Από την ευλάβεια του Αγίου Γεωργίου Καρσλίδη, στην βλάβη των σημερινών Χριστιανών

 

Γράφει ο Χρήστος Βλαμάκης

Δεν μπορεί να μην έχει προβληματίσει έναν κανονικό ορθόδοξο Χριστιανό το σημερινό κατάντημα της μασκοφορίας εντός του ιερού ναού.

Ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα που έχουν προκύψει όμως, ως αποτέλεσμα της μασκοφορίας, αν και δεν είναι το μόνο – είναι ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ -, είναι το πως ένας άνθρωπος πιστός μεταλαμβάνει και έπειτα φοράει ξανά την μάσκα του!

Πιστεύω, πως αν οι παλαιοί Χριστιανοί έβλεπαν τα σημερινά, θα έπαιρναν μορφή σχεδόν ….Φινεές! Θα έφριτταν με την σημερινή βλασφημία και ανευλάβεια.

Για να καταλάβετε το κατάντημα το σημερινό – σε σύγκριση με την ευλάβεια των αγίων, δείτε απλώς τι έλεγε ο άγιος Γεώργιος Καρσλίδης πριν 65-70 χρόνια.

Τρεις ημέρες μετά την (Θεία) Κοινωνία θα πρέπει να μη βάζουμε διάφορα αντικείμενα στο στόμα μας. Κι αν βάζουμε, να τα καίμε. (Γ. Κ. Χατζόπουλου – Θαύματα και προφητείες του Οσίου Πατρός Γεωργίου Καρσλίδη, “Εκδόσεις Νάμα”, σελ. 146)

Τι θα έλεγαν οι σημερινοί Χριστιανοί γι’ αυτά; Σίγουρα θα τους φαινόντουσαν τρελά αυτά που έλεγε ο μέγας αυτός ο άγιος. Και δεν τους φαίνεται τρελό που φτάσαμε στο σημείο (Θεέ μου, συγχώρεσε μας)  ο σημερινός ψευτοχριστιανός να φοράει μάσκα έπειτα από την Θεία Κοινωνία και έπειτα να την πετάει (την μάσκα που σχεδόν αντικατέστησε το …μάκτρο) στα σκουπίδια.

ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑΣ ΣΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ.

Καταλαβαίνετε το μέγεθος της βλασφημίας;

Τι να μας κάνει ο Θεός μετά, τι να μας κάνει;

Ας συνέλθουμε γιατί θα ανοίξει η Γη να μας καταπιεί σαν τον Δαθάν και τον Αβειρών!  Αν και εμείς καταντήσαμε όχι σαν τον Δαθάν και τον Αβειρών, αλλά χειρότεροι και από την εποχή του Νώε και του Λωτ.

Χανιά Κρήτης, 25/2/2021

 πηγή

ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ: Από την ευλάβεια του Αγίου Γεωργίου Καρσλίδη, στην βλάβη των σημερινών Χριστιανών (trelogiannis.blogspot.com)

Η ΑΠΟΚΡΥΦΗ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ (NEW LEFT)

γράφει ο Θεόδωρος Λάσκαρης

   
Το περιοδικό της Νέας Αριστεράς στις ΗΠΑ (1967)
Με τον όρο Νέα Αριστερά χαρακτηρίστηκαν διάφορα ριζοσπαστικά αριστερόστροφα κινήματα που αναπτύχθηκαν στην Αμερική και την Ευρώπη κατά τη δεκαετία του 1960, και είχαν, ως φαινομενική θεωρητική βάση, μία κριτική ερμηνεία του Μαρξισμού και της πάλης των τάξεων, δηλαδή αυτού που αποκαλούσαν παλαιο-κομμουνισμό, καθώς και την απόρριψη του αστικού και μαρξιστικού ορθολογισμού. Έδειξαν επίσης μία ιδιαίτερη προτίμηση στις παραβατικές κοινότητες και το Λούμπεν προλεταριάτο. Είναι γενικά αποδεκτό ότι ουσιαστικό ρόλο στην τελική διαμόρφωση της πολιτικοκοινωνικής φιλοσοφίας της Νέας Αριστεράς έπαιξε η Σχολή της Φραγκφούρτης και ιδιαίτερα ο Μαρκούζε. Ταυτόχρονα, αυτό το κίνημα  χρησιμοποιήθηκε  και από την CIA για να μειώσει την δύναμη των φιλοσοβιετικών κομμάτων. (Να μην ξεχνάμε ότι ο Μαρκούζε εργάστηκε στην CIA.)

Από τον πυρήνα της Νέας Αριστεράς ξεπήδησαν λοιπόν όλα εκείνα τα κινήματα που με τον ένα ή άλλο τρόπο διαμόρφωσαν το πολιτικό, κοινωνικό και πολιτιστικό πνεύμα της Ευρώπης μετά το 1960: Ο Μάιος του 68, τα κόμματα των πρασίνων, καθώς και οι διάφορες πολιτικές δυνάμεις της λεγόμενης «ριζοσπαστικής αριστεράς». Αφού λοιπόν η Νέα Αριστερά πατροναρίστηκε από την Σχολή της Φραγκφούρτης σημαίνει ότι αποτέλεσε το μακρύ χέρι αυτής της Σχολής, για τον ιουδαϊκό-γνωστικό χαρακτήρα της οποίας, έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενα άρθρα. Επειδή όμως ορισμένοι αναλυτές επιμένουν ακόμη  να ερμηνεύουν την Νέα Αριστερά και τη Σχολή της Φραγκφούρτης με απλούς πολιτικούς και κοινωνιολογικούς όρους, αποκρύπτοντας έτσι την πραγματική φύση αυτών των κινημάτων, αποφασίσαμε ότι θα ήταν χρήσιμο να δούμε πως χαρακτηρίζεται η προαναφερθείσα Σχολή, από κάποιους που, λόγω καταγωγής και θέσης, γνωρίζουν τα πράγματα πολύ καλά:

«Η Σχολή της Φρανκφούρτης ήταν μία από τις πιο αξιοσημείωτες Ιουδαϊκές σέκτες της  Γερμανίας.» Gershom Scholem, From Berlin  to Jerusalem. (Ο GScholem διετέλεσε πρόεδρος της Ακαδημίας Επιστήμων του Ισραήλ.)
           
«Από την σημερινή προοπτική, το έργο των στοχαστών της Σχολής της Φρανκφούρτης μπορεί να θεωρηθεί η τελευταία μεγάλη σύγχρονη προσπάθεια για να προσφερθεί υπερβατικότητα, νόημα και θρησκευτικότητα, μάλλον παρά "χειραφέτηση" και "αλήθεια". Στην πρώτη φάση του έργου τους, μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ο Theodor W. Adorno και ο Max Horkheimer διασύνδεσαν τους στόχους της κριτικής θεωρίας με το μαρξιστικό επαναστατικό έργο. Η εξέλιξη της σκέψης τους, τους οδήγησε να επικρίνουν τον ορθόδοξο μαρξισμό και τελείωσε με  μία πλήρη ρήξη με αυτή την παράδοση, καθώς ανέπτυξαν μία αναζήτηση για μία θρησκευτικότητα ενός μοναδικού είδους, που συνδέονταν με την Γνωστική παράδοση και προέρχονταν, σε έναν ορισμένο βαθμό, από τον Ιουδαϊσμό. Αυτή η θρησκευτικότητα προσφέρει μία αναδιατυπωμένη αρνητική θεολογία, εντός του πλαισίου αυτού που εγώ αποκαλώ "Διασπορική φιλοσοφία"....» (ILAN GUR-ZE'EV, Faculty of Education, University of  HaifaAdorno and Horkheimer: Diasporic philosophy, Negative Theology, and counter-education.)

Το γνωστικό "κόκκινο βιβλίο" του C.Jung
      Μετά από όλα αυτά, υπάρχει ακόμη κάποιος που να αμφισβητεί την πραγματική φύση των γεγονότων της δεκαετίας του '60 και τη μυστική προέλευση του φαινομένου της Νέας Αριστεράς; Πότε επιτέλους οι διάφοροι διανοούμενοι της αριστεράς, θα πάψουν να ασχολούνται με μπουρδολογίες και θα αναγνωρίσουν ότι η επανάσταση του '60 ήταν μία αιρετική θρησκευτική επανάσταση και ότι, η μετανεωτερικότητα σηματοδοτήθηκε από την πολύχρωμη, πολυδιάστατη και έντεχνα καμουφλαρισμένη επανεμφάνιση του ιουδαϊκού γνωστικού-παραβατικού πνεύματος;

Είναι τραγικό το γεγονός, ότι σε άλλες χώρες οι ερευνητές γνωρίζουν αυτά τα θέματα. Για παράδειγμα στην Γαλλία, ήδη το 1988 η εφημερίδα Le Monde έγραφε: «Ο Μάιος του 1968» δεν ήταν παρά μορφή μεσσιανικής κλήσης –  απόηχος του ιουδαϊκού μεσσιανισμού. Αυτή είναι η άποψη που αναπτύχθηκε από όσους συμμετείχαν στο συνέδριο που διοργάνωσε το περιοδικό Passage, την Πέμπτη, 7 Ιουλίου, στο Παρίσι, με θέμα: «Μάιος 1968: Μια ιουδαϊκή επανάσταση;», στην Ελλάδα οι πανεπιστημιακοί και λοιποί διανοητές, ΚΟΙΜΟΥΝΤΑΙ ΤΟΝ ΥΠΝΟ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ.

Η αναίρεση του «δόγματος της αναλογίας του όντος» με βάση τα συγγράμματα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (3)

 Συνέχεια από: Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2021

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΜΗΜΑ: ΠΟΙΜΑΝΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

π. Χρίστος Μαλάης

Η αναίρεση του «δόγματος της αναλογίας του όντος» με βάση τα συγγράμματα του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά


ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΗ ΔΙΑΤΡΙΒΗ
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2011

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Η ελληνική αναλογία και το «δόγμα της αναλογίας του όντος»
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α
Η αναλογία στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία

1.1.1 Η αναλογία στους προσωκρατικούς
Η αναλογία χρησιμοποιήθηκε από τους προσωκρατικούς φιλοσόφους ως τρόπος σύγκρισης ανάμεσα σε δύο ή περισσότερα πράγματα, τα οποία δεν είναι ούτε εντελώς όμοια ούτε εντελώς ανόμοια μεταξύ τους1. Με βάση την ύπαρξη ορισμένων ομοιοτήτων ανάμεσα στα συγκρινόμενα πράγματα, οι προσωκρατικοί καταλήγουν στην υπόθεση ότι υφίστανται και άλλες ομοιότητες μεταξύ τους2. Η αναλογία στους προσωκρατικούς είναι δυνατό να οριστεί γενικότερα ως λογική μέθοδος εξαγωγής συμπερασμάτων, η οποία χρησιμοποιείται προκειμένου να εξηγηθούν με επιστημονικό τρόπο τα φυσικά φαινόμενα, οι νόμοι και οι βαθύτερες αρχές του κόσμου3. Κατά τη λογική αυτή διαδικασία, ωστόσο, η σύνδεση ανάμεσα στο γνωστό και στον άγνωστο όρο της σύγκρισης δε στηρίζεται σε κάποια ομοιότητα μεταξύ τους, η οποία μπορεί να επαληθευτεί επιστημονικά4. Για παράδειγμα η αναλογία ανάμεσα στο φύλλο και στη γη, στην οποία βασίστηκε ο Αναξιμένης για να υποστηρίξει ότι η γη αιωρείται μέσα στο διάστημα5, στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η γη είναι επίπεδη, καθώς και ότι όλος ο χώρος γύρω από τη γη καλύπτεται από αέρα. Οι προσωκρατικοί δεν εξετάζουν πάντοτε την επιστημονική εγκυρότητα των κοινών πεποιθήσεων, πράγμα το οποίο καθιστά τις αναλογίες τους επιστημονικά μη-επαληθεύσιμες. Μειώνεται κατ’ αυτό τον τρόπο ο αντικειμενικός χαρακτήρας των συμπερασμάτων τους, και επικυρώνεται έμμεσα η γενίκευση και η υποκειμενική αντίληψη για τα πράγματα6. Αυτό φαίνεται καλύτερα στις περιπτώσεις που ο φιλόσοφος εξετάζει φαινόμενα πολύ απομακρυσμένα από την αισθητηριακή εμπειρία και μη υποκείμενα στον έλεγχο του κοινού νου. Ο Αναξιμένης, για παράδειγμα, υποστήριξε ότι σε όλα τα όντα υπόκειται ως κοινή ουσία ο αέρας, ο οποίος αναλόγως προς την πυκνότητά του μετασχηματίζεται σε νερό, γη, φωτιά ή άλλο πράγμα με συγκεκριμένες ιδιότητες7. Η αναλογία στην περίπτωση αυτή δεν αποτελεί λογική μέθοδο εξαγωγής συμπερασμάτων, γιατί δε στηρίζεται σε κάποιο γεγονός επιστημονικά αποδεδειγμένο, αλλά στην υποκειμενική κρίση του φιλοσόφου και στην ικανότητά του να βγάζει συμπεράσματα με τρόπο μη-ορθολογικό και διαισθητικό8. Η μη-ορθολογική χρήση της αναλογίας συμβαίνει κατά κανόνα στις περιπτώσεις όπου εξετάζονται ζητήματα μεταφυσικά και θεολογικά. Με αυτό τον τρόπο, η αναλογία χρησιμοποιήθηκε από τον Ξενοφάνη, για την απόδειξη του σωστού τρόπου σκέψης σχετικά με το θεϊκό στοιχείο το οποίο διέπει τον κόσμο9. Ο Ξενοφάνης, ενώ απορρίπτει την κατ’ αναλογία απόδοση ανθρωπομορφικών χαρακτηριστικών στους θεούς10, αποδέχεται την κατ’ αναλογία απόδοση χαρακτηριστικών τα οποία προσιδιάζουν στο ανθρώπινο πνεύμα και στα νοερά του ιδιώματα11. Με βάση την αναλογία ανάμεσα στο θείο και στο ανθρώπινο πνεύμα, ο Ξενοφάνης δικαιολογεί την αξίωσή του να περιγράψει την πραγματική φύση του θεού και γιατί είναι λανθασμένη η απόδοση ανθρωπομορφικών χαρακτηριστικών σ’ αυτόν.

Οι πυθαγόρειοι βασίστηκαν στην αναλογία, για να περιγράψουν τη μαθηματική θεωρία τους για τους αριθμούς12. Ο συνδυασμός της μονάδας με τη δυάδα σχηματίζει την τριάδα και την τετράδα· η αναλογία των τεσσάρων αυτών μεταξύ τους σχηματίζει τη δεκάδα, η οποία αποτελεί την ολότητα των αριθμών και την πηγή της αιώνιας φύσης13. Η αναλογία στην περίπτωση αυτή μπορεί να χαρακτηριστεί ως «μη-ορθολογική», διότι δεν αποδεικνύεται συλλογιστικά, αλλά υποδηλώνει την αρμονία, το συνδυασμό και την αντιστοιχία ανάμεσα στους αριθμούς. Η δομή του αισθητού σύμπαντος, σύμφωνα με τους πυθαγόρειους, είναι ένα συνολικό πλέγμα αριθμητικών αναλογιών, κατά μίμηση14 του νοητού κόσμου των αιωνίων ουσιών15. Η αναλογία έτσι, δεν αποτελεί απλά μία ποσοτική- ορθολογική σχέση ανάμεσα στους αριθμούς, αλλά επιπλέον μία υπερ-αισθητηριακή αντιστοιχία ανάμεσα στα αισθητά και στα νοητά όντα, εξαιτίας της μίμησης των αισθητών προς τα νοητά16. Με βάση τη «μη-ορθολογική» και «υπερ-αισθητηριακή» αναλογία ανάμεσα στα αισθητά και στα νοητά όντα, οι πυθαγόρειοι μελέτησαν από απόψεως αριθμητικών σχέσεων τα ακουστικά φαινόμενα και υποστήριξαν ότι οι σχέσεις των μουσικών τόνων και αρμονιών εκφράζονται με μεγάλη ακρίβεια αριθμητικά17. Η αναλογία των πυθαγορείων αποτελεί έτσι ένα ποσοτικά μη ακριβή, αλλά ωστόσο επιστημονικά εξακριβώσιμο σύνδεσμο, ανάμεσα στην αρμονία που διέπει τον κόσμο και στους μαθηματικούς τύπους τους οποίους εντοπίζει ο ανθρώπινoς λόγος μέσα στη φύση18.

Ο όρος αναλογία19 χρησιμοποιείται για πρώτη φορά στην ελληνική φιλοσοφία από τον πυθαγόρειο Αρχύτα, για να δηλώσει το μέσο όρο μίας αριθμητικής σειράς και το δεύτερο όρο μίας αναλογικότητας η οποία συνίσταται μόνο από τρεις όρους20. Με βάση τη θεωρία ότι οι αριθμοί εκφράζουν τη βαθύτερη ουσία των όντων, ο Αρχύτας χρησιμοποίησε την αναλογία για να εκλογικεύσει ακόμα πιο πολύ την πυθαγόρεια πεποίθηση ότι η μουσική μπορεί να θεμελιωθεί πάνω στα μαθηματικά. Ειδικότερα, ο Αρχύτας υποστήριξε ότι υπάρχουν τρία είδη αναλογιών στη μουσική: η αριθμητική, η γεωμετρική και η αρμονική21.

Η χρήση της αναλογίας στα μαθηματικά, τη μετατρέπει από μέθοδο έρευνας των φυσικών φαινομένων σε θεωρητική αρχή συσχετισμού και αντιστοιχίας ανάμεσα στους αριθμούς. Από τους πυθαγόρειους και μετά, παρατηρείται έτσι μία μετατόπιση στη χρήση της αναλογίας από τις φυσικές επιστήμες στα μαθηματικά και στη λογική. Διαμέσου των μαθηματικών, τα οποία για τους πυθαγόρειους αποτελούν τη γέφυρα ανάμεσα στα αισθητά και στα αιώνια όντα, η αναλογία χρησιμοποιείται και στη σφαίρα της μεταφυσικής για την ερμηνεία των πρώτων αρχών που διέπουν τους αριθμούς22. Στις περιπτώσεις που εξετάζονται ζητήματα μεταφυσικά και θεολογικά, η μέθοδος της αναλογίας δε χάνει εντελώς τον επιστημονικό της χαρακτήρα, παρά το γεγονός ότι απομακρύνεται από τον αρχικό χώρο εφαρμογής της. Αντίθετα, στηρίζεται σε μία νέα, πιο διευρυμένη λογική η οποία φιλοδοξεί να εξηγήσει την πραγματικότητα πιο σφαιρικά, από τη σκοπιά της καθολικότητας των αρχών που καθορίζουν την προσωκρατική φιλοσοφία εν γένει. 

Συμπερασματικά, διαπιστώνουμε ότι η έννοια της αναλογίας στους προσωκρατικούς αποτελεί:
1) Γνωσιολογική αρχή η οποία χρησιμοποιείται για την έρευνα και την ερμηνεία των φυσικών φαινομένων.
2) Λογική αρχή η οποία χρησιμοποιείται για την εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων.
3) Μαθηματική αρχή η οποία χρησιμοποιείται για το συσχετισμό και την αντιστοιχία των αριθμών μεταξύ τους.
4) Μεταφυσική αρχή η οποία χρησιμοποιείται για την ερμηνεία των πρώτων αρχών που διέπουν τους αριθμούς.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Άννα Λάζου - ΑΝΘΡΩΠΟΣ, Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ (6)

 Συνέχεια από Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2021

ii.vii Karl Marx: Το αντιπαράδειγμα στον ιδεαλιστικό δημιουργό


Αντίθετο παράδειγμα ανθρώπου – δημιουργού, με έμφαση στις έννοιες της εργασίας και της δραστηριότητας, προκύπτει από την κριτική της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας από τον Karl Marx στα μέσα του 19ου αιώνα, στο έργο του οποίου και θα αναφερθούμε σε συντομία παρακάτω: στο πρώιμο έργο του ο Marx οριοθετεί τη δραστηριότητα ως το κατ’ εξοχήν ειδοποιό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης, αλλά συνδέει την έννοια αυτή, προκειμένου να αντιπαρατεθεί στην προηγηθείσα ιδεαλιστική σκέψη που πρόβαλε την πνευματική διάσταση της δραστηριότητας, στην παραγωγική εργασία για την εξασφάλιση της επιβίωσης και κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών του ανθρώπινου είδους57. Μελετώντας και αναλύοντας ο Marx τους νόμους που διέπουν την παραγωγική εργασία στο πλαίσιο του αστικού οικονομικού συστήματος, εφαρμόζοντας δηλαδή τις αρχές μιας επιστήμης της εποχής του, της πολιτικής οικονομίας, επινοεί νέες μεθόδους, αλλά επαναπροσδιορίζει το έργο της φιλοσοφίας, ακόμη και αρνούμενος την πρότερη ιδεαλιστική μεταφυσική και υποσχόμενος μια ηθική απελευθέρωσης διαφορετικής από την εγελιανή προοδευτική ιστορική απελευθέρωση της συνείδησης, σε απελευθέρωση από την αλλοτρίωση της εργασίας στο αστικό σύστημα ιδιοκτησίας. Το έργο της φιλοσοφίας αντικαθίσταται από την θετική επιστήμη που εξηγεί και προκαθορίζει τις νομοτέλειες της πραγματικής απελευθέρωσης του ανθρώπου στο πλαίσιο της τάξης των προλετάριων, των υφιστάμενων δηλαδή την εκμετάλλευση εργατών. Η απελευθέρωση επιτυγχάνεται μονάχα με οικειοποίηση και έλεγχο των παραγωγικών δυνάμεων από την τάξη των υφιστάμενων την εκμετάλλευση, δηλαδή με έλεγχο του μέσου που ευθύνεται και για την υποδούλωση και αλλοτρίωσή τους.58

Ως προς την ίδια την έννοια του ανθρώπου, αυτή επηρεάζεται δραστικά –ως προς το περιεχόμενό της - και στη μαρξική ανθρωπολογία ορίζεται πλέον από τις ανάγκες του ανθρώπου ως φυσικού είδους σε σύγκριση και αντιπαραβολή με τα φυτά και τα ζώα. Αυτήν την ξεχωριστή ειδοποιό διαφορά του ανθρώπου από τα ζώα ο Marx την ταυτίζει με την συνειδητή δραστηριότητα, όχι ως αυτοσυνείδηση, θρησκεία, φιλοσοφία και τα παρόμοια, αλλά ως παραγωγική εργασία για την εξασφάλιση των μέσων επιβίωσής τους59. Στην διαδικασία εκδίπλωσης της δραστηριότητάς του ο άνθρωπος βρίσκεται σε μια σχέση αντιθετική με τη φύση, αυτή η δεύτερη αποτελεί μια πραγματικότητα εξωτερική προς αυτόν, υπάρχει ανεξάρτητα – ή αντικειμενικά – από τη δική του ουσία και ύπαρξη. Η κοινωνία εξελίσσεται από πρωιμότερες σε συνθετότερες δομές ανάλογα με το πώς ο άνθρωπος και ο πολιτισμός του αντιμετωπίζουν τη φύση - μια δύναμη ξένη και ενάντια σε αυτόν, σε μια σχέση αντιπαλότητας και καθαρά ζωικού και επιβιωτικού χαρακτήρα μεταξύ τους. Ο πρωτόγονος άνθρωπος - πέρα από την ταφή των νεκρών και κάποια αντίστοιχα λατρευτικά έθιμα - δεν εκδήλωνε μορφές δημιουργικότητας, που σήμερα θεωρούμε τυπικά χαρακτηριστικές της ανθρώπινης ουσίας, κυρίως παρουσιάζεται ως κατασκευαστής εργαλείων60. Αλλά και η συνείδηση ως ανώτατη μορφή εκδήλωσης του εξελιγμένου ανθρώπου εξηγείται στο πλαίσιο της μαρξικής σκέψης ως μίμηση και καθρέφτισμα της πραγματικότητας, του κόσμου δηλαδή των ενστίκτων για επιβίωση και αναπαραγωγή.61

Η ικανότητα του ανθρώπου να δημιουργεί «παραγωγικές δυνάμεις», γεγονότα και έργα – όπως εργαλεία στην προϊστορία του – που συνιστούν μια συγκεκριμένη ιστορική μορφή πολιτισμού που επανακαθορίζει τις ατομικές συμπεριφορές και πράξεις, είναι το πρωτεύον εδώ. Οι καλλιτεχνικές πράξεις, η φιλοσοφία και τα λοιπά αιθέρια ανθρώπινα δημιουργήματα υποβαθμίζονται σε συμπτώματα της κύριας οικονομοπολιτικής βάσης των σχέσεων παραγωγής. Παραπέρα, τα δημιουργήματα του ανθρώπινου πολιτισμού συνδέονται με την ουσιαστική οικονομική οργάνωση της κοινωνίας στην συγκεκριμένη ιστορική βαθμίδα, με βάση την θεωρία του Marx για την αλλοτρίωση, την κριτική του δηλαδή για τον χωρισμό ουσίας και αληθινής ύπαρξης στο πλαίσιο των οικονομικών σχέσεων που πλαισιώνουν τη βασική δομή της ατομικής ιδιοκτησίας: έτσι κάποιες μορφές πολιτικής, θρησκείας, τέχνης, εξηγούνται από την απομάκρυνση – αποξένωση του ανθρώπου από την ουσία του. Μάλιστα, η σύλληψη της θεωρίας αυτής έχει φιλοσοφική αφετηρία στην εγελιανή σκέψη – ως ειρωνική στάση του Marx προς την ιδεαλιστική αφαίρεση, την οποία καταλογίζει επικριτικά στην εγελιανή φιλοσοφία του πνεύματος. Η παραγωγική ζωή, η μόνη αληθινή ζωή του ανθρώπινου είδους, προαναγγέλλει και τον μοναδικό πραγματικό τρόπο που υποδεικνύει ο Marx ως δυνατότητα υπέρβασης της αλλοτρίωσης, με την προοπτική ιστορικής πραγμάτωσης ενός μελλοντικού κοινωνικού συστήματος ακύρωσης κάθε μορφής ιδιωτικής περιουσίας κι έτσι επιστροφής «του ανθρώπου της θρησκείας, της οικογένειας, του κράτους κ.λπ. στην αληθινή ανθρώπινη ύπαρξή του», σαν η «αληθινή λύση της σύγκρουσης ανάμεσα στην ουσία και την ύπαρξη»62. Η θεωρία του Marx – ακόμη και σε αυτά τα πρώιμα κείμενά του, πριν το 1845 – έχει σημαντικό αντίκτυπο στο περιεχόμενο της έννοιας της δημιουργίας: ο κόσμος – αντίθετα με την κοσμογένεση του Τιμαίου και τη θρησκευτική παράδοση του θεού δημιουργού – μπορεί να θεωρείται πλέον προϊόν των ανθρώπινων παραγωγικών δυνάμεων σε διαφορετικά στάδια της εξέλιξής τους. Ενώ στην προηγηθείσα εγελιανή ανθρωπολογία θεμελιώνεται η αδήριτη αναγκαιότητα της ελευθερίας στην αυτοπραγμάτωση της ανθρώπινης συνείδησης, ως ιδέα και πνεύμα, ο «αλλοτριωμένος» άνθρωπος του Marx, προετοιμάζεται κατάλληλα από την ιδεαλιστική σκέψη, για να «δει» την απελευθέρωσή του μέσα στην ανατροπή των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών της παραγωγικής του εργασίας – της υλικοπρακτικής του δηλαδή σχέσης με τη φύση. Ο ορθολογικός σχεδιασμός της οικονομίας μπορεί να θεωρηθεί ρυθμιστής και απώτερο σημείο αναφοράς της ατομικής πράξης και ατομικής δημιουργικής δραστηριότητας. Άτομο και συλλογική πράξη, ψυχολογικό υποκείμενο και κοινωνία γίνονται έτσι τα βασικά εννοιολογικά εργαλεία μιας κοινωνιολογικής προσέγγισης της δημιουργικότητας. 

Η βιομηχανία δε που αποτελεί το αντιπροσωπευτικό δομικό στοιχείο και μοχλό εξέλιξης του μαρξικού κοινωνικοοικονομικού παραδείγματος, αποκαλείται «θεμέλιο του αισθητού κόσμου», η εξωτερίκευση των ουσιωδών δυνάμεων του ανθρώπου» 63. Η βιομηχανία, εκτός από το ότι υπηρετεί την ιδέα της υλικής, αισθητής, απτής, αντικειμενικής πραγματικότητας, αποκτά ψυχολογική σημασία στη νεανική μαρξική ανθρωπολογία, αντικαθιστώντας τη σπουδαιότητα της πνευματικής ουσίας που κυριαρχεί στην προ του Marx μεταφυσική64: στην βιομηχανία αποκαλύπτονται τόσο η «ουσία» του ανθρώπου όσο και οι αληθινές δυνάμεις της. Έτσι, λόγω αυτής της ταυτότητάς της, αίρεται η διάσταση μεταξύ των πεδίων της πραγματικής ιστορίας – οικονομίας, τεχνολογίας, πολιτικής – και της ιδιωτικής ζωής ή εσωτερικής ύπαρξης των ανθρώπων, η βιομηχανία αποκαλείται ανοιχτό βιβλίο των ουσιωδών δυνάμεων του ανθρώπου, η ανθρώπινη ψυχολογία θεωρείται υλικά αισθητή.65

Στο ύστερο έργο του όμως, και συγκεκριμένα, στο Κεφάλαιο, ο Marx υποβάλλει την εργασία σε αρνητική κριτική, δίνοντας χώρο στην ανθρώπινη απελευθέρωση μέσω της δραστηριότητας και πέρα από την παραγωγική εργασία. Ο άνθρωπος της εργασίας των νεανικών έργων θεωρείται πλέον στο πλαίσιο των αναλύσεων του Κεφαλαίου, άθυρμα μιας «αναγκαιότητας», εξωτερικής και ξένης προς τον άνθρωπο.

Η κριτική που ασκήθηκε αργότερα προς την μαρξική κριτική της κλασικής ανθρωπολογίας αποκαλύπτει με τη σειρά της ότι ο κοινωνικός μονιστικός ντετερμινισμός του Marx διατηρεί την ίδια «αφηρημένη λατρεία» που είχε η κλασική μεταφυσική, αλλά αυτήν τη φορά με πρόσδεση στην έννοια των «παραγωγικών δυνάμεων», στη θέση της ανθρώπινης ουσίας. Η κριτική αυτή που ασκήθηκε (από στοχαστές όπως οι Κώστας Παπαϊωάννου, Κορνήλιος Καστοριάδης, νέοι μαρξιστές της κριτικής σχολής της Φρανκφούρτης, Παναγιώτης Κονδύλης κ.ά.), τόσο στους φιλοσόφους του 19ου αιώνα όσο και στον ίδιο το Marx, στηρίχθηκε σε μια ιστορικοκριτική μέθοδο, με παράθεση και αντιπαραβολή κειμένων διαφορετικών θεωριών και το συγκριτικό συσχετισμό τους με την ιστορική πραγματικότητα.

Ενώ ο Marx έβλεπε τη σφαίρα της δημιουργικότητας σε συνάρτηση με την οικονομική δομή της κοινωνίας υπηρετώντας έναν «οικονομικό μονισμό», όπως έχει χαρακτηρισθεί, εν τούτοις δεν αποδρά ολοκληρωτικά από τον ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό της νεανικής του σκέψης επιτρέποντας – ως σύνθεση των νεανικών και ώριμων αντιλήψεών του – να αναχθεί η εργασία σε κύριο πρότυπο ανθρώπινης πράξης και γενικά δραστηριότητας και να συνδεθεί η έννοια του hominis faber (κατασκευαστή εργαλείων) με αυτήν του hominis artifex (δημιουργoύ έργων τέχνης): η στάση του Marx ως προς τη μελέτη του ανθρώπου και την φιλοσοφική της προσέγγιση, αλλά και η εξέλιξή της στο ύστερο έργο του, μαρτυρεί τόσο την ανθρωπολογική αλλά και την ανθρωποκεντρική προοπτική του, ακόμα και με την αρνητική χροιά που αποδίδει τουλάχιστον στα στοιχεία εκείνα που συνταυτίζει με την ιδεολογία. Είναι δε σημαντική, γιατί προβάλλει μια έννοια πρακτικής δραστηριότητας αποσπασμένη από την πνευματική υπόσταση, με την οποία την επιφόρτισαν οι ιδεαλιστές και μάλιστα την ανάγει σε πηγή πρωταρχικής γνωσιακής αλήθειας και ηθικής αξίας. Είτε με την απελευθερωτική της διάσταση στο πρώιμο έργο είτε ως δυναστευτική της ανθρώπινης ουσίας εργασία, η δημιουργική δραστηριότητα κατά τη μαρξική αντίληψη, αναδεικνύεται σε ιδεολογικό μέσο για την κριτική ορισμένων σφαιρών του πολιτισμού, που πρότερα εθεωρούντο ουσιώδεις πραγματώσεις της αυτοσυνείδησής του.

Μέσα στο σύνολο των δημιουργημάτων του ανθρώπινου πολιτισμού η μαρξική σκέψη εμβάλλει μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε όσα σχετίζονται άμεσα με την οικονομική σφαίρα – που προσδιορίζει ως ουσιώδη θεμέλια της ιστορίας – και σε όσα παρουσιάζονται ως εκφράσεις της αλλοτρίωσης – θρησκεία, πολιτική, φιλοσοφία – που τον απομακρύνουν από την αληθινή του ουσία. Δικαιώνει την υλική πλευρά του πολιτισμού, τη βιομηχανία, ως εμπρόθετη κι ενσυνείδητη μορφή ανθρώπινης δημιουργικότητας που μάλιστα καθορίζει τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά της ταυτότητας του ανθρώπου.

Σημειώσεις

57. «Τι είναι η ζωή, αν όχι δραστηριότητα;» ρωτάει ο Marx, πριν δείξει ότι «κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα (κάθε αυθεντικά ανθρώπινη δραστηριότητα) υπήρξε ίσαμε τώρα εργασία, άρα βιομηχανία». K. Marx, Economic and Philosophical Manuscripts of 1844 (στο εξής ΟΦΧ), M. Miligan (μετάφρ., επιμ.), Courier Corporation, Dover Publications, Mineola, New York, 2012, σελ.73 και 110. Βλ. περισσότερα στο Ά. Λάζου, 2006, Άνθρωπος, φύση και πράξη, διδακτορική διατριβή, ό.π., https://www.academia.edu/pdf.  

58. ...οι άνθρωποι απελευθερώνονται κάθε φορά στο μέτρο που οι υπάρχουσες παραγωγικές δυνάμεις, και όχι το ιδεώδες τους για τον άνθρωπο, τους υποδεικνύουν και τους επιτρέπουν ν’ απελευθερωθούν». K. Marx/ F. Engels, A Critique of The German Ideology (στο εξής Γερμανική Ιδεολογία), Progress Publishers, 1968, αγγλ. μετάφρ. T. Delaney, B. Schwartz, Online Version: Marx/Engels Internet Archive (marxists.org) 2000, σελ. 456. (μετάφρ. στα ελληνικά του Β. Τομανά στο Κ. Παπαϊωάννου, Μαρξ και Μαρξισμός Τ Ι: Οντολογία και Αλλοτρίωση, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2009, σελ. 169 - 258, υποσ. 89).

59. Γερμανική Ιδεολογία, ό.π., σελ. 17.

60. Εδώ επισημαίνουμε τη διάκριση ανάμεσα στον άνθρωπο-δημιουργό τέχνης (homo artifex) και στον άνθρωπο-κατασκευαστή εργαλείων (homo faber), όπου η πρώτη ιδιότητα έχει θεωρηθεί χαρακτηριστική της ανθρωπολογικής φάσης του homo sapiens σε σύγκριση με τις αντίστοιχες ικανότητες που εμφανίζουν τα ζώα. Ωστόσο, έχει παρατηρηθεί ότι πολιτισμικές εκφράσεις όπως ο χορός ή η χρήση μάσκας ισχύουν διαχρονικά ως μορφές τόσο του πρώιμου, αλλά και ύστερου πολιτισμού του: G. B. Vico, Scienza Nuova (Νέα Επιστήμη), γαλλ. μετάφρ. La Science Nouvelle (1725), Gallimard, Tel, Παρίσι, 1993, Β΄ παρ. 537.  

61. Γερμανική Ιδεολογία, ό.π., σελ. 17: «αυτό που είναι οι άνθρωποι συμπίπτει με τα προϊόντα που παράγουν και με τον τρόπο με τον οποίο τα παράγουν»: Πρβλε ΟΦΧ, ό.π., σελ. 74.

62. ΟΦΧ, ό.π., σελ. 102 - 104. Γερμανική Ιδεολογία, ό.π., σελ. 71.  

63. ΟΦΧ, ό.π., σε. 108 κ.ε.

64. «Αυτή η σώρευση παραγωγικών δυνάμεων, κεφαλαίων και κοινωνικών μορφών του εμπορίου – διακηρύσσει ο Marx – αποτελεί το πραγματικό θεμέλιο αυτού που οι φιλόσοφοι θεώρησαν «υπόσταση» ή «ουσία» του ανθρώπου». Γερμανική Ιδεολογία, ό.π., σελ. 35. Πρβλε σελ. 172.

 65. ΟΦΧ, ό.π., σελ. 109 - 110.  

ΣΧΟΛΙΟ: Η ΜΕΓΑΛΕΙΩΔΗΣ ΕΞΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΒΟΛΗΣ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, ΟΣΟ ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΚΑΙ ΑΝ ΦΑΙΝΕΤΑΙ, ΦΩΤΙΖΕΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΑΣ.  Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΧΕΓΚΕΛ  ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ, ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΟΥ, ΣΤΟΝ ΝΟΥ, ΑΛΛΑ ΣΤΟΝ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΝΟΥ. ΔΗΛ. ΣΤΟΝ ΚΟΙΝΟ ΝΟΥ, ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΚΑΙ ΓΙ' ΑΥΤΟ Η ΚΙΝΗΣΗ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΣΤΟ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ. ΕΜΕΙΝΕ ΛΟΙΠΟΝ ΕΝΑ ΒΗΜΑ ΠΡΙΝ ΦΤΑΣΕΙ ΣΤΟΝ ΝΟΥ, ΤΟ ΘΕΙΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΣΤΟΝ ΘΗΣΑΥΡΟ ΤΟΥ, ΣΤΟΝ ΟΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ.

 Η ψυχή διαιρείται στο άλογο μέρος της ή παθητικό και στο λογικό μέρος της που είναι ο νους του ανθρώπου. Το λογικό μέρος είναι αυτό που κυρίως φέρει το κατ’ εικόνα της Αγίας Τριάδας και διακρίνεται σε νου, λόγο και πνεύμα, εικονίζοντας τον τριαδικό Θεό.

ΔΕΝ ΚΑΤΟΡΘΩΣΕ ΛΟΠΟΝ ΝΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙ ΤΟΝ ΘΕΟ ΛΟΓΟ ΠΟΥ ΕΤΡΕΞΕ ΝΑ ΒΟΗΘΗΣΕΙ, ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕ. ΔΙΟΤΙ ΟΠΩΣ ΕΞΗΓΕΙ Ο ΑΓΙΟΣ.

 «Ἀφοῦ λοιπὸν ἐσηκώθηκε, ἦλθε στόν πατέρα του. Ἐνῶ δὲ ἀπεῖχε ἀκόμη πολύ». Πῶς καὶ ἦλθε καὶ συγχρόνως ἀπεῖχε πολύ, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ πατέρας του τὸν εὐσπλαγχνίσθηκε καὶ ἐξῆλθε πρὸς συνάντησή του;

 Ὁ ἄνθρωπος πού μετανοεῖ μὲ τὴν ψυχὴ του διὰ μὲν τῆς ἀγαθῆς προθέσεως καὶ τῆς ἀποχῆς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία φθάνει πρὸς τὸν Θεό· ἀπὸ τὴν κακὴ ὅμως συνήθεια καὶ τὶς προλήψεις τυραννούμενος νοερῶς, ἀπέχει ἀκόμη πολὺ ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ ἂν πρόκειται νά σωθεῖ, χρειάζεται μεγάλη ἀπὸ ἄνω εὐσπλαγχνία καὶ βοήθεια.

ΑΥΤΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΛΟΙΠΟΝ ΤΟΥ ΧΕΓΓΕΛ ΕΧΕΙ ΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΗ ΑΛΛΑ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ ΚΑΚΗ ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ (ΤΟ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ), ΑΝΑΠΤΥΣΣΕΙ ΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗ ΣΑΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ, ΔΗΛ. ΣΑΝ ΣΥΣΤΗΜΑ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΟ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΟΝ ΛΟΓΟ, ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΜΕΝΟΝΤΑΣ ΣΤΟ ΤΥΧΑΙΟ, ΤΟ ΣΥΜΒΕΒΗΚΟΣ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΥΠΟΒΑΛΛΕΙ ΣΤΗΝ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΝΟΗΜΑΤΟΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΟΜΩΣ ΠΕΡΙΕΧΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΟΥΣΙΑ, ΣΤΟ ΘΕΙΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ. ΔΙΝΟΝΤΑΣ ΕΤΣΙ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΣΤΟΝ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ ΝΑ ΓΙΟΡΤΑΣΕΙ ΜΕ ΤΟ ΚΑΤΣΙΚΑΚΙ ΤΟΥ, ΤΟΝ ΜΑΡΞΙΣΜΟ, ΠΙΣΤΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΝΟΣ ΕΠΙΓΕΙΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ.

ΣΗΜΕΡΑ ΟΜΩΣ ΑΥΤΟΣ Ο ΚΟΙΝΟΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟΣ ΝΟΥΣ ΔΟΚΙΜΑΖΟΜΕΝΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ, ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΚΡΑΤΗΘΕΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑΣ ΑΛΛΑ ΤΕΛΙΚΩΣ ΝΙΚΑΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΠΑΡΞΙΣΜΟ, ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΜΑΣ ΣΤΟ ΤΥΧΑΙΟ, ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΟΥ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ, ΣΤΗΝ ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ. Ο ΟΠΟΙΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ ΘΑ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΕΝΑΝ ΕΞΩΓΗΙΝΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ, ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟ ΚΑΙ ΑΣΩΜΑΤΟ. 

ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ ΣΑΝ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ  ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΕΞΩΓΗΙΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, ΤΙΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΗΔΗ ΜΠΡΟΣ ΜΑΣ.

Τακαρίδης Γεώργιος - Η οντολογία του νού κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά (4)

 Συνέχεια από:  Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2021

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

Τακαρίδης Γεώργιος



Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ

Κατά τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2010
ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ:  κ. ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ


2.2. Το σώμα τού ανθρώπου

I. Η φύση τού σώματος και τό σωματικό φρόνημα

Το σώμα είναι ναός τού Αγίου Πνεύματος που υπάρχει μέσα μας, τεκμηριώνεται από το αντίστοιχο χωρίο τού αποστόλου63, και ξεκαθαρίζεται πως δεν υπάρχουν περιθώρια τής όποιας υποτίμησής του, όπως συμβαίνει με πολλούς φιλοσόφους ή αιρετικούς64. Το σώμα σε καμία περίπτωση δεν είναι κακό καθεαυτό. Απεναντίας πλάστηκε και αυτό από τον Θεό «καλό λίαν». Κακό είναι το σωματικό φρόνημα και η αμαρτητική ορμή που εισήλθε στο σώμα εξαιτίας τής παράβασηςΚακός είναι ο νόμος που βρίσκεται μέσα στα μέλη μας και αντιστρατεύεται στο νόμο του νού μας65. Γι’ αυτό και θεωρεί ο άγιος πως είναι αναγκαίο να απομακρυνθεί ο νόμος τής αμαρτίας από το σώμα και να εισαχθεί η εποπτεία τού νου, του λογικού μέρους τής ψυχής, ώστε να νομοθετηθεί το πρέπον σε κάθε δύναμη τής ψυχής και σε κάθε μέλος τού σώματος…66

II. Η σχέση τού σώματος με τήν ψυχή

Το σώμα συν‐πάσχει με τον όλο άνθρωπο και δεν παραμένει αμέτοχο στις διάφορες εμπειρίες. Μας έχει δοθεί από τον Θεό ως συζυγικό τής ψυχής, ώστε να καταστεί συνεργό της σε κάθε τους κοινή ενέργεια67. Έτσι, όταν νεκρώθηκε η ψυχή του ή καλύτερα το πνεύμα του με την παράβαση της ζωτικής εντολής, δεν αχρειώθηκε μόνον αυτή αλλά κατέστησε και το σώμα πολύμοχθο και πολυπαθές και φθαρτό68· το σώμα έκτοτε ακολούθησε την νέκρωση του πνεύματος και γι’ αυτό πλέον πεθαίνει69. Αντίθετα, όταν η άκτιστη Χάρις ενεργεί μέσα στο νου του ανθρώπου, τότε η ενέργεια αυτή διαχέεται σε όλη την ψυχή αλλά και στο σώμα του. Έτσι, τόσο στον Μωυσή όσο και στον πρωτομάρτυρα και αρχιδιάκονο Στέφανο, όταν ο νούς τους περιλάμφθηκε από το άκτιστο Φως, η εσωτερική λαμπρότητα περιχύθηκε και στο σώμα τους, ώστε ήταν ορατό και από όλους τους υπόλοιπους οι οποίοι έβλεπαν προς αυτούς αισθητά κι όχι πνευματικά. Κάτι ανάλογο συμβαίνει στον οποιονδήποτε γεύεται την χαρά τής επίσκεψης της θείας Χάριτος. Η ψυχή εξαιτίας τής γλυκύτητας που αισθάνεται, κυριεύεται από ενθουσιασμό, και τότε συγκινείται και η καρδιά, δείχνοντας με πνευματικά σκιρτήματα την κοινωνία τής χάριτος70.

Σημειώσεις

63. Α΄ Κορ. 6, 19.
64. «Τοὺς τοιούτους λόγους, ἀδελφέ, τοῖς αἱρετικοῖς ἁρμόσει λέγειν, οἳ πονηρὸν καὶ τοῦ πονηροῦ πλάσμα τὸ σῶμα λέγουσιν. Ἡμεῖς δὲ ἐν τοῖς σωματικοῖς φρονήμασιν εἶναι τὸν νοῦν οἰόμεθα κακόν, ἐν τῷ σώματι δὲ οὐχὶ κακόν, ἐπεὶ μηδὲ τὸ σῶμα πονηρόν». Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,2, 1, Π. Χρήστου 1, 393, ΕΠΕ 2, 100, 8 – 13.
65. Ρωμ. 7, 23.
66. Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,2, 2, Π. Χρήστου 1, 394, ΕΠΕ 2, 102, 20 ‐21.
67. «…Τὸ γὰρ σύζυγον ἡμῖν τουτὶ σῶμα ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ὡς συνεργὸν ἐσόμενον συνέζευκται, μᾶλλον δὲ ὑπέζευκται…» Όπ. παρ., Λόγος 2,2, 5, Π. Χρήστου 1, 511, ΕΠΕ 2, 302, 4 ‐ 5.
68. Προς μοναχήν Ξένην, Περί παθών και αρετών, 10, PG 150, 1048C, ΕΠΕ 8, 356, 19 ‐ 23.
69. «… μεταδιδόασι καὶ τοῖς οἰκείοις σώμασι τὰ νεκρὰ καὶ νεκροποιὰ γεγονότα πνεύματα τῆς νεκρώσεως…». Ομιλία ΛΑ΄ Ἐκφωνηθεῖσα ἐν Λιτῇ κατὰ τὴν πρώτην τοῦ Αὐγούστου, 13, PG 151, 396D, ΕΠΕ 10, 294, 7 ‐ 8.
70. «… Καὶ τὸ σῶμα μεταλαμβάνει πως τῆς κατὰ νοῦν ἐνεργουμένης χάριτος καὶ μεταρρυθμίζεται πρὸς ταύτην καὶ λαμβάνει τινὰ συναίσθησιν αὐτὸ τοῦ κατὰ ψυχὴν ἀπορρήτου μυστηρίου… Οὕτω Μωσέως ἔλαμψε τὸ πρόσωπον….Οὕτως ὤφθη τὸ αἰσθητὸν πρόσωπον Στεφάνου ὡσεὶ πρόσωπον ἀγγέλου… Οὕτω τῆς ψυχῆς ἐνθουσιώσης καὶ οἱωνεὶ συγκινουμένης τῷ ἀσχέτῳ ἔρωτι τοῦ μόνου ἐφετοῦ, καὶ ἡ καρδία συγκινεῖται σκιρτήμασι πνευματικοῖς τὴν κοινωνίαν τῆς χάριτος ἐνδεικνυμένη…» Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων, Λόγος 1,3, 31, 32, Π. Χρήστου 1, 442, ΕΠΕ 2, 182, 1 ‐ 19.

Κυριακή του Ασώτου (αγίου Γρηγορίου του Παλαμά)

                            

1.«Θὰ γίνη κάποτε λιμός», εἶπε ὁ προφήτης θρηνώντας τὴν Ἱερουσαλήμ, «ὄχι πείνα ἄρτου καὶ ὕδατος, ἀλλὰ πείνα γιά τὸν λόγο τοῦ Κυρίου». Εἶναι δέ ὁ λιμὸς στέρησις καὶ συγχρόνως ὄρεξις τῆς ἀναγκαίας τροφῆς. Ὑπάρχει ὅμως καὶ κάτι χειρότερο καὶ ἀθλιώτερο ἀπὸ αὐτὴν τὴν πείνα; ὅταν δηλαδὴ κάποιος, ἐνῶ στερεῖται τ’ ἀναγκαία γιά τὴν σωτηρία, δέν ἔχει συναίσθησι τῆς συμφορᾶς, ἐπειδὴ δέν ἔχει ὄρεξι γιά τή σωτηρία. Ὅποιος πεινᾶ καὶ δέν διαθέτει τ’ ἀναγκαία, τριγυρίζει ἀναζητώντας ἕνα κόμματι ψωμιοῦ ὁπουδήποτε· κι’ ἂν εὕρει μουχλιασμένο ζυμάρι, ἢ τοῦ προσφερθεῖ κάποιος ἄρτος ἀπὸ κεχρὶ ἢ ἀπὸ πίτουρα ἢ κάτι ἄλλο ἀπὸ τὰ εὐτελέστατα εἴδη τροφῆς, χαίρεται τόσο πολύ, ὅσο ἐπονοῦσε προηγουμένως πού δέν εὕρισκε.

Ὅποιος ἐπίσης ἔχει πνευματικὴ πείνα, δηλαδὴ στέρηση καὶ συγχρόνως ὄρεξη γιά πνευματικὲς τροφές, τριγυρίζει ἀναζητώντας αὐτόν πού ἔχει ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ χάρισμα τῆς διδασκαλίας· κι’ ἂν εὕρει, τρέφεται εὐφρόσυνα μὲ τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς τῆς ψυχῆς, δηλαδὴ μὲ τὸν σωτήριο λόγο, ποὺ ὅποιος τὸν ἀναζητεῖ ἕως τὸ τέλος δέν πρόκειται νά μὴν τὸν εὕρει· «διότι ὅποιος αἰτεῖ λαμβάνει καὶ ὅποιος ἀναζητεῖ εὑρίσκει, καὶ στόν κρούοντα θ’ ἀνοίγει ἡ θύρα», εἶπε ὁ Χριστός.

2. Ὑπάρχουν ὅμως μερικοί πού μὲ τὴν πολυήμερη ἀτροφία τοῦ νοῦ ἔχασαν καὶ τὴν ὄρεξη τῆς τροφῆς· γι’ αὐτὸ δέν ἀντιλαμβάνονται τή ζημιά. Καὶ ἂν ἔχουν τὸν διδάσκαλο, δυσανασχετοῦν ἀκόμη καὶ στήν ἀκρόαση τῆς διδασκαλίας, ἐνῶ ἂν δέν ἔχουν, δέν ζητοῦν τὸν διδάσκαλο, διάγοντας ζωὴ ἁμαρτωλότερη ἀπὸ τὸν Ἄσωτο. Διότι ἐκεῖνος, ἂν καὶ μὲ τὴν ἀπομάκρυνσή του ἐστερήθηκε τοῦ κοινοῦ τροφέως καὶ πατρὸς καὶ κυρίου, περιέπεσε σὲ φοβερὸ λιμὸ καὶ συναισθανόμενος τὴν στέρηση μετενόησε καὶ ἐπανῆλθε, ἐπεζήτησε καὶ ἐπέτυχε τὴν Θεία καὶ ἀθάνατη τροφή, καὶ τόσο ἀπήλαυσε διὰ τῆς μετανοίας τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος, ὥστε νά προκαλέσει καὶ τὸν φθόνο γιά τὸν πλοῦτο του.

3. Εἶναι ὅμως προτιμότερο νά πάρωμε τὸ θέμα ἀπὸ τὴν ἀρχή, γιά νά ἐξηγήσωμε πρὸς τὴν ἀγάπη σας τὴν εὐαγγελικὴ αὐτὴ παραβολὴ τοῦ Κυρίου, ἀφοῦ καὶ σήμερα εἶναι διατεταγμένο νά διαβάζεται στήν ἐκκλησία.

4. «Κάποιος ἄνθρωπος εἶχε δυὸ υἱούς», λέγει. Ὁ Κύριος καλεῖ ἐδῶ τὸν ἑαυτὸ του ἄνθρωπο παραβολικῶς, κι’ αὐτὸ δέν ἔχει τίποτε τὸ παράξενο. Διότι, ἂν ἔγινε πραγματικὰ ἄνθρωπος γιά τή σωτηρία μας, τὶ τὸ παράδοξο νά προβάλλει τὸν ἑαυτὸ του ὡς ἕνα ἄνθρωπο γιά τὴν ὠφέλειά μας, αὐτός πού εἶναι πάντοτε κηδεμὼν καὶ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματός μας, ὡς κύριος καὶ δημιουργὸς καὶ τῶν δύο, αὐτός πού εἶναι ὁ μόνος πού ἔδειξε σὲ μᾶς ἔργα ὑπερβολικῆς ἀγάπης καὶ κηδεμονίας, καὶ πρὶν ἀκόμη ἐμφανισθοῦμε;

5. Διότι πρὶν ἀπὸ μᾶς ἑτοίμασε γιά ἐμᾶς αἰώνια κληρονομία βασιλείας, ὅπως λέγει ὁ Ἴδιος, ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς γιά χάρη μας ἔπλασε τοὺς ἀγγέλους γιά ν’ ἀποστέλλωνται ὡς διάκονοι, ὅπως λέγει ὁ Παῦλος, στούς μέλλοντας νά κληρονομήσουν τή σωτηρία. Πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς γιά χάρη μας ἅπλωσε τὸν οὐρανὸ σ’ ὅλον τὸν αἰσθητὸ τοῦτον κόσμο, σὰν νά ἔστησε κάποια κοινὴ καὶ ὁμότιμη σκηνὴ σὲ ὅλους ἐμᾶς κατὰ τὴν παροδικὴ τούτη ζωή, τὸν ἴδιο ἀεικίνητο καὶ πολυκίνητο καὶ ἀκίνητο• ἀκίνητον, γιά νά μὴ προκαλεῖ στούς ἐνοικοῦντας φθορὰ μὲ τίς μεταπτώσεις του, πολυκίνητον, γιά νά συγκρατεῖται στόν χῶρο του μὲ τίς ἀντίρροπες κινήσεις του, ἀεικίνητον δὲ καθ’ ἑαυτὸν καὶ περιφέροντα μαζὶ του εὐτάκτως τὸ πλῆθος τῶν ἄστρων, ὥστε ἐμεῖς ἀφ’ ἑνὸς μὲν νά διδασκώμαστε τὸ πρόσκαιρο τῆς ζωῆς μας καὶ ν’ ἀπολαύωμε ὅλων τῶν σωμάτων του, ποὺ φθάνουν ἐπάνω ἀπὸ τὴν κεφαλὴ μας, κάθε φορὰ ἄλλα.

Γιά μᾶς πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς κατασκεύασε τὸν μεγάλο φωστῆρα γιά νά κυριαρχεῖ στήν ἡμέρα, καὶ τὸν μικρὸ γιά νά κυριαρχεῖ τῆς νύκτας. Κι’ ἐτοποθέτησε αὐτοὺς καὶ τὰ ἄλλα ἄστρα στό στερέωμα, γιά νά κινοῦνται μὲ αὐτό, συνυπάρχοντα καὶ παραλλάσσοντα πολυειδῶς, γιά νά εἶναι σημάδια τῶν καιρῶν καὶ τῶν χρόνων. Ἀπὸ αὐτὰ κανένα δέν χρειάζεται οὔτε ἡ νοερὰ φύσις, ποὺ εἶναι ὑπεραισθητή, οὔτε ἡ φύσις τῶν ἀλόγων ζώων, ποὺ ζεῖ μόνο κατὰ αἴσθηση. Γιά μᾶς λοιπὸν ἔγιναν, ποὺ μὲ τὴν αἴσθησι μὲν ἀπολαμβάνουμε καὶ τὶς ἄλλες δωρεὲς καὶ τὸ κάλλος τῶν βλεπομένων, μὲ τὸν νοῦν δὲ ἀντιλαμβανόμαστε τὰ σημεῖα αὐτά.

6. Γιά μᾶς πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς ἐθεμελίωσε τή γῆ, ἅπλωσε τή θάλασσα, ἐξέχυσε ἀφθόνως ἐπάνω ἀπὸ αὐτὰ τὸν ἀέρα, κι’ ἐπάνω ἀπὸ αὐτὸν παραπέρα ἄναψε πανσόφως τὴν φύσι τοῦ πυρός, ὥστε καὶ τὸ ὑπερβολικὸ ψῦχος τῶν κάτω νά μετριάζει περιγυρίζοντας καὶ νά μένει στόν τόπο του συγκρατώντας τό ἅπλωμά του. Ἂν δὲ καὶ τὰ ἄλογα ζῶα τὰ χρειάζονται αὐτὰ γιά τή συντήρησή τους, ἀλλὰ κι’ αὐτὰ ἐδημιουργήθηκαν πρὶν ἀπὸ μᾶς γιά ὑπηρεσία πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως ψάλλει καὶ ὁ προφήτης Δαβίδ.

7. Αὐτὸν λοιπὸν τὸν σύμπαντα κόσμο παρήγαγε ἀπὸ τὸ μηδὲν ὁ πλάστης μας πρὶν ἀπὸ τή δική μας πλάση, γιά τὴν σύσταση τοῦ σώματός μας. γιά τὴν βελτίωση δὲ τῶν ἠθῶν καὶ τὴν καθοδήγησι πρὸς τὴν ἀρετή τί δέν ἔκαμε ὁ φιλάγαθος δεσπότης; Τὸν ἴδιον αὐτὸν αἰσθητὸ κόσμο ἐπεξεργάσθηκε σὰν κάτοπτρο τῶν ὑπερκοσμίων, ὥστε διὰ τῆς πνευματικῆς θεωρίας γύρω ἀπὸ αὐτόν, σὰν διὰ μέσου μιᾶς θαυμασίας κλίμακος, νά φθάνωμε πρὸς ἐκεῖνα. Ἐνέβαλε μέσα μας ἔμφυτο νόμο, σὰν ἀπαρέγκλιτη στάθμη, ἀνεξαπάτητο κριτή καὶ ἀδιάψευστο διδάσκαλο, τὴν ἀτομικὴ στόν καθένα συνείδηση. Ἔτσι, ἂν εἴμαστε μὲ τὴν διάνοια συγκεντρωμένοι στον ἑαυτὸ μας, δέν θὰ χρειασθοῦμε ἄλλον διδάσκαλο γιά τὴν κατανοήση τοῦ ἀγαθοῦ• ἂν μὲ τὴν αἴσθηση διαπορθμεύσωμε καλῶς τὸν νοῦ πρὸς τὰ ἔξω, τὰ ἀόρατα τοῦ Θεοῦ καθορῶνται νοούμενα διὰ τῶν ποιημάτων, λέγει ὁ ἀπόστολος.

8. Ἀφοῦ λοιπὸν διὰ τῆς φύσεως καὶ τῆς κτίσεως ἄνοιξε τὸ διδασκαλεῖο τῶν ἀρετῶν, ὁ Ἴδιος ἐτοποθέτησε ἀγγέλους ὡς φύλακες, ἀνύψωσε πατέρες καὶ προφῆτες πρὸς καθοδήγηση, ἔδειξε σημεῖα καὶ τέρατα ὁδηγοῦντα πρὸς τὴν πίστη, μᾶς ἔδωσε τὸν γραπτὸ νόμο, βοηθητικὸ στό νόμο τῆς λογικῆς μας φύσεως καὶ στή διδασκαλία ἀπὸ τὴν κτίση. Τέλος, ἐπειδὴ τὰ περιφρονήσαμε ὅλα (ὤ, τὶ ῥαθυμία δικὴ μας καὶ τὶ μακροθυμία καὶ ἔγνοια τοῦ ὑπερβολικὰ ἀγαπῶντος ἐμᾶς!), μᾶς ἔδωσε τὸν Ἑαυτὸ του γιά χάρη μας, καί, κενώνοντας τὸν πλοῦτο τῆς θεότητος στό ἔσχατο κατάντημά μας ἐπῆρε τὴν φύση μας καί, γενόμενος ἄνθρωπος σὰν ἐμᾶς, διετέλεσε διδάσκαλός μας. Αὐτὸς μᾶς διδάσκει γιά τὸ μέγεθος τῆς φιλανθρωπίας του, ἐπιδεικνύοντάς την μὲ ἔργο καὶ λόγο, συγχρόνως δὲ ὁδηγεῖ σὲ μίμηση τῆς συμπαθείας του, ἐνῶ ἀποτρέπει ἀπὸ τὴν σκληροκαρδία τοὺς ὀπαδοὺς του.

9. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἀγάπη γεννᾶται καὶ μέσα στούς ἐπιμελητὰς τῶν πραγμάτων, ὅπως καὶ στούς ποιμένες τῶν προβάτων, ἐνυπάρχει δὲ καὶ στούς κυρίους τῶν κτημάτων, ὄχι ὅμως τόσο ὅσο στούς συνδεόμενους μὲ αἷμα καὶ συγγένεια, καὶ ἀπὸ αὐτοὺς πάλι περισσότερο στούς πατέρες πρὸς τὰ παιδιὰ τους, ἀπὸ αὐτοὺς προσφέρει ἔνδειξη τῆς φιλανθρωπίας του, λέγοντας τὸν Ἑαυτὸ του ἄνθρωπο καὶ πατέρα ὅλων μας· ἐπειδὴ ἀφ’ ἑνὸς μὲν γιά μᾶς ἔγινε πραγματικὰ ἄνθρωπος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ μᾶς ἀναγέννησε διὰ τοῦ θείου βαπτίσματος καὶ τῆς σ’ αὐτὸ χάριτος τοῦ Θείου Πνεύματος.

10. «Κάποιος ἄνθρωπος», λοιπόν λέγει, «εἶχε δυὸ υἱούς». Διότι ἡ διαφορὰ τῆς γνώμης ἐχώρισε σὲ δύο τὴν μία φύση καὶ ἡ διάκρισις μεταξὺ ἀρετῆς καὶ κακίας συνήγαγε τοὺς πολλοὺς σὲ δύο. Κι’ ἐμεῖς ἐξ ἄλλου μερικὲς φορὲς λέγομε διπλὸν τὸν ἕνα κατὰ τὴν ὑπόσταση, ὅταν ἔχει τὴν διπλότητα τοῦ ἤθους, καὶ λέγομε ἐπίσης τοὺς πολλοὺς ἕνα, ὅταν συμφωνοῦν μεταξὺ τους. «Προσελθὼν λοιπὸν ὁ νεώτερος υἱὸς εἶπε στον πατέρα»· εὐλόγως παρουσιάζεται νεώτερος· διότι προβάλλει αἴτημα παιδαριῶδες καὶ γεμάτο ἀφροσύνη. Καὶ ἡ ἁμαρτία δέ, τὴν ὁποία εἶχε στό νοῦ του σχεδιάζοντας τὴν ἀποστασία, εἶναι νεωτέρα, ἐφ’ ὅσον εἶναι ὑστερογενὲς εὕρημα τῆς κακῆς προαιρέσεώς μας· ἡ δὲ ἀρετὴ εἶναι πρωτογενής, ἀφοῦ στόν Θεὸ μὲν ἦταν ἀϊδίως, στήν ψυχὴ μας δὲ ἐμβλήθηκε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ κατὰ χάρη.

11. Προσῆλθε δέ, λέγει, ὁ νεώτερος υἱὸς καὶ εἶπε στον πατέρα· «δός μου τὸ ἀνάλογο μέρος τῆς περιουσίας». Ὤ, ποία ἀφροσύνη!  δέν ἐγονάτισε,  δέν ἱκέτευσε, ἀλλ’ ἁπλῶς εἶπε· καὶ ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ τὸ μερίδιο καὶ ὡς ὀφειλὴ ἀπὸ ἐκεῖνον πού δίδει σὲ ὅλους κατὰ χάριν. Δός μου τὸ ἀνάλογο μέρος τῆς περιουσίας, πού μοῦ ἀνήκει κατὰ τὸ νόμο, τὴν μερίδα μου σύμφωνα μὲ τὸ δίκαιο. Καὶ ποῖος νόμος ὑπάρχει καὶ ἀπὸ ποῦ προέρχεται αὐτὸ τὸ δίκαιο, νά εἶναι οἱ πατέρες ὀφειλέτες στά παιδιά; Τὸ ἀντίθετο μάλιστα συμβαίνει• τὰ παιδιὰ ὀφείλουν στούς πατέρες, ὅπως ἡ ἴδια ἡ φύσις δεικνύει, ἀφοῦ ἔλαβαν ἀπὸ ἐκείνους τὴν ὕπαρξη. Ἀλλ’ εἶναι καὶ αὐτὸ δεῖγμα τοῦ νεωτερικοῦ φρονήματος.

12. Τὶ κάμνει λοιπὸν αὐτός πού βρέχει σὲ δικαίους καὶ ἀδίκους, ποὺ ἀνατέλλει τὸν ἥλιο σὲ πονηροὺς καὶ ἀγαθούς; Τοὺς διεμοίρασε τὴν περιουσία, λέγει. Βλέπεις ὅτι αὐτὸς ὁ «ἄνθρωπος» καὶ πατέρας εἶναι ἀνενδεής; Ἀλλιῶς δέν θὰ ἐμοίραζε τὴν περιουσία στούς δυὸ μόνους οὔτε σὲ δυό μερίδια μόνο, ἀλλὰ θὰ ἐκρατοῦσε καὶ γιά τὸν ἑαυτὸ του μία τρίτη μερίδα. Αὐτὸς ὅμως, ὡς Θεός, ὅπως λέγει καὶ ὁ προφήτης Δαβίδ, μὴ ἔχοντας ἀνάγκη τῶν ἀγαθῶν τοῦ εἴδους αὐτοῦ, ἐμοίρασε, λέγει στά δύο αὐτὰ παιδιὰ μόνο τὴν περιουσία, δηλαδὴ τὸν κόσμο ὅλον. Διότι, ὅπως διαιρεῖται ἡ μία φύσις λόγῳ τῆς διαφορετικῆς γνώμης, ἔτσι διαιρεῖται καὶ ὁ ἕνας κόσμος λόγῳ τῆς διαφορετικῆς χρήσεως.

Πραγματικὰ ὁ ἕνας λέγει πρὸς τὸν Θεό, «ὅλη τὴν ἡμέρα ἅπλωσα πρὸς σὲ τὰ χέρια μου», καὶ «σὲ ὕμνησα ἑπτὰ φορὲς τὴν ἡμέρα», καὶ «τὸ μεσονύκτιο ἐξυπνοῦσα», καὶ «ἔκραξα πάρωρα», καὶ «ἤλπισα στά λόγιά σου», καὶ «τὰ πρωινὰ ἐφόνευσα ὅλους τοὺς ἁμαρτωλοὺς τῆς γῆς», δηλαδὴ ἀπέκοψα τὶς ὁρμὲς τῆς σαρκός πού κινοῦνται πρὸς ἡδυπάθεια· ὁ ἄλλος περνᾶ τίς ἡμέρες του στό κρασί καὶ κυττάζει ποῦ γίνεται πότος, διέρχεται τὶς νύκτες μὲ ἄσεμνες καὶ ἄθεσμες πράξεις, καὶ σπεύδει σὲ κρυφὲς δολοπλοκίες ἢ φανερὲς ἐπιβουλές, σὲ ἁρπαγές χρημάτων καὶ πονηρὰ σχέδια. Ἄρα δέν ἐμοίρασαν αὐτοὶ τὴν μία νύκτα καὶ τὸν ἕνα ἥλιο, καὶ πρὶν ἀπὸ αὐτὰ τὴν ἴδια τή φύση, ἀφοῦ τὴν κατεχράσθηκαν χωρὶς συμφωνία μεταξὺ τους; Ὁ δὲ Θεὸς διέθεσε ὅλη τὴν κτίση ἀδιαιρέτως σὲ ὅλους, προθέτοντάς την σὲ χρήση κατὰ τὴν βουλήσῃ τοῦ καθενός.

13. «Κι ἔπειτα ἀπὸ ὄχι πολλὲς ἡμέρες», λέγει, «ἀφοῦ τὰ συγκέντρωσε ὅλα ὁ νεώτερος υἱός, μετανάστευσε σὲ μακρινὴ χώρα». Πῶς δέν μετανάστευσε ἀμέσως, ἀλλὰ ἔπειτα ἀπὸ ὄχι πολλές, δηλαδὴ μετὰ ἀπὸ λίγες ἡμέρες; Ὁ πονηρὸς ὑποβολεὺς Διάβολος δέν ὑποβάλλει ταυτοχρόνως καὶ τὴν ἰδιορρυθμία καὶ τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ μὲ πανουργία ὑποκλέπτει βαθμιαίως τὴν διάθεση, λέγοντάς μας ψιθυριστά· καὶ σὺ ζῶντας μόνος σου, χωρὶς νά παρακολουθεῖς τὴν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ οὔτε νά προσέχεις τὸν διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας, μπορεῖς ν’ ἀντιληφθεῖς τὸ καθῆκον καὶ μόνος σου καὶ νά μὴν ἀπομακρύνεσαι ἀπὸ τὸ ἀγαθό. Ὅταν δὲ ἀποσπάσει κάποιον ἀπὸ τὴν ἱερὰ ὑμνωδία καὶ ἀπὸ τὴν ὑπακοὴ πρὸς τοὺς ἱεροὺς διδασκάλους, τὸν ἀπομακρύνει καὶ ἀπὸ τή Θεία ἐπίβλεψη, παραδίνοντάς τον στά πονηρὰ ἔργα. Διότι ὁ Θεὸς εὑρίσκεται παντοῦ· ἕνα εἶναι πού εὑρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, τὸ κακό, στό ὁποῖο φθάνοντας διὰ τῆς ἁμαρτίας ἀποδημοῦμε μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Ὅπως λέγει ὁ Δαβὶδ πρὸς τὸν Θεό, «δέν θὰ διαμείνουν παράνομοι ἀπέναντι στούς ὀφθαλμούς σου».

14. Ἀφοῦ λοιπόν, λέγει, ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπομακρύνθηκε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο καὶ ἀπεδήμησε σὲ μακρινὴ χώρα «ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν περιουσία του ζῶντας ἀσώτως». Πῶς ὅμως διεσκόρπισε τὴν περιουσία του; Ὑπεράνω ὅλων οὐσία καὶ περιουσία μας εἶναι ὁ ἔμφυτος νοῦς μας. Ἕως ὅτου λοιπὸν ἐμμένομε στούς τρόπους τῆς σωτηρίας, τὸν ἔχομε συνηγμένο στόν ἑαυτὸ του καὶ στόν πρῶτο καὶ ἀνώτατο νοῦ, τὸν Θεό· ὅταν ὅμως ἀνοίξωμε θύρα στά πάθη, ἀμέσως σκορπίζεται, περιπλανώμενος διαρκῶς γύρω στά σαρκικὰ καὶ τὰ γήινα, πρὸς τὶς πολύμορφες ἡδονὲς καὶ τοὺς ἐμπαθεῖς λογισμοὺς γι’ αὐτές. Τοῦ νοῦ πλοῦτος εἶναι ἡ φρόνησις, ποὺ παραμένει σ’ αὐτὸν καὶ διακρίνει τὸ καλύτερο ἀπὸ τὸ χειρότερο, ὅσον καιρὸ κι αὐτὸς παραμένει πειθαρχικὸς στίς ἐντολὲς καὶ συμβουλὲς τοῦ ἀνωτάτου Πατρός· ὅταν ὅμως ἀφηνιάσει αὐτός, κι ἡ φρόνησις σκορπίζεται σὲ πορνεία καὶ ἀφροσύνη, μοιραζόμενη τίς κακίες τῶν δύο μερῶν.

15. Θὰ ἰδεῖς τοῦτο καὶ σὲ ὅλες τίς ἀρετὲς καὶ δυνάμεις μας, ποὺ εἶναι πραγματικὰ πλοῦτος μας, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἡ κακία εἶναι πολυσχεδής, ὅταν κλίνῃ πρὸς αὐτήν, σκορπίζεται. Διότι ὁ ἴδιος ὁ νοῦς στρέφει τὴν ἐπιθυμία πρὸς τὸν ἕνα καὶ πραγματικὰ ὄντως Θεό, τὸν μόνον ἀγαθό, τὸν μόνον ἐφετό, τὸν μόνον παρέχοντα τὴν ἡδονὴ ἀπηλλαγμένη ἀπὸ κάθε ὀδύνη. Ὅταν ὅμως ὁ νοῦς ἀποχαυνωθεῖ, ἡ δύναμις τῆς ψυχῆς πρὸς τὴν ὄντως ἀγάπη ἐκπίπτει ἀπὸ τὸ ὄντως ὀρεκτὸ καί, διασπωμένη πρὸς τὶς ποικίλες ὀρέξεις τῆς ἡδυπαθείας, σκορπίζεται, ἑλκυσμένη ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος πρὸς τὴν ἐπιθυμία τροφῶν μὴ ἀναγκαίων, ἀπὸ τὸ ἄλλο πρὸς τὴν ἐπιθυμία πραγμάτων ἀχρήστων, καὶ ἀπὸ τὸ τρίτο πρὸς τὴν ἐπιθυμία τῆς κενῆς καὶ ἄδοξης δόξας. Κι ἔτσι κατακερματιζόμενος ὁ ἄθλιος ἄνθρωπος καὶ συρόμενος ἀπὸ τὶς ποικίλες γι’ αὐτὰ φροντίδες, οὔτε τὸν ἥλιο ἀκόμη τὸν ἴδιο οὔτε τὸν ἀέρα, τὸν κοινὸ σὲ ὅλους πλοῦτο, δέν μπορεῖ νά ἀναπνεύσει καὶ νά θεωρήσει εὐχάριστα.

16. Αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ νοῦς μας, ἂν δέν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, διεγείρει τὸν θυμό πού ἔχομε μέσα μας ἐναντίον μόνου τοῦ Διαβόλου καὶ χρησιμοποιεῖ τὴν ἀνδρεία τῆς ψυχῆς κατὰ τῶν πονηρῶν παθῶν, κατὰ τῶν ἀρχόντων τοῦ σκότους, κατὰ τῶν πνευμάτων τῆς πονηρίας. Ἂν ὅμως δέν προσηλωθεῖ στίς θεῖες ἐντολὲς τοῦ Κυρίου πού τὸν ἐστρατολόγησε, μάχεται πρὸς τοὺς πλησίον του, μαίνεται κατὰ τῶν ὁμοφύλων, ἀποθηριώνεται ἐναντίον ἐκείνων πού δέν συναινοῦν στίς παράλογες ὀρέξεις του καὶ γίνεται, φεῦ, ἀνθρωποκτόνος ἄνθρωπος, (ὁμοιωμένος ὄχι μόνο μὲ τὰ κτήνη τὰ ἄλογα, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰ ἑρπετὰ καὶ μὲ τὰ ἰοβόλα ζῶα, γινόμενος σκορπιός, ὄφις, γέννημα ἐχιδνῶν, αὐτός πού ὁρίσθηκε νά εἶναι στήν τάξη τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ. Εἶδες πῶς διεσκόρπισε κι ἔχασε τὴν περιουσία του; «Ἀφοῦ τὰ ἐδαπάνησε ὅλα ὁ νεώτερος υἱός, ἄρχισε νά στερεῖται καὶ ἔπεσε σὲ πείνα». Ἀλλὰ δέν ἐσκεπτόταν ἀκόμη νά ἐπιστρέψει, διότι ἦταν ἄσωτος. Γι’ αὐτό, «ἐπῆγε καὶ προσκολλήθηκε σ’ ἕνα ἀπὸ τοὺς πολίτες τῆς χώρας ἐκείνης καὶ ἐκεῖνος τὸν ἔστειλε στό ἀγρόκτημα νά βόσκει χοίρους».

17. Ποῖοι δὲ εἶναι οἱ πολίτες καὶ πολιτάρχες τῆς χώρας πού εἶναι μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό; Φυσικὰ οἱ δαίμονες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ὁ υἱὸς τοῦ οὐρανίου Πατρὸς κατέστη πορνοβοσκὸς καὶ ἀρχιτελώνης καὶ ἀρχιληστὴς καὶ στασιάρχης. Διότι ὁ χοιρώδης βίος λόγῳ τῆς ἄκρας ἀκαθαρσίας τοῦ ὑπονοεῖ κάθε πάθος, χοῖροι δὲ εἶναι ὅσοι κυλίονται στόν βόρβορο τῶν παθῶν τούτων. Ὅταν ἐκεῖνος ἔγινε προϊστάμενος τούτων, ὡς πρῶτος ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς στήν ἡδυπάθεια, δέν μποροῦσε νά χορτάσει ἀπὸ τὰ ξυλοκέρατα πού ἔτρωγαν οἱ χοῖροι, δηλαδὴ, δέν ἦταν δυνατὸ νά λάβει κορεσμὸ τῆς ἐπιθυμίας του.

18. Πῶς ὅμως δέν ἀρκεῖ ἡ φύσις τοῦ σώματος νά ἐξυπηρετήσει τίς ὁρμὲς τοῦ ἀκόλαστου; Ὁ χρυσὸς ἢ ὁ ἄργυρος, ὅταν περιέλθη στόν φιλόχρυσο καὶ φιλάργυρο, αὐξάνει τὴν στέρηση καὶ ὅσο περισσότερος εἰσρεύσει, τόσο μεγαλύτερη ἐπιθυμία προκαλεῖ· μόλις θ’ ἀρκέσει σ’ ἕναν πλεονέκτη καὶ φίλαρχο ὅλος ὁ κόσμος, ἴσως δὲ οὔτε αὐτός. Ἐπειδὴ λοιπὸν αὐτοὶ μὲν εἶναι πολλοί, ὁ κόσμος δὲ ἕνας, πῶς τότε θὰ μπορέσει κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς νά εὕρει κόρο τῆς ἐπιθυμίας του; Ἔτσι λοιπὸν καὶ ἐκεῖνος ὁ ἀποστάτης ἀπὸ τὸν Θεὸ, δέν μποροῦσε νά χορτασθεῖ. Διότι ἄλλωστε, λέγει, δέν τοῦ προσέφερε κανεὶς τὸν κόρο. Ποῖος θὰ τοῦ τὸν προσέφερε; Ὁ Θεὸς ἀπουσίαζε, μὲ τοῦ Ὁποίου καὶ τή θέα μόνο προκαλεῖται ἀβάρετος κόρος στόν βλέποντα, σύμφωνα μὲ ἐκεῖνον πού εἶπε, «θὰ χορτάσω μόλις θεαθεῖ ἀπὸ ἐμένα ἡ δόξα σου». Ὁ Διάβολος δέν θέλει νά προσφέρει κόρο τῶν αἰσχρῶν ἐπιθυμιῶν, ἐπειδὴ ἐκ φύσεως ὁ κόρος στά τρεπτὰ πράγματα προκαλεῖ μεταβολὴ τῆς σχέσεως πρὸς αὐτά. Εὐλόγως λοιπὸν κανένας δέν τοῦ ἔδιδε τὸν κόρο.

19. Μόλις πάντως κάποτε ἐκεῖνος ὁ ἀποστάτης ἀπὸ τὸν πατέρα ἦλθε στά λογικὰ του καὶ ἀντιλήφθηκε σὲ ποιό κατάντημα ἔφθασε, ἔκλαυσε τὸν ἑαυτὸ του λέγοντας: «πόσοι μισθωτοὶ τοῦ πατρός μου ἔχουν ἀφθονία ἄρτων, ἐνῶ ἐγὼ χάνομαι ἀπὸ τὴν πεῖνα!». Ποῖοι εἶναι οἱ μισθωτοί; Ἐκεῖνοι πού διὰ τῶν ἱδρώτων τῆς μετανοίας καὶ τῆς ταπεινώσεως παίρνουν σὰν μισθὸ τή σωτηρία. Υἱοὶ δὲ εἶναι ἐκεῖνοι πού λόγῳ τῆς ἀγάπης πρὸς αὐτὸν ὑποτάσσονται στίς ἐντολὲς του, ὅπως εἶπε καὶ ὁ Κύριος, «ὅποιος μὲ ἀγαπᾶ, θὰ τηρήσει τὶς ἐντολές μου».

20. Ἔτσι λοιπὸν ὁ νεώτερος υἱὸς ἀφοῦ ἐξέπεσε ἀπὸ τὴν υἱοθεσία καὶ ἀπὸ τὴν ἱερὰ πατρίδα καὶ περιέπεσε σὲ πείνα, ἀντιλαμβάνεται τή θλιβερὴ κατάστασή του καὶ ταπεινώνεται καὶ μετανοεῖ λέγοντας, «θὰ σηκωθῶ νά ὑπάγω καὶ νά γονατίσω στόν πατέρα μου καὶ θὰ τοῦ εἴπω, πατέρα, ἁμάρτησα στόν οὐρανὸ καὶ σὲ σένα». Καλῶς λοιπὸν στήν ἀρχὴ ἐλέγαμε ὅτι αὐτὸς ὁ πατέρας εἶναι ὁ Θεός· διότι πῶς θὰ ἁμάρτανε στόν οὐρανὸ ὁ νέος πού ἀπεστάτησε ἀπὸ τὸν πατέρα, ἂν ὁ πατέρας δέν ἦταν οὐράνιος; «Ἁμάρτησα λοιπόν», λέγει, «στόν οὐρανό», δηλαδὴ στούς ἁγίους πού εὑρίσκονται στόν οὐρανὸ καὶ εἶναι πολίτες τοῦ οὐρανοῦ, «καὶ σὲ σένα», ποὺ κατοικεῖς μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους σου στούς οὐρανούς. «Καὶ δέν εἶμαι πλέον ἄξιος νά ὀνομάζωμαι υἱός σου• κάμε μὲ σὰν ἕνα ἀπὸ τοὺς μισθωτοὺς σου». Καλῶς λέγει, σωφρονισμένος ἀπὸ τὴν τωρινὴ του ταπείνωση, «κάμε με» διότι δέν λαμβάνει κανεὶς ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ του τοὺς βαθμοὺς τῆς ἀρετῆς, ἂν καὶ ἐπίσης δέν τοὺς λαμβάνει χωρὶς τὴν προαίρεσή του. «Ἀφοῦ λοιπὸν ἐσηκώθηκε, ἦλθε στόν πατέρα του. Ἐνῶ δὲ ἀπεῖχε ἀκόμη πολύ». Πῶς καὶ ἦλθε καὶ συγχρόνως ἀπεῖχε πολύ, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ πατέρας του τὸν εὐσπλαγχνίσθηκε καὶ ἐξῆλθε πρὸς συνάντησή του;

 Ὁ ἄνθρωπος πού μετανοεῖ μὲ τὴν ψυχὴ του διὰ μὲν τῆς ἀγαθῆς προθέσεως καὶ τῆς ἀποχῆς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία φθάνει πρὸς τὸν Θεό· ἀπὸ τὴν κακὴ ὅμως συνήθεια καὶ τὶς προλήψεις τυραννούμενος νοερῶς, ἀπέχει ἀκόμη πολὺ ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ ἂν πρόκειται νά σωθεῖ, χρειάζεται μεγάλη ἀπὸ ἄνω εὐσπλαγχνία καὶ βοήθεια.

21. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ πατέρας τῶν οἰκτιρμῶν συγκαταβαίνοντας τὸν προϋπάντησε, τὸν ἀγκάλιασε καὶ τὸν κατεφίλησε, παρήγγειλε δὲ στούς δούλους του, δηλαδὴ στούς ἱερεῖς, νά τὸν ἐνδύσουν τὴν πρώτη στολή, δηλαδὴ τὴν υἱοθεσία, τὴν ὁποία καὶ πρωτύτερα εἶχε φορέσει διὰ τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, καὶ νά τοῦ βάλουν δακτυλίδι στό χέρι του, δηλαδὴ στό πρακτικὸ μέρος τῆς ψυχῆς πού δηλώνεται μὲ τὸ χέρι, νά τοποθετήσουν σφραγῖδα θεωρητικῆς ἀρετῆς, ὡς ἀρραβῶνα τῆς μελλοντικῆς κληρονομίας, ἀλλὰ καὶ ὑποδήματα στά πόδια, θεῖα δηλαδὴ φρουρὰ καὶ ἀσφάλεια πού θὰ τὸν ἐνδυναμώνει νά πατεῖ ἐπάνω σὲ ὄφεις καὶ σκορπιοὺς κι ἐπάνω σὲ ὅλη τή δύναμη τοῦ ἐχθροῦ. Ἔπειτα παραγγέλλει νά φέρουν καὶ σφάξουν ἕνα σιτευτὸ μόσχο καὶ νά τὸν παραθέσουν σὲ τραπέζι. Ὁ δὲ μόσχος εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ Ὁποῖος ἐξέρχεται μὲν ἀπὸ τὰ κρύφια τῆς θεότητος καὶ ἀπὸ τὸν θρόνο πού εὑρίσκεται ὑπεράνω τοῦ παντὸς καὶ ὅταν ἐφάνηκε σὰν ἄνθρωπος ἐπάνω στή γῆ θυσιάζεται ὡς μόσχος γιά χάρη ἡμῶν τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ ὡς σιτευτός, δηλαδὴ ὡς ἄρτος, παρατίθεται σὲ μᾶς πρὸς βρῶσιν.

22. Κάμνει δὲ κοινὴ τὴν μ’ αὐτὴ τὴν εὐκαιρία εὐφροσύνη καὶ εὐωχία ὁ Θεὸς μὲ τοὺς ἁγίους του, ἀναλαμβάνοντας ἀπὸ ἄκρα φιλανθρωπία τίς συνήθειές μας καὶ λέγοντας· «ἔλθετε νά φάγωμε κι εὐφρανθοῦμε». Ἀλλὰ ὁ πρεσβύτερος υἱὸς ὀργίζεται. Πρέπει νά ὑπονοεῖς, παρακαλῶ, πάλι τοὺς Ἰουδαίους  πού ὀργίζονται γι’ αὐτὴν τὴν πρόσκλησι, τοὺς Γραμματεῖς καὶ Φαρισαίους πού σκανδαλίζονται, διότι ὁ Κύριος ὑποδέχεται ἁμαρτωλοὺς καὶ συνεσθίει μὲ αὐτούς.

Ἐὰν δὲ θέλεις νά ἐννοήσεις τοῦτο καὶ ἐπὶ τῶν δικαίων, τὶ παράδοξο εἶναι, ἂν καὶ ὁ δίκαιος ἀγνοεῖ τὸν ἀνώτερο κάθε συλλήψεως πλοῦτο τῆς χρηστότητος τοῦ Θεοῦ; Γι’ αὐτὸ καὶ παρηγορεῖται ἀπὸ τὸν κοινὸ πατέρα καὶ διδάσκεται τὰ κατάλληλα ἀπὸ αὐτὸν μὲ τὰ λόγια, «ἐσὺ εἶσαι πάντοτε μαζί μου», μετέχοντας στήν ἀναλλοίωτη εὐφροσύνη·«ἔπρεπε λοιπὸν νά εὐχαριστηθεῖς καὶ νά χαρεῖς διότι αὐτὸς ὁ ἀδελφὸς σου ἦταν νεκρὸς καὶ ἀνέζησε, ἦταν χαμένος καὶ εὐρέθηκε». Ἦταν νεκρὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ἀνέζησε μὲ τὴν μετάνοια, ἦταν δὲ καὶ χαμένος, ἀφοῦ δέν ἦταν μαζὶ μὲ τὸν Θεό. Ἀφοῦ λοιπὸν εὑρέθηκε, γεμίζει τὸν οὐρανὸ μὲ χαρά, ὅπως ἔχει γραφεῖ, «χαρά γίνεται στόν οὐρανὸ γιά ἕναν ἁμαρτωλό πού μετανοεῖ».

23. Τὶ δὲ εἶναι αὐτὸ γιά τὸ ὁποῖο λυπεῖται ὁ πρεσβύτερος υἱός; «Ὅτι ἐμένα», λέγει, «δέν μοῦ ἔδωσες ποτέ ἕνα κατσίκι, γιά νά διασκεδάσω μὲ τοὺς φίλους μου, ὅταν δὲ ἦλθε αὐτὸς ὁ υἱός σου, ποὺ κατέφαγε τὴν περιουσία σου μὲ τὶς πόρνες, τοῦ ἔσφαξες τὸν μόσχο τὸν σιτευτό». Τόσο ἐξαίρετα εἶναι τὰ πρὸς ἐμᾶς χαρίσματα τοῦ Θεοῦ, ὥστε καὶ οἱ ἄγγελοι ἐπεθύμησαν νά κυττάξουν τὰ χαρισθέντα σ’ ἐμᾶς διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεώς του, ὅπως λέγει ὁ κορυφαῖος τῶν ἀποστόλων Πέτρος.

 Ἀλλὰ καὶ οἱ δίκαιοι ἐπεθύμησαν νά ἔλθει γι’ αὐτὰ ὁ Χριστὸς καὶ πρὶν ἀπὸ τὴν ὥρα του ἀκόμη, ὅπως καὶ ὁ Ἀβραὰμ ἐπεθύμησε νά ἴδει τὴν ἡμέρα του. Αὐτὸς βέβαια τότε δέν ἦλθε, καὶ ὅταν ἦλθε, δέν ἦλθε νά καλέσει δικαίους ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς σὲ μετάνοια, καὶ κυρίως ὑπὲρ αὐτῶν σταυρώνεται αὐτός πού ἀπαλείφει τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου· διότι ὑπερεπερίσσευσε ἡ χάρις, ὅπου ἐπλεόνασε ἡ ἁμαρτία.
24. Ὅτι δὲ δέν δίδει οὔτε ἕνα κατσίκι στούς δικαίους, ὅταν ζητοῦν, δηλαδὴ οὔτε ἕνα ἁμαρτωλό, γίνεται σ’ ἐμᾶς σαφὲς καὶ ἀπὸ ἄλλα πολλὰ καὶ ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὴν ὀπτασία τοῦ ἱεροῦ καὶ μακαρίου Καρποῦ. Διότι αὐτὸς ὄχι μόνο δέν εἰσακούσθηκε ὅταν καταράσθηκε μερικοὺς πονηροὺς ἄνδρες καὶ ἔλεγε ὅτι δέν εἶναι δίκαιο νά ζοῦν ἄνδρες ἄθεοι πού διαστρέφουν τοὺς εὐθεῖς δρόμους τοῦ Κυρίου, ἀλλὰ ἐδοκίμασε καὶ τὴν θεία ἀγανάκτησι καὶ ἄκουσε φρικώδεις λόγους πού ὠδηγοῦσαν στήν ἐπίγνωση τῆς ἀρρήτου καὶ ὑπὲρ νοῦν θείας ἀνοχῆς καὶ ἔπειθαν ὄχι μόνο νά μὴ καταρᾶται, ἀλλὰ καὶ νά εὔχεται ὑπὲρ αὐτῶν πού ζοῦν στήν πονηρία, διότι ὁ Θεὸς παρέχει σ’ ἐκείνους ἀκόμη προθεσμία μετανοίας. γιά νά δείξει λοιπὸν τοῦτο ὁ Θεὸς τῶν μετανοούντων, ὁ εὔσπλαγχνος πατήρ, καὶ γιά νά παραστήσει ἐπὶ πλέον ὅτι δίδει μεγάλα καὶ ἐπίφθονα δῶρα στούς ἐπιστρέφοντας μὲ μετάνοια, συνέθεσε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν παραβολή.
25. Ἂς ἐπιληφθοῦμε λοιπὸν κι ἐμεῖς, ἀδελφοί, τῆς μετανοίας μὲ ἔργα, ἂς ἐγκαταλείψωμε τὸν πονηρὸ καὶ τὰ βοσκήματά του·ἂς μείνωμε μακριὰ ἀπὸ τοὺς χοίρους καὶ ἀπὸ τὰ ξυλοκέρατα πού τοὺς τρέφουν, δηλαδὴ ἀπὸ τὰ βδελυρὰ πάθη καὶ τοὺς προσκολλημένους σ’ αὐτά· ἂς σταθοῦμε μακριὰ ἀπὸ τὴν πονηρὰ νομή, δηλαδὴ τὴν κακὴ συνήθεια ἂς ἀποφύγωμε τὴν χώρα τῶν παθῶν, δηλαδὴ τὴν ἀπιστία καὶ ἀπληστία καὶ ἀκρασία, ὅπου συμβαίνει φοβερὸς λιμὸς ἀγαθῶν καὶ ἐπέρχονται πάθη χειρότερα ἀπὸ τὸν λιμό• ἂς τρέξωμε πρὸς τὸν Πατέρα τῆς ἀφθαρσίας, τὸν δότη τῆς ζωῆς, βαδίζοντας τὴν ὁδὸ τῆς ζωῆς διὰ τῶν ἀρετῶν. Ἐκεῖ θὰ τὸν εὕρωμε νά ἔχει ἐξέλθει ἀπὸ φιλανθρωπία γιά προϋπάντηση καὶ νά μᾶς χαρίζει τὴν ἄφεσι τῶν ἁμαρτιῶν μας, τὸ σύμβολο τῆς ἀφθαρσίας, τὸν ἀρραβῶνα τῆς μελλοντικῆς κληρονομίας. Καὶ ὁ ἄσωτος υἱὸς ἄλλωστε, ὅπως ἐδιδαχθήκαμε ἀπὸ τὸν Σωτῆρα, ὅσον καιρὸ εὑρισκόταν στή χώρα τῶν παθῶν, ἂν καὶ ἐσκεπτόταν καὶ ἔλεγε τὰ λόγια τῆς μετανοίας, δέν ἐπέτυχε τίποτε τὸ καλό, ἕως ὅτου ἀφήνοντας ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας ἦλθε τρέχοντας πρὸς τὸν πατέρα κι ἀφοῦ ἐπέτυχε τὰ ἀνέλπιστα, ἔμεινε ὁπωσδήποτε στό ἑξῆς πλησίον του μὲ ταπείνωση, σωφρονώντας, δικαιοπραγώντας καὶ διατηρώντας ἀκέραια τὴν ἀνανεωμένη ἀπὸ τὸν Θεὸ χάρη.
26. Αὐτὴν τή χάρη εἴθε νά τὴν ἐπιτύχωμε ὅλοι μας καὶ νά τὴν διατηρήσωμε ἀμείωτη, ὥστε καὶ στόν μέλλοντα αἰῶνα νά συνευφρανθοῦμε μὲ τὸν σεσωσμένο ἄσωτο στήν ἄνω Ἱερουσαλήμ, τὴν μητέρα τῶν ζώντων, τὴν Ἐκκλησία τῶν πρωτοτόκων, ἐν Χριστῷ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν, στόν Ὁποῖο πρέπει δόξα στούς αἰῶνες. Γένοιτο.



Read more: http://iereasanatolikisekklisias.blogspot.com/2021/02/blog-post_1.html#ixzz6niieHTcu

Από τον π. Αλέξανδρο Σμέμαν στο Άγιο Πορφύριο με θέμα τη χαρά!!


Δελτίου τύπου

                      "Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου" 

Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2021 η δεύτερη από τις διαδικτυακές διαλέξεις του κύκλου «Καιρός του ποιήσαι» της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου. Ομιλητής ήταν ο π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος (
π. Λίβυος
), που ανέπτυξε το θέμα «Από τον π. Αλέξανδρο Σμέμαν στον Άγιο Πορφύριο με θέμα τη Χαρά». Η διάλεξη πραγματοποιήθηκε μέσω της πλατφόρμας Zoom και την παρακολούθησαν περισσότεροι από 500 ακροατές σε όλη την Ελλάδα αλλά και εκτός των συνόρων. Την εκδήλωση συντόνισε ο Διευθυντής της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου, Δρ. Παντελής Καλαϊτζίδης.
Ο π. Χαράλαμπος στην ομιλία του τόνισε ότι η χριστιανική ζωή δεν μπορεί να ταυτίζεται με την κατήφεια και την μιζέρια ή με την άρνηση της ζωής και των δώρων της δημιουργίας του Θεού. Μια πνευματικότητα που ακυρώνει και δεν μεταμορφώνει την ζωή και την κτίση δεν μπορεί να είναι χριστιανική. Μια από τις μεγαλύτερες κατηγορίες που δέχθηκε η Χριστιανική εκκλησία ήταν ότι απώλεσε από την ζωή της κοινότητας την χαρά του Πνεύματος, αντικαθιστώντας την με μια νεφελώδη εξαϋλωμένη μεταφυσική εμπειρία.
Όμως η πνευματικότητα του Σμέμαν και του Αγίου Πορφυρίου, δεν είναι ούτε άυλη ούτε ασώματη, αλλά σαρκωμένη. Είναι η παρουσία Εκείνου που είναι ήδη εδώ ως ερχόμενος από το μέλλον. Είναι μια πνευματικότητα που ντύνει στα γιορτινά την ασημαντότητα του καθημερινού. Που μεταμορφώνει το επαναλήψιμο σε μοναδικό και κάνει το εφήμερο να ιριδίζει στα χρώματα της αιώνιας Βασιλείας του Θεού. Έτσι, όταν στην Ορθόδοξη εκκλησία μιλάμε για παράδοση δεν μιλάμε για πράξεις που επαναλαμβάνονται στο χρόνο ή για συνήθειες και αντιλήψεις του παρελθόντος, αλλά για την ενεργούσα παρουσία του Αγίου Πνεύματος στην ζωή των μελών της εκκλησίας.
Αυτήν την κοινή παρουσία του Πνεύματος συναντάει κανείς διαβάζοντας τα κείμενα του π. Αλέξανδρου Σμέμαν και τους λόγους του Αγίου Πορφυρίου του Καυσοκαλυβίτη. Η μαρτυρία των δυο αυτών εκκλησιαστικών ανδρών τονίζει με απόλυτο τρόπο, ότι η Χαρά ως καρπός του Αγίου Πνεύματος αποτελεί το κριτήριο της υγιούς χριστιανικής πνευματικότητας, που βιώνεται παρά τα προβλήματα και τις δυσκολίες της ζωής. Όπου απουσιάζει η χαρά απουσιάζει κι ο Θεός.

Για να δείτε το πρόγραμμα των επόμενων διαλέξεων της σειράς πατήστε εδώ: https://www.acadimia.org/nea-anakoinoseis/deltia-typou/815-e


Ο ΕΠΟΜΕΝΟΣ Α(ΔΙΑ) ΝΟΗΤΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΑΣ SKY ΜΥΤΗ ΜΕ ΤΟ ΓΝΩΣΤΟ ΘΡΑΣΟΣ ΤΗΣ ΗΜΙΜΑΘΕΙΑΣ ΣΤΟ ΓΝΩΣΤΟ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΟ ΑΝΤΡΟ.
ΟΥΤΕ Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΣΜΕΜΑΝ ΠΙΣΤΕΨΕ ΠΟΤΕ ΤΟΥ ΟΤΙ ΗΤΑΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΓΙΑ ΝΑ ΕΧΟΥΜΕ ΕΣΤΩ ΤΗΝ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΟΙΑΣ, ΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ.

Από το “Ημερολόγιο” του Αλεξάνδρου Σμέμαν

«Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου, 1980

Γενικά, νιώθω όλο και πιο αποξενωμένος, απομακρυσμένος απ’ όσα έχω να κάνωΠαίζω όλους μου τους ρόλους – Σεμινάριο, θεολογία, Εκκλησία, Ρώσοι εμιγκρέδες, αλλά κυριολεκτικά «ρόλους». Δεν ξέρω πώς ν’ αποτιμήσω αυτούς τους ρόλους, τί είναι. Ίσως απλή τεμπελιά, ίσως κάτι βαθύτερο. Για να είμαι τίμιος, δεν γνωρίζω. Το μόνο που ξέρω είναι πως αυτή η αποξένωση δεν με κάνει δυστυχισμένο. Ουσιαστικά είμαι αρκετά ευχαριστημένος με τη μοίρα μου και δεν θα ήθελα κάποια άλλη. Κατά κάποιο τρόπο, μου αρέσει ο καθένας απ’ αυτούς τους ρόλους, ο καθένας απ’ αυτούς τους κόσμους, και μάλλον θα έπληττα αν τους στερούμουν. Αλλά δεν μπορώ να ταυτιστώ μαζί τους. Σκέφτομαι χονδρικά ως εξής: έχω μια εσωτερική ζωή, αλλά η πνευματική μου κρατιέται χαμηλά. Ναι, έχω πίστη, αλλά με ολοκληρωτική απουσία ενός προσωπικού μαξιμαλισμού, τον όποιο τόσο προφανώς απαιτεί το Ευαγγέλιο.

Απ’ την άλλη πλευρά όλα όσα διαβάζω για την πνευματική ζωή, όλα όσα βλέπω στους ανθρώπους που τη ζουν, κάπως με ερεθίζουν. Τί συμβαίνει; Είναι αυτοάμυνα, είναι φθόνος γι’ αυτούς που τη ζουν, και γι’ αυτό μια επιθυμία να τη δυσφημίσω; Κατόπιν, τυχαία, διάβασα ένα απόσπασμα από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο για την ανάγκη να μισήσεις το σώμα σου, και αμέσως ένιωσα πως όχι μόνο ό,τι χειρότερο υπάρχει μέσα μου, αλλά και κάτι άλλο είναι που δεν συμφωνεί μ’ αυτό, που δεν το δέχεται.

Απλά ερωτήματα για μια απλή επίγεια ανθρώπινη ευτυχία: για τη χαρά που ξεπερνά τον φόβο του θανάτου• για τη ζωή στην οποία μας έχει καλέσει ο Θεός. για το γιατί και το πώς λάμπει ο ήλιος• για το ποιοι είναι οι ορίζοντες της Λαμπέλ, οι απαλοί λόφοι της που σκεπάζονται από δένδρα, ο απέραντος ουρανός της και οι λαμπρές ακτίνες του ήλιου. Απλά ερωτήματα!»