Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Σωφρόνιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Σωφρόνιος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

PROVIDENTIA DIVINA — ΘΕΙΑ ΠΡΟΝΟΙΑ 1

  Η Θεία Πρόνοια ενεργεί με μαθηματική ακρίβεια! (γέρων Σωφρόνιος του Έσσεξ)

PROVIDENTIA DIVINA — ΘΕΙΑ ΠΡΟΝΟΙΑ 1
Το θέμα της θείας πρόνοιας στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη

Εναρκτήρια διάλεξη προς τα Τμήματα Φιλολογίας και Φιλοσοφίας του Ελεύθερου Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ, η οποία εκφωνήθηκε την Παρασκευή, 15 Οκτωβρίου 1976, από τον
A. P. Bos
Λέκτορα Αρχαίας και Πατερικής Φιλοσοφίας.

Ο A. P. Bos (Abraham P. Bos, γεν. 1943 στο Baarn της Ολλανδίας) είναι Ολλανδός ιστορικός της αρχαίας φιλοσοφίας και πατρολόγος, με ιδιαίτερη ειδίκευση στον Αριστοτέλη. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία (1960–1966) και Φιλοσοφία (1962–1968) στο Vrije Universiteit Amsterdam και το 1971 εκπόνησε διδακτορική διατριβή πάνω στην πρώιμη αριστοτελική κοσμολογία. Από το 1976 έως το 2006 δίδαξε Αρχαία και Πατερική Φιλοσοφία στο Vrije Universiteit του Άμστερνταμ και σήμερα είναι ομότιμος καθηγητής.

Τα κύρια ερευνητικά του πεδία είναι ο Αριστοτέλης, η σχέση ελληνικής φιλοσοφίας και χριστιανικής πίστεως, καθώς και η Γνώση και ιδιαίτερα ο Βασιλείδης. Ωστόσο, το πιο χαρακτηριστικό μέρος του έργου του είναι η προσπάθειά του να δώσει μια νέα συνολική ερμηνεία της φυσικής φιλοσοφίας, της ψυχολογίας και της θεολογίας του Αριστοτέλη.

Ιδιαίτερα σημαντικά είναι τρία σημεία της έρευνάς του.

Πρώτον, η αριστοτελική θεολογία. Ήδη η εναρκτήρια διάλεξή του το 1976, Providentia Divina: The Theme of Divine Pronoia in Plato and Aristotle, εξετάζει το πρόβλημα της θείας πρόνοιας στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Το ενδιαφέρον αυτό κορυφώθηκε στο σημαντικό βιβλίο:
A. P. Bos, Cosmic and Meta-Cosmic Theology in Aristotle’s Lost Dialogues, Brill, 1989.

Εδώ ο Bos επιχειρεί να ανασυγκροτήσει τη θεολογία των χαμένων αριστοτελικών διαλόγων και να δείξει ότι η σχέση Θεού και κόσμου στον Αριστοτέλη είναι πολύ πλουσιότερη από την απλή εικόνα του «Ακινήτου Κινούντος». Το έργο μεταφράστηκε στα ιταλικά ως Teologia cosmica e metacosmica. Per una nuova interpretazione dei dialoghi perduti di Aristotele.

Δεύτερον, το Περὶ κόσμου. Σε αντίθεση με τη μεγάλη πλειονότητα των νεότερων μελετητών, υπερασπίστηκε τη γνησιότητα και την αριστοτελικότητα του Περὶ κόσμου. Τη θέση αυτή είχε αναπτύξει ανεξάρτητα ήδη πριν από τη συνεργασία του με τον Giovanni Reale· κατόπιν οι δύο μελετητές ένωσαν τις έρευνές τους στη μεγάλη έκδοση του 1995:
Giovanni Reale – Abraham P. Bos, Il trattato Sul cosmo per Alessandro attribuito ad Aristotele, Milano, Vita e Pensiero, 1995.
Ο Bos θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό ότι η θεολογία του Περὶ κόσμου δεν χρειάζεται να θεωρηθεί στωική ή μεταγενέστερη παρέμβαση, αλλά μπορεί να κατανοηθεί μέσα από την ίδια την αριστοτελική θεολογική και κοσμολογική παράδοση. Ακόμη και το 2021, στην κριτική του για το νέο Σχόλιο των Gregorić–Karamanolis, επανήλθε στο ζήτημα και τόνισε τον αριστοτελικό χαρακτήρα της θεολογίας του έργου.

Τρίτον, η ψυχή και το πνεῦμα. Στη μεταγενέστερη έρευνά του ο Bos υποστήριξε μια αρκετά πρωτότυπη ερμηνεία: το «σώμα» που χρησιμοποιεί η ψυχή ως όργανό της στον Αριστοτέλη δεν πρέπει πάντοτε να ταυτίζεται απλώς με το ορατό φυσικό σώμα· καθοριστικό ρόλο παίζει το πνεῦμα (pneuma) ως ιδιαίτερο «εργαλειακό σώμα» της ψυχής. Η άποψη αυτή αναπτύσσεται κυρίως στο:
A. P. Bos, The Soul and Its Instrumental Body: A Reinterpretation of Aristotle’s Philosophy of Living Nature, Brill, 2003,
και, μαζί με τον Rein Ferwerda, στο:

A. P. Bos – R. Ferwerda, Aristotle, On the Life-Bearing Spirit (De spiritu), Brill, 2008.

Ο ίδιος έφθασε μάλιστα να χαρακτηρίσει το πνεῦμα ως ένα είδος «πεμπτουσίας» της αριστοτελικής φιλοσοφίας, επειδή κατά την ερμηνεία του συνδέει ψυχολογία, βιολογία, κοσμολογία και θεολογία.

Οι Πατέρες της Εκκλησίας για τη θεολογία του Αριστοτέλη

Στις μέρες μας οι Πατέρες της Εκκλησίας έχουν περιέλθει σε δύσκολη θέση. Πολλοί σύγχρονοι θεολόγοι είναι έτοιμοι να τους ρίξουν και πάλι στα λιοντάρια. Σε πλήθος κριτικών μελετών επιχειρούν να δείξουν ότι, στη μεταφυσική θεολογική σκέψη των Πατέρων, η ελληνική φιλοσοφία, σαν λύκος με ένδυμα προβάτου, περιφέρεται αναζητώντας να καταβροχθίσει τη βιβλική θεολογία, αντί να βόσκει μαζί της στο λιβάδι της αλήθειας, όπως οι Πατέρες ήλπιζαν με αγαθή πίστη.

Μια άλλη συνηθισμένη μομφή κατά των Πατέρων της Εκκλησίας είναι ότι η γνώση τους για τις απόψεις των εθνικών συνομιλητών τους ήταν απλώς επιφανειακή. Ακόμη και όταν αντιπαρατίθεντο πολεμικά προς την ελληνική φιλοσοφική παράδοση, λέγεται ότι σχεδόν δεν φρόντιζαν να ανατρέχουν στα πρωτότυπα φιλοσοφικά συγγράμματα. Η γνώση τους γι’ αυτά παρέμενε περιορισμένη σε έναν μικρό αριθμό καθιερωμένων έργων, ανθολογιών ή συνοπτικών εγχειριδίων. Υπάρχει κάποια βάση γι’ αυτή την κατηγορία και απέχει πολύ από μένα η πρόθεση να ζητήσω πλήρη αθώωση των Πατέρων ως προς αυτό το σημείο.

Μόνο ως προς ένα ζήτημα θα προσπαθήσω να δείξω ότι ίσως έχουμε συνηθίσει να χρησιμοποιούμε υπερβολικά πολύ μαύρο χρώμα στην εικόνα που σχηματίζουμε για αυτούς τους παλαιούς συγγραφείς, πιθανότατα εξαιτίας ενός δικού μας τυφλού σημείου, ενός κενού στις γνώσεις μας για την ιστορία της ελληνικής φιλοσοφίας. Το ζήτημα αυτό αφορά τις μαρτυρίες τους για τη φιλοσοφική θεολογία του Αριστοτέλη.

Συμβαίνει πράγματι αρκετοί από αυτούς τους Πατέρες να μας λέγουν ότι ο Αριστοτέλης, στη φιλοσοφία του, είχε αναπτύξει το θέμα μιας θείας προνοίας —για λόγους ευκολίας μεταφράζω εδώ «θεία πρόνοια»· ελπίζω ότι από όσα ακολουθούν θα καταστεί σαφές πως σημαντικά στοιχεία του νοήματος του όρου πρόνοια χάνονται με αυτή τη μετάφραση.

Σύμφωνα με αυτούς, ο Αριστοτέλης ταύτιζε αυτή τη θεία δραστηριότητα με την αιτία της τάξεως και της αρμονίας μέσα στον κόσμο, αν και της απέδιδε περιορισμένο πεδίο ενεργείας· δεν δρα σε ολόκληρη τη φύση, αλλά μόνο στους ουρανούς, δηλαδή από τη σφαίρα των απλανών αστέρων έως τη σφαίρα μέσα στην οποία η Σελήνη κινείται γύρω από τη Γη.

Στην υποσελήνια πραγματικότητα η θεία πρόνοια ενεργεί μόνο έμμεσα.¹

Ωστόσο, έχουμε στην κατοχή μας τη Μεταφυσική του Αριστοτέλη, και οι περισσότεροι σύγχρονοι μελετητές υποστηρίζουν ότι στο δωδέκατο βιβλίο αυτού του έργου αποκλείεται κάθε είδους θεία πρόνοια. Εκεί αναπτύσσεται το ακόλουθο επιχείρημα: εάν ανήκε στην ουσία του Θεού το ότι η νόησή του θα εξακολουθούσε επίσης να «σκέπτεται» τον κόσμο, τότε η αυτοπραγμάτωσή του θα εξαρτιόταν από την ύπαρξη μιας πραγματικότητας έξω από αυτόν.

Μια προφανής παρατήρηση φαίνεται τώρα να είναι ότι η θεωρία που συναντούμε στους Πατέρες της Εκκλησίας θα μπορούσε εύκολα να είχε διορθωθεί, εάν μόνο είχαν μπει στον κόπο να αναζητήσουν ένα αντίγραφο της Μεταφυσικής. Το γεγονός ότι αυτό δεν συνέβη φαίνεται να υποδηλώνει μια φιλολογικο-φιλοσοφική αμέλεια ως προς την προσφυγή ad fontes, δηλαδή στις ίδιες τις πηγές.

Διατύπωση του προβλήματος

Αντιμέτωπος με αυτή την κατάσταση, πώς μπορεί ο ιστορικός της φιλοσοφίας να καθορίσει ποια ήταν πράγματι η άποψη του Αριστοτέλη για τη θεία πρόνοια; Εάν η Μεταφυσική είναι πράγματι έργο του Αριστοτέλη, τότε παρουσιάζονται δύο δυνατότητες:
α. Οι πληροφορίες που παρέχουν οι Πατέρες της Εκκλησίας σχετικά με μια περιορισμένη θεία πρόνοια είναι εσφαλμένες. Αυτό θα πρέπει να αποδειχθεί και, στη συνέχεια, θα πρέπει να δοθεί μια εξήγηση για το πώς αυτή η παράδοση κατόρθωσε να αποκτήσει τόσους πολλούς οπαδούς κατά τους ύστερους ελληνιστικούς χρόνους.
β. Οι πληροφορίες σχετικά με τη θεολογία του Αριστοτέλη είναι αξιόπιστες. Στην περίπτωση αυτή χρειάζεται να εξηγηθεί η σχέση τους με τα δεδομένα του βιβλίου XII της Μεταφυσικής και να διευκρινιστεί τι προκάλεσε τη μεταβολή της απόψεως, εάν πράγματι συνέβη μια τέτοια μεταβολή.

Εάν ο στόχος είναι μια συνολική μελέτη, ο ιστορικός της φιλοσοφίας θα χρειαστεί να διερευνήσει:
πού εμφανίστηκε το θέμα της θείας πρόνοιας στην ελληνική φιλοσοφία·
ποιες καταστάσεις πραγμάτων προοριζόταν να εξηγήσει αυτό το θέμα·
ποιες διαφορετικές προσεγγίσεις αναπτύχθηκαν· ποια, τέλος, ενδέχεται να ήταν η θέση του Αριστοτέλη μέσα στο πλαίσιο αυτού του φιλοσοφικού προβλήματος.


Μέσα στα όρια αυτής της διαλέξεως το σύμπλεγμα αυτό των προβλημάτων μπορεί να εξεταστεί μόνο σε συντομευμένη μορφή. Ορισμένες σχετικές πλευρές θα παραλειφθούν εντελώς. Για παράδειγμα, δεν θα εξετάσω τις απαρχές μιας διδασκαλίας περί θείας προνοίας κατά την προπλατωνική περίοδο. Ούτε θα πραγματευθώ εξαντλητικά τις διάφορες φάσεις που μεσολάβησαν ανάμεσα στην πρώιμη αριστοτελική αντίληψη και στη θεολογία του βιβλίου XII της Μεταφυσικής.

Θα ήθελα να επικεντρωθώ σε εκείνο που η C. J. de Vogel, στην εναρκτήρια διάλεξή της του 1947, αποκάλεσε «το μεγαλύτερο πρόβλημα που μας κληροδότησε η φιλοσοφία της Αρχαιότητας», δηλαδή τη σχέση μεταξύ των δύο κορυφαίων εκπροσώπων της, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη.

Πιστεύω, ωστόσο, ότι μια συζήτηση του θέματος της θείας πρόνοιας στους ύστερους διαλόγους του Πλάτωνα και μια ανάλυση των testimonia σχετικά με τα χαμένα έργα του πρώιμου Αριστοτέλη θα δείξουν ότι στη φιλοσοφική θεολογία του Αριστοτέλη πρέπει να διακριθούν περισσότερες από μία φάσεις και ότι πρέπει να παραχωρηθεί χώρος και σε μια άποψη όπως εκείνη που του απέδιδαν οι Πατέρες της Εκκλησίας.
Κατά την πορεία της έρευνας θα είναι αναγκαίο να αξιολογείται επανειλημμένα τι ακριβώς διακυβεύεται σε αυτό το σύμπλεγμα προβλημάτων. Με αυτόν τον τρόπο εξαναγκάζεται κανείς να λάβει θέση απέναντι στις λύσεις που έδωσαν οι αρχαίοι Έλληνες στοχαστές σε ένα κεντρικό πρόβλημα συστηματικής φιλοσοφίας.

1. Η ΠΡΩΤΟΤΥΠΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ ΠΛΑΤΩΝΑ ΓΙΑ ΤΗ ΝΟΗΣΗ ΩΣ ΑΡΧΗ


Η προετοιμασία της διδασκαλίας περί θείας προνοίας στον Φαίδωνα του Πλάτωνα

Στο διαφωτιστικό βιβλίο της για τον Πλάτωνα, η C. J. de Vogel χαρακτηρίζει «την πρόνοια της θεότητας» ως μία από τις τρεις κύριες αρχές της πλατωνικής φιλοσοφίας. Μπορεί κανείς να συμφωνήσει με αυτό, αν και απαιτείται μια περαιτέρω διευκρίνιση υπό την εξής έννοια: η ιδέα ότι η θεία πραγματικότητα σχετίζεται με τον κόσμο του ανθρώπου αποτελεί για τον Πλάτωνα μια θρησκευτική πεποίθηση, η οποία κατά την εξέλιξη της σκέψεώς του προσέλαβε σταδιακά τη μορφή φιλοσοφικής θεωρίας.

Πράγματι, ήδη στον Φαίδωνα ο Πλάτων υιοθετεί την άποψη —η οποία, σύμφωνα με πολλούς σύγχρονους μελετητές, σχετίζεται με την ορφική σκέψη— ότι οι θεοί φροντίζουν τον άνθρωπο όπως ο ποιμένας φροντίζει τα πρόβατά του. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι ο Πλάτων είχε ήδη αναπτύξει εδώ μια φιλοσοφική θεολογία όπως εκείνη που συναντούμε στον Σοφιστή, στον Πολιτικό και στον Τίμαιο, όπου η θεότητα αποτελεί το αναγκαίο, έσχατο θεμέλιο εξηγήσεως όλης της υπόλοιπης πραγματικότητας.

Ανάμεσα στον Φαίδωνα και στους τρεις αυτούς διαλόγους της τελευταίας περιόδου του Πλάτωνα μεσολαβούν πολλά χρόνια και έντονη πνευματική εργασία.

Όπως είπαμε, παρακάμπτουμε τις αντιλήψεις του Αναξαγόρα και του Διογένη του Απολλωνιάτη, οι οποίοι ασφαλώς άσκησαν επίδραση στον Πλάτωνα. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο εκείνοι έθεσαν το πρόβλημα ήταν λιγότερο περιεκτικός και λιγότερο φιλόδοξος. Με τον Πλάτωνα η φιλοσοφία ακολουθεί έναν νέο δρόμο. Εδώ η φιλοσοφία της φύσεως εντάσσεται μέσα σε μια φιλοσοφική «θεολογία της φύσεως». Όπως παρατηρήθηκε παραπάνω, ακόμη και στον Πλάτωνα αυτή η θεολογία της φύσεως δεν είχε επεξεργαστεί εξαρχής.

Στον Φαίδωνα, όμως, ο Πλάτων κάνει το σημαντικότερο προπαρασκευαστικό βήμα —στο τμήμα που συνήθως αποκαλείται «αυτοβιογραφία του Σωκράτη». Εκεί η παλαιά σύγκρουση ανάμεσα στους φιλοσόφους της φύσεως και τον Παρμενίδη προσλαμβάνει μια νέα μορφή. Απέναντι στους φιλοσόφους της φύσεως, οι οποίοι ήταν προσηλωμένοι στα φαινόμενα της φυσικής πραγματικότητας, ο Παρμενίδης είχε δείξει ότι η πραγματικότητα της νοήσεως είναι διαφορετικής τάξεως. Αμέσως συμπέρανε ότι, σε σύγκριση με τη φυσική πραγματικότητα, αυτή ανήκει σε ανώτερη τάξη. Δεν κατόρθωσε όμως να υποδείξει έναν βατό δρόμο που θα οδηγούσε σε μια σύνθεση του φυσικού κόσμου και του κόσμου της νοήσεως μέσα σε μία ενιαία και περιεκτική σύλληψη. Ο Παρμενίδης αρνήθηκε κάθε οντολογικό κύρος στον φυσικό κόσμο, επειδή αυτός δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις αυστηρές απαιτήσεις που, κατά την άποψή του, θέτει ο λόγος.

Στον Φαίδωνα ο Πλάτων καθιστά σαφές ότι, κατά τη γνώμη του, κάθε φιλοσοφία που παραμελεί τα φυσικά πράγματα είναι ανεπαρκής, και ο ίδιος δεν πρόκειται να αρκεστεί σε αυτήν. Ο Σωκράτης είχε μεγάλες προσδοκίες από τη φιλοσοφία του Αναξαγόρα, όταν το μόνο που είχε ακούσει ήταν ότι ο στοχαστής αυτός μιλούσε για μια λογική αρχή, τον Νοῦν, η οποία ενεργεί μέσα στη φύση. Ήλπιζε ότι εκεί θα έβρισκε την επιζητούμενη σύνθεση. Ασφαλώς, σε μια τέτοια φιλοσοφία θα έπρεπε να εκτίθεται η σχέση ανάμεσα στην πραγματικότητα της νοήσεως και στη φυσική πραγματικότητα!

Η πληρέστερη γνωριμία, όμως, με το έργο του Αναξαγόρα οδήγησε σε απογοήτευση. Ο Αναξαγόρας δεν ξεκίνησε από την ουσιώδη διαφορά ανάμεσα στον κόσμο της νοήσεως και στον κόσμο των φυσικών πραγμάτων. Θεωρώντας εκ νέου τον Νοῦν ως μια φυσική-βιολογική οντότητα, στην πραγματικότητα υπολείπεται των κατακτήσεων στις οποίες είχαν ήδη φθάσει οι Ελεάτες.

Ο ίδιος ο Πλάτων κάνει τότε το αποφασιστικό βήμα προς την πραγματοποίηση του σκοπού του. Εισάγει τη διδασκαλία του περί των Ιδεών, των αιώνιων, πάντοτε απολύτως ταυτόσημων με τον εαυτό τους, μη φυσικών πραγματικοτήτων. Οι Ιδέες αυτές είναι «αιτίες», αναγκαίες αρχές εξηγήσεως όλων των φυσικών πραγμάτων. Διατηρεί μια αυστηρή διάκριση ανάμεσα στη νόηση και στον φυσικό κόσμο, αλλά ταυτόχρονα τα συνδέει, παρουσιάζοντας την πραγματικότητα της νοήσεως ως πρωταρχική και αρχέγονη, ενώ τα φυσικά πράγματα είναι δευτερογενή, παράγωγα και αιτιατά.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ο Πλάτων δεν προτείνει ακόμη κάποια θεωρία σχετικά με έναν θείο Νοῦν ή έναν Δημιουργό, όπως συναντούμε στα μεταγενέστερα έργα του. Γι’ αυτό υποθέτω ότι στον Φαίδωνα η διδασκαλία αυτή δεν είχε ακόμη αναπτυχθεί.¹⁰

Το διπλό σύμπλεγμα προβλημάτων που προκύπτει από τη νέα προσέγγιση του Φαίδωνος


Σημειώσεις:

1 Με τη μία ή την άλλη μορφή, η πληροφορία αυτή παρέχεται από τους: Τατιανό, Oratio adversus Graecos, κεφ. 2· Αθηναγόρα, Legatio pro Christianis, κεφ. 25· Ιππόλυτο, Refutatio I, 20, 22 και VII, 14· Κλήμεντα Αλεξανδρέα, Protrepticus V, 66 και Stromateis V, 14· Ωριγένη, Contra Celsum I, 21 και III, 75· Ευσέβιο, Praeparatio Evangelica XV, 5, 1· Γρηγόριο Ναζιανζηνό, Oratio XXVII, 10· Επιφάνιο, Adversus Omnes Haereses III, 2, 9· Θεοδώρητο, Graecorum affectionum curatio IV, 46· Χαλκίδιο, In Timaeum Comm. κεφ. 248.
Για λόγους πληρότητας πρέπει να μνημονευθούν και μη χριστιανοί συγγραφείς που παρέχουν την ίδια πληροφορία. Πρβλ. Ψευδο-Πλούταρχο, Placita II, 3, και Στοβαίο, Eclogae Physicae I, 21, 6. Πρβλ. A. J. Festugière, L’idéal religieux des Grecs et l’Évangile, Paris 1932, 221–263: «Aristote dans la littérature grecque chrétienne jusqu’à Théodoret».

2 Αριστοτέλης, Metaphysica XII, 9, 1074b21–35. Πρβλ. C. J. de Vogel, Theoria, Assen 1967, 197:
«Για τον Αριστοτέλη, μια Πρόνοια η οποία στον Πλάτωνα αποτελεί την πρωταρχική προϋπόθεση της κοσμολογικής εξηγήσεως και ένα σημαντικό άρθρο πίστεως καθίσταται περιττή. Η έννοιά του περί Θεού (Νόηση που νοεί τον εαυτό της) δεν αφήνει χώρο για Πρόνοια, αφού για τον Αριστοτέλη η θεία αυτογνωσία δεν περιλαμβάνει γνώση του κόσμου».
Πρβλ. ήδη την εναρκτήρια διάλεξή της, «Een groot probleem uit de Antieke Wijsbegeerte gezien in zijn historisch perspektief», Utrecht 1947, 18.

3 Αυτό το θεωρώ δεδομένο, μολονότι έχει αναζωπυρωθεί και πάλι κάποια συζήτηση. Βλ. F. Grayeff, Aristotle and his School; An Inquiry into the History of the Peripatos. With a Commentary on Metaph. Z. H. A and [sic], London 1974, 47· 82. Σύμφωνα με αυτόν, το Corpus Aristotelicum δεν αποτελεί έργο μόνο του Αριστοτέλη, αλλά όχι λιγότερων από δύο ή τριών γενεών περιπατητικών φιλοσόφων. Ο G. Cardona προχωρεί ακόμη περισσότερο, «È autentica la teoria Aristotelica del primo motore immobile?», Rivista critica di Storia della Filosofia 23 (1968), 123–148 και 26 (1971), 243–270. Ο συγγραφέας αυτός είναι διατεθειμένος να τοποθετήσει τη Μεταφυσική XII στον 7ο αιώνα μ.Χ.

4 Δεν αρκεί να υποδειχθεί η προέλευση της παραδόσεως, εφόσον αυτή είναι εσφαλμένη. Αυτή είναι η συνήθης διαδικασία. Ο A. J. Festugière, L’idéal religieux, 226 κ.ε., ο οποίος διαπιστώνει σύγκρουση με τη Μεταφυσική XII, συμπεραίνει ότι για τον λόγο αυτό η παράδοση είναι εσφαλμένη και στη συνέχεια δηλώνει ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας ακολούθησαν λανθασμένο δρόμο επειδή αποδέχθηκαν το De Mundo ως γνήσιο — έργο το οποίο, σύμφωνα με τους περισσότερους σύγχρονους μελετητές, δεν μπορεί να έχει γραφεί από τον Αριστοτέλη. Πολύ πρόσφατα, ωστόσο, επισημάνθηκε ότι η βάση πάνω στην οποία απορρίπτεται το De Mundo ως αριστοτελικό έργο είναι ανεπαρκής. Πρβλ. G. Reale, Aristotele, Trattato sul cosmo per Alessandro, Napoli 1974. Ελπίζω σύντομα να δημοσιεύσω ένα άρθρο στο οποίο θα υποστηρίζεται η άποψη του Reale.

5 C. J. de Vogel, Plato, de filosoof van het Transcendente, Baarn 1968, 157. Βλ. επίσης παραπάνω, σημ. 2.

6 Πλάτων, Φαίδων 62b κ.ε.

7 Ο όρος αυτός χρησιμοποιείται από τον J. Moreau, L’Âme du Monde de Platon aux Stoïciens, Paris (1939) 1965, 56 και 71–72.

8 Φαίδων 95c κ.ε.

9 Ο W. K. C. Guthrie, A History of Greek Philosophy IV, Cambridge 1975, 348, τονίζει το γεγονός ότι ο Πλάτων αναζητούσε μια τελεολογική εξήγηση των φυσικών φαινομένων. Νομίζω ότι η επιδίωξη του Πλάτωνα ήταν ακόμη πιο θεμελιώδης. Αναζητεί μια φιλοσοφία η οποία ταυτίζει τον Νοῦν ως βασικό παράγοντα μέσα στη Φύσιν, αναγνωρίζοντας συγχρόνως τα αποτελέσματα της ελεατικής θεωρήσεως της πραγματικότητας της νοήσεως. Στον βαθμό που αυτός ο Νοῦς ενεργεί «με διάκριση», μια τέτοια άποψη συνεπάγεται τον προσανατολισμό της Φύσεως προς κάποιον σκοπό. Αυτό οδηγεί αναγκαστικά τον Πλάτωνα σε εκείνο που ο Guthrie αποκαλεί «την πιο εντυπωσιακή του υπόθεση», δηλαδή «ότι καθετί έρχεται στο είναι για κάποιον σκοπό».

10 Έτσι R. Hackforth, «Plato’s Theism», Classical Quarterly 30 (1936), 8:
«Μου φαίνεται πιθανό ότι ο θεϊσμός έγινε μέρος της φιλοσοφίας του Πλάτωνα, σε διάκριση από τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, σε μεταγενέστερη περίοδο από εκείνη της Πολιτείας.»
Πρβλ. J. H. M. M. Loenen, Nous in het systeem van Plato’s philosophie, Amsterdam 1951, 101–106, και C. J. de Vogel, Theoria, 148. Αντίθετα προς αυτή την άποψη, ο Hager υποστηρίζει ότι ήδη στον Φαίδωνα προϋποτίθεται πράγματι ότι ο θείος Νοῦς αποτελεί αρχή της αιτιότητας. Πρβλ. F. P. Hager, Der Geist und das Eine: Untersuchungen zum Problem der Wesensbestimmung des höchsten Prinzips als Geist oder als Eines in der griechischen Philosophie, Bern/Stuttgart 1970, 11–16 (με σημ. 15).

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 1 ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ (1866-1938) 1
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ

Μετάφρασις ἐκ τοῦ ρωσικοῦ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ συγγραφέως καὶ τοῦ Ἱερομ. Ζαχαρίου
Έκδοσις ὀγδόη
Ἱερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου

Έσσεξ ᾿Αγγλίας, 1999

ΣΥΝΑΞΑΡΙON
᾿Αγίου Σιλουανοῦ τοῦ ᾿Αθωνίτου


Σιλουανός οὗτος, ὁ τῆς ἐπουρανίου Ἱερουσαλήμ πολίτης, γονέων ὑπῆρξεν εὐσεβῶν, ἐκ τῆς τῶν Ρώσων χώρας ὁρμωμένων, ἀπὸ κώμης τελούσης ὑπὸ τὴν Μητρόπολιν Ταμπώβης, Σόβσκ καλουμένης. Ἐγεννήθη δὲ τῷ χιλιοστῷ ὀκτακοσιοστῷ ἑξηκοστῷ καὶ ἔκτῳ ἔτει ἀπὸ τῆς τοῦ Θεοῦ Λόγου κατὰ σάρκα γεννήσεως, ἐκ νεότητος κληθεὶς εἰς μετάνοιαν ὑπ᾽ Αὐτῆς τῆς πανυμνήτου Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας.

Τοῦ εἰκοστοῦ ἑβδόμου τοίνυν τῆς ἡλικίας αὐτοῦ χρόνου εἰσεληλυθότος, ἀπετάχθη τοῖς βιωτικοῖς, καί, πρὸς ἐφόδιον λαβὼν τὰς τοῦ ἐν ἁγίοις Ἰωάννου τῆς Κρονστάνδης εὐχάς, ἀνεχώρησεν εἰς τὸ κατ' Ἑλλάδα περιφανέστατον ῎Ὄρος τοῦ ᾿Αθω, ὑποδὺς τὸν μοναδικόν ζυγὸν ἐν τῷ Μοναστηρίῳ τοῦ ἁ-γίου μεγαλομάρτυρος καὶ ἰαματικοῦ Παντελεήμονος.

Ἐκδεδωκώς οὖν ἑαυτὸν ὁλοψύχως τῷ Θεῷ, ἐν ὁλίγῳ χρόνῳ οὐ μόνον τὴν ἄπαυστον ἔλαβεν εὐχὴν παρὰ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου δωρεάν, ἀλλὰ καὶ θεοφανείας ἀρρήτου ἠξιώθη ἐν τῷ σεβασμίῳ οἴκῳ τοῦ ἁγίου Προφήτου Ἠλιοῦ, τῷ ὄντι παρὰ τῷ μηλῶνι τῆς εἰρημένης Μονῆς.

Ὑποσταλείσης μέντοι τῆς πρώτης Χάριτος, πένθει μεγά-λῳ ὁ πανόσιος συσχεθείς, καὶ πλείστοις, παραχωρήσει Θεοῦ, παραδοθείς τῶν νοητῶν ἐχθρῶν πειρασμοῖς, ἐνιαυτοὺς πέντε καὶ δέκα, τοῖς ἴχνεσιν ἐπακολουθῶν τοῦ Χριστοῦ, «δεήσεις τε καὶ ἱκετηρίας πρὸς τὸν δυνάμενον σῴζειν αὐτὸν ἐκ θανάτου μετὰ κραυγῆς ἰσχυρᾶς καὶ δακρύων προσενέγκας» (Εβρ. ε΄ 7), διδακτὸς Θεοῦ γενηθείς (πρβλ. Ιωάν. ς΄ 45), ἄνωθεν ἐνη-χεῖται νομοδότου φωνῆς: « Κράτει τὸν νοῦν σου εἰς τὸν ἄδην, καὶ μὴ ἀπελπίζου». Ἤνπερ ὡς κανόνα τηρήσας ἀπλανῆ, ἔ-δραμε τὴν ὁδὸν ᾿Αντωνίου, Μακαρίου, Σισώη, Ποιμένος καὶ τῶν ἄλλων κλεινῶν καθηγητῶν τῆς Ἐρήμου, ὧν καὶ τὰ μέτρα κατέλαβε καὶ χαρίσματα, ἀποστολικός καὶ προφητικός διδά-σκαλος φανείς ζῶν καὶ μετὰ θάνατον.

Κατέλιπε γάρ γραφάς πλήρεις Χάριτος καὶ Πνεύματος ῾Αγίου, ἃς ἐξέδοτο ὁ τούτου μαθητὴς καὶ φοιτητής Γέρων Σωφρόνιος, ὁ Κτίτωρ καὶ ᾿Αρχιμανδρίτης τῆς ἐν Βρεττανῶν νήσῳ Μονῆς τῶν εὐσεβῶν Ὀρθοδόξων. Καὶ τί χρεία ἐνταῦθα πλειόνων περὶ τοῦ πανοσίου Σιλουανοῦ λόγων; ὅπου γε προ-λαβὼν ὁ ἀββᾶς οὗτος τὸν ἐκείνου δίον καὶ διδαχὴν ἀκριβῶς καὶ κατὰ πλάτος ἐξέθετό τε καὶ συνεγράψατο ἐν ἀρχῇ τῆς δέλτου τῶν θείων τουτωνί καὶ μελιρρύτων γραφῶν. "Ήτις δέλ-τος διδάσκει, ὡς ἔξεστι τοῖς ἐντυγχάνουσι παρατηρῆσαί τε καὶ γνῶναι, ἡλίκος ὁ τοῦ Κυρίου οὗτος ἀθλητής, καὶ ὅπως τῇ τῶν ἐντολῶν ἀκριβεῖ τηρήσει, νεκρωθείς παντελῶς τῷ βίῳ, Χριστὸν ἐν αὐτῷ ζῇν, κατὰ Παῦλον ἐκτήσατο (Γαλ. β΄ 20), βί-βλος ἄλλοις θεόπνευστος γενόμενος γεγραμμένη καλάμῳ τοῦ Πνεύματος. Πιστοῦσι τὸν λόγον οἱ δι᾿ αὐτοῦ «ἀπὸ παντὸς ἔ-θνους τῶν ὑπὸ τὸν οὐρανὸν» (Πράξ. 6΄ 5) «εἰς ἐπίγνωσιν άλη-θείας» (Α΄ Τιμ. 6' 4) ἐλθόντες πολλοί, καὶ νῦν ἔτι ἐρχόμενοι.

*Ην γὰρ ὁ θαυμάσιος «πρᾶος καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. ια΄ 29), διάπυρος πρὸς Θεὸν παρακλήτωρ ὑπὲρ πάν-των ἀνθρώπων, καὶ κήρυξ ἀσύγκριτος τῆς εἰς ἐχθροὺς ἀγά-πης, ἧς οὐδὲν ἀσφαλέστερον τῆς τοῦ θείου Πνεύματος άληθοῦς παρουσίας τεκμήριον.

Μεταβέβηκε δὲ ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωὴν ὁ μακάριος οὗτος Ὅσιος Σιλουανός, πλήρης ἡμερῶν τῶν τοῦ πνεύματος, μηνί Σεπτεμβρίῳ εἰκοστῇ τετάρτῃ, ἔτους χιλιοστοῦ ἐννεα-κοσιοστοῦ τριακοστοῦ καὶ ὀγδόου, βασιλεύοντος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, "Ω ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Αμήν.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΑ
ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ
Ποίημα Παύλου Μοναχοῦ

Ἦχος δ΄ Κανόνα πίστεως
Χριστὸν διδάσκαλον ἐν ὁδῷ ταπεινώσεως προσευξάμε-νος ἔλαβες, μαρτυροῦντος τοῦ Πνεύματος ἐν σῇ καρδίᾳ τὴν λύτρωσιν· διὰ τοῦτο ἀσκήσεως ἀνεδείχθης σὺ ὁδηγός, ὡς φωτός θείου ἔμπλεως, "Ὅσιε πάτερ Σιλουανέ, πρέσβευε Χρι-στῷ τῷ Θεῷ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Ἕτερον
Ἦχος γ' Θείας πίστεως
Κήρυξ δέδοσαι τῇ οἰκουμένῃ, σὺ γλυκύτατος ἐν θεολό-γοις, τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀγάπης τρισόλβιε· τὸν ταπεινὸν γὰρ καὶ πρᾶον ἑώρακας, καὶ τὴν ἐκείνου καρδίαν κατέμαθες. Ο-θεν ἅπαντες, Σιλουανέ, ἐλλαμπόμενοι τοῖς σοῖς θεογλώσσοις ῥήμασι, δοξάζομεν τὸ Πνεῦμα τὸ δοξάσαν σε.

KONTAKION
Ἦχος πλ. δ' "Οτε καταβάς

Ὅτε ἐπὶ γῆς Χριστὸν διηκόνησας, πορευόμενος τούτου τοῖς ἴχνεσι· νῦν ἐν οὐρανοῖς ὁρᾷς ὃν ἐπόθησας, καὶ συμμέ-νεις αὐτῷ, ὡς ὑπέσχετο· διό, πάτερ, μὲ δίδαξον ἣν σὺ ὥδευ-σας τρίβον.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Α΄ ΜΕΡΟΣ
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ
Α΄ ΠΑΙΔΙΚΟΙ ΚΑΙ ΝΕΑΝΙΚΟΙ ΧΡΟΝΟΙ –11. Ἡ φωνή τῆς Θεομή-τορος -18. Ο χρόνος τῆς στρατιωτικής θητείας-21. Μετάβασις εἰς Κρονστάνδην πρὸς τὸν Πατέρα Ἰωάννην –24. "Αφιξις εἰς ῞Αγιον *Όρος καὶ εἴσοδος εἰς τὴν Μονήν -25. Ἡ ἀρχὴ τῶν πειρασμῶν -26. Ἡ ἐμφάνισις τοῦ Κυρίου εἰς τὸν νεαρὸν ὑποτακτικὸν ἀδελφὸν Συμε-ὡν –30. Τρεῖς τύποι ἀσκητῶν τῆς ἐν Χριστῷ πνευματικῆς ζωῆς – 32. Ἡ αἴσθησις τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς μετανοίας εἰς τὸν ἀδελφόν Συμεών –34. Τί εἶναι ἡ ἁμαρτία; -37.
Β΄ ΜΟΝΑΣΤΙΚΟΙ ΑΓΩΝΕΣ: Ἡ ἀπώλεια τῆς χάριτος -41. Ἡ συμ-βουλὴ τοῦ Γέροντος ᾿Ανατολίου –42. Δεύτερος μέγας πειρασμός καὶ νέα θαυμαστὴ ὑπὸ τοῦ Θεοῦ νουθεσία: «Κράτει τὸν νοῦν σου εἰς τὸν ῎Αδην, καὶ μὴ ἀπελπίζου» –48. Νέον στάδιον πνευματικῆς ζωῆς – 53. Ἐπιστροφή τῆς χάριτος καὶ προσευχὴ ὑπὲρ τοῦ κόσμου -56.
Γ΄ Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ: Περιγραφή τῆς μορφῆς καὶ τοῦ χα-ρακτῆρος τοῦ Γέροντος –62. Συνομιλίαι τοῦ Γέροντος: Μετὰ τοῦ π. Στρατονίκου –68. Μετὰ τοῦ π. Βενιαμίν –71. Κατὰ τὴν τράπεζαν τῶν οἰκονόμων –74. Μετὰ τοῦ ᾿Αρχιμανδρίτου-ἱεραποστόλου -78. Μετὰ τοῦ νεαροῦ φοιτητοῦ περὶ ἐλευθερίας -80. Μετά μοναχοῦ περί πνευματικῆς πάλης –81. Εἰς τὸ ξυλουργεῖον –86. Μετὰ τοῦ π. Β. -87. Παρὰ τῷ π. Διαδόχῳ -89.
Δ' Η ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ –93. Περὶ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ –95. Περὶ ὑπακοῆς –104. Περὶ τῆς Ἱερᾶς Παραδόσεως καὶ τῆς ῾Αγίας Γραφῆς –108. Περὶ τοῦ Ὀνόματος τοῦ Θεοῦ –115. Σκέψεις τοῦ Γέροντος περὶ τῶν φυτῶν καὶ τῶν ζώων 116. Περὶ τοῦ κάλλους τοῦ κόσμου -119. Περὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν ἀκολουθιῶν –121. Περὶ τῆς ἐξομοιώσεως τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Χριστὸν –122. Περὶ τῆς ἀναζητήσεως τοῦ Θεοῦ -124. Περὶ τῆς πρὸς τὸν πλησίον στάσεως -124. Περὶ τῆς ἑνότητος τοῦ πνευ- ματικοῦ κόσμου καὶ τοῦ μεγαλείου τῶν ᾿Αγίων –126. Περὶ τῆς πνευματικής θεωρίας τοῦ κόσμου -127. Περὶ τῶν δύο τρόπων τῆς γνώσεως τοῦ κόσμου –128. Περὶ τῶν σημείων τῆς χάριτος καὶ τῆς πλάνης -130. Σκέψεις περὶ τῆς ἐλευθερίας –132. Περὶ τῆς προσ ωπικῆς σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν προσωπικὸν Θεὸν –140. Περὶ τῆς πρὸς τοὺς ἐχθροὺς ἀγάπη -153. Η διάκρισις τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ -156. Ἡ ὁδὸς τῆς Ἐκκλησίας –158. Διαφορά μετα-ξὺ τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης καὶ τῆς δικαιοσύνης τῶν ἀνθρώπων – 161. Τὸ ἀδιάλειπτον τῆς προσευχῆς τοῦ Γέροντος –165.
Ε΄ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΝΟΕΡΑΣ ΗΣΥΧΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΑΣ ΠΡΟΣΕΥ-ΧΗΣ: Περὶ τῶν τριῶν εἰδῶν τῆς προσευχῆς –169. Περὶ τῆς ἐξελίξε ως τοῦ λογισμού –172. Ἡ ἐντολὴ τοῦ Χριστοῦ «ἀγαπήσεις τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου», ὡς θεμέλιον τῆς ἱερᾶς ἡσυχίας –183. Τὸ ἀνθρωπολογικὸν θεμέλιον τῆς νοερᾶς προσευχῆς -185. Πεῖρα αἰωνιότητος -187. ᾿Αρχὴ τῆς πνευματικῆς πάλης-ό ἀγὼν κατὰ τῶν παθῶν –.
5΄ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΑΤ' ΑΥΤΗΣ ΑΓΩΝΟΣ: Τέσσερα εἴδη φαντασίας –.
Ζ΄ ΠΕΡΙ ΔΙΟΡΑΤΙΚΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ ΑΥΤΗΣ –.
Η ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΚΤΙΣΤΟΥ ΦΩΤΟΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΡΟΠΩΝ ΘΕΩΡΙΑΣ ΑΥΤΟΥ –. Περὶ τῆς Θεοειδοῦς ἀπαθείας –. Περὶ τοῦ Θείου Γνόφου –. Περὶ τοῦ Γνόφου τῆς ἀπεκδύσεως -
Θ΄ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΞ ΑΥΤΗΣ ΓΕΝΝΩΜΕΝΗΣ ΔΟΓΜΑΤΙΚΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ –
Γ' ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑΙ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑΙ: Δὲν εἶναι πάντοτε ἄπονον διὰ τὸν ἄνθρωπον νὰ ὁδεύῃ κατὰ Θεὸν –. Ομοίως, ἡ μετὰ τῶν ἁγίων ζωὴ δὲν εἶναι πάντοτε εύκολος. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ χάρις καὶ εἰς τὸ σῶμα, ὁ ἄνθρωπος δυνατὸν νὰ μὴ ἀνθέξῃ εἰς τὰς βασάνους ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ ᾿Αξιόλογος ἐπίσκεψις –Τὸ «σκληρόν» τῶν δοκιμασιών –
ΙΑ΄ Εξήγησις εἰς τὴν ἀποκάλυψιν «ΚΡΑΤΕΙ ΤΟΝ ΝΟΥΝ ΣΟΥ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΔΗΝ, ΚΑΙ ΜΗ ΑΠΕΛΠΙΖΟΥ» -
ΙΒ΄ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΣΧΑΤΩΝ ΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΔΥΝΑΤΟΥ ΕΙΣ ΤΟ ΚΤΙΣΤΟΝ ΟΝ
ΙΓ' ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΙΣΧΥΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ –. Ἡ σκέψις περὶ τῆς «ἀδυναμίας» τοῦ Χριστιανισμοῦ εἶναι βαθέως ἐσφαλμένη –. Περὶ τῆς δυνάμεως τῶν ᾿Αγίων καὶ τῆς «ἀντι- θέτου» πορείας αὐτῶν . Η χριστιανική πάλη πρὸς τὸ κακὸν –. Ο «Νόμος» τῆς αἰωνίου ζωῆς εἰς τὰς δύο ἐντολὰς . Ἡ ψυχολογικὴ ἀντίφασις τῶν ἐντολῶν τούτων ὡς συνέπεια τῆς διαστροφῆς τῆς ὁδοῦ τοῦ Θεοῦ. Ο τελευταῖος λόγος –. Το κριτήριον τῆς ἀληθείας . Το παράδοξον τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.
ΙΔ' ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ
ΙΕ΄ ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΟΙ ΤΙΝΕΣ ΓΝΩΜΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ –
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Β΄ ΜΕΡΟΣ
ΑΙ ΓΡΑΦΑΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ
ΤΩ ΕΚ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΠΑΤΡΙΔΩΝ ΟΡΜΗΘΕΝΤΙ ΚΑΙ ΤΟ ΟΡΟΣ ΤΟΥ ΑΘΩΝΟΣ ΟΙΚΗΣΑΝΤΙ ΤΩΝ ΟΣΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΧΟΡΩ ΤΟ ΠΑΡΑ ΦΥΣΙΝ ΔΙΑΦΥΓΟΝΤΙ ΤΟ ΔΕ ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ ΔΙΑΣΩΣΑΝΤΙ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟ ΥΠΕΡ ΦΥΣΙΝ ΑΝΕΛΗΛΥΘΟΤΙ

H ΠΕΡΙ τοῦ Θεοῦ ἀποκάλυψις λέγει: «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν», «ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν Αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία» (Α΄ ᾿Ιωάν. δ΄ 8, α΄ 5).

Ὁπόσον δύσκολον εἶναι εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἀποδεχθῶμεν τοῦτο! Δύσκολον, διότι καὶ ἡ ἀτομικὴ ἡμῶν ζωὴ καὶ ἡ ζωὴ τοῦ περιβάλλοντος ἡμᾶς κόσμου περὶ τοῦ ἀντιθέτου μᾶλλον μαρτυροῦν.

Τῷ ὄντι! Ποῦ εἶναι τὸ ΦΩΣ τοῦτο τῆς ΠΑΤΡΙΚΗΣ ΑΓΑΠΗΣ, ἐὰν πάντες σχεδὸν ἐγγίζοντες τὰ τέλη τοῦ βίου ἐν πικρίᾳ καρδίας ἀναφωνοῦν μετὰ τοῦ Ἰώβ: «Αἱ ἡμέραι μου παρῆλθον ἐν βρόμῳ, ἐρράγη δὲ τὰ ἄρθρα τῆς καρδίας μου... ᾅδης μου ὁ οἶκος... Ποῦ οὖν μου ἔτι ἐστὶν ἡ ἐλπίς;» καὶ ἐκεῖνο, ὅπερ μυστικῶς ἀλλ᾿ ἰσχυρῶς ἐζήτει ἐκ νεότητος ἡ καρδία μου, «τίς ὄψεται;» (Ἰὼβ ιζ' 11-15).

Ο Ἴδιος ὁ Χριστὸς μαρτυρεῖ ὅτι ὁ Θεὸς προνοεῖ φιλοστόργως διὰ πᾶσαν τὴν κτίσιν, ὅτι οὐδὲ ἓν μικρὸν πετεινὸν τοῦ οὐρανοῦ εἶναι ἐπιλελησμένον ὑπ᾽ Αὐτοῦ, ὅτι Αὐτὸς μεριμνᾷ εἰσέτι καὶ διὰ τὸν καλλωπισμὸν τῶν κρί-νων τοῦ ἀγροῦ, διὰ δὲ τοὺς ἀνθρώπους ἡ πρόνοια Αὐτοῦ εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλυτέρα, τοσοῦτον ὥστε «καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς ἡμῶν πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσί» (πρβλ. Ματθ. ι' 30).

Ποῦ λοιπὸν εἶναι αὕτη ἡ ἕως καὶ τῶν πλέον ταπεινῶν πραγμάτων διϊκνουμένη καὶ περὶ τῶν ἐλαχίστων σπουδάζουσα πρόνοια; Οἱ πάντες συμπνιγόμεθα πρὸ τοῦ θεάματος τοῦ ἀκράτου ἐν τῷ κόσμῳ ὀργίου τοῦ κακοῦ. Συχνάκις μυριάδες ὑπάρξεων ἅμα τῇ ἐμφανίσει αὐτῶν εἰς τὴν ζωήν, πολλάκις πρὶν εἰσέτι φθάσουν εἰς τὴν αὐτοσυνειδησίαν, ἁρπάζονται μετ' ἀπιστεύτου σκληρότητος.

Διὰ τί λοιπὸν ἐδόθη εἰς ἡμᾶς ἡ παράλογος αὕτη ζωή; Καὶ ἰδού, διψαλέως ζητεῖ ἡ ψυχὴ νὰ συναντήσῃ τὸν Θεόν, ἵνα εἴπῃ εἰς Αὐτόν: Διὰ τί ἔδωκας εἰς ἐμὲ τὴν ζωήν;... ᾿Εκορέσθην βασάνων. ᾿Εκάλυψέ με σκότος... Διὰ τί κρύπτεσαι ἀπ' ἐμοῦ;... Γνωρίζω ὅτι εἶσαι ἀγαθός, ἀλλὰ πῶς εἶσαι τοσοῦτον ἀδιάφορος εἰς τὴν τραγῳδίαν μου;

Διὰ τί εἶσαι τοσοῦτον σκληρὸς καὶ ἀνίλεως πρὸς ἐμέ; Δὲν δύναμαι νὰ Σὲ ἐννοήσω!

ΕΖΗΣΕΝ ἐπὶ τῆς γῆς ἄνθρωπος, ἀνὴρ διακαοῦς πνευματικῆς δίψης, τὸ ὄνομα αὐτοῦ Συμεών. Ἐπὶ μακρὸν προσηύχετο μετ' ἀκρατήτου θρήνου: «Ε-λέησόν με»! ᾿Αλλὰ δὲν εἰσήκουεν αὐτοῦ ὁ Θεός.

Παρῆλθον μῆνες τοιαύτης προσευχῆς, καὶ αἱ δυνά-μεις τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ἐξηντλήθησαν. Ἔφθασε μέχρι τῆς ἀπογνώσεως καὶ ἀνέκραξεν: «Εἶσαι ἀδυσώπητος»! Καὶ ὅτε διὰ τῶν λέξεων αὐτῶν ἐντὸς τῆς συντετριμμένης ἐκ τῆς ἀπογνώσεως ψυχῆς αὐτοῦ ἐρράγη τι, εἶδεν αἴφνης τὸν ζῶντα Χριστόν. Πῦρ ἐπλήρωσε την καρδίαν καὶ ὅλον τὸ σῶμα αὐτοῦ μετά τοιαύτης δυνάμεως, ὥστε, ἐὰν διήρκει ἡ ὅρασις μίαν εἰσέτι στιγμήν, θὰ ἀπέθνησκε. Ποτέπλέον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιλησθῇ τοῦ ἀφάτως πράου, τοῦ εἰς τέλος ἀγαπῶντος, τοῦ εὐχαρίστου καὶ πλήρους ὑπερνοητῆς εἰρήνης βλέμματος τοῦ Χριστοῦ. Καὶ εἰς τοὺς ἑ-πομένους μακροὺς χρόνους τῆς ζωῆς αὐτοῦ ἀκαμάτως ἐμαρτύρει ὅτι «ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστίν», ἀγάπη ἄπειρος, πάντα νοῦν ὑπερέχουσα.

Διὰ τὸν μάρτυρα αὐτὸν τῆς Θείας ἀγάπης πρόκειται ἡμῖν ὁ λόγος.

᾿Απὸ τῶν χρόνων Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, κατὰ τοὺς διαρρεύσαντας δεκαεννέα αἰῶνας, παρήλασαν χοροί ὁλόκληροι τοιούτων μαρτύρων. ᾿Αλλ' ὁ τελευταῖος οὗτος εἶναι εἰς ἡμᾶς ἰδιαιτέρως πολύτιμος, διότι ὑπῆρξε σύγχρονος ἡμῶν. Πολλάκις ἐμφανίζεται μεταξὺ τῶν χριστιανῶν ὁ ἐντελῶς φυσικός πόθος ὅπως ἴδωσιν ὁρατὰ σημεῖα τῆς πίστεως ἡμῶν. ᾿Αλλέως ἀσθενοῦν εἰς τὴν ἑαυτῶν ἐλ πίδα καὶ αἱ διηγήσεις περὶ θαυμάτων παλαιῶν ἡμερῶν ἀποβαίνουν εἰς τὴν συνείδησιν αὐτῶν μῦθος. Ἰδοὺ διὰ τί τοσοῦτον ὠφέλιμος εἶναι ἡ ἐπανάληψις τοιούτων μαρτυ-ριῶν. Ἰδοὺ διὰ τί εἶναι εἰς ἡμᾶς τοσοῦτον ἀνεκτίμητος καὶ ὁ νέος οὗτος μάρτυς, εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ὁποίου ἡ-δύνατό τις νὰ ἴδῃ τὰς πολυτιμοτέρας ἐκδηλώσεις τῆς πίστεως ἡμῶν. Γνωρίζομεν ὅτι καὶ εἰς αὐτὸν ὀλίγοι μόνον θὰ δώσουν πίστιν, καθὼς ὀλίγοι ἐπίστευσαν καὶ εἰς τὴν μαρτυρίαν τῶν προγενεστέρων Πατέρων. Τοῦτο δέ, οὐχὶ διότι ἡ μαρτυρία εἶναι ψευδής, ἀλλὰ διότι ἡ πίστις ἀπαιτεῖ αὐταπάρνησιν καὶ ἀγῶνα. Λέγομεν ὅτι εἰς τοὺς δεκαεννέα αἰῶνας τῆς χριστιανικῆς ἱστορίας ἐφάνησαν «νέφη» μαρτύρων τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, ἀλλ᾽ εἰς τὸν ἀπέραντον ὠκεανὸν τῆς ἀνθρωπότητος ἡ ἀναλογία αὐτῶν εἶναι ἀσήμαντος.

Σπάνιοι εἶναι οἱ τοιοῦτοι μάρτυρες, διότι δὲν ὑπάρχει ἄθλος δυσκολώτερος καὶ ὀδυνηρότερος τοῦ ἀγῶνος ὑπὲρ τῆς ἀγάπης, δὲν ὑπάρχει μαρτυρία φοβερωτέρα τῆς μαρτυρίας περὶ τῆς ἀγάπης, οὐδὲ κήρυγμα προκλητικώτερον τοῦ κηρύγματος περὶ αὐτῆς.

Ρίψατε ἓν βλέμμα εἰς τὴν ζωὴν τοῦ Χριστοῦ. Ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον, ἵνα δώσῃ εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὸ Εὐαγγέλιον περί τῆς αἰωνίου θείας ζωῆς. Παρέδωκεν αὐτὸ δι' ἁπλῶν ἀνθρωπίνων λέξεων καὶ διὰ δύο συντόμων ἐντολῶν περὶ τῆς πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τῆς πρὸς τὸν πλησίον ἀγάπης. Ἐκ τῆς Εὐαγγελικῆς διηγήσεως βλέπομεν ὁποίους πειρασμούς ὑπέστη ἐκ τοῦ διαβόλου, ὅστις ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο, ἵνα ἐξαναγκάσῃ τὸν Χριστὸν «νὰ λύσῃ» αὐτὰς τὰς ἐντολάς, ἔστω καὶ κατ' ἐλάχιστόν τι, καὶ νὰ ἄρῃ οὕτω ἀπ᾿ Αὐτοῦ τὸ «δικαίωμα», ὅπως δώσῃ αὐτὰς εἰς τὸν ἄνθρωπον. Γνωρίζετε τί συνέβη εἰς τὴν ἔρημον (βλ. Ματθ. δ΄ καὶ Λουκ. δ΄). Ἐκ τῶν ἀπαντήσεων τοῦ Χριστοῦ βλέπομεν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀγῶνος διὰ τὴν πρώτην ἐντολὴν, ἤτοι διὰ τὴν πρὸς τὸν Θεὸν ἀγάπην. Καὶ ὅταν ὁ νικητὴς εἰς αὐτὸν τὸν ἀγῶνα Χριστὸς ἐξέρχη- ται εἰς τὸ κήρυγμα, ὁ διάβολος περιβάλλει Αὐτὸν δι' ἀτμοσφαίρας ἀσπόνδου καὶ φονικῆς ἔχθρας. ᾿Ακολουθεῖ Αὐτὸν εἰς πάσας τὰς ὁδούς, ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν ἐπιτυγχάνει τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ. Τὰ ὕστατα πλήγματα αὐτοῦ και τὰ τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρξαν ἡ προδοσία τοῦ μαθητοῦ ἀποστόλου, ἡ γενική ἀποστασία, αἱ παράφοροι κραυγαὶ τοῦ εὐεργετηθέντος πλήθους: «Σταύρωσον, σταύρωσον Αύτόν». Πάλιν ὅμως νικᾷ ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὡς καὶ ὁ Ίδιος κατηγορηματικῶς μαρτυρεῖ περί τούτου: «Θαρσείτε, Ἐγώ νενίκηκα τὸν κόσμον». Καὶ πάλιν: «Έρχεται ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων, καὶ ἐν Ἐμοὶ οὐκ ἔχει οὐδέν».

Ο διάβολος δὲν ἠδυνήθη νὰ ἄρῃ ἀπ᾽ Αὐτοῦ τὸ δικαίωμα, ὅπως δώσῃ εἰς τὸν κόσμον τὴν καινὴν ἐντολήν. Ὁ Κύριος ἐνίκησε καὶ ἡ νίκη Αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα, ὥστε οὐδεὶς οὐδέποτε δύναται νὰ μειώσῃ τὴν νίκην αὐτήν.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἡγάπησεν ἀπεράντως τὸν κόσμον. Εἰς τὸν Γέροντα Σιλουανὸν ἐδόθη νὰ διώσῃ τὴν ἀγάπην αὐτὴν ἐνεργῶς. Καὶ ἐκεῖνος εἰς ἀπάντησιν ἡγά-πησε τὸν Χριστόν, καὶ διήνυσε μακρούς χρόνους σκλη ροῦ ἀγῶνος, ἵνα οὐδεὶς καὶ οὐδὲν δυνηθῇ νὰ ἁρπάσῃ ἀπ᾿ αὐτοῦ τὸ δῶρον τοῦτο. Πρὸς τὸ τέλος τοῦ βίου θὰ ἠδύνατο ὁμοίως πρὸς τὸν μέγαν Παῦλον νὰ εἴπῃ καὶ αὐτὸς: «Τἰς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ; Θλίψις ἢ στενοχωρία ἢ διωγμὸς ἢ λιμὸς ἢ γυμνότης ἢ κίνδυνος ἢ μάχαιρα... Πέπεισμαι γὰρ ὅτι οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε ἄγγελοι οὔτε ἀρχαὶ οὔτε δυνάμεις οὔτε ἐνεστῶτα οὔτε μέλλοντα οὔτε ὕψωμα οὔτε βάθος οὔτε τις κτίσις ἐ-τέρα δυνήσεται ἡμᾶς χωρίσαι ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν» (Ρωμ. η΄ 35-39).

Ἐμβαθύνοντες εἰς τοὺς λόγους τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου κατανοοῦμεν ὅτι ἡδύνατο νὰ ὁμιλῇ οὕτως, ἐπειδὴ καὶ ὁ ἴδιος διῆλθε διὰ μέσου ὅλων αὐτῶν τῶν ἀγώνων. Καὶ πᾶς ὅστις ἀκολουθεῖ τὸν Χριστόν, ὡς κατέδειξεν ἡ πεῖρα τῶν αἰώνων, διέρχεται πλήθος δοκιμασιῶν. Δι' αὐτῶν διῆλθε καὶ ὁ Γέρων Σιλουανός.

Ο μακάριος οὗτος Γέρων ἐν τῇ ροῇ τεσσαράκοντα καὶ ἐξ ἐτῶν ἠσκήθη ἐν τῷ ὄρει τοῦ Ἄθω, ἐν τῇ ρωσικῇ Μονῇ τοῦ ᾿Αγίου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος. Ἐν τῇ μονῇ ταύτῃ ἔτυχε νὰ ζήσωμεν καὶ ἡμεῖς περὶ τὰ δεκα-τέσσαρα ἔτη. Εἰς τὰ τέλη τοῦ βίου τοῦ Γέροντος, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1931 ἕως τῆς ἡμέρας τῆς κοιμήσεως αὐτοῦ (11/24 Σεπτεμβρίου 1938) συνέβη οὕτως, ὥστε νὰ εἴμεθα ὁ πλησιέστερος εἰς αὐτὸν ἄνθρωπος. Πῶς ἐγένετο τοῦτο, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξηγήσωμεν.

Τὰς μετὰ τοῦ Γέροντος σχέσεις ἡμῶν ἐγνώριζόν τινες οἱ ὁποῖοι βαθέως ἐξετίμων αὐτόν. Αἱ ἐπίμονοι παρακλήσεις αὐτῶν ὡδήγησαν ἡμᾶς εἰς τὴν συγγραφὴν τοῦ Βίου αὐτοῦ. Τὸ ἐγχείρημα τοῦτο δι᾽ ἄνθρωπον, ὅστις δὲν ἔχει οὔτε τὸ δῶρον οὔτε τὴν πεῖραν τοῦ «γράφειν», δὲν εἶναι εὔκολον. Παρὰ ταῦτα ἀποφασίζομεν τοῦτο, διότι βαθέως καὶ εἰλικρινῶς ἐπείσθημεν ὅτι εἰς ἡμᾶς ἀπόκειται τὸ χρέος νὰ διηγηθῶμεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους περὶ τοῦ ἀληθῶς μεγάλου καὶ ἐξαιρέτου αὐτοῦ ἀνδρός.

Ἡ παροῦσα βίβλος κατὰ τὸ περιεχόμενον αὐτῆς προορίζεται διὰ στενόν κύκλον ἀνθρώπων, τὰ ἐνδιαφέροντα τῶν ὁποίων συγκεντροῦνται εἰς τὴν χριστιανικὴν ἄσκη-σιν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ κυρία μέριμνα ἡμῶν συνίσταται εἰς τὴν κατὰ τὸ δυνατὸν ἀκριβεστέραν «πνευματικὴν σκιαγράφησιν» τοῦ Γέροντος. Κατὰ τὴν μετ᾿ αὐτοῦ ἐπικοι-νωνίαν ή προσοχή ἡμῶν, σκοπούντων εἰς τὸ προσωπικόν ἡμῶν «ὄφελος», ήτο ἀπερροφημένη ἐκ τῆς πνευματικῆς μορφῆς αὐτοῦ. Ποτέ δὲν εἴχομεν τὴν ἰδέαν νὰ συγγρά-ψωμεν τὴν βιογραφίαν αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο πολλὰ στοι χεῖα, ἅτινα θὰ ἦσαν ἐνδιαφέροντα διὰ τὸν βιογράφον, παρέμειναν εἰς ἡμᾶς ἄγνωστα. Περὶ πολλῶν εἴμεθα ὑπο-χρεωμένοι νὰ σιωπήσωμεν, ἐπειδὴ συνδέονται μετ' ἀνθρώπων εἰσέτι ζώντων. Ἐνταῦθα ἀναφέρομεν ὀλίγα μό- νον γεγονότα ἐκ τῆς ζωῆς τοῦ Γέροντος, ἅτινα εἴτε ἐκεῖνος διηγήθη εἰς ἡμᾶς κατά διαφόρους ἀφορμὰς ἐν ταῖς συχναῖς ἡμῶν συνομιλίαις, εἴτε ἐπληροφορήθημεν ὑπὸ ἄλλων ἀσκητῶν τοῦ ῾Αγίου Όρους, φίλων τοῦ Γέροντος. Υποθέτομεν ὅτι ἡ πενιχρότης τῶν πληροφοριῶν περὶ τῆς ἐξωτερικῆς αὐτοῦ ζωῆς δὲν συνιστᾷ οὐσιώδη ἔλλειψιν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν. Θὰ ἤμεθα πλήρως ἱκανοποιημέ-νοι, ἐὰν ἐπετυγχάνομεν, ἔστω καὶ ἐκ μέρους, νὰ ἐκπλη-ρώσωμεν τὸν σπουδαιότερον σκοπὸν ἡμῶν, καὶ δὴ νὰ δι-αζωγραφήσωμεν τὴν πνευματικὴν πορείαν τοῦ Γέροντος εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν εἶχον τὴν τύχην τῆς ἀμέσου καὶ ζώσης ἐπικοινωνίας μετ' αὐτοῦ. Ἐξ ὅσων δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν ἐκ τῶν ἐπαφῶν ἡμῶν μετὰ τῶν ἀνθρώπων, ἦτο ὁ μόνος ἀπαθής, τὸν ὁποῖον ἔτυχε νὰ συναντήσωμεν ἐν τῇ ὁδῷ τῆς ἐπιγείου ἡμῶν ζωῆς. Νῦν δὲ, ὅτε οὗτος δὲν εὑρίσκεται μεθ' ἡμῶν, παρουσιάζεται εἰς ἡμᾶς ὡς τις ἐξαίρετος γίγας τοῦ πνεύματος.

Ὅτε ὁ Κύριος ἔζη ἐπὶ τῆς γῆς, ἡ ταπεινή Αὐτοῦ ἐμ-φάνισις ἐν σαρκὶ ἀπέκρυπτεν ἐκ τῶν ἀνθρωπίνων βλεμμάτων τὴν αὐθεντικὴν Αὐτοῦ μεγαλειότητα, καὶ μόνον μετὰ τὴν ᾿Ανάληψιν τοῦ Κυρίου καὶ τὴν κάθοδον τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἀπεκαλύφθη εἰς τὸ νοερὸν ὄμμα τῶν μαθητῶν καὶ ἀποστόλων ἡ Θεότης τοῦ Χριστοῦ. Παρόμοι-όν τι συνέβη εἰς ἡμᾶς ἐν σχέσει πρὸς τὸν Γέροντα Σιλουανόν. Ὅτε ἦτο ἐν τῇ ζωῇ, ἦτο τοσοῦτον ἁπλοῦς καὶ προσιτός, ὥστε παρὰ τὴν εὐλάβειαν πρὸς αὐτόν, παρὰ τὴν συνείδησιν τῆς ὑψηλῆς ἁγιότητος τοῦ ἀνδρὸς τούτου, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ αἰσθανθῶμεν πλήρως τὸ μεγαλεῖον αὐτοῦ. Μόνον δὲ νῦν, ὅτε ἐν τῇ ροῇ ὁλοκλήρου σειρᾶς ἐτῶν οὐδένα ἴσον συναντῶμεν ἐν τῇ ὁδῷ ἡμῶν, ἀρχόμεθα μετὰ καθυστερήσεως νὰ ἐννοῶμεν τὸ αὐθεντικόν μεγαλεῖον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν ἀνεξιχνίαστον πρόνοιαν τοῦ Θεοῦ ὡδηγήθημεν νὰ γνωρίσωμεν τοσοῦτον ἐκ τοῦ σύνεγγυς.

Συνεχίζεται με:

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ
ΒΙΟΣ ΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟ
Υ

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης για τον Όσιο Σωφρόνιο Ζαχάρωφ (1994).

                            

Όποτε ήθελα να περπατήσω στην αυλή του μοναστηριού στο Μάλντον (Έσσεξ), ήταν αδύνατο να αποσπαστώ από την σεβάσμια αγκαλιά του σεβάσμιου Ηγουμένου Σωφρονίου († 1993). Άγιος, ευαίσθητος, άνοιγε την πατρική του καρδιά σε όλους όσους έρχονταν εκεί. Ο μακάριος ηγούμενος έλεγε: «Να είστε τέλειοι, όπως ο Πατέρας μας είναι τέλειος» (Ματθ. 5:48)· και ο ίδιος ζούσε αυτή την τελειότητα, δηλαδή προσευχόταν βαθιά.

Ο γνωστός Γέροντας Σωφρόνιος, ο οποίος τώρα έχει περάσει από τη ζωή στη ζωή, κοινοβίτης, ασκητής και πνευματικός πατέρας του Αγίου Όρους, είναι αθάνατος απόγονος του μακαριστού Αγίου Σιλουανού († 1938), του οποίου τη βιογραφία συνέθεσε με υπέροχη πνευματική διορατικότητα και άφησε ως κληρονομιά στο πλήρωμα της Εκκλησίας. Ο Γέροντας Σιλουανός είναι αυτός που κάλεσε τον σεβάσμιο γέροντά μας, λέγοντας: «Κράτα τον νου σου στην κόλαση και μην απελπίζεσαι».

Η εποχή μας χρειαζόταν τον ασκητισμό και τις μυστικές εμπειρίες των πατέρων μας· και ο λόγος του γέροντά μας ήταν τόσο αυθεντικός όσο ο λόγος του Αγίου Σιλουανού.

Ω! Ο ίδιος ο Γέροντας Σιλουανός κατάλαβε ότι η απάθεια — που είναι απαραίτητο στοιχείο για εμάς — εξαρτάται από τα Ορθόδοξα δόγματα και την καθημερινή προσευχή· τόσο περισσότερο ο ηγούμενός μας, που τώρα ζει με τους αγγέλους και τους αγίους ως οικουμενικός πατέρας, και που φύλαξε τις εμπειρίες του στην καρδιά του μέχρι το τέλος, το κατάλαβε.

Μακάριοι όλοι όσοι λάβαμε ή θα λάβουμε το τίμιο όνομά του, του Σιλουανού του Αθωνίτου, επειδή το έλεος και η ευλογία των αγίων γεμίζουν ολόκληρη τη γη και ανασταίνουν τους νεκρούς, αφού ο νικηφόρος Κύριος ζωοποιεί όσους τα δέχονται.

Πόσα θαύματα του Αγίου Πνεύματος δεν βλέπουμε στη ζωή του Αγίου Σιλουανού, που έζησε όπως οι άγιοι του παρελθόντος, με αγάπη για την εργασία, «φρεσκάδα», φυσικότητα και θάρρος ψυχής, από τα οποία μετέχουμε και χαιρόμαστε.

Αλλά εδώ βλέπουμε ακόμη περισσότερα! Ο πατέρας μας, ο ηγούμενος Σωφρόνιος, τον οποίο αγαπήσαμε πολύ. Ναι, ο λόγος και τα έργα του είναι άξια πίστης.

Οι λαμπρότητες, τα σύννεφα, οι διάφορες κακουχίες, και ιδιαίτερα η συμμετοχή του στη ζωή του Αγίου Σιλουανού έγιναν η αποκάλυψη της παρέμβασης του Θεού στον άνθρωπο. Ο άγιος ηγούμενός μας υπέφερε, έκλαιγε· η καρδιά και το στήθος του ήταν μυστηριώδη βάσανα. Πέρασε από οδυνηρά μονοπάτια, σε θλίψη και υπομονή. Πώς; Η δύναμη του αγίου είναι η χάρη του Θεού. Σε όλα αυτά, «υπέστη θεία πράγματα» και με κενωτική αγάπη μας παρέδωσε τις ανείπωτες καταστάσεις των φανερώσεων του Θεού στο άκτιστο φως. «Άνοιξε το στόμα σου, και θα το γεμίσω» (Ψαλμός 80:11). Αυτό είπε ο ηγούμενος Σωφρόνιος, και έτσι έγινε.

Η κακή του υγεία δεν τον εμπόδισε να βασανίζει οικειοθελώς το σώμα του, ώστε δίνοντας αίμα να πάρει το πνεύμα και να μοιραστεί το φως του Χριστού με τα πλήθη των πιστών, που τον πλησίαζαν με απόλυτη εμπιστοσύνη. Και ποιος δεν θα ήθελε, ακόμη και στη σιωπή και την ηρεμία, να πιει από αυτές τις πηγές που σιωπηλά ανάβλυζαν νερό και αίμα;

Από αυτή την «προσωπική γνώση του Ζωντανού Θεού», η οποία, όπως γράφει ο ίδιος, είναι «ένα ασύγκριτο δώρο», ο Ηγούμενος Σωφρόνιος ζωγράφισε την εικόνα της αληθινής χριστιανικής ζωής και ενστάλαξε την αγάπη του Θεού, η οποία περιβάλλει ολόκληρη την κτίση, σε εκατοντάδες και χιλιάδες ψυχές που τον γνώρισαν και γεννήθηκαν στη ζωή από αυτόν και που τον ομολογούν ως «άνθρωπο πλήρη Αγίου Πνεύματος» (πρβλ. FA 6, 5), έναν αυθεντικό μάρτυρα των καρπών της εμπειρίας τής εν Χριστώ ζωής.

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Θα ἐνεργῶ σάν ἄν εἶχα αὐτή τήν ἀγάπη

                                                 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Κάποτε ἕνας προσκυνητής στό Ἅγιο Ὄρος ἔθεσε σέ πολλούς Γέροντες τό ἐρώτημα:
''Τί εἶναι σπουδαιότερο στή ζωή μας'';
Ὅλοι τοῦ ἀπαντοῦσαν:
''Εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ˙ ν’ ἀγαπᾶς τόν Θεό καί τόν πλησίον σου''.
Σκέφθηκε:
''Δεν ἔχω ἀγάπη οὔτε γιά προσευχή οὔτε γιά τόν Θεό οὔτε γιά τούς ἄλλους. Τί νά κάνω;''. Καί ὕστερα μόνος του ἀποφάσισε: ''Θα ἐνεργῶ σάν ἄν εἶχα αὐτή τήν ἀγάπη''.
Τριάντα χρόνια ἀργότερα τό Ἅγιο Πνεῦμα τοῦ ἔδωσε τή Χάρη τῆς Ἀγάπης.
Αγίου Σωφρονίου

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

ΑΓΙΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟ

Το 1958, ο Άγιος Σωφρόνιος ζήτησε από τις βρετανικές αρχές άδεια να μετακομίσει στην Αγγλία με τη μικρή μοναστική κοινότητα που είχε συγκεντρωθεί γύρω του στο Παρίσι. Στην Αγγλία, είχε βρει μια απομονωμένη ιδιοκτησία, το Tolleshunt Knights, στο Έσσεξ.

Αλλά εκείνα τα χρόνια, οι ξένοι ήταν πολύ δύσκολο να υποδεχτούν την Αγγλία. Στη συνέντευξη στη Βρετανική Πρεσβεία στη Γαλλία, ο πατέρας Σωφρόνιος ρωτήθηκε πώς θα μπορούσε να είναι χρήσιμος στην αγγλική κοινωνία. Απάντησε ότι ο στόχος τους ήταν να ζήσουν σε ένα ήσυχο μέρος, όπου θα μπορούσαν να τελέσουν τη Θεία Λειτουργία.

Από τη μαρτυρία του πατέρα Ζαχαρία Ζαχαρού μαθαίνουμε πώς πήγαν οι συζητήσεις στο Κοινοβούλιο και για το γεγονός ότι ορισμένοι βουλευτές ήταν πολύ αποφασισμένοι να μην τους αφήσουν να έρθουν στην Αγγλία, επειδή ο πατέρας Σωφρόνιος είχε ζητήσει να έρθει με ολόκληρη την κοινότητά του.

Κάποια στιγμή, όταν οι συζητήσεις έτειναν σαφώς προς την άρνηση, ένα μέλος του Κοινοβουλίου σηκώθηκε και είπε: «Δεν θέλετε να αφήσετε τον Αρχιμανδρίτη να έρθει επειδή δεν μπορεί να συνεισφέρει τίποτα στην οικονομία μας. Έτσι, αν οι 12 απόστολοι έρχονταν στο Ντόβερ σήμερα, θα δεχόσασταν μόνο τον Ιούδα, επειδή έχει τα χρήματα!» Εκείνη τη στιγμή, ο Υπουργός Εσωτερικών, Μπάτλερ, υπέγραψε τα αιτήματα και είπε: «Δώστε στον Αρχιμανδρίτη ό,τι θέλει!»

Και, με αυτόν τον απολύτως υπέροχο τρόπο, ο Πατέρας Σωφρόνιος έλαβε βίζα για να παραμείνει στην Αγγλία, μαζί με τη μικρή μοναστική του κοινότητα.

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Γιατί την οδό της Θεο-γνωσίας..

«Η ανθρωπίνη επιστήμη παρέχει το μέσο για την έκφραση της εμπειρίας, αλλά είναι αδύνατο να μεταδώσει την γνώση, η οποία αληθώς σώζει, χωρίς την συνεργία της Χάριτος.

Η γνώση του Θεού είναι γνώση οντολογική και όχι αφηρημένη - θεωρητική.

Χιλιάδες και χιλιάδες επαγγελματιών θεολόγων λαμβάνουν τα ανώτατα πτυχία, ενώ στην σφαίρα του Πνεύματος παραμένουν κατ’ ουσία σε βαθειά άγνοια. Και τούτο, διότι δεν ζουν συμφώνα προς τις εντολές του Χριστού· λόγω δε τούτου στερούνται του φωτός της θεογνωσίας.
Ο Θεός είναι αγάπη. Και η αγάπη αυτή αποκτάται δια της οδού της μετανοίας...»

Άγιος Γεροντας Σωφρόνιος

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

"Τίς έστιν Ούτος"


Άγιος Σωφρόνιος *


Για να εννοήσει κάποιος, έστω και εν μέρει, “Τίς έστιν Ούτος;”(Ματθ. κα’ 10), πρέπει απαραιτήτως να ομοιώθει μαζί Του μένοντας στο πνεύμα των εντολών Του.
Όποιος δεν Τον ακολούθησε με ολοκληρωτική πίστη, όποιος δεν Τον αγάπησε εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της διανοίας, και επομένως δεν τήρησε τον λόγο Του, ας μην τολμά να Τον κρίνει επιπόλαια ή να εκφέρει γνώμη γι’ Αυτόν (βλ.Α’ Κορ. β’ 14).
Ας τηρήσει σιωπή, διότι δεν είναι κατάλληλος να κρίνει τον Υιό του Θεού και Λόγο του Πατρός.

Για να εκτιμήσει κανείς επάξια στον χώρο της επιστήμης ή της τέχνης την ιδιοφυΐα του επιστήμονα ή του καλλιτέχνη, πρέπει ο ίδιος να μην απέχει πολύ από αυτόν.
Το ίδιο ακριβώς ισχύει και στη σφαίρα του πνεύματος.
Όποιος όμως οικοδόμησε τη ζωή του πάνω στην πέτρα της διδασκαλίας Του (βλ. Ματθ. ζ’ 24-29), αυτός θα φθάσει βαθμιαία στην κατανόηση του “Τις έστιν Ούτος “.

*(Οψόμεθα τον Θεό, σελ.116)

Ο ΑΓΙΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΜΑΘΗΤΕΥΣΕ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΣΙΛΟΥΑΝΟ ΚΑΙ ΔΙΔΑΧΘΗΚΕ ΑΜΕΣΑ ΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. 
ΔΕΝ ΚΑΝΕΤΕ ΤΙΠΟΤΕ ΓΙΑ ΜΕΝΑ.  ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΑΣ. ΒΥΘΙΣΤΗΚΑΤΕ ΣΤΟΝ ΒΑΛΤΟ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΤΥΠΙΚΟΥ.
ΕΧΟΥΜΕ ΜΙΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΩΣ ΓΙΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΧΟΥΜΕ ΜΙΑ ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ.
ΧΑΣΑΜΕ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΜΑΣ ΚΑΙ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΠΟΛΑΙΟΤΗΤΑ ΝΑ ΝΟΜΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΤΑΘΕΙ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΗΡΙΓΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ.

Άγιος Γέροντας Σωφρόνιος : Μέσα στη Θεία Λειτουργία ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει το Χριστό, να βρει το παν. Όταν αρχίζει κανείς να προσεύχεται, η ίδια η προσευχή θα του λύνει τις απορίες του.

 Σωφρόνιος του Έσσεξ_Elder Sophrony of Essex_მამა სოფრონი_ Старец Софроний (Сахаров) Эссекс_ (†1993)ss2-copysofronie-de-la-essex-icoana1-Gerwn-Swfronios-Saharwf1 

«Να έχουμε βαθειά ησυχία στην εκκλησία, είναι άκρως πολύτιμο προνόμιο.
Μηχανευθείτε τρόπους να είστε με τον Θεό!». 

 Άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ

Ιερομόναχος Ζαχαρίας  λέει για τον Αγιο Γέροντα Σωφρόνιο :
Ο Γέροντας έδινε μεγάλη σημασία στη Θ. Λειτουργία. Μάλιστα τη λειτουργική προσευχή την ονόμαζε υποστατική προσευχή. Την προσευχή που ανήκει στον άνθρωπο ως εικόνα Θεού, ως πλασμένο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση Θεού. Μέσα στη Θ. Λειτουργία ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει όλη τη ζωή του Χριστού, να ζήσει το Χριστό. Έδινε μεγάλη σημασία στην προετοιμασία για τη Θ. Λειτουργία και την προσοχή με την οποία έπρεπε εμείς να τελούμε τη Θ. Λειτουργία και να προσευχόμαστε σ’ αυτή.

Θεωρούσε ο Γέροντας ότι στις μέρες μας μέσα στη Θ. Λειτουργία ο άνθρωπος μπορεί να βρει το παν. Και ότι όταν τελείται με προσοχή η Θ. Λειτουργία έχει μέσα της όλη τη χάρη του Θεού. Εφ’ όσον είναι ο Χριστός που τελεί, στην ουσία, τη Θ. Λειτουργία, όπου είναι ο Χριστός εκεί είναι και όλος ο ουρανός.

Ο Γέροντας έλεγε ότι στις μέρες μας που σχεδόν έχουν εκλείψει οι συνθήκες για την ησυχαστική προσευχή το μόνο που μας έμεινε είναι η Θ. Λειτουργία. Να δώσουμε όλη μας τη δύναμη και όλη μας την προσοχή στο να τελέσουμε τη Θ. Λειτουργία όπως πρέπει για να βρούμε το πλήρωμα της χάριτος, της σωτηρίας.. Όλη μας η ζωή πρέπει να είναι κατά τον τύπο της Θείας Λειτουργίας. Δηλαδή, όπως στη Λειτουργία βασίζομε το Μυστήριο πάνω στο λόγο του Χριστού και καλούμε τη χάρη του Αγίου Πνεύματος με την προσευχή στον Ουράνιο Πατέρα παρακαλώντας ν’ αγιασθούν τα δώρα κι εμείς, έτσι πρέπει νάναι και όλη μας η ζωή’ να βασίζεται πάνω στο λόγο του Θεού και τη δέηση, στην ικεσία. Τότε αγιάζεται όλη η κτίση, ο άνθρωπος και μαζί του όλη η κτίση.

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Να μάς ανοίξει ο Θεός τις πύλες τής μετάνοιας

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "3 αν κάποτε με τρόμαξε στα αλήθεια Ο θάνατος, ήταν μόνο απ' την επίμονη σωπή του Λάζαρου. ΟΣτο δρόμο της ποίησι ης"

Άγιος Σωφρόνιος

Πώς μπορούμε να μορφώσουμε το πνεύμα μας έτσι, ώστε με κάθε κίνηση της αγάπης του προς όλη την κτίση και προς τον Θεό να αγκαλιάζει τα πάντα και να πενθεί στην προσευχή; Γνωρίζουμε από τούς Βίους των Αγίων, από τις διδασκαλίες και τα συγγράμματά τους, ότι κανένας από αυτούς δεν πέρασε την οδό του χωρίς πρόσκαιρες υποχωρήσεις, πτώσεις ή ολισθήματα στην αμαρτία.

Όλοι όμως, χωρίς εξαίρεση, σώθηκαν με τη μετάνοια.
Έτσι λοιπόν, όταν εμφανίζεται σε μάς το αίσθημα ότι είμαστε πραγματικά απότοκα τού σκότους του άδη, αυτό αποτελεί το επιθυμητό επακόλουθο τής πνευματικής επιστήμης. Και όπως γνωρίζετε, στις προσευχές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής υπάρχει ένα συνεχές αίτημα να μάς ανοίξει ο Θεός τις πύλες τής μετάνοιας. Αυτή είναι η βασιλική οδός πού οδηγεί από το σκοτάδι της αμαρτίας και του θανάτου στη Βασιλεία του Θεού Πατρός, η οποία καταυγάζεται από τον Άδυτο “Ήλιο.


Βαδίζουμε συνεχώς τον δρόμο της αυτομεμψίας, και αν μέσα μας βρεθεί χώρος, τότε ο Ίδιος ο Θεός κατέρχεται στο «υπόγειό» μας, στο σκοτεινό υπόγειο -δεν λέω «πάτωμα» αλλά «υπόγειο»- και μάς ανυψώνει προς τον Εαυτό Του. Και όταν Αυτός κατέλθει στο «υπόγειό» μας, τότε, παραδόξως, η παρουσία Του μετατρέπει τα πάντα σε αίσθηση της μακαρίας Βασιλείας τού Πατρός.

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Γῆ, ἄκουσε τὰ λόγια ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ μετανοεῖ

Ἀπὸ τὸ περιοδικὸ "Ὁ ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ", Ἔκδοσις Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὅρους, τ. 18 (1993), ἄρθρο: «Πρόσεχε οὐρανὲ καὶ λαλήσω, γῆ ἐνωτίζου φωνῆς μετανοούσης Θεῶ», σελ. 12 (ἀποσπάσματα).

Ἅγιος Σωφρόνιος τοῦ Ἔσσεξ 

Ὅταν προσευχόμαστε: «Καταξίωσον, Κύριε, ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτη ἀναμαρτήτους φυλαχθῆναι ἡμᾶς», εἶναι φοβερὰ δύσκολο νὰ κρίνουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ἂν ἡ ἡμέρα πέρασε καλά, ἀναμάρτητα ἤ, ἀντίθετα, ἐὰν διαπράξαμε ἁμαρτίες χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουμε, ὅπως λέει ὁ Ψαλμωδός: «Ἐκ τῶν κρυφίων μοῦ καθάρισόν με» (Ψαλμ. 18, 13). Ὄντως, ἡ ἁμαρτία ἐνεργεῖ συχνὰ μέσα μας κατὰ τρόπο τόσο λεπτό, ὥστε νὰ μὴ μποροῦμε νὰ τὴν ἀντιληφθοῦμε.
Τὴν τελευταία φορά σᾶς ἀνέφερα μερικοὺς λόγους ἀπὸ τὸν Μέγα Κανόνα τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα Κρήτης. Ἀσφαλῶς πρόκειται περὶ ἑνὸς ἐξαιρετικοῦ ἔργου, ἀπὸ τὸ ὁποῖο μποροῦμε νὰ μάθουμε πολλά. Προφανῶς εἶναι πρᾶγμα θαυμαστὸ νὰ βλέπει κανεὶς τὸν ἅγιο Ἀνδρέα νὰ προσφέρει τὴν προσευχή του στὸν Θεὸ ἀνακαλῶντας στὴ μνήμη ὅλο τὸ περιεχόμενο τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, ὡς καὶ τὶς προφητεῖες ποὺ ἀφοροῦν τὸ τέλος τοῦ κόσμου, τὴν τελικὴ κρίση τῶν ἀνθρώπων.
Πόσο ἀξιοπρόσεκτη εἶναι ἡ περικοπὴ τοῦ ἁγίου Ἀνδρέα ποὺ λέει: «Πρόσεχε, Οὐρανέ, καὶ λαλήσω. Γῆ, ἐνωτίζου φωνῆς μετανοούσης Θεῶ» (β’ ὠδή, 1ο τροπάριο. Βλ. Δευτερ. 32:1, Ἠσ. 1, 2).
Παρατηρῆστε τὸ παράδοξο αὐτῆς τῆς καταστάσεως:... Ἕνας μόνος ἄνθρωπος μετανοεῖ γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς αὐτὸ λαμβάνει ὑπερκόσμιες διαστάσεις. Καὶ αὐτὴ ἡ τόλμη μας ἐκπλήσσει: «Οὐρανέ, πρόσεχε αὐτὸ ποὺ θὰ σοῦ πῶ». Εἶναι φωνὴ ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ μετανοεῖ.

Ὁ Σιλουανὸς ἐξ ἰδίας πείρας γράφει ὅτι ὁ θρῆνος τοῦ Ἀδὰμ ἀνάγκασε ὅλη τὴν κτίση νὰ σιωπήσει καὶ νὰ προσέξει τὰ δάκρυά του. Εἶναι καλὸ νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι μέσα στὴ μοναχικὴ ζωὴ εἰσερχόμαστε σ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν πραγματικότητα. Ἀντιλαμβάνεσθε τὴ διαφορὰ ποὺ ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου, τοῦ «ἀναγεννημένου» ἀνθρώπου καὶ ἐκείνου ποὺ δὲν γνωρίζει τὸν Χριστό. Ὁ Μωυσῆς, καὶ μετὰ ἀπ’ αὐτὸν καὶ ἄλλα τέκνα τοῦ Ἀδάμ, χρησιμοποίησαν μὲ τόλμη αὐτοὺς τοὺς λόγους. Ἡ μετάνοια ἑνὸς ἀνθρώπου εἶναι ἕνα γεγονὸς ἐξαιρετικὰ τραγικό, ἐξαιρετικὰ μεγάλο.


Ἐὰν ὁ Δημιουργὸς Θεὸς ἀποφάσισε νὰ σαρκωθεῖ καὶ νὰ ζήσει μὲ τοὺς ἀνθρώπους, εἶναι γιὰ νὰ δείξει σ’ ὅλους μας ὅτι εἴμαστε πλασμένοι κατὰ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ δεχτοῦμε τὴ ζωὴ τοῦ ἰδίου τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὴν κατέχουμε αἰωνίως. Ἀλλὰ αὐτὴ ἡ μυστικὴ ζωὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ μὲ ἀνθρώπινους λόγους.
Συγχωρεῖστε με, ἐὰν δὲν μιλῶ γι’ αὐτὴν τὴν ἐσχάτη πραγματικότητα, διότι ἡ ἀνθρώπινη γλῶσσα παραμορφώνει τὸ ἀληθινὸ πνεῦμα. Ὅμως παρ’ ὅλα αὐτὰ θὰ βιώσετε τὸ νόημα τῆς προσευχῆς: «Καταξίωσον, Κύριε, ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτη - ἐν τῇ νυκτὶ ταύτη, ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτη - ἀναμαρτήτους φυλαχθῆναι ἡμᾶς», δηλαδὴ σὲ μία θεία κατάσταση, ἡ ὁποία καὶ μόνο εἶναι «ἀναμάρτητη».
Ὅπως ἀκριβῶς ὁ ἅγιος Ἀνδρέας Κρήτης ἀρχίζει τὸν Κανόνα του μὲ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου: «Τὸν πρωτόπλαστον Ἀδὰμ τὴ παραβάσει παραζηλώσας» (α’ ὠδή, 3ο τρόπ.), ἀπὸ τὸν πρῶτο ἄνθρωπο ἕως τὴν τελικὴ Κρίση, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ μεὶς φέρουμε τὴ μνήμη τους μέσα μας.

Ὁ Θεὸς καὶ ὅλοι οἱ Ἅγιοι γνωρίζουν καθεμιὰ ἀπὸ τὶς ἐξωτερικὲς κινήσεις μου καὶ εἰδικὰ τὶς κινήσεις τοῦ πνεύματος καὶ τῆς καρδίας μου. Ἔχοντας μαρτυρία αὐτῆς τῆς τάξεως θὰ προσπαθοῦμε νὰ ζοῦμε ἁπλᾶ, ἀλλὰ προσέχοντας νὰ μὴ διαπράττουμε κανένα ἁμάρτημα. Ἀλλὰ δὲν μποροῦμε νὰ τὸ ἐπιτύχουμε αὐτό, ἐκτὸς ἐὰν ἱκετεύουμε τὸν Θεὸ μετὰ δακρύων νὰ μᾶς φυλάξει ἀπὸ κάθε ἁμαρτία.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος φυλάσσεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἐκφράζεται στὸ ἑξῆς ὡς ἀληθινὸ πρόσωπο: «Πρόσεχε, Οὐρανέ, σ’ αὐτὰ ποὺ θὰ πῶ· Γῆ, ἄκουσε τὰ λόγια ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ μετανοεῖ». Τότε κάθε τι ποὺ συμβαίνει στὴ γῆ θὰ προκαλεῖ στὸν νοῦ καὶ στὴν καρδιά μας ἀντιδράσεις διαφορετικὲς ἀπὸ ἐκεῖνες ποὺ συνήθως παρατηρεῖ κανείς. Ὅλη ἡ ζωή μας μπορεῖ νὰ λάβει χαρακτῆρα ἁγιότητας, σύμφωνα μὲ τὸν λόγο τοῦ Κυρίου ποὺ εἶπε: «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι» (Ματθ. 24, 35).


Βλέπετε τί λόγους μας ἀπευθύνει ὁ Κύριος: «Ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰω. 16, 33). Ὁ Κύριος ἀνῆλθε στὸν Οὐρανὸ γιὰ νὰ καθίσει ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός. Μὲ ποιά συνείδηση ζοῦν οἱ Χριστιανοί; Ὅσο ζοῦμε, ἂς προσπαθοῦμε νὰ γνωρίσουμε αὐτὸ τὸ πνεῦμα καὶ τότε ὁ λόγος ποὺ ἀπηύθυνε ὁ ἅγιος Ἀνδρέας στὸν Κανόνα του θὰ γίνει κατανοητός: «Ἠμαύρωσα τῆς ψυχῆς τὸ ὡραῖον ταῖς τῶν παθῶν ἡδοναῖς...» (β’ ὠδή, 6ο τρόπ.).

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

"Τα Πολύτιμα"

                                             Studenicki Krst

Άγιος Γέροντας Σωφρόνιος

-Η προσευχή πρέπει να γίνεται μέσα στα δογματικά πλαίσια, το εκκλησιολογικό και το ευαγγελικό. Διαφορετικά η προσευχή δεν μπορεί να ενεργήση. Και αν ενεργήση, στην ώρα του πειρασμού φεύγει, χάνεται. Πρέπει να γνωρίσουμε όλη την παιδεία του Θεού.

- Η ταπείνωση έχει πολλούς βαθμούς. Πρώτον, είναι η επίγνωση της αμαρτωλότητος. Δεύτερον, συγκρίνει ο άνθρωπος τον εαυτό του με τον τέλειο νόμο και βλέπει ότι είναι χειρότερος από όλο τον κόσμο. Τρίτον, δέχεται τα χαρίσματα ως δώρα Θεού. Τέταρτον, βλέπει την ταπείνωση του Χριστού.

- Η τήρηση των εντολών του Χριστού είναι για όλους τους Χριστιανούς. Η μοναχική ζωή είναι ένας τεχνικός τρόπος για να βοηθηθούμε στην καλύτερη τήρηση των εντολών του Χριστού. Έτσι, εμείς δεν κηρύττουμε Μοναχισμό, αλλά Χριστιανισμό.

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Άγιος Σωφρόνιος _«Ο άνθρωπος είναι ένας μικρόκοσμος. Μετανοεί, γίνεται άγιος, δέχεται ολόκληρο τον κόσμο και έτσι λαμβάνει χώρα μια μικρή δημιουργία.»

 

Εδώ ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα από τα πιο δύσκολα ερωτήματα της πνευματικής ζωής, που αποτελεί εμπόδιο για τη μεγάλη πλειοψηφία των σοφών αυτού του κόσμου. ...

Η πίστη είναι δύσκολη για κάποιον που έχει συνηθίσει να ζει σύμφωνα με τη λογική του. Αλλά πρέπει να έχουμε επίγνωση, αφού εξετάσαμε τον εαυτό μας με προσοχή, ότι η ανθρώπινη διάνοια είναι εξαιρετικά περιορισμένη και ανίκανη από μόνη της να διεισδύσει στα μυστήρια του Θεού. Αυτό που έρχεται πρώτο είναι η πίστη, η οποία είναι ασύγκριτα πιο λεπτή, πιο τέλεια και πιο απεριόριστη από τη διάνοια. Μόνο αργότερα, με πνευματική εμπειρία, ο άνθρωπος φτάνει στο στάδιο όπου αρχίζει να καταλαβαίνει την αλήθεια και με το μυαλό του. Είναι αδύνατο να το εξηγήσεις αυτό σε κάποιον πού αρκείται να μην γνωρίζει την πνευματική ζωή από εμπειρία. Έτσι και ο θεϊκός Γρηγόριος του Σινά λέει ότι την αλήθεια την γνωρίζει το πνεύμα. Υπάρχει ένα αίσθημα που δίνει χάρη, και η κατανόηση του και η έκφρασή του με λόγια είναι συνέπεια αυτού του συναισθήματος που δίνει χάρη.
— 

Απόσπασμα από: Αγωνίζοντας για γνώση του Θεού (Αλληλογραφία με τον David Balfour) • Επιστολή 6 (σ. 96-97) • Αρχιμανδρίτης Σωφρόνιος (Σαχάρωφ)

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Ο Άγιος Γέροντας Σωφρόνιος για τον Πρωτομάρτυρα Στέφανο

 Святой первомученик и архидиакон Стефан 

Άγιος Σωφρόνιος*

Ζώμεν επί της γης και δεν βλέπομεν τον Θεόν, ουδέ δυνάμεθα να ίδωμεν Αυτόν. Αλλ’ εάν το Πνεύμα το Άγιον έλθη εις την ψυχήν, τότε θα ίδωμεν τον Θεόν, ως είδεν Αυτόν ο Πρωτομάρτυς Στέφανος. Η ψυχή και ο νους Πνεύματι Αγίω αναγνωρίζουν αμέσως ότι Αυτός είναι ο Κύριος. Ούτως ο Άγιος Συμεών ο Θεοδόχος Πνεύματι Αγίω ανεγνώρισεν εις το μικρόν βρέφος τον Κύριον, και ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής δια Πνεύματος Αγίου ωσαύτως εγνώρισε τον Κύριον και υπέδειξεν Αυτόν εις τον λαόν.

Άνευ δε Πνεύματος Αγίου ουδείς δύναται να γνωρίση τον Θεόν, και πόσον πολύ αγαπά ημάς. Έστω και αν αναγινώσκωμεν ότι ηγάπησεν ημάς και έπαθεν εξ αγάπης προς ημάς, όμως περί τούτου σκεπτόμεθα μόνον δια του νοός, αλλά δεν εννοούμεν δια της ψυχής, ως πρέπει, την αγάπην του Χριστού. Όταν όμως το Πνεύμα το Άγιον διδάξη ημάς, τότε εναργώς και αισθητώς γνωρίζομεν την αγάπην και γινόμεθα όμοιοι προς τον Κύριον… Όστις φέρει εντός αυτού το Πνεύμα το Άγιον, έστω και ολίγον, ούτος θλίβεται δι’ όλον τον κόσμον ημέρας και νυκτός, και η καρδία αυτού σπλαγχνίζεται παν κτίσμα του Θεού, ιδιαιτέρως δε εκείνους τους ανθρώπους, οίτινες δεν γνωρίζουν τον Θεόν ή εναντιούνται προς Αυτόν, και ως εκ τούτου πορεύονται εις το πυρ των βασάνων. Υπέρ τούτων ούτος προσεύχεται ημέρας και νυκτός πλείον ή δι’ εαυτόν, όπως πάντες και γνωρίσουν τον Κύριον.

Ο Κύριος προσηύχετο υπέρ των σταυρωτών Αυτού: «Πάτερ, άφες αυτοίς· ουνγαρ οίδασι τί ποιούσιν».

Ο αρχιδιάκονος Στέφανος προσηύχετο δι’ εκείνους, οίτινες ελιθοβόλουν αυτόν έως θανάτου: «Κύριε, μη στήσης αυτοίς την αμαρτίαν ταύτην». Και ημείς, εάν θέλωμεν να διαφυλάξωμεν την χάριν, οφείλομεν να προσευχώμεθα υπέρ των εχθρών.

Εάν δεν σπλαγχνίζησαι τον αμαρτωλόν, όστις θα βασανίζηται εις το πυρ, σημαίνει ότι εντός σου δεν ζη η χάρις του Αγίου Πνεύματος, αλλά πονηρόν πνεύμα, και εν όσω έτι ζης, αγωνίζου δια της μετανοίας να απαλλαγής απ’ αυτού.

*Αποσπάσματα από το βιβλίο του Γέροντος Σωφρονίου, Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ, Ιερά Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 1999./πηγή

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2025

Αγιος Σωφρόνιος. Ο Γάμος

Αγιος Σωφρόνιος

Η συνάντησή μου με τον άγιο Σωφρόνιο του Essex

Το άναρχο, το απόλυτο Είναι μας αποκαλύφθηκε ως Προσωπικό.[ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ] Αυτό είναι το Προαιώνιο γεγονός του Είναι. Το πώς είναι δυνατό αυτό το Γεγονός θα παραμείνει στην αιωνιότητα απρόσιτο Μυστήριο για όλα τα κτιστά όντα. Όταν όμως γίνεται λόγος για κτιστά πρόσωπα, εννοούμε ότι αυτά έχουν δημιουργηθεί «εν αρχή» (Γεν. 1,26) ως καθαρή δυνατότητα, που οφείλει να πραγματοποιηθεί ως εκείνο τον βαθμό πληρότητος όπου το πρόσωπο γίνεται «καθαρή ενέργεια». Όλη η οδός αυτή της «πραγματώσεως» του προσώπου περνά πλέον οπωσδήποτε από την συνέργεια Θεού και ανθρώπου. Ο άνθρωπος μπορεί να αποκαλυφθεί ως τον έσχατο βαθμό συναντώντας τον Θεό και Πατέρα και να ομοιωθεί εντελώς με Αυτόν. Μπορεί όμως επίσης να αρνηθεί τον Δημιουργό κατά τις αναζητήσεις του για τις μορφές και τις οδούς του είναι.
Επειδή το πρόσωπο είναι η αρχή που φέρει μέσα της όλο το πλήρωμα, είναι φυσικό μπροστά μας να διανοιχθούν όλες οι άβυσσοι του κόσμου με τις θετικές και τις αρνητικές τους μορφές. Συνεπώς, όταν βλέπουμε μέσα μας «διχασμό προσωπικότητος», παρουσία και του ουρανίου Φωτός και του καταχθονίου σκότους, δεν σκεφτόμαστε ότι αυτό είναι πραγματικά «διχασμός» προσωπικότητος… Όχι το φαινόμενο αποτελεί για μάς αποκάλυψη όλων των δυνατοτήτων μας, αλλά το πρόσωπο παραμένει απαράλλακτα ενιαίο και δεν υπόκειται σε καμία «διαίρεση»… Από το Θείο Αγαθό που αποκαλύπτεται ενώπιον μας, και από το κακό που επίσης βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, καλούμαστε να εκλέξουμε ελεύθερα ή το πρώτο ή το δεύτερο… Η αιωνιότητα ανήκει ακριβώς στην αρχή του προσώπου.
Μπορούμε να πούμε ότι όλοι εμείς οφείλουμε να περάσουμε εκείνο το κατώφλι, πέρα από το οποίο βρίσκεται η νέα αρχή της ζωής μας, που συνίσταται στο ότι αρχίσαμε να δημιουργούμε τον ίδιο του εαυτό μας, να γίνουμε οι ίδιοι πατέρες του εαυτού μας, σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο. Πέρα από το κατώφλι αυτό βρίσκεται η οδός, όπου το κάθε βήμα μας γίνεται εξαιρετικά υπεύθυνο. Το αιώνιο λοιπόν μέλλον μας εξαρτάται και από μας. Δηλαδή εμείς δεν μπορούμε να αναγκάσουμε τον Θεό, όπως ούτε Εκείνος αναγκάζει εμάς· είναι ελεύθερος να μας δώσει τη ζωή Του, αλλά ελεύθερος και να μην την δώσει. Ωστόσο πιστεύουμε ότι, αν είμαστε σύμφωνοι να ζήσουμε μαζί Του, όπως Αυτός είναι, αν κοπιάσουμε να γίνουμε όμοιοι με Αυτόν τηρώντας τις εντολές Του, τότε Εκείνος ποτέ δεν θα αρνηθεί να είναι μαζί μας.
Είθε λοιπόν να μας δώσει ο Κύριος κάποια δύναμη εξ ύψους, για να αποδειχθούμε ικανοί να οικοδομήσουμε τον εαυτό μας σύμφωνα με την εικόνα που μάς δόθηκε· εικόνα (υπόδειγμα), που μας έδωσε ο Χριστός αποκαλύπτοντας με ιδιαίτερη δύναμη πως μπορεί και συνεπώς πως οφείλει ο άνθρωπος να περάσει τη ζωή του.

Ας επιστρέφουμε στο θέμα, που δεν μπορεί να μην ενδιαφέρει όλους μας, και μάλιστα στο θέμα των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων γενικά, και μεταξύ των προσώπων στον γάμο ειδικότερα.
Μία από τις πιο καταστροφικές πλευρές της εποχής μας είναι, όπως νομίζω, η ολοένα αυξανόμενη απώλεια από τους ανθρώπους της χριστιανικής συνειδήσεως σχετικά με τον εαυτό τους και τις διαπροσωπικές σχέσεις τους. Επειδή εξέπεσαν από την πίστη στην Ανάσταση, καταδικάζοντας τον εαυτό τους σε θάνατο όμοιο με τον θάνατο των ζώων, οι άνθρωποι βυθίζονται στην άβυσσο της απογνώσεως. Όλο το νόημα της επίγειας υπάρξεως συνίσταται γι’ αυτούς στο να αρπάξουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη μερίδα «απολαύσεων», «ευχάριστων αισθημάτων», έστω και «στιγμιαίας αυτολήθης», και τα όμοια με αυτά.
Με την απώλεια της προσωπικής εικόνας του είναι που μας αποκαλύφθηκε, οι άνθρωποι στην απόγνωσή τους έφθασαν ως την άγρια ιδέα να ανατρέψουν όλα όσα προϋπήρχαν πριν από αυτό το «ταμπού», και να οικοδομήσουν νέα, «ελεύθερη κοινωνία» που να παρέχει τη δυνατότητα μεγαλύτερου αριθμού εμπειριών.
Η γνώμη μου, όχι ως «κληρικού» αλλά ως «προσώπου», είναι ότι η ανθρωπότητα δεν γνώρισε τη μονογαμία εξαιτίας της πτώσεως της. Για τον πεπτωκότα άνθρωπο η πολυγαμία είναι φυσική. Η χριστιανική μονογαμία είναι υπερφυσική είναι κλήση προς την υπευθυνότητα μας για την κατά το δυνατόν βαθύτερη συναίσθηση της προσωπικής αρχής μας. Η προσωπική αγάπη, δηλαδή όταν κάποιος αγαπά ένα πρόσωπο συγκεκριμένο, δεν είναι ψυχική η φυσιολογική, για να μην πούμε συνδεδεμένη με την ανατομία ή, στην καλύτερη περίπτωση, με τον ψυχισμό. Ο προσωπικός γάμος, μιλώντας κυριολεκτικά, δεν επαναλαμβάνεται είναι πάντοτε μοναδικός. Το νόημά του έγκειται στο να μην παραμείνουμε στα όρια της φύσεως, αλλά στην από κοινού προσπάθεια να γίνουμε «ναός» για τη λατρεία του Ανάρχου Πατρός. Τότε ο γάμος γίνεται οδός προς σωτηρία. Κανένας από μας στη δεδομένη μας κατάσταση δεν αποτελεί τελειότητα. Όλοι έχουμε ανάγκη, ώστε και με την Άνωθεν ενέργεια και με την προσπάθεια μας να αναπτυχθούμε στη γνώση του Θεού. Αν κάποιος μάς δεχθεί όπως είμαστε, τότε βεβαίως θα δεχθεί κάτι, που πολύ απέχει από την τελειότητα. Και εμείς επίσης, αν δεχθούμε τον αγώνα να ζήσουμε από κοινού με το δεδομένο πρόσωπο, τότε το δεχόμαστε αυτό όπως είναι. Συνεπώς αντιμετωπίζουμε την αναγκαιότητα αμοιβαίων δημιουργικών προσπαθειών για την απόκτηση της ποθούμενης αιώνιας διαμονής εν τω Θεώ.
Στην Ιταλία ανέκυψε το ζήτημα για τον νόμο σχετικά με το διαζύγιο. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι καμία εγκύκλιος του πάπα της Ρώμης δεν πείθει τους ανθρώπους του καιρού μας. Μόνο ελάχιστοι από αυτούς «προβληματίζονται», ενώ οι υπόλοιποι βαθμηδόν θα επαναστατήσουν εναντίον της εξουσίας. Στην εκπεσμένη τους κατάσταση, αποπροσωποποιημένοι άνδρες και γυναίκες, μάλλον άρρενες και θήλεις, θα υποδουλωθούν στους «νόμους της φύσεως».
Ο Γέροντας Σιλουανός τηρούσε τη «μέθοδο» να μεταδίδει στον άνθρωπο τις «βασικές αρχές», μετά την αφομοίωση των οποίων θα μπορέσει ανεξάρτητα να βρίσκει λύσεις στις διάφορες βιοτικές περιστάσεις. Και εγώ νομίζω ότι στην κατά Θεό ζωή μας αυτή είναι η μοναδική αληθινή οδός. Είναι «αντίθετη» προς την επιστημονική, επαγωγική μέθοδο. Και αυτό, διότι η Αποκάλυψη μάς μεταδίδει την προαιώνια ιδέα του Θείου Πατρός μας για τον άνθρωπο, και εμείς βασιζόμαστε στα δεδομένα της Αποκαλύψεως, δηλαδή πορευόμαστε με την απαγωγική μέθοδο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η εμπειρική επαγωγική γνώση αποκλείεται εντελώς στη δική μας περίπτωση, αλλά να γνωρίζουμε ότι από μόνη της είναι ελλιπής
Αρχιμ. Σωφρόνιου(Σαχάρωφ), «Το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής», σ. 190-194. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου – Έσσεξ

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2025

Βιωματικὴ συσταύρωση μὲ τὸν Χριστὸ

 'Αγιος Σωφρόνιος

Ἡ νίκη ἐπὶ τῶν παθῶν καὶ τὰ παθήματα ὡς μοχλὸς ἐν Πνεύματι ἐμπειρίας


Πολλάκις ἠσθάνθην ἐμαυτὸν ἐσταυρωμένον ἐπὶ ἀοράτου σταυροῦ. Τοῦτο συνέβαινεν ἐν τῷ Ἄθῳ, ὅτε θυμὸς ἐκυρίευεν ἐμοῦ ἐναντίον ἐκείνων, οἵτινες προσέβαλλον ἐμέ. Τὸ πονηρὸν τοῦτο πάθος ἐφόνευεν ἐν ἐμοὶ τὴν προσευχὴν καὶ οὕτως ὡδήγει ἐμὲ εἰς φρίκην.

Κατὰ καιροὺς ἡ πάλη πρὸς τὸ πάθος τοῦτο ἐφαίνετο ἀδύνατος: Κατέσχιζεν ἐμέ, ὡς τὸ ἄγριον θηρίον κατασπαράσσει τὸ θύμα αὐτοῦ. Συνέβη ποτε ἐξ αἰτίας στιγμιαίου ἐρεθισμοῦ ἡ προσευχὴ νὰ ἀποχωρήση ἀπ’ ἐμοῦ. Ἠγωνιζόμην ἐπὶ ὀκτὼ μήνας, ὅπως ἐπιστρέψη αὕτη. Ὅτε ὅμως ὁ Κύριος ἐνέδωσεν εἰς τὰ δάκρυά μου, τότε ἡ καρδία μου ἐγένετο νηφαλιωτέρα καὶ πλέον ὑπομονητική.

Ἡ πείρα αὕτη τῆς σταυρώσεως ἐπανελήφθη ἀργότερον (ἐν Γαλλίᾳ ἤδη), ἀλλὰ δι’ ἄλλου τρόπου. Δὲν ἠρνούμην νὰ διακονῶ ὡς πνευματικός τούς προσερχομένους εἰς ἐμέ. Ἰδιαιτέρως συνέπασχεν ἡ καρδία μου μετὰ τῶν ψυχικῶς ἀσθενούντων. Τινὲς ἐξ αὐτῶν κλονισθέντες ὑπὸ ἀκραίων δυσκολιῶν τῆς συγχρόνου ζωῆς, ἐζήτουν ἐπιμόνως παρ’ ἐμοῦ διαρκῆ προσοχήν, πρᾶγμα ὅπερ ὑπερέβαινε τὰς δυνάμεις μου. Ἐδημιουργοῦντο ἀδιέξοδοι καταστάσεις: Πρὸς οἱανδήποτε κατεύθυνσιν καὶ ἐὰν ἐκινούμην, ὑπῆρχε τὶς, ὅστις θὰ ἔκραζεν ἐκ τοῦ πόνου. Τοῦτο ἀπεκάλυψεν εἰς ἐμὲ τὰ παθήματα τῶν συγχρόνων ἀνθρώπων, τῶν συντετριμμένων ὑπὸ τῆς ἀγριότητος τοῦ περιβοήτου ἡμῶν πολιτισμοῦ.

Ἡ κολοσσιαία κρατικὴ μηχανή, καίτοι ἐδημιουργήθη ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων, φέρει ἐν τούτοις χαρακτῆρα ἀπροσώπου, ἵνα μὴ εἴπω ἀπανθρώπου, συσκευῆς, ἥτις μετὰ ἀδιαφορίας καταπιέζει ἑκατομμύρια ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων. Ἀνίσχυρος νὰ ἀλλάξω τὰ κατ’ οὐσίαν ἀνυπόφορα καὶ ὅμως νόμιμα ἐγκλήματα τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τῶν λαῶν, κατὰ τὴν ἐκτὸς πάσης ὁρατῆς εἰκόνος προσευχήν μου ἠσθάνθην τὴν παρουσίαν τοῦ ἐσταυρωμένου Χριστοῦ. Ἔζων τὸ Πάθος Αὐτοῦ ἐν Πνεύματι τοσοῦτον ἐναργῶς, ὥστε ἡ φυσικὴ ὅρασις τοῦ «ὑψουμένου ἐκ τῆς γῆς» (βλ. Ἰωάν. 12,32) οὐδόλως θὰ ἐνίσχυε τὴν συμμετοχήν μου εἰς τὸν πόνον Αὐτοῦ. Ὅσον μηδαμινὰ καὶ ἂν ἦσαν τὰ βιώματά μου, ἐν τούτοις ηὔξανον εἰς βάθος τὴν γνῶσιν τοῦ Χριστοῦ, ὡς πρὸς τὴν ἐπὶ γῆς ἐμφάνισιν Αὐτοῦ, ἵνα σώση τὸν κόσμον.

Θαυμαστὴ ἀποκάλυψις ἐδόθη εἰς ἡμᾶς ἐν Αὐτῷ. Οὗτος ἑλκύει πρὸς Ἑαυτὸν τὸ πνεῦμα ἡμῶν διὰ τοῦ μεγαλείου τῆς ἀγάπης Αὐτοῦ. Ἡ ψυχή μου μετὰ κλαυθμοῦ ηὐλόγει καὶ εὐλογεῖ τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα, τὸν εὐδοκήσαντα νὰ ἀποκαλύψη εἰς ἐμὲ διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου τὴν μετ’ οὐδενὸς συγκρινομένην ἁγιότητα καὶ ἀλήθειαν τοῦ Υἱοῦ Αὐτοῦ, διὰ μέσου μικρῶν παθημάτων εἰς τὰ ὁποῖα ὑποβαλλόμεθα.

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2025

Ἡ καθαρὴ προσευχή

Ἅγιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ

Τὸ πρόβλημα τῆς καθημερινῆς ζωῆς ἀπὸ ἀσκητικὴ ἄποψη συνδέεται μὲ τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς ὁ φόβος εἶναι δῶρο ἐξαιρετικὰ πολύτιμο. Μέσῳ αὐτοῦ ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς καθοδηγεῖ στὴν καθημερινὴ ζωή, σὲ κάθε στιγμή. Ἀνεπαίσθητα, μὲ μιὰ ἐνέργεια τῆς χάριτος ποὺ ξεφεύγει ἀπὸ τὴ λογική μας, εἰσερχόμαστε στὴν ἐλευθερία τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ.
Ἂς παραμένουμε κάθε στιγμὴ στὸ φόβο τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι θὰ κατορθώσουμε νὰ διακονοῦμε τον πλησίον καὶ νὰ οἰκοδομοῦμε τὴ σωτηρία μας.
Μὴν παραλείπετε νὰ παρακαλεῖτε κάθε μέρα τὸν Θεὸ νὰ σᾶς δίνει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, τὴ χάρη, γιὰ νὰ ἐκπληρώνετε καὶ νὰ ἀφομοιώνετε τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, μέχρις ὅτου γίνουν δεύτερη φύση σας.
Ὁ τελικὸς σκοπὸς εἶναι νὰ βρίσκεται ὁ νοῦς μας πάντοτε ἑνωμένος μὲ τὴν καρδιά. Ἡ ἕνωση αὐτὴ τῆς καρδιᾶς καὶ τοῦ νοῦ εἶναι ὁ καθαυτὸ τόπος τῆς προσευχῆς.
Στὴν πράξη τὶς περισσότερες φορὲς εἴμαστε καθισμένοι καὶ προφέρουμε... τὴν εὐχὴ χωρὶς φωνὴ στὸν τόπο τῆς καρδιᾶς. Στὴν ἀρχὴ πρέπει νὰ συνδέουμε τὴν εὐχὴ μὲ τὴν ἀναπνοή. Ὅταν εἰσπνέουμε, λέμε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ». Ὕστερα, μὲ τὴν ἐκπνοή, συμπληρώνουμε: «Ἐλέησόν με». Συγκεντρώνουμε ὅλη τὴν προσοχή μας στὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ στὸ λόγο: «Ἐλέησόν με». Δὲ δεχόμαστε καμιὰ ἄλλη σκέψη. Στὴν ἀρχὴ ἡ πράξη αὐτὴ ἡ φαινομενικὰ τόσο ἁπλῆ, εἶναι δύσκολη· ἀντὶ νὰ εἴμαστε εἰρηνικοί, παλεύουμε. Ὡστόσο, σιγά-σιγά, συνηθίζουμε νὰ κρατοῦμε τὴν προσοχή μας στὸ ὑψηλότερο μέρος τῆς καρδιᾶς. Προοδευτικὰ ἀποκτοῦμε τὴ συνήθεια τῆς εὐχῆς.

Ὅταν ἀρχίζουμε νὰ προφέρουμε τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἕνα πλῆθος «λογισμῶν» μᾶς κατακλύζει. Μόλις ἡ εὐχὴ τελειώσει, λογισμοὶ ἐξαφανίζονται. Ἐξερχόμαστε μὲ τὸ νοῦ ἐλεύθερο ἐνῷ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς προσευχῆς οἱ «λογισμοί» μᾶς ἐνοχλοῦσαν. Ἡ προσευχὴ ἀποκαλύπτει τὰ πάθη ποὺ ἔχουμε μέσα μας. Οἱ ἐπιθέσεις αὐτὲς συνήθως ἀποκαλύπτουν τὸ περιεχόμενο τοῦ εἶναι μας. Τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς παλεύουμε μὲ ὅλες αὐτὲς τὶς εἰκόνες, ὅλα αὐτὰ τὰ πάθη καὶ τὶς προλήψεις, γιὰ νὰ προφέρουμε τὸ Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μὲ καθαρὸ νοῦ.

Ἂν αἰσθανόμαστε κάποια ἀντιπάθεια γιὰ κάποιον, τὸ καλύτερο εἶναι νὰ μὴ φέρουμε στὸ νοῦ τὴν εἰκόνα αὐτοῦ τοῦ προσώπου, οὔτε τὴν αἰτία αὐτῆς τῆς ἀντιπάθειας, ἀλλὰ νὰ προσευχόμαστε ἔξω ἀπ’ ὅλα αὐτά. Μὲ τὴν ἐσωτερικὴ αὐτὴ ἐργασία μποροῦμε νὰ ὑπερβοῦμε τὴν ἀντιπάθεια, ν’ ἀρνηθοῦμε τὴν εἰκόνα ποὺ γεννοῦν τὰ πάθη μας.

Ἂν «λογισμοί» μᾶς προσβάλλουν καὶ μᾶς ἐμποδίζουν νὰ προσευχόμαστε μὲ καθαρὸ τρόπο, πρέπει νὰ εἴμαστε ὑπομονητικοὶ καὶ νὰ κράζουμε: «Ἐλέησον με»! Μὲ τὴν ἐνεργὸ αὐτὴ ἀντίσταση μεταμορφώνουμε σιγά-σιγά τὴν ἐκπεσμένη ἀνθρώπινη φύση, ποὺ μᾶς κάνει τέκνα τοῦ πρώτου Ἀδάμ. Παλεύουμε, καὶ ὁ ἀγῶνας αὐτὸς ὀφείλει νὰ εἶναι ἀληθινὰ βαρύς, νὰ ἐνδύεται παγκόσμιο χαρακτῆρα. Ὄχι, δὲν εἴμαστε ἁπλῶς ἄτομα ποὺ προσβάλλονται ἀπὸ τοὺς «λογισμούς». Μὲ ὑπομονὴ ἂς κράζουμε: «Ἐλέησον με, ἐλέησον με»! Ἰδοὺ ὁ τρόπος γιὰ νὰ ἀντισταθοῦμε στοὺς κακοὺς «λογισμούς», νὰ τοὺς ἐμποδίσουμε νὰ μᾶς αἰχμαλωτίσουν.

Μὴν ἀποθαρρύνεσθε γρήγορα, ἀλλὰ νὰ ἐπαναλαμβάνετε τὴν εὐχὴ μέχρις ὅτου εἰσχωρήσει στὰ ἔγκατα τῆς συνειδήσεως σας.
«Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον ἡμᾶς». Ὅταν λέμε τὴν προσευχὴ αὐτή, συνάπτουμε μὲ τὸν Χριστὸ μιὰ προσωπικὴ σχέση, ποὺ ξεπερνᾷ τὴ λογική. Ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ εἰσχωρεῖ σιγά-σιγά μέσα μας.
Μερικοὶ προσεύχονται μὲ τὴ σκέψη, μὲ τὴ διάνοια. Δὲν εἶναι δυνατὸ ὅμως νὰ ὑπάρξει προσευχὴ χωρὶς τὴ συμμετοχὴ τῆς καρδιᾶς. Στὴν προσευχὴ ἡ καρδιὰ καὶ ὁ νοῦς εἶναι ἀρρήκτως ἑνωμένα.

Νὰ προσεύχεσθε στὸ κελλί σας. Μερικοὶ μποροῦν νὰ ξυπνοῦν μία ὥρα νωρίτερα, ἄλλοι μισὴ ἄλλοι ἕνα τέταρτο ἢ δέκα λεπτά. Αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς δυνάμεις τοῦ καθενός. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνεται. Ἡ καρδιὰ καὶ ὁ νοῦς σας θὰ συνηθίσουν ἔτσι νὰ ζοῦν παντοῦ καὶ πάντοτε μὲ τὴν εὐχή. Ὅταν λέτε τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ, ἐμποδίζετε κάθε λογισμὸ νὰ σᾶς προσβάλλει. Οἱ ἀρχάριοι τῆς πνευματικῆς ζωῆς ὀφείλουν νὰ μάθουν νὰ ἀγωνίζονται ἐναντίον τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ σώματος.

Νὰ προσεύχεσθε τὸ βράδυ, τὸ πρωΐ καὶ τὶς ἄλλες στιγμὲς τῆς καθημερινῆς σας ζωῆς. Νὰ προσεύχεσθε γιὰ τοὺς ἄλλους. Μόνο μὲ τὴν ἑνότητα ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ θὰ μπορέσετε νὰ οἰκοδομήσετε τὴ σωτηρία σας. Νὰ προσεύχεσθε γιὰ τοὺς γύρω σας καὶ νὰ ζητεῖτε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ σᾶς εὐλογεῖ διὰ τῶν προσευχῶν τους.

Ὅταν προσευχόμαστε γιὰ κάποιον ἄρρωστο, μνημονεύουμε τὸ ὄνομα του ζητῶντας ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τὸν θεραπεύσει. Αὐτὸ δὲν εἶναι πλάνη, ἀλλὰ πραγματικότητα. Δὲν πρόκειται γιὰ πάθος, ἀλλὰ γιὰ στάση χριστιανικῆς ἀγάπης πρὸς τὸν ἀδελφό μας.
Ὅταν ὁ νοῦς μας εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου στραμμένος πρὸς τὸν Θεό, παύουν ὅλα τὰ ἐρωτήματα. Δὲν ὑπάρχει πιὰ παρὰ ἕνα ἐρώτημα: Πῶς νὰ ἀποκτήσουμε τὸ Πνεῦμα μέσα μας καὶ νὰ τὸ φυλάξουμε.

Μὲ τὴν ὁρμὴ τοῦ πνεύματος μας πρὸς τὸν Θεὸ εἶναι δυνατὸ νὰ φθάσουμε στὴν κατάσταση τῆς καθαρᾶς προσευχῆς. Ὅταν ἡ προσευχὴ γίνεται καθαρά, μία θεωρία ἄλλης τάξεως γεννιέται στὸν ἄνθρωπο. Καθετὶ ποὺ ἀφομοίωσε στὸν κόσμο αὐτὸν ἀπὸ τὴν ἐμπειρία ἢ τὴ μελέτη ξεπερνιέται. Στὴν κατάσταση τῆς προσευχῆς ὁ ἄνθρωπος δὲν γνωρίζει οὔτε τὴν ἡλικία οὔτε τὴν κοινωνικὴ καὶ ἱεραρχική του θέση. Ὅλες οἱ λεπτομέρειες τῆς ἐπίγειας ζωῆς ὑπερβαίνονται. Ἔτσι κατανοεῖται καλύτερα τὸ νόημα τοῦ λόγου τοῦ Χριστοῦ: «Ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ Ἐμὲ οὐκ ἐρωτήσετε οὐδὲν» (Ιωάν. 16,23).

Ποιά στάση νὰ κρατᾶμε στὴν ἐκκλησία; Πρέπει νὰ στεκόμαστε μὲ ἔνταση καὶ αὐτοσυγκέντρωση· νὰ ἔχουμε ἔνταση, δηλαδὴ μεγάλη προσοχή, ὥστε νὰ μὴν διαχέεται ὁ νοῦς μας μὲ ἐπιφανειακὰ πράγματα καὶ ἀλλότριες σκέψεις.

Ὅταν ὁ νοῦς μας εἶναι ἐλεύθερος ἀπὸ τὰ πάθη, ἡ παραμορφωμένη ἀπὸ τὴν πτώση φύση μας ἀποκαθίσταται στὸ πρωτόκτιστο κάλλος της. Ἂν εἴμαστε κατ’ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ οἱ ἀποκαλύψεις γίνονται φυσιολογικὰ φαινόμενα. Ἡ χριστιανικὴ ὁδὸς συνίσταται στὴν πλήρωση τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς μας ἀπὸ τὴν ὑπερβατικὴ γνώση τοῦ Θεοῦ.
Μόνο μὲ μακρόχρονη ἐμπειρία, ποὺ μπορεῖ νὰ διαρκέσει μῆνες καὶ χρόνια, ἀποκτᾷ κάποιος βαθμηδὸν χριστιανικὴ στάση στὴν προσευχή.
Νὰ γίνετε μωροί, μωροὶ σὰν τοὺς ἀληθινοὺς ἀσκητές! Γιατί μωροί; Γιατί νὰ εἶναι κάποιος χριστιανὸς σημαίνει νὰ ζεῖ συγχρόνως σὲ δύο ἐπίπεδα: στὸ παρὸν καὶ στὴν αἰωνιότητα.

Ἐπαναλαμβάνω: Ἂς αὐξήσουμε τώρα τὴν προσοχή μας στὸ νὰ οἰκοδομήσουμε τὴ ζωή μας.
Φυλάξτε ὅλα αὐτὰ στὴ συνείδησή σας, καὶ ἡ ζωή σας θὰ εἶναι γεμάτη ἔμπνευση, ὄχι μόνο κάθε μέρα ἀλλὰ κάθε στιγμή.
Μὴν ξεχνᾶτε αὐτὰ τὰ λόγια. Ὁ Θεός σᾶς ἔδωσε χρόνο γιὰ νὰ οἰκοδομήσετε τὴν αἰώνια σωτηρία σας. Μὴν τὸν σπαταλᾶτε!