▼
▼

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

Κεφάλαιο Α΄- Η ανακάλυψη της ρωσικής Ορθοδοξίας: η Δύση ως πρόβλημα 1

                                        

Κεφάλαιο Α΄- Η ανακάλυψη της ρωσικής Ορθοδοξίας: η Δύση ως πρόβλημα 1

Christos Yannaras: The Apophatic Horizon of Ontology,

Norman Russell, James Clarke & Co

https://www.jamesclarke.co/storage/extracts/christos-yannaras-ch1.pdf

1. Από τον ορθόδοξο πιετισμό στην ανακάλυψη του περσοναλισμού και της ρωσικής Ορθοδοξίας

Ο Χρήστος Γιανναράς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935. Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, όταν ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευσή του, εντάχθηκε στην ορθόδοξη θεολογική αδελφότητα «Ζωή», η οποία τότε ασκούσε εξαιρετικά μεγάλη επιρροή στην ελληνική κοινωνία. Μεταξύ των επιφανέστερων μελών της ήταν ο Παναγιώτης Τρεμπέλας, πολυγραφότατος καθηγητής Ορθόδοξης Δογματικής στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο Γιανναράς παρέμεινε μέλος της αδελφότητας σχεδόν δέκα χρόνια και έγινε ένα από τα δυναμικότερα νεότερα μέλη της.¹ Αποχώρησε μόνον ύστερα από μακρόχρονο εσωτερικό αγώνα, το 1964, και αφιερώθηκε για μερικά χρόνια σε φιλοσοφικές και θεολογικές σπουδές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, στη Βόννη και στο Παρίσι. Έτσι μπόρεσε να εκπονήσει διδακτορική διατριβή στη Φιλοσοφική Σχολή της Σορβόννης (1970).

Για αυτή τη δύσκολη περίοδο της ζωής του έχει μιλήσει σε ένα αυτοβιογραφικό έργο,² ίσως το γνωστότερο από τα βιβλία του, με τίτλο Καταφύγιο ιδεών. Σε αυτό το βιβλίο αποκαλύπτει την αργή αλλά αποφασιστική εσωτερική του μετάβαση από μια Ορθοδοξία ηθικιστική, ευσεβιστική και συναισθηματική —«πιετιστική», όπως θα την ονόμαζε αργότερα—, και συγχρόνως ορθολογιστική και πνευματικά περιορισμένη, σε μια Ορθοδοξία συνδεδεμένη με την ελευθερία και θεμελιωμένη στο πρόσωπο και στην πραγμάτωση της αλήθειας του προσώπου εν Χριστώ. Επρόκειτο για την ανακάλυψη του περσοναλισμού ως θεμελιώδους δομής της ορθόδοξης ανθρωπολογίας, μια ανακάλυψη στην οποία τον οδήγησε μια σωκρατική φυσιογνωμία, ο Δημήτριος Κουτρούμπης (1921–1983).³

Σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, αυτή η ανακάλυψη του περσοναλισμού άρχισε με τη μελέτη τριών συγγραφέων:⁴ του Nicolas Berdyaev, ελάχιστα έργα του οποίου είχαν μεταφραστεί τη δεκαετία του 1950· του Ελβετού χριστιανού ψυχιάτρου Paul Tournier, του οποίου το Le personnage et la personne μεταφράστηκε στα ελληνικά με τον τίτλο Το προσωπείον και η προσωπικότης⁵· και του Igor Caruso, του οποίου το έργο Psychanalyse und Synthese der Existenz μεταφράστηκε στα ελληνικά με τον τίτλο Ψυχανάλυσις και σύνθεσις της υπάρξεως. Τα δύο τελευταία έργα κυκλοφόρησαν στη γνωστή σειρά ψυχολογίας της «Ζωής», την οποία διηύθυνε ο Έλληνας ψυχίατρος Αριστοτέλης Α. Ασπιώτης (1910–1983).⁶ Στο αυτοβιογραφικό του έργο, ο Γιανναράς αναφέρει ότι τον εντυπωσίασε ιδιαίτερα ο Paul Tournier:


Αφομοίωσα το βιβλίο του Tournier διαβάζοντάς το ξανά και ξανά. Μέσα από τις σελίδες του αναδυόταν κάτι που μου φαινόταν πρωτίστως αληθινό και ουσιαστικό: η απόλυτη προτεραιότητα του ανθρώπινου προσώπου, όχι με αξιολογική ή ιδεολογική έννοια, αλλά ως προτεραιότητα της ζωής απέναντι σε κάθε σχηματοποίηση της ζωής —νόμους, αξίες, ηθικούς κώδικες—, απέναντι σε κάθε σχηματικό προσωπείο που, σαν τον χιτώνα του Νέσσου, εξαφανίζει το πραγματικό μας πρόσωπο.⁷

Τα λίγα που είχε διαβάσει από τον Berdyaev υπήρξαν ιδιαίτερα αποκαλυπτικά. Μέσω του Berdyaev, ο Γιανναράς εισήλθε σε έναν καινούργιο κόσμο, σε μια καινούργια αίσθηση της χριστιανικής πίστης. Είναι διαφωτιστική η σελίδα που αφιερώνει στην περιγραφή της επίδρασης του Berdyaev στην αντίληψή του για την Ορθοδοξία:

Τα τελευταία χρόνια πριν αποχωρήσω, ορισμένα αναγνώσματα είχαν αρχίσει να μου ανοίγουν αμυδρά τα μάτια σε μια διαφορετική θεώρηση της ζωής, σε μια αίσθηση της πραγματικότητας ξένη προς εκείνη που μου είχε επιβάλει η ιδεολογική μου στράτευση. Ουσιαστικά, ανακάλυψα τον Berdyaev. Λίγα από τα βιβλία του είχαν τότε μεταφραστεί στα ελληνικά.⁸ Ήταν όμως αρκετά για να έχουν πάνω μου αποκαλυπτική επίδραση. Εδώ υπήρχε ένας χριστιανός συγγραφέας, και μάλιστα ορθόδοξος, που στα γραπτά του δεν υπήρχε το παραμικρό ίχνος της θρησκευτικότητας την οποία είχα γνωρίσει και προσπαθούσα να ζήσω ως τη μόνη αυθεντική χριστιανική ζωή. Υπέβαλλε τον ηθικισμό σε συντριπτική κριτική, αποκάλυπτε τον ναρκισσιστικό χαρακτήρα μιας ατομικιστικής θρησκευτικότητας, χλεύαζε τη μετατροπή της πίστης σε νομική και ιδεολογική δομή, είχε την τόλμη να σεβαστεί την τραγική περιπέτεια της αθεΐας και υπερασπιζόταν την ελευθερία ως απόλυτη προϋπόθεση της σχέσης με τον Θεό.

Ο Berdyaev με μύησε στην πρώτη μου αίσθηση της διαφοράς ανάμεσα στον ανατολικό και στον δυτικό χριστιανισμό. Στο πανεπιστήμιο είχα διδαχθεί τις δογματικές διαφορές ή τις διαφορές στη διοίκηση και στη λειτουργική πράξη, αλλά ποτέ δεν είχα υποψιαστεί ποιες πραγματικότητες της ζωής αντιπροσώπευαν αυτές οι διαφορές. Ανακάλυψα με έκπληξη ότι τα στοιχεία αλλοίωσης και μεταβολής του χριστιανισμού, τα οποία ο Berdyaev εντόπιζε στη δυτική παράδοση και στιγμάτιζε αμείλικτα, ήταν τα ίδια που έβλεπα να κυριαρχούν και μέσα στο κίνημα της «Ζωής» και να βασανίζουν τη δική μας ζωή: μια εγωκεντρική αυτάρκεια, που τρεφόταν από τη μετατροπή των «αρετών» και της «ηθικής συνέπειας» σε είδωλα. Η αντικατάσταση της εμπειρίας από την ιδεολογική «βεβαιότητα» — η προτεραιότητα της απολογητικής, των λογικών «αποδείξεων», των δεδομένων «αυθεντιών» ως στηριγμάτων της αλήθειας. Ο σχιζοφρενικός δυϊσμός σώματος και ψυχής, ύλης και πνεύματος. Η υποτίμηση και απαξίωση του αισθητού, ο φόβος της αγάπης.⁹

Έτσι, μέσω του Berdyaev, ο Γιανναράς ανακάλυψε ότι ένα ορισμένο είδος Ορθοδοξίας και η Δύση είχαν κοινή πορεία, ενώ συγχρόνως απέκτησε μια αντίληψη για το τι ήταν η αληθινή Ορθοδοξία. Παρ’ όλες τις ιδιαιτερότητές του, ο Berdyaev τον έφερε σε επαφή με ορισμένα θέματα της θεολογίας της ρωσικής διασποράς, τα οποία την ίδια περίοδο άρχισε να του παρουσιάζει και ο Κουτρούμπης. Περνώντας από τα χέρια τέτοιων δασκάλων, ανακάλυψε κατόπιν τη θεολογία του Vladimir Lossky.¹⁰ Αφομοίωσε γρήγορα τις θεμελιώδεις θέσεις του, ιδίως την ερμηνεία του για τη διαφορά ανάμεσα στην ανατολική και τη λατινική παράδοση. Ήδη τον Ιούνιο του 1964 η εφημερίδα Καθημερινή δημοσίευσε άρθρο του με τίτλο «Λιμός επερχόμενος και η αδράνεια των συνειδήσεων»,¹¹ στο οποίο παρουσιάζονται με σαφήνεια οι θέσεις του Lossky, όπως τις είχε αφομοιώσει μέσω του Olivier Clément:

Υπό το φως αυτού του δόγματος [της Αγίας Τριάδας], η Ορθοδοξία ορίζει και περιγράφει τη φύση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος, πλασμένος «κατ’ εικόνα» του ομοούσιου και τρισυπόστατου Θεού, είναι και ο ίδιος ομοούσιος ως προς τη φύση και μυριυπόστατος ως προς τα πρόσωπα. Κάθε ανθρώπινο ον είναι ένα μοναδικό και ανεπανάληπτο πρόσωπο, αλλά όλα αυτά τα μοναδικά και ανεπανάληπτα πρόσωπα είναι ομοούσια — έχουν μία και την αυτή ουσία. Επομένως, ο άνθρωπος πραγματώνει τη δική του υπόσταση ως πρόσωπο μόνον όταν βρίσκεται σε κοινωνία αγάπης με όλα τα άλλα πρόσωπα.¹²

Αργότερα, το 1966, σε συζήτηση με τον Έλληνα διανοούμενο Άγγελο Τερζάκη στο περιοδικό Εποχές, ο Γιανναράς υιοθετεί ρητά την ιδέα του Lossky ότι το πρόσωπο είναι «λογικά απροσδιόριστο και παραμένει πάντοτε μοναδικό, ασύγκριτο και “ανόμοιο”».¹³

Αυτή η ιδέα του Lossky —η οποία, με κάποια μορφή, υπάρχει ήδη στον Berdyaev— στηρίζεται στη διάκριση ανάμεσα στη φύση και στο πρόσωπο του ανθρώπου. Για τον Lossky, πράγματι, το πρόσωπο δεν μπορεί να αναχθεί στη φύση, ενώ η φύση είναι εκείνο που το πρόσωπο έχει κοινό με τα άλλα ανθρώπινα όντα. Ο Γιανναράς υποδέχεται αυτή τη σκέψη και διατυπώνει ορισμένους από τους πρώτους ηθικούς του προβληματισμούς. Έτσι, ορίζει το κακό ως «εκείνο που βλάπτει το ανθρώπινο πρόσωπο, εκείνο που παγιδεύει την ουσία της καθολικής του υπόστασης, εκείνο που αφαιρεί τη μοναδικότητα και την “ανομοιότητα” του προσώπου, τη δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού ή, με άλλα λόγια, την ελευθερία του προσώπου απέναντι σε μια ομοιόμορφη “φύση”».¹⁴

Όπως γίνεται φανερό, αυτή η ανακάλυψη του περσοναλισμού είναι συγχρόνως η ανακάλυψη μιας διαφορετικής Ορθοδοξίας, μιας Ορθοδοξίας που διαφέρει και από τη Δύση. Σε αυτή τη φάση της σκέψης του Γιανναρά διαμορφώνεται γρήγορα και εδραιώνεται η ιδέα ότι η Ορθοδοξία και η προσωπική αντίληψη του ανθρώπου συνδέονται μεταξύ τους. Και τούτο ακριβώς επειδή —σύμφωνα με την οπτική του Lossky— η Ορθοδοξία γεννά τη θεολογική έννοια του προσώπου, ενώ, αντιστρόφως, η έννοια του προσώπου βρίσκει στη θεολογική της πηγή τη διασαφήνισή της και τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να πραγματωθεί πλήρως.

Πρόκειται ακόμη για μια πρώτη ανακάλυψη, νεανική και ενθουσιώδη, διαποτισμένη από μια συγκίνηση που εντείνεται από την αγωνία της αποχώρησης από τη «Ζωή». Εκείνο που εξακολουθεί να λείπει είναι η ανάλυση, η διανοητική επεξεργασία και η ανάδειξη της γονιμότητας αυτής της θεώρησης. Ωστόσο, ο θεμελιώδης ορίζοντας έχει ήδη καθοριστεί. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο νεαρός Γιανναράς στρέφει την προσοχή του στη ρωσική λογοτεχνία και μελετά σε βάθος τον Ντοστογιέφσκι. Από τον μεγάλο Ρώσο συγγραφέα αντλεί μια πρώτη ενιαία ερμηνεία της Δύσης και, σε συνάρτηση με αυτήν, μια συγκεκριμένη κατανόηση της αποστολής της Ορθοδοξίας.


2. Η κριτική του Ντοστογιέφσκι στη Δύση και η αποστολή της Ορθοδοξίας

ΓΙΑΤΙ Η ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΑ ΕΧΟΥΝ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ;

Σημειώσεις:

1. Ήταν η κινητήρια δύναμη ενός περιοδικού που απευθυνόταν σε νέους αναγνώστες, της Σκαπάνης, η οποία εκδιδόταν από τον Ιανουάριο του 1961 έως τον Δεκέμβριο του 1963. Μετά την αποχώρησή του από τη Σκαπάνη, συνέχισε με ένα παρόμοιο περιοδικό, ιδρύοντας το Σύνορο, που εκδιδόταν από το 1964 έως το 1967. Το τελευταίο τεύχος του, το υπ’ αριθμόν 41, αν και ήταν έτοιμο προς έκδοση, δεν κυκλοφόρησε εξαιτίας του πραξικοπήματος των συνταγματαρχών στις 21 Απριλίου 1967. Βλ. Σ. Ζουμπουλάκης, «Το “Σύνορο” και ο Χρήστος Γιανναράς: Η θεολογική πρόταση της αποηθικοποίησης του χριστιανισμού», στο Αναταράξεις στη μεταπολεμική θεολογία: Η “Θεολογία του ’60”, σσ. 315–326, εδώ σ. 316.

2. Χρήστος Γιανναράς, Καταφύγιο ιδεών: Μαρτυρία (Αθήνα: Δόμος, 1987).

3. Για τη μυθοποίηση του ρόλου του Κουτρούμπη, ο Ζουμπουλάκης διατυπώνει ορισμένες εύστοχες παρατηρήσεις. Βλ. «Το “Σύνορο” και ο Χρήστος Γιανναράς», σσ. 316–317, καθώς και σ. 355 (απάντηση σε αντιρρήσεις).

4. Κανένας από τους τρεις συγγραφείς δεν είναι Έλληνας. Τη δεκαετία του 1950 και στις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο περσοναλισμός κατείχε πράγματι πολύ περιθωριακή θέση στον ελληνικό χώρο. Πρβλ. Basilio Petrà, «Personalist Thought in Greece in the Twentieth Century: A First Tentative Synthesis», The Greek Orthodox Theological Review 50, τχ. 1–4 (2005), σσ. 2–48.

5. Γιανναράς, Καταφύγιο ιδεών, σσ. 257–258.

6. Ο Ασπιώτης υπήρξε επί πολλά χρόνια συντάκτης του περιοδικού Ακτίνες, οργάνου της Χριστιανικής Ένωσης Επιστημόνων, και ένας από τους σημαντικότερους φορείς διάδοσης της αντίληψης της ψυχολογίας ως ανθρωπιστικού επιστημονικού κλάδου στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ίδρυσε στην Αθήνα το Ινστιτούτο Ιατρικής Ψυχολογίας και Ψυχικής Υγιεινής και εγκαινίασε πολυάριθμες εκδοτικές σειρές και αυτοτελείς εκδόσεις, για να γνωρίσει στο ελληνικό κοινό τα πρόσφατα πορίσματα των επιστημών του ανθρώπου. Θέλοντας να ενθαρρύνει την υπέρβαση της επικρατούσας μηχανιστικής αντίληψης για τον άνθρωπο, παρουσίασε στους Έλληνες κείμενα συγγραφέων όπως οι V. Frankl, H. Baruk, K. Schneider, L. Binswanger, P. Lersch, G. Allport, I. Caruso κ.ά. Ιδιαίτερα προώθησε την ανάπτυξη της ιατρικής του προσώπου, υπό την καθοδήγηση και με τη συνεργασία του Paul Tournier.

7. Γιανναράς, Καταφύγιο ιδεών, σ. 258.

8. Στην πραγματικότητα, μέχρι το 1950 είχε μεταφραστεί μόνο ένα βιβλίο, το The Destiny of Man, με τον τίτλο Περί του προορισμού του ανθρώπου. Το 1952 ο μητροπολίτης Σάμου Ειρηναίος μετέφρασε το Spirit and Freedom.

9. Γιανναράς, Καταφύγιο ιδεών, σσ. 256–257.

10. Το γνωστό έργο του, Essai sur la théologie de l’Église d’Orient (1944), εκδόθηκε στα ελληνικά στη Θεσσαλονίκη το 1964. Ο Γιανναράς, ωστόσο, είχε ήδη κάποια γνώση της σκέψης του Lossky.

11. Το άρθρο ανατυπώθηκε αργότερα στο: Χρήστος Γιανναράς, Τίμιοι με την Ορθοδοξία: Νεοελληνικά θεολογικά δοκίμια (Αθήνα: Αστήρ, 1968), σσ. 17–22.

12. Χρήστος Γιανναράς, «Λιμός επερχόμενος και η αδράνεια των συνειδήσεων», στο Τίμιοι με την Ορθοδοξία, σ. 21.

13. Χρήστος Γιανναράς, «Για το πρόβλημα του κακού», Εποχές, τχ. 34 (Φεβρουάριος 1966), σσ. 115–119. Το άρθρο ανατυπώθηκε αργότερα στο Τίμιοι με την Ορθοδοξία, σσ. 133–146, εδώ σ. 135.

14. Στο ίδιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου