Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λουδοβίκος - Άσκηση και Θεία Ευχαριστία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λουδοβίκος - Άσκηση και Θεία Ευχαριστία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

π. Ν. Λουδοβίκος: Άσκηση και Θεία Ευχαριστία, σήμερα 2



π. Ν. Λουδοβίκος: Άσκηση και Θεία Ευχαριστία, σήμερα 2


Πρέπει εσύ ο ίδιος να το ζητήσεις για να φανερωθεί. Όσο δεν το ζητάς, δεν μιλάει. Είναι σαν να μην υπάρχει.
Σαν να σου δίνει ο πατέρας σου —πολύ ευγενικός πατέρας— ένα τεράστιο ποσό στην τράπεζα. Πρέπει να πας στην τράπεζα να το πάρεις.
Αν δεν πας στην τράπεζα, είτε έχεις εκατομμύρια είτε δεν έχεις, παιδιά, το ίδιο είναι.
Εμείς έχουμε στην τράπεζα, λοιπόν, κατατεθειμένα, με το βάπτισμα και το χρίσμα, τεράστια ποσά. Ο καθένας, ο καθένας από εμάς.
Και το τρίτο μυστήριο, στο οποίο ολοκληρώνονται όλα αυτά και προς το οποίο κατευθύνονται, είναι η θεία Ευχαριστία.
Με τη θεία Ευχαριστία τι κάνεις; Είσαι μέλος του σώματος — στο δάχτυλο, στο χέρι, ας πούμε, κάποιος που έχει πρακτικά χαρίσματα.
Είσαι μέλος, λογικό μέλος και ελεύθερο μέλος. Και τι κάνεις; Τρως από το σώμα. Το σώμα αυτό πλέον γίνεται και η τροφή σου.
Και κάθε φορά που τρως από το σώμα, επαναλαμβάνεις τη βασική σου ταυτότητα.
Γι’ αυτό χριστιανός είναι όποιος είναι βαπτισμένος, χρισμένος και όποιος κοινωνεί. Όταν δεν κοινωνούμε, δεν ολοκληρώνεται η ένταξή μας στην Εκκλησία.
Γι’ αυτό το να λέει κανείς ότι κοινωνεί Χριστούγεννα ή Πάσχα είναι ανόητο. Είναι σαν να λες ότι εγώ τρώω κάθε πενήντα μέρες. Ε, θα πεθάνεις σε λίγο.
Είναι η σάρκα και το σώμα του Χριστού, δηλαδή το μεταμορφωμένο αυτό σώμα, το θεωμένο σώμα, στο οποίο εγώ μετέχω ήδη και τρέφομαι με αυτό και γίνομαι εγώ ο ίδιος Χριστός.
Όχι — είμαστε κεκλημένοι να γίνουμε Χριστοί. Χριστοί κατά χάριν.
Ό,τι είναι Αυτός κατά φύσιν, γινόμαστε εμείς κατά χάριν.
Γι’ αυτό και περπατάμε πάνω στο νερό.
Αυτός είναι ο σκοπός. Γι’ αυτό τα κάνει όλα αυτά.
Έλεγα χθες: θυμάμαι, είχαν έρθει στον Άγιο Πορφύριο αστρονόμοι — ήμουν κι εγώ εκεί παρών, γιατί ήμουν κοντά του για καιρό.
Και κουβέντιαζαν εκείνη την εποχή αν το σύμπαν έχει όρια, αν έχει τέλος.
Και ακούω τον πατέρα Πορφύριο να λέει: «Το σύμπαν έχει τέλος».
Και λέω: «Αυτό είναι ένα τεράστιο πράγμα — το ξέρετε, Γέροντα;»
Πήγα κοντά του και λέω: «Πώς; Πώς γίνεται αυτό; Τρεις εκατομμύρια γαλαξίες υπάρχουν, και κάθε γαλαξίας έχει δισεκατομμύρια ήλιους — το δικό μας, ας πούμε, έχει τόσους. Πώς;»
Και όμως.
Και δεν είναι αυτό το κύριο. Αυτό είναι ένδειξη της θεώσεως της φύσεως — ότι ο άνθρωπος αποκτά ιδιότητες του Θεού.
Γι’ αυτό, αν δεν έχουμε αυτές τις ιδιότητες, έχουμε μόνο την «ἐξ ἀκοῆς πίστιν», όπως λένε οι Πατέρες.
Ακούμε ότι είναι ωραία όλα αυτά — και είναι πολύ σημαντικό αυτό. Αλλά μένουμε σε αυτό. Αυτή είναι η πίστη της ακοής. Η άλλη πίστη είναι η πίστη της γνώσεως. Όταν κανείς γνωρίζει. Όταν ακουμπάει τον Θεό και ξέρει τι είναι ο Θεός.Δεν εικάζει. Δεν υποθέτει. Δεν αμφιβάλλει. Δεν λέει «ίσως», «μήπως», «μπορεί», «ποιος ξέρει», «άραγε». Έτσι δεν είναι και με το νερό; Σου μιλάνε για το νερό, σου μιλάνε για το νερό, λες «ναι, εντάξει». Άλλο πράγμα είναι να πιεις το νερό.
Τότε λες: «Α, τώρα ξέρω τι είναι το νερό». Προηγουμένως τι ήξερες; Τις περιγραφές του νερού. Η πρώτη πίστη είναι περιγραφή. Και αυτό που σας λέω τώρα είναι μια ωραία περιγραφή. Αν όμως κανείς ζήσει αυτά, τότε είναι η αλήθεια. Είναι η αλήθεια. Το ζεις ως αλήθεια πλέον. Είναι η αλήθεια σου. Και μετασχηματίζει βαθιά την ίδια σου την ύπαρξη.
Λοιπόν, τώρα. Να μιλήσουμε λίγο για την Ευχαριστία, για να συνδέσουμε όλο αυτό το πράγμα με την άσκηση — λίγο καλύτερα, για να το καταλάβετε.
Τι είναι Ευχαριστία; Ευχαριστία είναι δύο πράγματα: είναι λατρεία και μετοχή.
Το «μετοχή» το είδαμε. Το «λατρεία»; Λατρεία γιατί είναι λατρεία; Είναι λατρεία γιατί είναι ευχαριστία. Τι λέμε σε εκείνη τη βασική φράση, την οποία δεν καταλαβαίνουμε καμιά φορά;
«Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοι προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα».
Τι σημαίνει αυτό;
Τα «σὰ» — τα δικά Σου. Δεν έχουμε τίποτα δικό μας. Αυτός μας δημιούργησε. Αυτός μας έφερε στον κόσμο.
Μας δανείζει το είναι μας. Αυτός είναι το Είναι. Δεν το φτιάξαμε εμείς τον εαυτό μας. Μας δίνεται ο εαυτός μας. Δεν είμαστε εμείς από μόνοι μας — κάποιος μας δίνει στον εαυτό μας.
«Τὰ σὰ», λοιπόν, τα δικά Σου, «ἐκ τῶν σῶν» — από αυτά που Εσύ μας έχεις δώσει, ένα μικρό μέρος Σου προσφέρουμε.
Τι δίνουμε; Το ψωμί και το κρασί.
Δεν δίνουμε απλώς σιτάρι ή σταφύλια. Δίνουμε τη δουλειά μας πάνω σε αυτά.
Τη ζωή μας.
Πώς έγινε το σιτάρι ψωμί; Πώς έγινε το σταφύλι κρασί;
Είναι ολόκληρη ανθρώπινη δραστηριότητα. Ολόκληρη ζωή.
Αυτό συμβολίζει.
Ένα μικρό μέρος. «Φάε, πιες κι Εσύ». Ένα ελάχιστο δίνουμε στον Θεό.
Αλλά έχει σημασία. Είναι πράξη που περιλαμβάνει όλη την ύπαρξή μας.
«Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοι προσφέρομεν».
Και βέβαια προηγουμένως ο ιερέας τι έχει κάνει; Έχει μνημονεύσει εκατοντάδες, χιλιάδες ονόματα.
Τι σημαίνει αυτό;
Ότι μέσα σε αυτή την προσφορά μπαίνουν όλες οι αιτήσεις — για τους ζώντες, για τους κεκοιμημένους.
Μπαίνουν όλα εκεί μέσα. Όλα.
Όλη η ζωή μας. Όλη η ανθρώπινη ιστορία.
Όλα βρίσκονται πάνω σε εκείνο το ταπεινό δισκάριο.
Και εκεί είμαστε όλοι — για τα πάντα.
«Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν…».
Όλα αυτά τα πράγματα σοι προσφέρομεν. Και το λέει αυτό τη στιγμή που —έχετε δει— η αναφορά είναι προς τον Πατέρα. Ο Υιός προσφέρεται στον Πατέρα.
Λοιπόν, σε αυτή την αιώνια προσφορά του Υιού προς τον Πατέρα, ως ανθρώπου, βάζουμε και τη δική μας προσφορά και λέμε: ενσωμάτωσε και το ψωμάκι και το κρασάκι το δικό μας, τις ζωές μας, τα προβλήματά μας, τα βασανάκια μας. Πάρε και αυτά μέσα σε αυτή την προσφορά. Κατά πάντα.
Κατά πάντα, εντελώς. Δεν θέλουμε να αφήσουμε τίποτα απ’ έξω από αυτή την προσφορά.
Εδώ αρχίζει να διαφαίνεται η άσκηση. Δεν θέλω να αφήσω τίποτα. Δεν διεκδικώ τίποτα δικό μου.
Είναι συγκλονιστικό αυτό. Δηλαδή —θα το έλεγα έτσι— εδώ μπαίνει η ασκητική. Ο αγώνας είναι να λατρέψω τον Θεό χωρίς φιλαυτία. Αυτό είναι η ασκητική, επεκτείνοντας αυτά που λέμε.
Δεν λέω: «Άσε μου εμένα κάποια, πάρε κι εσύ λίγα — άντε και λίγο παραπάνω — να κάνουμε μια συναλλαγή». Τι να σου δώσω, τι να κρατήσω;
Όχι. Κατά πάντα. Τελείως. Σου τα δίνω όλα. Ό,τι έχω, κατά πάντα προσφέρεται σε Εσένα. Γιατί Εσύ τα έδωσες.
Και μετά η φοβερή κουβέντα: «διὰ πάντα καὶ διὰ πάντα».
«Διὰ πάντα» σημαίνει: για όλα αυτά που θέλεις Εσύ να κάνεις με όλα αυτά που μου έδωσες.
Τι θέλεις να κάνεις μέσα στην ιστορία, μέσα στη ζωή μου, μέσα στον κόσμο, μέσα στην ανθρωπότητα, με όλα αυτά που μου έδωσες; Να τα κάνω για Σένα, για χάρη Σου. Κατά πάντα και διὰ πάντα.
Τι θέλεις να κάνεις — να μου το εμπνεύσεις, να μου το φανερώσεις, να μου το δείξεις.
Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοι προσφέρομεν — τα πάντα.
Να κρατήσω κάτι από τη ζωή μου; Την ομορφιά μου; Τα νιάτα μου; Το μυαλό μου; Να τα έχω εγώ; Μα τα είχες ποτέ εσύ; Άλλος νους είναι. Ποιος σου τα δίνει αυτή τη στιγμή;
Όσοι ξέρουν από βιολογία και από ιατρική εδώ μέσα — ξέρει κανείς; Ξέρετε ότι αυτή τη στιγμή, το ότι είμαστε ζωντανοί και μιλάμε, είναι ένα μεγάλο θαύμα;
Υπάρχουν χίλιες αιτίες αυτή τη στιγμή για να μην υπάρχουμε, ενώ τώρα που μιλάμε υπάρχουμε. Ποιος διαχειρίζεται όλη τη βιολογική μας ύπαρξη;
Το είπα και σε μια άλλη ομιλία — δεν το λέω εγώ. Το λέει ο Άγιος Νικόδημος. Τι λέει; Όταν αμαρτάνεις, αναγκάζεις τον Θεό να «μπει» στην αμαρτία. Γιατί;
Γιατί εκείνη τη στιγμή που αμαρτάνεις, Εκείνος σε κρατάει ζωντανό. Ναι ή όχι;
Δηλαδή η προνοητική, άκτιστη ενέργεια του Θεού, που σε κρατάει στη ζωή ανά πάσα στιγμή, «μπαίνει» μαζί σου και μέσα στην αμαρτία. Κλέβεις — και ο Θεός «μπαίνει» και ανέχεται εκείνη τη στιγμή την κλοπή που κάνεις.
Φοβερό. Ανέχεται. Την κλοπή, τον φόνο — ό,τι κάνεις εκείνη τη στιγμή το ανέχεται, πονώντας βαθύτατα. Δεν το κάνει ο ίδιος — δεν μπορεί να το κάνει. Αλλά ανέχεται εσένα να το κάνεις.
Όπως εμείς, όσοι έχουμε παιδιά, ανεχόμαστε τα παιδιά μας να φωνάζουν, να χτυπιούνται, να οργίζονται.
Δεν τα δένεις. Δεν τα σκοτώνεις. Τα ανέχεσαι.
Και το ότι τα ανέχεσαι σημαίνει ότι τα προστατεύεις. Είσαι κοντά τους. Δεν τα αρνείσαι επειδή κάνουν ανοησίες.
Έτσι είναι και ο Θεός. Ανέχεται όλο αυτό το φοβερό πράγμα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο θαύμα από την τρομακτική υπομονή που κάνει ο Θεός μαζί μας. Είναι τρομακτική υπομονή.
Αλλά πρέπει να μπει κανείς στα μυστήρια για να το καταλάβει. Πρέπει να μπει στην προσευχή. Πρέπει να μπει στην εξομολόγηση.
Να καταλάβει τι υπομονή κάνει ο Θεός. Και πώς περιμένει τον καθένα: είκοσι, τριάντα, πενήντα, εξήντα, εβδομήντα — μπορεί και εκατό χρόνια. Τον περιμένει. Μήπως και καταλάβει.
Όπως λέει και ο Απόστολος Παύλος: «ἕως καταντήσωμεν εἰς ἄνδρα τέλειον, εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ».
Να φτάσω να καταλάβω πλήρως τι μου έχει δοθεί. Τι έχω στα χέρια μου. Τι μπορώ να κάνω με τη χάρη. Εμείς δεν καταλαβαίνουμε τι μπορούμε να κάνουμε με τη χάρη.
Γι’ αυτό λέω καμιά φορά: έρχονται απελπισμένοι άνθρωποι — και σε μένα και σε άλλους ιερείς — που έχουν φτάσει στα έσχατα της απελπισίας και λένε: «Τι να κάνω;»
Και τους λέω: ανοίξτε ένα παράθυρο στη χάρη. Ένα παράθυρο. Πήγαινε, εξομολογήσου. Πιάσε έναν κανόνα προσευχής καθημερινά. Άνοιξε στον Θεό ένα μικρό φεγγίτη. Να μπει η χάρη μέσα. Αν το επιτρέψεις αυτό, σε λίγο θα μπει μέσα — είναι σαν κόκκος σιναπιού, έτσι το λέει ο Χριστός.
Αυτό, όταν μπει μέσα στον άνθρωπο, νικάει θηρία και τέρατα που έχουμε μέσα μας. Και αυξάνεται και γίνεται κάτι τεράστιο.
Με τρόπο που εμείς δεν καταλαβαίνουμε πώς έγινε.
Και ο Θεός είναι ανεπίφθονος. Δεν φθονεί αυτό που σου έδωσε.
Δεν σου έδωσε την ομορφιά για να σου την πάρει πίσω. Δεν σου έδωσε την υγεία για να την πάρει πίσω. Δεν σου έδωσε τη σοφία για να την πάρει πίσω.
Θέλει να σε βοηθήσει να γίνεις ευτυχισμένος με αυτά — και να κάνεις και άλλους ευτυχισμένους. Αλλά πώς θα το κάνει αυτό, αν κλείνεσαι στον εαυτό σου και δεν λατρεύεις και δεν Τον βλέπεις; «Δεν τον βλέπω, δεν τον βλέπω, δεν καταλαβαίνω…»
Εάν συνειδητά αποφασίσεις να ζήσεις αυτό: «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοι προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα», μπαίνεις αμέσως στον χώρο της μάχης ενάντια στη φιλαυτία σου.
Γιατί η φιλαυτία σου λέει: «Κράτα, κράτα, κράτα. Μην δίνεις στον Θεό. Μην το δίνεις — θα σου το “μαυρίσει”».
Ήμουν μια φορά στο Υπουργείο, όταν ήμουν πρόεδρος του Τμήματος όπου δίδασκα, και χρειάστηκε να πάω για μια υπόθεση.
Ήταν ένας ανώτερος αξιωματούχος. Κάποια στιγμή, για να τα πούμε καλύτερα, πήγαμε να φάμε.
Του άρεσε να πίνει. Ήπιε ένα ποτηράκι, ένα δεύτερο — δεν έδωσα σημασία. Αυτός νόμιζε ότι τον παρακολουθώ. Ήπιε τρία, τέσσερα, και κάποια στιγμή με κοιτάει και μου λέει: «Άσε με, ρε πάτερ, να κάνω την αμαρτία μου». Εγώ δεν είχα κανένα πρόβλημα. Είναι φοβερό να βλέπεις έτσι τον Θεό. Και είναι φοβερό, καμιά φορά, εμείς οι παπάδες να παρουσιάζουμε τον Θεό έτσι.
Να μπαίνουμε στις ζωές των ανθρώπων, στα σπίτια τους, στα πιο προσωπικά τους — είναι φοβερό αυτό.
Και να παρουσιάζουμε έναν μίζερο Θεό.
Δεν μπαίνουμε έτσι. Μπαίνουμε μόνο όταν ο άλλος ζητήσει βοήθεια. Και τότε με πάρα πολύ μεγάλη λεπτότητα.
Απ’ έξω.
Ώστε να φαίνεται πάντοτε ότι ο άνθρωπος έχει την ελευθερία του. Ότι πρώτα απ’ όλα απολαμβάνει το δώρο.,Και τον βοηθάς να το απολαύσει σωστά, κατά Θεόν — με ευχαριστιακό τρόπο. Ο άνθρωπος διψάει. Θέλει νερό. Χωρίς νερό δεν ζει.
Αν όμως πιει υπερβολικά, μπορεί να πάθει ζημιά. Οι γιατροί το ξέρουν. Η δουλειά μας δεν είναι να μην πιει νερό. Είναι να πιει όσο πρέπει. Το «κατά φύσιν», όπως λένε οι Πατέρες. Σου έχει δοθεί μια φύση. Είναι υπέροχη, θεόδοτη.
Μπορείς να τη ζήσεις κατά Θεόν — ή να την υπερβείς για λόγους αγάπης. Έτσι και ο μοναχισμός. Δεν γίνεται επειδή ο κόσμος είναι κακός, όπως στον βουδισμό. Γίνεται, όπως λέει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, γιατί υπάρχει και κάτι ακόμη καλύτερο.
Καλός είναι ο γάμος — και ακριβώς επειδή είναι καλός, γι’ αυτό είναι καλός και ο μοναχισμός. Όχι γιατί αποφεύγεις κάτι κακό, αλλά γιατί υπερβαίνεις ελεύθερα κάτι καλό. Όπως το να μην τρακάρω στον δρόμο δεν είναι κατόρθωμα — το φυσιολογικό είναι να μη τρακάρω. Έτσι και εδώ.
Και όταν γίνεται έτσι —και ευτυχώς γίνεται πολλές φορές έτσι— είναι κάτι μεγάλο. Έχω το νερό αυτό.
Και για χάρη της αγάπης του Θεού θα το στερηθώ για μια ώρα. Γιατί; Γιατί αγαπώ περισσότερο Εκείνον από το δώρο Του.
Αυτό είναι το ζήτημα όλων. Να μη χαθούμε μες στα δώρα του Θεού, να μην πνιγούμε μες στο νερό, να μην πνιγούμε στις δωρεές, να μην πνιγούμε στις σωματικές μας —ξέρω εγώ— σε ό,τι έχουμε ο καθένας, σε ό,τι συνιστά τη σωματική ζωή. Όχι γιατί το σώμα είναι κακό, το ξαναλέω.
Έχω πει και του αρέστου Δεσπότη αυτό πολύ, και το ξαναπώ: η μεγαλύτερη φράση —έχω ψάξει και έχω ψάξει—, η ωραιότερη κουβέντα που άκουσα ποτέ για το ανθρώπινο σώμα, είναι από έναν πολύ μεγάλο ασκητή, τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, όταν είπε ότι το σώμα «ἔχει ἐνσημαινομένας πνευματικὰς διαθέσεις». Τι φοβερή κουβέντα.
Το νερό ο άνθρωπος δεν το πίνει σαν τον σκύλο, παιδιά, πώς να το πω. Δημιουργεί σχέση με το νερό. Με αυτόν που σου το έδωσε, με τον Θεό που σου επιτρέπει να το πιεις, με τη φύση, με τον κόσμο.
Είναι μία σχέση, είναι ολόκληρη πνευματικότητα το να πιεις ένα νερό. Το ίδιο είναι και το φαγητό. Ο άνθρωπος είναι ο μόνος που μαγειρεύει την τροφή του.
Γιατί τη μαγειρεύει άραγε; Να μην την τρώγαμε κι εμείς σαν τον σκύλο, σαν το πρόβατο; Να πηγαίνουμε να τρώμε χορτάρια, να φουσκώνουμε και μετά να αρπάζουμε και μια γάτα να την τρώμε ζωντανή; Γιατί άραγε; Το σκεφτήκατε ποτέ;
Το ίδιο συμβαίνει και με την ερωτική ζωή. Τα ζώα δεν ερωτεύονται. Δεν θα δεις κανένα ερωτευμένο σκύλο με την ίδια σκύλα να πηγαίνει μαζί παντού τρία, τέσσερα, δέκα, είκοσι χρόνια.
Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος θα κάνει όλα με έναν άλλο τρόπο, που είναι πνευματικός τρόπος. Θέλει να βρει τον Θεό σε όλα αυτά και σε όλα τα άλλα που κάνει. Κι αν δεν βρει τον Θεό εκεί μέσα, θα φάει τα μούτρα του.
Και θα βουλιάξει στη σύγχρονη σεξουαλικότητα, όπως βουλιάζουν τα παιδιά που έχω στο Πανεπιστήμιο. Και έχω φτάσει να πω, σε μια άλλη συζήτηση, με τη νευροπνευματικότητα και τη σεξουαλικότητα, ότι δεν υπάρχει πια σεξουαλικότητα σήμερα. Δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει.
Είναι ένα φοβερό πράγμα. Δεν καταλαβαίνω. Υπάρχει μια εκτονωτική κατάθλιψη. Ένα πράγμα φοβερό. Και εγώ δεν ξέρω πώς θα το πω. Υπάρχει κι άλλος τρόπος να το πω. Δεν θα το πω εδώ μέσα. Λέω τώρα.
Και το σώμα λοιπόν θέλει να ζήσει κατά Θεόν το έρμο. Κατά Θεόν. Δεν σημαίνει να στερηθεί. Σημαίνει να τα κάνει όλα αυτά κατά Θεόν. Όπως το θέλει ο Θεός. Πώς το έφτιαξε ο Θεός που το έδωσε. Πώς το σκέφτηκε εκείνος. Πώς το έχει στα χέρια του ίδιου. Στο μυαλό του. Όπως θα το πω τώρα. Στην πρόνοιά του. Πώς το έχει.
Κι είναι το θέμα. Κάνοντάς το λοιπόν εσύ έτσι. Και αυτό έρχεται ο Χριστός να σου πει. Κοίταξε. Έτσι γίνεται. Έτσι γίνεται.
Γιατί και όσα δεν έκανε. Γιατί ο Χριστός δεν είχε ανάγκη να κάνει γάμο, για παράδειγμα. Να φτιάξει χριστουλάκια καινούργια. Είναι μοναδική η ύπαρξη. Ένας. Δεν ξαναγίνεται το μυστήριο του Χριστού. Έτσι.
Αλλά για τον γάμο είπε φοβερά πράγματα, τα οποία κανείς δεν τα ήξερε μέχρι τότε. Και κανείς δεν τα είχε πει ποτέ μέχρι τότε.
Λέμε τώρα για τον γάμο, γιατί μιλήσαμε για τον γάμο. Και για όλα τα πράγματα. Διαβάστε το μισό κατά Ματθαίον. Είναι γεμάτο από τις νέες αυτές διδαχές, τις οποίες τις άκουγαν οι άνθρωποι με ανοιχτό το στόμα.
Αλλά είναι το manual του Θεού αυτό. Οδηγίες χρήσης. Θες να είσαι ευτυχισμένος; Αυτό ακολουθείς.
Δουλεύουν τα όντα. Είναι σαν να έχεις το κατάλληλο κλειδί. Αν δεν έχεις το κλειδί της κυριαρχίας, πώς θα ανοίξει η πόρτα; Θα τη βιάσεις την πόρτα να πέσει. Και θα αρχίσει ο βιασμός της κτίσης, της δημιουργίας, του εαυτού σου και των άλλων. Βιασμός. Βιασμός. Καταστροφή. Μετά αρχίζει και η δική σου κατάρρευση.
Πόσο ζωντανά είναι όλα αυτά. Και βλέπετε ότι η Εκκλησία δεν σε βάζει σε περίπλοκους συλλογισμούς. Τώρα να πας να διαβάσεις τα βιβλία τα δικά μου, ας πούμε. Τα βιβλία μου είναι δύσκολα βιβλία. Εντάξει. Λοιπόν.
Αν δεν τα διαβάσεις αυτού του είδους τα βιβλία, δεν προχωράς; Δεν σου το λέει αυτό. Οπότε εγώ ο ίδιος σου τα λέω. Τα γράφω. Όχι ότι είναι κακό να τα διαβάσει κανείς. Συνιστώ μερικά. Ειδικά ο Δεσπότης ένα το έχει μάθει απ’ έξω.
Το θέμα είναι το εξής: ότι σου βαστάζει σαν γλυκύτατος τον δρόμο, που είναι ο δρόμος των μυστηρίων. Αυτό είναι. Σε έχω βαπτίσει. Σε έχω χρίσει. Σε έχω κάνει αυτό. Έλα να με κοινωνήσεις. Έλα να μπεις στη διαδικασία αυτή.
Έλα να ξεπεράσεις τις αυταπάτες της φιλαυτίας σου. Τον ναρκισσισμό σου. Ή, αν έχω δει και στο τελευταίο μου βιβλίο, που το προτείνω στους ψυχολόγους, τον μεταναρκισσισμό.
Είναι μια βαρύτατη κατάσταση σήμερα. Καινούργια κατάσταση. Όχι ναρκισσισμός απλώς. Όχι. Πώς να το πω. Η πλήρης αποχώρηση από τη σχέση. Δικαιωματικά μάλιστα. Όπου ο άλλος γίνεται ποτήρι. Ό,τι είναι το ποτήρι. Τι σχέση έχω με το ποτήρι εγώ;
Μπορώ να πω πως έχω περισσότερη σχέση με το ποτήρι παρά με τους άλλους ανθρώπους. Και αυτό το πράγμα καλπάζει σήμερα.
Και αν συνεχίσω να λέω τώρα, θα μπούμε σε τελείως άλλους χώρους, γιατί παράγεται ολόκληρο το σύγχρονο consensus. Ίσως ολόκληρη η σύγχρονη συνειδητοποίηση με αυτόν τον τρόπο. Σε όλα τα επίπεδα.
Νοσεί η ανθρωπότητα. Γιατί νοσεί η ανθρωπότητα; Διότι φεύγει. Νοσεί, διότι πιστεύει ότι δια του εαυτού της...
Αν εγώ τώρα, με την ευφυΐα που καταβάλλω για να γράψω τα βιβλία που γράφω και να κάνω, έβγαινα και έλεγα ότι έχω ανακαλύψει ένα μυστικό μέσα στον άνθρωπο, το οποίο όποιος το καταλάβει είναι μια νέα ανθρώπινη δυνατότητα και θα λύσει τα προβλήματά του όλα αμέσως, κοροϊδεύοντάς σας· αν το έλεγα αυτό, εδώ μέσα θα είχε τη μισή πόλη.
Δηλαδή το απίθανο. Γι’ αυτό έλεγε ο Αυγουστίνος: η άπιστη είναι η πλέον εύπιστη. Πιστεύουν οτιδήποτε. Οτιδήποτε.
Διάβαζα τις προάλλες κοινοτοπίες του Ράμφου για το μυστικό του Ιησού και έλεγα να γελάσω ή να κλάψω. Για να δικαιολογήσουν τα θαύματα του Χριστού έλεγαν: ο Ιησούς, η σύνοδος των αστέρων, ο ζυγός στον σκορπιό ή ξέρω εγώ το σύννεφο που κατέβηκε από εκεί, δημιούργησαν μια κατάλληλη στιγμή και παπ, σφυρίζει ο Χριστός τον Λάζαρο και βγαίνει έξω. Κάν’ το κι εσύ λοιπόν. Αφού ξέρεις πώς γίνεται.
Και τώρα τελευταία σε κάποιον. Όταν σου λέει ο Πορφύριος και ο Παΐσιος ότι το θαύμα αυτό που βλέπεις πάνω στο σώμα σου, που το έκανα εγώ, το κάνω με δέηση και επίκληση του Χριστού, πώς εσύ τολμάς και λες ότι κοίταξε, δεν το έκανες έτσι. Έγινε με έναν τρόπο που θα ανακαλύψει κάποτε η επιστήμη.
Δηλαδή εσύ δεν μπορείς να το κάνεις και ξέρεις πώς θα γίνει. Ο άλλος το κάνει και δεν ξέρει πώς έγινε; Ο άλλος το κάνει, θεραπεύει ανθρώπους, κόσμο και κοσμάκη, και εμένα που σας μιλώ, και σου λέει και πώς το έκανε. Εσύ δεν μπορείς να το κάνεις, αλλά λες ότι δεν το έκανε ο άλλος όπως ξέρει ότι το έκανε.
Γι’ αυτό έλεγε ο Αυγουστίνος ότι οι άπιστοι είναι οι πλέον εύπιστοι. Αντί να πουν: υπάρχει Θεός και μπαίνει στην ιστορία και κάνει θαύματα και δημιουργεί καταστάσεις και κάνει και δείχνει και σαρκώνεται. Όχι, σου λέει. Δεν είναι.
Και πιστεύουν σε σοφισμένους μύθους, που λέει η Γραφή, παραμύθια, οτιδήποτε όμως. Και προβάλλουν πράγματα.
Θυμάμαι έναν δημοσιογράφο πολύ σημαντικό, δεν θα σας πω το όνομά του, που μια ολόκληρη ζωή δημοσιογραφούσε ενάντια στην Εκκλησία και κατέληγε στα άρθρα του —τον διάβαζα, θα σας πω ποιος είναι μετά—: «Μια μέρα, στις μέρες μας, η επιστήμη θα λύσει το πρόβλημα του θανάτου και δεν θα πεθαίνουμε πλέον. Θα δείτε, θα δείτε».
Το έλεγε, ναι. Τριάντα χρόνια πριν πεθάνει, είχε αρχίσει αυτό. Και «θα δείτε, όσον ούπω, από μέρα σε μέρα, από μήνα σε μήνα, έρχεται η ώρα που δεν θα πεθαίνουμε πλέον».
Πέθανε και από ασθένεια βαρύτατη, που τον διέλυσε στην κυριολεξία. Αυτός τότε είναι άπιστος ή εύπιστος; Εύπιστος είναι. Ανόητος εύπιστος.
Αντί να εμπιστευτεί τη δωρεά του Θεού, για την οποία μαρτυρούν τόσοι και τόσοι, έρχεται και σου λέει ότι όχι, θα έρθουν οι κάτοικοι του Άρη, θα έρθουν, ξέρω εγώ, από τον πλανήτη Χίψη, οι εξωγήινοι και θα μας μάθουν πώς να είμαστε κι εμείς. Τα έχουμε ακούσει όλα.
Γιατί δεν μιλάμε για πολιτικές λύσεις. Νομίζω δεν υπάρχει κάποιος άνθρωπος που είναι στα λογικά του σήμερα και να εμπιστεύεται την πολιτική. Οι πολιτικές λύσεις έχουν τελειώσει.
Το μεγάλο αποκούμπι είναι η νέα τεχνολογία. Η βιοτεχνολογία. Αυτή θα μας λύσει τα προβλήματα.
Με ποιον τρόπο; Θα με κάνει καλύτερο; Θα μου μάθει να αγαπώ;
Φανταστείτε λίγο —κι εδώ κάπου θα τελειώσω— να καταφέρει η επιστήμη, που αυτό είναι εφικτό, να επιμηκύνει την ανθρώπινη ζωή κι άλλο. Πέρα από τα 120 δεν θα μπορέσει, γιατί έθεσε το όριο κάποιος άλλος. Είπε μετά τον κατακλυσμό κανένας πάνω από τα 120, και ποτέ κανένας διαπιστωμένα δεν έχει ξεπεράσει τα 120 χρόνια. Έκτοτε.
Ας υποθέσουμε ότι μας εξασφαλίζει —που δεν μπορεί να το κάνει, γιατί όσο και να ζεις, αν μπεις στο αεροπλάνο και πέσει ή στο πλοίο και πνιγεί ή στο αυτοκίνητο και τρακάρεις, καμιά μακροζωία—, λοιπόν, πέστε όμως τελείως υποθετικά ότι μας εξασφαλίζει μια μακροζωία χωρίς αγάπη, χωρίς κατανόηση, χωρίς μια βαθιά υπαρξιακή ψυχολογία και θεολογία και φιλοσοφία της συγγνώμης.
Τι κόλαση θα είναι αυτή η μακριά ζωή. Τι κόλαση.
Διάβαζα τις προάλλες —πριν από χρόνια το αντιμετωπίζω στο βιβλίο, που το έχετε διαβάσει— του Χαράρι, που λέει τώρα δεν θα χρειαζόμαστε πια ούτε φιλοσοφία ούτε φιλολογία ούτε τίποτα. Θα έχουμε μακροζωία.
Βρε ανόητε, αν υποθέσουμε ότι σε κάνει κάποιος να ζήσεις 400 χρόνια σαν τέρας, χωρίς ίχνος μέσα σου πνευματικής αντιμετώπισης, ηθικής, αγάπης, συγχώρησης, κατανόησης κ.λπ., τι φοβερή κόλαση θα είναι αυτή που θα γίνει. Είναι η μακροζωία που θα ζητά τη μεγαλύτερη πνευματικότητα. Εδώ περνάνε 60 χρόνια, 70, 80, και χωρίς πνευματικότητα διαλύονται οι άνθρωποι. Να ζήσουν 500-600 χρόνια και να βγάζει το μίσος τους κάθε μήνα και να εξοντώνονται μεταξύ τους και να υποβάλλουν σε ανήκουστα μαρτύρια ο ένας τον άλλο, όπως τον υποβάλλουν σήμερα;
Θα σταματήσω εδώ. Είμαι πολλά χρόνια δάσκαλος και κάτι χτυπάει μέσα μου και μου λέει: στοπ τώρα. Πώς θα εκκληρωθούμε; Το βάπτισμα δωρεάν, το χρίσμα δωρεάν, η Ευχαριστία δωρεάν, αλλά εδώ θέλει λίγο άσκηση.
Θέλει ζωντανή, πραγματική λατρεία. Και όταν φτάσει κανείς να λατρεύει τον Θεό —«τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν» και λοιπά— και να το ζει αυτό, η κατάσταση λέγεται θείος έρως.
Και έχει εκπληρωθεί ο σκοπός της ασκήσεως. Δηλαδή να λατρεύω τον Θεό και να παρίσταμαι, όπως το διάβασα στην αρχή με τα λόγια αυτού του μεγάλου Αγίου, του Ιωάννη της Κλίμακος, να παρίσταμαι συνεχώς ενώπιον του Θεού και να δέχομαι συνεχώς τις ατέλειωτες ευεργεσίες.
Γιατί αυτό κάνει ο Θεός. Όταν είσαι δίπλα και παρίστασαι στον Θεό, συνεχώς δίνει δωρεές. Συνεχώς. Δεν σταματάει ποτέ αυτό. Συνεχώς, συνεχώς, συνεχώς.
Είναι σαν μια παροχή συνεχώς, με ένα ρεύμα τόσο, που δίνει συνέχεια, συνέχεια, συνέχεια. Όπως να πας δίπλα σε κάποιον άλλον —ξέρετε ποιον— που σου δίνει συνέχεια πόνο. Φρίκη, πόνο, επίθεση, μίσος. Πάρε, πάρε. Από αυτά που είναι ο καθένας.
Και να διαβάσω και να τελειώσω ξανά τη φράση αυτή, που τόσο πολύ μου άρεσε. Άσκηση λοιπόν σημαίνει ακατάπαυστη λατρεία του Θεού και παράσταση ενώπιόν Του.
Σας εύχομαι, και να ευχηθείτε και σε εμένα, αυτή την ευτυχία.


EYTYXEITE AΚΟΥΓΑΜΕ ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ.
ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ ΕΙΝΑΙ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΙΣΤΟΥ.
ΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΘΗΒΑΙΔΑΣ ΣΤΟΝ ΦΙΛΟΞΕΝΟΥΜΕΝΟ ΕΣΤΡΩΝΑΝ ΤΡΑΠΕΖΙ , ΕΙΧΑΝ ΓΙΟΡΤΗ. ΦΙΛΟΞΕΝΟΥΜΕΝΟΙ ΕΠΙΝΑΝ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΚΡΑΣΙ, ΕΚΑΝΑΝ ΑΓΑΠΗ ΟΠΩΣ ΛΕΓΕΤΑΙ. ΤΟ ΙΔΙΟ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΤΗΝ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΤΗΣ. ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ ΝΑ ΕΚΛΑΒΟΥΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΔΟΧΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΦΙΛΟΞΕΝΙΑ ΣΑΝ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ. ΦΥΣΙΚΑ ΧΑΙΡΟΝΤΑΝ Ο ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΜΕ ΟΛΟΥΣ ΚΑΙ Ο ΠΑΙΣΙΟΣ ΕΙΧΕ ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΚΑΙ ΜΙΛΟΥΣΑΝ ΣΤΟΝ ΚΑΘΕΝΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΛΑΝΗ ΤΟΥ. ΣΕ ΕΝΑΝ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ ΤΙ ΘΑΚΑΝΑΝ;  ΣΤΟΥΣ ΑΠΙΣΤΟΥΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΕΙΣ ΕΡΙΧΝΑΝ ΚΑΙ ΣΦΑΛΙΑΡΕΣ. ΣΥΜΠΟΝΟΥΣΑΝ ΓΙΑ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΟΥΝ. Ο ΑΓΙΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΥΠΟΔΕΧΟΝΤΑΝ ΤΗΝ ΧΑΡΑ ΤΟΥ. ΤΟ ΕΛΕΟΣ ΖΗΤΑΜΕ. ΣΕ ΤΟΥΤΗ ΤΗ ΖΩΗ ΒΙΩΝΟΥΜΕ ΤΟ ΕΛΕΟΣ ΤΟΥ, ΤΗΝ ΠΡΟΝΟΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΘΑ ΒΡΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ. Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ Ο ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΗΣ ΜΕΤΑ ΣΑΡΑΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΥ ΔΕΧΘΗΚΕ ΤΗΝ ΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. ΛΙΓΟΙ ΟΙ ΕΚΛΕΚΤΟΙ. ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΟΝ ΣΟΥ ΩΣ ΣΕΑΥΤΟΝ  ΟΧΙ ΝΑ ΑΓΑΠΑΣ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΩΣ ΣΕΑΥΤΟΝ. ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΦΙΛΑΥΤΙΑ, ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΛΑΝΗ. ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟΝ. Η ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ.  ΜΕΓΑΛΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΚΑΙ ΑΘΕΡΑΠΕΥΤΗ. Η ΕΠΙΛΟΓΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ. Ή ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ Ή ΤΟΝ...... 
ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΟΝ ΛΟΓΟ ΤΟΥ. ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΩΤΕΡΟΤΗΤΑ ΈΚΑΝΕ ΤΟ ΑΛΜΑ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΕΡΟΤΗΤΑ ΣΤΟΝ ΝΑΡΚΙΣΣΙΣΜΟ ΤΗΣ ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗΣ. ΟΙΝΟΣ ΑΦΡΩΔΗΣ. Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΕΠΙΝΕ ΣΑΜΠΑΝΙΑ.

"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.

 Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

π. Ν. Λουδοβίκος: Άσκηση και Θεία Ευχαριστία, σήμερα 1



π. Ν. Λουδοβίκος: Άσκηση και Θεία Ευχαριστία, σήμερα 1


Καλώς σας βρήκαμε εδώ. Αυτό που θέλω να σας πω είναι ότι σημασία δεν έχει ο αριθμός των ανθρώπων ενός ακροατηρίου, αλλά η ποιότητα της επικοινωνίας και το βάθος της κατανόησης. Άλλωστε, με τα ηλεκτρονικά μέσα έχουμε μάθει —και εγώ προσωπικά— να μιλάμε σε τεράστια, σε μικρά και σε μεσαία ακροατήρια· και τελικά αυτό διασκορπίζεται πλέον ηλεκτρονικά παντού. Το κριτήριό μας είναι ακριβώς αυτή η ευρεία διάδοση της αλήθειας του Θεού, όπως πολλαπλασιάζεται από την ευαισθησία και την καλή διάθεση αυτών που ακούν.

Και ξέρετε, δεν ακούνε απλώς. Δεν υπάρχει παθητικότητα. Τα πάντα στην Εκκλησία είναι δημιουργικά. Ξέρετε ότι όποιος απολαμβάνει τη μουσική, είναι κι αυτός μουσικός.

Όποιος απολαμβάνει την ποίηση, είναι κι αυτός ποιητής. Και όποιος απολαμβάνει —αν μου επιτρέπεται να το πω έτσι— τη θεολογία, είναι κι αυτός θεολόγος. Αντηχεί μέσα μας κάτι, και αυτή η αντήχηση είναι από το Άγιο Πνεύμα.

Δεν είναι τυχαίο ότι προκαλείται μέσα μας μια ανάφλεξη. Μερικές φορές, ακούγοντας τη θεολογία, νιώθουμε σαν να είναι κάτι ζωντανό με το οποίο ερχόμαστε σε επαφή. Να ξέρετε ότι η αυθεντική θεολογία «σηκώνει» και νεκρούς — ακόμη κι αν είναι κανείς πνευματικά νεκρός.

Αλλά, όπως έλεγα και χθες, ο θεολόγος είναι ένας: ο Θεός Λόγος. Αυτός θεολογεί. Και εμείς θεολογούμε κατά μετοχή, συμμετέχοντας στο γεγονός του Χριστού. Είναι γεγονός, δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο. Για εμάς ο Χριστός είναι το γεγονός του Χριστού, δηλαδή το γεγονός της Εκκλησίας.

Ό,τι θα πω σήμερα θα είναι ένα σχόλιο σε μία φράση του μεγάλου αυτού ασκητικού συγγραφέα, του Ιωάννη της Κλίμακος. Και η φράση αυτή, την οποία θα σχολιάσω, είναι μικρή. Ακούστε τη σε νεοελληνική απόδοση:

«Ησυχία», λέει ο Άγιος Ιωάννης, δηλαδή άσκηση. Ησυχία είναι η άσκηση. Ησυχασμός είναι αφιέρωση στον Θεό των λογισμών, της συνείδησης και της αγάπης του ανθρώπου.

Η άσκηση, λοιπόν, τι είναι; Είναι ο συντομότερος ορισμός που έχω συναντήσει και ο πιο περιεκτικός, ο πιο υπέροχος — αλήθεια σας λέω. Τουλάχιστον από αυτούς που έχω βρει εγώ. Και επίσης ο πιο προσιτός.

Γιατί κάποιοι ακούν τη λέξη «άσκηση» και αμέσως φαντάζονται το Άγιον Όρος, γκρεμούς, αιώνιες στερήσεις και κατεστραμμένες, θα έλεγε κανείς, γέφυρες με τον κόσμο. Δεν είναι έτσι.

Ακούστε λοιπόν έναν υπέροχο ορισμό της ασκήσεως από έναν από τους μεγαλύτερους χριστιανούς ασκητές που πέρασαν από τον κόσμο αυτό: τον Ιωάννη της Κλίμακος.

Άσκηση σημαίνει ακατάπαυστη λατρεία του Θεού και παράσταση ενώπιόν Του.

Το περιμένατε αυτό; Άσκηση σημαίνει ακατάπαυστη λατρεία του Θεού και παράσταση ενώπιόν Του.

Πού είναι, θα πείτε, τα χίλια πεντακόσια ή τα δύο χιλιάδες μετάνοιες την ημέρα; Πού είναι το να μη τρώει κανείς λάδι πενήντα μέρες; Όλα αυτά μπορεί να υπάρχουν ή να μην υπάρχουν — ή να υπάρχουν αλλιώς.

Σημασία έχει ο σκοπός της ασκήσεως. Αυτό είναι το πολύ σημαντικό.

Ένας γιόγκι ή ένας βουδιστής μπορεί να σας βεβαιώσει ότι κάνει τρομακτικές ασκήσεις. Δεν αγγίζει τίποτα, γιατί όλα είναι μια αυταπάτη — και τα σωματικά, και τα γαστριμαργικά, και τα ερωτικά.

Ποιος είναι όμως ο σκοπός; Καμία λατρεία, κανένας Θεός. Είναι η εξαφάνιση, η εξάλειψη, διότι τα πάντα θεωρούνται αυταπάτη — ακόμη και η ιδέα του Θεού, σε πολλές περιπτώσεις.

Ασχέτως αν ο βουδισμός, επειδή δεν αντέχεται εύκολα από τους ανθρώπους που τον ασκούν, έχει δημιουργήσει μια πληθώρα θεοτήτων και ειδώλων, τα οποία λατρεύονται ταυτόχρονα.

Δεν είναι το θέμα μας ο βουδισμός. Κοιτάξτε όμως εδώ: τι θετικός ορισμός της ασκήσεως! Καθόλου αρνητικός. Και πόσο προσιτός είναι, όπως θα φανεί.

Άσκηση σημαίνει ακατάπαυστη λατρεία του Θεού και παράσταση ενώπιόν Του. Να το θυμάστε αυτό.

Είναι δηλαδή μια κατάσταση ερωτική.

Όταν πρωτογνώρισα τον πατέρα Παΐσιο, ήμασταν μια ομάδα φοιτητών και τον επισκεφθήκαμε στο Άγιον Όρος. Ένας από εμάς είχε χάσει αυτήν που αγαπούσε — τον είχε εγκαταλείψει. Ευτυχώς, θα έλεγε κανείς, γιατί έτσι βρήκε τον δρόμο του.

Και μόλις μας βλέπει ο πατήρ Παΐσιος, αρχίζει και λέει: «Έρχονται εδώ κάποιοι που έχασαν αυτές που αγάπησαν. Και πολύ τους συμπονώ».

«Μα γιατί τους συμπονάτε, Γέροντα;»

«Γιατί κι εγώ ένας ερωτευμένος είμαι».

Ήταν συγκλονιστικό. Είναι αυτά που λέει εδώ. Κοιτάξτε πόσο ένας Άγιος πραγματικά αντηχεί και απηχεί τον άλλον Άγιο.

Λέω: «Ερωτευμένος είστε;» Του λέω εγώ. «Ερωτευμένος είστε;» Μου λέει: «Βεβαίως».

«Γιατί νομίζεις ότι περνάει κανείς τη Σαρακοστή με μια χούφτα παξιμάδια; Τρελός είναι;» Μου λέει. Λέω: πράγματι, αυτό ταιριάζει.

Η ερωτική κατάσταση —ειδικά η ερωτική ένδεια, και ακόμη περισσότερο η ερωτική εγκατάλειψη— είναι γεμάτη από στερήσεις.

Λοιπόν, κοιτάξτε όμως τι μεγαλείο είναι αυτό. Γιατί ξαφνικά σου δίνει μια άλλη εικόνα. Αυτή όμως είναι η εικόνα. Αυτή είναι η εικόνα που πρέπει να διαφυλάξουμε. Γιατί αυτό που λέμε Ορθοδοξία είναι αυτό το πράγμα.

Το αντίθετο τι θα ήταν; Θα ήταν δικαστήριο.
«Φταις». «Όχι, δεν φταίω». «Θα πληρώσεις».
Παράβαση. Δεύτερη παράβαση. Τρίτη παράβαση.
«Τι θα κάνω;» Απελπισία.
«Τι Θεός είναι αυτός; Δεν με καταλαβαίνει».
Τιμωρία. Ξανά τιμωρία. Ξανά τιμωρία.

Μπορείς να πεις στον σημερινό άνθρωπο ότι ο Θεός σου «κολάζει» έτσι; Ότι τιμωρεί με αυτόν τον τρόπο;

Τιμωρείται κανείς, ναι — αλλά από τι; Ο Θεός σε αφήνει, επειδή σε αγαπάει πολύ· δεν σε σκλαβώνει. Σε αφήνει ελεύθερο. Και εσύ, ελεύθερος, επειδή δεν Τον αγαπάς, τι γίνεται; Αγαπάς άλλα πράγματα.

Και αυτά τα άλλα που αγαπάς σε ταλαιπωρούν και σε τιμωρούν. Αυτά. Δεν είναι ο Θεός που χαίρεται και λέει: «Αχ, τι ωραία, τώρα Με εγκατέλειψε — να δούμε τι θα πάθει».

Δεν είναι έτσι. Δεν θα ήταν Θεός τότε — θα ήταν κάτι άλλο. Δαίμονας θα ήταν.

Εμείς αυτοτιμωρούμαστε και τιμωρούμε ο ένας τον άλλον. Και στη συνέχεια οι άλλοι τιμωρούν εμάς. Καταλάβατε; Είναι μια διαδικασία όπου ανταλλάσσουμε τιμωρίες.

Και ο Θεός τι κάνει; Προσπαθεί να βγάλει καλό από εκεί μέσα. Και παρίσταται. Και όταν λυγίσεις από τη «δίκαιη» σου ποινή —που σου επιβάλλει ο άλλος, τον οποίο εσύ εξουθενώνεις— είναι κι Αυτός εκεί, δίπλα, και μαζεύει τα αίματα.

Το κάνει. Μαζεύει τα σπασμένα πιάτα. Το κάνει. Σκουπίζει.

Η καλύτερη εικόνα του Θεού που έχω δει ποτέ στον κινηματογράφο —και απορώ με τη θεολογική της ευστοχία— είναι σε εκείνο το φιλμ «Θεός για μια εβδομάδα». Όταν εμφανίζεται τελικά ο Θεός, τι δουλειά κάνει; Καθαριστής.

Σκουπίζει. Φοβερό. Σκουπίζει.

Τον συναντάει ο ήρωας —τον υποδύεται ο Μόργκαν Φρίμαν— και σκουπίζει, σκουπίζει, σκουπίζει. Συγκλονιστική εικόνα.

Αυτό κάνει ο Θεός. Σκουπίζει τα σπασμένα μας. Μια ζωή αυτό.

Και πας στον πνευματικό και του λες τα σπασμένα σου. Και συγχωρεί ο Θεός. Και ξανά αρχίζει η οικοδομή.

Και ξανά βγαίνεις έξω. Και κάνεις τα ίδια λάθη. Και βλέπεις τα ίδια αποτελέσματα. Και ξανά κάνεις τη ζημιά. Και ξανά παθαίνεις τη ζημιά.

Γι’ αυτό είναι ο καλύτερος ορισμός της άσκησης που έχω συναντήσει —σας το λέω.

Τον ξαναδιαβάζω, μήπως και τον απομνημονεύσετε:

Άσκηση σημαίνει ακατάπαυστη λατρεία του Θεού και παράσταση ενώπιόν Του.

Να στέκομαι ενώπιον του Θεού και να Τον αγαπώ.
Αυτό όμως δεν είναι αυτονόητο.
Το θέμα είναι πώς θα αποδεχθώ την τεράστια δωρεά της ζωής: του εαυτού μου, των άλλων. Όλη αυτή την ακατάληπτη ζωή που φαίνεται να μας προσφέρει ο Θεός μέσα από τις δωρεές της — τις οποίες πολλές φορές ούτε καν απολαμβάνουμε, γιατί μαλώνουμε μεταξύ μας.
Δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι έφαγες το μεσημεριανό σου. Δεν είναι αυτονόητο ότι ζεις. Ότι απολαμβάνεις τόσα πράγματα. Ότι έχεις έναν άνθρωπο να πας να σταθείς δίπλα του. Ότι έχεις τα παιδιά σου που ακόμα σου μιλάνε. Ότι έχεις έναν τρόπο να συντηρήσεις τη ζωή σου.
Όλα αυτά είναι τρομερές δωρεές. Πολύ μεγάλες δωρεές.
Και όμως, άπειροι άνθρωποι δεν τις έχουν — και, σε έναν βαθμό, δεν τους αφήνουμε να τις έχουν, ενώ θα μπορούσαν.
Ξέρετε τι γίνεται: ο πλούσιος κόσμος απολαμβάνει και επιδεικνύει. Και κάθεται, σαν τον Σκρουτζ ΜακΝτακ, πάνω στο χρυσάφι του. Και ο άλλος κόσμος δίπλα υποφέρει.
Πώς θα αφομοιώσουμε λοιπόν αυτό το δώρο της ζωής; Πώς θα σταθούμε αντάξιοι αυτής της τόσο μεγάλης δωρεάς;

Και το άλλο ερώτημα: πώς θα οικειοποιηθούμε τον Θεό πλήρως;

Διότι αυτό είναι το ζήτημα — να Τον κάνεις δικό σου. Όχι απλώς να πεις: «Έφαγα καλά, πέρασα καλά και τώρα φεύγω».
Και φεύγεις… για πού;
Φάγαμε καλά, ήπιαμε καλά, περάσαμε καλά — αν τα καταφέραμε. Μερικοί τα καταφέρνουν. Δεν αρρωστήσαμε σοβαρά, η σύγχρονη ιατρική λίγο-πολύ αντιμετωπίζει τις ασθένειές μας… και ξαφνικά τι;
Ξαφνικά όλο αυτό το πανηγύρι τελειώνει.
Είναι πολύ υπέροχο για να τελειώσει.
Θέλει κανείς να τελειώσει; Θέλει κανείς να πεθάνει εδώ μέσα;
Όχι.
Παραδόξως, ενώ έχουμε τόσα βάσανα, δεν θέλουμε να πεθάνουμε. Τουλάχιστον —αν ήταν έτσι— θα θέλαμε όλοι να πεθάνουμε, να τελειώνουμε.
Να τελειώνει αυτή η ιστορία. Να εξαλειφθούμε, όπως λέει και ο βουδισμός.
Έχω πει πολλές φορές ότι, αν δεν είχα ανακαλύψει την Ορθοδοξία —γιατί ήμουν άθεος στα νιάτα μου— θα ήμουν βουδιστής.
Τα λεγόμενα πάντα είναι ένα ψέμα. Γιατί είναι ένα ψέμα; Αφού διαψεύδονται κάθε στιγμή από τον θάνατο.
Λέω στους φοιτητές μου καμιά φορά —είναι παιδιά είκοσι χρονών, γεμάτα ζωή— και γίνεται χαμός στην αίθουσα:
«Ποιος είναι σίγουρος ότι θα πάει στο σπίτι του σήμερα;»
Και με κοιτάνε τα καημένα. Νιώθουν να σφύζουν από ζωή, όπως είναι φυσικό στα είκοσι. Και δεν ξέρουν τι να την κάνουν αυτή τη ζωή. Δεν ξέρουν πού να τη βάλουν. Δεν ξέρουν πώς να τη χρησιμοποιήσουν.
Ο σκοπός είναι να αποδώσει καρπούς αυτό. Αλλιώς είναι σκορπισμός.
Ο Θεός, λοιπόν, δεν θέλει να σκορπίσουμε. Δεν θέλει να διαχυθούμε στον αέρα. Αλλά ούτε κι εμείς το θέλουμε.

Το έχω πει και σε άλλες ομιλίες μου και το ξαναλέω, γιατί είναι πολύ ισχυρό αυτό που σας λέω: θέλουμε τα πάντα απόλυτα μέσα μας.
Παντρεύεσαι έναν άνθρωπο και θέλεις να σε αγαπάει απόλυτα. Δεν βρήκα ποτέ κανέναν —από τα άπειρα ζευγάρια που έχω συναντήσει— να μου πει: «Ξέρεις, εγώ θέλω να με δέρνει, να με μισεί και να με φτύνει. Και πότε-πότε να με αγαπάει και λίγο».
Όλοι θέλουν αγάπη. Καθαρή αγάπη. Απόλυτη αγάπη.
Απόλυτη γνώση. Θέλει κανείς άγνοια αναμεμειγμένη με γνώση; Όχι. Όλοι θέλουν καθαρή γνώση. Την αλήθεια.
Ποια αλήθεια; Πού είναι η αλήθεια;
Ελευθερία. Υπάρχει κανείς που λέει: «Αχ, τι ωραία να είχαμε καταπίεση, να μας εμποδίζουν, να μας δέρνουν, να μας παίρνουν ό,τι έχουμε»; Όχι. Όλοι θέλουν απόλυτη ελευθερία.
Απόλυτη γνώση. Απόλυτη αγάπη. Απόλυτη σοφία. Και τελικά, απόλυτη ζωή.
Τα έχει κανείς όλα αυτά από εμάς; Όχι.
Ποιος τα έχει; Κάποιος που είναι ταυτόχρονα μακριά μας και κοντά μας. Δηλαδή ποιος; Ο Θεός.
Αυτός τα έχει και μας ελκύει με αυτόν τον τρόπο. Μας λέει: «Ελάτε σε μένα να τα πάρετε. Να γίνετε κατά χάριν σοφοί. Εγώ τα έχω κατά φύσιν, εσείς να τα αποκτήσετε κατά χάριν, ως δωρεά. Να τα έχετε, να τα απολαμβάνετε και να τα μοιράζετε».
Γιατί, όταν τα έχεις, τα μοιράζεις κιόλας.
Γενικώς, να ξέρετε: μοιράζουμε αυτό που έχουμε. Αν έχεις κακία, κακία μοιράζεις. Αν έχεις σύγχυση, σύγχυση μοιράζεις. Αν έχεις αγάπη, αγάπη μοιράζεις.
Καταλάβατε;

Γίνεται αυτό που λέω εγώ «ανακύκλωση δανεικών»: ό,τι παίρνεις, δίνεις.

Για τον λόγο αυτό, το ζήτημα είναι η ενοίκηση του απολύτου μέσα μας. Θα κατοικήσει ο Θεός μέσα μας ή όχι;

Αυτό είναι το ερώτημα.

Και γι’ αυτό γίνεται η σάρκωση. Προσπαθήστε να το καταλάβετε αυτό που σας λέω — δεν είναι αυτονόητο.
Για ποιον λόγο να γίνει η σάρκωση; Γιατί κάνει ο Θεός αυτόν τον μεγάλο «κόπο» να γίνει ένας από εμάς;
Αν ήταν μόνο θέμα συγχώρησης, θα μπορούσε —όπως λέει και το Κοράνι— να πει από μακριά: «Σας συγχωρώ όλους». Και τελείωσε.
Αλλά το Κοράνι δεν προβλέπει ενοίκηση του Θεού μέσα στον άνθρωπο. Δεν υπάρχει σάρκωση.
Και —θα το πω τολμηρά— καλύτερα να μην μας συγχωρούσε, αλλά να γινόταν η σάρκωση.
Γιατί γίνεται η σάρκωση, πατέρες και αδελφοί;
Για έναν μόνο λόγο, λένε οι Πατέρες: για να μπει η Θεία Ζωή, το απόλυτο, το άκτιστο, μέσα στο κτιστό. Μέσα στο «μηδέν» που είμαστε.


Μέσα σε αυτή τη φθορά, σε αυτόν τον θάνατο που δεν θέλουμε.

Να μπει εκεί μέσα και να το οικειοποιηθεί, και να το αφθαρτοποιήσει κατά χάριν.

Να πάμε πέρα από τον θάνατο, πέρα από την κόλαση, πέρα από κάθε θάνατο. Πέρα από την άγνοια, το μίσος και όλα όσα είπα πριν.

Να πάμε πέρα — και να μπούμε στη ζωή του Θεού.

Να ζούμε όπως Εκείνος. Αυτό είναι η Εκκλησία. Αν το ξέραμε, θα παίρναμε φωτιά.

Θα έπαιρναν φωτιά πρώτα οι παπάδες. Φωτιά θα έπαιρναν. Και θα έβγαιναν έξω και θα γίνονταν Απόστολοι.

Ξέρετε, η χειροτονία αυτό είναι: γίνεσαι Απόστολος. Είναι η αποστολική τάξη. Αλλά για να γίνει αυτό το πράγμα, δεν αρκεί να είναι κανείς ένας «πληρωμένος υπάλληλος», έστω κι αν φοράει ράσα. Γιατί τα φοράμε τα ράσα; Τα βγάζουμε κιόλας — είμαστε φυσιολογικοί άνθρωποι.
Είναι αφιέρωση αυτό. Αφιέρωση σε τι; Σε αυτό το μεγάλο σχέδιο του Θεού. Σε αυτή τη μεγάλη κλήση: να διακονήσεις την ενοίκηση του απολύτου μέσα στον άνθρωπο.
Αυτό δεν γίνεται με φαντασίες και λόγια. Γίνεται πώς; Με τα μυστήρια.
Ποια μυστήρια; Το βάπτισμα, το χρίσμα και τη θεία Ευχαριστία.
Προσέξτε: τα μυστήρια αυτά τα ονομάζουν οι Πατέρες «μυστήρια ενσωματώσεως». Είναι ο τρόπος με τον οποίο ενσωματώνομαι στη θεία ζωή. Μπαίνει η θεία ζωή μέσα μου και γίνομαι μέλος του Χριστού.
Κομμάτι της θεωμένης ανθρώπινης φύσεως του Χριστού. Αυτό γίνομαι.

Γίνομαι όπως είναι ο Χριστός ως άνθρωπος. Ό,τι δωρεές έχει — γιατί η ανθρώπινη φύση του Χριστού μετέχει πλήρως στη θεία φύση. Όλη η θεία φύση, όλη η ανθρώπινη φύση, η μία μέσα στην άλλη — χωρίς σύγχυση, αλλά σε απόλυτη κοινωνία.
Είναι άνθρωπος ο Χριστός, σαν κι εμάς. Και όμως έχει όλη τη θεότητα σε καθετί που κάνει. Αυτό είναι το φοβερό.
Και αυτή τη δυνατότητα τη δίνει και σε εμάς: να τα κάνουμε όλα με τρόπο θεοπρεπή. Να γίνουμε «θεοί επί γης».
Όπως ήταν αυτοί οι Άγιοι που σας ανέφερα προηγουμένως — και που γνωρίσαμε. Και εγώ ο ίδιος το λέω — και το έχω πει πάρα πολλές φορές: από τελείως άθεος που ήμουν, έχοντας αποκλείσει κάθε πιθανότητα να σχετιστώ με τον Χριστιανισμό, όταν βρέθηκα μπροστά στον Άγιο Πορφύριο, κατέρρευσε όλο αυτό.
Γιατί; Γιατί είδα τον Θεό. Ήταν εκεί. Παρουσία Θεού. Χριστός κατά χάριν.
Αυτό ήταν ο Πορφύριος. Και ο Παΐσιος. Και όλοι αυτοί.
Και τώρα, μετά από δεκαετίες που διδάσκω Χριστολογία και τα σχετικά στα πανεπιστήμια, ξέρω για τι πράγμα μιλάω. Με ακρίβεια. Γιατί το γνώρισα. Το διαπίστωσα. Το άγγιξα.
Το ξέρω όπως ξέρω ότι αυτό εδώ είναι ένα ποτήρι με νερό. Δεν έχω καμία αμφιβολία.
Γίνεται λοιπόν αυτό — το ξαναλέω — με τα μυστήρια.


Καταρχήν με το βάπτισμα.

Τι είναι το βάπτισμα; Δεν έχουμε χρόνο να τα πούμε όλα όπως πρέπει. Αλλά, με δυο λόγια: το βάπτισμα είναι μυστήριο υιοθεσίας.
Βαπτίζεται κανείς στον τρόπο του Χριστού, στη ζωή και στον θάνατό Του. Μπαίνεις στο βάθος του θανάτου και βγαίνεις καινούριος άνθρωπος.
Είναι μια πρώτη, αόριστη αλλά πραγματική εμπειρία πατρότητας — τρυφερή, γεμάτη πρόνοια — που σου απευθύνεται.
Με αναλαμβάνει ο Χριστός στην ανθρώπινη φύση Του. Γίνομαι ξαφνικά , από ένα ανώτερο θηλαστικό, παιδί του Θεού.
Παίρνεις και όνομα. Σε καλεί κατ’ όνομα.
Σε βαπτίζει μέσα στην ανθρώπινη φύση Του. Πώς να το πω; Αυτό είναι το γεγονός.
Γίνεσαι πραγματικά αδελφός Του. Σαν κι Εκείνον.
Και ξαφνικά σε βλέπει ο Θεός όπως βλέπει Εκείνον.
Εκείνος είναι ο Υιός κατά φύσιν. Εσύ τι είσαι; Αδελφός του Υιού. Δηλαδή μέλος της ίδιας οικογένειας.
Υιοθεσία.

Ξεχάστε όλα τα άλλα περί «προπατορικού αμαρτήματος», τα καταλαβαίνουμε νομικά. Αυτά είναι δευτερεύοντα — και πολλές φορές τα εκνομικεύουμε.

Δεν είναι το βάπτισμα μια «νομική πράξη» που απλώς συγχωρεί. Ο Θεός θα μπορούσε να συγχωρήσει και χωρίς βάπτισμα.

Το βάπτισμα είναι κάτι πολύ περισσότερο: είναι η χάρη με την οποία ένα ανθρώπινο πλασματάκι γίνεται μέλος της οικογένειας του Θεού.

Μέλος της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού.

Κάθε μέλος του Χριστού είναι και ένα χάρισμα. Μια ενέργεια.

Μπαίνεις, λοιπόν, στη θέση ενός μέλους του σώματος του Χριστού. Μπαίνεις —ας πούμε— στα χέρια Του.

Μπαίνεις στα πόδια. Μπαίνεις — γι’ αυτό και το βάπτισμα συνοδεύεται πάντα με το χρίσμα. Το ανάλογο χάρισμα, δηλαδή.

Άλλος μπαίνει στα μάτια. Άλλος — εγώ φοβάμαι ότι έχω μπει στο στόμα. Λοιπόν, άλλος μπαίνει στα εντόσθια.

Που είναι η νοερά ησυχία, η προσευχή. Η βαθιά αυτή, η βαθιά θεωρία.

Άλλος μπαίνει στα γεννητικά όργανα, λέει ο Άγιος Μάξιμος. Γεννάει νέα παιδιά. Άλλος μπαίνει στα πόδια.

Άλλος μπαίνει στα χέρια. Άλλος κουβαλάει. Γίνεται ένα νέο σώμα και ο καθένας από εμάς μπαίνει σε ένα κομμάτι του.

Άλλος στα μάτια. Άλλος στα αυτιά. Άλλος στα αυτά.

Που είναι όλα αυτά άκτιστες ενέργειες, ξεχωριστές. Γι’ αυτό το βάπτισμα —σας είπα—, η υιοθεσία, συνοδεύεται με το χρίσμα, το χάρισμα. Το μέρος στο οποίο μπαίνεις.

Και αποκτάς μια δεύτερη ζωή, παράλληλη με τη βιολογική ζωή. Που δεν είναι απλώς η βιολογική ζωή πια. Είναι η ζωή εν Αγίω Πνεύματι.

Διότι όλα αυτά που ενεργεί ο Χριστός με το βάπτισμα και το χρίσμα γίνονται εν Αγίω Πνεύματι. Το Άγιο Πνεύμα είναι αυτό που σου ανοίγει αυτόν τον δρόμο. Το Άγιο Πνεύμα είναι αυτό που σου παρέχει όλη αυτή τη νέα δυνατότητα.

Όλοι εσείς εδώ είστε χαρισματούχοι. Όλοι, χωρίς εξαίρεση. Κρατήστε το αυτό.
Γιατί το χάρισμα αυτό υπάρχει. Και εγώ ήμουν χαρισματούχος όταν ήμουν άθεος. Δεν το ήξερα όμως ότι υπήρχε.
Πρέπει να υπάρξει στροφή — πραγματική στροφή — για να φανεί η χάρη.
Γιατί το Άγιο Πνεύμα είναι πάρα πολύ λεπτό, πάρα πολύ ευγενικό, πάρα πολύ τίμιο και πάρα πολύ ελεύθερο. Και δεν εκβιάζει κανέναν μας.


Συνεχίζεται

ΔΙΑΛΕΞΤΕ!!!!!

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

π. Ν. Λουδοβίκος: Άσκηση και Θεία Ευχαριστία, σήμερα




ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΟΣ!!!. ΤΟ ΘΕΜΑ ΠΟΥ ΘΙΓΕΙ ΟΜΩΣ ΣΥΝΑΝΤΑΤΑΙ ΣΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΩΣ ΕΞΗΣ:  ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΥΣΙΑ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΚΑΙ Η ΟΥΣΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ. ΟΠΟΙΟΣ ΑΠΟΛΑΜΒΑΝΕΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ ΠΟΙΗΣΗ. ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΤΗΣ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ ΤΟΥ. Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΡΠΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΕΙΝΑΙ ΛΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΕΝΝΟΙΕΣ. ΦΥΣΙΚΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΘΕΟΛΟΓΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ. ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΕΙ ΚΕΝΑ ΣΤΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΟΙΜΕΝΩΝ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΟΥΝ ΕΡΓΟ.

ΚΑΠΟΙΟΙ ΤΟΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΝ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΤΑΙ.