Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις(11)

Συνέχεια από:Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις B7
Β΄ έκδοση

ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


B Το σύμπλεγμα κατωτερότητος

Τί πρέπει να κάνουμε;

Αὐτοεκτίμηση καί αὐτοαποδοχή

Μετά τὴν αὐτογνωσίαν, τὸ ἑπόμενον βήμα εἶναι νὰ ἐνθαρρύνῃ κανείς τὴν ἀκριβῆ αὐτοεκτίμησιν καὶ την πλήρη αὐτοαποδοχὴν τοῦ πάσχοντος.

Έως ἐδῶ ἦταν ἀκόμη έργασία αὐτογνωσίας.

Δηλαδή, σε μια συγκεκριμένη περίπτωση πρώτα ἐπισημαίνουμε ὅτι ἔχουμε νὰ ἀντιμετωπίσουμε ἕνα αἴσθημα κατωτερότητος. Ἐν συνεχεία, προσπα θοῦμε νὰ βροῦμε ποῦ ὀφείλεται αὐτὸ τὸ αἴσθημα κατωτερότητος -ποιές εἶναι οἱ πληγές, ποιά εἶναι τὰ τραύματα, ποιά εἶναι τὰ βιώματα αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου- μὲ τὸ νὰ ἀνασκαλέψουμε ὅλη τή ζωή του, ἀλλὰ πιο πολύ, ἰδιαίτερα, τα παιδικά του χρόνια.

Μετά τὴν αὐτογνωσία χρειάζεται ἡ αὐτοεκτί-μηση καί ἡ αὐτοαποδοχή. Αὐτός πού ἔχει αἴσθημα κατωτερότητος, καί τό ἔνιωσε αὐτό πολλές φορές καὶ πάλι καί ξανά, σχηματίζει γιά τόν ἑαυτό του -πῶς νὰ ποῦμε;- μια τέτοια γνώμη: σαν να εἶναι ἕνας πεθαμένος ἄνθρωπος καί δέν μπορεῖ πλέον νὰ δεῖ τὸν ἑαυτό του κάτι να πετυχαίνει. Ἐνῶ πι-θανόν νὰ ἔχει μια ἱκανότητα κάτι να κάνει μπορεῖ νὰ ἔχει ἕνα τάλαντο ή κάποιο προτέρημα. Δέν δίνει καμιά ἀξία οὔτε σ' αὐτό. Σαν να λέει: «Εγώ δέν είμαι γιὰ τίποτε, ἐγώ δὲν μπορῶ νὰ κάνω τίποτε, ἐγώ δὲν ἀξίζω τίποτε, ἐγώ...»

Εἶναι ἀνάγκη ἑπομένως να βοηθηθεῖ αὐτός ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐκτιμήσει αὐτά πού ἔχει. Προσέξτε. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περί ὑπερηφανείας. Ἴσα-ἴσα τὸ ἄλλο που κάνει, ἡ ὅλη στάση πού παίρνει, εἶναι ὑπερηφάνεια. Χρειάζεται λοιπόν νὰ ἐκτιμήσει κανείς αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔχει. Νὰ τοῦ ποῦμε: «Ἄνθρωπέ μου, μπορεῖς νὰ πεῖς δυό λόγια. Γιατί λές δὲν μπορῶς Μπορείς, π.χ. να κάνεις αὐτή τή δουλειά. Μπορείς να κάνεις κάτι άλλο. Έχεις το χάρισμα τοῦ θάρρους ἢ τῆς ὑπομονῆς ἢ ὅ,τι ἄλλο». Να βοηθήσουμε τον ἄνθρωπο αὐτό να βρεῖ ὅ,τι τοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός.

Προσέξτε νὰ δεῖτε. Σᾶς εἶπα ὅτι στὴν προκει μένη περίπτωση δέν πρόκειται γιὰ ὑπερηφάνεια. Αὐτός ἐδῶ μὲ τὸ αἴσθημα κατωτερότητος τελικά δὲν κάνει τίποτε ἄλλο, παρά αὐτὸ τὸ ἕνα τάλαντο ποὺ ἔχει νομίζει, ἄς ποῦμε, ὅτι μόνο ένα τάλαντο τοῦ ἔχει δώσει ὁ Θεός- το θάβει καὶ μάλιστα φθά νει στο σημείο να νομίζει ὅτι δὲν ἔχει κανένα. Αὐτός πού πῆρε τὸ ἕνα τάλαντο, σύμφωνα μὲ τὴν παραβολή πού λέει ὁ Κύριος, το παίρνει καὶ τὸ θάβει, καί ὅταν εἶναι να δώσει λόγο, ἀπαντά: «Ήξερα ὅτι εἶσαι σκληρός. Θερίζεις ἐκεῖ ποὺ δὲν ἔσπειρες καί μαζεύεις ἐκεῖ πού δὲν φύτεψες. Γι αὐτό, πῆγα καί ἔβαλα το τάλαντό σου στη γῆ, ὥστε, ὅταν θὰ ἔρθεις, νὰ πᾶς νὰ τὸ πάρεις μόνος σου. Εγώ δέν ἔχω τίποτε νὰ σοῦ δώσω». Σαν να λέει με πικρία, με κακία, με ζήλεια, με παράπονο: «Ἐμένα δὲν μοῦ χρειαζόταν οὔτε αὐτό».

Χρειάζεται λοιπόν στὸν ἄνθρωπο αὐτὸν ἡ αὐτοεκτίμηση. Τί θὰ πεῖ αὐτοεκτίμηση; Να πάρει κανείς αὐτό τό καταχωνιασμένο τάλαντο, που το ἔχει θάψει κάπου ἐκεῖ, νὰ τὸ βγάλει καὶ νὰ πεῖς «Τό ἔχω αὐτό τό τάλαντο. Δὲν ἔχω οὔτε πέντε οὔτε δύο ὅπως ἄλλοι. Ἔχω ὅμως ἕνα. Αὐτὸ τὸ ἕνα μοῦ ἔδωσε ὁ Θεός. Το βγάζω ἀπὸ ἐκεῖ μέσα καὶ θὰ κοιτάξω τί μπορῶ νὰ κάνω μὲ αὐτὸ τὸ ἕνα». Αὐτό θὰ πεῖ αὐτοεκτίμηση.

Καί στη συνέχεια χρειάζεται ἡ αὐτοαποδοχή. Αὐτοαποδοχή θὰ πεῖ νά δεχθεῖ κανείς τὸν ἑαυτό του ἔτσι ὅπως εἶναι.

Νὰ τὸ ἐξηγήσουμε αὐτό καλύτερα. Θά ἔρθει ἡ ὥρα ποὺ ὁ κληρικός, ἢ ὁ ὅποιος εἰδικός, θὰ ἀποκαλύψει στον ψυχολογικά ἄρρωστο ἄνθρωπο τά τῆς ψυχῆς του: «Παιδί μου, μᾶλλον ἔχεις αἰσθήματα κατωτερότητος. Ἔτσι ὅπως τὰ λές τα πράγματα, καὶ ὅπως ἐρευνήσαμε στα παιδικά σου χρόνια, ἔπαθες αὐτό, ἔπαθες ἐκεῖνο, καί γι' αὐτό τελικά ἔχεις πέσει σ' αὐτή τήν κατάσταση». Αὐτός, ὅταν τὰ ἀκούσει αὐτά, νὰ μὴν πεῖ: «Πώ πώ, τί ἔπαθα! Για μένα πάει, τελείωσε. Εἶναι χαμένα τα πάντα, καὶ πάει χαμένη ἡ ζωή μου», ἀλλά νά δεχθεῖ τὸν ἑαυτό του. Αὐτό σημαίνει αὐτοαποδοχή. Δηλαδή, νὰ πεῖ ὁ ἄνθρωπος. «Πέρασα ἔτσι τή ζωή μου, εἶχα αὐτὰ τὰ βιώματα, μοῦ συνέβη ἐκεῖνο, ἔκανα αὐτά τὰ λάθη, ἔφθασα ἐδῶ πού ἔφθασα. Τελείωσε. Αὐτός εἶμαι. Ἔτσι ἔζησα, αὐτά ἔκανα. Τώρα ὅμως, μὲ τὸ τάλαντο ποὺ τὸ εἶχα καταχωνιασμένο καί τό βγάζω ἀπό ἐκεῖ, με το τάλαντο αὐτό τό ἕνα θά κοιτάξω τί θα κάνω. Αὐτός πού εἶμαι. Ὄχι νὰ ζητῶ νὰ εἶμαι κάτι ἄλλο. Είμαι ὁ τραυματισμένος, ὁ πληγωμένος, μὲ τὰ αἰσθήματα αὐτά κατωτερότη τος». Να δεχθεί κανείς ἔτσι τὸν ἑαυτό του. Ὁπότε, καθώς γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος τὸν ἑαυτό του, καθώς αὐτοεκτιμάται καὶ καθώς ἀποδέχεται τὸν ἑαυτό του έται ὅπως εἶναι, γιατρεύεται, Ἡ ὑπερηφάνεια πάντοτε κατεδικάσθη ὑπὸ τῶν ἠθικῶν θεολόγων ὡς σοβαρά ἁμαρτία είναι μία ἐκ τῶν κοινοτέρων πνευματικών διαταραχῶν. Ἐξ ὅσων ὅμως ἐξετέθησαν, κατέστη φανερόν ὅτι αὐτό πού συνήθως καλεῖται ὑπερηφάνεια δὲν εἶναι κατά τό πλείστον τίποτε ἄλλο παρά τεχνητή μέθοδος συγκα-λύψεως ἑνός αἰσθήματος κατωτερότητος καὶ ἀνε· παρκείας.

Ἴσως δέν θά ξέραμε τί εἶναι στην ουσία της ἡ ὑπε-ρηφάνεια, ἂν δὲν εἴχαμε ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ σύμπλεγμα κατωτερότητος. Νά, αὐτό εἶναι ὑπερηφάνεια.

Βλέπουμε ἕναν ἄνθρωπο ὑπερήφανο, πολύ ὑπερήφανο, πολύ ἐγωιστή. Αὐτός κατά βάθος ἔχει φοβερό αἴσθημα κατωτερότητος. Ἐὰν δὲν εἶχε αἴσθημα κατωτερότητος, δὲν θὰ εἶχε αὐτὸν τὸν ἐγωισμό, αὐτὴ τὴν ὑπερηφάνεια. Ὁ ἄνθρωπος ὁ ταπεινός δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει αἴσθημα κατωτερότη τος· καὶ ἐπομένως δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει καὶ ὑπερη-φάνεια. Ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ ἔχει αἴσθημα κατωτερό-τητος πιάνει τὸ ἄλλο ἄκρο καί γίνεται ὑπερήφα-νος, ματαιόδοξος, γίνεται θρασύς, ἐγωιστής.

Διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ πάσχοντος ἀποκτωμένης πληρεστέρας περί ἑαυτοῦ γνώσεως ἡ συγκάλυψις ἐκεί νη καὶ τὰ συγγενή της ἐξαφανίζονται, και το τραῦμα τῆς ἀνεπαρκείας ἔρχεται εἰς τὴν συνείδησιν.

Καθώς ἀρχίζει ὁ ἄρρωστος ὅλα αὐτὰ νὰ τὰ μαθαίνει, να τα γνωρίζει καὶ νὰ τὰ καταλαβαίνει, το τραύμα ἔρχεται στο συνειδητό τὸ ἔχει πιά μπροστά του. Όπως δηλαδή ἕνας γιατρός βλέπει κάποιον χτυπημένο, ποὺ ἐπάνω στο τραύμα του ἔχει σκόνη, λάσπες, κοπριές, ἀνάλογα μὲ τὸ ποῦ χτύπησε, καὶ ἀρχίζει νὰ τὰ ἀπομακρύνει ὅλα αὐτά πλένοντας το τραύμα καί καθαρίζοντάς το μέ όξυζενέ καί μὲ ὅ,τι ἄλλο χρειάζεται. Καί τελικά έχει πιά γυμνό το τραύμα μπροστά του. Ἔρχεται λοιπόν -σ' αὐτὸν ποὺ ἔχει σύμπλεγμα κατωτερότητος- το τραῦμα στο συνειδητό.

Τότε ἀκριβῶς τὸ ἄτομο πρέπει νὰ ἐνθαρρυνθῇ, ὥστε ἀκριβέστερον νά ἐκτιμήσῃ τάς ἱκανότητάς του καὶ τὰ ἐπιτεύγματά του. Πρέπει νὰ τοῦ ὑπομνησθῇ ὅτι εἶναι κακόν καί διὰ τὸν ἴδιον καί διά την κοι-νωνίαν, καὶ ὅτι εἶναι πράγματι ἁμαρτία ἔναντι τοῦ Θεοῦ νὰ ἀρέσκεται εἰς τὴν αὐτοϋποτίμησιν.

Ἄλλο εἶναι ἡ κατά Θεόν αὐτομεμψία καί ἄλλο εἶναι ἡ αὐτομεμψία πού προέρχεται ἀπό ἀρρωστημένη κατάσταση· δηλαδή ἡ αὐτομεμψία ἐκείνου πού ἔχει αἰσθήματα κατωτερότητος.

Πρέπει νὰ τὸν προτρέψωμεν νά ἐκθέσῃ γρα-πτῶς τὰ ὑπὲρ καί τά κατά εἰς τήν ζωήν του, τάς ἐπιτυχίας καὶ τὰς ἀποτυχίας του. Πρέπει νὰ τοῦ ἐξηγηθῇ ἐπαρκῶς ὅτι ὑπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά μεταξύ συναισθήματος κατωτερότητος καί τοῦ γεγονότος τῆς κατωτερότητος.

Δηλαδή, μπορεῖ νά μήν εἶσαι κατώτερος ἀπό τοὺς ἄλλους, ἀλλά ἐσύ να νομίζεις ὅτι εἶσαι, ἐπειδή έχεις τὸ αἴσθημα αὐτό ὡς ἀρρώστια πλέον μέσα σου. Ἄλλο εἶναι αὐτό, νὰ ἔχεις δηλαδή το συναίσθημα τῆς κατωτερότητος, καί ἄλλο εἶναι νὰ εἶσαι ὄντως κατώτερος.

Κατά κανόνα οἱ ἄνθρωποι πού ὑποφέρουν ἐκ τοῦ συμπλέγματος κατωτερότητος δέν εἶναι εἰς τὴν πραγματικότητα διόλου κατώτεροι τῶν ἄλλων Αὐτοί ποὺ ὑποφέρουν, λέει ὁ συγγραφέας, ἀπό αἴσθημα κατωτερότητος, ἀπό τὸ σύμπλεγμα κατωτερότητος, κατά κανόνα δέν εἶναι ὑποδεέστεροι ἀπό τούς ἄλλους. Ἔχουν δηλαδή καί αὐτοί τίς ἱκανότητές τους, τά προσόντα τους, ἔχουν καί αὐτοί τα τάλαντά τους. Ὅπως ἔδωσε ὁ Θεός σε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τάλαντα, ἔδωσε καί σ' αὐτούς· ἀλλά τραυματίστηκαν ἀπό διάφορες αἰτίες, ὅπως εἴπαμε, καί ἔτσι δημιουργήθηκε αὐτή ἡ ἀνώμαλη κατάσταση στήν ψυχή τους.

30-3-1969

Κάθε ἄνθρωπος ἔχει τὰ μαρτύριά του, τα βάσανά του, τίς δυσκολίες του, τίς πίκρες του Με μόνη τη διαφορά ὅτι, ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν προδιάθεση για να πάθουν, τελικά, ἂν δὲν τὰ ἀντιμετωπίσουν ὅλα αὐτά σωστά, παθαίνουν (ψυχολογικά) οἱ ἄλλοι τὰ καταφέρνουν καί ξεφεύγουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου