Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Θεολογικοὶ προβληματισμοὶ ἐπὶ σπανίων Παλαιολόγειων ἀπεικονίσεων τῆς Ἁγίας Τριάδος. Πρὸς ἕνα «ὀρθόδοξο Filioque»; (1)

Πηγή: Περιοδικικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ 96,3 (2025) 79-100*

Ἀγαθαγγέλου Σίσκου**


Εἰσαγωγὴ

Ἡ ἐπὶ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ Η΄ Παλαιολόγου (1259-1282) ἐμφάνιση σπανίων παραστάσεων τῆς Ἁγίας Τριάδος (13ος-14ος αι.), παράλληλα μὲ τὴν κυκλοφορία ἑλληνικῶν μεταφράσεων σημαινόντων ἔργων Λατίνων Πατέρων, ἔχει τὴ θεολογική της σημασία. Αὐτὲς οἱ σπάνιες ἀνθρωπόμορφες ἁγιοτριαδικὲς ἀπεικονίσεις παραπέμπουν στὴν ἑρμηνευτικὴ εἰσήγηση ἑνός «ὀρθοδόξου Filioque», τῆς οἰκονομικῆς προόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι σήμερα εἶναι δύσκολο νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ ἡ προέλευση τῶν σπανίων αὐτῶν εἶκονογραφικῶν τύπων ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ἐνδεχομένως νὰ ὀφείλεται στὴν ὁλοκλήρωση καὶ κυκλοφορία τῆς ἑλληνικῆς μεταφράσεως ἀπὸ τὸν Μάξιμο Πλανούδη τοῦ De Trinitate, ἔργου τοῦ Αὐγουστίνου, λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ 1282, ἡ ὁποία, στὸ πλαίσιο τῆς ἑνωτικῆς αὐτοκρατορικῆς πολιτικῆς, συνέβαλε στην προώθηση τῆς θεολογικῆς διαλογικῆς συνάντησης μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως μέσῳ καὶ τῆς θεολογίας τῆς εἰκόνας, ἰδιαιτέρως στὸ ἐπίμαχο θεολογικό ζήτημα τῆς μεσαιωνικῆς καὶ σχολαστικῆς διδασκαλίας τοῦ Filioque ὡς θεολογικοῦ αἰτίου τοῦ Σχίσματος τοῦ 1054.

Ἡ εἰκονογραφία ἄλλωστε ὑπῆρξε πάντοτε φορέας ἄσκησης αὐτοκρατορικής θρησκευτικῆς πολιτικῆς στὴν Ἀνατολική Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία μὲ ἐνδεικτικώτερο παράδειγμα τὴν εἰκονομαχικὴ ἔριδα. Οἱ ἐν προκειμένῳ θεολογικὰ ἑρμηνευόμενες σπάνιες ἀπεικονίσεις τῆς Ἁγίας Τριάδος, ποὺ ἀνέδειξε ἡ ἀρχαιολογικὴ ἔρευνα ἀποδίδοντας αὐτὲς χρονικὰ στὸν 13ο καὶ τὸν 14ο αι., πιθανότατα ὑπῆρξαν φορεῖς ἄσκησης τῆς ἑνωτικῆς αὐτοκρατορικῆς πολιτικῆς τοῦ Μιχαὴλ Η΄ Παλαιολόγου, μὲ συγκεκριμένες χωροχρονικές προϋποθέσεις, διότι ἐντοπίζονται στη μνημειακή τοπογραφία τῆς πρωτόθρονης Ἐπισκοπῆς τῆς Καστορίας τῆς Ἀρχιεπισκοπῆς Ἀχριδῶν1, ποὺ ὑπῆρξε μεταίχμιο μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, ἰδιαίτερα ὅταν ἡ ἀρνητικὴ ἔκβαση μιᾶς παράλληλης πορείας μεταξὺ τῆς Δυτικῆς καὶ Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας ἐμπόνως κορυφώθηκε στὸ Σχίσμα τοῦ 1054, τοῦ ὁποίου οἱ μὲν λόγοι ὑπῆρξαν πολιτικοί, τὸ δὲ αἴτιο θεολογικό. Ἡ ἀνεπτυγμένη μεσαιωνικὴ καὶ σχολαστική δογματική διδασκαλία τοῦ Filioque ἀντικατοπτρίζεται στὸ De Trinitate τοῦ Αὐγουστίνου, τοῦ ὁποίου τὸ συγγραφικὸ ἔργο ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Μ. Φωτίου ἕως τὰ μέσα τοῦ 13ου αἰῶνος δυστυχῶς παρέμεινε γιὰ τὴν Ἀνατολὴ «ἑπτασφράγιστο βιβλίο»2, εὐτυχῶς ὅμως ὄχι μετὰ τὴν ὁλοκλήρωση καὶ κυκλοφορία τῆς ἑλληνικῆς μεταφράσεως τοῦ Πλανούδη.

Ι. Ἡ σημασία τῆς ἑλληνικῆς μεταφράσεως τοῦ Πλανούδη τοῦ De Trinitate τοῦ Αὐγουστίνου

Μετὰ τὴν ἀνάκτηση τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπὸ τὴ Φραγκοκρατία (1204-1261), στὰ χρόνια τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ Η΄ Παλαιολόγου, ἄρχισε μία νέα ἐποχὴ γιὰ τὴν Ἀνατολή. Ἡ Παλαιολόγεια φιλολογική ἀναγέννηση σηματοδότησε τὴν προώθηση μεταφράσεων ἔργων τοῦ Αὐγουστίνου μὲ σκοπὸ τὴν προώθηση τοῦ θεολογικοῦ διαλόγου μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως3. Τὸ ἑδραιωμένο ἀπὸ τὴν πατερικὴ καὶ συνοδική παράδοση πατερικό κῦρος καὶ ἡ ἁγιότητα τοῦ Αὐγουστίνου ἔθεσαν τὸν ἴδιο καὶ τὴ θεολογική βαρύτητα τοῦ De Trinitate στὸ ἐπίκεντρο τοῦ θεολογικοῦ ἐνδιαφέροντος. Σκοπὸς μάλιστα ἦταν ἡ προώθηση τῆς ἕνωσης τῆς διαιρεμένης Ἐκκλησίας, ὅπως αὐτὴ δια-κηρύχθηκε στη Σύνοδο τῆς Λυών (1272-1274), ποὺ ὡς ἕναν βαθμὸ εἶχε γίνει ἀποδεκτὴ ἡ δογματική διδασκαλία τοῦ Filioque4.

Στὸ πλαίσιο τῆς Παλαιολόγειας φιλολογικῆς ἀναγέννησης, ἑνὸς ἤπιου φιλενωτικοῦ κλίματος, ποὺ ἐπικρατοῦσε στὴν Κωνσταντινούπολη τὴν περίοδο 1261-1274 καὶ τῆς ἑνωτικῆς πολιτικῆς τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ Η΄ Παλαιολόγου, ἡ ἑλληνικὴ γραμματεία ἐμπλουτίστηκε μὲ σημαντικές μεταφράσεις λατινικῶν ἔργων θεολογικοῦ καὶ κοσμικοῦ περιεχομένου5. Μεταξὺ αὐτῶν ἡ ἑλληνικὴ μετάφραση τοῦ De Trinitate τοῦ Αὐγουστίνου ἀνατέθηκε στὸν λατινομαθῆ καὶ ἄριστο μεταφραστή τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς Μανουήλ (μετέπειτα μοναχὸ Μάξιμο) Πλανούδη (1260-1305), ἡ ὁποία ὁλοκληρώθηκε καὶ κυκλοφόρησε μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1274-1280 (6), λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν ἐκδημία τοῦ αὐτοκράτορος Μιχαὴλ Η΄ Παλαιολόγου τὸ 1282 (7), ποὺ σήμανε τὸ τέλος τῆς ἑνωτικῆς του πολιτικῆς, ἀφοῦ τὸν διαδέχθηκε στὸν αὐτοκρατορικό θρόνο ὁ ἀνθενωτικὸς υἱός του Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος (1282-1328), ἀνατρέποντας τὴν ἑνωτικὴ πολιτικὴ τοῦ πατέρα του8. Ἐν τούτοις, τὸν 14ο αἰῶνα ἡ Κωνσταντινούπολη ὑπῆρξε σημαντικὸ ἀντιγραφικό κέντρο χειρογράφων τῆς ἑλληνικῆς μεταφράσεως τοῦ Πλανούδη τοῦ De Trinitate τοῦ Αὐγουστίνου, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὰ 18 ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν 37 σωζόμενων σήμερα χειρογράφων κωδίκων9.

Σημειώσεις

* Ἡ παροῦσα μελέτη ἀποτελεῖ ἐπεξεργασμένη καὶ συμπληρωμένη μορφὴ ἀγγλόγλωσσης εἰσηγήσεως τοῦ γράφοντος, ποὺ παρουσιάσθηκε στο πλαίσιο τῶν ἐπιστημονικῶν ἐργασιῶν του 24ου Διεθνούς Συνεδρίου Βυζαντινῶν Σπουδῶν, τὸ ὁποῖο πραγματοποιήθηκε στη Βενετία καὶ τὴν Πάντοβα ἀπὸ 22 ἔως 27 Αὐγούστου 2022.

** Ὁ ἀρχιμανδρίτης Αγαθάγγελος Σίσκος εἶναι διδάκτωρ Θεολογίας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

1. J. Darrouzès, Notitiae episcopatuum Ecclesiae Constantinopolitanae: Texte critique, introduction et notes, Institut Français d'études Byzantines, Paris 1981, σσ. 136-158, 353-372 καὶ εἰδικώτερα 371.
2. B. Altaner, Augustinus in der griechischen Kirche bis auf Photius, [Kleine patristische
Schriften, TU 83], G. Glockman, Berlin 1967, σ. 74.
3. D. M. Nicol, The last centuries of Byzantium 1261-1453, Cambridge University Press, Cambridge 1993, σσ. 1-37 καὶ 39-89.
4. Δ. Ζ. Νικήτας, «Ἡ παρουσία τοῦ Αὐγουστίνου στὴν Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία», Κληρονομία 144 (Ιούνιος 1982), σ. 11,
5. G. Ostrogorsky, Geschichte des byzantinischen Staates (Byzantinisches Handbuch 1, Teil, 2. Band), Verlag C. H. Beck, München 1963, σσ. 372-384· Κ. Γιαννακόπουλος, Ὁ Αὐτοκράτωρ Μιχαήλ Παλαιολόγος καὶ ἡ Δύσις 1258-1282, Ἀθῆναι 1969, σ. 111 κέ.
6. Marie-Hélène Congourdeau, "Planudes, Manuel", στό: Catholicisme, hier, aujourd'hui, demain, vol. 11, Paris 1988, σ. 489.
7. S. Valoriani, "Massimo Planude traduttore di S. Agostino", στό: Atti dello VIII Congresso internazionale di studi bizantini Palermo 3-10 aprile 1951, [Studi biz, e neoellenici VII-VIII], Roma 1953, σ. 234· Δ. Ζ. Νικήτας, «Ἡ παρουσία τοῦ Αὐγουστίνου στὴν Ἀνατολική Ἐκκλησία», ό.π., σσ. 12-13.
8. D. M. Nicol, The last centuries of Byzantium 1261-1453, ό.π., σσ. 93-100- A. Papadakis, Crisis in Byzantium: the Filioque controversy in the patriarchate of Gregory II of Cyprus (1283-1289), Fordham University Press, New York 1983. Ενδεικτικό παράδειγμα τῆς ἀνθενωτικῆς πολιτικῆς τοῦ Ἀνδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου τυγχάνει ἡ διαπιστωμένη ἀπὸ τὴν κωδικολογικὴ ἔρευνα ἀφαίρεση 83 φύλλων μὲ αὐγουστίνειο ὑλικὸ ἀπὸ τὸν ἀντεγραμμένο τὸ 1276 χειρόγραφο κώδικα Paris. gr. 1115· βλ. Α. Alexakis, Codex Parisinus Graecus 1115 and its Archetype, D.O. Research Libary and Collection. Washington 1996, σ. 249.
9. Άγ. Σίσκος (άρχιμ.). Ἡ θέση τοῦ Ἱεροῦ Αὐγουστίνου στὴν θεολογία τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμά, διδακτορική διατριβή, Τμήμα Θεολογίας Ἀριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2020, σ. 71.

ΑΡΧΙΖΕΙ ΕΠΙΣΗΜΑ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΞΕΝΟΜΑΝΙΑΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΚΑΤΕΧΕΙ ΑΚΟΜΗ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΘΟΤΙ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ ΚΑΙ ΕΠΙΒΡΑΒΕΥΕΙ ΤΗΝ ΦΙΛΑΥΤΙΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου