου; Ἕως πότε ἀδελφέ, ἕως πότε ἔχεις νὰ περιπατῆς ἔτσι χαμένος, ἀκολουθώντας ἕνα ἴσκιον ἀγαθοῦ ὅπου δὲν στέκεται ποτέ; «Υἰοὶ ἀνθρώπων ἕως πότε βαρυκάρδιοι; Ἵνα τί ἀγαπᾶτε ματαιότητα, καὶ ζητεῖτε ψεύδος; (ψαλμ. δ'. 2) Δὲν ἀκούεις τὸν ἱερὸν Αὐγουστῖνον τί σοῦ λέγει; «Εἰ ζητοῦμεν τὰ παρερχόμενα, τὰ αἰώνια ἀποβάλλομεν· εἰ θέλομεν τὰ αἰώνια, μὴ ἀγαπῶμεν τὰ παρερχόμενα». (Εὐχὴ ιζ'. ἢ τ'.)

Ἔλα λοιπὸν εἰς τὸν ἑαυτόν σου ἀγαπητέ, καὶ θαύμασε καὶ κατηγόρησε τὴν ἀστοχασίαν σου, μὲ τὴν ὁποίαν ἕως τώρα ἐγύρευες τὰ ρευστὰ καὶ προσωρινὰ πράγματα μὲ τόσην δίψαν καὶ πόθον, ὡσὰν νὰ ἤθελαν εἶναι αἰώνια, καθὼς σὲ κατηγορεῖ διὰ ταῦτα καὶ ὁ προφήτης Ἀμῶς λέγων «Ὡς ἑστῶτα ἐλογίσαντο καὶ οὐχ ὡς φεύγοντα». (5. 5) Δὲν ἐνθυμεῖσαι πῶς ἡ γυναίκα τοῦ Λώτ, διὰ νὰ ἔχῃ τόσην δίψαν καὶ πόθον εἰς τὰ γήϊνα πράγματα, ἐγύρισε νὰ ἰδῇ εἰς τὰ Σόδομα καὶ ἔγινε στήλη ἀπὸ ἁλάτι; Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Κύριος θέλοντας νὰ ἔχωμεν πάντοτε εἰς τὴν ἐνθύμησίν μας τὸ παράδειγμα τοῦτο, μᾶς λέγει «Μνημονεύετε τῆς γυναικὸς Λὼτ» (Λουκ. ιζ' 32). Ὅθεν ἐπειδὴ καὶ μέλλεις νὰ ἀφίσῃς εἰς ὀλίγας ἡμέρας καὶ στανικῶς σου καὶ χωρὶς μισθόν, ὅ,τι ἂν εὑρίσκεται εἰς τοῦτον τὸν κόσμον, ἀποφάσισε νὰ τὸ ἀφίσῃς τώρα θεληματικῶς μὲ πολὺν μισθόν, εὐγάνοντας τὴν ἀγάπην σου ἀπ' αὐτὸ καὶ βάνοντάς την εἰς τὰς ἀρετάς, τὰς ὁποίας ὄχι μόνον δὲν δύναται νὰ σοῦ τὰς ἁρπάσῃ ποτὲ τοῦτος ὁ μέγας κλέπτης, ὁ θάνατος, ἀλλὰ καὶ πρὸς τούτοις αὐταί ἔχουν νὰ σὲ συνοδεύσουν εἰς τὴν ἄλλην ζωὴν καὶ νὰ εἶναι πάντοτε μαζί σου ἀχώρισται. «Ποιήσατε ἑαυτοῖς βαλάντια μὴ παλαιούμενα, θησαυρὸν ἀνέκλειπτον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ὅπου κλέπτης οὐκ ἐγγίζει» (Λουκ. ιβ'. 38). Εὐχαρίστησε τὸν Κύριον ποὺ σοῦ ἔδωκεν καιρὸν διὰ νὰ διορθώσῃς αὐτὰ τὰ σφάλματα καὶ παρακάλεσαί τον μὲ μεγάλην ταπείνωσιν νὰ σὲ δυναμώσῃ, ὅπου ἀνίσως καὶ ἔζησες ἕως τώρα, ὡσὰν νὰ μὴν εἶχες ποτὲ νὰ ἀποθάνῃς, ἀπὸ τώρα καὶ ὕστερα νὰ ζῇς τοιουτοτρόπως, ὡσὰν νὰ ἤσουν ἀποθαμένος «μακάριοι οἱ νεκροί, οἱ ἐν Κυρίῳ ἀποθνήσκοντες ἀπάρτι». (Άποκ. ιδ'. 13)

β΄.

Συλλογίσου, πῶς ὁ θάνατος εἶναι τέλος τῆς ἀπάτης. Ἡ πλέον δὲ κοινὴ ἀπάτη ὅπου μᾶς πλανᾷ εἰς ταύτην τὴν ἀθλίαν ζωὴν εἶναι ὅπου νομίζομεν, τὰ μὲν γήϊνα πράγματα τοῦ κόσμου πὼς εἶναι μεγάλα, ἐπειδὴ καὶ εἶναι πλησιέστερα καὶ πλέον κοντὰ εἰς τὰς αἰσθήσεις μας, τὰ δὲ οὐράνια τὰ νομίζομεν μικρά, διότι εἶναι μακρύτερα ἀπὸ τὰς αἰσθήσεις μας· ὁμοίως καὶ αἱ θλίψεις καὶ τὰ βάσανα μᾶς φαίνονται βαρεται καὶ αἱ ἁμαρτίαι μᾶς φαίνονται ἐλαφραί διὰ τοῦτο λέγομεν καλὸν τὸ κακὸν καὶ τὸ κακὸν καλόν, ὡσὰν νὰ εἴμεθα μέσα εἰς ἕνα σπῆτι γεμάτο ἀπὸ καπνόν, ὅπου δὲν μᾶς ἀφίνει να βλέπωμεν καθαρά, οὔτε τὰ μέσα τοῦ σπιτιοῦ, οὔτε τὰ ἔξω· ὅθεν καὶ τὰ παρόντα κακῶς γνωρίζομεν, καὶ τὰ μέλλοντα χειρότερα καὶ πληροῦται εἰς ἡμᾶς ἐκεῖνο ποὺ λέγει ὁ Ἡσαΐας «οὐαὶ οἱ λέγοντες τὸ πονηρὸν καλόν, καὶ τὸ καλὸν πονηρόν· οἱ τιθέντες τὸ σκότος φῶς, καὶ τὸ φῶς σκότος· οἱ τιθέντες τὸ πικρὸν γλυκὺ καὶ τὸ γλυκὺ πικρόν». (5. 20) Ἀλλ' ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τοῦ θανάτου, ἀραιώνουν αὐταί ὅλαι αἱ σκοτεινάδες καὶ ἡ ψυχὴ ὅπου εἶχε πάντοτε τὰ μάτια τῆς κλεισμένα, ὡσάν ἕνας τυφλοπόντικας, ἀρχίζει νὰ τὰ ἀνοίγῃ καὶ τότε, ὅλα μὲν τὰ πρόσκαιρα θέλει τὰ ἰδῇ ὡς ἕνα οὐδέν, καθὼς εἶναι τῇ ἀληθείᾳ, μόνα δὲ τὰ αἰώνια θέλει τὰ βλέπει μεγάλα καὶ θαυμαστά. Τότε θέλει βλέπει καὶ τὰς ἁμαρτίας της πόσον εἶναι βαρύταται τὰς ὁποίας πρότερον ἐνόμιζε πολλὰ ἐλαφράς, καθὼς καὶ τὸ καράβι ὅταν συρθῇ ἔξω εἰς τὴν γῆν, γνωρίζετε πόσον εἶναι βαρύ, τὸ ὁποῖον εὑρισκόμενον πρότερον εἰς τὴν θάλασσαν ἐφαίνετο ἐλαφρόν· καὶ τὰ σφάλματα ὅπου πρότερον ἐλογίαζε πολὺ μικρά, τότε θέλει τὰ βλέπει μεγάλα ὡσὰν βουνά· καὶ τὰ καλὰ ἔργα καὶ αἱ ἀρεταὶ ποὺ δὲν ἤθελε προτήτερα, τότε θέλουν τῆς φανεῖ ποθητὰ καὶ γλυκύτατα καὶ θέλει λέγει μὲ τὸν ἑαυτόν της ἄχ! Καὶ διατὶ δὲν ἐπεριπάτησα καὶ ἐγὼ τὴν καλὴν καὶ χριστιανικὴν στράταν τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου διὰ νὰ λάβω τώρα μισθὸν αἰώνιον; Ὤ, πόσον ἐγελάσθηκα! Ὤ, πόσον μὲ ἐπλάνεσεν ὁ ψεύτικος κόσμος!

Τὸ λοιπὸν τί θέλει ἀκολουθήσει τότε εἰς ἐσένα ἀδελφέ, ὅπου καρτερεῖς τὴν ὥραν ἐκείνην νὰ γνωρίσῃς τὴν ἀπάτην τοῦ κόσμου; Ποῖον λογαριασμὸν θέλεις κάμει διὰ τὰς ἡδονάς σου καὶ διὰ τὰς σαρκικάς ἐπιθυμίας σου, ἀπὸ τὰς ὁποίας δὲν ἠθέλησες ποτὲ νὰ παύσῃς ὅταν τὰς ἰδῇς ὅλας ἀφανισμένας; Ἢ τί λογῆς θέλεις μετανοήσει τότε διὰ τί ἀπεστράφης τόσας φοράς καλάς ἐμπνεύσεις, μὲ τὰς ὁποίας σὲ ἐφώτιζεν ὁ Θεὸς καὶ σὺ ἐναντιώθης εἰς τὸ θεῖον Του θέλημα μόνον διὰ τὰ λόγια καὶ διὰ τὴν ἀρέσκειαν τῶν ἀνθρώπων; πόσον βάρος θέκοσμον, ἀποφάσισε νὰ τὸ ἀφίσης τώρα θεληματικῶς μὲ πολὺν μισθόν, εὐγάνωντας τὴν ἀγάπην σου ἀπ' αὐτὸ καὶ βάνωντάς την εἰς τὰς ἀρετάς, τὰς ὁποίας ὄχι μόνον δὲν δύναται νὰ σοῦ τὰς ἁρπάσῃ ποτὲ τοῦτος ὁ μέγας κλέπτης ὁ θάνατος, ἀλλὰ καὶ πρὸς τούτοις αὐταί ἔχουν νὰ σὲ συνοδεύσουν εἰς τὴν ἄλλην ζωὴν καὶ νὰ εἶναι πάντοτε μαζί σου ἀχώρισται. «Ποιήσατε ἑαυτοῖς βαλάντια μὴ παλαιούμενα, θησαυρὸν ἀνέκλειπτον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ὅπου κλέπτης οὐκ ἐγγίζει» (Λουκ. ιβ'. 38). Εὐχαρίστησε τὸν Κύριον ποὺ σοῦ ἔδωκεν καιρὸν διὰ νὰ διορθώσῃς αὐτὰ τὰ σφάλματα καὶ παρακάλεσέ Τον μὲ μεγάλην ταπείνωσιν νὰ σὲ δυναμώσῃ, ὅπου ἀνίσως ἔζησες ἕως τώρα, ὡσὰν νὰ μὴν εἶχες ποτὲ νὰ ἀποθάνῃς, ἀπὸ τώρα καὶ ὕστερα νὰ ζῇς τοιουτοτρόπως, ὡσὰν νὰ ἤσουν ἀποθαμένος «μακάριοι οἱ νεκροί, οἱ ἐν Κυρίῳ ἀποθνήσκοντες ἀπάρτι». (Άποκ. ιδ'. 13).

Ὅθεν κάθε πρωΐ ὅταν ἐξημερώσῃ νὰ ἀποφασίζῃς μὲ τὸν λογισμόν σου, ὅτι εἰς αὐτήν τὴν ἡμέραν ἔχεις βέβαια νὰ ἀποθάνης 25 καὶ νὰ σοῦ φαίνεται πῶς ἀκούεις νοερῶς τὸν προφήτην Ἠσαΐαν νὰ σοῦ φωνάξῃ «τάξαι περὶ τοῦ οἴκου σου, ἀποθνήσκεις γὰρ σὺ καὶ οὐ ζήσῃς» (λη' 1)· καὶ ἔτσι πλέον νὰ ἑτοιμάζῃς καὶ νὰ κάμνῃς ὅλα τὰ ἔργα καὶ τὰς πράξεις ἐκείνης τῆς ἡμέρας, ὡσὰν νὰ εἶσαι εἰς τὰ ἔσχατα τοῦ θανάτου, καθὼς σὲ ἑρμηνεύει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον «ἑτοίμαζε εἰς τὴν ἔξοδον τὰ ἔργα σου» (Παροιμ. κδ'. 27.) διότι ἂν δὲν κάμνῃς ἔτσι καὶ ἂν δὲν συλλογίζεσαι πὼς ἡ κάθε ἡμέρα εἶναι ἡ ὑστερινὴ ἡμέρα τῆς ζωῆς σου, δέν εἶναι τρόπος νὰ τὴν περάσης ἀναμάρτητα καὶ καθὼς πρέπει, ὡς λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος «οὐκ ἔστι, φησὶ τις, τὴν ἐνεστῶσαν ἡμέραν εὐσεβῶς διεξελθεῖν εἰ μὴ ἐσχάτην αὐτήν παντὸς βίου λογισόμεθα» (Λόγ. ς'). Καὶ ὅταν ἔλθῃ ἑσπέρα καὶ πηγαίνεις διὰ νὰ κοιμηθῇς, νὰ στοχάζεσαι ὅτι ἐνδέχεται νὰ μὴ ξυπνήσῃς πλέον, ἀλλὰ ἡ κλίνη σου νὰ γίνῃ καὶ τάφος σου, καθὼς ἔλεγεν ὁ ἅγιος Ἰσαάκ· «ὅταν προσεγγίσης τῇ στρωμνῇ σου, εἰπὲ αὐτῇ· ὦ στρωμνή, ἴσως ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ τάφος μοὶ γίνῃ καὶ οὐ γινώσκω μήπως ἀντὶ τοῦ προσκαίρου ὕπνου, ἐκεῖνος ὁ αἰώνιος μέλλων εἰσέλθῃ ἐν ἐμοί ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ» (Λόγ. λδ') Διότι ἂν δὲν συλλογίζεσαι ἔτσι δὲν ἠμπορεῖς νὰ ἀγρυπνῇς καὶ νὰ προσέχης πάντοτε ὡς ἐμπιστευμένος δοῦλος προτοῦ νὰ φθάσῃ ὁ Δεσπότης. «Μακάριοι οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι, οὓς ἐλθὼν ὁ Κύριος εὑρήσει γρηγοροῦντας» (Λουκ. ιβ' 37). Αἰσχύνθητι λοιπὸν διὰ τὴν περασμένην σου ζωήν, ἥτις σοῦ ἐδόθη ἀπὸ τὸν Θεὸν διὰ τοῦτο μόνον, διὰ νὰ μάθης νὰ ἀποθάνης καλῶς καὶ νὰ δεχθῇς τὸν θάνατον μετὰ εἰρήνης, ὡσὰν εἰς ἕνα ὕπνον ἀναπαυτικόν, λέγοντας καὶ σὺ μὲ τὸν Δαβίδ· «ἐν εἰρήνῃ ἐπὶ τὸ αὐτὸ κοιμηθήσομαι καὶ ὑπνώσω» (Ψαλμ. δ' 9)26 ἐπειδὴ ἡ καλὴ ζωὴ ταῖς περισσότεραις φοραῖς γεννᾷ καλὸν θάνατον, καθὼς καὶ ἡ κακὴ ζωὴ γεννᾷ κακὸν θάνατον” (β) καὶ παρακάλεσαι θερμῶς τὸν Κύριον νὰ ἐλεήσῃ δι' ἐκεῖνον τὸν σκληρὸν θάνατον, ὅπου ὑπέφερε δι' ἐσὲ καὶ νὰ σοῦ δώσῃ χάριν νὰ ἠμπορέσῃς νὰ ἑτοιμασθῇς καθὼς πρέπει, διὰ νὰ μὴ ταραχθῆς ὅταν ἔλθῃ ὁ θάνατος, ὡς λέγει ὁ ψαλμωδός, «ἡτοιμάσθην καὶ οὐκ ἐταράχθην» (ψαλμ. ριη 60).

Σημειώσεις:


23 Τὰ λόγια τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ εἰσὶ ταῦτα «Παρακαλῶ ὑμὰς ἀδελφοί, μή τις ὑμῶν δορυφορῶν μὲ εἰς ἐπίδειξιν περιενέγκας διαπομπεύσῃ· ἀλλ' ἐπ᾽ ὤμων ἄραντές με, καὶ δρόμῳ συνοδεύσαντές μοι, κηδεύσαντες θάψετέ με, ὥσπερ ὄνειδος ἐξουθενημένον μηδὲ τὶς μὲ ἐγκωμιάσῃ ἢ ἐπαινέσῃ· ὅς δὲ ἐπιθείη μοι κοσμικὸν στολισμὸν ἀποῤῥιφείη εἰς τὸ ἐξώτερον σκότος... οὐ γὰρ ἀρμόζει καλλωπισμὸς ἁμαρτωλῷ... κηρίον μηδεὶς μοὶ ἄψῃ ἐν τῇ ἐξόδῳ μου τί γὰρ ὠφελήσει δόξα φθαρτοῦ πυρὸς ἄνδρα, ὅς ἐκ τοῦ αὐτοῦ πυρὸς ἀναλωθήτεται; (ἐν τῇ τελευταία διαθήκη).

24 Ὅθεν ὁ αὐτὸς ἅγιος Ἐφραὶμ παραγγέλλει νὰ μὴ τὸν θάψουν εἰς ἐκκλησίαν «ὁρκῶ ὑμᾶς μὴ ἐάσητε με εἰς οἶκον Θεοῦ τεθῆναι, ἢ ὑπὸ θυσιαστήριον, ἢ εἰς ἕτερον τόπον τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ. Ἐπειδὴ δὲν πρέπει εἰς τὸν σαπρὸν καὶ βρωμισμένον σκώληκα νὰ ἐνταφιάζεται εἰς ναὸν καὶ ἁγίασμα Κυρίου ὅποιος δὲ τολμήσῃ τοῦτο ποιῆσαι, μὴ ἴδῃ τὸ ἐπουράνιον θυσιαστήριον μηδὲ καταξιωθείη ναοῦ βασιλείας οὐρανῶν»· ἂς φρίξωμεν ἀδελφοὶ καὶ ὡς τρομάξωμεν· διότι ἀνίσως ἕνας θεοφόρος καὶ ἅγιος Ἐφραὶμ δὲν ἔκρινεν ἄξιον τὸν ἑαυτόν του νὰ ἐνταφιασθῇ μέσα εἰς ἐκκλησίαν, πόσῳ μᾶλλον δὲν εἶναι ἄξιοι νὰ ἐνταφιάζωνται εἰς αὐτὴν οἱ ἁμαρτωλοί; Καὶ ὁ Κίτρους δὲ Ἰωάννης, καὶ ὁ Βαλσαμὼν ἀποκρίσει λή, οητῶς λέγουσι, μέσα εἰς ἐγκαινιασμένην ἐκκλησίαν νεκροὶ νὰ μὴ θάπτωνται, ὁ δὲ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος λέγει, ὅτι ἕνας Δεφένσωρ καὶ ἐξουσιαστής, Βαλεντίνος ὀνόματι, μὲ τὸ νὰ ἐτάφη μέσα εἰς ἐκκλησίαν, ἐσύρθη τὸ μεσονύκτιον ὑπὸ τῶν δαιμόνων ἀπὸ τοὺς πόδας, καὶ ἐρρίφθη ἔξω τῆς ἐκκλησίας ὁμοίως καὶ ἕνας βαφεύς,

25 Ὅθεν καὶ ὁ θεῖος Ιωάννης τῆς Κλίμακος, ὁρίζωντας τί εἶναι ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, εἶπε· «μνήμη θανάτου ἐστὶ καθημερινὸς θάνατος μνήμη δὲ ἐξόδου, κάθωρος στεναγμός»· καὶ πάλιν «τοῦτο ἀληθὲς τεκμήριον τῶν ἐν αἰσθήσει καρδίας μνημονευόντων τοῦ θανάτου ἡ πρὸς πᾶσαν τὴν κτίσιν ἑκούσιος ἀπροσπάθεια καὶ ἡ τοῦ ἰδίου θελήματος ἐγκατάλειψις» (Λόγ. ς' περὶ μνήμης θανάτου). Ἀναγκαία δὲ μάλιστα εἶναι ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, ὅταν ἐνοχλῇ τὸν ἄνθρωπον ἡ ἀμέλεια· διότι εἶπον οἱ Πατέρες, ὅτι ξίφος κατὰ τῆς ἀκηδίας εἶναι ἡ μνήμη τοῦ θανάτου καὶ τῆς κολάσεως. Ἀνάγνωθι καὶ τὴν περὶ τῆς μνήμης τοῦ θανάτου ὑπόθεσιν εἰς τὸν Εὐεργετινὸν καὶ εύρήσεις ἐκεῖ πολλὰς ἱστορίας καὶ παραδείγματα, μάλιστα ἐκείνου τοῦ Γέροντος τοῦ ἐν Ραϊθῷ, ὅστις ἐκάθητο πάντοτε συλλογισμένος εἰς τὸ κελλίον του, καὶ βλέποντας κάτω καὶ τὴν κεφαλὴν του σείωντας ἔλεγε μὲ στεναγμούς. Άρα τί γίνεται; καὶ ἐσιώπα ὀλίγον καὶ πάλιν ἔλεγε τὸν αὐτὸν λόγον δουλεύωντας ὁμοῦ καὶ τὴν σειράν καὶ οὕτως ἐπέρασε τὴν ζωὴν του ἐνθυμούμενος πάντοτε τὸν θάνατον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου