Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αμπατζίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αμπατζίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 30 Μαΐου 2023

Μπορεί το αυτοσυνείδητο υποκείμενο να ενυπάρχει στο πρόσωπο; Παρατηρήσεις για την ετερονομία και τον ετεροκαθορισμό του προσώπου στη νεοελληνική θεολογία.

Θεόφιλος Αμπατζίδης


Μπορεί το αυτοσυνείδητο υποκείμενο να ενυπάρχει στο πρόσωπο; Παρατηρήσεις για την ετερονομία και τον ετεροκαθορισμό του προσώπου στη νεοελληνική θεολογία.

Η αναζήτηση της θέσης και του ρόλου του χριστιανού στον διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο της νεωτερικότητας, συνεχώς αναδεικνύει μια σειρά προβλημάτων, στα οποία, κάθε φορά, η Ορθόδοξη θεολογία καλείται να πάρει θέση. Κυρίως, όμως, αναδεικνύει την ανάγκη για ουσιαστικό διάλογο του χριστιανισμού με την εποχή μας, ο οποίος χρειάζεται να απαλλαγεί από αγκυλώσεις και να ευδοκιμήσει σε ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της θεολογικής σκέψης.

Παράδειγμα αλλά και καρπός εξωστρέφειας της ορθόδοξης θεολογίας στη συνάντησή της με τις
αγωνίες;;; του σύγχρονου κόσμου, αποτελεί και η καλούμενη «θεολογία του προσώπου». Η εν λόγω προσπάθεια, παρότι δεν εξαντλεί όλα τα ζητήματα που θέτει η νεωτερικότητα, συναντήθηκε και διαλέχθηκε, με τη δυτική θεολογία, τη σύγχρονη φιλοσοφία και διανόηση, και εν μέρει με τη σύγχρονη τέχνη και τον πολιτισμό. Η ποικιλία των αναγνώσεων και της κριτικής που δέχθηκε, γονιμοποίησαν, κάποιες φορές, τον θεολογικό προβληματισμό και βοήθησαν στην εμβάθυνση της συζήτησης για τον ρόλο της χριστιανικής θεολογίας στον σύγχρονο κόσμο. Ταυτόχρονα, ορισμένα σημεία της αποτέλεσαν πεδία αντιπαραθέσεων, όχι μόνο θεολογικών αλλά και με τη θύραθεν σκέψη. Ιδιαίτερα η διολίσθηση, ορισμένων εκ των πρωτεργατών της, στην «εθνοθεολογία» και την ανάπτυξη ταυτοτικής συνείδησης των ορθοδόξων κοινωνιών σε αντίθεση προς το δυτικό πολιτισμικό παράδειγμα, μέσω μιας ιδιότροπης ερμηνείας της παράδοσης, απασχολεί έντονα, όσους ασχολούνται με τα ζητήματα αυτά.

Επιπλέον, ο ορισμός του προσώπου ως «γεγονός σχέσης» και η εμβάπτισή του στην καρδιά της θεολογικής και της ανθρώπινης οντολογίας χωρίς τις απαιτούμενες διακρίσεις, σηματοδότησε μια σειρά ενστάσεων της νεωτερικής συνείδησης,
που αφορούν στη δυνατότητα του νεωτερικού υποκειμένου για αυτονομία, αυτοδιάθεση και αυτοπραγμάτωση. Είναι, λοιπόν, το πρόσωπο ετερόνομο και ετεροπροσδιοριζόμενο; Υπερέχει οντολογικά η προσωπική κοινωνία της ανθρώπινης ελευθερίας; Υπάρχει στις πλειοψηφικά ορθόδοξες κοινωνίες θέση για την ετερότητα, την αντίθετη άποψη, τα ανθρώπινα δικαιώματα, ακόμη και τη μη θρησκευτική συνείδηση;

Ο ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

Με το παρόν κείμενο, εστιάζουμε στο εάν η σχέση, με τον Θεό ή τον άνθρωπο, συνιστά πρωταρχικό οντολογικό κατηγόρημα για τον άνθρωπο. Εάν, τελικά, το πρόσωπο αποτελεί μια ετεροκαθοριζόμενη πραγματικότητα και πρέπει υποχρεωτικά να κατανοείται αντιθετικά προς το άτομο.

Πράγματι, το άτομο της νεωτερικότητας αναδύεται μέσα από μια θεμελιώδη και καθολική ρήξη. Ρήξη με την Εκκλησία, προοδευτικά ρήξη με το χριστιανικό κοσμοείδωλο, τις μεγάλες αφηγήσεις, τα συλλογικά οράματα, το ενιαίο νόημα της ιστορίας. Σε αντίθεση προς τον προνεωτερικό άνθρωπο, ο οποίος ήταν κομμάτι ευρύτερων θρησκευτικών, φυλετικών, κ.α., συσσωματώσεων, που καθόριζαν σε πολύ μεγάλο μέρος την προσωπική του ταυτότητα, το νεωτερικό υποκείμενο διεκδικεί το δικαίωμα να διαμορφώσει μόνο του την ταυτότητα του και να αποδώσει το δικό του νόημα στην κοινωνία και την ιστορία. Η προϊούσα νεωτερική εξατομίκευση, με όλη την πολυπλοκότητά της, δεν μπορεί να αποτιμηθεί μονοσήμαντα. Η θεμελίωση, για παράδειγμα, της πίστης στην ενσυνείδητη επιλογή, όχι μόνο την καταξιώνει, αλλά, κυριολεκτικά, την επαληθεύει, απέναντι σε μία πίστη, υπαγορευμένη από την ανάγκη της κοινωνικής συσσωμάτωσης ή τον πειθαναγκασμό όποιας εξουσιαστικής επιβολής. Ταυτόχρονα, η απόλυτη κυριαρχία του ατομικού, δεν άργησε να εμφανίσει τα σημάδια μιας νοσηρής ατομοκρατίας. Το αδιέξοδο αυτό του νεωτερικού ατόμου, ιδιαιτέρως στον 20ο αιώνα, αποτυπώνεται, κυρίως στα κινήματα της υπαρξιστικής φιλοσοφίας και του περσοναλισμού.

Η γνωριμία μερίδας της νεοελληνικής θεολογίας και διανόησης με τον υπαρξισμό αλλά και με την αναγέννηση της ορθόδοξης θεολογίας στην δυτική Ευρώπη, από τους θεολόγους τις ρωσικής διασποράς, οδήγησε στην εμφάνιση, της θεολογίας του προσώπου. Μια θεολογική πρόταση, η οποία παρουσίασε γόνιμα στοιχεία υπέρβασης της δυτικής ατομοκρατίας, πριν εμφανίσει τάσεις απόκλισης σε μια έκσταση του ανθρωπίνου προσώπου από την ουσία του, που παραθεωρεί την ιστορική δυναμική ή σε μια σκληρυμένη κατανόηση της παράδοσης, περισσότερο, ίσως, της ελληνικής και λιγότερο της εκκλησιαστικής, που οδηγεί στην «εθνοθεολογία» και στην αγκύλωση του εκκλησιαστικού βίου στο παρελθόν. Τη διολίσθηση αυτή έρχεται να «θεραπεύσει» το πρόταγμα της εξατομίκευσης και της ανάδειξης των νεωτερικών αξιών. Η προσπάθεια αυτή, παρά τα σημαντικά θετικά της σημεία, υιοθετώντας, πολλές φορές, άνευ όρων το νεωτερικό υποκείμενο και εφαρμόζοντας μια γενικευμένη απορριπτική κριτική της ορθόδοξης παράδοσης, εμφανίζεται για πολλούς ως αποδέκτης της εκκοσμίκευσης.

Βέβαια, από μια άλλη οπτική, η έννοια της εξατομίκευσης, η οποία αντλείται από την ψυχολογία, συνιστά de facto ανθρωπολογική συνθήκη στη συντριπτική πλειονότητα των ατόμων και ισοδυναμεί με την απολύτως φυσιολογική ικανότητα του ανθρώπου να εσωτερικεύει, τον εξωτερικό κόσμο προκειμένου, αναπτύσσοντας το εγώ του, να κατασταθεί αυτοσυνείδητο υποκείμενο. Στη διαδικασία αυτή παίζει καταλυτικό ρόλο η γλώσσα η οποία εκλογικεύει την κοσμοεικόνα του κάθε ανθρώπου, Γι’ αυτό και «η εξατομίκευση είναι μία δια βίου διαδικασία και όχι ένα απόκτημα δεδομένων εμπειριών. Αρχίζει ως εσωτερίκευση δομών, συνεχίζεται ως ιδιοποίηση σημασίας και ολοκληρώνεται ως ρήξη με την κανονικότητα». Κατά συνέπεια, η εξατομίκευση δεν συνιστά ιδεολογικό πρόταγμα, ούτε «υποστατοποίηση κάποιας αφηρημένης εννοιολογίας».

Παρόλα αυτά, σε κοινωνικό επίπεδο, ήδη από την αυγή των Νέων Χρόνων, παρατηρείται η ανάδυση ενός υποκειμένου σε ρήξη με την υπάρχουσα τότε κανονικότητα. Η κυριαρχία του Θεού και η παντοδυναμία της Εκκλησίας αμφισβητούνται ενώ η ταυτότητα του υποκειμένου απεξαρτάται από τη θρησκευτική συνείδηση ή την ενσωμάτωσή στους προνεωτερικούς θεσμούς. Προφανώς, μια τέτοια διάσταση της εξατομίκευσης κυριαρχεί ως πρόβλημα στη θεολογία του προσώπου. Ταυτόχρονα, καθώς οι ορθόδοξες κοινωνίες, καθυστερώντας τη συνάντησή τους με τη νεωτερικότητα, θεωρήθηκαν προ-νεωτερικές και θεμελιακά ασυμβίβαστες με τη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Επιτέλους, δεν είναι δυνατόν να πιστέψουμε ότι οι αρχαίοι Έλληνες, ο Σωκράτης, ο Αριστοτέλης, οι στωικοί, ο Ωριγένης, ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός, ο Βασίλειος, ο Μάξιμος και τόσοι άλλοι, δεν αυτοπροσδιορίζονταν ως εξατομικευμένα όντα απέναντι σε κάθε εξωτερικό προσδιορισμό! Από την άλλη μεριά, η θεολογία του προσώπου, ορίζοντας το πρόσωπο αποκλειστικά ως γεγονός σχέσης, φαίνεται να καταργεί κάθε οντολογία του ατομικού και να υιοθετεί έναν ετεροκαθορισμό του υποκειμένου. Αντιμετωπίζοντας το δίλλημα, θα επιχειρήσουμε εδώ την επαναξιολόγηση της οντολογίας του ατόμου σε μη αναγκαστική ρήξη με την οντολογία του προσώπου.

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΩΣ ΓΕΓΟΝΟΣ ΣΧΕΣΗΣ

Η κατ’ εικόνα Θεού δημιουργία του ανθρώπου συνιστά το εφαλτήριο της θεώρησης του προσώπου στην ανθρωπολογία. Στο μέτρο, όμως, που το κατ’ εικόνα δηλώνει ετερουσιότητα, τεκμαίρεται ότι δεν είναι η φύση ή η ουσία του ανθρώπου αυτή που μπορεί να προσδώσει χαρακτηριστικά προσωπικής μοναδικότητας. «Δεν υπάρχει τίποτα μοναδικό στο να έχεις ανθρώπινη φύση». Η ίδια η ανθρώπινη φύση, όντας μεριστή και διαιρετή, συνιστά ένα είδος «εξατομίκευσης που οδηγεί σε αποσύνθεση και θάνατο». Με άλλα λόγια, η εξατομίκευση, προσλαμβάνοντας όλα εκείνα τα μεταπτωτικά χαρακτηριστικά, ορίζεται στους αντίποδες του προσωπικού τρόπου της υπάρξεως.

Απομένει, λοιπόν, στον τρόπο υπάρξεως του ανθρώπου ως ανταπόκρισή του στη κλήση του Θεού για σχέση, να εκφράσει τα μοναδικά και ανεπανάληπτα χαρακτηριστικά του, δηλαδή το πρόσωπο. Έτσι, το πρόσωπο ορίζεται ως γεγονός σχέσης, πρωτίστως με τον προσωπικό Θεό, εν Χριστώ, και δευτερευόντως με τα άλλα ανθρώπινα πρόσωπα. Κατά συνέπεια, το πρόσωπο ούτε υπάρχει, ούτε νοείται μεμονωμένα. «Ο Θεός δεν είναι μόνος, είναι κοινωνία». Η ίδια η αγάπη στο πλαίσιο της σχεσιακής οντολογίας δεν είναι ένα συναίσθημα, αλλά τρόπος υπάρξεως, ο κατεξοχήν τρόπος αποκάλυψης του προσώπου. Είναι ––«η ελεύθερη έξοδος από τον εαυτό, η ελεύθερη υποταγή στη θέληση ενός άλλου». Μόνο μια τέτοια αγαπητική σχέση δίνει την ταυτότητά μας, κάνοντάς μας πρόσωπα. Ο ίδιος ο Μητροπολίτης Περγάμου, βεβαιώνει πως ο πυρήνας της όλης συζήτησης εντοπίζεται στο εάν μπορούμε να αντλήσουμε την προβληματική μας για το ανθρώπινο πρόσωπο από τον Θεό ή από την έννοια του ανθρώπου και την ιστορία του πολιτισμού. Αν, όμως, το ανθρώπινο πρόσωπο κατανοείται αποκλειστικά μέσα από τη θεανθρώπινη σχέση, το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν ένα τέτοιο πρόσωπο είναι ετερόνομο ή ετεροπροσδιοριζόμενο. Περαιτέρω, πρέπει να ερευνηθεί, αν κάθε έννοια ατόμου είναι αναιρετική του προσώπου, και κάθε έννοια του Εγώ αντιστρατεύεται το Εμείς, οδηγώντας απαρέγκλιτα στον θανατηφόρο εγωισμό.

Πράγματι, ίσως ωρίμασαν οι συνθήκες να αναζητήσουμε στη θεολογική έννοια του ανθρωπίνου προσώπου το βάθος μιας ατομικής (καθότι άτμητης, απαραμείωτης, ασύγχυτης και ανεξάλειπτης) πραγματικότητας, η οποία θα μπορούσε να στηριχθεί στο κατ’ εικόνα και να εκφραστεί ως η υποστατική αρχή σε κάθε άνθρωπο. Η πραγματικότητα αυτή συνιστά το εφαλτήριο, τόσο για τις σχέσεις του ανθρώπου με τον Θεό, όσο και για τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους, πιστών ή μη πιστών. Στην παρούσα ανάλυση υιοθετούμε τις περί υποστατικής αρχής θέσεις του αγίου Σωφρονίου, τις διαπραγματευόμαστε, όμως, ελαφρώς διαφορετικά, τονίζοντας την έποψη του άτμητου και ανεξάλειπτου οντολογικού πυρήνα του ανθρώπου, του ανθρώπινου Εγώ.

Η ίδια η ιδρυτική κλήση του ανθρώπου από το μη ον στο Είναι συνιστά μια πράξη του Θεού με την οποία καθιδρύεται αυτός ο εσώτατος οντολογικός πυρήνας στον άνθρωπο. Είτε τον χαρακτηρίσουμε «ως λόγο του Είναι», χρησιμοποιώντας μαξιμική ορολογία, είτε ως κατ’ εικόνα, είτε ως αυτεξούσιον, είτε ως βαθεία καρδία, είτε ως Εγώ ή Εαυτό, χρησιμοποιώντας σύγχρονη ορολογία, περιγράφουμε μια οντολογική πραγματικότητα ελευθερίας και αυτοκαθορισμού, η οποία υπέρκειται της ψυχολογίας, στο μέτρο που εμφανίζεται πρότερη και ανεξάρτητη κάθε εξωτερικού καθορισμού και συναισθηματικών παραγόντων. Διαφορετικά θα ήταν αδύνατο να εξηγηθεί θεολογικά, τόσο η σχέση Θεού και ανθρώπου προπτωτικά, όσο και η ίδια η πτώση αλλά και η μεταπτωτική συνθήκη, με όρους ελευθερίας και ευθύνης. Επιπλέον, η υποστατική αυτή ανθρωπολογική αρχή ως ο άξονας της αυτοσυνειδησίας και ο αποδέκτης της συνειδητότητας, είναι υπεύθυνη για την ανταπόκριση ή μη, εκάστου ανθρώπου στο σχέδιο της σωτηρίας, ήδη προπτωτικά, μέχρι και τα έσχατα. Άλλωστε, χωρίς έναν ελεύθερο άξονα αυτοσυνειδησίας και ευθύνης, δύσκολα θα αποδοθεί νόημα στην πραγματικότητα της αρετής της αμαρτίας, της ηθικής, της δικαιοσύνης, κ.α.

Αυτή η υποστατική αρχή, ορίζοντας το οντολογικό βάθος του ανθρώπου, τον πυρήνα της ελευθερίας του, είναι μοναδική και ανεπανάληπτη, άτμητη, ανεξάλειπτη, ασύγχυτη και ακοινώνητη, καθότι τα ιδιώματα εκάστης συνιστούν ακοινώνητα υποστατικά ιδιώματα. Η παραπάνω παρατήρηση στηρίζεται στην πιστοποίηση πως η καππαδοκική διάκριση φύσεως και υποστάσεως επεκτείνεται και στο ανθρωπολογικό πεδίο, ήδη, από τους ίδιους τους Καππαδόκες. Το λεπτό σημείο στον προβληματισμό βρίσκεται στο εάν η υποστατική αυτή αρχή (υπόστασις) ταυτίζεται με την καππαδοκική έννοια του προσώπου, όπως την ερμηνεύει η θεολογία του προσώπου (η υπόσταση ως γεγονός σχέσης, αδιανόητη εκτός προσωπικής κοινωνίας, κ.τ.λ.). Η άποψή μας είναι πως, προκειμένου περί του ανθρώπου, δεν ταυτίζεται. Την ιστορία σύγκλισης των όρων υπόστασις –πρόσωπον θα την χαρακτηρίσει ο Μητροπολίτης Περγάμου ως σκοτεινή –επιστημονικά θολή και αδιευκρίνιστη, θα προσθέταμε –και θα εστιάσει το ενδιαφέρον του, στη σύγκλιση υποστάσεως και προσώπου ως το θεολογικό επίτευγμα των Καππαδοκών. Ενώ θεωρούμε πως η σύγκλιση αυτή είναι απολύτως συντελεσμένη στη θεολογία, στην ανθρωπολογία υπάρχουν σημαντικά, ανοικτά ζητήματα. Η ανθρώπινη υπόσταση δεν είναι de facto πρόσωπο, με τη θεολογική, καππαδοκική έννοια.

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤ’ ΕΙΚΟΝΑ ΩΣ Η ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ

Υπάρχει, λοιπόν, ένα βαθύ οντολογικό στοιχείο στον άνθρωπο, δωρισμένο από τον Θεό, το οποίο συνιστά την υπόσταση, τον πυρήνα της ελευθερίας του, τον άξονα της αυτοσυνειδησίας του, το Εγώ του και το οποίο, όχι μόνον προηγείται της σχέσεως, αλλά συνιστά αιτία και παράγοντα της σχέσης, με τη μορφή της ελεύθερης και αυτοσυνείδητης θέλησης για σχέση. Η μετάπλαση του στοιχείου αυτού σε τρόπο υπάρξεως με απαραίτητο και αναντικατάστατο όρο την αγαπητική κοινωνία, κατά το πρότυπο του τριαδικού Θεού, ισοδυναμεί με την μετάπλασή του, από υποστατική αρχή (υποκείμενο, Εγώ), σε πρόσωπο. Μια τέτοια οντολογική μεταβολή είναι καρπός ασκητικού αγώνα, προσευχής, μυστηριακής ζωής και της θεοποιού χάρης, ενώ ενέχει πάντοτε, πριν την εσχατολογική της ολοκλήρωση, την πιθανότητα της άρνησης και του ψευτίσματος. Κατά συνέπεια, το αυτοσυνείδητο υποκείμενο μπορεί και υπάρχει θεούμενο μέσα στο πρόσωπο. Ακόμη και στην περίπτωση της θεοπτίας, η αυτοσυνειδησία του προσώπου δεν εξαλείφεται, τουλάχιστον στο μέτρο που ο θεόπτης βιώνει και εκφράζει την θεοειδή πραγματικότητα, κατά το δυνατόν, με όρους συνειδητής βιωμένης εμπειρίας. Την ίδια πραγματικότητα εκφράζει και η ευχαριστιακή πρόγευση των εσχάτων, όπου η αυτοσυνείδητα βιωμένη εμπειρία της εν Χριστώ κοινωνίας και της εσχατολογικής πρόγευσης καλείται να μεταμορφώσει τον ιστορικό χρόνο και την ανθρώπινη κοινωνία, με όρους ενσυνείδητης εν Χριστώ βιοτής. Το εσχατολογικό ανθρώπινο πρόσωπο έχει υποστατική αρχή (Εγώ) με ακοινώνητα τα υποστατικά της ιδιώματα, μεταμορφωμένη, όμως, τελεσίδικα σε προσωπική σχέση και κοινωνία με τον τριαδικό Θεό και σε περιχωρητική αγαπητική σχέση με τα άλλα ανθρώπινα πρόσωπα. Όπως τα πρόσωπα (Υποστάσεις) του τριαδικού Θεού, κοινωνούν περιχωρητικά την μία θεία ουσία, την ενέργεια και τη θέληση, χωρίς να κοινωνούν ούτε τις Υποστάσεις, ούτε τα ιδιώματα των θείων Υποστάσεων.

Το συμπέρασμα που προκύπτει από την παραπάνω ανάλυση, αφενός βεβαιώνει ότι το πρόσωπο δεν είναι εκ των πραγμάτων ετερόνομο και ετεροκαθοριζόμενο, αφετέρου καταξιώνει την οντολογία του ατομικού ως προϋποθετική ανθρωπολογική συνθήκη ανάπτυξης του προσώπου, αποδίδοντας με τον τρόπο αυτό στο άτομο, όχι μόνο ανθρωπολογική αλλά και θεολογική σημασία.

Η τελευταία παρατήρηση έχει σημαντικές κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις. Αρχικά καταξιώνει θεολογικά τον άνθρωπο, στη βάση της υποστατικής αρχής, ανεξάρτητα από την εμπλοκή του ή μη σε σχέση και προσωπική κοινωνία, είτε με τον Θεό, είτε με τον άλλο άνθρωπο. Ο καθηγητής Αριστοτέλης Παπανικολάου σε άρθρο του που απαντά στις αιτιάσεις του Lucian Turcescu, σχετικά με την πιθανότητα να είναι ο αείμνηστος Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας ένας «μεταμφιεσμένος» υπαρξιστής, χρησιμοποιεί το παράδειγμα του εγκαταλελειμμένου μωρού. Ένα, υποτιθέμενο, τέτοιο μωρό είναι πρόσωπο ή όχι; Η απάντηση που δίνει είναι και ναι και όχι. Το όχι, βέβαια, αναφέρεται στην απουσία σχέσεων, που να καθορίζουν την ταυτότητα και την προσωπική μοναδικότητα ενός τέτοιου παιδιού. Πού, όμως, εδράζεται θεολογικά η ανθρώπινη αξία, στην περίπτωση που ένας άνθρωπος δεν είναι πρόσωπο, όταν δεν στηρίζει την ταυτότητα του στο γεγονός της σχέσης και της προσωπικής κοινωνίας; Κατά τη δική μας θεώρηση, μόνο η θεολογία του κατ’ εικόνα ως η υποστατική αρχή της ανθρώπινης οντολογίας, τον καταξιώνει ανθρωπολογικά, και τον ανοίγει, υπό προϋποθέσεις, στο φως του προσώπου ως κατά Χριστόν ολοκλήρωση, οδηγώντας στην σωτηρία και θέωση.[ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ]

Όμως, ένα ενσυνείδητο υποκείμενο κατ’ εικόνα Θεού, είναι αδιανόητο χωρίς την ελευθερία ενός υπαρξιακού αυτοκαθορισμού, ικανού να το οδηγήσει ακόμη και στην πτώση. Αυτή η βιβλική και πατερική αλήθεια αποτελεί γέφυρα συνάντησης με τη νεωτερική ευαισθησία για το δικαίωμα αυτοδιάθεσης και αυτοπραγμάτωσης του ανθρώπου. Στη βάση αυτή, είναι αδιανόητη η αντίθεση μέρους της ορθόδοξης θεολογίας και της ποιμαίνουσας Εκκλησίας προς τις αρχές της δημοκρατίας, και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έστω και ως μέρος της πεπτωκυίας συνθήκης, στην οποία, άλλωστε, ενυπάρχει σύνολη η κοινωνία και η ιστορία μας, μέχρι τα έσχατα. Κατά συνέπεια, η Ορθόδοξη θεολογία, ανεξάρτητα από τις όποιες ιστορικές κακοήθειες, τις συνυφασμένες με ιδεολογικές αγκυλώσεις και πολιτικές σκοπιμότητες, όχι μόνο δεν απορρίπτει όλα τα παραπάνω, αλλά τα καταξιώνει θεολογικά και οντολογικά. Αν η νεωτερική βάση καταξίωσης της ελευθερίας του ατόμου, των δημοκρατικών αρχών, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κ.α., είναι ο ανθρωπισμός, το δίκαιο, η ηθική, οι κοινωνικές και πολιτικές αξίες, τη θεολογική βάση αποτελεί η κατ’ εικόνα Χριστού ανθρώπινη οντολογία και η θεμελιακή ελευθερία του ανθρώπου, ως το περιεχόμενο του κατ’ εικόνα.

Τέλος, να σημειωθεί πως οι ανωτέρω παρατηρήσεις δεν αποσκοπούν να μειώσουν στο παραμικρό τη σημασία και προσφορά της θεολογίας του προσώπου, η οποία στο σύνολό της, ούτε απορροφήθηκε από το «νεορθόδοξο» κίνημα, ούτε απαξίωσε την ανάγκη της συνάντησης και του διαλόγου. Αντίθετα, στη θεολογία του προσώπου οφείλουμε την υπέρβαση της νοησιαρχίας και της παραδεδομένης μεταφυσικής θεολογίας, την ανάγκη για υπαρξιακή ερμηνεία του δόγματος, την ανάδειξη της πραγματικότητας του Θεού ως αγαπητικής Τριάδας προσώπων, που καλεί τον άνθρωπο σε σχέση «ως ει τις λαλήσει προς τον εαυτού φίλον», την αναζήτηση της μοναδικότητας και του ανεπανάληπτου του ανθρώπου, την ανάδειξη της σημασίας των εκκλησιαστικών μυστηρίων και δη της Ευχαριστίας, της υπαρξιακής σημασίας της σωτηρίας, τη θεολογική καταξίωση της ύλης και του σώματος και τόσα άλλα. Η κριτική προσέγγιση επιμέρους ζητημάτων της «θεολογίας» αυτής εμφορείται από την αγωνία αναζήτησης, τόσο της ακριβέστερης εκφραστικής, όσο και της γενικότερης μαρτυρίας της ορθόδοξης θεολογίας στον πολύμορφο και απαιτητικό κόσμο της νεωτερικότητας.
 

Ο Δρ. Θεόφιλος Αμπατζίδης είναι θεολόγος-εκπαιδευτικός, επιστημονικός συνεργάτης της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου.

Το παρόν κείμενο αποτελεί συντομευμένη εκδοχή της εισήγησης του συγγραφέα στο Διεθνές Συνέδριο με θέμα «Άτομο και κοινότητα στην ανάπτυξη του δημοσίου λόγου της Ορθόδοξης Εκκλησίας» που πραγματοποιήθηκε στο Συνεδριακό Κέντρο «Θεσσαλία» στα Μελισσάτικα του Βόλου, από τις 11 ως τις 14 Μαΐου 2023. Το Συνέδριο διοργανώθηκε από την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου και την Προτεσταντική Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Μύνστερ (Γερμανία), σε συνεργασία με το Cluster of Excellence «Πολιτική και Θρησκεία» του ίδιου Πανεπιστημίου.

Οι υπότιτλοι έχουν προστεθεί από την επιμελήτρια του ιστολογίου.

Το εικαστικό θέμα είναι έργο της Μεξικανής καλλιτέχνιδος Fridha Kahlo με τίτλο «Las dos Fridas» (Οι δύο Φρίντες), 1949, και φυλάσσεται στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Μεξικό.

ΜΠΟΡΕΙ ΤΟ ΑΥΤΟΣΥΝΕΙΔΗΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΝΑ ΕΝΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ; ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΤΕΡΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΤΕΡΟΚΑΘΟΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΣΤΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ. - Πολυμερώς και πολυτρόπως (polymerwsvolos.org)

ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ, Η ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ Η ΟΠΟΙΑ ΑΠΟΣΙΩΠΑ ΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΡΙΑΔΟΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΝΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ.

"Έτσι λοιπόν και ο νους των έξω φιλοσόφων είναι θείο δώρο έχοντας έμφυτη τη φρόνιμη σοφία, επειδή όμως εκτράπηκε εξαιτίας των διαβολών του πονηρού, μετασχηματίσθηκε σε μωρή και πονηρή και ανόητη σοφία, ως προϊστάμενη τέτοιων δογμάτων. Και αν κάποιος πάλι έλεγε ότι ούτε η επιθυμία και η γνώση των δαιμόνων είναι κάτι εντελώς κακό, γιατί αυτοί ποθούν να υπάρχουν και να ζουν και να νοούν, πρώτον βέβαια δίκαια θα αντακούσει πάλι από εμάς εκείνο, ότι δεν δυσανασχετεί δικαιολογημένα, όταν εμείς αποκαλούμε δίκαια την ελληνική σοφία μαζί με τον αδελφόθεο δαιμονιώδη, επειδή είναι γεμάτη από έριδα και περιέχει κάθε σχεδόν φαύλο δόγμα, εφόσον μάλιστα έχει εκπέσει και από το σκοπό της, τη θεογνωσία δηλαδή· γιατί και έτσι θα μεθέξει του αγαθού κατά το έσχατο και αμυδρό απήχημα. Έπειτα απαιτούμε να σκεφθεί αυτός και αυτό, ότι κανένα κακό δεν είναι κακό, καθότι υπάρχει, αλλά καθότι εξέπεσε από την κατάλληλη και πρέπουσα ενέργεια και τον σκοπό της ενέργειας".

ΑΝ ΘΕΛΑΜΕ ΝΑ ΚΑΤΑΤΑΞΟΥΜΕ ΤΙΣ ΑΠΕΛΠΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΤΗΣ ΥΠΟΣΤΑΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΤΩΝ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΣΕ ΜΙΑ ΑΡΧΗ ΘΑ ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΖΑΜΕ ΠΡΟΜΗΘΕΙΚΗ ΑΡΧΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΚΛΕΒΕΙ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ, ΑΠΟ ΤΟΝ ΥΙΟ ΠΟΥ ΕΓΙΝΕ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΔΩΣΕΙ ΣΤΟΝ ΣΑΝ ΘΕΟ ΑΝΘΡΩΠΟ. ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ, ΣΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥΣ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟ.

Γιατί ο Θεός έγινε Άνθρωπος; (Άγιος Μάξιμος Ομολογητής)

  

"Τοῦτό ἐστι τὸ μακάριον, δι᾿ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν τέλος"
«᾿Αλλὰ μὲ τὸ πολύτιμο αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θυσιάστηκε σὰν ἀμνὸς ἄμωμος καὶ ἄσπιλος, κι ἦταν βέβαια προορισμένος πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου, ἀλλὰ φανερώθηκε γιὰ χάρη μας αὐτὰ τὰ τελευταῖα χρόνια»1. 

Προορισμένος ἀπὸ ποιόν;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ ὁ λόγος τῆς Γραφῆς τὸ ὀνόμασε Χριστὸ καὶ τὸ βεβαιώνει μὲ σαφήνεια ὁ μέγας ᾿Απόστολος λέγοντας, «τὸ μυστικὸ σχέδιο, ποὺ ἦταν κρυμμένο ἀπὸ ὅλες τὶς γενεές, φανερώθηκε τώρα»2, ἐννοώντας δηλαδὴ ὡς τὸν Χριστό, τὸ μυστικὸ σχέδιο μὲ τὸν Χριστό. Αὐτὸ εἶναι ὁλοφάνερα ἡ ἄρρητη καὶ ἀκατάληπτη ὑποστασιακὴ ἕνωση τῆς θεότητας καὶ τῆς ἀνθρωπότητας, ποὺ ὁδηγεῖ σὲ ταυτότητα πλήρη τὴν ἀνθρωπότητα μὲ τὴ θεότητα ἐξαιτίας τῆς ὑπόστασης καί, κάνοντας μία τὴν ὑπόσταση τὴ σύνθετη ἀπὸ τὰ δύο, χωρὶς ἡ φυσικὴ διαφορὰ τῆς οὐσίας τους νὰ προκαλέσει σ᾿ αὐτὴν καμμιὰ μείωση σὲ ὁτιδήποτε. 
Τὸ μυστήριο τοῦτο [τοῦ Χριστοῦ] προγνώριζε ὁ Πατέρας καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα.
῾Ο Πατέρας γιατὶ ἔτσι εὐδόκησε, ὁ Υἱὸς γιατὶ ἦταν ὁ αὐτουργός, καὶ τὸ Πνεῦμα γιατὶ συνεργαζόταν σ᾿ αὐτό. Γιατὶ εἶναι μία ἡ γνώση τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἐπειδὴ εἶναι μία καὶ ἡ οὐσία καὶ ἡ δύναμη. Δὲν ἀγνοοῦσε δηλαδὴ ὁ Πατέρας ἢ τὸ ἅγιο Πνεῦμα τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ, γιατὶ ὑπῆρχε σὲ ὁλόκληρο τὸν Υἱό, ποὺ αὐτουργοῦσε τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας μας μὲ τὴ σάρκωσή Του, ὅλος κατὰ τὴν οὐσία Του ὁ Πατέρας, ὄχι βέβαια μὲ σάρκωσή Του, ἀλλὰ εὐδοκώντας γιὰ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ, καὶ ὁλόκληρο τὸ ἅγιο Πνεῦμα κατὰ τὴν οὐσία Του ὑπῆρχε στὸν Υἱό, ὄχι λαμβάνοντας σάρκα, ἀλλὰ συνεργώντας μὲ τὸν Υἱὸ στὴν ἀπόρρητη γιὰ μᾶς σάρκωσή Του.
Εἴτε λοιπὸν πεῖ κάποιος Χριστό, εἴτε μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, τὴν πρόγνωση γι᾿ αὐτὸ κατὰ τὴν οὐσία τὴν ἔχει μόνη ἡ ἁγία Τριάδα, ὁ Πατέρας, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Κι ἄς μὴν ἀναρωτηθεῖ κανένας πῶς ὁ Χριστός, ἐνῶ εἶναι ἕνας ἀπὸ τὴν ἁγία Τριάδα, γίνεται ἀντικείμενο πρόγνωσής της, ἔχοντας ὑπόψη ὅτι δὲν ἔγινε πρόγνωση τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοῦ, ἀλλὰ ὡς ἀνθρώπου, ἔγινε δηλαδὴ πρόγνωση τῆς κατ᾿ οἰκονομίαν σάρκωσής του γιὰ χάρη τοῦ ἀνθρώπου. Γιατὶ ὅ,τι ὑπάρχει αἰώνια ποτὲ δὲν προγνωρίζεται ἀπὸ ἕνα ἄλλο αἰώνιο. Γιατὶ ἡ πρόγνωση γίνεται γιὰ ὅσα ἔχουν ἀρχὴ στὸ εἶναι καὶ γιὰ κάποια αἰτία. 
Προγνωρίσθηκε λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἀπὸ πρὶν ὄχι γι᾿ αὐτὸ ποὺ ἦταν κατὰ φύση γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ γι᾿ αὐτὸ ποὺ φάνηκε ὅτι ἔγινε ἀργότερα γιὰ μᾶς κατ᾿ οἰκονομία. ῎Επρεπε δηλαδὴ ἀληθινὰ ὁ φυσικὸς δημιουργὸς τῆς οὐσίας τῶν ὄντων νὰ γίνει αὐτουργὸς καὶ τῆς κατὰ χάρη θέωσης τῶν δημιουργημάτων, ὥστε ὁ δωρητὴς τοῦ εἶναι νὰ φανεῖ δωρεοδότης καὶ τῆς μακαριότητας. ᾿Επειδὴ λοιπὸν κανένα ἀπὸ τὰ ὄντα δὲν γνωρίζει καθόλου τὸν ἑαυτό του ἢ κάποιο ἄλλο τί εἶναι ὡς πρὸς τὴν οὐσία, εἶναι εὔλογο ὅτι κανένα ἀπὸ τὰ ὄντα δὲν ἔχει κατὰ τὴ φύση τὴν ἱκανότητα πρόγνωσης κανενὸς ἀπὸ ὅσα θὰ γίνουν, πλὴν μόνο ὁ Θεὸς ὁ πάνω ἀπὸ τὰ ὄντα, ποὺ καὶ τὸν ἑαυτό Του γνωρίζει τί εἶναι κατὰ τὴν οὐσία καὶ γιὰ ὅλα ὅσα δημιούργησε καὶ πρὶν ἀκόμα γίνουν εἶχε ἀπὸ πρὶν τὴ γνώση τῆς ὕπαρξής τους κι ἔμελλε κατὰ χάρη νὰ φιλοδωρήσει τὰ ὄντα μὲ τὴ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ τους καὶ τῶν ἄλλων, τί εἶναι στὴν οὐσία τους, καὶ νὰ φανερώσει τοὺς λόγους ποὺ ὑπάρχουν ἑνιαῖα σ᾿ αὐτὸν ἀπὸ πρίν.
Τὸ νὰ λένε μερικοὶ ὅμως πὼς ὁ Χριστὸς εἶχε προγνωσθεῖ πρὶν ἀπὸ τὴν καταβολὴ τοῦ κόσμου ἀπὸ ἐκείνους, στοὺς ὁποίους φανερώθηκε ὕστερα τοὺς τελευταίους καιρούς, ἐπειδὴ ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι ὑπῆρχαν πρὶν ἀπὸ τὴν καταβολὴ τοῦ κόσμου μαζὶ μὲ τὸν προεγνωσμένο Χριστό, αὐτὸν τὸ λόγο σὰν ἐντελῶς ἄσχετο μὲ τὴν ἀλήθεια, ἐπειδὴ κάνει συναΐδια μὲ τὸν Θεὸ τὴν οὐσία τῶν λογικῶν ὄντων, τὸν ἀπορρίπτουμε. Γιατὶ εἶναι τελείως ἀδύνατο νὰ βρίσκονται μὲ τὸ Χριστό, ἔτσι ὅπως αὐτὸς εἶναι, καὶ πάλι νὰ λείψουν τελείως κάποτε ἀπὸ αὐτόν, ἂν βέβαια εἶναι φυσικὸ νὰ γίνει σ᾿ αὐτὸν ἡ ἀποπεράτωση τῶν αἰώνων καὶ ἡ στάση ὅσων κινοῦνται, μέσα στὴν ὁποία κανένα ἀπολύτως ἀπὸ τὰ ὄντα δὲ θὰ ὑπόκειται σὲ μεταβολή. ῾Ο λόγος τῆς Γραφῆς κάλεσε τὸν Χριστὸ ἄμωμο καὶ ἄσπιλο, ἐπειδὴ εἶναι κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὴ φύση του τελείως ξένος ἀπὸ τὴ φθορὰ τῆς ἁμαρτίας. Γιατὶ ἡ ψυχή του δὲν εἶχε μῶμο κακίας οὔτε τὸ σῶμα του σπίλο τῆς ἁμαρτίας.
῾Αγίου Μαξίμου ῾Ομολογητοῦ, Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις Ξʹ.Ε.Π.Ε. τ. 14Γ, σελ. 186-195, Θεσσαλονίκη 1992)

ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΕΙΣ ΚΑΤ' ΕΙΚΟΝΑ ΧΡΙΣΤΟΥ,ΠΡΟΟΡΙΣΜΕΝΟΥ ΝΑ ΕΝΣΑΡΚΩΘΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΕΝΩΘΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ,
Κι ἄς μὴν ἀναρωτηθεῖ κανένας πῶς ὁ Χριστός, ἐνῶ εἶναι ἕνας ἀπὸ τὴν ἁγία Τριάδα, γίνεται ἀντικείμενο πρόγνωσής της, ἔχοντας ὑπόψη ὅτι δὲν ἔγινε πρόγνωση τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοῦ, ἀλλὰ ὡς ἀνθρώπου, ἔγινε δηλαδὴ πρόγνωση τῆς κατ᾿ οἰκονομίαν σάρκωσής του γιὰ χάρη τοῦ ἀνθρώπου. Γιατὶ ὅ,τι ὑπάρχει αἰώνια ποτὲ δὲν προγνωρίζεται ἀπὸ ἕνα ἄλλο αἰώνιο. Γιατὶ ἡ πρόγνωση γίνεται γιὰ ὅσα ἔχουν ἀρχὴ στὸ εἶναι καὶ γιὰ κάποια αἰτία. 
ΠΩΣ ΤΟ ΚΑΤ'ΕΙΚΟΝΑ ΔΗΛΩΝΕΙ ΤΗΝ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ;

Κυριακή 3 Απριλίου 2022

Γιατί ο Θεός έγινε Άνθρωπος; (Άγιος Μάξιμος Ομολογητής)

  

"Τοῦτό ἐστι τὸ μακάριον, δι᾿ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν τέλος"
«᾿Αλλὰ μὲ τὸ πολύτιμο αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θυσιάστηκε σὰν ἀμνὸς ἄμωμος καὶ ἄσπιλος, κι ἦταν βέβαια προορισμένος πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου, ἀλλὰ φανερώθηκε γιὰ χάρη μας αὐτὰ τὰ τελευταῖα χρόνια»1. 

Προορισμένος ἀπὸ ποιόν;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ ὁ λόγος τῆς Γραφῆς τὸ ὀνόμασε Χριστὸ καὶ τὸ βεβαιώνει μὲ σαφήνεια ὁ μέγας ᾿Απόστολος λέγοντας, «τὸ μυστικὸ σχέδιο, ποὺ ἦταν κρυμμένο ἀπὸ ὅλες τὶς γενεές, φανερώθηκε τώρα»2, ἐννοώντας δηλαδὴ ὡς τὸν Χριστό, τὸ μυστικὸ σχέδιο μὲ τὸν Χριστό. Αὐτὸ εἶναι ὁλοφάνερα ἡ ἄρρητη καὶ ἀκατάληπτη ὑποστασιακὴ ἕνωση τῆς θεότητας καὶ τῆς ἀνθρωπότητας, ποὺ ὁδηγεῖ σὲ ταυτότητα πλήρη τὴν ἀνθρωπότητα μὲ τὴ θεότητα ἐξαιτίας τῆς ὑπόστασης καί, κάνοντας μία τὴν ὑπόσταση τὴ σύνθετη ἀπὸ τὰ δύο, χωρὶς ἡ φυσικὴ διαφορὰ τῆς οὐσίας τους νὰ προκαλέσει σ᾿ αὐτὴν καμμιὰ μείωση σὲ ὁτιδήποτε. ῞Ωστε καὶ ἡ ὑπόστασή τους νὰ γίνει, ὅπως εἶπα, μία, καὶ ἡ φυσικὴ διαφορὰ νὰ μείνει ἀπαθής, στὴν ὁποία ὑπόσταση καὶ μετὰ τὴν ἕνωση ἡ κατὰ φύση ποιότητά τους διασώζεται ἀμείωτη καὶ ὅταν ἑνωθοῦν. Γιατί, ὅπου κατὰ τὴν ἕνωση δὲ συνοδεύει τὰ ἑνωμένα καμμιὰ ἀπολύτως τροπὴ καὶ καμμιὰ ἀλλοίωση, ὁ λόγος τῆς οὐσίας καθενὸς παραμένει γνήσιος κι ἀληθινός. Κι ὅποιων ὁ λόγος παραμένει γνήσιος κι ἀληθινὸς καὶ μετὰ τὴν ἕνωση, αὐτῶν οἱ φύσεις παραμένουν ἄθικτες μὲ κάθε τρόπο χωρὶς νὰ ἀρνηθεῖ καμμιὰ ἀπὸ αὐτὲς τὰ δικά της στοιχεῖα γιὰ χάρη τῆς ἕνωσης.
Γιατὶ ὁ Ποιητὴς τῶν ὅλων, αὐτὸς ποὺ ἔγινε κατ᾿ οἰκονομία αὐτὸ ποὺ δὲν ἦταν,ἔπρεπε νὰ διασώσει ἀμετάβλητο καὶ τὸν ἑαυτό Του σὲ αὐτὸ ποὺ ἦταν ἀπὸ τὴ φύση Του καὶ σὲ αὐτὸ ποὺ ἔγινε στὴ φύση κατ᾿ οἰκονομία· γιατὶ στὸν Θεὸ δὲν εἶναι φυσικὸ νὰ βλέπουμε μεταβολή, γιὰ τὸν ὁποῖο δὲν μποροῦμε νὰ σκεφτοῦμε καμμιὰ ἀπολύτως κίνηση σχετικὰ μὲ τὴν ὁποία γίνεται ἡ μεταβολὴ σὲ ὅσα κινοῦνται. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο κι ἀπόκρυφο μυστήριο. Αὐτὸ εἶναι τὸ μακάριο τέλος γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχουν γίνει ὅλα. Αὐτὸς εἶναι ὁ θεῖος σκοπὸς ποὺ προεπινοήθηκε πρὶν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῶν ὄντων, ποὺ ὁρίζοντάς τον, μποροῦμε νὰ τὸν ποῦμε «προεπινοούμενο τέλος», γιὰ χάρη τοῦ ὁποίου ἔγιναν τὰ πάντα κι αὐτὸ γιὰ χάρη κανενός. Σ᾿ αὐτὸ τὸ τέλος ἀτενίζοντας δημιούργησε ὁ Θεὸς τὶς οὐσίες τῶν ὄντων. Αὐτὸ εἶναι κυρίως τὸ πέρας τῆς πρόνοιας καὶ ἐκείνων ποὺ ἡ πρόνοια προνοεῖ, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο γίνεται ἡ ἐπανασυναγωγὴ στὸ Θεὸ ὅλων τῶν ποιημάτων Του. Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστήριο ποὺ περικλείει ὅλους τοὺς αἰῶνες καὶ φανερώνει τὴν ὑπεράπειρη καὶ ποὺ ἄπειρες φορὲς ἀπείρως προϋπάρχει ἀπὸ τοὺς αἰῶνες μεγάλη βουλὴ τοῦ Θεοῦ3, τῆς ὁποίας βουλῆς ἀγγελιοφόρος ἔγινε ὁ ἴδιος ὁ σύμφωνος μὲ τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ Λόγος ὅταν ἔγινε ἄνθρωπος4, καὶ φανέρωσε, ἂν μοῦ ἐπιτρέπεται νὰ πῶ, τὸν ἴδιο τὸ βαθύτερο πυθμένα τῆς Πατρικῆς ἀγαθότητας κι ἔδειξε μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸ τέλος, ποὺ γιὰ χάρη Του τὰ δημιουργήματα ἔλαβαν σαφῶς τὴν ἀρχὴ τῆς ὕπαρξής τους.
Γιατὶ γιὰ τὸν Χριστό, δηλαδὴ γιὰ τὸ μυστήριο κατὰ Χριστόν, ὅλοι οἱ αἰῶνες καὶ ὅλα ὅσα περιέχουν, ἔχουν λάβει τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τοῦ εἶναι τους. Γιατὶ πιὸ πρὶν ἀπὸ τοὺς αἰῶνες προϋπονοήθηκε ἡ ἕνωση, τοῦ ὅριου καὶ τῆς ἀοριστίας, τοῦ μέτρου καὶ τῆς ἀμετρίας, τοῦ πέρατος καὶ τῆς ἀπειρίας, τοῦ δημιουργοῦ καὶ τῆς δημιουργίας, τῆς στάσης καὶ τῆς κίνησης, καὶ ἡ ἕνωση αὐτὴ ἔγινε στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὅταν φανερώθηκε στὸ τέλος τῶν χρόνων καὶ πραγματοποίησε τὴν πρόγνωση τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ σταματήσουν γύρω στὸ τελείως ἀκίνητο κατὰ τὴν οὐσία ὅσα κινοῦνται ἀπὸ τὴ φύση τους, ξεφεύγοντας τελείως ἀπὸ τὴν κίνηση πρὸς τὸν ἑαυτό τους καὶ πρὸς τὰ ἄλλα καὶ νὰ λάβουν πείρα τῆς κατ᾿ ἐνέργειαν γνώσης ἐκείνου ὅπου ἀξιώθηκαν νὰ σταματήσουν, γνώσης ἀναλλοίωτης ποὺ παραμένει πάντοτε ἴδια, παρέχοντας σ᾿ αὐτοὺς τὴν ἀπόλαυση ἐκείνου ποὺ γνώρισαν.
* * *
Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπα. Καὶ ἡ σχετικὴ βέβαια γνώση, ἐπειδὴ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες, λένε ὅτι κινεῖ τὴν ἐπιθυμία πρὸς τὴν μεθεκτικὴ κατὰ τὴν πράξη γνώση. ᾿Ενῶ ἡ γνώση μὲ τὴν ἐνέργεια ποὺ ἀπὸ τὴν πείρα καὶ μὲ μέθεξη αὐτοῦ ποὺ ἔγινε γνωστὸ παρέχει τὴν αἴσθηση, ἀπωθεῖ τὴ γνώση ποὺ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ τὶς ἔννοιες.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν. Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. Πείρα λέγω τὴν ἴδια τὴ γνώση ἀπὸ τὴν ἐνέργεια, ποὺ πραγματοποιεῖται ἔπειτα ἀπὸ κάθε λόγο, καὶ αἴσθηση, τὴν ἴδια τὴ μέθεξη αὐτοῦ ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ ἐκδηλώνεται ἔπειτα ἀπὸ ὅλη τὴ νοητικὴ διαδικασία. Κι ἴσως αὐτὸ διδάσκει μυστικὰ ὁ μέγας ᾿Απόστολος λέγοντας, «εἴτε προφητεῖες εἶναι θὰ καταργηθοῦν, εἴτε ὁμιλίες σὲ διάφορες γλῶσσες θὰ πάψουν, εἴτε γνώσεις θὰ καταργηθοῦν»5, ἐννοώντας ὁλοφάνερα γιὰ τὴ γνώση ποὺ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες.
***
Τὸ μυστήριο τοῦτο [τοῦ Χριστοῦ] προγνώριζε ὁ Πατέρας καὶ ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα.
῾Ο Πατέρας γιατὶ ἔτσι εὐδόκησε, ὁ Υἱὸς γιατὶ ἦταν ὁ αὐτουργός, καὶ τὸ Πνεῦμα γιατὶ συνεργαζόταν σ᾿ αὐτό. Γιατὶ εἶναι μία ἡ γνώση τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἐπειδὴ εἶναι μία καὶ ἡ οὐσία καὶ ἡ δύναμη. Δὲν ἀγνοοῦσε δηλαδὴ ὁ Πατέρας ἢ τὸ ἅγιο Πνεῦμα τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ, γιατὶ ὑπῆρχε σὲ ὁλόκληρο τὸν Υἱό, ποὺ αὐτουργοῦσε τὸ μυστήριο τῆς σωτηρίας μας μὲ τὴ σάρκωσή Του, ὅλος κατὰ τὴν οὐσία Του ὁ Πατέρας, ὄχι βέβαια μὲ σάρκωσή Του, ἀλλὰ εὐδοκώντας γιὰ τὴ σάρκωση τοῦ Υἱοῦ, καὶ ὁλόκληρο τὸ ἅγιο Πνεῦμα κατὰ τὴν οὐσία Του ὑπῆρχε στὸν Υἱό, ὄχι λαμβάνοντας σάρκα, ἀλλὰ συνεργώντας μὲ τὸν Υἱὸ στὴν ἀπόρρητη γιὰ μᾶς σάρκωσή Του.
Εἴτε λοιπὸν πεῖ κάποιος Χριστό, εἴτε μυστήριο τοῦ Χριστοῦ, τὴν πρόγνωση γι᾿ αὐτὸ κατὰ τὴν οὐσία τὴν ἔχει μόνη ἡ ἁγία Τριάδα, ὁ Πατέρας, ὁ Υἱὸς καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Κι ἄς μὴν ἀναρωτηθεῖ κανένας πῶς ὁ Χριστός, ἐνῶ εἶναι ἕνας ἀπὸ τὴν ἁγία Τριάδα, γίνεται ἀντικείμενο πρόγνωσής της, ἔχοντας ὑπόψη ὅτι δὲν ἔγινε πρόγνωση τοῦ Χριστοῦ ὡς Θεοῦ, ἀλλὰ ὡς ἀνθρώπου, ἔγινε δηλαδὴ πρόγνωση τῆς κατ᾿ οἰκονομίαν σάρκωσής του γιὰ χάρη τοῦ ἀνθρώπου. Γιατὶ ὅ,τι ὑπάρχει αἰώνια ποτὲ δὲν προγνωρίζεται ἀπὸ ἕνα ἄλλο αἰώνιο. Γιατὶ ἡ πρόγνωση γίνεται γιὰ ὅσα ἔχουν ἀρχὴ στὸ εἶναι καὶ γιὰ κάποια αἰτία. Προγνωρίσθηκε λοιπὸν ὁ Χριστὸς ἀπὸ πρὶν ὄχι γι᾿ αὐτὸ ποὺ ἦταν κατὰ φύση γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ γι᾿ αὐτὸ ποὺ φάνηκε ὅτι ἔγινε ἀργότερα γιὰ μᾶς κατ᾿ οἰκονομία. ῎Επρεπε δηλαδὴ ἀληθινὰ ὁ φυσικὸς δημιουργὸς τῆς οὐσίας τῶν ὄντων νὰ γίνει αὐτουργὸς καὶ τῆς κατὰ χάρη θέωσης τῶν δημιουργημάτων, ὥστε ὁ δωρητὴς τοῦ εἶναι νὰ φανεῖ δωρεοδότης καὶ τῆς μακαριότητας. ᾿Επειδὴ λοιπὸν κανένα ἀπὸ τὰ ὄντα δὲν γνωρίζει καθόλου τὸν ἑαυτό του ἢ κάποιο ἄλλο τί εἶναι ὡς πρὸς τὴν οὐσία, εἶναι εὔλογο ὅτι κανένα ἀπὸ τὰ ὄντα δὲν ἔχει κατὰ τὴ φύση τὴν ἱκανότητα πρόγνωσης κανενὸς ἀπὸ ὅσα θὰ γίνουν, πλὴν μόνο ὁ Θεὸς ὁ πάνω ἀπὸ τὰ ὄντα, ποὺ καὶ τὸν ἑαυτό Του γνωρίζει τί εἶναι κατὰ τὴν οὐσία καὶ γιὰ ὅλα ὅσα δημιούργησε καὶ πρὶν ἀκόμα γίνουν εἶχε ἀπὸ πρὶν τὴ γνώση τῆς ὕπαρξής τους κι ἔμελλε κατὰ χάρη νὰ φιλοδωρήσει τὰ ὄντα μὲ τὴ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ τους καὶ τῶν ἄλλων, τί εἶναι στὴν οὐσία τους, καὶ νὰ φανερώσει τοὺς λόγους ποὺ ὑπάρχουν ἑνιαῖα σ᾿ αὐτὸν ἀπὸ πρίν.
Τὸ νὰ λένε μερικοὶ ὅμως πὼς ὁ Χριστὸς εἶχε προγνωσθεῖ πρὶν ἀπὸ τὴν καταβολὴ τοῦ κόσμου ἀπὸ ἐκείνους, στοὺς ὁποίους φανερώθηκε ὕστερα τοὺς τελευταίους καιρούς, ἐπειδὴ ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι ὑπῆρχαν πρὶν ἀπὸ τὴν καταβολὴ τοῦ κόσμου μαζὶ μὲ τὸν προεγνωσμένο Χριστό, αὐτὸν τὸ λόγο σὰν ἐντελῶς ἄσχετο μὲ τὴν ἀλήθεια, ἐπειδὴ κάνει συναΐδια μὲ τὸν Θεὸ τὴν οὐσία τῶν λογικῶν ὄντων, τὸν ἀπορρίπτουμε. Γιατὶ εἶναι τελείως ἀδύνατο νὰ βρίσκονται μὲ τὸ Χριστό, ἔτσι ὅπως αὐτὸς εἶναι, καὶ πάλι νὰ λείψουν τελείως κάποτε ἀπὸ αὐτόν, ἂν βέβαια εἶναι φυσικὸ νὰ γίνει σ᾿ αὐτὸν ἡ ἀποπεράτωση τῶν αἰώνων καὶ ἡ στάση ὅσων κινοῦνται, μέσα στὴν ὁποία κανένα ἀπολύτως ἀπὸ τὰ ὄντα δὲ θὰ ὑπόκειται σὲ μεταβολή. ῾Ο λόγος τῆς Γραφῆς κάλεσε τὸν Χριστὸ ἄμωμο καὶ ἄσπιλο, ἐπειδὴ εἶναι κατὰ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα ἀπὸ τὴ φύση του τελείως ξένος ἀπὸ τὴ φθορὰ τῆς ἁμαρτίας. Γιατὶ ἡ ψυχή του δὲν εἶχε μῶμο κακίας οὔτε τὸ σῶμα του σπίλο τῆς ἁμαρτίας.
Σημειώσεις:
1. Αʹ Πέτρ. αʹ 19, 20.
2. Κολ. αʹ 26.
3.᾿Εφεσ. αʹ 10, 11.
4.῾Ησ. θʹ 6.
5. Αʹ Κορ. ιγʹ 8.
(῾Αγίου Μαξίμου ῾Ομολογητοῦ, Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις Ξʹ. Τὸ ἀρχαῖο κείμενο: PG τ. 90, στλ. 620Β-625Β. Νεοελληνικὴ ἀπόδοσις: Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ ᾿Ασκητικῶν, Ε.Π.Ε. τ. 14Γ, σελ. 186-195, Θεσσαλονίκη 1992)
(Πηγή ηλ. κειμένου: imaik.gr)

Αγιος Ιωάννης τής Κροστάνδης

Ήδη στην αρχή ο Θεός γνώριζε όλους τους ανθρώπους που θα ζούσαν στη γη, όπως και τις αμαρτίες τους, παρ’ ότι ούτε οι άνθρωποι ούτε οι αμαρτίες τους ακόμη υπήρχαν. Και αυτό σημαίνει ότι και εσένα σε γνώριζε ο Θεός όπως και όλους τους άλλους που ζουν τώρα πάνω στη γη. Τότε και για σένα και για όλους τους σύγχρονούς σου ανθρώπους έχυσε ο Υιός του Θεού το Αίμα του. Τότε και εσένα έσωσε ο Θεάνθρωπος από τον αιώνιο θάνατο και την καταδίκη για τις αμαρτίες σου.

Εσύ χρειάζεται να έχεις πίστη και αρετή. Το έργο αυτό της σωτηρίας σου ο Κύριος ήδη το έχει κάνει και το έργο αυτό είναι υπερφυσικό. Είναι το έργο της άπειρης αγάπης και της παντοδυναμίας του Θεού. Και επειδή το έργο αυτό είναι υπερφυσικό, γι’ αυτό απαιτεί πίστη και υπακοή. Λέω υπακοή γιατί ο Σωτήρας μας και Θεός ζητάει από μας έργα σύμφωνα με την καινούργια μας κατάσταση, η οποία είναι η κατάσταση υιοθεσίας. Οι βασιλιάδες όταν εξαγοράζουν τους αιχμαλώτους δεν το κάνουν για να συνεχίσουν μετά αυτοί να κάνουν την ίδια δουλειά που έκαναν, όταν ήταν δούλοι, αλλά να υπηρετούν τον αυτοκράτορα και τους υπηκόους του.

Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΛΟΙΠΟΝ ΕΙΝΑΙ Η ΑΙΤΙΩΔΗΣ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΚΑΙΝΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ: ΙΔΟΥ ΔΟΥΛΗ ΚΥΡΙΟΥ ΓΕΝΟΙΤΟ ΜΟΙ ΚΑΤΑ ΤΟ ΡΗΜΑ ΣΟΥ.

ΘΕΟΦΙΛΟΣ Α. ΑΜΠΑΤΖΙΔΗΣ

 «Οὗτοι οὖν πάντες προωρισμένοι εἰσί καί ἀπογεγραμμένοι καί ἠριθμημένοι, οἵ καί προστεθῆναι καί κολληθῆναι μέλλουσι τῷ σώματι τοῦ Χριστοῦ· καί τηνικαῦτα ὁλόκληρον οἱονεί γενόμενον, μηδενός μέλους λειπόμενον, πληρωθήσεται ἤγουν τελειωθήσεται,…»  Εβρ. 12:23.

 "πώς μπορούμε να κατανοήσουμε την έννοια του προορισμού στο πλαίσιο της ανατολικής θεολογικής σκέψης και ιδιαίτερα της σκέψης του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου. Το ερώτημα αυτό οξύνεται ακόμη περισσότερο, αν αναλογιστούμε την προσπάθεια για ανεύρεση της ορθόδοξης αυτοσυνειδησίας μέσα από τη διαφοροποίησή της από την αυγουστίνεια σκέψη (massa perditionis)1061, και τον συνακόλουθο τονισμό της οντολογικής διάστασης της ανθρώπινης ελευθερίας, από σύγχρονους πατρολόγους και συστηματικούς θεολόγους."

ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΛΑΝΗ ΤΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΓΕΡΜΑΝΟΤΡΑΦΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΕΜΜΕΝΕΙ ΣΤΟ ΘΕΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΘΕΟ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΚΤΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΔΗΛ. ΣΤΗΝ ΑΝΤΛΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΛΛΟΙΩΤΗ ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΕΝΕΚΕΝ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΕΝΕΡΓΟ ΕΠΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΤΗΣ. ΑΠΟΡΡΙΠΤΟΝΤΑΣ ΤΟΙΟΥΤΟΤΡΟΠΩΣ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΣΤΗΝ ΔΟΥΛΕΙΑ ΤΗΣ ΕΩΣΦΟΡΙΚΗΣ ΥΠΕΡΗΦΑΝΙΑΣ, ΚΑΘΟΤΙ ΠΤΩΣΗ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΝΥΠΑΡΞΟΥΝ ΚΑΙ ΑΓΝΟΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΝΕΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ, ΤΗΝ ΚΑΙΝΗ ΚΤΙΣΗ, ΠΟΥ ΕΓΚΑΙΝΙΑΣΕ Η ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ

Παρασκευή 11 Φεβρουαρίου 2022

ΘΕΟΦΙΛΟΣ Α. ΑΜΠΑΤΖΙΔΗΣ - Η θέωση και οι προϋποθέσεις της κατά τον Συμεών τον Νέο Θεολόγο (32)

 Συνέχεια από: Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2022

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ - ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΧΟΛΗ  - ΤΜΗΜΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ 

ΘΕΟΦΙΛΟΣ Α. ΑΜΠΑΤΖΙΔΗΣ 

Η θέωση και οι προϋποθέσεις της κατά τον Συμεών το Νέο Θεολόγο.

ΔΙΑΤΡΙΒΗ ΕΠΙ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΑ που υποβλήθηκε στο Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ

ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΘΕΩΣΗ: ΟΙ ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

Η ΠΕΡΙ ΘΕΩΣΕΩΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝΟΣ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

1. Οι ασκητικές προϋποθέσεις της θέωσης. (συνέχεια)

στ) Κορυφή των αρετών η Αγάπη.

Προϋπόθεση κάθε ασκητικής προσπάθειας και κατάληξη του συνόλου των αρετών είναι η αγάπη. Η ποικιλία των πνευματικών οδών η εξαρτώμενη από τα επιμέρους χαρίσματα του Θεού στους ανθρώπους, τις ανθρώπινες ιδιοσυγκρασίες, τις συγκυρίες, τις πολιτισμικές συνθήκες κ.α., καταλήγουν στην οικοδόμηση της αγάπης, η οποία ταυτίζεται από τον άγιο Συμεών με την ουράνια πόλη, τη Βασιλεία των Ουρανών. Στο θεμέλιο της αγάπης ερίδεται η πίστη, οικοδομείται η ελπίδα και εδραιώνεται όλη η πνευματική πορεία του χριστιανού. Ο άγιος Συμεών θα τη θεωρήσει μυστήριο «πάντῃ πᾶσιν ἀπόρρητον» και για τους αγγέλους και για τους ανθρώπους, ως σχέση και βίωμα που εκφεύγει τη διανοητική επεξεργασία και νοείται χωρίς να καταλαμβάνεται, ως αιώνια και άχρονη κορωνίδα των αρετών1505.[ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΘΕΜΕΛΙΟ ΚΑΙ ΑΠΟΡΡΗΤΟ;«Πόλιν οὖν ἐνταῦθα μίαν μοι νοήσεις καί οὐ πολλάς, τήν ἁγίαν καί ἀχώριστον τριάδα τῶν ἀρετῶν, μᾶλλον δέ τήν πρώτην τῶν λοιπῶν, ἥν καί λέγουσιν ἐσχάτην, ὡς τέλος τῶν καλῶν οὖσαν καί μείζω πασῶν τυγχάνουσαν, τήν ἀγάπην φημί, ἐξ ἧς καί ἐν ᾗ πίστις πᾶσα τεθεμελίωται καί ἐλπίς ᾠκοδόμηται, καί δίχα ταύτης συνέστη τῶν ὄντων οὐδέν, οὔτε μήν καθόλου συστήσεται.]

Σε μια επιπλέον απόδειξη του αντιηθικιστικού και αντικομφορμιστικού του πνεύματος, ο Νέος Θεολόγος θα τονίσει τη σχετικότητα και το ατελέσφορο κάθε ασκητικής προσπάθειας και κάθε ηθικής προκοπής, όταν δε θεμελιώνεται και δεν καταλήγει στην αγάπη. Τη θεωρεί το πλήρωμα των Κυριακών εντολών και το διακριτικό γνώρισμα της εν Χριστώ μαθητείας. Σε προφανή αντιδιαστολή με την ελληνική έννοια της θείας αγάπης, η οποία περιορίζονταν στα αυστηρά όρια του θείου είναι, ως αυτάρκεια και αυτοεπάρκειά Του, ο άγιος Συμεών κατανοεί, συνεπής προς τη χριστιανική αντίληψη, το σύνολο της θείας Οικονομίας ως αποτέλεσμα της αγάπης του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου1506. Γνωρίζουμε, ήδη, ως βαπτισμένοι χριστιανοί την εκστατική αγάπη του Θεού στη σάρκωση του Λόγου, στην αγαπητική κένωση που Τον οδήγησε να μεταλάβει του χρόνου και της ιστορίας, των ατιμώσεων και των προσβολών, του πάθους και του θανάτου1507. Γνωρίζουμε την αγάπη ως χρεώστες και οφειλέτες της δωρεάς Του σε όλους τους ανθρώπους, μια συνείδηση που, κατά το παύλειο παράδειγμα, έφερε ο άγιος Συμεών κατά τη διαβεβαίωσή του: «Οὗτος τοίνυν ὁ τρόπος, ἀδελφοί, τῆς ἐμῆς, ὥς τινες οἴονται, μεγαλορρημοσύνης. Οὕτω με ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ κινεῖ πρός ὑμᾶς τούς ἐμούς πατέρας καί ἀδελφούς ἀποκαλύψαι τήν ἄφατον πρός ἡμᾶς τοῦ Θεοῦ ἀγαθότητα καί ἀγάπην, δι᾿ ἥν οὕτω καί ἐν τηλικούτοις δοξάζει τούς εἰς αὐτόν ἠλπικότας ἀνεπιφθόνως»1508.

Όπως η απάθεια έτσι και η αγάπη αποτελεί για τον άγιο Συμεών ένα δυναμικό και εξελικτικό γεγονός. Αντιμετωπίζεται τόσο ως αφετηρία της πνευματικής ζωής, θεμελιώδης προϋπόθεση της πίστης, ασκητική επιδίωξη και ποθούμενη αρετή, όσο και ως το πλήρωμα της ενεργητικής φωτοφάνειας του Πνεύματος και τρόπος αποκάλυψης της ίδιας της Αγίας Τριάδος.[ΠΙΣΤΙΣ, ΕΛΠΙΣ, ΑΓΑΠΗ]

Για τον Θεολόγο πατέρα η πρωταρχή της πνευματικής ζωής στηρίζεται στον υπαρξιακό πόθο αναζήτησης του Θεού, ο οποίος εκφαίνεται ως από ψυχής αγάπη του Θεού.[ΕΙΝΑΙ Η ΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ, Ο ΘΕΙΟΣ ΕΡΩΣ] Στο ορολογικό και νοηματικό πλαίσιο της συμεωνικής διατύπωσης αγάπη δεν αντιστοιχεί σε απλό συναίσθημα, ούτε εξαντλείται σε ψυχολογική κατάσταση πόθου και έλειψης. Χωρίς να επιμερίζει την ανθρώπινη οντολογία ή να ακυρώνει το ανθρώπινο θυμικό, καλείται να ενυλωθεί σε έμπρακτη αγάπη, σε απάρνηση, δηλαδή, του κόσμου και απόλυτη αφοσίωση στην τήρηση των εντολών: «Ἐξ ὧν δείκνυται φανερῶς ὅτι, ἐάν μή πρότερον ἐξ ὅλης αὐτοῦ τῆς ψυχῆς ἀγαπήση τις τόν Θεόν καί τήν πρός αὐτόν ἀγάπην ἐν τῇ ἀπαρνήσει ἑαυτοῦ καί τοῦ κόσμου παντός ἐπιδείξηται, τῆς αὐτοῦ ἐμφανείας ἐν ἀποκαλύψει Πνεύματος Ἁγίου μυστικῶς οὐκ ἀξιοῦται οὐδέ τήν κεφαλήν ἑαυτοῦ αὐτόν κέκτηται, ἀλλά σῶμά ἐστι νεκρόν ἐν τοῖς πνευματικοῖς ἔργοις, τήν ζωήν τῶν ἁπάντων ἐστερημένον, Χριστόν»1509. Η έμπρακτη αγάπη του Συμεών, ως ένα πρώτο στάδιο αγαπητικής κίνησης του ανθρώπου προς το Θεό, οδηγεί στο μυστήριο της αποκάλυψης του Αγίου Πνεύματος, κατάσταση διαφορετική από την υπερδιανοητική αγαπητική θεωρία του Ευαγρίου, η οποία αγνοεί ή δε χρειάζεται το θυμικό1510.[Η ΚΛΗΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΕΝΕΡΓΕΙ ΣΤΟ ΝΟΥ, ΟΧΙ ΣΤΟ ΘΥΜΙΚΟ]

Το πρώτο βήμα, η αγαπητική κλήση, πάντοτε αναφέρεται στο Θεό. Η τέτοια αγάπη εκχύνεται πλουσίως στην καρδιά του πιστού, αναμένοντας την ανταπόκρισή του. Και πάλι η αγάπη παρουσιάζεται ως η αφετηρία και το τέρμα της πνευματικής ζωής. Η ανταπόκριση του ανθρώπου στον πλούτο της θείας αγάπης ισοδυναμεί με την απάρνηση του εαυτού του, που συνιστά δείγμα κάθε γνήσιας αγάπης ακόμη και στο κοσμικό επίπεδο, προκειμένου να κινηθεί προς την αγάπη του Θεού. Το αποτέλεσμα της αμοιβαιότητας αυτής της αγάπης είναι η θεωρία και η γνώση. Ο άνθρωπος συναντά και γνωρίζει το Θεό, στο μέτρο που γνωρίζεται απ’ Αυτόν1511. Η αγάπη ορίζει το μέτρο της θεογνωσίας και θέωσης1512.

Ένα δεύτερο επίπεδο κατανόησης της αγάπης –και μάλιστα με τη μορφή της προσωπικής εμπειρίας –είναι αυτό του φωτισμού της ψυχής. Γράφει χαρακτηριστικά: «Ἐπειδή, ἀγαπητοί μου πατέρες καί ἀδελφοί, ἐμνήσθην τοῦ κάλλους τῆς ἀμωμήτου ἀγάπης, καί αἴφνης τό φῶς αὐτῆς εὑρέθη ἐν τῇ καρδίᾳ μου καί τῇ γλυκύτητι αὐτῆς συνηρπάγην καί τάς ἔξωθεν αἰσθήσεις ἀπώλεσα, ἔκνους ὅλως τῷ βίῳ γενόμενος, καί τῶν ἐν χερσίν ἐπιλέλησμαι. Μακράν δέ, οὐκ οἶδ᾿ ὅπως εἰπεῖν, πάλιν ἀπέστη ἀπ᾿ ἐμοῦ καί τήν ἰδίαν με ἀφῆκε θρηνεῖν ἀσθένειαν»1513. Αξιοσημείωτη παραμένει η ένταση και το πάθος της αγάπης, η οποία τον οδηγεί, παρά την ενδεχόμενη φραστική υπερβολή, μέχρι την απώλεια των αισθήσεων και του νου. Για το φαινόμενο της έκστασης στον Συμεών θα γίνει ιδιαίτερος λόγος στην επόμενη παράγραφο. Αξιοσημείωτες είναι επίσης οι αλλαγές και μεταπτώσεις της πνευματικής κατάστασης που παρουσιάζονται, εφόσον η απομάκρυνση της «αγάπης-φωτός» τον επανέφερε στην προτεραία κατάσταση1514.

Ασφαλώς, μια τέτοια εμπειρία της αγάπης ως πλησμονής του θείου φωτός, συνιστά το τέλος κάθε νόμου, κάθε προστακτικής ηθικής και κάθε τυποποιημένης ευσέβειας: «Ὁ δέ καταλαβών σε ἤ καταληφθείς ὑπό σοῦ, πάντως βέβαιος, ἐπειδή τέλος νόμου σύ εἶ, ἡ ἐμέ περικυκλοῦσα, ἡ ἐμέ φλέγουσα καί ἐκ πόνου καρδίας εἰς πόθον ἄπειρόν με Θεοῦ καί τῶν ἐμῶν ἀδελφῶν καί πατέρων ἀνάπτουσα.(...) ἡ πάντων τῶν ἁγίων τελείωσις καί ἡ ἐμή νῦν πρός τήν παροῦσαν διακονίαν προχείρισις»1515. Το τέλος του νόμου, σύμφωνα με την παύλεια διδασκαλία, εγκαινιάζει την ελευθερία του Πνεύματος, όχι με τη μορφή της ηθικής ασυδοσίας, της εγκατάλειψης των εντολών, ή της πνευματικής παλινωδίας στην υπηρεσία του αυτόνομου εγωτικού θελήματος, αλλά με την έννοια της υπαρξιακής συγκατάθεσης και πνευματικής καταξίωσης του νόμου, της ολοκλήρωσής του ως απελευθέρωσης από τον τυπικό και προστακτικό χαρακτήρα του. Αυτή η τελείωση του νόμου σε χάρη, συνιστά και την προσωπική του «προχείριση πρός τήν παροῦσαν διακονίαν». Με τη φράση αυτή καταξιώνει την ποιμαντική και διδασκαλική του διακονία. Σύμφωνα με τον Krivochéine1516, η φράση αποτελεί έναν ακόμη υπαινιγμό στην από τον Συμεών ανάληψη της ηγουμενίας του Αγίου Μάμαντα.

Η υπερβολή της αγάπης του Θεού ως κατάληξη και ολοκλήρωση κάθε νόμου, συνιστά το υπέρλογο μυστήριο της προσωπικής σχέσης Θεού και ανθρώπου. Γι’ αυτό και περιγράφεται, κατά τον συνήθη τρόπο της πατερικής γραμματείας της Ανατολής, με όρους ερωτικού πάθους. Ο πόθος του Θεού συγκαλύπτει κάθε ανθρώπινη αγάπη και βρίσκει την ανταπόκρισή του στην πλησμονή της φωτοειδούς χάρης («φῶς δέ ὁ ἔρως ὁ πρός σέ καί ἡ ἀγάπη, Σῶτερ»), μεταποιώντας την ανθρώπινη συνθήκη στην κατάσταση της απάθειας1517.

Η «εμπλοκή» της αγάπης στη σημαντική της απάθειας, αποκαλύπτει την τελευταία υπερβάλουσα της απλής κατάργησης των παθών και αλλότρια της νέκρωσης του επιθυμητικού της ψυχής. Η εισαγωγή της πραγματικότητας του θείου πόθου στην απάθεια, την αποκαλύπτει ως προσωπική σχέση υπαρκτικής πληρότητας, ως υπέρβαση του πάθους από το πάθος, ως αποκάλυψη της οντολογίας του «κατά φύσιν», στην αναφορά του προς το μόνο εφετό.

Ο συμεωνικός πόθος είναι θείος έρως. και ο θείος έρως είναι έρως «πραγμάτων» και όχι ιδεών ή εννοιών, κατά τα πρότυπα της πλατωνικής παράδοσης1518. Το θείο φως ταυτίζεται –καθόσον την αποκαλύπτει– με την παρουσία του Πνεύματος, αποκαλυπτική με τη σειρά της όλης τής Αγίας Τριάδος1519. Γι’ αυτό και η έμπονη ασκητική προσπάθεια αναίρεσης της οντικής ατομικότητας και αυτοπαράδοσης στην αγάπη του άλλου/Άλλου, γι’ αυτό και οι ορατές μεταμορφώσεις της αγάπης στην ανθρώπινη οντολογία (σώμα και ψυχή), ως απάθεια, αγιασμός, φιλανθρωπία, δεξίωση του άλλου ως αδελφού, μέριμνα για την κτίση ως δημιουργία του Θεού.

Η αγαπητική υπέρβαση του νόμου είναι απολύτως φυσικό να «βάλει έξω τον φόβον». Στα όρια της αγαπητικής σχέσης δεν υπάρχει φόβος ως απειλή τιμωρίας, ή απώλειας της ατομικής κατασφάλισης από τη θεία εύνοια. Ήδη, η σχέση δούλου –Κυρίου, μεταμορφώθηκε σε υική. Ο καρπός της αγάπης, θα παρατηρήσει ο Συμεών, δεν ανέχεται να βασταχθεί από το δένδρο του φόβου. Αλλά ο καρπός αυτός, και εδώ βρίσκεται το υπέρλογο θαύμα, ξεριζώνει το δένδρο παραμένοντας μόνος1520. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο Συμεών βεβαιώνει: «Φόβος γάρ ἐν τῇ ἀγάπῃ/οὐχ εὑρίσκεται οὐδ᾿ ὅλως,/οὐδέ πάλιν δίχα φόβου/ἐν ψυχῇ καρποφορεῖται»1521. Πρόκειται για συγνωστή αντινομία. Για την αντινομία που συνιστά το ίδιο το μυστήριο της σχέσης Θεού –ανθρώπου, το οποίο θεώνει μεν τον άνθρωπο, χωρίς να καταργεί τη μεταξύ τους οντολογική διαφορά. Πρόκειται για το δέος του ανθρώπου απέναντι στη θεία αγαπητική παρουσία και, ταυτόχρονα, για το φόβο τυχόν απώλειας του Αγαπημένου, εξαιτίας της όποιας αστοχίας. Γι’ αυτό, άλλωστε, όπως έχει πολλές φορές επισημάνει ο άγιος Συμεών σε προφανή αντιμεσσαλιανική προοπτική, ακόμη και στην κατάσταση της αγαπητικής παρουσίας του Θεού, απαιτείται η διαρκής ταπείνωση και η δια βίου τήρηση των εντολών.

Για το Νέο Θεολόγο η αγάπη είναι η κορυφή των αρετών: «Ἄκουε δέ τῆς ἀγάπης,/ εἰ βούλει, τάς ἐνεργείας,/καί μαθήσῃ, πῶς ὑπάρχει/μείζων πάντων ἡ ἀγάπη!»1522. Αποτελεί το πλήρωμα της ενεργητικής φωτοφάνειας του Πνεύματος, όχι ως μία επιμέρους αρετή, αλλά ως ο περιεκτικός ορισμός και η επιγραμματική διατύπωση των ενεργειών του Θεού, της θείας χάρης.

Σε μια προσπάθεια να τονίσει το παραπάνω ο άγιος Συμεών θα απαριθμίσει, ακολουθώντας την ανάπτυξη του παύλειου ύμνου προς την αγάπη, «τάς ἐνεργείας τῆς ἀγάπης», αποκαλύπτοντάς την ως την κατάσταση της παρουσίας του Πνεύματος. Της απευθύνεται σε πρώτο πρόσωπο. Της ζητά να του αποκαλύψει τον ίδιο το Χριστό, το μυστήριο της θείας Οικονομίας Του, την παρακαλεί να κατοικίσει εντός του, να μεσιτεύσει στον Κύριο («συλλαλήσῃς περί ἡμῶν… καί πρεσβεύσῃς…») για την αποκατάσταση των σχέσεων μαζί Του και την άφεση των αμαρτιών1523, την ταυτίζει με το ίδιο το Άγιο Πνεύμα: «Ἀγάπην ἐνταῦθα τό τοῦ Θεοῦ Ἅγιον καλεῖ Πνεῦμα, δι᾿ οὗ καί τήν υἱοθεσίαν ἀπολαμβάνομεν»1524. Στη βάση της χριστιανικής παράδοσης περί ενδοτριαδικών σχέσεων, η παρουσία και αποκάλυψη του Πνεύματος συνεπιφέρει την παρουσία και αποκάλυψη της όλης θεότητος. Στοιχώντας προς την παραπάνω λογική και εκφράζοντας, για μια ακόμη φορά, τη σύνθεση Χριστολογίας και Πνευματολογίας στο επίπεδο του ασκητικού βιώματος, ο άγιος Συμεών θα αναγνωρίσει στην ύπαρξη και παρουσία της αγάπης τον ίδιο το Χριστό: «Ἡ δέ ἀγάπη αὕτη, εἴτ᾿ οὖν ἡ κεφαλή [πάντων] τῶν ἀρετῶν ἐστίν ὁ Χριστός καί Θεός»1525, ο Οποίος, με την πραγμάτωση της σωτηριώδους Οικονομίας Του, μετέδωσε το πλήρωμα της αγαπητικής χάρης Του «οὐσιωδῶς ἡμῖν», και μας κατέστησε μετόχους της αφθαρσίας και αγιότητος1526.

Σημειώσεις

Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2022

Θεόφιλος Αμπατζίδης: Η εξατομίκευση της σωτηρίας και το ζήτημα θεσμού και χαρίσματος στον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο


Πραγματοποίηση εκδήλωσης
Θεόφιλος Αμπατζίδης:
Η ΕΞΑΤΟΜΙΚΕΥΣΗ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ
ΚΑΙ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΘΕΣΜΟΥ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΣ
ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΝ ΝΕΟ ΘΕΟΛΟΓΟ

(με αφορμή τη χιλιετηρίδα από την κοίμησή του, 1022-2022)


 
Ο δεύτερος κύκλος διαδικτυακών διαλέξεων «Καιρός του Ποιήσαι», που η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου υλοποιεί στο πρώτο εξάμηνο του 2022, ξεκίνησε με τη διάλεξη του Θεόφιλου Αμπατζίδη «Η εξατομίκευση της σωτηρίας και το ζήτημα θεσμού και χαρίσματος στον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο». Η διάλεξη, που πραγματοποιήθηκε με αφορμή τη χιλιετηρίδα από την κοίμησή του αγίου Συμεών (1022-2022), δόθηκε την Τετάρτη, 26 Ιανουαρίου 2022, διαδικτυακά. Την εκδήλωση συντόνισε ο αναπληρωτής διευθυντής της Ακαδημίας, Νικόλαος Ασπρούλης.
 
Μετά από χαιρετισμό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Δημητριάδος κ. Ιγνατίου, ο ομιλητής Θεόφιλος Αμπατζίδης παρουσίασε μια σύντομη ανάλυση των συνθηκών στις οποίες έζησε και έδρασε ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, προχωρώντας στη συνέχεια στα βαθύτερα ερωτήματα τα οποία εκλήθη να απαντήσει ο άγιος Συμεών με το πλούσιο συγγραφικό του έργο. Στην τολμηρή κριτική παρουσίαση, συζητήθηκε η σχέση του μοναχισμού με τον κλήρο στην εποχή του αγίου, η σχέση της πνευματικής πατρότητας με το μυστήριο της εξομολογήσεως αλλά και της εξαγόρευσης των λογισμών, της κατά καιρούς παράχρησης ή και κατάχρησης της επιρροής του μοναχισμού αλλά και των σημείων που φανερώνουν μια πνευματική αναγέννηση στο Βυζάντιο στην αλλαγή της χιλιετίας. Η εξατομίκευση, μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, εμφανίζεται ως ένα βήμα προόδου και ανάληψης προσωπικής δράσης έναντι του συνόλου, χωρίς βέβαια αυτό να αναιρεί την έννοια της σωτηρίας του σύμπαντος κόσμου.
Στη συζήτηση που ακολούθησε, τέθηκαν ερωτήματα σχετικά με τη σημασία του έργου του αγίου Συμεών για τον σημερινό άνθρωπο, με τη δυνατότητα του να λειτουργήσει η σκέψη του ανακαινιστικά στο σήμερα, με τη θέση του μοναχισμού στο σημερινό κόσμο, και με την κατανόηση και τη λειτουργία αλλά και δυσλειτουργία της παράδοσης, όπως και της θέσης της πνευματικής πατρότητας. Τέθηκαν ερωτήματα σχετικά με τη σχέση του αγίου Συμεών με παλαιότερους αλλά και νεώτερους εκκλησιαστικούς συγγραφείς, όπως τον λεγόμενο Διονύσιο Αρεοπαγίτη και τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Κλείνοντας την εκδήλωση, ο Μητροπολίτης κ. Ιγνάτιος τόνισε την ανάγκη συνδυασμού των εκκλησιαστικών θεσμών με χαρισματικά πρόσωπα, τονίζοντας ότι η σχέση μεταξύ των δυο ήταν πάντα μια σχέση λεπτής ισορροπίας.

 

 
Η διάλεξη, μαζί με τη συζήτηση που ακολούθησε, έχουν αναρτηθεί στο κανάλι της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών στο YouTube, ενώ το κείμενο της ομιλίας του κ. Αμπατζίδη θα δημοσιευθεί στο ιστολόγιο της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών "Πολυμερώς και Πολυτρόπως"  (https://www.polymerwsvolos.org/).

(῾Αγίου Μαξίμου ῾Ομολογητοῦ, Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις Ξʹ. 
Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπα. Καὶ ἡ σχετικὴ βέβαια γνώση, ἐπειδὴ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες, λένε ὅτι κινεῖ τὴν ἐπιθυμία πρὸς τὴν μεθεκτικὴ κατὰ τὴν πράξη γνώση. ᾿Ενῶ ἡ γνώση μὲ τὴν ἐνέργεια ποὺ ἀπὸ τὴν πείρα καὶ μὲ μέθεξη αὐτοῦ ποὺ ἔγινε γνωστὸ παρέχει τὴν αἴσθηση, ἀπωθεῖ τὴ γνώση ποὺ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ τὶς ἔννοιες.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν. Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. Πείρα λέγω τὴν ἴδια τὴ γνώση ἀπὸ τὴν ἐνέργεια, ποὺ πραγματοποιεῖται ἔπειτα ἀπὸ κάθε λόγο, καὶ αἴσθηση, τὴν ἴδια τὴ μέθεξη αὐτοῦ ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ ἐκδηλώνεται ἔπειτα ἀπὸ ὅλη τὴ νοητικὴ διαδικασία. Κι ἴσως αὐτὸ διδάσκει μυστικὰ ὁ μέγας ᾿Απόστολος λέγοντας, «εἴτε προφητεῖες εἶναι θὰ καταργηθοῦν, εἴτε ὁμιλίες σὲ διάφορες γλῶσσες θὰ πάψουν, εἴτε γνώσεις θὰ καταργηθοῦν»5, ἐννοώντας ὁλοφάνερα γιὰ τὴ γνώση ποὺ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες.
Ποια είναι η συκιά του Ευαγγελίου που ξεράθηκε φαινομενικά παράλογα; Και ποια είναι η ακρότατη πείνα που ζητού­σε καρπό πριν από την ώρα; Και τι σημαίνει η κατάρα για ένα αναίσθητο πράγμα.
(Μάρκ. 11,12-14.,Ματθ. 21,18)
ΠΡΟΣ ΘΑΛΑΣΣΙΟΝ, ΠΕΡΙ ΑΠΟΡΩΝ-(ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ Α' - ΝΓ')
Επειδή το πλήθος των ιερέων και γραμματέων και νομικών και Φαρισαίων, άρρωστοι από την κενή δόξα με την επίδειξη της πλαστής ευλάβειας των ηθών, φαινόμενοι ότι ασκούσαν δικαιοσύνη, έτρεφαν την έπαρση της οίησης, ο Λό­γος λέει ότι η οίηση αυτών που αναφέρθηκαν είναι συκιά άκαρ­πη πλούσια μόνο σε φύλλα, την οποία, αυτός που επιθυμεί τη σωτηρία όλων των ανθρώπων και πεινά τη θέωσή τους, την κα­ταριέται ως άκαρπη και την ξεραίνει, ώστε, προκρίνοντας από το να φαίνονται το να είναι δίκαιοι, αφού ξεντυθούν το χιτώνα της ηθικής υπόκρισης και φορέσουν το γνήσιο χιτώνα της αρετής, όπως θέλει ο θείος Λόγος, να περάσουν μ' ευσέβεια τη ζωή τους παρουσιάζοντας στο Θεό της ψυχής μάλλον τη διάθε­ση, παρά την πλαστότητα των ηθών στους ανθρώπους.
Αν τώρα και μερικοί από τους Χριστιανούς είμαστε τέ­τοιοι, πλάθοντας την ευλάβειά μας με τους τρόπους χωρίς έργα δικαιοσύνης, αν δεχτούμε το Λόγο ως φιλάνθρωπο που πεινά τη σωτηρία μας, αποξηραίνει το σπέρμα της κακίας μέσα στην ψυχή, την οίηση, για να μη μας δίνει πια την ανθρωπαρέσκεια, καρπό της φθοράς.

Έχετε, σύμφωνα με τις δικές μου πενιχρές δυνάμεις, το νόημα του λόγου, που κατά την αφήγηση που έκανα έδειξε τον Κύριο να πεινά ορθά και χρήσιμα να καταριέται τη συκιά και να την ξεραίνει σε κατάλληλη ώρα, γιατί ήταν εμπόδιο στην αλήθεια, και που ήταν είτε η σύμφωνη με το νόμο παλαιά παρά­δοση των σωματικών τύπων είτε και η επαρμένη συμπεριφορά των Φαρισαίων και η δική μας.

Τού Αγίου Μαξίμου
Ευεργετινού Δ, σελ 586
Διακόνου λόγον επέχει ο πρός τούς ιερούς αγώνας αλείφων τόν νούν, καί τούς εμπαθείς λογισμούς απελεύνων απ`αυτού. Πρεσβυτέρου δέ ο εις τήν γνώσιν τών όντων φωτίζων. Επισκόπου δέ,  ο τώ αγίω μύρω τελειών τής γνώσεως τής προσκυνητής καί Αγίας Τριάδος.
Ερμηνεία
Εκείνος, πού προετοιμάζει τόν νούν του εις πνευματικούς αγώνας καί αποδιώκει από τήν ψυχή του τούς αισχρούς λογισμούς, είναι ως Διάκονος κατά τήν θείαν λατρείαν. Εκείνος, πού διά τής γνώσεως τών όντων φωτίζει τόν νούν του μέ τήν σκέψιν τού Δημιουργού, είναι ώς ο Πρεσβύτερος. Καί τέλος ώς ο Επίσκοπος είναι εκείνος, πού ανάγεται εις τό ύψος τής μυστικής γνώσεως τής προσκυνητής Αγίας Τριάδος, επιστεγάζων ούτω πάσαν γνώσιν καί κατευωδιάζων τήν ψυχήν του μέ τό άγιον μύρον τής τοιαύτης 
Προς θαλάσσιον, Περί αποριών, ερώτησις ΝΕ, Σχόλιο 34.

Τόμος 14 Γ, Μερετάκης.
«Όποιος παρέχει, κατασκευάζει, γιά τήν περί εαυτού γνώσιν, πρόληψιν, φήμην, σ’αυτούς πού τόν θεωρούν, τόν ακούνε, μέ τήν προφορά δηλ. μέ τήν επανάληψη καί μόνον τών λέξεων από τούς λόγους πού έχει κλεψει από τούς Πατέρες, παραπείθοντας τίς ακοές τών ασυνέτων καί μιαίνοντας μέ συνουσία, σάν να είναι γυναίκες, αυτές οι αμύητες ακοές, τίς καλές καί θεοφιλείς θεωρίες τού πρώτου διδάξαντος, αυτός ελέγχεται δοξομανών, αφού παρατάσσεται μέ αυθάδεια, μαζί μέ τό ανώτερο επίπεδο τών φυσικών θεωρημάτων. Αφού δέν έχει αγγίξει τήν αληθινά υψηλή γνώση καί τήν έξη αυτής. Καί πεθαίνει χτυπημένος στήν καρδιά από τά βέλη πού αντιπροσωπεύουν : τήν θύμηση τής παρανομίας του έναντι τών Πατέρων, τήν ντροπή από τήν έπαρσή του (τήν οίηση), γιά τήν γνώση πού δέν είχε καί τήν αναπόφευκτη αναμονή τής μελλούσης κρίσεως. Διότι συλληφθείς από αυτά τά βέλη ο κενόδοξος, πεθαίνει χτυπημένος από τίς αιχμές τους.»
Ο ΘΕΣΜΟΣ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΝΟΜΟ ΤΗΣ ΙΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΔΙΝΕΤΑΙ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΙΚΟΔΟΜΗΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ΣΗΜΕΡΑ ΤΑ ΧΩΡΙΣΑΜΕ ΚΑΙ ΣΤΡΕΨΑΜΕ ΤΟ ΕΝΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ. 
ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΑΤΟΜΙΚΗ ΣΩΤΗΡΙΑ; ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ . ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ; ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΥΠΑΡΞΕΙ ΤΟ ΧΑΡΙΣΜΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΠΡΑΞΗ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ. ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΘΕΝΕΙΑ; ΠΩΣ ΧΩΡΕΣΕ ΣΤΗΝ ΣΚΕΨΗ ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΑΥΤΟΠΡΟΦΗΤΕΙΑ, ΑΥΤΟΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ. ΠΟΣΟ ΑΤΟΜΙΚΗ ΕΙΝΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΣΧΟΥΝ ΑΠΟ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ ΤΙΣ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ, ΤΟΥΣ ΔΙΩΓΜΟΥΣ. ΑΥΤΟΣΤΑΥΡΩΝΟΝΤΑΙ ΜΗΠΩΣ; Η ΘΛΙΒΕΡΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ Ο ΘΕΣΜΟΣ ΠΟΛΕΜΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΩΤΕΙΟ ΤΟΥ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΧΑΡΙΣΜΑΤΩΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΟΙΚΟΔΟΜΗΣΕΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΑΡΚΕΙΤΑΙ ΣΕ ΕΝΑ ΕΠΙΤΕΛΕΙΟ ΕΠΑΡΣΗΣ ΚΑΙ ΟΙΗΣΗΣ,ΣΕ ΜΙΑ ΔΕΥΤΕΡΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΕΞΩΘΕΣΜΙΚΑ ΥΠΗΡΕΤΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΦΙΛΟΔΟΞΙΑ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΟΠΩΣ ΑΚΡΙΒΩΣ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΣΤΗΝ ΚΟΣΜΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ.


.                                   .....καί άκου : σταυρώθηκε μόνος Του!