Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 4 Του George Prestige

 Συνέχεια από Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 4

Του George Prestige

Τίτλος πρωτοτύπου:

Fathers and heretics: Six studies in dogmatic faith, with prologue and epilogue, being the Bampton Lectures for 1940

Εκδόσεις S. P. C. K London, 1977


Διάλεξη 2 Κάλλιστος: ή, η πίστη σε ένα Θεϊκό Σωτήρα

Η δεύτερη αυτή διάλεξη έλαβε τον τίτλο Κάλλιστος, από έναν πρώιμο Πάπα της Ρώμης, για τον οποίο είναι μεν βέβαιο ότι γνωρίζουμε ελάχιστα στοιχεία, ο οποίος όμως προσφέρεται εξαιρετικά ως εμβληματική μορφή για τον σκοπό μας — όχι μόνο εξαιτίας, αλλά και παρά το γεγονός ότι το ιστορικό του αρχείο είναι ελλιπές. Διότι όσα είναι γνωστά γι’ αυτόν έχουν τεράστια σημασία για τη θρησκεία. Ο Κάλλιστος όχι μόνο υπερασπίστηκε την πίστη στον Χριστό απέναντι στον παγανισμό, εν μέσω διωγμών· ενεπλάκη επίσης σε δύο σοβαρές διαμάχες με ομοπίστους χριστιανούς. Το αν ο ίδιος χειρίστηκε αυτές τις αντιπαραθέσεις με οξύτητα είναι αδύνατον να διαπιστωθεί. Όμως η σημασία τους μπορεί εύκολα να εκτιμηθεί από τη σφοδρότητα με την οποία οι αντίπαλοί του επιτέθηκαν στον Κάλλιστο, ακόμη κι αν δεν γνωρίζαμε ήδη ότι τα αντικείμενα της διαμάχης ήταν η θεότητα του Χριστού και η σωστική δύναμη της χάριτός Του στη συγχώρηση των αμαρτιών.

Η αφήγηση για τον Πάπα Κάλλιστο που έχει φθάσει έως εμάς συντάχθηκε από τον αντίπαπα Ιππόλυτο, ο οποίος δεν ήταν μόνο εκκλησιαστικός του αντίπαλος και δηλωμένος εχθρός των θεολογικών και ποιμαντικών του αρχών, αλλά και πικρός προσωπικός του εχθρός. Ένα σημαντικό μέρος της διήγησης είναι ύποπτο, και ορισμένα τμήματά της αποδεικνύονται αναμφίβολα ψευδή. Δεν είναι εδώ ο τόπος να επιχειρήσουμε να διαχωρίσουμε την ήρα από το σιτάρι που φυτρώνουν μαζί σε αυτό το ιδιαιτέρως όξινο χωράφι. Ωστόσο, η αφήγηση όπως έχει διασωθεί προσφέρει μια τόσο ζωντανή εικόνα της εποχής και ένα τόσο εντυπωσιακό πορτρέτο του ανθρώπου, ώστε αξίζει να συνοψιστεί. Ακόμη και μια καρικατούρα, αν η λαμπρότητά της ισοδυναμεί με τη σκληρότητά της, μπορεί να μας πει πολλά για το πρόσωπο που απεικονίζει.

Ο Κάλλιστος, λοιπόν, άρχισε τη σταδιοδρομία του ως οικιακός δούλος του Καρποφόρου, ενός απελεύθερου χριστιανού στη Ρώμη. Πρέπει να επέδειξε οξυδέρκεια και ικανότητα, διότι του ανατέθηκε από τον κύριό του — και αργότερα από έναν αριθμό άλλων χριστιανών — η διαχείριση σημαντικών χρηματικών ποσών για επένδυση σε τραπεζική επιχείρηση. Ο άτυχος Κάλλιστος έχασε τα χρήματα, είτε λόγω κακής τύχης, είτε λόγω απερίσκεπτων κερδοσκοπικών κινήσεων, είτε — όπως ισχυρίζεται ο Ιππόλυτος — λόγω υπεξαίρεσης. Ο κύριός του απαίτησε λογαριασμό· και ο χρεοκοπημένος δραπέτευσε. Αυτό δεν προκαλεί έκπληξη, αν ληφθεί υπόψη ο χαρακτήρας που επέδειξε ο Καρποφόρος σε όλη την υπόθεση. Ο Κάλλιστος έφθασε στο Πόρτους και επιβιβάστηκε σε πλοίο· καταδιώχθηκε· ρίχτηκε στη θάλασσα σε απόπειρα αυτοκτονίας· διασώθηκε· υπέστη τον εξευτελισμό της επανασύλληψης από τον κύριό του· και στάλθηκε στον χειρόμυλο. Στη συνέχεια, οι λοιποί πιστωτές έπεισαν τον απρόθυμο Καρποφόρο να τον απολύσει, πράγμα που εκείνος έκανε με δυσάρεστα ευσεβοφανή δάκρυα. Ο Κάλλιστος κατόπιν φαίνεται ότι προσπάθησε να εισπράξει οφειλές προς τον ίδιο, αλλά απερίσκεπτα προσέγγισε Ιουδαίους τραπεζίτες στη συναγωγή τους το Σάββατο. Ακολούθησε ταραχή, και οι Ιουδαίοι τον κατήγγειλαν ως χριστιανό. Ο Καρποφόρος, μη θέλοντας να χάσει έναν πολύτιμο δούλο, ισχυρίστηκε ενώπιον του άρχοντα ότι ο Κάλλιστος δεν ήταν καθόλου χριστιανός — πράγμα που ήταν ψευδές. Ωστόσο, ο κρατούμενος καταδικάστηκε κανονικά για χριστιανός, μαστιγώθηκε και καταδικάστηκε σε καταναγκαστικά έργα στα φρικτά και ανθυγιεινά μεταλλεία της Σαρδηνίας, ένα είδος Νησιού του Διαβόλου, όπου χριστιανοί κατάδικοι απελαύνονταν συστηματικά. Εκεί παρέμεινε για περίοδο που ίσως έφθασε έως και τα πέντε έτη.

Το αργότερο το έτος 193, ο αυτοκράτορας Κόμμοδος, γιος του Μάρκου Αυρηλίου, αποδέχθηκε το αίτημα της Μαρκίας, της χριστιανής παλλακίδας του, να δοθεί χάρη στους ομολογητές που βρίσκονταν στα μεταλλεία. Συντάχθηκε κατάλογος από τον Πάπα, στον οποίο το όνομα του Κάλλιστου δεν περιλαμβανόταν. Ο Κάλλιστος, ωστόσο, κατόρθωσε να συγκινήσει τόσο τους αξιωματούχους της Σαρδηνίας ώστε εκείνοι συναίνεσαν να τον απολύσουν χωρίς εξουσιοδότηση, μαζί με τους υπόλοιπους. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός είναι εντελώς απίθανος. Όποιες κι αν ήταν όμως οι πραγματικές περιστάσεις, ο Κάλλιστος επέστρεψε στη Ρώμη. Εκεί η Εκκλησία του χορήγησε ένα μικρό μηνιαίο επίδομα και τον έστειλε στο παραθαλάσσιο θέρετρο του Αντίου· πιθανότατα οι δυνάμεις του είχαν πράγματι ανάγκη αποκατάστασης μετά τα μεταλλεία, αν και ο Ιππόλυτος ισχυρίζεται ότι το μέτρο ελήφθη απλώς για να τον απομακρύνουν.

Μακριά από το να αποτελέσει αυτή η απομάκρυνση το τέλος της ιστορίας, αποδείχθηκε απλώς το προοίμιο ενδοξότερων επιτευγμάτων, των οποίων τα γεγονότα είναι αναμφισβήτητα, έστω κι αν η εχθρική αφήγηση για τον χαρακτήρα και τα κίνητρα του Κάλλιστου συνεχίζει να τρέφεται από κομπόστ μίσους και περιφρόνησης. Ο πρώην δούλος χειροτονήθηκε. Ένας νέος Πάπας, ο Ζεφυρίνος, τον επανέφερε στη Ρώμη, τον έθεσε επικεφαλής του τοπικού κλήρου και του ανέθεσε τη φροντίδα του κοιμητηρίου — προφανώς του πρώτου δημόσιου χριστιανικού χώρου ταφής, σε διάκριση από τα διάφορα ιδιωτικά κοιμητήρια που έως τότε συνδέονταν με τις περιουσίες επιφανών χριστιανών. Το κοιμητήριο αυτό πρέπει να είχε καταχωριστεί στις κοσμικές αρχές, και η επιτυχής του ίδρυση θα έπρεπε μάλλον να εκληφθεί ως συγκεκριμένη μαρτυρία της διοικητικής και οργανωτικής ικανότητας του Κάλλιστου, παρά ως ένδειξη πανουργίας. Σε κάθε περίπτωση, έγινε αποδεκτός από τον Πάπα — τον οποίο ο Ιππόλυτος αποκαλεί ανόητο γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο — ως έμπιστος σύμβουλός του, και η θέση που κατείχε αντιστοιχεί σε εκείνη του αρχιδιακόνου της Ρώμης. Με τον θάνατο του Πάπα, το 217, ο ολισθηρός και χαριεντιζόμενος Κάλλιστος εξασφάλισε την εκλογή του στο αξίωμα (Ιππ., Ref. 9.11–12· ό.π. 10.27).

Η γραφική και ιδιόρρυθμη αυτή αφήγηση έχει αξία, διότι, μέσα από την παράδοξη αλληλουχία των γεγονότων της, αποτυπώνει αυτό που αποτελούσε το κανονικό υπόβαθρο της χριστιανικής πίστης και ζωής στη Ρώμη γύρω στα τέλη του δεύτερου αιώνα, όταν το να είναι κανείς απλώς χριστιανός ήταν μια επικίνδυνη και συναρπαστική περιπέτεια. Το έντονα χρωματισμένο μωσαϊκό του Κάλλιστου συντίθεται από τις συνηθισμένες ψηφίδες των καθημερινών συμβάντων. Αφαιρέστε την κακοβουλία του αφηγητή· υπογραμμίστε τα στοιχεία του ρομαντισμού· και τι θαυμάσια ιστορία θα προέκυπτε για ένα «χριστιανικό Χόλυγουντ»! Σκεφθείτε μόνο πόσο εντυπωσιακά θα διαβαζόταν η είδηση υπό τους τίτλους που θα συνέτασσε κάθε ικανός δημοσιογράφος. Ένα παιδί χωρίς φίλους, άτυχος και διωκόμενος, είχε κατορθώσει, χάρη στην καθαρή δύναμη του χαρακτήρα και των ικανοτήτων του, να φθάσει στο ανώτατο επισκοπικό αξίωμα της Χριστιανοσύνης — ή, μάλλον, χάρη στη χάρη του Χριστού είχε σωθεί, ίσως, από μια σταδιοδρομία απάτης, και τα χαρίσματά του είχαν αφιερωθεί στην υπηρεσία του Θεού. Έκλεισε τον βίο του κατακτώντας τη δόξα του μαρτυρίου πέντε χρόνια αργότερα.

Κάτι ακόμη πρέπει να προστεθεί προτού ολοκληρωθεί το εκκλησιαστικό υπόβαθρο. Το σώμα της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, πάνω στο οποίο προήδρευε ο Κάλλιστος, δεν ήταν οργανωμένο όπως κανένα θρησκευτικό σώμα που γνωρίζουμε σήμερα· μια πιο διδακτική αναλογία θα μπορούσε να αντληθεί από τις πρώιμες εξελίξεις του μεσαιωνικού Πανεπιστημίου των Παρισίων. Το ίδιο το Πανεπιστήμιο συγκροτούσε μια εξαιρετικά εξειδικευμένη κοινότητα μέσα στη γενική κοινωνική τάξη, όπως ακριβώς οι χριστιανοί σε μια αρχαία παγανιστική πόλη. Οι διδάσκαλοί του ήταν οργανωμένοι σε «έθνη», καθένα με τα δικά του έθιμα και εορτές, με ανθρώπους κοινής καταγωγής να μοιράζονται κοινές κοινωνικές και πολιτικές δραστηριότητες· αναμφίβολα το παράδειγμά τους ακολουθούνταν, με λιγότερο τυπικούς τρόπους, και από τα νεότερα μέλη του Πανεπιστημίου. Κατά παρόμοιο τρόπο, υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύουμε ότι οι χριστιανοί της Ρώμης είχαν την τάση να οργανώνονται σε διακριτές εθνοτικές ομάδες. Οι κατώτερες τάξεις, στις οποίες ανήκε η μεγάλη πλειονότητα των πρώτων Ρωμαίων χριστιανών, προέρχονταν σχεδόν από κάθε έθνος της οικουμένης, και λίγοι από αυτούς μιλούσαν συνήθως λατινικά· τι θα ήταν πιο φυσικό από το να συσπειρώνονται οι μετανάστες κάθε εθνότητας γύρω από κληρικούς της ίδιας τους γλώσσας; Έχει μάλιστα διατυπωθεί με μεγάλη πιθανότητα ότι ο λόγος για τον οποίο η Ρωμαϊκή Εκκλησία επέδειξε τόσο έντονο ενδιαφέρον για την τεσσαρεσκαιδεκατιτική έριδα, που ταλάνισε τον δεύτερο αιώνα σχετικά με την ημερομηνία και τον τρόπο εορτασμού του Πάσχα, ήταν το γεγονός ότι μια ομάδα Ασιατών χριστιανών, εγκατεστημένων στη Ρώμη, ενδέχεται να εμπλεκόταν και να αντιδρούσε σε κάθε προσπάθεια να στερηθεί τα πατροπαράδοτα έθιμά της. Και πάλι, μπορεί κανείς να διακρίνει μια ομοιότητα με τη ρωμαϊκή εκκλησιαστική οργάνωση στα οικήματα και τα κολέγια που προσφέρονταν από ευεργέτες για τη στέγαση των φοιτητών στο Πανεπιστήμιο. Σε κάθε περίπτωση, είναι σαφές, τόσο από τις αναφορές του αποστόλου Παύλου στο τέλος της επιστολής του προς Ρωμαίους όσο και από τα στοιχεία που παρέχουν τα ιδιωτικά κοιμητήρια, ότι οι χριστιανοί στη Ρώμη, όπως και αλλού, συχνά εξαρτώνταν από ορισμένες οικογένειες και οικίες ή συνδέονταν με αυτές. Η επιβίωση μιας τέτοιας διάταξης δεν θα μπορούσε παρά να ενισχύεται από τον σεβασμό προς την οικογένεια και τον επικεφαλής της, που κατείχε τόσο εξέχουσα θέση στη ρωμαϊκή νομική και κοινωνική παράδοση.

Η πιο χαρακτηριστική, ωστόσο, αναλογία βρίσκεται στον τομέα της διδασκαλίας. Στο μεσαιωνικό Πανεπιστήμιο, κάθε διδάσκαλος των ελευθέριων τεχνών είχε το δικαίωμα να ιδρύσει τη δική του σχολή και να διδάσκει όσους μαθητές μπορούσε να προσελκύσει. Αν διέθετε λαμπρά χαρίσματα, σύντομα αποκτούσε μεγάλη φήμη και ασκούσε ευρεία επιρροή. Ο κεντρικός έλεγχος ήταν ασθενής. Ανυπότακτοι διδάσκαλοι μπορούσαν πάντοτε να ηγηθούν μιας ακαδημαϊκής απεργίας και να παρασύρουν τους οπαδούς τους μακριά από τη δικαιοδοσία του Πανεπιστημίου — μια δυνατότητα που είχε ήδη καταδείξει ο Αβελάρδος στο Παρίσι, προτού ακόμη ιδρυθεί το Πανεπιστήμιο. Κατά τον δεύτερο αιώνα, όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στη Ρώμη. Στα ογδόντα περίπου χρόνια που μεσολάβησαν μεταξύ του 140 μ.Χ. και της επισκοπίας του Κάλλιστου, είναι γνωστό ότι τη Ρώμη επισκέφθηκε μια μακρά διαδοχή ξένων θεολόγων, πέρα από τους εγχώριους διδασκάλους της: ο Μαρκίων, πολέμιος της Παλαιάς Διαθήκης· ο Βαλεντίνος, πατέρας του Γνωστικισμού· ο Ιουστίνος ο απολογητής· ο Πολύκαρπος, ο ηλικιωμένος επίσκοπος Σμύρνης· ο Θεόδοτος, που αρνιόταν τη θεότητα του Χριστού· ο Νοητός, ο Πραξέας και ο Σαβέλλιος, που συγχέουν το Πρόσωπο του Χριστού με εκείνο του Θεού Πατρός· ο Ειρηναίος, ο ευαγγελικός διδάσκαλος από τη Λυών· και ο Ωριγένης. Όλοι αυτοί, εκτός από τον Πολύκαρπο, τον Ειρηναίο και τον Ωριγένη, ήλθαν για να εγκατασταθούν και παρέμειναν επί μακρόν, διδάσκοντας στις επιμέρους σχολές τους. Και το εγχώριο ταλέντο, όπως εκείνο του Ιππολύτου, διέθετε επίσης τις δικές του σχολές και τους δικούς του μαθητές· σύμφωνα με τον Ιερώνυμο, ο Ωριγένης παρακολούθησε κάποτε μία από τις ομιλίες του Ιππολύτου, που εκφωνήθηκε σε εκκλησία, και ο Ιππόλυτος έκανε μια τιμητική αναφορά στην παρουσία του ήδη διάσημου νεαρού συγχρόνου του.

Ο Ιππόλυτος χρησιμοποιεί ρητά τον ακαδημαϊκό όρο «σχολή» για να δηλώσει ένα τέτοιο κέντρο επιρροής. Αφού ήλθε σε ρήξη με τον Κάλλιστο τόσο για θεολογικά όσο και για πειθαρχικά ζητήματα, και αφού ο ίδιος συγκρότησε ένα σχισματικό σώμα που επέζησε για αρκετά χρόνια, κατηγορεί τον Κάλλιστο ότι «ίδρυσε σχολή εναντίον της Εκκλησίας» και παραπονείται ότι «η σχολή του εξακολουθεί να υφίσταται, διατηρώντας τα έθιμα και την παράδοσή του, χωρίς να διακρίνει με ποιους οφείλει να βρίσκεται σε κοινωνία, αλλά προσφέροντας κοινωνία αδιακρίτως σε όλους». Μπορούμε να σημειώσουμε την αυστηρή και πικρόχολη διάθεση του συγγραφέα στην αναφορά του στους όρους της εκκλησιαστικής κοινωνίας, δεδομένου ότι ο ίδιος είχε αφορισθεί. Η σεκταριστική του απογοήτευση διαφαίνεται επίσης στο γκρινιάρικο παράπονό του ότι πλήθη μαθητών εξέφραζαν τον ενθουσιασμό τους για τη διδασκαλία του Κάλλιστου συρρέοντας στη σχολή του. Περιγράφει την κατάσταση ακριβώς όπως θα την περιέγραφε, αν η εν λόγω σχολή βρισκόταν στο Παρίσι του δωδέκατου ή δέκατου τρίτου αιώνα και οι δύο πρωταγωνιστές ήταν αντίπαλοι διδάσκαλοι των ελευθέριων τεχνών που ανταγωνίζονταν για τη δημοφιλία του αμφιθεάτρου (Ιππ., Ref. 9.12.20· ό.π. 26.23). Αν και η σύγκριση δεν πρέπει να πιεστεί υπερβολικά, και δεν πρέπει να παραγνωριστεί η ύπαρξη ενός συμπαγούς πυρήνα εκκλησιαστικής ζωής υπό τον άμεσο έλεγχο του επισκόπου, εντούτοις είναι σαφές ότι, από ορισμένες απόψεις, η Ρωμαϊκή Εκκλησία έμοιαζε λιγότερο με σύστημα ενοριών και περισσότερο με σύμπλεγμα αιθουσών διδασκαλίας. Η αναλογία γίνεται ακόμη πιο ζωντανή αν θυμηθούμε ότι ο ίδιος ο Ιππόλυτος — για αιώνες ο μόνος γηγενής Ρωμαίος θεολόγος πρωταρχικής σημασίας — μαζί με όλους πλην τεσσάρων από τους δέκα ξένους διδασκάλους που απαριθμήθηκαν παραπάνω, και με όλους πλην ενός από τους επτά που διέμειναν επί μακρόν στη Ρώμη, μετέτρεψαν, ύστερα από ποικίλες περιόδους δραστηριότητας, τις αίθουσες διδασκαλίας τους σε σχισματικές εκκλησίες. Οι φιλοδοξίες τους ήταν τόσο προσωπικές όσο και οι αντιπαλότητές τους, και το έργο τους είχε, στις ευρύτερες συνέπειές του, περισσότερο ακαδημαϊκό παρά ποιμαντικό χαρακτήρα.

Η πρώτη από τις δύο μεγάλες διαμάχες στις οποίες ενεπλάκη ο Κάλλιστος αφορούσε το Πρόσωπο του Χριστού. Οι πρώτες γενεές των χριστιανών σκέπτονταν τον Ιησού Χριστό ως Υιό του Θεού, ως τον μονογενή Του, ή ως τον Λόγο Του. Όμως ήταν αδύνατον η γλώσσα τόσο της ευσέβειας όσο και της σκέψης να αρκεστεί σε τέτοιες εκφράσεις. Ένα βέβαιο ένστικτο δίδασκε τους οπαδούς του Χριστού ότι η σωτηρία τους προερχόταν από τον Θεό και ότι, όταν κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε να τους βοηθήσει, ο ίδιος ο Κύριος είχε εκτείνει τον βραχίονά Του για να τους σώσει· από την αρχή θεωρήθηκε ως θεμελιώδης αρχή του χριστιανισμού ότι ένα τόσο μέγα έργο όσο η λύτρωση μπορούσε να επιτελεσθεί μόνο από τον Θεό. Ούτε μπορούσε ο χριστιανικός νους και η συνείδηση να θεωρήσουν τον Ιησού Χριστό ως κατώτερο συνεργό σε αυτό το έργο. Αντιθέτως, προς το Πρόσωπό Του κατευθυνόταν κάθε χριστιανική ελπίδα, και από τη δράση Του εξαρτιόταν κάθε πνευματική βεβαιότητα· επικρατούσε η απόλυτη πεποίθηση ότι ο Ιησούς Χριστός δεν ήταν μόνο ο άμεσος δημιουργός της σωτηρίας, αλλά και ο κεντρικός άξονας του κτιστού σύμπαντος και το σημείο καμπής της ανθρώπινης ιστορίας. Κατά συνέπεια, ήδη από τις αρχές του δεύτερου αιώνα, όταν αρχίζει να αναπτύσσεται η εξωβιβλική χριστιανική γραμματεία, η γλώσσα της ευσέβειας περιγράφει χωρίς δισταγμό τον Χριστό ως τον Θεό των χριστιανών (Prestige, God in Patristic Thought, σσ. 76 κ.ε.).

Στο λεξιλόγιο, όμως, της διανοητικής επεξεργασίας, η απόδοση της θεότητας σε δύο φαινομενικά διακριτά όντα, τον Θεό Πατέρα και τον Ιησού Χριστό τον Υιό Του, έθετε προβλήματα που δεν θα μπορούσαν παρά να γίνουν οξέως αισθητά από μονοθεϊστές τόσο αποφασισμένους όσο οι πρώτοι χριστιανοί. Οι επιθέσεις τους κατά του τότε παγανιστικού πολυθεϊσμού ήταν με πάθος διατυπωμένες· η περιφρονητική τους απόρριψη κάθε φιλοσοφικής απόπειρας συμβιβασμού ανάμεσα στην πολλαπλότητα των θεών και σε κάποια ενιαία θεία αρχή που θα τους περιελάμβανε όλους, προσέλκυσε πάνω στην Εκκλησία τους περισσότερους από τους διωγμούς που υπέστη. Δεν ήταν εύκολο έργο για αυτούς να διατυπώσουν έναν πλουραλιστικό μονοθεϊσμό.

Λίγο αργότερα, κατά τον δεύτερο αιώνα, μια αντίστοιχη απόδοση μάλλον διακριτής προσωπικότητας άρχισε να εφαρμόζεται και στο Άγιο Πνεύμα, ως τον φορέα της θείας παρουσίας στις καρδιές των πιστών. Εκείνο αποτελούσε τον δεσμό ανάμεσα στον αναληφθέντα Χριστό στους ουρανούς και στους ακολούθους Του επί της γης, καταργώντας έτσι τη σωματική απόσταση· ήταν επίσης το θείο κανάλι της χάριτος ανάμεσα στον Σταυρό και την Ανάσταση, ιστορικά τοποθετημένα στις αρχές του πρώτου αιώνα, και στη σύγχρονη ζωή και λατρεία των τότε μαθητών, καταλύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τα εμπόδια του χρόνου.

Η αρχαιότερη σκέψη περί του Αγίου Πνεύματος συνδεόταν κυρίως με δύο όψεις της εμπειρίας: την έμπνευση της προφητικής αναζωπύρωσης, που συνόδευσε τις πρώτες δεκαετίες του χριστιανικού ενθουσιασμού, και την έμπνευση των Γραφών, τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης. Επειδή η επίδρασή Του βιωνόταν με τρόπο υποκειμενικό και εσωτερικό στον νου του πιστού, ή ήταν κρυμμένη κάτω από τις σελίδες ενός χειρογράφου, οι αναφορές στο Άγιο Πνεύμα στην πρώιμη χριστιανική γραμματεία συχνά αφήνουν ανοιχτό το ερώτημα αν θεωρούνταν ως προσωπικό ον ή αν αντιπροσώπευε μια αφηρημένη πνευματική δύναμη, ένα άυλο γνώρισμα κάποιου άλλου θείου προσώπου.

Ωστόσο, η μοντανιστική αίρεση, που εκδηλώθηκε στα μέσα του δεύτερου αιώνα, παρέχει την πληρέστερη μαρτυρία ότι στην πραγματικότητα η ενέργεια του Παρακλήτου νοούνταν ως προσωπική, θεία επέμβαση, και υπάρχουν λόγοι να πιστεύει κανείς ότι σε ορισμένους υιοθετιστικούς (Adoptionism) κύκλους η προσωπικότητα του Αγίου Πνεύματος συλλαμβανόταν με μεγαλύτερη σαφήνεια και διατυπωνόταν πιο επαρκώς απ’ ό,τι εκείνη του Υιού του Θεού. Ούτε σε καμία από τις κριτικές που διατυπώθηκαν για την αναίρεση αυτών των αιρέσεων απαντάται το παραμικρό ίχνος ότι η ορθόδοξη θεολογία σκανδαλίστηκε ή αιφνιδιάστηκε από την πλέον απόλυτη έκφραση της προσωπικής ύπαρξης του Θεού του Αγίου Πνεύματος.

Πράγματι, από την αρχή είχε χαραχθεί στην πράξη η αυστηρότερη δυνατή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα τρία Πρόσωπα της Θεότητας και σε κάθε κτίσμα, και στο Άγιο Πνεύμα, ιδίως, αποδιδόταν η επιτέλεση ενεργειών που θεωρούνταν κατ’ ουσίαν έργο μιας προσωπικής θεότητας· πριν από το τέλος του δεύτερου αιώνα είχε αναγνωρισθεί πλήρως ως ο φορέας και χορηγός της χάριτος, και είχε παγιωθεί οριστικά, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, η πρακτική να αναφέρονται τα τρία Πρόσωπα ως «ἡ ἁγία τριάς» (όπ. παρ., σσ. 80 κ.ε.).

Μια αυστηρά μονοθεϊστική θρησκεία, όπως ήταν ο χριστιανισμός, όφειλε προφανώς να βρει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάποιον τρόπο να συμφιλιώσει την έμπρακτη πίστη της σε μια αγία τριάδα με τις μονοθεϊστικές της διακηρύξεις. Θεωρητικά, μια λύση θα μπορούσε να αναζητηθεί προς μία από δύο κατευθύνσεις. Είτε θα διατηρούνταν η πλήρης απόδοση της θεότητας σε καθένα από τα τρία ονόματα, ενώ θα παραγνωρίζονταν οι προσωπικές διακρίσεις· το αποτέλεσμα τότε θα ήταν να παρασταθεί ο Θεός ως ένα ενιαίο ον που αποκαλύπτει τον εαυτό Του σε διαδοχικές εκδηλώσεις, υπό διαφορετικούς τίτλους, παραμένοντας όμως απολύτως ο ίδιος πίσω από κάθε μεταβολή της εξωτερικής εμφάνισης.

Εναλλακτικά, θα μπορούσαν να ληφθούν μέτρα ώστε, διατηρώντας τρεις διακριτές ατομικότητες, η δεύτερη και η τρίτη να υποβιβαστούν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, σε υποδεέστερους παράγοντες ή εξαρτημένες λειτουργίες του Θεού Πατρός, του μόνου αληθινά θείου όντος. Η πρώτη λύση ήταν μοιραία ασύμβατη με την Αγία Γραφή, και η διδασκαλία της περί διαδοχικών εμφανίσεων, υπό διαφορετικά προσωπεία, θύμιζε έντονα τα θεολογικά τεχνάσματα του φιλοσοφικού παγανισμού, ο οποίος αντιμετώπιζε όλους τους θεούς ως τοπικές και μερικές ενσαρκώσεις του ύστατου υπέρτατου όντος. Η δεύτερη λύση ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την ιστορική παράδοση και με το χριστιανικό ένστικτο και έφερνε τη γλώσσα της θεολογίας σε ανοιχτή σύγκρουση με τη γλώσσα της ευσέβειας.

Τελικά, η θεολογία διαπίστωσε ότι είχε κάτι να διδαχθεί και από τις δύο πλευρές. Η δικαίωση του ισχυρισμού ότι το καθολικό δόγμα της Τριάδας προσφέρει λύση στο πρόβλημα της θείας προσωπικότητας, ικανοποιητική τόσο για τον ανθρώπινο νου όσο και για την ευαγγελική ιστορία και τη χριστιανική καρδιά, έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι, ενώ αντιτίθεται σε ό,τι ήταν ψευδές και στις δύο εναλλακτικές ερμηνευτικές μεθόδους, αγκαλιάζει και ερμηνεύει τις ουσιαστικές δυσκολίες που οι αιρέσεις επιχείρησαν ανεπιτυχώς να αντιμετωπίσουν. Ωστόσο, το δόγμα της Τριάδας, αν και η τελική του διατύπωση είχε σε μεγάλο βαθμό προαναγγελθεί από τη μετεωρική διαύγεια του νου του Τερτυλλιανού, δεν έλαβε την πλήρη και οριστική του μορφή παρά μόνον κατά το δεύτερο μισό του τέταρτου αιώνα. Ο Κάλλιστος βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα πολύ προγενέστερο στάδιο της διαμάχης.

Λίγο μετά τα μέσα του δεύτερου αιώνα εμφανίστηκε στη Ρώμη ένας καλλιεργημένος Αιγύπτιος ονόματι Βαλεντίνος, ο οποίος δίδασκε ένα σύστημα που συνδύαζε σημαντικά χριστιανικά στοιχεία με έναν αριθμό ανεξάρτητων χαρακτηριστικών, αντλημένων από τη σύγχρονη φιλοσοφική και θεοσοφική σκέψη, και επεξεργασμένων με εξαιρετική δεξιοτεχνία και πρωτοτυπία. Ο κεντρικός στόχος αυτής της διανοητικής κατασκευής ήταν η δημιουργία μιας ηθικής και μεταφυσικής γέφυρας ανάμεσα στην άπειρη τελειότητα και τη πεπερασμένη φθορά. Ο Βαλεντίνος, επομένως, παρεμβάλλει ανάμεσα στην απόλυτη θεότητα και τον κτιστό κόσμο μια σειρά τριάντα εκπορεύσεων, προοδευτικά λιγότερο θείων και στενότερα συνδεδεμένων με την εγκόσμια ύπαρξη. Παραδόξως αγνόησε το γεγονός ότι, μολονότι κάθε απομάκρυνση από την τέλεια αγαθότητα και δύναμη περιοριζόταν έτσι σε ένα σχετικά μικρό διάστημα, εντούτοις, στο σύνολό τους, το χάσμα ανάμεσα στον Θεό και τον υπαρκτό αισθητό κόσμο παρέμενε το ίδιο. Τριάντα διαδοχικά χάσματα, έστω και μικρά και διατεταγμένα σε βαθμιδωτη κλίμακα, δεν βοηθούν τον νου να κατανοήσει ευκολότερα την αλληλεπίδραση δύο τόσο ετερόκλητων παραγόντων όσο το άπειρο πνεύμα και η αισθητή ύπαρξη, περισσότερο απ’ ό,τι ένα και μόνο τεράστιο χάσμα. Ο Βαλεντίνος τοποθέτησε τον Σωτήρα, τον οποίο η Εκκλησία λάτρευε ως Θεό της, κάτω από τις τριάντα θείες εκπορεύσεις του. Η Εκκλησία, επομένως, δεν είχε καμία δυσκολία να τον απορρίψει, μαζί με τη λύση που πρότεινε στο πρόβλημα.

Συνεχίζεται

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΑΦΗΓΗΣΗ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου