Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις(14)

 Συνέχεια από: Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ


Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις Γ2
Β΄ έκδοση
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ


Γ΄Το πρόβλημα τῆς ἀσυνείδητης ἐνοχῆς

Ὁ Κύριος σηκώνει τήν ἐνοχή μας, ὅταν τήν ἐναποθέτουμε στό ἔλεός του


Το μεγάλο μπέρδεμα:
αἰσθάνεται κανείς ἐνοχή, κάνει ὅμως τήν ἁμαρτία


Μία ἄλλη περίπτωσις ἔχει σχέσιν μὲ τὸν καταληπτικόν τρόμον μιᾶς κυρίας διά τά ἑρπετά. Ἡ καταληψία αὐτή –ἔτσι λέγεται αὐτή ἡ ἀρρώστια- δέν τῆς ἐπέτρεπε νὰ ἀκουμπήσῃ τό πάτωμα ἤ τό χαλί, ἤ να γονατίσῃ διά νά προσευχηθῇ.

Εἶχε φθάσει σ' αὐτό τό σημεῖο: μήν τυχόν ἀκουμπήσει μέ τά χέρια της στο πάτωμα, μήν τυ-χόν ἀκουμπήσει στο χαλί, ἤ γονατίσει κάτω γιά νά προσευχηθεί.
Εφαντάζετο ὅτι κάποιος, τοῦ ὁποίου τα πόδια εἶχον ἔλθει εἰς ἐπαφήν με σκώληκας ἤ κάποιο μό-λυσμα, εἶχε βηματίσει εἰς τό μέρος πού ἀκουμποῦσε ἤ ἐγονυπέτει.
«Κάποιος -φανταζόταν ἡ κυρία αὐτή- πού εἶχε πατήσει πιό μπροστά σκουλήκια ἤ κατιτί ἄλλο μόλυσμα, πάτησε μετά ἐδῶ. Πῶς ἐγώ θα γονατίσω;» Νόμιζε ὅτι ἀμέσως θά τή μολύνουν ὅλα τά σκουλή-κια καί ὅλα τὰ μικρόβια. Ἔτσι, δέν τολμοῦσε νὰ γονατίσει ἢ νὰ ἀκουμπήσει το πάτωμα ἤ το χαλί.

Καί αὐτή ἡ ἄρρωστη πῆγε στον κληρικό, καί τὰ συζήτησαν.

Ὅταν εἰσήλθομεν εἰς τήν ἱστορίαν τῆς ἀσθενοῦς, ἀπεκαλύφθη ὅτι αὕτη εἶχε σαγηνεύσει τον σύζυγόν της, γενομένη τοιουτοτρόπως πρόξενος τῆς διαζεύξεώς του ἀπό τήν προτέραν του σύζυγον.
Ὁ σύζυγός της ήταν παντρεμένος μὲ ἄλλη, καί αὐτή μέ τή μαεστρία της τόν σαγήνευσε καί τον πῆρε ἀπό ἐκείνη. ᾿Αλλά αὐτό τό πράγμα τὸ εἶχε ξε χάσει.


Κάποτε ἠσθάνετο μεγάλην ένοχήν διὰ τὴν πρᾶξιν της αὐτήν.


Ἐδῶ εἶναι το μπέρδεμα τώρα. ᾿Από τὸ ἕνα μέ-ρος αἰσθάνεται κανείς ἐνοχή, ἀπό τὸ ἄλλο μέρος ὅμως κάνει τήν ἁμαρτία. Ἐδῶ εἶναι τὸ μεγάλο μπέρδεμα. Πρέπει νὰ ἔχει κανείς το κουράγιο ἢ νὰ σηκώσει τὴν ἐνοχή –ἀφοῦ κάνει τὴν ἁμαρτία, να το πάρει ἀπόφαση ὅτι πάει κόντρα στον Θεό- ἤ να θυσιάσει, να πνίξει τὴν ἐπιθυμία και να κάνει το θέλημα τοῦ Θεοῦ. ᾿Από το ἕνα μέρος λοιπόν αὐτή αἰσθανόταν φοβερή ἐνοχή γι' αὐτό πού ἤθελε να κάνει, ἀπό τό ἄλλο μέρος ὅμως τὸ ἔκανε.
Σιγά-σιγά ὅμως ἔπεισε τὸν ἑαυτόν της ὅτι, ἐφόσον ὁ σύζυγός της ήτο δυστυχής μὲ τὴν προτέραν σύζυγόν του, ἡ διάζευξίς των ὑπῆρξε θέλημα τοῦ Θεοῦ. Άρχισαν δηλαδή ὕστερα σκέψεις, λογισμοί, για να δικαιολογήσει τα πράγματα: «Αφοῦ δέν τά περνούσε καλά μ' ἐκείνη, ήταν θέλημα Θεοῦ να τη χωρίσει καὶ νὰ ἔρθει μ' ἐμένα».

Αὐτὴ τὴν ἑρμηνεία ἔδωσε. Ἡ ἐνοχή ὅμως τί ἔγινε; Μὲ τὸ νὰ δώσει αὐτή τήν ἑρμηνεία και να μπαλώσει ἔτσι τα πράγματα, ἡ ἐνοχή ἀπωθήθηκε, το βίωμα πῆγε στὸ ὑποσυνείδητο καί ἀπό κεῖ ἔκα-νε τή δουλειά του. Ποιά δουλειά; Ἡ κυρία εἶχε τίς ἐκδηλώσεις πού εἴπαμε: δέν τολμοῦσε νά ἀκουμπήσει κάν στο πάτωμα, οὔτε σε κανένα χαλί δέν τολ-μοῦσε νὰ γονατίσει γιά νά προσευχηθεῖ.
Εἶναι ἀξιοσημείωτον ὅτι κατά τά ἐπακολουθήσαντα ἔτη ἡ γυναῖκα αὐτή διῆλθε πολλάς φάσεις θρησκευτικῆς ἐμπειρίας καί, ὅταν τήν συνήντησα, ἦτο ἀρχηγός μιᾶς ὁμάδος τῆς Χριστιανικῆς ᾿Επι-στήμης, προσπαθοῦσα να πείσῃ ἑαυτήν ὅτι «ἡ ὕλη δέν εἶναι κάτι τό πραγματικόν». ᾿Αναμφιβόλως κάποιο σύμπλεγμα ἐνοχῆς εὑρίσκετο εἰς τήν ρίζαν τῆς ἀσθενείας της. Τοῦτο ἦτο φανερόν, ἐκτός τῶν ἄλλων, καί ἐκ τῆς ἐπιμόνου ἐπιθυμίας της νὰ τῆς ἑρμηνεύσω τήν περί διαζυγίου διδασκαλίαν τοῦ Χριστοῦ κατά τρόπον ὑποστηρίζοντα τάς ἰδικάς της ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν καθαρά λογικά κατασκευ-άσματα πρός δικαιολογίαν τῆς διαγωγῆς της.

Λέει στη συνέχεια ὁ συγγραφέας ὅτι τελικά δέν ἔγινε καλά αὐτή ἡ γυναίκα, διότι ποτέ δέν θέ-λησε να παραδεχθεί ὅτι κακῶς ἔκανε πού πήρε αὐτόν τόν σύζυγο, τον ξένο, με τον τρόπο πού τόν πῆρε. Καί μάλιστα προσπαθούσε, ὅπως διαβάσαμε, να πείσει τόν κληρικό αὐτό να αποδεχθεί τις έξη-γήσεις πού ἔδινε ἐκείνη, στα ὅσα ἀναφέρονται μέσα στο Εὐαγγέλιο γιά το διαζύγιο. Νά τά ἑρμη-νεύσει δηλαδή κατά τον τρόπο πού ἤθελε αὐτή κατά τρόπον ὑποστηρίζοντα τάς ἰδικάς της ἀπόψεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν καθαρά λογικά κατασκευά σματα πρός δικαιολογίαν τῆς διαγωγῆς της. Δηλα δή, γιὰ νὰ ἱκανοποιηθεί.

Ἡ ἰδία δὲν ἦτο καθόλου ἐνήμερος τῆς σχέσεως τῆς ἀσθενείας της πρός τό ἔνοχον παρελθόν της. Εἶχεν ἀπολύτως ἐξαφανίσει τὴν ἐνοχήν ἀπὸ τὴν συνείδησίν της. Ἡ ἀμυντική ἐξιλαστήριος σημασία τῶν συμπτωμάτων ἦτο καθαρά ἀπόδειξις τῆς ὑπάρξεως τῆς ἐνοχῆς εἰς τὸ ἀσυνείδητον.

Καί ἔτσι ἔμεινε ἄρρωστη.

«Μά, δέν θέλω να κατηγορώ. ᾿Αλλά γιατί το κάνω»

Πολλαί περιπτώσεις ἀγχώδους νευρώσεως καί ὑστερίας παρουσιάζουν τήν ἰδίαν εἰκόνα. Θα εὕρετε τὴν ὑστερικήν πάντοτε νά κατηγορῇ ἄλλους διά τήν κατάστασίν της, εἰς πολλούς ὅμως ἀπό τούς ἀσθε-νεῖς αὐτοὺς ὑποβόσκει ἀπωθηθεῖσα ἐνοχή.

Πολλές φορές ἕνας ἄνθρωπος, εἴτε ἄνδρας εἴτε γυναίκα, που φθάνει σε μιά νευρωτική κατάσταση, σε μιὰ ὑστερική κατάσταση, κατηγορεῖ συνέχεια τοὺς ἄλλους. Ἔχει μιά μανία νά κατηγορεί. Καί ἀπορεῖ μάλιστα καμιά φορά καί ὁ ἴδιος. Ὑπάρχουν ψυχές ποὺ ἀποροῦν: «Μά, δέν θέλω να κατηγορώ. ᾿Αλλά γιατί το κάνω; Δὲν μπορῶ νὰ καταλάβω». Κατηγοροῦν λοιπόν τοὺς ἄλλους. Αὐτό, λέει ὁ συγ-γραφέας, σημαίνει ὅτι στο βάθος εἶναι ἔνοχοι.

Ὅταν εἶναι ἔνοχος κανείς, δὲν ἡσυχάζει. Διότι τί σημαίνει αἰσθάνομαι ἐνοχή; Σημαίνει ὅτι αἰσθάνο-μαι πώς ἔκανα κάτι πού δέν εἶναι σωστό. ῎Αρα λοι-πὸν σαν να κατηγορῶ τὸν ἑαυτό μου. Ὅταν ἡ ἐνοχή αὐτή ἀπωθηθεῖ, ὅταν τό βίωμα αὐτό ἀπωθηθεῖ στο ὑποσυνείδητο καί ξεχαστεῖ -ὁπότε δέν καταλα-βαίνει πιά κανείς ὅτι τὸ ἔχει- αὐτό δουλεύει ἀπό κεῖ μέσα, ἀλλά σε κάνει πλέον νά κατηγορεῖς τούς ἄλλους. Καί ἔτσι, για ψύλλου πήδημα, ἄς ποῦμε, μόλις κάτι δεῖ κανείς στόν ἄλλο, ἀμέσως κινεῖται στο νά τόν κατηγορήσει. Η, κι ἂν δὲν βρεῖ κάτι νὰ προσέξει, ἄν δέν ὑπάρχει δηλαδή ὄντως κάτι στραβό ή μή καλό στόν ἄλλο, αὐτός θα προσπαθή-σει ὁπωσδήποτε νά βρεῖ κάτι, γιά νά κατηγορεῖ.

Ἐὰν ἐπιτύχετε, λέει ὁ συγγραφέας, νά ἐξασφαλίσετε τὴν ἐμπιστοσύνην των καί σᾶς ἀποκαλύψουν τα πάντα, πολλά πράγματα διά τά ὁποῖα ἠσθάνοντο κατά καιρούς πολύ ἔνοχοι, θά ἀνακληθοῦν εἰς τὴν μνήμην. Τὰ ἐπεισόδια ἐκεῖνα δέν ἐνοχλοῦν πλέον την συνείδησίν των, εἶναι ὅμως φανερόν ὅτι αἱ ὑστερικαί των ἐκρήξεις ἐναντίον ἀπολύτως ἀθώων καί μακροθύμων συγγενῶν εἶναι μέθοδοι αὐτοαμύνης.

Κυρίως μὲ τοὺς συγγενεῖς τὰ βάζουν. Μιά κόρη πού, για τον άλφα ή βήτα λόγο, εἶναι παρα-πονεμένη, μπορεί να τα βάζει συνέχεια με τούς δικούς της· ἡ ἕνας πατέρας με τους δικούς του ή μιά μητέρα κτλ.
Εἰς οὐδεμίαν τῶν περιπτώσεων τούτων τὸ ἄτομον ὑποφέρει συνειδητῶς ἐκ συναισθήματος ἐνοχῆς, ἄν καί συχνά γίνεται φανερόν κατά την θεραπείαν ὅτι ἐνοχή εἶναι τὸ κύριον πρόβλημα.
Δηλαδή, τά ἄτομα αὐτά ποτέ δέν αἰσθάνονται ὅτι εἶναι ἔνοχα. Ἤ, μπορεῖ νὰ αἰσθάνονται, ἀλλά πολύ ἀκαθόριστα. Τή συγκεκριμένη ἐνοχή πού κά-ποτε τήν ἔζησαν καί δοκίμασαν το βίωμά της, τώρα πιά δέν τὴν αἰσθάνονται, καί ἁπλῶς ζοῦν τὰ συμπτώματα τῆς ἀσθένειας. Πότε τέτοια, πότε ἀλλιώτικα. Παράδοξες ἐκδηλώσεις. Δεν πρέπει ὅμως να γελᾶμε. Αὐτοί δέν ἐνεργοῦν ἔτσι ἐπειδή το θέλουν.


Ἐκ πρώτης ὄψεως βέβαια φαίνονται πολύ πε-ρίεργα αὐτά τά συμπτώματα: να βάζει κανείς τά χέρια κάτω ἀπό τή βρύση γιά δυό ώρες κάθε πρωί, νά φοβᾶται νὰ ἀγγίξει το πάτωμα ἢ τὸ χαλί μήν ἔχει κάτι κτλ. Εἶναι παράδοξες ἐκδηλώσεις. Γι' αὐτό, εἶναι, ἄν θέλετε νὰ τὸ πῶ ἔτσι, ἀνώμαλες ἀρρώστιες. Ἔχεις πυρετό· εἶναι κάτι τό συνηθισμέ-νο. Ἔσπασες το πόδι σου, ἔχεις ἕναν πόνο σε κάποιο μέρος τοῦ σώματος· ἐπίσης εἶναι κάτι συνηθισμένο. ᾿Αλλά αὐτοῦ τοῦ εἴδους τά συμπτώματα εἶναι παράδοξα συμπτώματα. Εἶναι ἀρρώστιες πού προέρχονται ἀπό κάτι πού ὑπάρχει βαθιά μέσα στην ψυχή, καί δέν το ξέρει κανείς· ἀπό αἰσθημα ἐνοχῆς.
Συνήθως ἀπωθεῖ κανείς τό βίωμα τῆς ἐνοχῆς, ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ νά τό κρατήσει. Προσέξτε το αὐτό. Δὲν τὸ κάνει κανείς αὐτό στά καλά καθού-μενα· ἔτσι τοῦ ἦρθε δηλαδή καί τό ἔκανε. "Οχι. Πάλι θὰ ἔρθουμε σ' ἐκεῖνο ἐκεῖ πού ἔχουμε πεῖ τό-σες φορές: ὅτι πιό πολύ το παθαίνουν αὐτό οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι πού ἔχουν μιά προδιάθεση να πάθουν τέτοια πράγματα· πού δέν ἔχουν δηλαδή ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἐφόδια, θα λέγαμε, πού χρειάζεται νὰ ἔχουν ἀπό τή γέννησή τους, γιά νὰ ἀντισταθοῦν σε τέτοιου είδους δυσκολίες.

Πιό συγκεκριμένα. Κάποιος κάνει ἕνα ὀλίσθημα καὶ αἰσθάνεται ένοχος, ἀλλά μπορεῖ καί τό ση κώνει αὐτό τό βίωμα τῆς ἐνοχῆς· δὲν τὸ ἀπωθεῖ. Το σηκώνει καί δέν παθαίνει τίποτε ἀπό ψυχολο-γικῆς πλευρᾶς. Μόνο πού, ἄν δέν μετανοήσει καί δὲν τὸ ἐξομολογηθεῖ, δέν εἶναι ἐντάξει μέ τόν Θεό· ἀλλά κατά τά ἄλλα -ὡς πρός αὐτά τά θέματα πού συζητοῦμε- μπορεῖ νά μήν πάθει τίποτε. Ἕνας ἄλλος ὅμως πού κάνει ἕνα ὁλίσθημα, πού ἔχει μιά πτώση, καὶ δημιουργεῖται ἔτσι φοβερή ἐνοχή, δέν μπορεί να σηκώσει αὐτή τήν ἐνοχή. Δέν μπορεῖ δηλαδή ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ἐνώπιον τοῦ ἑαυτοῦ του, ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων να σταθεῖ ἔτσι: «Εἶμαι ένοχος. Το ἔκανα». Δέν μπορεῖ. Καί ὑποφέρει, ὑπο-φέρει, ὑποφέρει, ὥσπου αὐτό τό βίωμα πέφτει μέσα στο ὑπόγειο τῆς ψυχῆς του καί ξεχνιέται. Ύστερα προσπαθεί, χωρίς βέβαια να το κάνει συνειδητά, νά ἐξισορροπήσει τα πράγματα με το νά ἐμφανίσει διάφορα συμπτώματα.

Ἂν δὲν βγεῖ στὸ συνειδητό ἡ ἐνοχή...

Πρέπει να ξέρουμε, ὅπως λέει στη συνέχεια ὁ συγγραφέας, ὅτι ἡ ἐνοχή σε ἕναν πού ξέρει πώς εἶναι ἔνοχος καί ζεῖ συνειδητά τήν ἐνοχή, δέν εἶναι τόσο βασανιστική, ὅσο εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θά ἀπωθηθεῖ. Τό ἄτομο πού ἔχει ἀσυνείδητη ἐνοχή, πού ἔχει σπρώξει δηλαδή τήν ἐνοχή στο ὑπόγειο τῆς ψυχῆς του, ὅ,τι καί νά κάνει, δέν ἀπαλλάσσε-ται, παρά μόνο ἄν τή βγάλουμε πάλι ἀπό κεῖ μέσα, καί μπορέσει ξανά νά τή ζήσει. Καί ἐδῶ ἀκριβῶς εἶναι πού συμβαίνει ἐκεῖνο πού ἔχουμε ἀναφέρει. Πάει αὐτός πού ὑποφέρει ἀπό διάφορα συμπτώμα-τα στόν γιατρό ἤ στόν πνευματικό. Ἀπό δῶ ἀπό κεῖ ὁ γιατρός ἢ ὁ πνευματικός τόν βοηθούν, καί σιγά-σιγά πάει ὁ ἄνθρωπος αὐτός να γίνει λίγο καλύ-τερα. Ἀλλά δέν τό ἀντέχει αὐτό, διότι γιά νά γίνει καλύτερα, θα πρέπει να βγεῖ ἡ ἐνοχή πάλι ἐπάνω στό συνειδητό. Ὅμως δέν τό ἀντέχει αὐτό, ὁπότε καλύτερα νὰ εἶναι μέ τά συμπτώματα. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού παραμένουν αὐτά τελικά. Καί γι' αὐτό ὁ ψυχολόγος –ἢ ὁ πνευματικός- πρέπει σ' αὐτή τήν περίπτωση νὰ βρεῖ ἕναν τρόπο να στηρίξει τήν ψυχή, καί μαζί να σηκώσουν τὴν ἐνοχή αὐτή.

Ἐμεῖς ἔχουμε τὸν Κύριο, ὁ ὁποῖος σηκώνει τὴν ἐνοχή. Ἀλλὰ γιὰ να φθάσει κανείς στο σημείο νὰ τὴν ἀποθέσει στον Κύριο, χρειάζεται νά βοηθη-θεῖ ἀπό κάποιον ἄνθρωπο, ὥστε μαζί να σηκώσουν τὴν ἐνοχή καί νά τήν ἀποθέσουν στον Κύριο, γιά νὰ τὴ συγχωρήσει. Εἶναι, ὅπως καταλαβαίνετε, καί δύσκολα καί πολύ λεπτά ζητήματα.

Πάντως, ἂν δὲν βγεῖ στό συνειδητό ἡ ἐνοχή, δέν μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπό τά διά-φορα συμπτώματα. Ἐν τῷ μεταξύ, ἐφόσον ἔχει συμπτώματα, καταλαβαίνει ὅτι κάτι συμβαίνει μέαὐτόν. Ἔχει, ἄς ποῦμε, τὰ χέρια του δυό ὧρες κάτω ἀπό τή βρύση. Βλέπει ὅτι δέν εἶναι φυσιολογικό αὐτό τό πράγμα. Κατά τά ἄλλα βέβαια εἶναι ἐντάξει ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι. Βγαίνει ἔξω στή δουλειά καί δουλεύει μέ τούς ἄλλους, ἀλλά βλέπει ὅτι οἱ ἄλλοι δέν βάζουν τα χέρια δυό ὧρες κάτω ἀπό τή βρύση. Καταλαβαίνει λοιπόν ὅτι δέν εἶναι καλά, ὅτι κάτι ὄντως τοῦ συμβαίνει. Ἢ ἡ κυρία, γιά τήν ὁποία λέει ὁ συγγραφέας ὅτι ἀπό τέτοιους φόβους δέν μπορεῖ νά γονατίσει στο χαλί κτλ., βλέπει ὅτι κάτι δεν πάει καλά.

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου