5-7 «Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας» - Πέτρος Βασιλειάδης
Ε΄ Συνεδρία
16.00-16.20: Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Μπρανιτσέβου κ. Ιγνάτιος Μίντιτς (Εκκλησία της Σερβίας), Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Βελιγραδίου: Ευχαριστία και Βασιλεία: Ο εικονιστικός ρεαλισμός της λατρείας στον Μάξιμο Ομολογητή και τον Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλα
16.20-16.40: Πέτρος Βασιλειάδης, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης: Η εσχατολογική κατανόηση της Εκκλησίας στη σκέψη του Μητροπολίτη Περγάμου
Ευχαριστούμε πολύ τον Άγιο Μπρανιτσέβου. Και τώρα εισερχόμαστε στη δεύτερη εισήγηση, του καθηγητή κ. Πέτρου Βασιλειάδη, με θέμα «Η εσχατολογική κατανόηση της Εκκλησίας στη σκέψη του Μητροπολίτη Περγάμου».
Σεβασμιώτατε Άγιε Περγάμου, Σεβασμιώτατοι Άγιοι Αρχιερείς, σεβαστοί πατέρες, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, και εγώ θα ήθελα να ευχαριστήσω την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου για το ότι με συμπεριέλαβε σε αυτή την εόρτια σύναξη. Θα ήθελα να κάνω δύο προκαταρκτικές παρατηρήσεις, τις οποίες πρέπει να έχετε υπόψη σας σε όσα θα ακούσετε. Η πρώτη είναι ότι, παρότι ως βιβλικός είμαι αυστηρά επιστημονικός, στην παρουσίασή μου δεν θα είμαι συστηματικός ούτε επιστημονικός.
Θα μεταφέρω, μέσα από τη δική μου σκέψη και από μνήμης, όσα έχω διδαχθεί και έχω διαβάσει από το τεράστιο έργο του Μητροπολίτη. Το δεύτερο στοιχείο που πρέπει να έχετε υπόψη είναι ότι όσα θα ακούσετε ενέχουν τον κίνδυνο να περνούν μέσα από το ερμηνευτικό πρίσμα της προσωπικής μου βιβλικής σκέψης. Επομένως, ενέχουν αυτόν τον κίνδυνο και θα κριθώ και εγώ γι’ αυτά που θα ακούσετε.
Θα μου πείτε: «Με αυτά που μας λέτε, τι δουλειά έχει η αλεπού στο παζάρι;», όπου «παζάρι» είναι η εόρτια σύναξη. «Αλεπού», βέβαια, όχι ως αλεπού ή ως λύκος, αλλά ως φίλος από άλλο γνωστικό αντικείμενο, έρχομαι να καταθέσω πραγματικά την προσωπική μου μαρτυρία για την τεράστια συμβολή του τιμώμενου σήμερα Ιεράρχη.
Η πρώτη γνωριμία μου με τη σκέψη του νεαρού τότε λαϊκού Ιωάννη Ζηζιούλα, τη δεκαετία του 1970, έγινε μέσω των δημοσιεύσεών του για τα τρέχοντα, την εποχή εκείνη, θέματα του πολυμερούς διαχριστιανικού διαλόγου. Πολύ, δηλαδή, πριν κυκλοφορήσει το, κατά τη γνώμη μου, opus magnum του, το Being as Communion, που τον έκανε διεθνώς γνωστό ως έναν από τους κορυφαίους θεολόγους της εποχής μας και, με τη ρηξικέλευθη θεολογική του σκέψη, παγίωσε πλέον, στους επιστημονικούς κύκλους της Δύσης τουλάχιστον, την απαράμιλλη δυναμική της ελληνικής πατερικής γραμματείας.
Είχαν προηγηθεί οι συμβολές άλλων κορυφαίων Ορθοδόξων. Ήταν όμως ο Μητροπολίτης πλέον Περγάμου Ιωάννης εκείνος που επέφερε τις αναγκαίες διορθωτικές, θα λέγαμε, θεολογικές προτάσεις —όπως εύστοχα το αναγνωρίζει, σε συγκεκριμένη περίπτωση, ο μακαριστός π. John Meyendorff, και αναφέρθηκε και ο π. Μάξιμος σε αυτό, μιλώντας για τη θεολογία του Nikolai Afanasiev—, οι οποίες κατέστησαν πλέον αξιόπιστη την Ορθόδοξη θεολογία σε μια σειρά από θέματα, ένα από τα οποία είναι και η εσχατολογία.
Με το θέμα αυτό θα απασχολήσω την αγάπη σας, παρουσιάζοντας την εσχατολογική κατανόηση της Εκκλησίας από τον Μητροπολίτη Περγάμου και επιμένοντας παράλληλα στις επιπτώσεις τόσο της εσχατολογικής κατανόησης της Εκκλησίας όσο και της εσχατολογίας καθ’ αυτής σε μια σειρά από θέματα. Άλλωστε, αυτή είναι και η μεθοδολογία του Αγίου Περγάμου.
Στην πρώτη μου αυτή επαφή, ως βιβλικός θεολόγος, είχα εντυπωσιαστεί από τη βιβλική πληρότητα της επιχειρηματολογίας του. Επρόκειτο για μια πληρότητα άγνωστη μέχρι τότε —θα έλεγα, σε μεγάλο βαθμό, ακόμη και σήμερα— στην ορθόδοξη συστηματική και πατρολογική γραμματεία. Αυτό το διαπιστώνει κανείς μελετώντας την προγενέστερη, από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, διδακτορική του διατριβή. Κυρίως χρειάζεται να ξαναδιαβαστεί η εισαγωγή της, με τις βιβλικές αναφορές και την αναφορά στη σκέψη εκείνης της εποχής γύρω από βιβλικά θέματα, αλλά και η βαθυστόχαστη ανάλυση των σχέσεων χριστιανισμού και ελληνισμού στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, στα μέσα της δεκαετίας του 1970.
Για να κατανοήσει κανείς ορθά τη σημασία της χρήσης της εσχατολογίας στη νεότερη θεολογία, θα πρέπει πρώτα να αναζητήσει τους παράγοντες που διαμόρφωσαν αυτή την εξέλιξη στη θεολογική προβληματική της νεότερης επιστήμης. Να θυμίσω πολύ σύντομα, λόγω του περιορισμένου χρόνου, ότι στις αρχές του περασμένου αιώνα και στα τέλη του προπερασμένου η αναζήτηση του ιστορικού Ιησού είχε σχεδόν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Ιησούς ήταν κήρυκας μιας απαράμιλλης ηθικής, αλλά μιας ηθικής χωρίς ίχνος εσχατολογίας.
Ήταν οι Γερμανοί Johannes Weiss και Albert Schweitzer που ανέτρεψαν αυτή την αντίληψη και δημιούργησαν σε ολόκληρο τον βιβλικό κόσμο την πεποίθηση ότι ο ιστορικός Ιησούς θα πρέπει να μελετηθεί με βάση την εσχατολογία της εποχής εκείνης. Όταν, τη δεκαετία του 1950, ο μακαριστός δάσκαλός μου Σάββας Αγουρίδης εισήγαγε στην Ελλάδα τον άγνωστο τότε όρο «εσχατολογία», ούτε λίγο ούτε πολύ χαρακτηρίστηκε αιρετικός, επειδή μετέφερε ιουδαϊκά θέματα σε έναν καθαρά ελληνοκρατούμενο θεολογικό προβληματισμό.
Ο Μητροπολίτης Περγάμου μεταφέρει ακριβώς αυτή τη βασική έννοια από τον βιβλικό χώρο της εσχατολογίας —και να υπενθυμίσω ότι εκείνη ακριβώς την εποχή η εσχατολογία είχε την αρνητική σημασία που μας ανέφερε ο κ. Βέντης— όχι μόνο στον εκκλησιολογικό προβληματισμό αλλά και σε άλλα θέματα, ιδιαίτερα στην κατανόηση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, και μάλιστα με αξιοθαύμαστη επιτυχία.
Η ταυτότητα της χριστιανικής Εκκλησίας προσδιορίζεται αναμφίβολα από τη διδασκαλία, τη ζωή και το έργο του Ιησού Χριστού, όπως αυτά περιγράφονται στην Καινή Διαθήκη. Η διδασκαλία όμως και, κυρίως, η ζωή και το έργο του Χριστού δεν μπορούν να κατανοηθούν σωστά, αναφέρει ο Μητροπολίτης Περγάμου, χωρίς αναφορά στις εσχατολογικές προσδοκίες του ιουδαϊκού λαού· στην αδιαμφισβήτητη, δηλαδή, προσδοκία της έλευσης ενός Μεσσία, ο οποίος, στις έσχατες ημέρες της Ιστορίας, θα εγκαθιστούσε τη Βασιλεία του, συγκαλώντας σε έναν τόπο τον διασκορπισμένο λαό του Θεού, προκειμένου να αποτελέσει μια ενότητα, μια κοινωνία γύρω από το πρόσωπό του.
Με αυτή τη διαπίστωση ο Μητροπολίτης Περγάμου συνδέει την εσχατολογία με την ευχαριστιολογία. Είναι διάσπαρτη στην Καινή Διαθήκη η αντίληψη ότι ο Χριστός ταυτίστηκε με εκείνον τον Μεσσία των Εσχάτων, ο οποίος θα αποτελούσε το κέντρο της σύναξης του διασκορπισμένου λαού του Θεού.
Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο υπάρχει μια πολύ σημαντική μαρτυρία, ξεχασμένη από τους βιβλικούς θεολόγους, για τον ρόλο αυτού του Μεσσία. Σε αυτήν ο συγγραφέας του Τετάρτου Ευαγγελίου, ερμηνεύοντας τους λόγους του Ιουδαίου αρχιερέα, «συμφέρει ἡμῖν ἵνα εἷς ἄνθρωπος ἀποθάνῃ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ καὶ μὴ ὅλον τὸ ἔθνος ἀπόληται», υποστηρίζει ότι «προεφήτευσεν ὅτι ἤμελλεν Ἰησοῦς ἀποθνήσκειν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, καὶ οὐχ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ τὰ διεσκορπισμένα συναγάγῃ εἰς ἕν».
Η έννοια της σύναξης κατά τους έσχατους μεσσιανικούς χρόνους, γνωστή στην παλαιοδιαθηκική και καινοδιαθηκική αλλά και στην πρώιμη χριστιανική γραμματεία, αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ εσχατολογίας και ευχαριστίας. Θα μπορούσε, λοιπόν, κανείς να ισχυριστεί ότι αποτελούσε κοινή πεποίθηση —ήταν κοινή πεποίθηση— όλων σχεδόν των θεολόγων της αρχαίας και αδιαίρετης χριστιανικής Εκκλησίας ότι, με την Ανάσταση του Χριστού και κυρίως με την Πεντηκοστή, τα έσχατα εισβάλλουν ήδη μέσα στην Ιστορία.
Θέλω να τονιστεί αυτός ο όρος, «εισβάλλουν»: επέλαση, εισβολή. Δεν έχουμε χρόνο να το αναλύσουμε περισσότερο. Δεν αποτελούν, δηλαδή, απλή συνέχεια της Ιστορίας ούτε απορροφώνται από την Ιστορία και ούτω καθεξής. Η μεσσιανική εσχατολογική κοινότητα γίνεται απτή πραγματικότητα όσες φορές η Εκκλησία —ο νέος Ισραήλ, ο διασκορπισμένος λαός του Θεού— συνέρχεται ἐπὶ τὸ αὐτό, σε έναν τόπο, και συγκροτεί, με άλλα λόγια, κοινωνία, κοινότητα, πρωτίστως φυσικά, όχι όμως μόνο, για να τελέσει τη Θεία Ευχαριστία.
Η πρωτοτυπία του Μητροπολίτη Περγάμου έγκειται στο ότι μεταφέρει τη βασική και καθιερωμένη στις βιβλικές σπουδές έννοια της εσχατολογίας στον ευρύτερο θεολογικό στοχασμό και κυρίως στον εκκλησιολογικό προβληματισμό· και, όπως είπαμε, ιδιαίτερα στην κατανόηση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Η εσχατολογική θεώρηση της χριστιανικής πίστης —κυρίως, βέβαια, της Ορθόδοξης, αλλά όχι μόνο— συνδέεται και έχει συνέπειες σε τρία τουλάχιστον διαλεκτικά ή συνακόλουθα ζεύγη:
Εσχατολογία–Πνευματολογία και, έμμεσα, Χριστολογία· Εσχατολογία–Ιστορία, με συνακόλουθη τη σχέση Ευχαριστίας–ιεραποστολής· και Εσχατολογία–Ευχαριστία. Και τα τρία αυτά ζεύγη έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη δογματική, την ηθική, την ιεραποστολική αλλά και τη λειτουργική θεολογία της Εκκλησίας.
Ως προς το πρώτο ζεύγος, οι επιπτώσεις για τη χριστιανική θεολογία άπτονται των θεμάτων της χριστιανικής Τριαδολογίας· της προτεραιότητας, δηλαδή, ή της αμοιβαίας σχέσης Χριστολογίας και Πνευματολογίας. Συζητήθηκαν στην πρωινή συνεδρία αυτά τα θέματα, με επακόλουθα, μάλιστα, τα φλέγοντα ζητήματα του πρωτείου και της συνοδικότητας.
Ως προς το δεύτερο ζεύγος, οι συνέπειες αναφέρονται στη σχέση κοινωνίας και ατομικότητας, στην προτεραιότητα της ευχαριστιακής έναντι της θεραπευτικής πνευματικότητας, με επακόλουθη την ατομική ή εκκλησιαστική διάσταση της σωτηρίας και ούτω καθεξής.
Τέλος, ως προς το τρίτο ζεύγος, οι θεολογικές επιπτώσεις αφορούν την αμφιλεγόμενη σχέση Ευχαριστίας και χριστιανικής μαρτυρίας ή ιεραποστολής· την προτεραιότητα, δηλαδή, αυτού καθ’ εαυτό του ευχαριστιακού γεγονότος έναντι του ευαγγελιστικού του χαρακτήρα ή, κατ’ άλλους, αντίστροφα, με συνέπειες για το πανχριστιανικό αίτημα, τα όρια και την έκταση της λειτουργικής αναγέννησης.
Η εσχατολογική διάσταση της Εκκλησίας και το αγιοπνευματικό υπόβαθρο της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας και της λειτουργικής πράξης της Ορθοδοξίας είναι, κατά τον Μητροπολίτη Περγάμου, αλλά και κατά πολλούς —όλους τους παρευρισκόμενους θεολόγους—, αυτά που διαφοροποιούν την Ορθοδοξία της καθ’ ημάς Ανατολής από την ετερόδοξη εν γένει Δύση: το γεγονός ότι η Εκκλησία δεν αντλεί την ύπαξη και την υπόστασή της από αυτό που είναι, αλλά από αυτό που θα γίνει.
Όχι, δηλαδή, από το παρόν —την οποιαδήποτε ιεραποστολική ή κοινωνική δράση της— ή από το παρελθόν, από κάποια δογματική διδασκαλία, πατερική, βιβλική ή οποιαδήποτε άλλη, ή ακόμη από αυτό που της δόθηκε ως θεσμός, αλλά από το μέλλον, από τα έσχατα.
Εξίσου, όμως, ουσιαστικός είναι και ο ρόλος του Αγίου Πνεύματος στη ζωή και τη λατρεία της Εκκλησίας. Να θυμηθούμε ότι τα κύρια ζητήματα που χαρακτήρισαν τη θεολογική αντιπαράθεση Ανατολής και Δύσης κατά την περίοδο πριν, κατά και μετά το Σχίσμα ήταν το Filioque και η επίκληση του Αγίου Πνεύματος.
Είναι χαρακτηριστικό πως στην Αγία Γραφή και στους Πατέρες της Εκκλησίας οι έννοιες «Εσχατολογία» και «Πνευματολογία» είναι πολύ στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, αφού η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος θεωρείται ως το κατεξοχήν γεγονός των εσχάτων. Αν ο Χριστός, αναφέρει πολύ χαρακτηριστικά ο Μητροπολίτης Περγάμου, είναι ο ιδρυτής του θεσμού της Εκκλησίας, το Άγιο Πνεύμα είναι εκείνο που συγκροτεί αυτόν τον θεσμό.
Χωρίς να φτάνει στο σημείο του στενού φίλου και συνεργάτη του στον αγώνα για την αυθεντική μαρτυρία της Ορθοδοξίας στον σύγχρονο κόσμο, του αείμνηστου Νίκου Νησιώτη, ο οποίος με τόσο πάθος χαρακτήριζε τη δυτική παράδοση στο σύνολό της χριστομονιστική, ο Μητροπολίτης Περγάμου πιστεύει —πίστευε, τουλάχιστον, στα πρώτα βήματά του— ότι η δυτική χριστιανοσύνη έστρεψε περισσότερο την προσοχή της στο πρόσωπο του Χριστού, υποβιβάζοντας ασυναίσθητα το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το Άγιο Πνεύμα, σε έναν δευτερεύοντα, βοηθητικό ρόλο: πρεσβευτή του Χριστού, εμπνευστή των προφητών και ούτω καθεξής.
Αν η εκπλήρωση της προφητείας του Ιωήλ στη διήγηση του δεύτερου κεφαλαίου των Πράξεων συνέδεε την Εσχατολογία με την Πνευματολογία, ο καταληκτήριος στίχος της Δευτέρας προς Κορινθίους Επιστολής, «Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ κοινωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μετὰ πάντων ὑμῶν», συνδέει την Πνευματολογία με τη βασική βιβλική έννοια της κοινωνίας.
Αυτό οδήγησε τον Μητροπολίτη Περγάμου να κάνει λόγο περί Εκκλησίας ως κοινωνίας των εσχάτων. Το αποτέλεσμα της Εσχατολογίας για την αυθεντική κατανόηση της Εκκλησίας δεν θα μπορούσε να είναι άλλο παρά η κύρια και θεμελιώδης βιβλική έννοια της κοινωνίας. Και η καλύτερη και αυθεντικότερη έκφραση της Εκκλησίας ως της κατεξοχήν κοινωνίας των εσχάτων είναι η Θεία Ευχαριστία.
Η συλλογική πράξη —πράξη και όχι πράγμα—, όπως πολύ εύστοχα παρατηρούσε πριν από σαράντα πέντε χρόνια ο Μητροπολίτης Περγάμου στο περίφημο έργο του για την ευχαριστιακή θεώρηση του κόσμου, για το οποίο έγινε πολλές φορές λόγος σήμερα· πράξη, δηλαδή, ευχαριστίας του λαού του Θεού προς τον Δημιουργό του, η οποία σε ολόκληρη τη μακραίωνη ιστορία της Ορθοδοξίας κατανοείται σαφέστατα ως αναλαμπή και πρόγευση της ερχόμενης Βασιλείας.
Η Εκκλησία, λοιπόν, υπό την ανωτέρω εσχατολογική και πνευματολογική κατανόησή της, είναι αυτονόητο ότι είναι ασυμβίβαστη με την ατομικότητα. Η αυτοσυνειδησία της, με άλλα λόγια, είναι συνάρτηση της κοινωνίας. Έχει, δηλαδή, κατεξοχήν συλλογικό, κοινωνικό χαρακτήρα. Σηματοδοτεί, με άλλα λόγια, την πορεία του λαού του Θεού ως συνόλου προς τα έσχατα.
Γι’ αυτό και, αιώνες τώρα, η κυριακάτικη Λειτουργία της, η Ευχαριστία, έχει σημαίνουσα και καθοριστική θέση για την ταυτότητά της, πιθανόν πέρα και πάνω ακόμη και από την Αγία Γραφή. Η εσχατολογική αυτή προσέγγιση του μυστηρίου της Εκκλησίας κυριαρχεί από τα πρώτα κιόλας γραπτά της Καινής Διαθήκης.
Οι εκκλησιολογικοί όροι στις ηθικές παραινέσεις του πέμπτου κεφαλαίου της Πρώτης προς Θεσσαλονικείς Επιστολής του Αποστόλου Παύλου επικεντρώνονται σαφέστατα στο εσχατολογικό γεγονός της Παρουσίας του Κυρίου: «καὶ ὁλόκληρον ὑμῶν τὸ πνεῦμα καὶ ἡ ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ἀμέμπτως ἐν τῇ παρουσίᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ τηρηθείη».
Στη σκέψη του Αποστόλου Παύλου, η εσχατολογική αυτή κατάσταση είναι ήδη παρούσα, αφού πρόκειται για μια προληπτική εσχατολογική πραγμάτωση του νέου Ισραήλ στο πρόσωπο της Εκκλησίας. Μια έμμεση, πλην όμως σαφέστατη, φανέρωση των εσχάτων στην Εκκλησία αποτελούν οι διαβεβαιώσεις του Αποστόλου Παύλου λίγο πιο πάνω από αυτή την ενότητα: «πάντες γὰρ ὑμεῖς υἱοὶ φωτός ἐστε καὶ υἱοὶ ἡμέρας»· καθαρά εσχατολογικοί όροι.
Η εσχατολογική βάση της παύλειας εκκλησιολογίας είναι φανερή στην κατανόηση του μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Στην Πρώτη προς Κορινθίους Επιστολή ο Απόστολος Παύλος θα τονίσει ότι στην καρδιά της Εκκλησίας, στο μυστήριο δηλαδή της Ευχαριστίας, «τὸν θάνατον τοῦ Κυρίου καταγγέλλετε, ἄχρις οὗ ἔλθῃ». Αυτή την εσχατολογική προοπτική τη διακρίνουμε να εξελίσσεται σε ολόκληρο το φάσμα της πρωτοχριστιανικής γραμματείας.
Η Εκκλησία, ως προληπτική φανέρωση και έκφραση της Βασιλείας του Θεού, δεν αντέγραψε μια ιεραρχικά δομημένη ιερατική τάξη, είτε της ισραηλιτικής θρησκείας είτε των άλλων θρησκειών, αλλά περιστράφηκε γύρω από το πρόσωπο του Χριστού, εικόνα του οποίου είναι ο Επίσκοπος. Στην Αγία Γραφή, όμως, και ο έτερος βαθμός της ιεροσύνης, αυτός των πρεσβυτέρων, έχει σαφώς συλλογική και όχι θεσμική χροιά. Αναφέρεται στη συλλογική έννοια των πρεσβυτέρων της Παλαιάς Διαθήκης.
Τα παλαιοδιαθηκικά αναγνώσματα της εορτής της Πεντηκοστής, με περισσή και αφοπλιστική τόλμη, προβάλλουν τη δράση του Αγίου Πνεύματος, του Πνεύματος του Θεού, σε ολόκληρη την κοινότητα. Το πρώτο ιδιαίτερο ανάγνωσμα, εκείνο των Αριθμών, αναφέρεται σημειολογικά στο σώμα των πρεσβυτέρων για την καθοδήγηση του λαού Του, πέραν δηλαδή των φυσικών ηγετών του, του Μωυσή και του Ιησού του Ναυή. Το δεύτερο, του Ιωήλ, αναφέρεται στο σύνολο του λαού, «ἐπὶ τοὺς υἱοὺς ὑμῶν καὶ ἐπὶ τὰς θυγατέρας ὑμῶν», κατά τη μεσσιανική εποχή. Και το τρίτο, του Ιεζεκιήλ, προχωρώντας ακόμη περισσότερο, υπενθυμίζει πως ούτε οι ηγέτες ούτε και ο συμβατικός νόμος, αλλά το Πνεύμα του Θεού θα καθορίζει στο μέλλον τη συμπεριφορά των πιστών.
Σε αυτήν ακριβώς την προφητεία, σε συνδυασμό με μια άλλη, παράλληλη προφητεία του Ιερεμία περί Καινής Διαθήκης, στηρίχθηκε ο Απόστολος Παύλος για να προβάλει τη νέα ηθική του χριστιανισμού, σύμφωνα με την οποία ο νόμος και οι ηθικές εντολές αδυνατούν να καθοδηγήσουν τους ανθρώπους εκ των έξω. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο εκ των έσω, από το Πνεύμα του Θεού που κατοικεί στις καρδιές μας.
Είναι η τελευταία σελίδα.
Οι συνέπειες της εσχατολογικής κατανόησης του μυστηρίου της Εκκλησίας είναι εντελώς διαφορετικές από εκείνες μιας ιστορικής θεώρησης και άπτονται τόσο της συνοδικότητας όσο και του πρωτείου για την κατανόηση του μυστηρίου της Εκκλησίας. Επίσης, εντελώς διαφορετική είναι η κανονιστική από την εσχατολογική και ευχαριστιακή κατανόηση των δύο αυτών παραμέτρων, του πρωτείου και της συνοδικότητας.
Αναφέρθηκαν πολύ σωστά προηγουμένως αυτά τα θέματα. Άφησα τελευταίο το θέμα της σχέσης Ευχαριστίας και ιεραποστολής, το οποίο αποτελεί προέκταση της εσχατολογικής κατανόησης της Εκκλησίας. Οι θεμελιώδεις αρχές της χριστιανικής λατρείας είναι, όπως τουλάχιστον υποστηρίζουν κυρίως οι Ορθόδοξοι —σε συνέδρια αναφέρομαι—, ευαγγελικές και, με αυτή την έννοια, διδακτικές.
«Μας παρουσιάζει —και παραθέτω ακριβώς το κείμενο— την ιστορία του Ιησού Χριστού και, στην ουσία, αναπαριστά ολόκληρη την ιστορία της Θείας Οικονομίας. Η λατρεία στοχεύει πολύ πιο πέρα από τις λατρευτικές συνάξεις. Αποβλέπει στο ευρύτερο σχέδιο του Θεού για την ανανέωση της ανθρώπινης κοινότητας.
Με τον τρόπο αυτό σχετίζεται με την ιεραποστολή. Η λατρεία είναι ιεραποστολική και, φυσικά, το ίδιο ισχύει και για την Ευχαριστία. Δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός. Ο πρωταρχικός της στόχος είναι να φέρνει τους χριστιανούς σε κοινωνία με τον Τριαδικό Θεό, μεταξύ τους και με ολόκληρη την κτιστή δημιουργία».
Αυτή είναι η άποψη εκείνων που βλέπουν τα θέματα από την ιεραποστολική και όχι από την ευχαριστιακή σκοπιά. Κλείνουν τα εισαγωγικά.
Η διαλεκτική αυτή σχέση και, στην ουσία, σύνθεση Εσχατολογίας και Ιστορίας, μεταξύ ευχαριστιακής οντολογίας και ιεραποστολικής δεοντολογίας, καθόρισε τόσο τη λειτουργία της Εκκλησίας, το έργο της δηλαδή, όσο και τη δομή και τα λειτουργήματά της.
Αρχίζοντας από τα δεύτερα, είναι σημαντικό να θυμίσουμε αυτό που ορθά υποστηρίζει ο Μητροπολίτης Περγάμου: ότι η επισκοποκεντρική δομή της Εκκλησίας ήταν η φυσική συνέπεια του εσχατολογικού οράματος της χριστιανικής κοινότητας. Ήταν, όμως, εν ταυτώ και η ιστορική έκφραση αυτού του οράματος. Μπορεί να μην υπήρξε εκτροπή από τις πολυκεντρικές δομές που μαρτυρούνται στην Καινή Διαθήκη και μετατροπή τους σε μονοκεντρικές και ιεραρχικές, κυρίως από την εποχή του Αγίου Ιγνατίου Αντιοχείας, όπως υποστήριξαν πολύ συχνά, κυρίως, Προτεστάντες ιστορικοί.
Μπορεί στην Ορθόδοξη Ανατολή, σε αντίθεση με τη Δύση, ο Επίσκοπος, ο προεστώς εν αγάπη της ευχαριστιακής κοινότητας, να μη χαρακτηρίστηκε ποτέ vicarius, αντιπρόσωπος ή πρεσβευτής του Χριστού επί της γης, αλλά τύπος, εικόνα του Χριστού και, στην ευχαριστιακή Λειτουργία, κατά τον Ιερό Χρυσόστομο, ο ίδιος ο Χριστός.
Και, τέλος, μπορεί το ίδιο να συμβαίνει και με τα λοιπά λειτουργήματα της Εκκλησίας, στους λοιπούς βαθμούς της ιεροσύνης, τα οποία, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Μητροπολίτης Περγάμου, δεν είναι παράλληλα με εκείνα του Χριστού ούτε δοσμένα από τον Χριστό, αλλά ταυτίζονται με εκείνα του Χριστού. Η φύση, όμως, της Εκκλησίας είναι αδιάσπαστα συνδεδεμένη με την προς τα έξω, προς τον εξωτερικό κόσμο, μαρτυρία της: την ιεραποστολή.
Κάτι που, εγώ τουλάχιστον, διαπιστώνω διαβάζοντας με τα δικά μου μάτια και που μπορεί κανείς να διαπιστώσει όχι μόνο στις μελέτες για την οντολογία του Μητροπολίτη Περγάμου, αλλά και εξετάζοντας τις επιπτώσεις αυτής της οντολογικής αναφοράς, την οποία κάνει στο μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, σε όλα του τα έργα.
Σας ευχαριστώ.
Ευχαριστούμε πολύ τον καθηγητή κ. Βασιλειάδη.
ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΕΣΧΑΤΟΙ ΧΡΟΝΟΙ. ΑΡΚΕΙ Η ΥΠΑΡΞΗ ΜΑΣ , ΧΩΡΙΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑ, ΓΙΑ ΝΑ ΟΝΟΜΑΣΘΟΥΜΕ ΜΕΓΑΛΟΙ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ.
ΤΑ ΕΣΧΑΤΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΜΟΝΟΝ Ο ΠΑΤΗΡ ΕΝ ΤΟΙΣ ΟΥΡΑΝΟΙΣ ΚΑΙ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΟΣ ΤΟΥ.
ΚΗΡΥΤΤΟΥΜΕ ΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΟΥ.
ΤΕΡΜΑ Η ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου