ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Γ
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Ἁμαρτία καί ψυχοπαθολογικές καταστάσεις Γ1
Β΄ έκδοση
ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Γ΄Το πρόβλημα τῆς ἀσυνείδητης ἐνοχῆς
«Ναί, εἶμαι ἕνα σκουπίδι, ἕνα τίποτα, ὅπως μοῦ λένε τα βιώματα πού ἔχω.
Εντάξει. Εἶμαι ἔτσι. Για τον Θεό ὅμως δέν εἶμαι ἕνα τίποτα.
Είμαι μια ψυχή, γιὰ τὴν ὁποία ἠρθε καὶ ἔγινε ἄνθρωπος ὁ Θεός.
Ο Κύριος ἐσταυρώθη, ἀπέθανε καί ἀνεστήθη καί γιά τή δική μου ψυχή»
*Ἂν δὲν σὲ ἐλευθερώσει ὁ Θεός, δέν ἐλευθερώνεσαι. ᾿Αλλὰ γιὰ νὰ σὲ ἐλευθερώσει ὁ Θεός, πρέπει να πάρεις τὴν ἁρμόζουσα στάση ἀπέναντί του.
῎Αν δὲν τὴν πάρεις, δὲν μπορεῖ νὰ ἔρθει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Θέλει νὰ ἔρθει, ἀλλά δέν μπορεῖ.
Ἐνοχή καί ἀσθένειες
Να περάσουμε τώρα, παρακαλώ, μὲ τὴν ἀγάπη σας, σε ἕνα ἄλλο θέμα: στο πρόβλημα τῆς ἀσυνεί δητης ἐνοχῆς.
Τὰ δύο εἴδη τῆς ἀσυνείδητης ἐνοχῆς
Μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος νὰ ἔχει ἀσυνείδητη ἐνοχή; Τί θὰ πεῖ ἀσυνείδητη; Χρειάζεται νὰ τὸ ἐξηγήσουμε, διότι το μυαλό μας μπορεῖ νὰ πηγαίνει δέν ξέρω ποῦ. Καμιά φορά δὲν ξέρουμε καὶ τί ἀκριβῶς σημαίνουν οἱ λέξεις.
Ασυνείδητη ἐνοχή σημαίνει το νὰ μὴν αἰσθά-νεται κανείς ὅτι εἶναι ἔνοχος ἐνῶ εἶναι ἔνοχος, αὐτὴ ὅμως ἡ ἐνοχή στο μεταξύ νὰ ἐκδηλώνεται στη ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ αὐτὸς νὰ μὴν το κα ταλαβαίνει, να μήν τὸ αἰσθάνεται. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀσυνείδητη ἐνοχή. Δὲν ἔχει δηλαδή κανείς συνεί-δηση τῆς ἐνοχῆς, δὲν ἔχει αἴσθηση τῆς ἐνοχῆς. Ἡ ἐνοχή του βρίσκεται σε μια κατάσταση ἀσυνείδη τη, ἀσυναίσθητη, ἄν θέλετε νὰ πῶ ἔτσι.
Μπορεῖ νὰ ὑπάρχει τέτοια ἐνοχή; Χωρίς δηλα δή να ξέρεις ὅτι εἶσαι ἔνοχος, χωρίς να ξέρεις τί κακό ἔκανες, μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἐνοχή; Κατ' ἀρχὴν δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει. Γιὰ νὰ αἰσθάνεται ένοχος κανείς, πρέπει να ξέρει ὅτι αὐτὸ ποὺ κάνει δέν εἶναι σωστό, καὶ τὸ κάνει παραβαίνοντας κάποιο νόμο, κάποια ἐντολή. Ἔτσι, δημιουργείται μέσα του τὸ βίωμα τῆς ἐνοχῆς. Ὅταν δὲν ξέρει κανείς ὅτι κάτι που κάνει εἶναι κακό, πῶς θὰ δημιουργηθεῖ ἡ ἐνοχή: Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατό νὰ ἔχει κανείς ἀσυνείδητη ἐνοχή, Καί ὅμως, μπορεῖ νὰ ἔχει.
Ὑπάρχουν, λέει ὁ συγγραφέας του βιβλίου ἀπό ὅπου διαβάζουμε, δύο εἴδη τέτοιας ἐνοχῆς.
Εἶναι οἱ περιπτώσεις ἐκεῖνες κατά τὰς ὁποίας συμπλέγματα ἐνοχῆς ἐκδηλοῦνται ὑπό περιέργους μορφάς ἀσθενειῶν. Δηλαδή, ἕνας εἶναι ἔνοχος, δὲν καταλαβαίνει ὅμως ὅτι εἶναι ἔνοχος, καὶ ἡ ἐνοχή ἐκδηλώνεται ὡς ἀρρώστια ἤ με συμπτώματα μιᾶς ἀσθένειας ἢ πολλῶν ἀσθενειῶν.
Εἶναι καὶ οἱ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας τὸ ἄτομον ἐμφανίζεται ὀδυνηρῶς ἐνήμερον τῆς ἐνοχῆς του, δὲν γνωρίζει ὅμως τὴν ἀρχήν της καὶ τὸ νόημά της.
Ένα άτομο αἰσθάνεται ὅτι εἶναι ἔνοχο, ἀλλὰ γιατί εἶναι ἕνοχο, ἀπό ποῦ ἄρχισε αὐτή ἡ ἐνοχή, πῶς αὐτή ἡ ἐνοχή ἀναπτύχθηκε καί ἔφτασε ἐδῶ ποὺ ἔφτασε, δὲν ἔχει ἰδέα. Δηλαδή, μολονότι ἔχει κανείς συνείδηση τῆς ἐνοχῆς του, τῆς ὑπάρξεως τῆς ἐνοχῆς, δὲν ξέρει ωστόσο πόθεν αὐτή ἡ ἐνοχή ἀρχισε, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ξεδιαλύνει, νὰ τὴν ξεκαθαρίσει καὶ νὰ τὴν τακτοποιήσει.
Πολλές φορές συμβαίνει καὶ τὸ ἑξῆς ἐνῶ εἶναι κανείς ψυχικά άρρωστος, άποδίδει τα συμπτώματά του σε ἐνοχή. Νομίζει δηλαδή ὅτι εἶναι ἔνοχος. Στην περίπτωση, π.χ., τῆς μελαγχολίας τὰ αἰσθήμα τα ἐνοχῆς συχνά εἶναι ἀποτέλεσμα ἀναληθών έρμη νειῶν τοῦ ἰδίου τοῦ πάσχοντος περὶ τῆς ἀσθενείας του. Αἰσθάνεται ὁ πάσχων κατάθλιψιν καὶ πηδά εἰς το συμπέρασμα ὅτι εἶναι κακός ἄνθρωπος
Μπορεί δηλαδή να πάει ἕνας χριστιανός σε ἕναν ἐξομολόγο καὶ νὰ τοῦ πεῖ: «Πάτερ, είμαι ένο χος» καὶ νὰ προσπαθεῖ μάλιστα, ὅπως θα δούμε καὶ πιο κάτω, νὰ βρεῖ διάφορα περιστατικά, για να δικαιολογήσει τὴν ἐνοχή του, καὶ νὰ μὴν μπο ρεῖ. Προσπαθεῖ νὰ βρεῖ περιστατικά, για να δικαι ολογήσει τὴν ἐνοχή τὴν ὁποία αἰσθάνεται, ἐνῶ στην πραγματικότητα εἶναι ψυχικά άρρωστος.
Πιό συγκεκριμένα. Ἔχει κανείς στενοχώρια, ἐπίμονη στενοχώρια, ἐπίμονη κατάθλιψη, καὶ λέει: «Γιὰ νὰ τὰ ἔχω αὐτά, θὰ εἶμαι ένοχος». Καὶ ἔτσι δίνει μιά κακή, μια λανθασμένη ερμηνεία στη στενοχώ ρια του, στη θλίψη του. Ποιά εἶναι ἡ κακή αὐτή ἑρμηνεία; Το ὅτι νομίζει πώς κάπου ἐκεῖ ὑπάρχει ἐνοχή ἐπειδή κάτι ἔκανε, ἐνῶ ἡ ἐνοχή που νιώθει μπορεῖ νὰ εἶναι ἐκδήλωση ἀρρώστιας ψυχολογικής φύσεως.
Υπάρχουν λοιπόν, ὅπως εἶπαμε, περιπτώσεις ποὺ ἡ ἐνοχὴ τὴν ὁποία ἔχει κανείς -δὲν τὴν ξέρει ὅμως- ἐκδηλώνεται ὡς ἀρρώστια, καὶ ὁ ἄνθρωπος δεν βλέπει τὴν ἐνοχή. Ξέρει τὴν ἀρρώστια μόνο καὶ λέει «είμαι ἄρρωστος», ἀντὶ νὰ πεῖ «είμαι ένα χος» καὶ νὰ τὸ καταλάβει αὐτὸ καὶ νὰ τὸ τακτο ποιήσει. Ἐνῶ ἀντίθετα, στην περίπτωση τῆς μελαγ χολίας, ἐπειδὴ εἶναι άρρωστος κανείς, τα βάζει με τὴν ἐνοχή, χωρίς νὰ ὑπάρχει ἐνοχή.
... ἔχουν ὡς σκοπό να κρύψουν τὴν ἐνοχή
Κατά κανόνα εἰς τοὺς ψυχωτικούς ἡ ἐνοχὴ δὲν εἶναι τίποτε περισσότερον ἀπὸ ἕνα σύμπτωμα. Το στοιχείον ὅμως τῆς ἀσυνειδήτου ἐνοχῆς ἡμπορεῖ νὰ μὴ εἶναι ἁπλῶς ἕνα σύμπτωμα, ἀλλ' ὁ κύριος παρά γων που προκαλεῖ καὶ διατηρεῖ εἰς πολλὰ πνεύματα μίαν σοβαράν ψυχονεύρωσιν. Ευρισκόμεθα τότε πρὸ τῆς περιέργου καταστάσεως, καθ' ἣν ἀντί να ἑρμηνεύεται ἡ ἀσθένεια ὡς ἐνοχή, ἡ ἐνοχή ἑρμηνεύ εται ὡς ἀσθένεια, ἐμφανίζονται δε νευρωτικά συμ πτώματα.
Πρίν προχωρήσω, νὰ πῶ τὸ ἑξῆς: στο βάθος τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ ὑπάρχει μια ἀπωθημένη ἐνοχή, μια ξεχασμένη ἐνοχή, ἡ ὁποία, ὅπως εἶπαμε, ἐνῶ εἶναι ἐνοχή, ἐκδηλώνεται με συμπτώματα ἀρρώστιας. Αὐτά τα συμπτώματα -αὐτό θέλω να τονίσω ἐδῶ ἔχουν σκοπό να κρύψουν τὴν ἐνοχή. Πρέπει αὐτὸ νὰ τὸ καταλάβουμε καλά: ἔχουν ὡς σκοπό να κρύψουν τὴν ἐνοχή.
Καὶ θὰ δεῖτε τώρα τί λέει ἕνας ψυχολόγος, ὁ Freud (Φρόυντ), ή θεωρία τοῦ ὁποίου ἔκανε πάταγο πρίν ἀπὸ χρόνια σε ὅλη τὴν οἰκουμένη
Ὑπάρχουν μερικοί ἄνθρωποι πού ἀντιδροῦν κατά πολύ περίεργον τρόπον εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀναλύσεως. Όταν τους δίδῃ κανείς ἐλπίδας περί θερα πείας ἢ ἐκφράζη ἱκανοποίησιν δια την πρόοδον της δεικνύουν σημεία δυσαρεσκείας καὶ ἡ κατάστασίς των, χωρίς ἐξαίρεσιν, χειροτερεύει. Διαπιστώνει και νεἰς ὄχι μόνον ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ἀνέχονται ἐπαίνους διὰ τὴν συντελουμένην πρόοδον, ἀλλ' ὅτι καὶ ἀντιδροῦν κατ' ἀντίστροφον ἔννοιαν εἰς τὴν πρόοδον τῆς θεραπείας».
Ἐδῶ τώρα ὁμιλεῖ βέβαια γιὰ τοὺς ἀρρώστους, γιὰ τοὺς ψυχικά ἀρρώστους· δὲν ὁμιλεῖ γιὰ τοὺς ὑγιεῖς ἀνθρώπους. Καθώς ἀναφέρεται όμως σε άρι ρωστημένες καταστάσεις, βοηθούμαστε καὶ οἱ ὑγιεῖς να καταλάβουμε ορισμένα πράγματα καλύτερα.
Πάει λοιπόν ἕνας ἄρρωστος στὸν εἰδικό για τρό, στον ψυχολόγο, καὶ ἀρχίζει ὁ γιατρός νὰ κάν νει τη δουλειά του την ψυχανάλυση ἢ ἄλλου είδους ψυχοθεραπεία- ὁπότε ἀρχίζει ὁ ἄρρωστος να γίνε ται καλύτερα. Μόλις καταλάβει ὁ ἄρρωστος ὅτι γίνεται καλύτερα, χειροτερεύει. Δὲν τὸν ἐνθουσιάζει ἡ καλυτέρευση τῆς καταστάσεώς του, δὲν τὸν ἐνθου-σιάζει το γεγονός ὅτι βελτιώνεται ἡ ὅλη κατάστασή του καὶ ὅτι πάει να γίνει καλά. Καί μόλις ἀντιλη φθεί τη βελτίωσή του, καὶ πεῖ καὶ ὁ γιατρός «πάμε καλύτερα», αὐτό ἐδῶ τὸν κάνει να γίνει χειρότερα.
Ἀντίστοιχα, μπορεῖ νὰ πάει κανείς σὲ ἕναν πνευματικό, καὶ νὰ κάνει μια προσπάθεια ὁ πνευ ματικός κάτι να γίνει στὴν ψυχὴ αὐτή, καὶ οὐσια στικά καί ἀντικειμενικά να γίνεται ὄντως μια πρό οδος, ἀλλά τελικά ὁ ἄρρωστος να χειροτερέψει. Οπότε, μπορεί να πεῖ ὁ άρρωστος: «Από τότε που πηγα στον πνευματικό χειροτέρεψα. Από τότε πού πήγα στον γιατρό χειροτέρεψα» καί νά νομίζει ότι φταίει ὁ πνευματικός ἢ ὁ γιατρός. Μπορεῖ νὰ φταί-ει καὶ ὁ γιατρός, μπορεῖ νὰ φταίει καί ὁ πνευματικός, ἀλλὰ ἐδῶ ὅμως μπορεῖ νά φταίει ὁ ἄρρωστος. Γιατί συμβαίνει αὐτό τό πράγμα; Γιατί ὑπάρχει αὐτή ἡ χειροτέρευση; Γιά τόν ἁπλούστατο λόγο ὅτι ἡ ἀρρώστια, τα συμπτώματα πού παρουσιάζει ὁ ἄνθρωπος, ἔχουν ὡς σκοπό να καλύψουν μια ἀσυ-νείδητη ἐνοχή, τήν ὁποία ὁ ἄρρωστος δέν θέλει να συνειδητοποιήσει. Μπορεῖ νὰ ἔχει ἕλκος στομάχου κανείς ὄχι ἀπό καμιά ἄλλη αἰτία, ἀλλά για ψυχολογικούς λόγους· ἀπό μιά ἐνοχή ἀπωθημένη ἤ ἀπό τραυματικά βιώματα κατωτερότητος καί ἄλλα παρόμοια. Ἤ, μπορεῖ νὰ ἔχει κάτι σάν ρευματισμούς, σαν πονοκεφάλους, ἤ ἄλλα συμπτώματα, καί να λέει: «Είμαι ἄρρωστος. Υποφέρω». Ὅλα αὐτά ὅμως, σύμφωνα μὲ αὐτά πού λένε οἱ ψυχολόγοι, εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ἀναγκαστικά ἐμφανίσθηκαν, με σκοπό να καλύψουν τὴν ἐνοχή. Ἔτσι, ὅταν θα πάει κανείς στόν εἰδικό γιατρό ἤ στον πνευματικό, καί θα γίνει ἡ προσπάθεια να τακτοποιηθοῦν αὐτά τά συμπτώ-ματα, να τακτοποιηθεῖ αὐτή ἡ ἀσθένεια, αὐτό ση μαίνει ὅτι θὰ φύγουν τα συμπτώματα.
Αμα φύγουν ὅμως τα συμπτώματα, θα μείνει ξεσκέπαστη ή ένοχή. Διότι, για να φύγουν τα συμπτώματα, θα πρέπει νὰ ἔρθει στὴν ἐπιφάνεια ἡ ἐνοχή. Ἀλλά αὐτό δέν τὸ θέλει ὁ ἄρρωστος. Ὅλα δὲ αὐτά γίνονται, χωρίς νὰ τὸ καταλαβαίνει ὁ ἴδιος. Ἂν το καταλάβαινε, δὲν θὰ γίνονταν. Δέν το καταλαβαίνει. Θὰ δοῦμε παρακάτω παραδείγματα, ἄν προλάβουμε σήμερα.
Κάτι ἀντιτίθεται στη θεραπεία
«Κάθε μερική πρόοδος, λέει ὁ Φρόυντ, εἰς τὴν θεραπείαν πού εἰς ἄλλους μὲν πάσχοντας καταλήγει εἰς κάποιαν βελτίωσιν, εἰς ἄλλους δὲ εἰς προσωρι νὴν ἀνάσχεσιν τῶν συμπτωμάτων, δημιουργεῖ εἰς αὐτούς παρόξυνσιν τῆς ἀσθενείας χειροτερεύουν κατά την διάρκειαν τῆς θεραπείας ἀντί νά καλυτε-ρεύουν. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι κάτι εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἀντιτίθεται εἰς τὴν θεραπείαν των καί φοβείται τὴν ἐπιτυχῆ ἔκβασίν της, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο περί κινδύνου τινός».
Εἶναι κατιτί μέσα ἐκεῖ στὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου -χωρίς να το καταλαβαίνει ὁ ἴδιος· τὸ ζεῖ ὅμως ἡ ὕπαρξή του- τό ὁποῖο, καθώς πάει ὁ ἄνθρωπος να γίνει καλά, και να φύγουν τὰ συμ-πτώματα, λέει: «Κίνδυνος. Προσοχή. Τα συμπτώμα-τα πρέπει να μείνουν».
«Συνηθίζομεν να λέγωμεν ὅτι εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς ἡ ἀνάγκη τῆς ἀσθενείας ἔχει κυριαρχή σει τῆς ἐπιθυμίας διά τήν ὑγείαν.. Ἐν τέλει καταλή γομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι πρόκειται διά κάτι που δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἠθικός παράγων, δι' ἕνα αἴσθημα ἐνοχῆς πού εὑρίσκει ἐξιλέωσιν εἰς τὴν ἀσθένειαν καὶ ἀρνεῖται να παραιτηθῇ τῆς τιμωρίας τοῦ πόνου».
Ἔχει κανείς ἕνα αἴσθημα ἐνοχῆς ποὺ δὲν τα-κτοποιήθηκε, ἀλλά ἀπωθήθηκε, κρύφτηκε στο βά-θος τῆς ὑπάρξεώς του καί δουλεύει ἀπό κεί. Τί θά γίνει; Γιὰ νὰ ἀνακουφιστεῖ λιγάκι ὁ ἄνθρωπος ἀπό τὸ αἴσθημα ἐνοχῆς, ἐκδηλώνεται ένα πάθος, έμφα νίζει δηλαδή κανείς συμπτώματα μιας σωματικής αρρώστιας, ἐμφανίζει πόνο, ἐμφανίζει κάτι ἄλλο, ὥστε νὰ γίνει ἕνα εἶδος ἐξιλεώσεως.
«Παρά ταυτα, ὅσον ἀφορᾶ τὸν ἴδιον τὸν ἀσθε νῆ, τὸ αἴσθημα αὐτὸ τῆς ἐνοχῆς εἶναι βωβόν και δὲν τοῦ λέγει ὅτι εἶναι ἔνοχος. Δὲν αἰσθάνεται ἔνοχος ἁπλῶς αἰσθάνεται ἄρρωστος».
Ἔνοχος δὲν αἰσθάνεται· αἰσθάνεται ἄρρωστος, Ἀλλὰ τὸ ὅτι αἰσθάνεται ἄρρωστος σημαίνει ὅτι εἶναι ἔνοχος.
Αναμφιβόλως μία τοιαύτη κατάστασις ὑπάρχει εἰς τὸ πνεῦμα πολλῶν ἀνθρώπων. Αναμνήσεις πλήρεις ἐνοχῆς ὑφίστανται ὁλοτελῆ ἀπώθησιν, ἐμφανίζονται δὲ εἰς τὴν συνείδησιν διά συμπτωμάτων, τὰ ὁποῖα ὅσον ἀφορᾶ τὸν ἀσθενῆ οὐδεμίαν ἔχουν σχέσιν πρός οιονδήποτε αἴσθημα ἐνοχῆς δι' ἁμάρτημά τι. Τα συμπτώματα αὐτά εἶναι ἀμυντικοί μηχανισμοί. Σκο πὸν ἔχουν νὰ ἐμποδίσουν ἀπωθημένας ἐνόχους ἀνα-μνήσεις ἢ ἐπιθυμίας νὰ ἔλθουν εἰς τὴν συνείδησιν.
Ἔκανε κανείς, ὅπως θὰ δοῦμε στη συνέχεια, ἕνα παράπτωμα στη ζωή του, καί αὐτὸ τὸ παράπτωμα δημιούργησε βιώματα ἐνοχῆς τρομερά. Βασανίστηκε ὁ ἄνθρωπος λίγο καιρό, βασανίστηκε, βασανίστηκε, βασανίστηκε, ἀλλά κάποτε το ξέχα σε, καὶ ἀπό κεῖ καὶ πέρα ζοῦσε σὰν νὰ μὴν εἶχε συμβεί τίποτε. Αὐτά ὅμως τα βιώματα τῆς ἐνοχῆς -καθώς ἔζησε τὴν ἐνοχή χωρίς να τακτοποιηθεί ἁπλῶς τὴν ξέχασε- ἀπωθήθηκαν, καὶ ὕστερα έκδη λώνονται ὡς συμπτώματα, ὡς ἀσθένεια. Εἶναι ἀπο δεδειγμένο ότι καὶ ἕλκος στομάχου μπορεί να πα ρουσιαστεῖ, ὅπως καὶ ἄλλο εἶδος ἀσθένειας.
Πῶς τακτοποιεῖται ἡ ἀσυνείδητη ένοχή
Ἕνας ἀσθενὴς ἡσθάνετο τὴν ἀνάγκην κάθε πρωΐ νὰ διατηρῇ τα χέρια του κάτω ἀπὸ τὴν ἀνοι-κτή βρύση τοῦ νιπτῆρος ἐπὶ δύο περίπου ώρας,
Μᾶς συγχωρεῖτε πού ἀναφέρουμε ἀρρωστημένες καταστάσεις. Ἀλλὰ αὐτές μᾶς βοηθοῦν καὶ τοὺς ψυχικά ἀρρώστους να καταλάβουμε, ὅταν συναντοῦμε τέτοιους ἀνθρώπους, καὶ στὸν ἑαυτό μας να καταλάβουμε καλύτερα ὁρισμένα πράγματα, ἀκόμη κι ἂν ὁ ἑαυτός μας εἶναι σε ὑγιή κατάσταση.
Αὐτός λοιπόν ὁ ἄνθρωπος αἰσθανόταν την ἀνάγκη να κρατάει κάτω ἀπό τή βρύση κάθε πρωί δυό ώρες τα χέρια του, για να καθαρίσουν. Με λίγη ὥρα δέν καθάριζαν!
Συχνά ἕνεκα τῆς καθημερινῆς αὐτῆς ἱεροτελε στίας ἡ καθυστέρησις ἦτο τόσον μεγάλη, ὥστε ἔπρεπε να φύγῃ ἐσπευσμένως καί χωρίς πρόγευμα διὰ τὴν ἐργασίαν του.
Κάποτε ὅμως πῆγε σ' αὐτὸν τὸν κληρικό.
Κατά την διάρκειαν τῶν συνομιλιῶν μας, λέει ὁ κληρικός, ἀνεκλήθη εἰς τὴν μνήμην του ἕνα ἠθικόν ὀλίσθημα που διέπραξεν, ὅταν ἦτο στρατιώτης εἰς την Γαλλίαν κατά τον Α' Παγκόσμιον πόλεμον Ένε θυμήθη ὅτι διὰ τὸ ὀλίσθημα αὐτὸ ἐπὶ τινα ἔτη μετά τὸν πόλεμον ὑπέφερεν ἀπό ἀβάσταχτον πνευματι κὴν ἀπόγνωσιν Ἔπεσε στο παράπτωμα αὐτό, ἔκανε τὸ ἁμάρ τημα αὐτό, καί ἀπό κεῖ καί πέρα ἔνιωθε φοβερές τύψεις, φοβερή ἐνοχή καί εἶχε φθάσει σε «ἀβάστακτον πνευματικήν ἀπόγνωσιν».
Ἔπειτα, βαθμιαίως, ἡ μνήμη καί τά αἰσθήματα τῆς ἐνοχῆς ἐξηφανίσθησαν ἀπό τήν συνείδησιν, καί ἀντ᾿ αὐτῶν ἐνεφανίσθησαν τα συμπτώματα τῆς νευ-ρώσεως.
Σιγά-σιγά δηλαδή ἔπαψε πιά νά αἰσθάνεται ἔνοχος, ὅπως αἰσθανόταν τὰ πρῶτα χρόνια. Χάθηκε, ἔφυγε αὐτό τό βίωμα, ἐξαφανίστηκαν τα αἰσθήματα ἐνοχῆς ἀπό τό συνειδητό, καθώς ἀπωθήθηκαν, ἀλλά παρουσιάστηκαν τα συμπτώματα τῆς νευρώσεως.
Μετά τὴν ἀνάκλησιν τοῦ γεγονότος εἰς τήν μνήμην, ὁ ἄνθρωπος ἐβίωσε καί πάλιν τὸ αἴσθημα τῆς ἐνοχῆς, τὰ δε συμπτώματα βαθμιαίως ἐξηφανίσθησαν.
Ὅταν ὅμως πῆγε στόν κληρικό, καί τά συζήτησαν, θυμήθηκε τήν ἁμαρτία του καί ξαναέζησε ἐκείνη τὴν ἐνοχή· ἀλλά τήν ἔζησε τώρα κατά τέτοιον τρόπο, πού τακτοποιήθηκε μέσα του. Ἔτσι, τα συμπτώματα ἐξαφανίστηκαν.
Ἐδῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε να μιλήσω πιό συγκε-κριμένα: Πάει κάποιος στόν πνευματικό καί λέει μερικές ἁμαρτίες του. Τίς ἀκούει ὁ πνευματικός, δίδει τή συγχώρηση, καί σηκώνεται καί φεύγει ὁ ἐξομολογούμενος. Ὅμως, παρά τό ὅτι τὰ εἶπε στον πνευματικό, δέν αἰσθάνεται συγχωρημένος. Πάει καί ξαναπάει στον πνευματικό πάλι καί πάλι, ἀλλά τελικά δέν γίνεται τίποτε. Αὐτό σημαίνει -προσέξτε να δείτε ὅτι λέει βέβαια κανείς την ἁμαρτία, ἀλλά χωρίς να ζεῖ τὸ βίωμα της ἐνοχῆς πού εἶχε ζήσει τότε πού ἔκανε τὴν ἁμαρτία, καὶ τὸ ὁποῖο τὸ εἶχε ἀπωθήσει, τὸ εἶχε σπρώξει κάτω ἐκεῖ στο ὑποσυνείδητό του. Τώρα ἁπλῶς λέει τὸ ἱστορικό, ὅτι κάποτε ἔκανε αὐτό. Τί βγαίνει ὅμως; Σκο πὸς εἶναι νὰ ἔρθει στήν ἐπιφάνεια τὸ βίωμα πού ἔσπρωξε –ἐκείνη ἡ ἐνοχή, ἐκεῖνες οἱ τύψεις πού εἶχε νιώσει τότε- νά τό ξαναφέρει ὅλο αυτό στο συνειδητό του, να το ξαναζήσει, να νιώσει την εὐθύνη πού φέρει γιὰ τὴν ἁμαρτία πού ἔκανε καί νὰ τὰ παρουσιάσει -βίωμα καί ἁμαρτία- ἐνώπιον τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ κατά τήν ἐξομολόγηση, για να μπορέσει να τακτοποιηθεί. Ἀλλιῶς, δὲν μπορεῖ να τακτοποιηθεί. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού μιά τέ-τοια ἐπιφανειακή ἐξομολόγηση δέν εἶναι σωστή ἐξομολόγηση καί γι' αὐτό ἄλλωστε δέν θεραπεύει.
27-4-1969
Μπορεῖ κανείς να πάει στον πνευματικό καί νὰ ἐξομολογηθεῖ ἕνα μικροπραγματάκι,
καὶ νὰ τὰ λέει με τέτοιον τρόπο σὰν νὰ ἔχει κάνει ἔγκλημα. Καί ὅμως, ὅλο αὐτό μπορεῖ νά εἶναι ἔνδειξη ὅτι βαθύτερα αὐτός ἔχει ἐνοχή, ἐνοχή πού δὲν τὴν ξέρει.
«Ναί, εἶμαι ἕνα σκουπίδι, ἕνα τίποτα, ὅπως μοῦ λένε τα βιώματα πού ἔχω.
Εντάξει. Εἶμαι ἔτσι. Για τον Θεό ὅμως δέν εἶμαι ἕνα τίποτα.
Είμαι μια ψυχή, γιὰ τὴν ὁποία ἠρθε καὶ ἔγινε ἄνθρωπος ὁ Θεός.
Ο Κύριος ἐσταυρώθη, ἀπέθανε καί ἀνεστήθη καί γιά τή δική μου ψυχή»
*Ἂν δὲν σὲ ἐλευθερώσει ὁ Θεός, δέν ἐλευθερώνεσαι. ᾿Αλλὰ γιὰ νὰ σὲ ἐλευθερώσει ὁ Θεός, πρέπει να πάρεις τὴν ἁρμόζουσα στάση ἀπέναντί του.
῎Αν δὲν τὴν πάρεις, δὲν μπορεῖ νὰ ἔρθει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ. Θέλει νὰ ἔρθει, ἀλλά δέν μπορεῖ.
Ἐνοχή καί ἀσθένειες
Να περάσουμε τώρα, παρακαλώ, μὲ τὴν ἀγάπη σας, σε ἕνα ἄλλο θέμα: στο πρόβλημα τῆς ἀσυνεί δητης ἐνοχῆς.
Τὰ δύο εἴδη τῆς ἀσυνείδητης ἐνοχῆς
Μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος νὰ ἔχει ἀσυνείδητη ἐνοχή; Τί θὰ πεῖ ἀσυνείδητη; Χρειάζεται νὰ τὸ ἐξηγήσουμε, διότι το μυαλό μας μπορεῖ νὰ πηγαίνει δέν ξέρω ποῦ. Καμιά φορά δὲν ξέρουμε καὶ τί ἀκριβῶς σημαίνουν οἱ λέξεις.
Ασυνείδητη ἐνοχή σημαίνει το νὰ μὴν αἰσθά-νεται κανείς ὅτι εἶναι ἔνοχος ἐνῶ εἶναι ἔνοχος, αὐτὴ ὅμως ἡ ἐνοχή στο μεταξύ νὰ ἐκδηλώνεται στη ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ αὐτὸς νὰ μὴν το κα ταλαβαίνει, να μήν τὸ αἰσθάνεται. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀσυνείδητη ἐνοχή. Δὲν ἔχει δηλαδή κανείς συνεί-δηση τῆς ἐνοχῆς, δὲν ἔχει αἴσθηση τῆς ἐνοχῆς. Ἡ ἐνοχή του βρίσκεται σε μια κατάσταση ἀσυνείδη τη, ἀσυναίσθητη, ἄν θέλετε νὰ πῶ ἔτσι.
Μπορεῖ νὰ ὑπάρχει τέτοια ἐνοχή; Χωρίς δηλα δή να ξέρεις ὅτι εἶσαι ἔνοχος, χωρίς να ξέρεις τί κακό ἔκανες, μπορεῖ νὰ ὑπάρχει ἐνοχή; Κατ' ἀρχὴν δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχει. Γιὰ νὰ αἰσθάνεται ένοχος κανείς, πρέπει να ξέρει ὅτι αὐτὸ ποὺ κάνει δέν εἶναι σωστό, καὶ τὸ κάνει παραβαίνοντας κάποιο νόμο, κάποια ἐντολή. Ἔτσι, δημιουργείται μέσα του τὸ βίωμα τῆς ἐνοχῆς. Ὅταν δὲν ξέρει κανείς ὅτι κάτι που κάνει εἶναι κακό, πῶς θὰ δημιουργηθεῖ ἡ ἐνοχή: Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατό νὰ ἔχει κανείς ἀσυνείδητη ἐνοχή, Καί ὅμως, μπορεῖ νὰ ἔχει.
Ὑπάρχουν, λέει ὁ συγγραφέας του βιβλίου ἀπό ὅπου διαβάζουμε, δύο εἴδη τέτοιας ἐνοχῆς.
Εἶναι οἱ περιπτώσεις ἐκεῖνες κατά τὰς ὁποίας συμπλέγματα ἐνοχῆς ἐκδηλοῦνται ὑπό περιέργους μορφάς ἀσθενειῶν. Δηλαδή, ἕνας εἶναι ἔνοχος, δὲν καταλαβαίνει ὅμως ὅτι εἶναι ἔνοχος, καὶ ἡ ἐνοχή ἐκδηλώνεται ὡς ἀρρώστια ἤ με συμπτώματα μιᾶς ἀσθένειας ἢ πολλῶν ἀσθενειῶν.
Εἶναι καὶ οἱ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας τὸ ἄτομον ἐμφανίζεται ὀδυνηρῶς ἐνήμερον τῆς ἐνοχῆς του, δὲν γνωρίζει ὅμως τὴν ἀρχήν της καὶ τὸ νόημά της.
Ένα άτομο αἰσθάνεται ὅτι εἶναι ἔνοχο, ἀλλὰ γιατί εἶναι ἕνοχο, ἀπό ποῦ ἄρχισε αὐτή ἡ ἐνοχή, πῶς αὐτή ἡ ἐνοχή ἀναπτύχθηκε καί ἔφτασε ἐδῶ ποὺ ἔφτασε, δὲν ἔχει ἰδέα. Δηλαδή, μολονότι ἔχει κανείς συνείδηση τῆς ἐνοχῆς του, τῆς ὑπάρξεως τῆς ἐνοχῆς, δὲν ξέρει ωστόσο πόθεν αὐτή ἡ ἐνοχή ἀρχισε, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν ξεδιαλύνει, νὰ τὴν ξεκαθαρίσει καὶ νὰ τὴν τακτοποιήσει.
Πολλές φορές συμβαίνει καὶ τὸ ἑξῆς ἐνῶ εἶναι κανείς ψυχικά άρρωστος, άποδίδει τα συμπτώματά του σε ἐνοχή. Νομίζει δηλαδή ὅτι εἶναι ἔνοχος. Στην περίπτωση, π.χ., τῆς μελαγχολίας τὰ αἰσθήμα τα ἐνοχῆς συχνά εἶναι ἀποτέλεσμα ἀναληθών έρμη νειῶν τοῦ ἰδίου τοῦ πάσχοντος περὶ τῆς ἀσθενείας του. Αἰσθάνεται ὁ πάσχων κατάθλιψιν καὶ πηδά εἰς το συμπέρασμα ὅτι εἶναι κακός ἄνθρωπος
Μπορεί δηλαδή να πάει ἕνας χριστιανός σε ἕναν ἐξομολόγο καὶ νὰ τοῦ πεῖ: «Πάτερ, είμαι ένο χος» καὶ νὰ προσπαθεῖ μάλιστα, ὅπως θα δούμε καὶ πιο κάτω, νὰ βρεῖ διάφορα περιστατικά, για να δικαιολογήσει τὴν ἐνοχή του, καὶ νὰ μὴν μπο ρεῖ. Προσπαθεῖ νὰ βρεῖ περιστατικά, για να δικαι ολογήσει τὴν ἐνοχή τὴν ὁποία αἰσθάνεται, ἐνῶ στην πραγματικότητα εἶναι ψυχικά άρρωστος.
Πιό συγκεκριμένα. Ἔχει κανείς στενοχώρια, ἐπίμονη στενοχώρια, ἐπίμονη κατάθλιψη, καὶ λέει: «Γιὰ νὰ τὰ ἔχω αὐτά, θὰ εἶμαι ένοχος». Καὶ ἔτσι δίνει μιά κακή, μια λανθασμένη ερμηνεία στη στενοχώ ρια του, στη θλίψη του. Ποιά εἶναι ἡ κακή αὐτή ἑρμηνεία; Το ὅτι νομίζει πώς κάπου ἐκεῖ ὑπάρχει ἐνοχή ἐπειδή κάτι ἔκανε, ἐνῶ ἡ ἐνοχή που νιώθει μπορεῖ νὰ εἶναι ἐκδήλωση ἀρρώστιας ψυχολογικής φύσεως.
Υπάρχουν λοιπόν, ὅπως εἶπαμε, περιπτώσεις ποὺ ἡ ἐνοχὴ τὴν ὁποία ἔχει κανείς -δὲν τὴν ξέρει ὅμως- ἐκδηλώνεται ὡς ἀρρώστια, καὶ ὁ ἄνθρωπος δεν βλέπει τὴν ἐνοχή. Ξέρει τὴν ἀρρώστια μόνο καὶ λέει «είμαι ἄρρωστος», ἀντὶ νὰ πεῖ «είμαι ένα χος» καὶ νὰ τὸ καταλάβει αὐτὸ καὶ νὰ τὸ τακτο ποιήσει. Ἐνῶ ἀντίθετα, στην περίπτωση τῆς μελαγ χολίας, ἐπειδὴ εἶναι άρρωστος κανείς, τα βάζει με τὴν ἐνοχή, χωρίς νὰ ὑπάρχει ἐνοχή.
... ἔχουν ὡς σκοπό να κρύψουν τὴν ἐνοχή
Κατά κανόνα εἰς τοὺς ψυχωτικούς ἡ ἐνοχὴ δὲν εἶναι τίποτε περισσότερον ἀπὸ ἕνα σύμπτωμα. Το στοιχείον ὅμως τῆς ἀσυνειδήτου ἐνοχῆς ἡμπορεῖ νὰ μὴ εἶναι ἁπλῶς ἕνα σύμπτωμα, ἀλλ' ὁ κύριος παρά γων που προκαλεῖ καὶ διατηρεῖ εἰς πολλὰ πνεύματα μίαν σοβαράν ψυχονεύρωσιν. Ευρισκόμεθα τότε πρὸ τῆς περιέργου καταστάσεως, καθ' ἣν ἀντί να ἑρμηνεύεται ἡ ἀσθένεια ὡς ἐνοχή, ἡ ἐνοχή ἑρμηνεύ εται ὡς ἀσθένεια, ἐμφανίζονται δε νευρωτικά συμ πτώματα.
Πρίν προχωρήσω, νὰ πῶ τὸ ἑξῆς: στο βάθος τοῦ ἀνθρώπου μπορεῖ νὰ ὑπάρχει μια ἀπωθημένη ἐνοχή, μια ξεχασμένη ἐνοχή, ἡ ὁποία, ὅπως εἶπαμε, ἐνῶ εἶναι ἐνοχή, ἐκδηλώνεται με συμπτώματα ἀρρώστιας. Αὐτά τα συμπτώματα -αὐτό θέλω να τονίσω ἐδῶ ἔχουν σκοπό να κρύψουν τὴν ἐνοχή. Πρέπει αὐτὸ νὰ τὸ καταλάβουμε καλά: ἔχουν ὡς σκοπό να κρύψουν τὴν ἐνοχή.
Καὶ θὰ δεῖτε τώρα τί λέει ἕνας ψυχολόγος, ὁ Freud (Φρόυντ), ή θεωρία τοῦ ὁποίου ἔκανε πάταγο πρίν ἀπὸ χρόνια σε ὅλη τὴν οἰκουμένη
Ὑπάρχουν μερικοί ἄνθρωποι πού ἀντιδροῦν κατά πολύ περίεργον τρόπον εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀναλύσεως. Όταν τους δίδῃ κανείς ἐλπίδας περί θερα πείας ἢ ἐκφράζη ἱκανοποίησιν δια την πρόοδον της δεικνύουν σημεία δυσαρεσκείας καὶ ἡ κατάστασίς των, χωρίς ἐξαίρεσιν, χειροτερεύει. Διαπιστώνει και νεἰς ὄχι μόνον ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ἀνέχονται ἐπαίνους διὰ τὴν συντελουμένην πρόοδον, ἀλλ' ὅτι καὶ ἀντιδροῦν κατ' ἀντίστροφον ἔννοιαν εἰς τὴν πρόοδον τῆς θεραπείας».
Ἐδῶ τώρα ὁμιλεῖ βέβαια γιὰ τοὺς ἀρρώστους, γιὰ τοὺς ψυχικά ἀρρώστους· δὲν ὁμιλεῖ γιὰ τοὺς ὑγιεῖς ἀνθρώπους. Καθώς ἀναφέρεται όμως σε άρι ρωστημένες καταστάσεις, βοηθούμαστε καὶ οἱ ὑγιεῖς να καταλάβουμε ορισμένα πράγματα καλύτερα.
Πάει λοιπόν ἕνας ἄρρωστος στὸν εἰδικό για τρό, στον ψυχολόγο, καὶ ἀρχίζει ὁ γιατρός νὰ κάν νει τη δουλειά του την ψυχανάλυση ἢ ἄλλου είδους ψυχοθεραπεία- ὁπότε ἀρχίζει ὁ ἄρρωστος να γίνε ται καλύτερα. Μόλις καταλάβει ὁ ἄρρωστος ὅτι γίνεται καλύτερα, χειροτερεύει. Δὲν τὸν ἐνθουσιάζει ἡ καλυτέρευση τῆς καταστάσεώς του, δὲν τὸν ἐνθου-σιάζει το γεγονός ὅτι βελτιώνεται ἡ ὅλη κατάστασή του καὶ ὅτι πάει να γίνει καλά. Καί μόλις ἀντιλη φθεί τη βελτίωσή του, καὶ πεῖ καὶ ὁ γιατρός «πάμε καλύτερα», αὐτό ἐδῶ τὸν κάνει να γίνει χειρότερα.
Ἀντίστοιχα, μπορεῖ νὰ πάει κανείς σὲ ἕναν πνευματικό, καὶ νὰ κάνει μια προσπάθεια ὁ πνευ ματικός κάτι να γίνει στὴν ψυχὴ αὐτή, καὶ οὐσια στικά καί ἀντικειμενικά να γίνεται ὄντως μια πρό οδος, ἀλλά τελικά ὁ ἄρρωστος να χειροτερέψει. Οπότε, μπορεί να πεῖ ὁ άρρωστος: «Από τότε που πηγα στον πνευματικό χειροτέρεψα. Από τότε πού πήγα στον γιατρό χειροτέρεψα» καί νά νομίζει ότι φταίει ὁ πνευματικός ἢ ὁ γιατρός. Μπορεῖ νὰ φταί-ει καὶ ὁ γιατρός, μπορεῖ νὰ φταίει καί ὁ πνευματικός, ἀλλὰ ἐδῶ ὅμως μπορεῖ νά φταίει ὁ ἄρρωστος. Γιατί συμβαίνει αὐτό τό πράγμα; Γιατί ὑπάρχει αὐτή ἡ χειροτέρευση; Γιά τόν ἁπλούστατο λόγο ὅτι ἡ ἀρρώστια, τα συμπτώματα πού παρουσιάζει ὁ ἄνθρωπος, ἔχουν ὡς σκοπό να καλύψουν μια ἀσυ-νείδητη ἐνοχή, τήν ὁποία ὁ ἄρρωστος δέν θέλει να συνειδητοποιήσει. Μπορεῖ νὰ ἔχει ἕλκος στομάχου κανείς ὄχι ἀπό καμιά ἄλλη αἰτία, ἀλλά για ψυχολογικούς λόγους· ἀπό μιά ἐνοχή ἀπωθημένη ἤ ἀπό τραυματικά βιώματα κατωτερότητος καί ἄλλα παρόμοια. Ἤ, μπορεῖ νὰ ἔχει κάτι σάν ρευματισμούς, σαν πονοκεφάλους, ἤ ἄλλα συμπτώματα, καί να λέει: «Είμαι ἄρρωστος. Υποφέρω». Ὅλα αὐτά ὅμως, σύμφωνα μὲ αὐτά πού λένε οἱ ψυχολόγοι, εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ἀναγκαστικά ἐμφανίσθηκαν, με σκοπό να καλύψουν τὴν ἐνοχή. Ἔτσι, ὅταν θα πάει κανείς στόν εἰδικό γιατρό ἤ στον πνευματικό, καί θα γίνει ἡ προσπάθεια να τακτοποιηθοῦν αὐτά τά συμπτώ-ματα, να τακτοποιηθεῖ αὐτή ἡ ἀσθένεια, αὐτό ση μαίνει ὅτι θὰ φύγουν τα συμπτώματα.
Αμα φύγουν ὅμως τα συμπτώματα, θα μείνει ξεσκέπαστη ή ένοχή. Διότι, για να φύγουν τα συμπτώματα, θα πρέπει νὰ ἔρθει στὴν ἐπιφάνεια ἡ ἐνοχή. Ἀλλά αὐτό δέν τὸ θέλει ὁ ἄρρωστος. Ὅλα δὲ αὐτά γίνονται, χωρίς νὰ τὸ καταλαβαίνει ὁ ἴδιος. Ἂν το καταλάβαινε, δὲν θὰ γίνονταν. Δέν το καταλαβαίνει. Θὰ δοῦμε παρακάτω παραδείγματα, ἄν προλάβουμε σήμερα.
Κάτι ἀντιτίθεται στη θεραπεία
«Κάθε μερική πρόοδος, λέει ὁ Φρόυντ, εἰς τὴν θεραπείαν πού εἰς ἄλλους μὲν πάσχοντας καταλήγει εἰς κάποιαν βελτίωσιν, εἰς ἄλλους δὲ εἰς προσωρι νὴν ἀνάσχεσιν τῶν συμπτωμάτων, δημιουργεῖ εἰς αὐτούς παρόξυνσιν τῆς ἀσθενείας χειροτερεύουν κατά την διάρκειαν τῆς θεραπείας ἀντί νά καλυτε-ρεύουν. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι κάτι εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἀντιτίθεται εἰς τὴν θεραπείαν των καί φοβείται τὴν ἐπιτυχῆ ἔκβασίν της, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο περί κινδύνου τινός».
Εἶναι κατιτί μέσα ἐκεῖ στὴν ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου -χωρίς να το καταλαβαίνει ὁ ἴδιος· τὸ ζεῖ ὅμως ἡ ὕπαρξή του- τό ὁποῖο, καθώς πάει ὁ ἄνθρωπος να γίνει καλά, και να φύγουν τὰ συμ-πτώματα, λέει: «Κίνδυνος. Προσοχή. Τα συμπτώμα-τα πρέπει να μείνουν».
«Συνηθίζομεν να λέγωμεν ὅτι εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς ἡ ἀνάγκη τῆς ἀσθενείας ἔχει κυριαρχή σει τῆς ἐπιθυμίας διά τήν ὑγείαν.. Ἐν τέλει καταλή γομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι πρόκειται διά κάτι που δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἠθικός παράγων, δι' ἕνα αἴσθημα ἐνοχῆς πού εὑρίσκει ἐξιλέωσιν εἰς τὴν ἀσθένειαν καὶ ἀρνεῖται να παραιτηθῇ τῆς τιμωρίας τοῦ πόνου».
Ἔχει κανείς ἕνα αἴσθημα ἐνοχῆς ποὺ δὲν τα-κτοποιήθηκε, ἀλλά ἀπωθήθηκε, κρύφτηκε στο βά-θος τῆς ὑπάρξεώς του καί δουλεύει ἀπό κεί. Τί θά γίνει; Γιὰ νὰ ἀνακουφιστεῖ λιγάκι ὁ ἄνθρωπος ἀπό τὸ αἴσθημα ἐνοχῆς, ἐκδηλώνεται ένα πάθος, έμφα νίζει δηλαδή κανείς συμπτώματα μιας σωματικής αρρώστιας, ἐμφανίζει πόνο, ἐμφανίζει κάτι ἄλλο, ὥστε νὰ γίνει ἕνα εἶδος ἐξιλεώσεως.
«Παρά ταυτα, ὅσον ἀφορᾶ τὸν ἴδιον τὸν ἀσθε νῆ, τὸ αἴσθημα αὐτὸ τῆς ἐνοχῆς εἶναι βωβόν και δὲν τοῦ λέγει ὅτι εἶναι ἔνοχος. Δὲν αἰσθάνεται ἔνοχος ἁπλῶς αἰσθάνεται ἄρρωστος».
Ἔνοχος δὲν αἰσθάνεται· αἰσθάνεται ἄρρωστος, Ἀλλὰ τὸ ὅτι αἰσθάνεται ἄρρωστος σημαίνει ὅτι εἶναι ἔνοχος.
Αναμφιβόλως μία τοιαύτη κατάστασις ὑπάρχει εἰς τὸ πνεῦμα πολλῶν ἀνθρώπων. Αναμνήσεις πλήρεις ἐνοχῆς ὑφίστανται ὁλοτελῆ ἀπώθησιν, ἐμφανίζονται δὲ εἰς τὴν συνείδησιν διά συμπτωμάτων, τὰ ὁποῖα ὅσον ἀφορᾶ τὸν ἀσθενῆ οὐδεμίαν ἔχουν σχέσιν πρός οιονδήποτε αἴσθημα ἐνοχῆς δι' ἁμάρτημά τι. Τα συμπτώματα αὐτά εἶναι ἀμυντικοί μηχανισμοί. Σκο πὸν ἔχουν νὰ ἐμποδίσουν ἀπωθημένας ἐνόχους ἀνα-μνήσεις ἢ ἐπιθυμίας νὰ ἔλθουν εἰς τὴν συνείδησιν.
Ἔκανε κανείς, ὅπως θὰ δοῦμε στη συνέχεια, ἕνα παράπτωμα στη ζωή του, καί αὐτὸ τὸ παράπτωμα δημιούργησε βιώματα ἐνοχῆς τρομερά. Βασανίστηκε ὁ ἄνθρωπος λίγο καιρό, βασανίστηκε, βασανίστηκε, βασανίστηκε, ἀλλά κάποτε το ξέχα σε, καὶ ἀπό κεῖ καὶ πέρα ζοῦσε σὰν νὰ μὴν εἶχε συμβεί τίποτε. Αὐτά ὅμως τα βιώματα τῆς ἐνοχῆς -καθώς ἔζησε τὴν ἐνοχή χωρίς να τακτοποιηθεί ἁπλῶς τὴν ξέχασε- ἀπωθήθηκαν, καὶ ὕστερα έκδη λώνονται ὡς συμπτώματα, ὡς ἀσθένεια. Εἶναι ἀπο δεδειγμένο ότι καὶ ἕλκος στομάχου μπορεί να πα ρουσιαστεῖ, ὅπως καὶ ἄλλο εἶδος ἀσθένειας.
Πῶς τακτοποιεῖται ἡ ἀσυνείδητη ένοχή
Ἕνας ἀσθενὴς ἡσθάνετο τὴν ἀνάγκην κάθε πρωΐ νὰ διατηρῇ τα χέρια του κάτω ἀπὸ τὴν ἀνοι-κτή βρύση τοῦ νιπτῆρος ἐπὶ δύο περίπου ώρας,
Μᾶς συγχωρεῖτε πού ἀναφέρουμε ἀρρωστημένες καταστάσεις. Ἀλλὰ αὐτές μᾶς βοηθοῦν καὶ τοὺς ψυχικά ἀρρώστους να καταλάβουμε, ὅταν συναντοῦμε τέτοιους ἀνθρώπους, καὶ στὸν ἑαυτό μας να καταλάβουμε καλύτερα ὁρισμένα πράγματα, ἀκόμη κι ἂν ὁ ἑαυτός μας εἶναι σε ὑγιή κατάσταση.
Αὐτός λοιπόν ὁ ἄνθρωπος αἰσθανόταν την ἀνάγκη να κρατάει κάτω ἀπό τή βρύση κάθε πρωί δυό ώρες τα χέρια του, για να καθαρίσουν. Με λίγη ὥρα δέν καθάριζαν!
Συχνά ἕνεκα τῆς καθημερινῆς αὐτῆς ἱεροτελε στίας ἡ καθυστέρησις ἦτο τόσον μεγάλη, ὥστε ἔπρεπε να φύγῃ ἐσπευσμένως καί χωρίς πρόγευμα διὰ τὴν ἐργασίαν του.
Κάποτε ὅμως πῆγε σ' αὐτὸν τὸν κληρικό.
Κατά την διάρκειαν τῶν συνομιλιῶν μας, λέει ὁ κληρικός, ἀνεκλήθη εἰς τὴν μνήμην του ἕνα ἠθικόν ὀλίσθημα που διέπραξεν, ὅταν ἦτο στρατιώτης εἰς την Γαλλίαν κατά τον Α' Παγκόσμιον πόλεμον Ένε θυμήθη ὅτι διὰ τὸ ὀλίσθημα αὐτὸ ἐπὶ τινα ἔτη μετά τὸν πόλεμον ὑπέφερεν ἀπό ἀβάσταχτον πνευματι κὴν ἀπόγνωσιν Ἔπεσε στο παράπτωμα αὐτό, ἔκανε τὸ ἁμάρ τημα αὐτό, καί ἀπό κεῖ καί πέρα ἔνιωθε φοβερές τύψεις, φοβερή ἐνοχή καί εἶχε φθάσει σε «ἀβάστακτον πνευματικήν ἀπόγνωσιν».
Ἔπειτα, βαθμιαίως, ἡ μνήμη καί τά αἰσθήματα τῆς ἐνοχῆς ἐξηφανίσθησαν ἀπό τήν συνείδησιν, καί ἀντ᾿ αὐτῶν ἐνεφανίσθησαν τα συμπτώματα τῆς νευ-ρώσεως.
Σιγά-σιγά δηλαδή ἔπαψε πιά νά αἰσθάνεται ἔνοχος, ὅπως αἰσθανόταν τὰ πρῶτα χρόνια. Χάθηκε, ἔφυγε αὐτό τό βίωμα, ἐξαφανίστηκαν τα αἰσθήματα ἐνοχῆς ἀπό τό συνειδητό, καθώς ἀπωθήθηκαν, ἀλλά παρουσιάστηκαν τα συμπτώματα τῆς νευρώσεως.
Μετά τὴν ἀνάκλησιν τοῦ γεγονότος εἰς τήν μνήμην, ὁ ἄνθρωπος ἐβίωσε καί πάλιν τὸ αἴσθημα τῆς ἐνοχῆς, τὰ δε συμπτώματα βαθμιαίως ἐξηφανίσθησαν.
Ὅταν ὅμως πῆγε στόν κληρικό, καί τά συζήτησαν, θυμήθηκε τήν ἁμαρτία του καί ξαναέζησε ἐκείνη τὴν ἐνοχή· ἀλλά τήν ἔζησε τώρα κατά τέτοιον τρόπο, πού τακτοποιήθηκε μέσα του. Ἔτσι, τα συμπτώματα ἐξαφανίστηκαν.
Ἐδῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε να μιλήσω πιό συγκε-κριμένα: Πάει κάποιος στόν πνευματικό καί λέει μερικές ἁμαρτίες του. Τίς ἀκούει ὁ πνευματικός, δίδει τή συγχώρηση, καί σηκώνεται καί φεύγει ὁ ἐξομολογούμενος. Ὅμως, παρά τό ὅτι τὰ εἶπε στον πνευματικό, δέν αἰσθάνεται συγχωρημένος. Πάει καί ξαναπάει στον πνευματικό πάλι καί πάλι, ἀλλά τελικά δέν γίνεται τίποτε. Αὐτό σημαίνει -προσέξτε να δείτε ὅτι λέει βέβαια κανείς την ἁμαρτία, ἀλλά χωρίς να ζεῖ τὸ βίωμα της ἐνοχῆς πού εἶχε ζήσει τότε πού ἔκανε τὴν ἁμαρτία, καὶ τὸ ὁποῖο τὸ εἶχε ἀπωθήσει, τὸ εἶχε σπρώξει κάτω ἐκεῖ στο ὑποσυνείδητό του. Τώρα ἁπλῶς λέει τὸ ἱστορικό, ὅτι κάποτε ἔκανε αὐτό. Τί βγαίνει ὅμως; Σκο πὸς εἶναι νὰ ἔρθει στήν ἐπιφάνεια τὸ βίωμα πού ἔσπρωξε –ἐκείνη ἡ ἐνοχή, ἐκεῖνες οἱ τύψεις πού εἶχε νιώσει τότε- νά τό ξαναφέρει ὅλο αυτό στο συνειδητό του, να το ξαναζήσει, να νιώσει την εὐθύνη πού φέρει γιὰ τὴν ἁμαρτία πού ἔκανε καί νὰ τὰ παρουσιάσει -βίωμα καί ἁμαρτία- ἐνώπιον τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ κατά τήν ἐξομολόγηση, για να μπορέσει να τακτοποιηθεί. Ἀλλιῶς, δὲν μπορεῖ να τακτοποιηθεί. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού μιά τέ-τοια ἐπιφανειακή ἐξομολόγηση δέν εἶναι σωστή ἐξομολόγηση καί γι' αὐτό ἄλλωστε δέν θεραπεύει.
27-4-1969
Μπορεῖ κανείς να πάει στον πνευματικό καί νὰ ἐξομολογηθεῖ ἕνα μικροπραγματάκι,
καὶ νὰ τὰ λέει με τέτοιον τρόπο σὰν νὰ ἔχει κάνει ἔγκλημα. Καί ὅμως, ὅλο αὐτό μπορεῖ νά εἶναι ἔνδειξη ὅτι βαθύτερα αὐτός ἔχει ἐνοχή, ἐνοχή πού δὲν τὴν ξέρει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου