Συνέχεια από: Πέμπτη 27 Νοεμβρίου 2025
Του CARLO ARATA
LA METAFISICA DELLA PRIMA PERSONA (EGO SUM QUI SUM)
Rivista di Filosofia Neo-Scolastica
Vol. 81, No. 2 (aprile-giugno 1989), pp. 181-200 (20 pages)
Vita e Pensiero – Pubblicazioni dell’Università Cattolica del Sacro Cuore
Rivista di Filosofia Neo-Scolastica
Vol. 81, No. 2 (aprile-giugno 1989), pp. 181-200 (20 pages)
Vita e Pensiero – Pubblicazioni dell’Università Cattolica del Sacro Cuore
Μέρος πρώτο
......Ego Sum Qui Sum, Πρώτο Πρόσωπο, Θεός ως Θεός.
Actus που υπάρχει επειδή λέει “Εγώ”, και δεν λέει “εκείνο” επειδή είναι… το ουδέτερο μηδενιστικό Ipsum esse.
Actus ut Sum, επιμένουμε, που ως αρχέγονο θετικό Ego, μη εννοιολογημένο, αδιαλεκτικό, είναι μονοσημία δικαιωματική που αποκλείει από τη ρίζα το ἕτερον. Και μαζί με το ἕτερον²¹ αποκλείει επίσης το «τὸ ὄν λέγεται πολλαχῶς» του Αριστοτέλη, δηλαδή την analogia entis ως υποτιθέμενη φυσιοκρατική δομή δικαιωματική του Είναι.
Γι’ αυτό τα όντα —αν είναι— είναι ως γεγονός θαυμαστό, ως συμβάν. Μόνο έτσι, όπως ήδη αναφέρθηκε, τίποτε δεν προϋποτίθεται ούτε μπορεί να προϋποτεθεί ως προς τον Θεό ως Θεό. Ο Θεός είναι Θεός μόνο ως Πρώτο Πρόσωπο. Μόνο έτσι είναι Dominus, Κύριος εαυτού, ο οποίος, κυριαρχικά, ως αρχέγονη εγο-ελευθερία, μπορεί ελευθέρως να καθιστά κοινωνούς των τελειοτήτων του κάποιο άλλο ή άλλους, στο θαυμαστό μυστήριο της δημιουργίας.
Δεν είναι τυχαίο, καίρια μάλιστα, ότι άλλο είναι το λέγειν “εγώ”, που είναι ένα λέγεσθαι αλλά όχι ένα τίθεσθαι (“γνωρίζω ότι είμαι, αλλά δεν γνωρίζω ποιος είμαι”), και άλλο το λέγειν “Εγώ”, που είναι αρχέγονο αυτό-τίθεσθαι. Σ’ αυτή τη θεμελιώδη διάκριση βρίσκεται το θαυμαστό μυστήριο της δημιουργίας, το θαυμαστό μυστήριο του ανθρώπου.........
Δεν ορίζεται πλέον ο Θεός ως Πρώτο Πρόσωπο, το οποίο είναι ορθά και αναντικατάστατα τέτοιο μόνο ως Actus ut Sum (Πράξις ως Εἰμί), χωρίς να σημαίνει ωστόσο την μεταφυσική λύτρωση του Ipsum esse, που από εμάς αναγιγνώσκεται με ουδέτερο μηδενιστικό τρόπο. Διότι, εάν πράγματι είναι αλήθεια ότι στον Θωμά το Ipsum esse και το esse ως Actus essendi (Ενεργεία τοῦ εἶναι) ταυτίζονται, είναι εξίσου αναμφισβήτητο ότι το esse ut actus του Θωμά είναι —το επαναλαμβάνουμε— εξίσου ουδέτερο-μηδενιστικό όσο και το Ipsum esse με το οποίο, όχι τυχαία, συμπίπτει. Και αυτό ακριβώς διότι μόνο το Actus ut Sum ως το πρωταρχικό Πρώτο Πρόσωπο είναι πράγματι actus κατοχυρωμένο έναντι κάθε ουσιοκρατικής απειλής, καθώς και έναντι κάθε ερμηνείας του ως αδιαφανούς, απρόσωπα φυσικιστικής «ενέργειας του είναι». Το αποφασιστικό «ποιοτικό άλμα», όπως ήδη σημειώθηκε, δίνεται ανάμεσα στη θετικότητα του Actus ut Sum ή του esse ut Prima Persona (το εἶναι ως Πρώτο Πρόσωπο) ή ut Ego και στην ανεξιλέωτη ουδέτερη-μηδενιστική αρνητικότητα του τρίτου προσώπου. Είτε πρόκειται για το ipsum esse, είτε, που είναι το ίδιο, για το actus essendi ως απρόσωπη όσο και φυσικιστική (naturalistico) «Ενέργεια» του είναι.
Με αυτό επιβεβαιώνεται η ανεκλύτρωτη ουδέτερη-μηδενιστική διάσταση του «μεταφυσικού» Θωμά, όπως επιβεβαιώνεται βεβαίως και η, παρά τη δύναμή της, προσωποκεντρική διόρθωση που επιτελεί ο «θεολόγος» Θωμάς. Το Ipsum esse λοιπόν, και μαζί του αχώριστα το actus essendi ή το esse ut actus (το είναι ως πράξη) του Θωμά, καθότι βρίσκονται υπό το σημείο του ουδέτερου-μηδενιστικού, αποτυγχάνουν να θεμελιώσουν τον Θεό ως Πρόσωπο. Και ακριβώς λόγω όσων προέκυψαν σχετικά με το δεσμό esse–persona στη θεμελιώδη του ανάδυση ως δεσμό Sum–Πρώτο Πρόσωπο, αποτυγχάνοντας να θεμελιώσουν τον Θεό ως Πρόσωπο —που είναι τέτοιος ως Πρώτο Πρόσωπο— αποτυγχάνουν να θεμελιώσουν τον Θεό ως Θεό. Και κατ’ αυτόν τον τρόπο αποτυγχάνει και το υπάρχειν ως υπάρχειν, το οποίο είναι τέτοιο όχι ως Ipsum esse, αλλά ως Actus ut Sum. Διότι, εάν ο Θεός δεν είναι «πρώτο πρόσωπο», ο Θεός δεν είναι πρόσωπο· όπως και αν το Είναι δεν είναι πρώτο πρόσωπο, το Είναι δεν είναι. Όχι πλέον λοιπόν aut Deus ut Persona aut nihil (ή Θεός ως Πρόσωπο ή τίποτα), αλλά aut Deus ut Ego aut nihil (Θεός ως Εγώ ή τίποτα).
Ο Θεός λοιπόν ως το πρωταρχικό Actus ut Sum Πρώτο Πρόσωπο είναι και δεν μπορεί να μην είναι, όχι επειδή… είναι, αλλά επειδή είναι Αυτός που Είναι. Το να υπάρχει κανείς σημαίνει να λέγει για τον εαυτό του «Εγώ». Το να λέγει κανείς για τον εαυτό του «Εγώ» είναι το να υπάρχει. Ego Sum Qui Sum. Και όχι Ego Sum Qui Est, όπως όχι τυχαία αλλά αποκαλυπτικά το διαβάζει ο άγιος Θωμάς, αρνητικά επηρεασμένος από το ουδέτερο-μηδενιστικό Ipsum esse. Και ακριβώς ως πρωταρχικό, α-εννοιολογικό και α-διαλεκτικό Actus ut Sum, το λεχθέν «λέγω Εγώ» δεν είναι απλός τρόπος του λέγειν, χονδροειδής και αφελής ανθρωπομορφική μεταφορά που δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια. Καθόλου τυχαία, το λεχθέν «Εγώ» που αναδύεται στο επίπεδο της πρωταρχικής α-εννοιολογικής α-διαλεκτικότητας (Actus ut Sum) εκφράζει και φωτίζει —χωρίς βεβαίως ποτέ να εξαντλεί— το πώς και το γιατί, εντός του esse ut Sum ή Πρώτου Προσώπου, το Sum όταν λέγει τον εαυτό του, λέγει ακριβώς «Εγώ» και όχι «το είναι είναι»… ή «το είναι δεν είναι το ον». Με το οποίο, λέγοντας τον εαυτό του, θα έλεγε «άλλο», αλλοτριούμενο. Και φωτίζει όχι μόνο αυτό. Διότι αναδύεται επίσης, μέσα από το «Εγώ», ότι θα ήταν όχι μυστηριώδες αλλά παράλογο ο Θεός, Actus ut Sum, όταν λέγει τον εαυτό του, να λέγει «Εγώ» όχι από τον εαυτό του, αλλά μέσω ενός άλλου ή άλλων. Από όπου προκύπτει και εδώ η άμεση, παράλογη αλλοτρίωση ή «γίγνεσθαι άλλο» του ποτέ-άλλου ίδιου.
Το λεχθέν «Εγώ» είναι λοιπόν το να λέγει κανείς τον εαυτό του κυριολεκτικά και πλήρως, απρόσβλητο από κάθε ανθρωπομορφική ερμηνεία: είναι η ίδια η ανάδυση του εγωμορφισμού δικαιωματικά ανήκοντος στο Είναι, στην Αλήθεια ως πρωταρχικής εγω-θεολογικότητας. Ego Sum Qui Sum, αυτό το αληθευτικό λέγειν εαυτού, στο οποίο και μέσω του οποίου αναδύεται ότι η Μεταφυσική του Πρώτου Προσώπου, όπως εδώ αναγγέλλεται και προτείνεται με ουσιαστικά και αποφασιστικά χαρακτηριστικά, τη στιγμή που προκαλεί και διαψεύδει κάθε απόπειρα να μειωθεί στη mera «αναπαράσταση» του Χέγκελ ή στο οντικό του Χάιντεγκερ, επιβάλλει με σημασία μια ριζικά νέα «ανάγνωση» του ανθρωπομορφισμού από τον Ξενοφάνη έως τον Χιουμ και τον Φόιερμπαχ. Και αυτό ακριβώς εντός και χάρη στην ανάδυση του εγωμορφισμού δικαιωματικά ανήκοντος στο Είναι. Εγωμορφισμού δικαιωματικά ανήκοντος στο είναι, ο οποίος ισχύει όχι μόνο απέναντι στη υπερβολικά εύκολη όσο και παράνομη ανθρωπομορφική ένσταση, αλλά και απέναντι στον δήθεν ριζικό «αντιπροσωποκεντρισμό» της Σχολής της υποψίας (Μαρξ, Νίτσε, Φρόυντ). Καθόλου τυχαία, κανένα «πέραν του υποκειμένου», κανένα «πέραν του προσώπου» δεν έχει νόημα πριν από εκείνη και μόνο εκείνη την ορθή και έγκυρη ανάδυση του υποκειμένου —ή μάλλον, του προσώπου— όπως αυτή εμφανίζεται αποκλειστικά εντός της Μεταφυσικής του Πρώτου Προσώπου. Και είναι ακριβώς εντός της οπτικής ή σημασίας που αυτή αποφασιστικά διαθέτει, που η ίδια η μηδενιστική αρνητικότητα του «ουδέτερου» —η οποία φαίνεται έμφυτη σε κάθε λόγο που, λογομορφικός ή μη λογομορφικός, είναι πάντως ασυνείδητος ή λησμονών τα δικαιώματα του Πρώτου Προσώπου, της πρωταρχικής Λέξης— μπορεί, τη στιγμή που ως «ουδέτερος» καταγγέλλεται και αποκαλύπτεται στη μηδενιστική του αρνητικότητα, να απο-αλλοτριωθεί, να μεταμορφωθεί, να τεθεί υπό νέο φως. Αυτό συμβαίνει παραδειγματικά όσο και σημαδιακά τη στιγμή κατά την οποία ο ουδέτερος λογομορφικός λόγος αναγνωρίζει ότι ο ανθρωπομορφισμός, που παρά τη θέλησή του τού είναι έμφυτος (η «καθαρή» λογική είναι αυταπάτη), οφείλει να αναγνωστεί εκ νέου υπό το φως του εγωμορφισμού δικαιωματικά ανήκοντος στο Είναι και στην Αλήθεια ή, το οποίο είναι το ίδιο, της πρωταρχικής εγω-θεολογικότητας της Αλήθειας του είναι. Και αυτό εντός και χάρη στην εγω-εκφωνησιμότητα του Είναι, η οποία, ως η μόνη «οντολογικότητα» του λέγειν, είναι η μόνη Αλήθεια της Λέξεως, η οποία, ως εγγυήτρια της μη-αναγώγιμης φύσης του είναι σε απλή γλωσσικότητα, συνεπάγεται τη ριζικότερη μεταρρύθμιση του δεσμού κυριολεξίας–μεταφοράς–ανθρωπομορφισμού. Και δη ακριβώς εκείνη τη ριζική αναθεώρηση του ανθρωπομορφικού που επιβάλλεται από τον εγωμορφισμό δικαιωματικά ανήκοντα στο Είναι, με ποινή —όπως είδαμε— τον «μηδενισμό», ριζικό όσο και ανεξλύτρωτο.
Το να λέγει κανείς «εγώ», προέκυψε, δεν είναι του ανθρώπου ούτε μόνο του ανθρώπου. Το να λέγει κανείς «εγώ», και όχι μεταφορικά, αλλά κατά τρόπο μονοσήμαντο, κυριολεκτικό και αναντικατάστατο δικαιωματικά, είναι του Θεού και μόνο του Θεού. Πρωταρχική εγω-εκφωνησιμότητα: Ego Sum Qui Sum, Ego Sum Veritas.
Εξακολουθώντας το θέμα του ανθρωπομορφισμού, ως ασυνείδητου, αλλοτριωμένου ανθρωποκεντρισμού λησμονούντος τον εγωμορφισμό της Αλήθειας του είναι, και ανακαλούμενοι σε θέμα που εισήχθη ήδη από την αρχή των παρόντων σελίδων, είναι εδώ έμφυτη κάποια πρόσθετη παρατήρηση σχετικά με την «ανάγνωση» της Μεταφυσικής του Πρώτου Προσώπου ως ακόμη ένα όσο και αφελές, απερίσκεπτο επεισόδιο της «τρέλας» του εγωκεντρικού-σολιψιστικού. Ego Sum, Ego solus Sum, Ego Deus Sum. Τρελή, παραληρηματική θεολογικοποίηση του εμπειρικού εγώ. Ή καλύτερα του «εγώ» της εμπειρίας, του γράφοντος, και ακριβώς γι’ αυτό του εμπειρικού εγώ καθιστάμενου μοναδικό ως solus ego. Απέναντι σε μια τέτοια ενδεχόμενη ένσταση, επιτρέπεται πλέον να σημειωθεί ότι, εντός του δεσμού εμπειρικού–υπερβατολογικού, το «φως» —ή πάντως το δήθεν φως— χάρη στο οποίο το solus ego «τρελά» αποπειράται να αναγνωρίσει εαυτό ως τέτοιο, είναι εντέλει, στο συνειδητό ή το ασυνείδητο, πάντοτε, «αβερροϊστικά», καθολικό φως ή λογο-μηδενιστικό λογομορφικό. Και ακριβώς γι’ αυτό, σε σχέση με όσα αναδύθηκαν ως αποφασιστική σημασία των παρόντων σελίδων σχετικά με την μηδενιστική σημασία κάθε λόγου που εμφανίζεται ως ουδέτερος ή ως «κανείς», δεν αποτελεί εξαίρεση το solus ipse που ψευδαισθητικά αυτο-συνεκροτείται ως solus ego. Και αυτό ισχύει για κάθε θεματική του «εγώ» εντός του δεσμού εμπειρικού–υπερβατολογικού, που χαρακτηρίζει τον υπερβατολογικό ιδεαλισμό, περιλαμβανομένου —έστω και παρά ταύτα— του Χούσσερλ. Το «πρώτο πρόσωπο» ως Actus ut Sum δεν έχει λοιπόν ουδεμία σχέση με τις μορφές και τους τρόπους με τους οποίους η μαρτυρία, όσο αναπόδραστη κι αν είναι, της εγωϊστικής αξίωσης λαμβάνει χώρα εντός φιλοσοφικού πλαισίου ανίκανου εκ θεμελίων να εγγυηθεί εκείνη την γνήσια «οντολογικο-αληθευτική» θεμελίωση που συμβαίνει μόνο στη Μεταφυσική του Πρώτου Προσώπου. Αυτό δεν αναιρεί, ωστόσο, μια ιδιαίτερη σημασία στην —παρά ταύτα— τρελή λυσιφερική σαγήνη της σολιψιστικής ερήμου. Σημασία που συνίσταται και συνοψίζεται στο αίσθημα ή προαίσθηση ότι η έρημος—Γολγοθάς του σολιψισμού είναι ίσως εμπειρία που εκφράζει το να αναγνωρίζει κανείς τον εαυτό του ως Θεό, ως εύλογη προϋπόθεση για να κατανοήσει καλύτερα ότι ο Θεός ή είναι Πρώτο Πρόσωπο ή δεν είναι. Και δη, πάντοτε, η εναλλακτική του Γιακόμπι, η οποία μόνο εδώ ανευρίσκει την αλήθεια της: aut Deus ut Ego, Prima Persona, aut nihil (ή ο Θεός ως Εγώ, ως Πρώτο Πρόσωπο, ή τίποτα).
Η Μεταφυσική του Πρώτου Προσώπου, όπως εδώ αναγγέλλεται και προτείνεται κατά τινές αποφασιστικές της όψεις, είναι λοιπόν, αυτή και μόνο αυτή, η αλήθεια του «θεολογικού προσωπισμού»: aut Deus non ut Persona, ma ut Ego, Prima Persona, aut nemo… aut nihil (ή ο Θεός όχι ως Πρόσωπο, αλλά ως Εγώ, ως Πρώτο Πρόσωπο, ή κανείς… ή τίποτα). Προσωπισμός θεολογικός του οποίου το νόημα, μόνο αν μεταγραφεί και ποιοτικά μεταμορφωθεί ως Actus ut Sum, Prima Persona, Parola originaria, απο-αλλοτριώνεται, νικώντας από ρίζα εκείνη την ουδέτερη-μηδενιστική ή λογομορφικο-εννοιακή απειλή που ανέκαθεν τον υπονόμευε, καταδικάζοντάς τον στον μη-νόημα. Μόνο δι’ αυτής η Πρόσωπο, ή μάλλον Deus ut Persona, αποφεύγει το να καταστεί, άθελά του —όπως προέκυψε— επεισόδιο ή κεφάλαιο της θεολογίας του «εννοίου» του Χέγκελ, η οποία, ως θεολογία του ουδέτερου, του «κανενός», είναι θεολογία μηδενιστική, στην οποία υπάγεται, όπως προέκυψε, όχι μόνο το Das Logische του Χέγκελ, αλλά ήδη το Ipsum esse του «μεταφυσικού» Θωμά. Στην οποία υπάγεται, δηλαδή, κάθε απόπειρα να αποδειχθεί ο Θεός με αμιγώς «λογικό-επαγωγικό» τρόπο, όπως και κάθε απόπειρα «αυτο-εμφάνισής» του διαμέσου διαλεκτικού-συλλογιστικού σχήματος.
Ο Θεός στην πραγματικότητα αποδεικνύεται μόνο στον βαθμό που… εμφανίζεται. Και εμφανίζεται, δηλαδή είναι, μόνον ως Actus ut Sum, ως Ego, ως Πρώτο Πρόσωπο. Εδώ και μόνο εδώ έχει τη ρίζα του νοήματος και της αποφασιστικής του αλήθειας ο ισχυρισμός ότι «η ύπαρξη δεν είναι έννοια». Εδώ και μόνο εδώ «εκρήγνυται» ότι μόνο επειδή το Ego ως Actus ut Sum δεν είναι αυταπάτη ή μεταφορά, η Veritas δεν είναι απλώς flatus vocis (κενός ήχος), αλλά ἀλήθεια με θετικό περιεχόμενο. Εδώ και μόνο εδώ, έτσι και μόνο έτσι, πέρα από κάθε αμφισημία, όχι τυχαία στενό συγγενή του ουδέτερου-μηδενιστικού, ο Θεός που είναι Θεός ως Actus ut Sum, ως Λέγειν-τον-εαυτό-του, ως Πρωταρχική Λέξη, αποφασίζει ότι ενδεχόμενη αποκάλυψή του είναι εξίσου κυριολεκτική και όχι τρόπος του λέγειν.
Αυτό είναι, μέσα στο θαύμα, η ύψιστη προφανότητα–μυστήριο μέσα στην οποία εμπλέκεται ο άνθρωπος. Το ότι ο Θεός αποδείχνεται μόνο στον βαθμό που φανερώνεται παραμένει έτσι ύψιστη προφανότητα–μυστήριο, λυμένη όμως από την ουδετερο-μηδενιστική ασάφεια που χαρακτηρίζει την αδιαφοροποίητη ταύτιση του «λέγειν-εαυτόν» με το «αποκαλύπτεσθαι». Πράγμα που είναι το ίδιο με το να διαφυλάσσεται «αληθευτικά» το νόημα της Δημιουργίας.
Τέλος
Με αυτό επιβεβαιώνεται η ανεκλύτρωτη ουδέτερη-μηδενιστική διάσταση του «μεταφυσικού» Θωμά, όπως επιβεβαιώνεται βεβαίως και η, παρά τη δύναμή της, προσωποκεντρική διόρθωση που επιτελεί ο «θεολόγος» Θωμάς. Το Ipsum esse λοιπόν, και μαζί του αχώριστα το actus essendi ή το esse ut actus (το είναι ως πράξη) του Θωμά, καθότι βρίσκονται υπό το σημείο του ουδέτερου-μηδενιστικού, αποτυγχάνουν να θεμελιώσουν τον Θεό ως Πρόσωπο. Και ακριβώς λόγω όσων προέκυψαν σχετικά με το δεσμό esse–persona στη θεμελιώδη του ανάδυση ως δεσμό Sum–Πρώτο Πρόσωπο, αποτυγχάνοντας να θεμελιώσουν τον Θεό ως Πρόσωπο —που είναι τέτοιος ως Πρώτο Πρόσωπο— αποτυγχάνουν να θεμελιώσουν τον Θεό ως Θεό. Και κατ’ αυτόν τον τρόπο αποτυγχάνει και το υπάρχειν ως υπάρχειν, το οποίο είναι τέτοιο όχι ως Ipsum esse, αλλά ως Actus ut Sum. Διότι, εάν ο Θεός δεν είναι «πρώτο πρόσωπο», ο Θεός δεν είναι πρόσωπο· όπως και αν το Είναι δεν είναι πρώτο πρόσωπο, το Είναι δεν είναι. Όχι πλέον λοιπόν aut Deus ut Persona aut nihil (ή Θεός ως Πρόσωπο ή τίποτα), αλλά aut Deus ut Ego aut nihil (Θεός ως Εγώ ή τίποτα).
Ο Θεός λοιπόν ως το πρωταρχικό Actus ut Sum Πρώτο Πρόσωπο είναι και δεν μπορεί να μην είναι, όχι επειδή… είναι, αλλά επειδή είναι Αυτός που Είναι. Το να υπάρχει κανείς σημαίνει να λέγει για τον εαυτό του «Εγώ». Το να λέγει κανείς για τον εαυτό του «Εγώ» είναι το να υπάρχει. Ego Sum Qui Sum. Και όχι Ego Sum Qui Est, όπως όχι τυχαία αλλά αποκαλυπτικά το διαβάζει ο άγιος Θωμάς, αρνητικά επηρεασμένος από το ουδέτερο-μηδενιστικό Ipsum esse. Και ακριβώς ως πρωταρχικό, α-εννοιολογικό και α-διαλεκτικό Actus ut Sum, το λεχθέν «λέγω Εγώ» δεν είναι απλός τρόπος του λέγειν, χονδροειδής και αφελής ανθρωπομορφική μεταφορά που δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια. Καθόλου τυχαία, το λεχθέν «Εγώ» που αναδύεται στο επίπεδο της πρωταρχικής α-εννοιολογικής α-διαλεκτικότητας (Actus ut Sum) εκφράζει και φωτίζει —χωρίς βεβαίως ποτέ να εξαντλεί— το πώς και το γιατί, εντός του esse ut Sum ή Πρώτου Προσώπου, το Sum όταν λέγει τον εαυτό του, λέγει ακριβώς «Εγώ» και όχι «το είναι είναι»… ή «το είναι δεν είναι το ον». Με το οποίο, λέγοντας τον εαυτό του, θα έλεγε «άλλο», αλλοτριούμενο. Και φωτίζει όχι μόνο αυτό. Διότι αναδύεται επίσης, μέσα από το «Εγώ», ότι θα ήταν όχι μυστηριώδες αλλά παράλογο ο Θεός, Actus ut Sum, όταν λέγει τον εαυτό του, να λέγει «Εγώ» όχι από τον εαυτό του, αλλά μέσω ενός άλλου ή άλλων. Από όπου προκύπτει και εδώ η άμεση, παράλογη αλλοτρίωση ή «γίγνεσθαι άλλο» του ποτέ-άλλου ίδιου.
Το λεχθέν «Εγώ» είναι λοιπόν το να λέγει κανείς τον εαυτό του κυριολεκτικά και πλήρως, απρόσβλητο από κάθε ανθρωπομορφική ερμηνεία: είναι η ίδια η ανάδυση του εγωμορφισμού δικαιωματικά ανήκοντος στο Είναι, στην Αλήθεια ως πρωταρχικής εγω-θεολογικότητας. Ego Sum Qui Sum, αυτό το αληθευτικό λέγειν εαυτού, στο οποίο και μέσω του οποίου αναδύεται ότι η Μεταφυσική του Πρώτου Προσώπου, όπως εδώ αναγγέλλεται και προτείνεται με ουσιαστικά και αποφασιστικά χαρακτηριστικά, τη στιγμή που προκαλεί και διαψεύδει κάθε απόπειρα να μειωθεί στη mera «αναπαράσταση» του Χέγκελ ή στο οντικό του Χάιντεγκερ, επιβάλλει με σημασία μια ριζικά νέα «ανάγνωση» του ανθρωπομορφισμού από τον Ξενοφάνη έως τον Χιουμ και τον Φόιερμπαχ. Και αυτό ακριβώς εντός και χάρη στην ανάδυση του εγωμορφισμού δικαιωματικά ανήκοντος στο Είναι. Εγωμορφισμού δικαιωματικά ανήκοντος στο είναι, ο οποίος ισχύει όχι μόνο απέναντι στη υπερβολικά εύκολη όσο και παράνομη ανθρωπομορφική ένσταση, αλλά και απέναντι στον δήθεν ριζικό «αντιπροσωποκεντρισμό» της Σχολής της υποψίας (Μαρξ, Νίτσε, Φρόυντ). Καθόλου τυχαία, κανένα «πέραν του υποκειμένου», κανένα «πέραν του προσώπου» δεν έχει νόημα πριν από εκείνη και μόνο εκείνη την ορθή και έγκυρη ανάδυση του υποκειμένου —ή μάλλον, του προσώπου— όπως αυτή εμφανίζεται αποκλειστικά εντός της Μεταφυσικής του Πρώτου Προσώπου. Και είναι ακριβώς εντός της οπτικής ή σημασίας που αυτή αποφασιστικά διαθέτει, που η ίδια η μηδενιστική αρνητικότητα του «ουδέτερου» —η οποία φαίνεται έμφυτη σε κάθε λόγο που, λογομορφικός ή μη λογομορφικός, είναι πάντως ασυνείδητος ή λησμονών τα δικαιώματα του Πρώτου Προσώπου, της πρωταρχικής Λέξης— μπορεί, τη στιγμή που ως «ουδέτερος» καταγγέλλεται και αποκαλύπτεται στη μηδενιστική του αρνητικότητα, να απο-αλλοτριωθεί, να μεταμορφωθεί, να τεθεί υπό νέο φως. Αυτό συμβαίνει παραδειγματικά όσο και σημαδιακά τη στιγμή κατά την οποία ο ουδέτερος λογομορφικός λόγος αναγνωρίζει ότι ο ανθρωπομορφισμός, που παρά τη θέλησή του τού είναι έμφυτος (η «καθαρή» λογική είναι αυταπάτη), οφείλει να αναγνωστεί εκ νέου υπό το φως του εγωμορφισμού δικαιωματικά ανήκοντος στο Είναι και στην Αλήθεια ή, το οποίο είναι το ίδιο, της πρωταρχικής εγω-θεολογικότητας της Αλήθειας του είναι. Και αυτό εντός και χάρη στην εγω-εκφωνησιμότητα του Είναι, η οποία, ως η μόνη «οντολογικότητα» του λέγειν, είναι η μόνη Αλήθεια της Λέξεως, η οποία, ως εγγυήτρια της μη-αναγώγιμης φύσης του είναι σε απλή γλωσσικότητα, συνεπάγεται τη ριζικότερη μεταρρύθμιση του δεσμού κυριολεξίας–μεταφοράς–ανθρωπομορφισμού. Και δη ακριβώς εκείνη τη ριζική αναθεώρηση του ανθρωπομορφικού που επιβάλλεται από τον εγωμορφισμό δικαιωματικά ανήκοντα στο Είναι, με ποινή —όπως είδαμε— τον «μηδενισμό», ριζικό όσο και ανεξλύτρωτο.
Το να λέγει κανείς «εγώ», προέκυψε, δεν είναι του ανθρώπου ούτε μόνο του ανθρώπου. Το να λέγει κανείς «εγώ», και όχι μεταφορικά, αλλά κατά τρόπο μονοσήμαντο, κυριολεκτικό και αναντικατάστατο δικαιωματικά, είναι του Θεού και μόνο του Θεού. Πρωταρχική εγω-εκφωνησιμότητα: Ego Sum Qui Sum, Ego Sum Veritas.
Εξακολουθώντας το θέμα του ανθρωπομορφισμού, ως ασυνείδητου, αλλοτριωμένου ανθρωποκεντρισμού λησμονούντος τον εγωμορφισμό της Αλήθειας του είναι, και ανακαλούμενοι σε θέμα που εισήχθη ήδη από την αρχή των παρόντων σελίδων, είναι εδώ έμφυτη κάποια πρόσθετη παρατήρηση σχετικά με την «ανάγνωση» της Μεταφυσικής του Πρώτου Προσώπου ως ακόμη ένα όσο και αφελές, απερίσκεπτο επεισόδιο της «τρέλας» του εγωκεντρικού-σολιψιστικού. Ego Sum, Ego solus Sum, Ego Deus Sum. Τρελή, παραληρηματική θεολογικοποίηση του εμπειρικού εγώ. Ή καλύτερα του «εγώ» της εμπειρίας, του γράφοντος, και ακριβώς γι’ αυτό του εμπειρικού εγώ καθιστάμενου μοναδικό ως solus ego. Απέναντι σε μια τέτοια ενδεχόμενη ένσταση, επιτρέπεται πλέον να σημειωθεί ότι, εντός του δεσμού εμπειρικού–υπερβατολογικού, το «φως» —ή πάντως το δήθεν φως— χάρη στο οποίο το solus ego «τρελά» αποπειράται να αναγνωρίσει εαυτό ως τέτοιο, είναι εντέλει, στο συνειδητό ή το ασυνείδητο, πάντοτε, «αβερροϊστικά», καθολικό φως ή λογο-μηδενιστικό λογομορφικό. Και ακριβώς γι’ αυτό, σε σχέση με όσα αναδύθηκαν ως αποφασιστική σημασία των παρόντων σελίδων σχετικά με την μηδενιστική σημασία κάθε λόγου που εμφανίζεται ως ουδέτερος ή ως «κανείς», δεν αποτελεί εξαίρεση το solus ipse που ψευδαισθητικά αυτο-συνεκροτείται ως solus ego. Και αυτό ισχύει για κάθε θεματική του «εγώ» εντός του δεσμού εμπειρικού–υπερβατολογικού, που χαρακτηρίζει τον υπερβατολογικό ιδεαλισμό, περιλαμβανομένου —έστω και παρά ταύτα— του Χούσσερλ. Το «πρώτο πρόσωπο» ως Actus ut Sum δεν έχει λοιπόν ουδεμία σχέση με τις μορφές και τους τρόπους με τους οποίους η μαρτυρία, όσο αναπόδραστη κι αν είναι, της εγωϊστικής αξίωσης λαμβάνει χώρα εντός φιλοσοφικού πλαισίου ανίκανου εκ θεμελίων να εγγυηθεί εκείνη την γνήσια «οντολογικο-αληθευτική» θεμελίωση που συμβαίνει μόνο στη Μεταφυσική του Πρώτου Προσώπου. Αυτό δεν αναιρεί, ωστόσο, μια ιδιαίτερη σημασία στην —παρά ταύτα— τρελή λυσιφερική σαγήνη της σολιψιστικής ερήμου. Σημασία που συνίσταται και συνοψίζεται στο αίσθημα ή προαίσθηση ότι η έρημος—Γολγοθάς του σολιψισμού είναι ίσως εμπειρία που εκφράζει το να αναγνωρίζει κανείς τον εαυτό του ως Θεό, ως εύλογη προϋπόθεση για να κατανοήσει καλύτερα ότι ο Θεός ή είναι Πρώτο Πρόσωπο ή δεν είναι. Και δη, πάντοτε, η εναλλακτική του Γιακόμπι, η οποία μόνο εδώ ανευρίσκει την αλήθεια της: aut Deus ut Ego, Prima Persona, aut nihil (ή ο Θεός ως Εγώ, ως Πρώτο Πρόσωπο, ή τίποτα).
Η Μεταφυσική του Πρώτου Προσώπου, όπως εδώ αναγγέλλεται και προτείνεται κατά τινές αποφασιστικές της όψεις, είναι λοιπόν, αυτή και μόνο αυτή, η αλήθεια του «θεολογικού προσωπισμού»: aut Deus non ut Persona, ma ut Ego, Prima Persona, aut nemo… aut nihil (ή ο Θεός όχι ως Πρόσωπο, αλλά ως Εγώ, ως Πρώτο Πρόσωπο, ή κανείς… ή τίποτα). Προσωπισμός θεολογικός του οποίου το νόημα, μόνο αν μεταγραφεί και ποιοτικά μεταμορφωθεί ως Actus ut Sum, Prima Persona, Parola originaria, απο-αλλοτριώνεται, νικώντας από ρίζα εκείνη την ουδέτερη-μηδενιστική ή λογομορφικο-εννοιακή απειλή που ανέκαθεν τον υπονόμευε, καταδικάζοντάς τον στον μη-νόημα. Μόνο δι’ αυτής η Πρόσωπο, ή μάλλον Deus ut Persona, αποφεύγει το να καταστεί, άθελά του —όπως προέκυψε— επεισόδιο ή κεφάλαιο της θεολογίας του «εννοίου» του Χέγκελ, η οποία, ως θεολογία του ουδέτερου, του «κανενός», είναι θεολογία μηδενιστική, στην οποία υπάγεται, όπως προέκυψε, όχι μόνο το Das Logische του Χέγκελ, αλλά ήδη το Ipsum esse του «μεταφυσικού» Θωμά. Στην οποία υπάγεται, δηλαδή, κάθε απόπειρα να αποδειχθεί ο Θεός με αμιγώς «λογικό-επαγωγικό» τρόπο, όπως και κάθε απόπειρα «αυτο-εμφάνισής» του διαμέσου διαλεκτικού-συλλογιστικού σχήματος.
Ο Θεός στην πραγματικότητα αποδεικνύεται μόνο στον βαθμό που… εμφανίζεται. Και εμφανίζεται, δηλαδή είναι, μόνον ως Actus ut Sum, ως Ego, ως Πρώτο Πρόσωπο. Εδώ και μόνο εδώ έχει τη ρίζα του νοήματος και της αποφασιστικής του αλήθειας ο ισχυρισμός ότι «η ύπαρξη δεν είναι έννοια». Εδώ και μόνο εδώ «εκρήγνυται» ότι μόνο επειδή το Ego ως Actus ut Sum δεν είναι αυταπάτη ή μεταφορά, η Veritas δεν είναι απλώς flatus vocis (κενός ήχος), αλλά ἀλήθεια με θετικό περιεχόμενο. Εδώ και μόνο εδώ, έτσι και μόνο έτσι, πέρα από κάθε αμφισημία, όχι τυχαία στενό συγγενή του ουδέτερου-μηδενιστικού, ο Θεός που είναι Θεός ως Actus ut Sum, ως Λέγειν-τον-εαυτό-του, ως Πρωταρχική Λέξη, αποφασίζει ότι ενδεχόμενη αποκάλυψή του είναι εξίσου κυριολεκτική και όχι τρόπος του λέγειν.
Αυτό είναι, μέσα στο θαύμα, η ύψιστη προφανότητα–μυστήριο μέσα στην οποία εμπλέκεται ο άνθρωπος. Το ότι ο Θεός αποδείχνεται μόνο στον βαθμό που φανερώνεται παραμένει έτσι ύψιστη προφανότητα–μυστήριο, λυμένη όμως από την ουδετερο-μηδενιστική ασάφεια που χαρακτηρίζει την αδιαφοροποίητη ταύτιση του «λέγειν-εαυτόν» με το «αποκαλύπτεσθαι». Πράγμα που είναι το ίδιο με το να διαφυλάσσεται «αληθευτικά» το νόημα της Δημιουργίας.
Τέλος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου