Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

Πνευματικά Γυμνάσματα 8β Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

Συνέχεια από Παρασκευή 11. Σεπτεμβρίου 2026


Πνευματικά Γυμνάσματα 8β

Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου

ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ

Τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ μεταχειρίζεται κάθε Χριστιανὸς ὅπου ἐπιθυμεῖ νὰ σώσῃ τὴν ψυχήν του, διαμοιρασμένα εἰς Μελέτας, Ἐξετάσεις καὶ Ἀναγνώσεις.


ΜΕΛΕΤΗ Η΄.
Α΄. Ὅτι ὁ θάνατος εἶναι τέλος ὅλου τοῦ αἰσθητικοῦ.
Β΄. Ὅτι εἶναι τέλος ὅλης τῆς ἀπάτης.
Γ΄. Ὅτι εἶναι τέλος ὅλου τοῦ καιροῦ.

γ.

Συλλογίσου ὅτι ὁ θάνατος εἶναι τὸ τέλος τοῦ καιροῦ. Ὤ, καὶ τί μεγάλην εὐεργεσίαν ἔκαμνεν εἰς ἡμᾶς ὁ Θεὸς! διότι μᾶς ἔδωσεν ἕνα καιρὸν τόσων καὶ τόσων χρόνων διὰ νὰ γίνωμεν ἄξιοι τῆς βασιλείας του· ἀλλὰ τί τὸ ὄφελος; Ὅπου ἡμεῖς ἀντὶ νὰ μεταχειρισθῶμεν καλῶς τὸν τόσον πολύτιμον καιρόν, τὸν περνοῦμεν ματαίως ἢ τὸν μεταχειριζόμεθα διὰ ζημίαν τῆς ψυχῆς μας, αὐτὴ ὅμως ἡ ἐξαίρετος χάρις καὶ εὐεργεσία δὲν ἔχει νὰ διαμείνῃ εἰς πολύ, ἀλλ᾽ ἔχει νὰ τελειώσῃ πολὺ ὀγρήγορα· «χρόνος οὐκ ἔσται ἔτι» (Ἀποκ. α' 6), καθὼς τὸ βλέπομεν καθ' ἡμέραν ἐμπράκτως, διότι τώρα εἰς ταύτην τὴν στιγμὴν ὅπου ἐσὺ ἀναγινώσκεις ταῦτα ἀδελφέ, ἆραγε πόσων καὶ πόσων ἀνθρώπων τελειώνει ὁ καιρὸς τῆς ζωῆς των; Οἱ ὁποῖοι ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταγυρίσουν πάλιν εἰς ταύτην τὴν ζωὴν διὰ νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ διορθώσουν μὲ καλλίτερον τρόπον τὴν ψυχὴν των, τί δὲν ἤθελαν κάμνει; ἢ τί δὲν ἤθελαν δώσει;

Συμπέρανε τοῦτο ὅπου λέγω καὶ ἀπὸ λόγου σου, διότι ἀνίσως εἰς ταύτην τὴν ὥραν εἶχες νὰ ἀποθάνῃς τί δὲν ἤθελες δώσει νὰ ζήσῃ ἀκόμη ὀλίγον καιρὸν διὰ νὰ κάμνῃς τὴν πρέπουσαν μετάνοιαν καὶ διὰ νὰ βάλῃς εἰς καλλιτέραν στάσιν τὴν σωτηρίαν σου; Τί λογῆς βάσανον ἤθελες δοκιμάσει ἐὰν εἶχες ταύτην τὴν ὥραν νὰ εὔγῃς ἀπὸ τοῦτον τὸν κόσμον εὔκαιρος ἀπὸ καλὰ ἔργα; Πόσον ἤθελες ἀναστενάξει νὰ βλέπῃς μὲ τὴν ἰδικήν σου συνείδησιν φορτωμένην ἀπὸ τόσας ἁμαρτίας, εἰς δὲ τὸν ἴδιον καιρὸν νὰ βλέπης τόσους ἄλλους καλοὺς χριστιανοὺς νὰ ἔρχωνται πλουτισμένοι μὲ τόσας ἀρετὰς καὶ μὲ τόσας νίκας ὅπου ἔκαμναν κατὰ τοῦ διαβόλου, τοῦ κόσμου, καὶ τῆς ἰδίας των σαρκός,

Πῶς λοιπὸν εὐχαριστεῖσαι ἔτσι νὰ χάνῃς, ἀδελφέ, τὸν καιρὸν ὅπου σοῦ ἐδόθη, διὰ νὰ κάμνῃς καλὰ ἔργα; Πῶς δὲν φοβεῖσαι νὰ βάζης πάντοτε τὴν ψυχήν σου εἰς μεγαλείτερον κίνδυνον μὲ καινουργίας ἁμαρτίας; Ἄρα γε, ἐὰν ἀποθάνῃς κακῶς, ἔχεις πλέον νὰ γυρίσῃς εἰς τὴν ζωήν, διὰ νὰ διορθώσῃς τὸ σφάλμα σου; Ἐσὺ πολὺ καλὰ τὸ ἠξεύρεις, ὅτι μίαν φορὰν ἔχεις νὰ ἀποθάνης, καὶ ὄχι δύο. «Ἀπόκειται τοῖς ἀνθρώποις ἅπαξ ἀποθανεῖν», (Ἐβο, θ'. 27) Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ὁμοίως ἠξεύρεις· ὅτι ἡ ὥρα τοῦ θανάτου εἶναι ἄδηλος καὶ ἀβέβαιος, κατὰ τὸν ἱερὸν Αὐγουστῖνον «ἀγνοεῖ δὲ ὁ ἄνθρωπος πότε καὶ ποῦ καὶ ὅπως τεθνήξεται.» (εὐχῇ β'.) καὶ ἐνδέχεται νὰ ἀποθάνης τοῦτον τὸν χρόνον, τοῦτον τὸν μῆνα, ταύτην τὴν ἐβδομάδα, ταύτην τὴν ἡμέραν, ταύτην τὴν ὥραν 28 ἢ μὲ ἀσθένειαν ἢ χωρὶς ἀσθένειαν, ἢ προμελετημένα, ἢ αἰφνίδια, ἢ ἐξωμολογημένος καὶ διωρθωμένος, ἢ ἀνεξομολόγητος καὶ ἀδιόρθωτος· ὡς λέγει ὁ θεῖος Αὐγουστῖνος «ἀκολουθεῖ δὲ ὁ θάνατος δυστυχής, μυρίοις τρόποις τοὺς ἀνθρώπους ἁρπάζων» (ευχῇ β'.) ἀμὴ διατὶ λοιπὸν ἀναβάλλεις τὸν καιρὸν καὶ δίδεις διορίαν εἰς τὸ ἐρχόμενον διὰ νὰ ἑτοιμασθῇς; Διατὶ φαίνεσαι τόσον ὀκνηρὸς εἰς μίαν τοιαύτην μεγάλην ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἔχει νὰ σοῦ προξενήσῃ ἕνα κέρδος αἰώνιον, ἢ μίαν ζημίαν αἰώνιον, καὶ τῆς ὁποίας τὸ βάρος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ φανερώσουν ἀρκετὰ μήτε αἱ γλῶσσαι ὅλων τῶν ἀγγέλων; Δὲν ἀκούεις τοῦ Κυρίου ὅπου μᾶς παραγγέλλει «Γίνεσθε ἕτοιμοι ὅτι ἡ ὥρα οὐ δοκεῖτε ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἔρχεται;» (Ματθ. κδ'. 44).

Δὲν εἶσαι βέβαιος, ἀγαπητέ, πὼς εἰς μίαν ὥραν θέλει τελειώσει ἡ ζωή σου; Πὼς εἰς μίαν ὥραν θέλεις ὑστερηθῇ ὅλα ταῦτα τὰ πρόσκαιρα καλὰ τοῦ κόσμου; Πώς εἰς μίαν ὥραν θέλεις ὑπάγει, ἢ εἰς τὴν σκοτεινὴν φυλακὴν τοῦ ᾅδου, διὰ νὰ λάβης μερικὴν κόλασιν ὁμοῦ μὲ τοὺς ἄλλους ἁμαρτωλούς, ἢ εἰς μίαν μονὴν τοῦ οὐρανοῦ, διὰ νὰ λάβης μερικὴν ἀπόλαυσιν ὁμοῦ μὲ ὅλους τοὺς δικαίους; (ὦ ὥρα ὀλίγη εἰς τὸ διάστημα, ἀλλὰ μεγάλη εἰς τὸν φόβον!) Τώρα σὲ παρακαλῶ νὰ μοῦ εἰπῇς, εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἄλλη ὥρα πλέον βαρύτερη ἀπὸ αὐτήν εἰς ὅλον τὸν καιρὸν τῆς ζωῆς σου; Όχι βέβαια ἀμὴ διατὶ λοιπὸν ζῆς τόσον ἀμέριμνα, ὡσὰν νὰ μὴν εἶχες ἔλθει εἰς αὐτήν την ὥραν, ὕστερον ἀπὸ ὀλίγον διάστημα καιροῦ; Ἐσὺ ἐὰν ἤθελες νὰ ὑπάγῃς εἰς τὰς Ινδίας, ἔπρεπε νὰ προετοιμάσῃς μὲ μεγάλην φροντίδα ὅλα τὰ ἀναγκαῖα διὰ τόσην μακρὰν ὁδοιπορίαν· καὶ τώρα ὅπου ἔχεις νὰ περάσῃς μὲ ἕνα πήδημα, ἐκεῖνο τὸ ἄπειρον διάστημα ὅπου εἶναι ἀνάμεσα εἰς τὴν παροῦσαν πρόσκαιρον ζωὴν καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν, τὴν αἰώνιον, σὲ βαστᾷ ἡ καρδία σου νὰ κάμνῃς ἔξαφνα αὐτὸ τὸ μεγάλο πήδημα καὶ νὰ περάσης ἐκεῖνο τὸ ἄπειρον διάστημα ἀνέτοιμος; Σὲ βαστᾷ ἡ καρδία σου νὰ μὴ τραβηχθῇς τελείως ἀπὸ τὰς φροντίδας καὶ ζάλας τοῦ κόσμου καὶ νὰ ἡσυχάσῃς ὀλίγον καιρόν, διὰ νὰ ἑτοιμασθῇς εἰς αὐτὸ τὸ μεγάλον ταξείδι ὅπου ἔχεις νὰ κάμνῃς; Σὲ βαστᾷ ἡ καρδία σου νὰ ἀποθάνης ὡσὰν ἕνα ζῶον, ἔτσι ἀνέτοιμος καὶ ἀδιόρθωτος, ὡσὰν νὰ μὴ εἶχες νὰ χάσῃς τίποτε ἢ ὡσὰν νὰ ἠμποροῦσες να ξαναποκτήσῃς πάλιν, ἐκεῖνο ὅπου ἤθελες χάσει μίαν φοράν; Ἄχ, ἀδελφέ, δὲν σοῦ φαίνεται ὑπερβολικὴ καὶ φοβερὰ αὐτὴ ἡ ἀναισθησία ἡ ἰδική σου, ὅπου εἰς μίαν τόσην μεγάλην ὑπόθεσιν κοιμάσαι ἀφρόντιστος;

Ἔγειρε, ἀγαπητέ, ἔγειρε, καὶ ἐξύπνισε τοὺς λογισμούς σου, «έγειρε ὁ καθεύδων, καὶ ἀνάστα ἐκ τῶν νεκρῶν», (Ἐφεσ. ε'. 14.) ἀποφάσισε νὰ ἔχῃς ὅλας μὲν τὰς ἄλλας σου υποθέσεις, ὡσὰν ἕνα ὄνειρον, αὐτήν δὲ μόνην νὰ ἔχης ἀναγκαιοτάτην ὑπόθεσιν, τὸ νὰ ἑτοιμασθῇς καθὼς πρέπει νὰ ἀποθάνῃς καλῶς· καὶ ἐπιμελήσου μὲ ὅλα σου τὰ δυνατά, διὰ νὰ βάλῃς εἰς καλλιτέραν στάσιν τὴν ἐλπίδα τῆς αἰωνίου εὐδαιμονίας σου, καθὼς παραγγέλλει καὶ ὁ Ἀπόστολος Πέτρος, «σπουδάσατε βεβαίαν ὑμῶν τὴν κλῆσιν καὶ ἐκλογὴν ποιεῖσθαι» (Β'. Πέτρ. α΄. 10.). Πῶς; Καὶ μὲ τίνα τρόπον; Ἐὰν φοβάσαι τὴν ἁμαρτίαν περισσότερον ἀπὸ τὸν θάνατον· λέγει γὰρ ὁ θεῖος Χρυσόστομος· «Καὶ γὰρ παιδικὸν φοβούμεθα φόβον, θάνατον δεδοικότες, ἁμαρτίαν δὲ μὴ δεδοικότες» (Λόγ. ς' Αδριάντ.)· ἐὰν ἀνάψῃς εἰς τὴν καρδίαν σου τὸν ἔρωτα τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐὰν φοβάσαι τὴν γέενναν τοῦ πυρός ἐὰν καθαρίσῃς τὸ συνειδός σου ἀπὸ ἁμαρτίας, ἐὰν ζῆς μὲ τὴν πρέπουσαν εἰς τοὺς Χριστιανοὺς ζωὴν καὶ σκληραγωγίαν καὶ ἀφήσῃς τὴν τρυφηλὴν ζωήν· ἐὰν ταῦτα πάντα φυλάξης, θέλεις δεχθῆ τὸν θάνατον μετὰ χαρᾶς καὶ χωρὶς φόβον καὶ θέλεις τὸν προσμένει ὡσὰν μίαν μετάβασιν ἐκ τῶν προσκαίρων εἰς τα αἰώνια, διότι φυσικῷ τῷ τρόπῳ, ὅποιος σκληραγωγεῖται καὶ παλεύει καὶ ζῇ μὲ τραχύτητα καὶ κόπους, ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατον διὰ νὰ ἀναπαυθῇ κατὰ τὸν Χρυσόστομον λέγοντα «ὥσπερ γὰρ ὁ πυκτεύων ἐπείγεται τοῦ σταδίου ἐξελθεῖν, ἵνα ἀπαλλαγῇ τῶν τραυμάτων, οὕτω καὶ ὁ ἐν σκληρῷ καὶ τραχυτάτῳ βίῳ ζῶν μετὰ ἀρετῆς, ἐπιθυμεῖ τῆς τελευτῆς, ἵνα καὶ τῶν πόνων ἀπαλλαγῇ τῶν παρόντων καὶ ὑπὲρ τῶν ἀποκειμένων ἔχῃ στεφάνων θαρρεῖν» (Ἀνδρ. ς') ὅθεν καὶ ἡ αἰτία ὅπου φοβούμεθα τὸν θάνατον εἶναι διότι ὑστερούμεθα τὰ ἀνωτέρω ρηθέντα καλά, ὡς πάλιν ὁ αὐτὸς χρυσορρήμων λέγει· «τὸν θάνατον δεδοίκαμεν οὐκ ἐπειδὴ φοβερὸς ἐκεῖνος, ἀλλ' ἐπειδὴ οὔτε ὁ τῆς βασιλείας ἔρως ἀνῆψεν ἡμᾶς, οὔτε ὁ τῆς γεέννης φόβος κατέσχε, καὶ πρὸς τούτοις ὅτι τὸ συνειδὸς οὐκ ἔχομεν ἀγαθὸν καὶ ὅτι οὐ ζῶμεν μετὰ τῆς προσηκούσης χριστιανοῖς σκληραγωγίας» (αὐτόθι).

Ἐντράπου λοιπὸν διὰ τὴν περασμένην σου ἀμέλειαν καὶ μάλιστα διὰ τὴν αὐθάδειαν ὅπου ἔλαβες εἰς τὸ νὰ ἁμαρτήσῃς τόσον ἀναίσχυντα καὶ νὰ βλάψης τὸν Θεὸν εἰς ἐκεῖνον τὸν ἴδιον καιρὸν ὅποθ σοῦ ἐχάρισεν μόνον διὰ νὰ τὸν δουλεύῃς καὶ διὰ νὰ ἑτοιμασθῇς ἐδῶ νὰ τὸν ἀπολαύσῃς ἐκεῖ. Ἐπειδὴ ἤξευρε ἀδελφὲ, ὅτι ἡ μέλλουσα ζωὴ παρομοιάζεται μὲ τὸν γάμον «χαίρομεν καὶ ἀγαλλιώμεθα καὶ δῶμεν τὴν δόξαν αὐτῷ, ὅτι ἦλθεν ὁ γάμος τοῦ ἀρνίου» (Ἀποκάλ. ιθ' 7), ἡ δὲ παρούσα ζωή σου ἐδόθη διὰ νὰ πλύνῃς καὶ νὰ ἑτοιμάσῃς τὰ ροῦχα σου καὶ ὅλα τὰ ἐπιτήδεια διὰ τὸν γάμον ἐκεῖνον. Ὅθεν σὲ συμβουλεύει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον διὰ τοῦ Σολομῶντος, νὰ ἔχῃς εἰς κάθε καιρὸν καθαρὰ καὶ λευκασμένα τὰ ἱμάτια τῆς ψυχῆς σου, καὶ τὸ λάδι τῆς ἐλεημοσύνης νὰ μὴ σοὺ λείπῃ «ἐν παντὶ καιρῷ ἔστωσαν ἱμάτιά σου λευκά, καὶ ἔλαιον ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σου μὴ ὑστερησάτω» (Ἐκκλ. θ'. 8.) διὰ νὰ μὴν εὑρεθῆς εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ θανάτου σου μὲ λερωμένα ἐνδύματα, καὶ ἀκούσῃς «ἑταῖρε πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου;» (Ματθ. κβ'. 12).


Παρακάλεσε μὲ θερμὰ δάκρυα τὸν Βασιλέα τῶν αἰώνων νὰ σὲ ἐλευθερώσῃ ἀπὸ τοὺς φοβεροὺς δαίμονας, ὅπου συνηθίζουν νὰ ἔρχωνται πάντοτε εἰς τὴν ὥραν τοῦ θανάτου, διὰ νὰ στήσουν φοβερὸν καὶ ἀόρατον κριτήριον καὶ νὰ ἐρευνήσουν ὅσα ἔργα κακὰ ἔπραξες, ὅσα λόγια πονηρὰ ἐλάλησες καὶ ὅσους λογισμοὺς αἰσχροὺς ἐσυλλογίσθης καὶ νὰ σὲ κατηγορήσουν ὄχι μόνον εἰς τὰ κακὰ ὅπου ἔκαμνες, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐκεῖνα ἀκόμη ὅπου δὲν ἔκαμνες, καθὼς τοῦτο δηλοῦται ἀπὸ τὸν ὅσιον ἐκεῖνον καὶ ἡσυχαστὴν Στέφανον, περὶ τοῦ ὁποίου γράφει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ τῆς Κλίμακος (Λόγ. ζ'.), καὶ ταῦτα θέλουν κάμει τότε οἱ δαίμονες, διὰ νὰ πάρουν τὴν ψυχὴν σου, ἐὰν δυνηθοῦν (καὶ μάλιστα ἂν εὔρουν ἁμαρτίας ἀνεξομολογήτους, καὶ νὰ τὴν καταδικάσουν εἰς τὸν ἅδην· διὰ τὸ ὁποίον, ὦ ! ποιὸν φόβον θέλει λάβει τότε ἡ ἀθλία ψυχὴ ὦ πόσην ἀγωνίαν! 31 ὦ πόσον ἱδρῶτα ψυχρὸν ἔχει νὰ χύσῃ, ἐὰν εὑρεθῇ ἀδιόρθωτος καὶ ἀνέτοιμος! διὰ τοῦτο ἂς ἦσαι πάντοτε ἕτοιμος, ἀδελφέ, ἐξομολογημένος καὶ διωρθωμένος καὶ παρακάλει τὸν Θεὸν διὰ νὰ μὴν ἰδῇ ἡ ψυχή σου εἰς τὴν ὥραν ἐκείνην τὴν φοβερὰν ὄψιν τῶν πονηρῶν δαιμόνων, ὅτι καὶ αὐτὴ μοναχὴ ἡ θεωρία των, εἶναι φοβερὰ καὶ τρομερά, καθὼς περὶ τούτου παρεκάλει τὸν Θεὸν καὶ ὁ σοφὸς Σειράχ λέγων «καὶ ὑπὲρ θανάτου ῥύσεως ἐδεήθην» (να', 9.) Καὶ ὁ ἅγιος μάρτυς Εὐστράτιος, ὡς ἐνδείκνυται ἐκ τῆς ἐν τῷ τέλει αὐτοῦ ἐκφωνηθείσης εὐχῆς". Τοῦτο δὲ θέλει γίνῃ εἰς ἐσέ, ἐὰν ἔχωντας πάντοτε πρὸ ὀφθαλμῶν σου τὸν θάνατον, ἀπέχεις ἀπὸ τὰ κακά, καὶ ἐργάζεσαι τὰ καλὰ· ἐάν, ὤντας ἀκόμη ζωντανός, νεκρωθῇς ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τοῦ κόσμου τὰς ἡδονάς· καὶ ἐὰν ἀπὸ τοῦτον τὸν κόσμον ἀκόμη ἀναστηθῇς κατὰ τὴν ψυχὴν καὶ ἐλευθερωθῆς ἀπὸ τὸν δεύτερον θάνατον, ὅστις εἶναι ἡ αἰώνιος κόλασις. «Μακάριος καὶ ἅγιος ὁ ἔχων μέρος ἐν τῇ ἀναστάσει τῇ πρώτῃ· ἐπὶ τούτων ὁ θάνατος ὁ δεύτερος οὐκ ἔχει ἐξουσίαν». (Αποκ. κ'. 6). Καὶ τέλος πάντων παρακάλεσε τὸν Θεὸν νὰ σοῦ δώση βοήθειαν διὰ νὰ ἐργασθῇς καὶ νὰ μεταχειρισθῇς καλῶς τὸν καιρὸν ὅπου θέλει σοῦ δώσει διὰ τὴν σωτηρίαν σου· διότι ὅταν ἀρχίσῃ νὰ γίνεται νύκτα καὶ νὰ πλησιάζη ὁ θάνατος, τότε δὲν ἠμπορεῖ πλέον τινὰς νὰ ἐργάζεται, ἀλλὰ καθὼς ἔστρωσεν ὁ καθ' ἕνας, ἔτσι ἔχει νὰ κοιμηθῆ, κατὰ τὴν κοινὴν παροιμίαν, «ἔρχεται νύξ, ὅτε οὐδείς δύναται ἐργάζεσθαι». (Ιωάν. θ'. 4).

Σημειώσεις:

26 Τοῦτο τὸ ρητὸν τοῦ Δαβὶδ εἰποῦσα ἡ ἁγία Γοργονία, ἡ ἀδελφὴ Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, εὐθὺς παρέδωκε τὸ πνεῦμα της εἰς χεῖρας Θεοῦ, ὡς τοῦτο γράφει ὁ ἀδελφὸς αὐτῆς ἄμα καὶ ἐγκωμιαστὴς θεῖος Γρηγόριος ἐν τῷ πρὸς αὐτὴν ἐπιταφίῳ, οὕτω πῶς λέγων «ἐν εἰρήνη ἐπὶ τὸ αὐτὸ κοιμηθήσομαι καὶ ὑπνώσω· ταῦτα καὶ ἐψάλλετό σοι καλλίστη γυναικῶν καὶ συνέβαινε· καὶ ἡ ψαλμῳδία τὸ γινόμενον ἦν, καὶ μετὰ τῆς ἐκδημίας ὁ ἐπιτάφιος.
27 Ὅθεν καὶ ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος λέγει, «ζήτε καλά, ἂν δὲν θέλετε νὰ ἀποθνήσκετε κακὰ καὶ μὴ φοβῆσθε ἕνα κακὸν θάνατον, ἂν ἔχητε καλὴν ζωήν». Ὁμοίως καὶ ὁ θεῖος Ἰερώνυμος, (καθὼς ἀναφέρει ὁ Εὐσέβιος) ὅταν ἔμελλε νὰ ἀποθάνῃ, εἶπε ταῦτα πρὸς τοὺς μαθητάς του «ὅτι ἀπὸ ἑκατὸν χιλιάδας ἀνθρώπους ὅπου ζοῦν κακῶς, μόλις ἕνας εὐρίσκεται νὰ ἀποθάνῃ καλῶς· καὶ ἐξ ἐναντίας, μία καλὴ ζωή, σχεδὸν πάντοτε γεννᾷ ἕνα καλὸν θάνατον». Δι' ὁ καὶ ὁ Σειράχ εἶπε «τῷ φοβουμένῳ τὸν Κύριον εὖ ἔσται, ἐπ' ἐσχάτων καὶ ἐν ἡμέρᾳ τελευτῆς αὐτοῦ εὐρήσῃ χάριν (α' 13) ὅρα καὶ εἰς τὴν ς'. Ἀνάγνωσιν ὅπου ὁ θεῖος Ἱερώνυμος οὕτω λέγει, ὅτι δὲν ἀνέγνωσε ποτὲ νὰ ἀπέθανε κανένας ἐλεήμων μὲ κακὸν θάνατον.
28 Ὅθεν καὶ ὁ στιχουργός Γεώργιος ὁ Πισίδης γράφει διὰ στίχων ἰάμβων ταῦτα. «Άλλ' εὐτρεπίζου πάντοτε πρὸς τὸν τάφον. Καὶ γὰρ προτείνων τὴν ἀναπνοὴν ἔτι, οὐκ οἶδας εἰ σπάσειας ἄλλην συρμάδα». Καὶ ὁ Θεολόγος δὲ Γρηγόριος οὕτως ἰαμβικῶς γράφει. «Ἀεὶ μὲν ἐργάζοιο τὴν σωτηρίαν καιρὸς δὲ μῇ μάλιστα ἡ βίου λύσις, τὸ γῆρας ἤλθεν· ἔξοδον κήρυξ βοᾷ· πᾶς εὐτρεπίζου πλησίον γὰρ ἡ κρίσις»· ἤξευρε γὰρ καλότατα, ὅτι, ἐν ὅσῳ μὲν ἐνθυμῆσαι τὸν θάνατον, νὰ ἁμαρτήσῃς δὲν δύνασαι· εὐθὺς δὲ ὅπου τὸν λησμονήσης, πίπτεις καὶ εἰς τὴν ἁμαρτίαν διότι καὶ οἱ προπάτορές μας ἐν ὅσῳ εἶχον τὴν μνήμην τοῦ θανάτου εἰς τὸν νοῦν τους, ἐφύλαττον τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ· ἀφ' οὗ δὲ ὁ διάβολος ἔβγαλεν ἀπὸ τὸν νοῦν τους τὴν ἐνθύμησιν τοῦ θανάτου, τότε τοὺς ἔκαμνε καὶ ἐπαρέβηκαν τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐξωρίσθησαν τῆς τρυφῆς τοῦ Παραδείσου. «Καί εἶπεν ἡ γυνὴ τῷ ὄφει... ἀπὸ δὲ τοῦ καρποῦ τοῦ ξύλου... εἶπεν ὁ Θεὸς οὐ φάγητε ἀπ' αὐτοῦ... ἵνα μὴ ἀποθάνητε»· ἰδοὺ πὼς εἶχον οἱ προπάτορες τὴν ἐνθύμησιν τοῦ θανάτου πρὸ ὀφθαλμῶν. «Καὶ εἶπεν ὁ ὄφις τῇ γυναικί· οὐ θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γέν. γ'. 2) ἰδοὺ πὼς ὁ διάβολος ἔβγαλεν ἀπὸ τὸν νοῦν τους τὴν ἐνθύμησιν τοῦ θανάτου· καὶ οὕτω τοὺς ἡπάτησεν.
29 Οὐ μόνον γὰρ εἰς τοὺς ἁμαρτωλούς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἀγίους συνηθίζει νὰ πηγαίνῃ ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου ἐν τῷ τέλει τῆς ζωῆς των, ὡς λέγει δ μέγας Βασίλειος «οἶμαι δὲ ὅτι οἱ γενναῖοι τοῦ Θεοῦ ἀθληταί, ἱκανῶς παρὰ πάντα τὸν ἑαυτῶν βίον τοῖς ἀοράτοις ἐχθροῖς προσπαλαίσαντες, ἔπειδάν πάσας αὐτῶν ὑπεκφύγωσιν τὰς διώξεις, πρὸς τῷ τέλει τοῦ βίου γινόμενοι, ἐρευνῶνται ὑπὸ τοῦ ἄρχοντος τοῦ αἰῶνος. Ἵνα ἂν μὲν εὑρεθῶσιν ἔχοντες τραύματα ἀπὸ τῶν παλαισμάτων, ἡ σπίλους τινάς καὶ τύπους τῆς ἁμαρτίας, κατασχεθῶσιν ἐὰν δὲ ἄτρωτοι εὑρεθῶσιν καὶ ἄσπιλοι, ὡς καθαροὶ ὄντες καὶ ἐλεύθεροι, ὑπὸ τοῦ Χριστοῦ ἀναπαύσωνται». (Ερμην. εἰς τὸν ζ'. ψάλμ.) Τί λέγω; καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Κύριον ἀπετόλμησε νὰ ὑπάγη ὁ διάβολος, καθώς τὸ λέγει δ Κύριος μόνος· ἔρχεται ὁ τοῦ κόσμου τούτου ἄρχων, καὶ ἓν ἐμοί οὐκ ἔχει οὑδέν» (Ἴωαν. Ἰδ'. 30.)
30 Ὅθεν καὶ ὁ θεῖος Χρυσόστομος λέγει, ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τὸν φόβον τῆς θεωρίας τῶν δαιμόνων, ζητοῦν νὰ ρίψουν τὴν κλίνην, καὶ ἄγρια βλέπουσιν, καὶ ἄλλα άτακτα ποιοῦσιν· οὕτω γὰρ φησίν «Οὐκ ἴστε πῶς ἐν τῇ τελευταίᾳ ἡμέρᾳ συστρέφει τὴν ψυχὴν ἡ ἁμαρτία, καὶ πῶς κάτωθεν αὐτήν ἀνακινεῖ; Ὅθεν καὶ πολλῶν τότε ἐστίν ἀκούειν διηγουμένων ὄψεις φοβεράς, ὧν οὐδὲ τὴν θεωρίαν φέρουσιν λοιπὸν οἱ ἀπιόντες καὶ τὴν κλίνην αὐτήν μετὰ πολλῆς τῆς ῥύμης τινάσσουσιν, ἐν ᾗ κεῖνται· καὶ φοβερὸν ἑνορῶσι τοῖς παροῦσι, τῆς ψυχῆς ἔνδον ὑποστρεφούσης, καὶ ὁκνούσης ἀποῤῥαγῆναι τοῦ σώματος καὶ τὴν ὄψιν τῶν ἐρχομένων ἀγγέλων οὐ φέρουσιν» (Ὁμιλ. εἰς τὸ κατὰ Ματθ.)


«χρόνος οὐκ ἔσται ἔτι» (Ἀποκ. α' 6), 

ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΤΑΝΟΗΤΟ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΓΙΑΤΙ Ο ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΣ ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΙΣΧΥΡΙΖΕΤΑΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΠΟΤΕ Ο ΧΡΟΝΟΣ. Ο ΧΡΟΝΟΣ ΤΟΥ ΣΑΝ Ο ΜΕΓΑΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΓΕΡΩΝ.  ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΗΔΗ. ΜΟΝΟ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΔΙΑΤΗΡΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΤΙΤΛΟΙ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ. ΕΤΣΙ Ο ΜΑΛΑΧΙ ΣΥΝΑΝΤΑ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΦΡΕΣΚΟΥΣ ΣΤΟΥΣ ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΥΣ ΠΟΥ ΛΕΝΕ ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ ΣΤΗΝ ΤΑΔΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ.
ΠΗΡΑΜΕ ΛΑΘΟΣ ΜΟΝΟΠΑΤΙ  ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΜΟΥ ΣΥΜΠΟΛΙΤΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΚΟΨΟΥΜΕ ΔΡΟΜΟ ΑΛΛΑ ΣΥΝΤΟΜΕΥΕΙ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου