Συνέχεια από Τετάρτη 16. Σεπτεμβρίου 2026
Ο Schelling και η εσχατολογία 2
CLAUDIO CIANCIO
Περιλαμβάνεται στον τόμο, αφιερωμένο στον Franz von Baader:
Aufklärung und Romantik als Herausforderung für katholisches Denken
Ο Διαφωτισμός και ο Ρομαντισμός ως πρόκληση για την καθολική σκέψη
CLAUDIO CIANCIO
Περιλαμβάνεται στον τόμο, αφιερωμένο στον Franz von Baader:
Aufklärung und Romantik als Herausforderung für katholisches Denken
Ο Διαφωτισμός και ο Ρομαντισμός ως πρόκληση για την καθολική σκέψη
2.
Στη μέση περίοδο του Schelling η εσχατολογία καθίσταται ολοένα και περισσότερο σημαντικό θέμα της φιλοσοφίας του· κυρίως αναδεικνύεται το ερώτημα σχετικά με τη μοίρα του ανθρώπου μετά τον θάνατο. Περισσότερο από τις Φιλοσοφικές έρευνες, σημασία ως προς το ζήτημα αυτό έχουν τα κείμενα που γράφτηκαν αμέσως μετά τον θάνατο της συζύγου του Caroline, δηλαδή η Clara και οι Ιδιωτικές παραδόσεις της Στουτγάρδης —του 1810, όπως πιθανότατα και η Clara.
Στην Clara η δύναμη της εσχατολογικής αξίωσης εκδηλώνεται προπάντων στη σαφήνεια με την οποία η κατάσταση του κόσμου θεωρείται αποτέλεσμα όχι απλώς μιας πτώσεως —όπως ήδη στη Φιλοσοφία και θρησκεία— αλλά μιας πτώσεως η οποία δεν έπρεπε να είχε συμβεί. Πράγματι, η φύση ήταν προορισμένη να ανυψωθεί έως τον άνθρωπο χωρίς να περάσει από τη ρήξη του θανάτου:
«Τότε, λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, δεν θα υπήρχε θάνατος. Ο άνθρωπος θα ζούσε ήδη εδώ μια ζωή συγχρόνως πνευματική και σωματική· ολόκληρη η φύση θα είχε ανυψωθεί μέσα του και μαζί του προς τον ουρανό και προς την άφθαρτη και αιώνια ζωή».²⁴
Το κακό συνίσταται σε μια παλινδρομική πορεία της ανθρώπινης φύσεως, η οποία, αντί να ανυψωθεί, παραμένει στο θεμέλιο, δηλαδή εκεί όπου θα έπρεπε να βρίσκεται μόνο η προϋπόθεση της ενεργητικότητάς της.
«Από πού προέρχεται η ασθένεια, αν όχι από την απροθυμία για ανάπτυξη, από το γεγονός ότι η επιμέρους δύναμη δεν θέλει να προχωρήσει μαζί με το όλο, δεν θέλει να νεκρωθεί για χάρη του όλου, αλλά επιθυμεί να υπάρχει ιδιοτελώς για τον εαυτό της;»²⁵
Αρχικά το σύμπαν ήταν ολοκληρωμένο· μόνο εξαιτίας της πτώσεως συντελέστηκε ένας χωρισμός:
«Εάν, επιπλέον, γίνει δεκτό —και υπάρχουν τόσο πολλοί λόγοι που συνηγορούν υπέρ αυτού— ότι μόνο μέσω μιας μεταγενέστερης φθοράς ένα μέρος του σύμπαντος αποχωρίστηκε εντελώς από την πνευματική φύση, τότε πρέπει ακόμη περισσότερο να θεωρήσουμε ότι, προκειμένου να μην αφεθεί αυτό το μέρος να βυθιστεί ολοκληρωτικά και συγχρόνως να χρησιμοποιηθεί ως ύλη για ανώτερους σκοπούς, μέσω μιας νέας διαδικασίας διαχωρισμού αντιπαρατέθηκε προς εκείνο που πλέον είχε νεκρωθεί ό,τι εξακολουθούσε να είναι ζωντανό και πνευματικό· και ότι έτσι εγκαινιάστηκε μια νέα πορεία αναπτύξεως, μέσω της οποίας ακόμη και από το φθαρμένο στοιχείο εξακολουθούν να παράγονται ουράνιοι καρποί. Ακριβώς επειδή σε ένα μέρος του σύμπαντος υπερίσχυσε η δύναμη του εξωτερικού και το εσωτερικό απωθήθηκε εντελώς, το άλλο μέρος παρέμεινε τόσο περισσότερο ελεύθερο, καθαρό και αμιγές· έτσι δημιουργήθηκαν για πρώτη φορά δύο κόσμοι, ενώ σύμφωνα με τον αρχικό θείο προορισμό έπρεπε να υπάρχει μόνο ένας, και τώρα πρέπει μέσω του θανάτου να περάσουμε σε εκείνον τον άλλο και καθαρότερο κόσμο».²⁶
Η εσχατολογία της Clara, όμως, δεν αποτελεί μόνο εσχατολογία των επιμέρους ψυχών, μολονότι αυτή η διάσταση κυριαρχεί. Επειδή ο πνευματικός και ο ορατός κόσμος ανήκουν ο ένας στον άλλο,²⁷ η δημιουργία δεν θα αναπαυθεί έως ότου όχι μόνο το κατώτατο ανυψωθεί στο ύψιστο, αλλά και το ύψιστο κατέλθει στο κατώτατο.²⁸
Η εσχατολογία της Clara διαθέτει στην πραγματικότητα και ιστορική διάσταση, διότι η σωτηρία δεν απαιτεί έξοδο από τον χρόνο προκειμένου να επιτευχθεί η ένωση με το Απόλυτο· ούτε αποτελεί απλώς την τελική στιγμή μιας διαδικασίας αναγκαίας για το ίδιο το Απόλυτο. Αντιθέτως, η ολοκλήρωση της σωτηρίας απαιτεί μια ιστορική διαδικασία, η οποία έχει την αφετηρία της σε ένα γεγονός —την πτώση— που δεν είναι καθαυτό αναγκαίο.
Η εσχατολογική μακαριότητα αντιστοιχεί στην πλήρη κυριαρχία της ψυχής, η οποία θεωρείται ενδιάμεσο στοιχείο μεταξύ της σωματικότητας και της πνευματικότητας· και η κυριαρχία αυτή θα πραγματοποιηθεί όταν το σώμα και το πνεύμα καταστούν μορφές μίας και μοναδικής ζωής. Εναντίον του νεότερου δυϊσμού, ο Schelling υποστηρίζει όχι μόνο ότι η σωματικότητα δεν αποτελεί ατέλεια και ότι η ζωή του πνεύματος δεν μας αρκεί, αλλά επίσης ότι υπάρχει μια πνευματική ουσία της σωματικότητάς μας²⁹ και μια σωματική διάσταση του πνεύματος.³⁰
Σχετικά με αυτό, ο Schelling παραπονείται στις Εποχές του κόσμου για την απουσία ενδιάμεσων εννοιών από τη φιλοσοφία της εποχής του· πρόκειται για μια έλλειψη που έχει ως αποτέλεσμα ό,τι δεν είναι πνευματικό με την ύψιστη έννοια να θεωρείται απλώς σωματικό —και με τον ίδιο τρόπο να αντιπαρατίθενται μεταξύ τους η ελευθερία και η αναγκαιότητα, η νοημοσύνη και η μη νοημοσύνη.³¹ Κατά συνέπεια, η ψυχή αποτελεί την ενοποιητική αρχή σώματος και πνεύματος, για την οποία δεν μπορεί να υπάρχει σωματικότητα χωρίς πνεύμα ούτε, αντιστρόφως, πνεύμα χωρίς σωματικότητα. Κατά την επίγεια ύπαρξη η ψυχή είναι σωματική· υπερισχύει η εξωτερικότητα, χωρίς ωστόσο να απουσιάζει η πνευματική διάσταση. Με παρόμοιο τρόπο, μετά τον θάνατο η σωματική διάσταση δεν αποκλείεται, αλλά πνευματοποιείται.³² Το σωματικό στοιχείο, ένας σκοτεινός σπόρος, είναι εκείνο που συγκροτεί τη διάσταση της ιδιαιτερότητας των ανθρώπων· μιας ιδιαιτερότητας που δεν θα χαθεί ποτέ, ακόμη και όταν οι ψυχές θα έχουν γίνει δεκτές μέσα στον Θεό.³³
Με τον θάνατο συντελείται «η απελευθέρωση της εσωτερικής μορφής της ζωής από την εξωτερική μορφή, η οποία την κρατά καταπιεσμένη»,³⁴ όμως η τέλεια ζωή θα είναι εκείνη στην οποία το εξωτερικό θα διαποτίζεται από το εσωτερικό.³⁵ Ο θάνατος δεν επιφέρει απελευθέρωση της ψυχής από το σώμα, αλλά μάλλον προκαλεί μια μεταμόρφωση του ανθρώπου προς την κατεύθυνση της πνευματοποίησης της ζωής. Επομένως, ο θάνατος αποτελεί διαδικασία ουσιοποίησης, reductio ad essentiam. Η Clara διακρίνει «ένα λεπτότερο σώμα, το οποίο περιέχεται μέσα στο πιο χονδροειδές και κατά τον θάνατο αποχωρίζεται από αυτό».³⁶
Η θέση περί του θανάτου ως reductio ad essentiam ανάγεται, όπως είναι γνωστό, στη θεωρία του Oetinger. Ειδικότερα, στην Clara συναντούμε μια αναφορά στο φαινόμενο της διαλυτικής ικανότητας των οξέων:
«Δεν αποκαλούνται δικαίως […] “πνεύματα” εκείνα τα διαλυτικά ύδατα, και δεν πρέπει αυτή η εξαφάνιση των πυκνότερων και σκληρότερων σωμάτων να ονομαστεί μια σημαντική διάλυση του σωματικού μέσα στο πνευματικό και, επομένως, ένας θάνατος;»³⁷
Συναντούμε, επίσης, τη θέση σύμφωνα με την οποία καθετί σωματικό φέρει μέσα του μια ορμή προς την πνευματοποίησή του, όπως αποδεικνύει, παραδείγματος χάριν, το άρωμα των λουλουδιών.³⁸ Στις Ιδιωτικές παραδόσεις της Στουτγάρδης συναντούμε την ιδέα της ουσιοποίησης (Essentification) του Oetinger:
«Η διαδικασία που συντελείται κατά τον θάνατο μοιάζει με εκείνη κατά την οποία στη φύση εξάγεται από ένα φυτό η ουσία του, όπως, παραδείγματος χάριν, το απόσταγμα της μελισσόχορτου από τη μελισσόχορτο. Ο θάνατος, επομένως, δεν είναι χωρισμός αλλά ουσιοποίηση των αρχών».³⁹
Άλλες σημαντικές αναφορές για την εξήγηση της μεταμόρφωσης που προκαλεί ο θάνατος είναι εκείνες στην κατάσταση της ύπνωσης,⁴⁰ στη διορατικότητα⁴¹ και στη στιγμή της μετάβασης από την εγρήγορση στον ύπνο.⁴² Η διδασκαλία περί ουσιοποίησης παραμένει μια θέση η οποία επανέρχεται σχεδόν κατά λέξη στη Φιλοσοφία της Αποκαλύψεως.⁴³
Οι Ιδιωτικές παραδόσεις της Στουτγάρδης ενσωματώνουν καλύτερα από την Clara την προσωπική εσχατολογία στην καθολική εσχατολογία. Και εδώ συναντούμε τη θέση σύμφωνα με την οποία ο θάνατος δεν επιφέρει τον χωρισμό από τη φυσική ζωή εν γένει, αλλά μόνο από αυτή τη συγκεκριμένη φυσική ζωή.⁴⁴ Μετά τον θάνατο ο άνθρωπος εισέρχεται στην αληθινή του ουσία: «σε εκείνο που ήδη και εδώ ήταν ο ίδιος· και πίσω παραμένει μόνο ό,τι δεν ήταν ο ίδιος».⁴⁵
Δεν υπάρχουν πλέον μέσα του διαιρέσεις: είτε είναι ολοκληρωτικά αγαθός είτε είναι ολοκληρωτικά κακός.⁴⁶ Η θέση αυτή επανέρχεται στη Φιλοσοφία της Αποκαλύψεως:
«Κανένας άνθρωπος δεν εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της ζωής του ολοκληρωτικά όπως πραγματικά είναι. Μετά τον θάνατο δεν είναι πλέον τίποτε άλλο παρά ο ίδιος του ο εαυτός. Σε αυτό βρίσκεται το χαρμόσυνο στοιχείο του θανάτου για τον έναν και και το τρομακτικό για τον άλλον».⁴⁷
Ήδη, όμως, στις Ιδιωτικές παραδόσεις της Στουτγάρδης* γίνεται λόγος για τον χωρισμό μεταξύ αγαθών και κακών, ο οποίος πρόκειται να υπερβαθεί:
«Η αμαρτία δεν είναι αιώνια· επομένως, ούτε και η συνέπειά της είναι αιώνια. Αυτή η τελευταία περίοδος μέσα στην έσχατη περίοδο είναι εκείνη της απολύτως τέλειας πραγμάτωσης —δηλαδή της πλήρους ενανθρώπησης του Θεού—, κατά την οποία το Άπειρο έχει καταστεί ολοκληρωτικά πεπερασμένο χωρίς καμία βλάβη της απειρότητάς του. Τότε ο Θεός είναι πραγματικά τὰ πάντα ἐν πᾶσι και ο πανθεϊσμός είναι αληθινός».⁴⁸
Οι θέσεις σχετικά με την προσωπική εσχατολογία, όπως διατυπώνονται στην Clara και στις Ιδιωτικές παραδόσεις της Στουτγάρδης, επανέρχονται στη Φιλοσοφία της Αποκαλύψεως, εμπλουτισμένες με νέα επιχειρήματα. Παραδείγματος χάριν, η θέση περί επιβίωσης ολόκληρου του ανθρώπου και όχι μόνο ενός από τα μέρη του δικαιολογείται από την ανάγκη να διασφαλιστεί η συνέχεια της ταυτότητας της συνειδήσεως.⁴⁹
Αναπτύσσεται επίσης περαιτέρω η ιδέα, η οποία υπήρχε ήδη στις Ιδιωτικές παραδόσεις της Στουτγάρδης,⁵⁰ ότι η ζωή του ανθρώπου μετά την αμαρτία διακρίνεται σε τρεις φάσεις.⁵¹ Η πρώτη είναι η φάση της παρούσας ζωής, μιας μονομερώς φυσικής ζωής. Η δεύτερη είναι η φάση της ζωής μετά τον θάνατο, μιας ζωής ακινησίας, κατά την οποία ο άνθρωπος είναι δεσμευμένος στον ίδιο του τον εαυτό· πρόκειται για μια μονομερώς πνευματική ζωή. Τέλος, ακολουθεί η φάση της αναστάσεως, κατά την οποία ο άνθρωπος ανακτά την ελεύθερη κίνηση και αποκτά μια πνευματικο-φυσική ζωή, μέσα στην οποία το φυσικό ανυψώνεται στο πνευματικό.
Υπό τις παρούσες συνθήκες, ο άνθρωπος διάγει ασφαλώς και μια πνευματική ζωή, η οποία όμως εξαρτάται ολοκληρωτικά από τη φυσική ζωή· αυτό είναι ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που θα έπρεπε να συμβαίνει: η πνευματική ζωή θα έπρεπε να είναι φανερή, ενώ η φυσική ζωή θα έπρεπε να παραμένει κρυμμένη. Τώρα οι δύο δυνάμεις, η φυσική και η πνευματική, έχουν καταστεί διαδοχικές και δεν συνδέονται μεταξύ τους σε ενότητα· γι’ αυτό, μετά τον θάνατο, ο άνθρωπος ζει σε μια μονομερώς πνευματική κατάσταση.
Είναι ενδιαφέρον το πώς ο Schelling υπογραμμίζει ότι ο θάνατος δεν αντιφάσκει προς την αθανασία, αλλά αποτελεί αναγκαία κατάσταση: «ο άνθρωπος πρέπει να πεθάνει ως προς τη φυσική ζωή», ώστε να μπορέσει να φανερωθεί η πνευματική ζωή.⁵² Η διαφορά μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης φάσεως έγκειται στο γεγονός ότι στη δεύτερη χάνεται η ιδιαίτερη ζωή, ενώ στην τρίτη αποκαθίσταται και ενώνεται με την καθολική ζωή.⁵³
Για να ολοκληρωθεί η ανάλυση του εσχατολογικού θέματος στη μέση περίοδο του Schelling, πρέπει ακόμη να επισημανθεί ότι ούτε εδώ απουσιάζει, όπως και κατά την προηγούμενη περίοδο, η ιστορικο-καθολική διάσταση της εσχατολογίας· αυτό ισχύει ιδίως για τις Ιδιωτικές παραδόσεις της Στουτγάρδης και, ακόμη νωρίτερα, για τις Φιλοσοφικές έρευνες. Αντιθέτως, γίνεται αισθητή μια μεγαλύτερη σημασία της ιστορίας έναντι της φύσεως.⁵⁴ Από την άλλη πλευρά, όμως, εξακολουθεί να παραμένει η εντύπωση της προηγούμενης προσεγγίσεως, εφόσον είναι αληθές ότι πρόκειται για μια εσχατολογία η οποία δεν φαίνεται να προσθέτει τίποτε στην πρωτολογία· συνίσταται, δηλαδή, στην αποκατάσταση της θείας τάξεως, μεταθέτοντας το θεμέλιο στο υπόβαθρο.⁵⁵
Συνεχίζεται
Σημειώσεις:
Στη μέση περίοδο του Schelling η εσχατολογία καθίσταται ολοένα και περισσότερο σημαντικό θέμα της φιλοσοφίας του· κυρίως αναδεικνύεται το ερώτημα σχετικά με τη μοίρα του ανθρώπου μετά τον θάνατο. Περισσότερο από τις Φιλοσοφικές έρευνες, σημασία ως προς το ζήτημα αυτό έχουν τα κείμενα που γράφτηκαν αμέσως μετά τον θάνατο της συζύγου του Caroline, δηλαδή η Clara και οι Ιδιωτικές παραδόσεις της Στουτγάρδης —του 1810, όπως πιθανότατα και η Clara.
Στην Clara η δύναμη της εσχατολογικής αξίωσης εκδηλώνεται προπάντων στη σαφήνεια με την οποία η κατάσταση του κόσμου θεωρείται αποτέλεσμα όχι απλώς μιας πτώσεως —όπως ήδη στη Φιλοσοφία και θρησκεία— αλλά μιας πτώσεως η οποία δεν έπρεπε να είχε συμβεί. Πράγματι, η φύση ήταν προορισμένη να ανυψωθεί έως τον άνθρωπο χωρίς να περάσει από τη ρήξη του θανάτου:
«Τότε, λοιπόν, κατά τη γνώμη μου, δεν θα υπήρχε θάνατος. Ο άνθρωπος θα ζούσε ήδη εδώ μια ζωή συγχρόνως πνευματική και σωματική· ολόκληρη η φύση θα είχε ανυψωθεί μέσα του και μαζί του προς τον ουρανό και προς την άφθαρτη και αιώνια ζωή».²⁴
Το κακό συνίσταται σε μια παλινδρομική πορεία της ανθρώπινης φύσεως, η οποία, αντί να ανυψωθεί, παραμένει στο θεμέλιο, δηλαδή εκεί όπου θα έπρεπε να βρίσκεται μόνο η προϋπόθεση της ενεργητικότητάς της.
«Από πού προέρχεται η ασθένεια, αν όχι από την απροθυμία για ανάπτυξη, από το γεγονός ότι η επιμέρους δύναμη δεν θέλει να προχωρήσει μαζί με το όλο, δεν θέλει να νεκρωθεί για χάρη του όλου, αλλά επιθυμεί να υπάρχει ιδιοτελώς για τον εαυτό της;»²⁵
Αρχικά το σύμπαν ήταν ολοκληρωμένο· μόνο εξαιτίας της πτώσεως συντελέστηκε ένας χωρισμός:
«Εάν, επιπλέον, γίνει δεκτό —και υπάρχουν τόσο πολλοί λόγοι που συνηγορούν υπέρ αυτού— ότι μόνο μέσω μιας μεταγενέστερης φθοράς ένα μέρος του σύμπαντος αποχωρίστηκε εντελώς από την πνευματική φύση, τότε πρέπει ακόμη περισσότερο να θεωρήσουμε ότι, προκειμένου να μην αφεθεί αυτό το μέρος να βυθιστεί ολοκληρωτικά και συγχρόνως να χρησιμοποιηθεί ως ύλη για ανώτερους σκοπούς, μέσω μιας νέας διαδικασίας διαχωρισμού αντιπαρατέθηκε προς εκείνο που πλέον είχε νεκρωθεί ό,τι εξακολουθούσε να είναι ζωντανό και πνευματικό· και ότι έτσι εγκαινιάστηκε μια νέα πορεία αναπτύξεως, μέσω της οποίας ακόμη και από το φθαρμένο στοιχείο εξακολουθούν να παράγονται ουράνιοι καρποί. Ακριβώς επειδή σε ένα μέρος του σύμπαντος υπερίσχυσε η δύναμη του εξωτερικού και το εσωτερικό απωθήθηκε εντελώς, το άλλο μέρος παρέμεινε τόσο περισσότερο ελεύθερο, καθαρό και αμιγές· έτσι δημιουργήθηκαν για πρώτη φορά δύο κόσμοι, ενώ σύμφωνα με τον αρχικό θείο προορισμό έπρεπε να υπάρχει μόνο ένας, και τώρα πρέπει μέσω του θανάτου να περάσουμε σε εκείνον τον άλλο και καθαρότερο κόσμο».²⁶
Η εσχατολογία της Clara, όμως, δεν αποτελεί μόνο εσχατολογία των επιμέρους ψυχών, μολονότι αυτή η διάσταση κυριαρχεί. Επειδή ο πνευματικός και ο ορατός κόσμος ανήκουν ο ένας στον άλλο,²⁷ η δημιουργία δεν θα αναπαυθεί έως ότου όχι μόνο το κατώτατο ανυψωθεί στο ύψιστο, αλλά και το ύψιστο κατέλθει στο κατώτατο.²⁸
Η εσχατολογία της Clara διαθέτει στην πραγματικότητα και ιστορική διάσταση, διότι η σωτηρία δεν απαιτεί έξοδο από τον χρόνο προκειμένου να επιτευχθεί η ένωση με το Απόλυτο· ούτε αποτελεί απλώς την τελική στιγμή μιας διαδικασίας αναγκαίας για το ίδιο το Απόλυτο. Αντιθέτως, η ολοκλήρωση της σωτηρίας απαιτεί μια ιστορική διαδικασία, η οποία έχει την αφετηρία της σε ένα γεγονός —την πτώση— που δεν είναι καθαυτό αναγκαίο.
Η εσχατολογική μακαριότητα αντιστοιχεί στην πλήρη κυριαρχία της ψυχής, η οποία θεωρείται ενδιάμεσο στοιχείο μεταξύ της σωματικότητας και της πνευματικότητας· και η κυριαρχία αυτή θα πραγματοποιηθεί όταν το σώμα και το πνεύμα καταστούν μορφές μίας και μοναδικής ζωής. Εναντίον του νεότερου δυϊσμού, ο Schelling υποστηρίζει όχι μόνο ότι η σωματικότητα δεν αποτελεί ατέλεια και ότι η ζωή του πνεύματος δεν μας αρκεί, αλλά επίσης ότι υπάρχει μια πνευματική ουσία της σωματικότητάς μας²⁹ και μια σωματική διάσταση του πνεύματος.³⁰
Σχετικά με αυτό, ο Schelling παραπονείται στις Εποχές του κόσμου για την απουσία ενδιάμεσων εννοιών από τη φιλοσοφία της εποχής του· πρόκειται για μια έλλειψη που έχει ως αποτέλεσμα ό,τι δεν είναι πνευματικό με την ύψιστη έννοια να θεωρείται απλώς σωματικό —και με τον ίδιο τρόπο να αντιπαρατίθενται μεταξύ τους η ελευθερία και η αναγκαιότητα, η νοημοσύνη και η μη νοημοσύνη.³¹ Κατά συνέπεια, η ψυχή αποτελεί την ενοποιητική αρχή σώματος και πνεύματος, για την οποία δεν μπορεί να υπάρχει σωματικότητα χωρίς πνεύμα ούτε, αντιστρόφως, πνεύμα χωρίς σωματικότητα. Κατά την επίγεια ύπαρξη η ψυχή είναι σωματική· υπερισχύει η εξωτερικότητα, χωρίς ωστόσο να απουσιάζει η πνευματική διάσταση. Με παρόμοιο τρόπο, μετά τον θάνατο η σωματική διάσταση δεν αποκλείεται, αλλά πνευματοποιείται.³² Το σωματικό στοιχείο, ένας σκοτεινός σπόρος, είναι εκείνο που συγκροτεί τη διάσταση της ιδιαιτερότητας των ανθρώπων· μιας ιδιαιτερότητας που δεν θα χαθεί ποτέ, ακόμη και όταν οι ψυχές θα έχουν γίνει δεκτές μέσα στον Θεό.³³
Με τον θάνατο συντελείται «η απελευθέρωση της εσωτερικής μορφής της ζωής από την εξωτερική μορφή, η οποία την κρατά καταπιεσμένη»,³⁴ όμως η τέλεια ζωή θα είναι εκείνη στην οποία το εξωτερικό θα διαποτίζεται από το εσωτερικό.³⁵ Ο θάνατος δεν επιφέρει απελευθέρωση της ψυχής από το σώμα, αλλά μάλλον προκαλεί μια μεταμόρφωση του ανθρώπου προς την κατεύθυνση της πνευματοποίησης της ζωής. Επομένως, ο θάνατος αποτελεί διαδικασία ουσιοποίησης, reductio ad essentiam. Η Clara διακρίνει «ένα λεπτότερο σώμα, το οποίο περιέχεται μέσα στο πιο χονδροειδές και κατά τον θάνατο αποχωρίζεται από αυτό».³⁶
Η θέση περί του θανάτου ως reductio ad essentiam ανάγεται, όπως είναι γνωστό, στη θεωρία του Oetinger. Ειδικότερα, στην Clara συναντούμε μια αναφορά στο φαινόμενο της διαλυτικής ικανότητας των οξέων:
«Δεν αποκαλούνται δικαίως […] “πνεύματα” εκείνα τα διαλυτικά ύδατα, και δεν πρέπει αυτή η εξαφάνιση των πυκνότερων και σκληρότερων σωμάτων να ονομαστεί μια σημαντική διάλυση του σωματικού μέσα στο πνευματικό και, επομένως, ένας θάνατος;»³⁷
Συναντούμε, επίσης, τη θέση σύμφωνα με την οποία καθετί σωματικό φέρει μέσα του μια ορμή προς την πνευματοποίησή του, όπως αποδεικνύει, παραδείγματος χάριν, το άρωμα των λουλουδιών.³⁸ Στις Ιδιωτικές παραδόσεις της Στουτγάρδης συναντούμε την ιδέα της ουσιοποίησης (Essentification) του Oetinger:
«Η διαδικασία που συντελείται κατά τον θάνατο μοιάζει με εκείνη κατά την οποία στη φύση εξάγεται από ένα φυτό η ουσία του, όπως, παραδείγματος χάριν, το απόσταγμα της μελισσόχορτου από τη μελισσόχορτο. Ο θάνατος, επομένως, δεν είναι χωρισμός αλλά ουσιοποίηση των αρχών».³⁹
Άλλες σημαντικές αναφορές για την εξήγηση της μεταμόρφωσης που προκαλεί ο θάνατος είναι εκείνες στην κατάσταση της ύπνωσης,⁴⁰ στη διορατικότητα⁴¹ και στη στιγμή της μετάβασης από την εγρήγορση στον ύπνο.⁴² Η διδασκαλία περί ουσιοποίησης παραμένει μια θέση η οποία επανέρχεται σχεδόν κατά λέξη στη Φιλοσοφία της Αποκαλύψεως.⁴³
Οι Ιδιωτικές παραδόσεις της Στουτγάρδης ενσωματώνουν καλύτερα από την Clara την προσωπική εσχατολογία στην καθολική εσχατολογία. Και εδώ συναντούμε τη θέση σύμφωνα με την οποία ο θάνατος δεν επιφέρει τον χωρισμό από τη φυσική ζωή εν γένει, αλλά μόνο από αυτή τη συγκεκριμένη φυσική ζωή.⁴⁴ Μετά τον θάνατο ο άνθρωπος εισέρχεται στην αληθινή του ουσία: «σε εκείνο που ήδη και εδώ ήταν ο ίδιος· και πίσω παραμένει μόνο ό,τι δεν ήταν ο ίδιος».⁴⁵
Δεν υπάρχουν πλέον μέσα του διαιρέσεις: είτε είναι ολοκληρωτικά αγαθός είτε είναι ολοκληρωτικά κακός.⁴⁶ Η θέση αυτή επανέρχεται στη Φιλοσοφία της Αποκαλύψεως:
«Κανένας άνθρωπος δεν εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της ζωής του ολοκληρωτικά όπως πραγματικά είναι. Μετά τον θάνατο δεν είναι πλέον τίποτε άλλο παρά ο ίδιος του ο εαυτός. Σε αυτό βρίσκεται το χαρμόσυνο στοιχείο του θανάτου για τον έναν και και το τρομακτικό για τον άλλον».⁴⁷
Ήδη, όμως, στις Ιδιωτικές παραδόσεις της Στουτγάρδης* γίνεται λόγος για τον χωρισμό μεταξύ αγαθών και κακών, ο οποίος πρόκειται να υπερβαθεί:
«Η αμαρτία δεν είναι αιώνια· επομένως, ούτε και η συνέπειά της είναι αιώνια. Αυτή η τελευταία περίοδος μέσα στην έσχατη περίοδο είναι εκείνη της απολύτως τέλειας πραγμάτωσης —δηλαδή της πλήρους ενανθρώπησης του Θεού—, κατά την οποία το Άπειρο έχει καταστεί ολοκληρωτικά πεπερασμένο χωρίς καμία βλάβη της απειρότητάς του. Τότε ο Θεός είναι πραγματικά τὰ πάντα ἐν πᾶσι και ο πανθεϊσμός είναι αληθινός».⁴⁸
Οι θέσεις σχετικά με την προσωπική εσχατολογία, όπως διατυπώνονται στην Clara και στις Ιδιωτικές παραδόσεις της Στουτγάρδης, επανέρχονται στη Φιλοσοφία της Αποκαλύψεως, εμπλουτισμένες με νέα επιχειρήματα. Παραδείγματος χάριν, η θέση περί επιβίωσης ολόκληρου του ανθρώπου και όχι μόνο ενός από τα μέρη του δικαιολογείται από την ανάγκη να διασφαλιστεί η συνέχεια της ταυτότητας της συνειδήσεως.⁴⁹
Αναπτύσσεται επίσης περαιτέρω η ιδέα, η οποία υπήρχε ήδη στις Ιδιωτικές παραδόσεις της Στουτγάρδης,⁵⁰ ότι η ζωή του ανθρώπου μετά την αμαρτία διακρίνεται σε τρεις φάσεις.⁵¹ Η πρώτη είναι η φάση της παρούσας ζωής, μιας μονομερώς φυσικής ζωής. Η δεύτερη είναι η φάση της ζωής μετά τον θάνατο, μιας ζωής ακινησίας, κατά την οποία ο άνθρωπος είναι δεσμευμένος στον ίδιο του τον εαυτό· πρόκειται για μια μονομερώς πνευματική ζωή. Τέλος, ακολουθεί η φάση της αναστάσεως, κατά την οποία ο άνθρωπος ανακτά την ελεύθερη κίνηση και αποκτά μια πνευματικο-φυσική ζωή, μέσα στην οποία το φυσικό ανυψώνεται στο πνευματικό.
Υπό τις παρούσες συνθήκες, ο άνθρωπος διάγει ασφαλώς και μια πνευματική ζωή, η οποία όμως εξαρτάται ολοκληρωτικά από τη φυσική ζωή· αυτό είναι ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που θα έπρεπε να συμβαίνει: η πνευματική ζωή θα έπρεπε να είναι φανερή, ενώ η φυσική ζωή θα έπρεπε να παραμένει κρυμμένη. Τώρα οι δύο δυνάμεις, η φυσική και η πνευματική, έχουν καταστεί διαδοχικές και δεν συνδέονται μεταξύ τους σε ενότητα· γι’ αυτό, μετά τον θάνατο, ο άνθρωπος ζει σε μια μονομερώς πνευματική κατάσταση.
Είναι ενδιαφέρον το πώς ο Schelling υπογραμμίζει ότι ο θάνατος δεν αντιφάσκει προς την αθανασία, αλλά αποτελεί αναγκαία κατάσταση: «ο άνθρωπος πρέπει να πεθάνει ως προς τη φυσική ζωή», ώστε να μπορέσει να φανερωθεί η πνευματική ζωή.⁵² Η διαφορά μεταξύ της δεύτερης και της τρίτης φάσεως έγκειται στο γεγονός ότι στη δεύτερη χάνεται η ιδιαίτερη ζωή, ενώ στην τρίτη αποκαθίσταται και ενώνεται με την καθολική ζωή.⁵³
Για να ολοκληρωθεί η ανάλυση του εσχατολογικού θέματος στη μέση περίοδο του Schelling, πρέπει ακόμη να επισημανθεί ότι ούτε εδώ απουσιάζει, όπως και κατά την προηγούμενη περίοδο, η ιστορικο-καθολική διάσταση της εσχατολογίας· αυτό ισχύει ιδίως για τις Ιδιωτικές παραδόσεις της Στουτγάρδης και, ακόμη νωρίτερα, για τις Φιλοσοφικές έρευνες. Αντιθέτως, γίνεται αισθητή μια μεγαλύτερη σημασία της ιστορίας έναντι της φύσεως.⁵⁴ Από την άλλη πλευρά, όμως, εξακολουθεί να παραμένει η εντύπωση της προηγούμενης προσεγγίσεως, εφόσον είναι αληθές ότι πρόκειται για μια εσχατολογία η οποία δεν φαίνεται να προσθέτει τίποτε στην πρωτολογία· συνίσταται, δηλαδή, στην αποκατάσταση της θείας τάξεως, μεταθέτοντας το θεμέλιο στο υπόβαθρο.⁵⁵
Συνεχίζεται
Σημειώσεις:
24 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 9, σ. 32.
25 Στο ίδιο, σ. 36.
26 Στο ίδιο, σ. 98.
27 Πρβλ. στο ίδιο, σ. 99.
28 Πρβλ. στο ίδιο, σσ. 107 κ.ε.
29 Πρβλ. στο ίδιο, σ. 69.
30 Πρβλ. στο ίδιο, σ. 94.
31 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Die Weltalter: Fragmente, επιμ. M. Schröter, München 1946, σ. 151.
32 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 9, σσ. 51 κ.ε.
33 Στο ίδιο, σσ. 68 κ.ε.
34 Στο ίδιο, σ. 55.
35 Πρβλ. στο ίδιο, σσ. 58 κ.ε.
36 Πρβλ. στο ίδιο, σ. 54.
37 Στο ίδιο, σ. 56.
38 Στο ίδιο.
39 F.W.J. Schelling, Stuttgarter Privatvorlesungen, επιμ. M. Vetö, Torino 1973, σ. 196.
40 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 9, σ. 66.
41 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 7, σ. 477.
42 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 9, σ. 64.
43 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 14, σ. 207.
44 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 7, σ. 475.
45 Στο ίδιο.
46 Στο ίδιο, σ. 477.
47 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 14, σ. 207.
48 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 7, σ. 484.
49 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 14, σ. 206.
50 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 7, σ. 482.
51 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 14, σσ. 211 κ.ε.
52 Στο ίδιο, σ. 213.
53 Πρβλ. στο ίδιο, σσ. 214 κ.ε.
54 Θέση του X. Tilliette, Schelling. Biographie, μετάφραση από τα γαλλικά S. Schaper, Stuttgart 2004, σ. 181.
55 Πρβλ. T. Griffero, Oetinger e Schelling (σημ. 17), σ. 50
25 Στο ίδιο, σ. 36.
26 Στο ίδιο, σ. 98.
27 Πρβλ. στο ίδιο, σ. 99.
28 Πρβλ. στο ίδιο, σσ. 107 κ.ε.
29 Πρβλ. στο ίδιο, σ. 69.
30 Πρβλ. στο ίδιο, σ. 94.
31 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Die Weltalter: Fragmente, επιμ. M. Schröter, München 1946, σ. 151.
32 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 9, σσ. 51 κ.ε.
33 Στο ίδιο, σσ. 68 κ.ε.
34 Στο ίδιο, σ. 55.
35 Πρβλ. στο ίδιο, σσ. 58 κ.ε.
36 Πρβλ. στο ίδιο, σ. 54.
37 Στο ίδιο, σ. 56.
38 Στο ίδιο.
39 F.W.J. Schelling, Stuttgarter Privatvorlesungen, επιμ. M. Vetö, Torino 1973, σ. 196.
40 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 9, σ. 66.
41 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 7, σ. 477.
42 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 9, σ. 64.
43 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 14, σ. 207.
44 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 7, σ. 475.
45 Στο ίδιο.
46 Στο ίδιο, σ. 477.
47 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 14, σ. 207.
48 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 7, σ. 484.
49 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 14, σ. 206.
50 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 7, σ. 482.
51 Πρβλ. F.W.J. Schelling, Sämmtliche Werke (σημ. 3), τόμ. 14, σσ. 211 κ.ε.
52 Στο ίδιο, σ. 213.
53 Πρβλ. στο ίδιο, σσ. 214 κ.ε.
54 Θέση του X. Tilliette, Schelling. Biographie, μετάφραση από τα γαλλικά S. Schaper, Stuttgart 2004, σ. 181.
55 Πρβλ. T. Griffero, Oetinger e Schelling (σημ. 17), σ. 50
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου