Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηράκλειτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ηράκλειτος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2025

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ Κλέος ἀέναον θνητῶν (2)

 Ἀρχιμ. Βασιλείου

Προηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Ἰβήρων

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ

Κλέος ἀέναον θνητῶν

Θεολογική προσέγγισι

Ιερά Μονή Ιβήρων, 2025


1. Ἡ παρουσία τοῦ Ἡρακλείτου


 Αυτό που γνωρίζομε γιὰ αὐτὸν εἶναι τὰ θραύσματα τοῦ ἔργου του που σώζονται στὰ κείμενα ἄλλων συγγραφέων. Ὅπως ἐπίσης καὶ κάποιοι θρύλοι γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἀλληλογραφία του.

Ἀλλὰ καὶ τὰ ἀμφιβόλου ἱστορικῆς γνησιότητος στοιχεία μιλοῦν γιὰ τὴ θρυλικὴ μορφὴ ποὺ ξεπερνὰ τὰ συνηθισμένα καὶ λέγεται Ἡράκλειτος.

Ο Ηράκλειτος θεωρείται συγγραφέας ἑνὸς βιβλίου «Περὶ φύσεως» ποὺ χάθηκε. Εἶναι δὲ ἀξιοσημείωτο ὅτι ἀπὸ τὰ 139 σωζόμενα ἀποσπάσματα, τὰ 40 βρίσκονται σὲ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς. Αὐτὸ δείχνει πόσο ἐκτιμήθηκε καὶ σχολιάστηκε ἡ σκέψι καὶ ἡ παρουσία του ἀπὸ τὴ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας,

Αὐτὸ ποὺ ἐντυπωσιάζει εἶναι ὅτι ὁ κόσμος δὲν ἄφησε νὰ χαθῆ τὸ σύγγραμμα του Ήρακλείτου.

Πολλά συγγράμματα ἄλλων χάθηκαν καὶ δὲν βρέθηκε ένας να σώσει κάτι ἐλάχιστο ἀπ' αὐτά.

Άλλα συγγράμματα σώζονται άθικτα, ἄλλα εἶναι ἀνύπαρκτα γιατὶ δὲν λένε τίποτε σὲ κανένα. Εφαρμόζεται σ' αὐτὰ ὁ λόγος του Ήρακλείτου για τους ασύνετους ποὺ ἀπουσιάζουν ἐνῶ εἶναι παρόντες (Απ. 34.).

Μὲ τὰ διασωθέντα ἀποσπάσματα του έργου του καλούμαστε, όπως γίνεται με τους άρχαιολόγους, να βρούμε το σχήμα καὶ τὸ μέγεθος τῆς χαμένης στάμνας καὶ ληκύθου. Αὐτὰ ὅμως δὲν συμπληρώνουν ένα ακίνητο σχήμα κάποιας θεωρίας, αλλά φανερώνουν την ἀέναη κίνησι αὐτοῦ ποὺ θυσιάζει τα πάντα για νὰ ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τὴν καταδίκη τῆς φθορᾶς,

Εἶναι ρητά ἀείζια που δίδουν τη δυνατότητα στὸν κάθε ἀναγνώστη να συμμετάσχη στην εύρεσι τοῦ αἰτουμένου. Η αλήθεια βρέσκεται στην κοινωνία ποὺ εἶναι θεία.

Ἐὰν δὲν συμμετάσχης, εἶσαι έξω ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τῆς ζωῆς σὰν τοὺς πολλούς ποὺ ἐνῶ συναναστρέφονται μὲ τὸν κοινὸ καὶ θείο λόγο, μένουν ξένοι.

Ὁ αἰνιγματικὸς λόγος τοῦ Ἡρακλείτου έρμηνεύεται μὲ τὴ συμμετοχή στη ζωή καὶ τὴ διαγωγή του.

Τὸ κάθε ρητὸ ἔχει τὴ λογικὴ ποὺ συγκροτεί τὸ ὅλο. Σου δείχνει τὴν πλευρά που φαίνεται. Καὶ δὲν παραβλέπει τὴν ἄλλη που μένει άγνωστη. Σοῦ ρίχνει φῶς καὶ σοῦ ἀνοίγει χάσματα νέων προβληματισμών. Σοῦ δείχνει το δρόμο χωρὶς νὰ σὲ πάη στο τέλος. Σου φανερώνει τη διαδρομή που ακολούθησε ο ίδιος.

Δι’ όλων αὐτῶν σε προκαλεί να κινηθής ελεύθερα νὰ πῆς τὰ δικά σου.

Ο κυκεών διαλύεται ἐὰν δὲν κινείται. Καί τα χωρίς τοῦ Ἡρακλείτου φωτίζονται μυστικώς μετακινούμενα.

Η διαρκής εναλλαγή της θέσεως των φανερώνει την αμετακίνητη αλήθεια του θείου Λόγου που εὐαγγελίζεται.

Βρίσκεσαι μπροστὰ σὲ μιὰ έκρηξι ποὺ ἀκτινοβολεί ενέργεια ζωής.

Η άτακτοποίητη προσφορὰ τῶν ἀποσπασμάτων του Ηρακλείται είναι πράξις σεβασμού πρὸς τὸν ἀναγνώστη καὶ πρὸς αὐτὰ τὰ ἴδια τὰ ρητά που αειζώως ενούμενα βρίσκουν τη θέσι τους. Κάθε ρήσι αντιπροσωπεύει μὲ αινιγματική σαφήνεια το όλο. Όλα συλλειτουργούν στην υψηλή θερμοκρασία τοῦ ἀειζώου πυρὸς καὶ φανερώνουν το ένα.

Κοχλάζει το ηρακλείτειο κείμενο. Κάθε μία φράσι παρουσιάζει το σύνολο εύκολο καὶ δυσερμήνευτο.

Δεν ξέρεις αν πιο πολύ μιλά ή σιωπά καὶ ἀφήνει τὸν ἐκ σιγής προερχόμενο λόγο να άναδύεται ως νέος καὶ προαιώνιος ἐν κραυγή σαφηνείας καὶ ἐν σιγή μυστηρίου να κινήται ἐπ᾿ ελπίδι καὶ να αναπαύεται ἐν κορεσμώ.

Στο σύνολο της ήρακλείτειας δημιουργίας πνέει ο ίδιος εἰδωλοκλαστικός σύφουνας που ἰσοπεδώνει τὰ ξόανα στη σκέψι καὶ στὴ λατρεία, φανερώνοντας τὸ ἀείζωο πῦρ ποὺ οἱακίζει τὰ πάντα.

Μήπως ἀληθινὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ ζῇ, ἔστω καὶ κατακερματισμένο; Καὶ εἴδωλο γιὰ διάλυσι εἶναι τὸ πεποιημένο ξόανο που στέκει μπροστά σου ἀκίνητο καὶ σοῦ κλείνει τὸ δρόμο;

Μήπως στὸ κάθε μέρος τοῦ ἀληθινοῦ βρίσκεται τὸ σύνολο; Καὶ τὸ ὅλο φανερώνει τὴ μιὰ ἀλήθεια ποὺ συγκροτεῖ τὰ πάντα.

Παντοῦ δεσπόζει ὁ διοικῶν τὰ πάντα διὰ πάντων Λόγος καὶ Θεός, ποὺ διαφέρει στη σοφία καὶ στὸ κάλλος ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο.

Πρέπει ἀπὸ αὐτὸν νὰ ξεκινοῦμε καὶ πρὸς αὐτὸν νὰ πορευόμεθα.

Μήπως γιὰ τὸ αληθινὸ (μέρος ἢ ὅλον) εύλο γία εἶναι ἡ δοκιμασία;

Μήπως θὰ μποροῦσε ὁ Ἡράκλειτος μ' αὐτὰ ποὺ ἔπαθε καὶ ἔμαθε νὰ γράψη βιβλίο ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ χαθή;

Μήπως τὸ ὅτι χάθηκε τὸ βιβλίο του εἶναι μία εὐλογία γιὰ νὰ φανῆ διὰ τῆς ἀπωλείας ἡ ὄντως ἀλήθεια ποὺ δὲν χάνεται ἀλλὰ σώζει τοὺς χαμένους;

Ἔχοντας πεῖρα τῆς Θείας Λειτουργίας, ὅπου ὁ Θεὸς Λόγος εἶναι τὰ πάντα τοῖς πᾶσι, μπορεῖ νὰ καταλάβης τὸν Ἡράκλειτο καὶ νὰ τοποθετήσης σωστότερα τὰ χωρία του.

Μιλᾶ μὲ θαυμασμό για:

τὸν ἄνακτα τὸν ἐν Δελφοῖς, ποὺ οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει

– τὴ Σίβυλλα ποὺ μιλᾶ ἀγέλαστα, ἀκαλλώπιστα καὶ ἀμύριστα, ποὺ περνᾶ χιλιετίες μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

-τὸν ἥλιο ποὺ ἂν δὲν ὑπῆρχε θὰ εἴχαμε νύχτα παρ' ὅλα τὰ ἄλλα ἀστέρια

-τὸν ἄριστο ποὺ εἶναι κλέος ἀέναον θνητῶν.

Δι᾿ ὅλων αὐτῶν φανερώνεται διακριτικὰ καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ ἀρίστου ποὺ τὰ πάντα πράττει καὶ νοεῖ κατὰ μετοχὴν τοῦ θείου Λόγου.

Εἶναι δεινὸς στοχαστὴς ποὺ εἰρωνεύεται τὴ διανόησι· ταλαντούχος ποιητὴς ποὺ ἀντιπαρέρχεται τὴν ποιητική καλλιέπεια μιᾶς Σαπφοῦς.

Ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι συνέπεια ἐπάρσεως, ἀλλὰ φανέρωσι μανίας θεϊκῆς καὶ ἀναζητήσεως τοῦ Ἑνὸς ποὺ ξεπερνᾶ τὰ πάντα.

Δὲν τὸν χωρᾶ τὸ πρόσκαιρο καὶ παρερχόμενο στη φιλοσοφία ὡς στοχασμὸς καὶ στὴν ποίησι ὡς ἁπλὴ καλλιέπεια. Ζητᾶ τὸ ξεπέρασμα ὅλων καὶ προσδοκᾶ τὸ ἀνέλπιστο καὶ ἀνθρωπίνως ἀκατόρθωτο.

Ἀπορρίπτει τὶς τελετὲς τῶν συγχρόνων του μυστηρίων γιατὶ δι' αὐτῶν μολύνονται καθαιρόμενοι.

Δὲν συμφωνεῖ μὲ τὴν ἀγωγὴ ποὺ δίδουν οἱ γονεῖς στὰ παιδιά. Καὶ δηλώνει: «οὐ δεῖ ὡς παίδας τοκεώνων, τοῦτ' ἔστι κατὰ ψιλόν· καθότι παρειλήφαμεν» (Δὲν πρέπει νὰ φερώμαστε σὰν παιδιὰ τῶν γονέων μας, ἀβασάνιστα ὅπως παραλάβαμε (Απ. 74).).

Διαπιστώνει ὅτι ὅλη ἡ πόλι τῆς Ἐφέσου ἔχει παραδοθή σὲ πονηρά πολιτεία.

Κρύβει μέσα του ὡς δοσμένο χάρισμα ἕνα λόγον ψυχῆς ἑαυτὸν αὔξοντα.

Μ' αὐτὸν τὸν αὐτοδύναμο καὶ δυσερμήνευτο λόγο προχωρεῖ καὶ φτάνει στὴ μετοχὴ τοῦ ἑνὸς κοινοῦ καὶ θείου Λόγου.

Διὰ κοινωνίας ζωῆς μετὰ τοῦ Λόγου μαθαίνει τὰ πάντα καὶ ἀληθεύει, ἐνῶ ἀποφαίνεται ὅτι ἰδιάζοντες (δοκέοντες) ψευδόμεθα.

Ἀπὸ τὴν ἐμπειρία καὶ τὴ γνῶσι ποὺ εἶναι κοινωνία ζωῆς (θείας) γνωρίζει καὶ βλέπει τὰ πάντα μὲ τὸν δικό του τρόπο: «οὐ κατὰ χρόνον εἶναι γεννητὸν τὸν κόσμον ἀλλὰ κατ' ἐπίνοιαν» (Test. 10, 16-17. * Πρβλ. Άπ. 69.).

Δὲν εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ποὺ ἔχουν ἔξυπνες ἰδέες καὶ λένε σοφά λόγια. Εἶναι ἕνας ἀπὸ τοὺς παντάπασιν ἀποκεκαθαρμένους ... ἄν ποτε γένοιτο σπανίως (Αὐτὸς ποὺ σκοτώθηκε στὸν πόλεμο (Άρης, ὁ θεὸς τοῦ πολέμου).), ποὺ τὰ θυσιάζει ὅλα (τιμές, διακρίσεις...) καὶ τὸν ἑαυτόν του (ὡς ἀρηίφατος) στὸν ἀγῶνα γιὰ τὸ ἕνα. Καὶ τοῦ δίδονται τὰ πάντα ὡς εὐλογία γιὰ ὅλους. Δέχεται τὴ σοφία, τὸ κάλλος τὸ ἄδυτον καὶ φτάνει στὸ ἀνέλπιστο.

Εἶναι γιὰ τὸν κόσμο πρόβλημα καὶ παρηγοριά, σὰν τὸν χειρουργὸ ποὺ βασανίζει τὸν ἀσθενῆ καὶ τοῦ χαρίζει τὴν ὑγεία.

Λυπᾶται γιατὶ ὁ κόσμος βρίσκεται σ' αὐτὴ τὴν κατάστασι. Ἐνῶ ἀκοῦνε τὸν Λόγο, δὲν και ταλαβαίνουν. Καὶ ἀγνοοῦν αὐτὸ μὲ τὸ ὁποῖο συναναστρέφονται κάθε μέρα.

Ἀποδεικνύεται ταπεινὸς ὁ ὑπερόπτης καὶ εὐαίσθητος ὁ ὀχλολοίδορος.

Ὁ κάλλιστος τοῦτος κόσμος τῶν ἀνθρώπων τοῦ φαίνεται «ὥσπερ σάρμα εἰκῆ κεχυμένων» (Απ. 124), σὰν σωρὸς πεταμένων σκουπιδιῶν. Ὅλοι ἀπὸ τὸν σοφὸ μέχρι τὸν ἀνόητο εἶναι σὰν τὸν πίθηκο μπροστὰ στὸν Θεό, στὴ σοφία, στὸ κάλλος καὶ σ' ὅλα τὰ ἄλλα. Καὶ ὅμως μποροῦν νὰ γίνουν κοινωνοὶ τοῦ θείου Λόγου.

Οἱ ἀνθρώπινοι στοχασμοὶ καὶ τὰ δοξάσματα εἶναι παιδιαρίσματα.

Οἱ δοκέοντες (ποὺ νομίζουν κατὰ τὸν λογισμό τους) ὅτι κάτι ξέρουν, στὴν πραγματικότητα ψεύδονται.

Ὁ ἴδιος κτυπᾶ τὴν ὕβρι καὶ τὴν οἴησι. Δὲν λατρεύει εἴδωλα οὔτε γίνεται αὐτοείδωλο.

Ἔχει ἐμπιστοσύνη στὸν κοινὸ καὶ θεῖο Λόγο. Γνωρίζει ὅλα τὰ φθαρτὰ διὰ τῆς διζήσεως (εξετάσεως) τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τῆς ἐρεύνης τῶν πάντων. Δὲν τοῦ ἀρκεῖ ἡ γνῶσι τῶν φθαρτῶν. Προχωρεῖ διὰ τῆς πίστεως στὴ γνῶσι τῶν ἀϊ δίων. Ὁμολογεῖ ὅτι πολλὰ τῶν θείων μᾶς ξεφεύγουν καὶ δὲν τὰ γνωρίζομε (ἀπιστίῃ) ἕνεκα τῆς ἀπιστίας μας" (Απ. 86).

Δὲν εἶναι ψευδοπροφήτης ἀλλὰ ἀληθινὸς μύστης. Αὐτὸ φαίνεται μὲ τὸ πέρασμα τῶν αἰώνων.

«Ἑκάστου τὸ ἔργον ὁποῖόν ἐστι τὸ πῦρ δοκιμάσει» (Α’ Κορ. 3, 13). Αὐτὸς δοκιμάστηκε μέσα στὸ πῦρ τῆς πραγματικότητος καὶ ἀποδεικνύεται καθαρό χρυσάφι ὡς παρηγοριὰ τοῦ κόσμου. Εἶναι τρυφερότατα αὐστηρὸς καὶ ἀμείλικτα ευαίσθητος. Κρίνει ὅλους καὶ ὅλοι τὸν ἀποδέχονται.

Ἀπὸ τὴν ἄγνοια τῆς μεγαλοφροσύνης καταλήγει στὴ γνῶσι τῶν πάντων διὰ τῆς ταπεινοφροσύνης.

Ἐὰν δὲν γνωρίζης τὸν ἕνα ἐξ οὗ τὰ πάντα, δὲν γνωρίζεις τίποτε.

Ἐὰν ἡ γνῶσι σου δὲν εἶναι γνῶσι καὶ χαρὰ ὅλων, δὲν εἶναι καὶ γιὰ σένα παρὰ ψέμα καὶ καταδίκη.

Ἀρχίζοντας τὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν ἀναζήτησι τοῦ ἑνὸς ἀπεκδύεται τὰ κληρονομικά δικαιώματα τῆς βασιλικής του καταγωγῆς ὡς περιττὰ φορτία.

Γνωρίζοντας τὰ πάντα, τὰ χαρίζει σὲ ὅλους ὡς κεφάλαιο ζωῆς δικό τους. Καὶ προχωρεῖ στὴν εὐρυχωρία τῆς ἀνυπαρξίας γιὰ νὰ ζήση ἀϊδίως μετὰ πάντων.

Μὲ τὴ διαγωγή του πιστοποιεῖ τὴν ἀλήθεια τῶν λόγων του ὁ μεγαλόφρων τῆς νεότητος και ταλήγει ταπεινόφρων τῆς τελειότητος. Διαγράφει τὸν ἑαυτό του (οὐκ ἐμοῦ...Απ. 50) καὶ τιμᾶ ὅλους. Θυσιαζόμενος ἀποδεικνύει πάνω στὰ πράγματα ὅτι ζῆ τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλα εἶναι ἕνα.

Δημιουργεί προβλήματα. Τὸν χαρακτηρίζουν: σκοτεινό, ὑπερόπτη, ὀχλολοίδορο, κοκκυστή (μιλᾶ σὰν κοῦκος ἀκατανόητα), αἰνικτή (μιλᾶ μὲ αἰνίγματα). Φεύγει στο βουνό.

Ἀπομακρυνόμενος ἀπὸ τοὺς συμπολίτες του, χωρὶς νὰ φύγη ἀπὸ τὴν Ἔφεσο, ζῆ μόνος στὸ βουνό. Ψάχνει τὸν ἑαυτό του. Γνωρίζει ὅλους τοὺς φιλοσόφους καὶ ποιητές. Καταλήγει σὲ ἕνα συμπέρασμα: αὐτοὶ ποὺ ψάχνουν γιὰ χρυσό, σκάβουν πολλὴ γῆ καὶ βρίσκουν λίγο. Αὐτὸ εἶναι τὸ χρυσάφι τῆς αὐτογνωσίας ποὺ σοῦ χαρίζει τὴ γνῶσι τῶν πάντων, καὶ τὸν τρόπο τῆς τοῦ παντὸς διοικήσεως. Εἶναι τὸ ἀείζωο πῦρ ποὺ ἦν ἀεὶ καὶ ἔστι καὶ ἔσται.

Στὴν ἀγορὰ τὰ πάντα εἶναι ἀντάλλαγμα χρυσοῦ, καὶ στὸ σύμπαν τὰ πάντα εἶναι ἀντάλλαγμα πυρός.

Ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ἐλευθερία γιὰ τὸν ἄνθρωπο βρίσκεται στὸ ξεπέρασμα τῆς φθαρτῆς κινήσεως καὶ στὴν εἴσοδο στὴν ἀΐδια κίνησι τῶν ἀϊδίων, ὅπου πετυχαίνει τὴν ταύτισι τῶν ἀντιθέτων, τὴ συμφιλίωσι μὲ ὅλα.

Τὸ ἀληθὲς δὲν λησμονείται

-Τὸ ἄδυτο δὲν δύει

-Τὸ ἀείζωο, ποὺ ἦν ἀεὶ καὶ ἔστι καὶ ἔσται,

δὲν πεθαίνει.

Στὴν ἀρχὴ σᾶς μίλησα αὐστηρά, μέσα στὴ σύγχυσι τῆς ἀγνοίας καὶ τὴν ἐπιθυμία τῆς γνώσεως τῆς ἀλήθειας. Τότε σᾶς ἔλεγα ὅτι οἱ πολλοὶ εἶστε κακοί, ὀλίγοι δὲ ἀγαθοί.

Τὸ θαυμαστὸ εἶναι πῶς λίγες ἀμφίσημες φράσεις συγκεντρώνουν ἀσταμάτητα τοὺς πιὸ ἀνήσυχους ἐπαναστάτες ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ τῶν κατευθύνσεων.

Πλησιάζοντας τὸν Ἡράκλειτο δὲν βρίσκεις τὸν πολυμαθῆ ποὺ κατασκευάζει θεωρίες. Ἀλλὰ τὸν πυρπολημένο ἀπὸ τὸ ἀείζωον πῦρ, ποὺ τὰ πάντα πράττει καὶ νοεῖ κατὰ μετοχὴν τοῦ θείου Λόγου. Καὶ καταλήγει ὄχι στὴν ἔπαρσι τῆς αὐτοπροβολῆς ἀλλὰ στὴ συστολὴ τῆς αὐτοδια-γραφῆς (οὐκ ἐμοῦ...) καὶ στὴν παραπομπὴ ὅλων στὸν θεῖο Λόγο.

Ὅταν τὸν ρωτοῦν τί πρέπει νὰ κάμουν γιὰ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸν κίνδυνο τῆς περσικῆς ἀπειλῆς, βγαίνει ἐπάνω σ' ἕνα βάθρο. Παίρνει ἕνα κύλικα. Βάζει κριθάλευρο, προσθέτει λίγο νερό. Τὸ ἀνακατεύει μὲ ἕνα φλισκούνι. Τὸ πίνει, καὶ κατεβαίνει ἀπὸ τὸ βάθρο, θέλοντας νὰ πῆ ὅτι ἡ μετρημένη ζωὴ καὶ τὸ νὰ ἀρκοῦνται στὰ ἀπαραίτητα θὰ τοὺς βοηθήση νὰ ἀντιμετωπί σουν τοὺς κινδύνους ποὺ τοὺς ἀπειλοῦν.

Εἶναι μία ἐνοχλητική παρουσία ποὺ δημι Τώρα σᾶς λέω ὅτι δυνάμει ὅλοι εἶστε ἀγαθοί, Ὅλοι μπορεῖτε νὰ γνωρίσετε τὸν ἑαυτό σας καὶ νὰ γίνετε ἄριστοι. «Πᾶσι μέτεστι γινώσκειν έωυ-τοὺς καὶ σωφρονεῖν». Ὅλα εἶναι ἕνα. Ἔτσι ἀποκτᾶ νόημα ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος.

Μιλᾶ σὰν ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς καὶ τῆς οἰκογενείας μας. Ξέρει τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὰ προ-βλήματα ποὺ ἔχομε. Σοῦ δημιουργεῖ κλίμα οἱκειότητος. Μπορεῖς νὰ μιλᾶς ἐλεύθερα. Ὅλα τὰ καταλαβαίνει, τὰ ξέρει καὶ τὰ ἀνέχεται.

Ἂν κάπου κομπιάσης καὶ μιλήσης παράταιρα, αὐτὸς καταλαβαίνει τὴ δυσκολία σου καὶ σοῦ συμπαραστέκεται. Συμπληρώνει τὰ κενὰ καὶ καταλαβαίνει τὰ ἀσαφῆ. Μέσα σ' αὐτὸ τὸ κλίμα τῆς οἰκειότητος καὶ τῆς ἀνέσεως νοιώθεις ὅτι σὲ συμφιλιώνει μὲ τὰ μακρυνὰ καὶ τὰ ξένα.

Ὅλα συμβιοῦν μέσα στὸ ἕνα ἐν ἐνεργείᾳ συλλείτουργο ποὺ ἦν ἀεὶ καὶ ἔστι καὶ ἔσται.

Σὲ ξυπνᾶ καὶ κινεῖσαι ἄνετα μέσα στὸν χῶρο τῆς ζωῆς, ἔτσι ποὺ μιλᾶ. Μὲ τὶς αὐστηρὲς καὶ ἐπιεικεῖς κριτικές του ἀνοίγει δρόμους ζωῆς. Συγκεντρώνει ὅλο τὸν κόσμο ποὺ ψάχνει τὴν ἀλήθεια ὅπου καὶ ἂν βρίσκεται.

Ὁλόκληρο τὸ κείμενο εἶναι μία καταγραφή ἐκπλήξεων ποὺ προκαλοῦνται μὲ τὶς διάφορες συναντήσεις, ἀποκαλύψεις καὶ προκλήσεις.

Βρίσκεται μεταξύ μας. Μιλᾶ τὴ γλῶσσα μας. Τὸν καταλαβαίνομε. Μᾶς ἀφήνει ἐλεύθερους νὰ μιλᾶμε προσωπικά. Καὶ αὐτὸς ὅλα τὰ κατανοεί καὶ προχωρεί παραπέρα.

ΕΙΧΑΜΕ ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΡΙΕΡΓΕΙΑ ΓΙ' ΑΥΤΟ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΡΑΠΤΟ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ. ΔΙΚΑΙΩΣ ΜΑΛΛΟΝ ΕΙΝΑΙ ΤΕΛΙΚΑ Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ. ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΟΜΩΣ ΝΑ ΚΡΑΤΗΣΟΥΜΕ ΚΑΤΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΙΔΙΟ:
Ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ἐλευθερία γιὰ τὸν ἄνθρωπο βρίσκεται στὸ ξεπέρασμα τῆς φθαρτῆς κινήσεως καὶ στὴν εἴσοδο στὴν ἀΐδια κίνησι τῶν ἀϊδίων, ὅπου πετυχαίνει τὴν ταύτισι τῶν ἀντιθέτων, τὴ συμφιλίωσι μὲ ὅλα.

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2025

Ού φονεύσεις | Πατήρ Νικόλαος Λουδοβίκος



Το πρώτο μέρος τελειώνει στο 53ο λεπτό. Το δεύτερο μέρος επαναλαμβάνει τα τελευταία 20 λεπτά του πρώτου μέρους και η συνέχεια της συζήτησης ξεκινά στο 1.13.40.


Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΟΦΕΙΛΕΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΛΟΓΙΣΜΟΥΣ, ΚΑΙΝ. ΣΤΟΝ ΦΘΟΝΟ. ΣΤΗΝ ΕΠΙΘΥΜΙΑ, ΣΤΗΝ ΑΠΛΗΣΤΙΑ.

Ανώνυμος είπε...


Πρμ ιʹ 7
Μνήμη δικαίου μετʼ ἐγκωμίων, καὶ εὐλογία Κυρίου ἐπὶ κεφαλὴν αὐτοῦ. Μακάριος ἄνθρωπος, ὃς εὗρε σοφίαν, καὶ θνητὸς ὃς εἶδε φρόνησιν. Κρεῖττον γὰρ αὐτὴν ἐμπορεύεσθαι, ἢ χρυσίου καὶ ἀργυρίου θησαυρούς. Τιμιωτέρα δέ ἐστι λίθων πολυτελῶν· (οὐκ ἀντιτάσσεται αὐτῇ οὐδὲν πονηρόν, εὔγνωστός ἐστι πᾶσι τοῖς ἐγγίζουσιν αὐτήν). Πᾶν δὲ τίμιον, οὐκ ἄξιον αὐτῆς ἐστιν. Ἐκ γὰρ τοῦ στόματος αὐτῆς ἐκπορεύεται δικαιοσύνη. Νόμον δὲ καὶ ἔλεον ἐπὶ γλώσσης φορεῖ. Τοιγαροῦν, ἀκούσατέ μου, ὦ τέκνα· σεμνὰ γὰρ ἐρῶ καὶ μακάριος ἄνθρωπος, ὃς τὰς ἐμὰς ὁδοὺς φυλάξει. Αἱ γὰρ ἔξοδοί μου, ἔξοδοι ζωῆς, καὶ ἑτοιμάζεται θέλησις παρὰ Κυρίου. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὑμᾶς, καὶ προΐεμαι ἐμὴν φωνὴν υἱοῖς ἀνθρώπων. Ὅτι ἐγὼ ἡ Σοφία κατεσκεύασα βουλὴν καὶ γνῶσιν καὶ ἒννοιαν ἐγὼ ἐπεκαλεσάμην. Ἐμὴ βουλὴ καὶ ἀσφάλεια, ἐμὴ φρόνησις, ἐμὴ δὲ ἰσχύς. Ἐγὼ τοὺς ἐμὲ φιλοῦντας ἀγαπῶ, οἱ δὲ ἐμὲ ζητοῦντες εὑρήσουσι χάριν. Νοήσατε τοίνυν ἄκακοι πανουργίαν, οἱ δὲ ἀπαίδευτοι ἔνθεσθε καρδίαν. Εἰσακούσατέ μου καὶ πάλιν· σεμνὰ γὰρ ἐρῶ, καὶ ἀνοίγω ἀπὸ χειλέων ὀρθά. Ὅτι ἀλήθειαν μελετήσει ὁ λάρυγξ μου, ἐβδελυγμένα δὲ ἐναντίον ἐμοῦ χείλη ψευδῆ. Μετὰ δικαιοσύνης πάντα τὰ ῥήματα τοῦ στόματός μου, οὐδὲν ἐν αὐτοῖς σκολιόν, οὐδὲ στραγγαλιῶδες. Πάντα εὐθέα ἐστὶ τοῖς νοοῦσι, καὶ ὀρθὰ τοῖς εὑρίσκουσι γνῶσιν. Διδάσκω γὰρ ὑμῖν ἀληθῆ, ἵνα γένηται ἐν Κυρίῳ ἡ ἐλπὶς ὑμῶν, καὶ πλησθήσεσθε Πνεύματος.

ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ (περί φύσεως)

(α)
Και μολονότι τούτος ο λόγος είναι κοινός, οι άνθρωποι γίνουνται ασύνετοι παντοτινά, και πριν τον ακούσουν, και όταν τον ακούσουν για πρώτη φορά.1 Γιατί, μολονότι τα πάντα γίνουνται σύμφωνα με τούτο το λόγο, μοιάζουν σα να μην τον γνωρίζουν και καταπιάνουνται με λόγια και έργα τέτοια, που εγώ τώρα θα διηγηθώ, διαιρώντας το καθένα κατά τη φύση του και λέγοντας πώς έχει. Όσο για τους άλλους ανθρώπους, δεν έχουν συναίσθηση των όσων κάνουν στον ξύπνο τους, όπως λησμονούν τα όσα κάνουν όταν κοιμούνται.

(μετάφραση Γιώργος Σεφέρης)


(α)τοῦ δὲ λόγου τοῦδ᾽ ἐόντος ἀεὶ ἀξύνετοι γίνονται ἄνθρωποι καὶ πρόσθεν ἢ ἀκοῦσαι καὶ ἀκούσαντες τὸ πρῶτον· γινομένων γὰρ πάντων κατὰ τὸν λόγον τόνδε ἀπείροισιν ἐοίκασι, πειρώμενοι καὶ ἐπέων καὶ ἔργων τοιούτων, ὁκοίων ἐγὼ διηγεῦμαι κατὰ φύσιν διαιρέων ἕκαστον καὶ φράζων ὅκως ἔχει. τοὺς δὲ ἄλλους ἀνθρώπους λανθάνει ὁκόσα ἐγερθέντες ποιοῦσιν ὅκωσπερ ὁκόσα εὕδοντες ἐπιλανθάνονται.
(β)φύσις κρύπτεσθαι φιλεῖ
(γ)κακοὶ μάρτυρες ἀνθρώποισιν ὀφθαλμοὶ καὶ ὦτα βαρβάρους ψυχὰς ἐχόντων.
(δ)ὁ ἄναξ, οὗ τὸ μαντεῖόν ἐστι τὸ ἐν Δελφοῖς, οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει.
(ε)διὸ δεῖ ἕπεσθαι τῷ ξυνῷ· τοῦ λόγου δ᾽ ἐόντος ξυνοῦ ζώουσιν οἱ πολλοὶ ὡς ἰδίαν ἔχοντες φρόνησιν.
(Ϛ)οὐ ξυνιᾶσιν ὅκως διαφερόμενον ἑωυτῷ ξυμφέρεται· παλίντονος ἁρμονίη ὅκωσπερ τόξου καὶ λύρης.
(ζ)ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν.
(η)πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι, πάντων δὲ βασιλεύς, καὶ τοὺς μὲν θεοὺς ἔδειξε τοὺς δὲ ἀνθρώπους, τοὺς μὲν δούλους ἐποίησε τοὺς δὲ ἐλευθέρους.
(θ)ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή.


81. (40). 

πολυμαθίη νόον <ἔχειν> οὐ διδάσκει· Ἡδίοδον γὰρ ἂν ἐδίδαξε καὶ Πυθαγόρην αὖτίς τε Ξενοφάνεά τε καὶ Ἑκαταῖον.

Η πολυμάθεια δε διδάσκει να έχεις νου. Αν ήταν έτσι θα είχε διδάξει τον Ησίοδο και τον Πυθαγόρα, ακόμα και τον Ξενοφάνη και τον Εκαταίο. [44]

82. (73). 

οὐ δεῖ ὥσπερ καθεύδοντας ποιεῖν καὶ λέγειν· καὶ γὰρ καὶ τότε δοκοῦμεν ποιεῖν καὶ λέγειν.

Δεν πρέπει ούτε να κάνουμε ούτε να μιλάμε όπως όταν κοιμόμαστε· γιατί και τότε νομίζουμε πως κάνουμε και μιλάμε.

83. (56). 

ἐξηπάτηνται, φησὶν, οἱ ἄνθρωποι πρὸς τὴν γνῶσιν τῶν φανερῶν παραπλησίων Ὸμήρῳ, ὃς ἐγένετο τῶν Ἑλλήνων σοφώτερος πάντων· ἐκεῖνόν τε γὰρ παῖδες φθεῖρας κατακτείνοντες ἐξηπάτησαν εἰπόντες· ὅσα εἴδομεν καὶ ἐλάβομεν, ταῦτα ἀπολείπομεν, ὅσα δὲ οὔτε εἴδομεν οὔτ᾽ ἐλάβομεν, ταῦτα φέρομεν.

Εξαπατούνται οι άνθρωποι ως προς τη γνώση των φανερών πραγμάτων, ακριβώς όπως ο Όμηρος που υπήρξε ο σοφότερος απ' όλους τους Έλληνες. Πράγματι, και εκείνον, κάποια παιδιά που σκότωναν ψείρες, τον εξαπάτησαν λέγοντας του: “Όσα είδαμε και πιάσαμε, τ' αφήνουμε, κι όσα ούτε είδαμε ούτε πιάσαμε, αυτά τα παίρνουμε”.

84. (104). 

τίς γὰρ αὐτῶν νόος ἢ φρήν; δήμων ἀοιδοῖσι πείθονται καὶ διδασκάλῳ χρείωνται ὁμίλῳ οὐκ εἰδότες ὅτι “οἱ πολλοὶ κακοί, ὀλίγοι δὲ ἀγαθοί”.

Γιατί ποιος είναι ο νους τους ή η φρόνηση τους; Πείθονται απ' τους τραγουδιστές του λαού και παίρνουν τον όχλο για δάσκαλο τους, χωρίς να ξέρουν ότι “οι πολλοί είναι κακοί και οι καλοί λίγοι”.

85. (20). 

Γοῦν κακίζων φαίνεται τὴν γένεσιν, ἐπειδάν φῇ· γενόμενοι ζώειν ἐθέλουσι μόρους τ᾽ ἔχειν, μᾶλλον δὲ ἀναπαύεσθαι, καὶ παῖδας καταλείπουσι μόρους γενέσθαι.

Όταν γεννιούνται, θέλουν να ζήσουν και να βρουν το θάνατό τους, ή μάλλον την ανάπαυση· και αφήνουν παιδιά που θα πεθάνουν με τη σειρά τους.

86. (74). 

οὐ δεῖ (ὡς) παῖδας τοκεώνων, τοῦτ' ἔστι κατὰ ψιλὸν· καθότι παρειλήφαμεν.

Δεν πρέπει να φερόμαστε σαν παιδιά υπό την κηδεμονία γονέων, δηλαδή απλούστερα, επειδή έτσι τα έχουμε παραλάβει.

87. (101). 

ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν.

Αναζήτησα τον εαυτό μου.

88. (55). 

ὅσων ὄψις ἀκοὴ μάθησις, ταῦτα ἐγὼ προτιμέω.

Όσα μπορώ να δω, ν' ακούσω και να μάθω, αυτά είναι που προτιμώ.

89. (70). 

Πόσῳ δὴ οὖν βέλτιον Ἡράκλειτος παῖδες ἀθύρματα νενόμικεν εἶναι τὰ ἀνθρώπινα δοξάσματα.

Παιδιών παιχνίδια οι ανθρώπινες γνώμες.

90. (49). 

εἶς ἐμοὶ μύριοι, ἐὰν ἄριστος ἦι.

Αποσπάσματα για μια Ηθική

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2024

«ΞΥΠΝΗΣΤΕ ΜΕ ΤΟΝ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟ. ΜΙΑ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ» Από Salvatore Grandone

Το να πλησιάζεις τη σκέψη του Ηράκλειτου είναι σαν να μπαίνεις σε μια αρένα

Hendrik ter Brugghen, «Ηράκλειτος», 1628
ΞΥΠΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΗΡΑΚΛΕΙΤΟ. ΜΙΑ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ
                                                                                     Του

                                                                          Salvatore Grandone

Σύμφωνα με τον Pierre Hadot, το να κάνεις φιλοσοφία σημαίνει να τηρείς έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής, να προσπαθείς να αναλάβεις ορισμένες εσωτερικές διαθέσεις. Φιλοσοφία και βίος είναι αχώριστα. Αυτή η διδασκαλία που υιοθετήθηκε και επεκτάθηκε από τους προβληματισμούς του Michel Foucault και αναπτύχθηκε με άλλους τρόπους από τον Peter Sloterdijk είναι η βάση αυτής της συνεισφοράς, η οποία στοχεύει να διαβάσει τη σκέψη του Ηράκλειτου ως φιλοσοφία άσκησης. Τον εικοστό αιώνα έγιναν σημαντικές θεωρητικές και φιλολογικές ερμηνείες του στοχαστή της Εφέσου. Η πτυχή που συνδέεται με τη φιλοσοφική «στάση» έχει ξεθωριάσει αντίθετα στο παρασκήνιο (βλ. Stéphane Madelrieux, La philosophie comme attitude). Η πρόθεση είναι λοιπόν να επανενεργοποιηθεί αυτή η σημαντική διάσταση μέσα από μια «θεραπευτική διαδρομή».

Το να πλησιάζεις τη σκέψη του Ηράκλειτου είναι σαν να μπαίνεις σε μια αρένα. Οι πολλαπλές αναγνώσεις των αποσπασμάτων του ποιήματος Sulla Natura έχουν δημιουργήσει με την πάροδο του χρόνου ένα πραγματικό πεδίο εντάσεων στο οποίο η πολικότητα φιλοσοφίας-φιλολογίας σκιαγραφεί τις γραμμές δύναμης. Υπάρχουν πολλαπλές ερμηνείες που αντιμετωπίζουν τις προτάσεις ως αρχαιολογικά ευρήματα που πρέπει να αναλυθούν με διακειμενικά και ενδοκειμενικά εργαλεία και με ακριβή ετυμολογική εκδρομή προσέχοντας να εντοπίζουν τη χρήση των λέξεων στο ιστορικό τους πλαίσιο. Εξίσου πολυάριθμες είναι και οι θεωρητικές έρευνες, που αναζητούν στα λόγια του Ηράκλειτου μια νέα αρχή για τη δυτική φιλοσοφία. Ανάμεσα σε αυτά τα δύο άκρα βρίσκονται οι εξηγήσεις που συγκρατούν τη φιλολογία και τη φιλοσοφία, την ανάγκη να σκεφτούμε τον Ηράκλειτο ξεκινώντας από το παρόν χωρίς ωστόσο να εξαναγκάζουμε τα αποσπάσματα σε ξένα εννοιολογικά πλέγματα.

Σε αυτό το ευρύ και πολύπλοκο πανόραμα, τα μονοπάτια που τονίζουν τη «θεραπευτική» αξία είναι ελάχιστα ή καθόλου εξερευνημένα. Αν και δεν λείπουν τα δοκίμια για την ανθρωπολογία και την ηθική του Ηράκλειτου, ίσως κανείς δεν έχει φτάσει στο σημείο να θέσει την ιατρική-θεραπευτική πτυχή στο επίκεντρο.

Ωστόσο, αυτή η λειτουργία είναι λιγότερο επικίνδυνη σε θεωρητικό επίπεδο από όσο φαίνεται. Σύμφωνα με τον Pierre Hadot, η φιλοσοφία ως θεραπεία της ψυχής ξεκίνησε με τον Σωκράτη και έφτασε στη μέγιστη άνθησή της στις ελληνιστικές φιλοσοφίες. Ωστόσο, ο ίδιος ο Hadot και στη συνέχεια αρκετοί άλλοι κριτικοί υπογράμμισαν πώς αυτή η στάση μπορεί να βρεθεί σε πολλούς φιλοσόφους του μεσαιωνικού, μοντέρνου και σύγχρονου αιώνα. Για μια σύντομη βιβλιογραφική επισκόπηση, ανατρέξτε στο εισαγωγικό μέρος του άρθρου μου Healing from self-love. Το τετραφάρμακο του Blaise Pascal.

Αν και σπανιότερα, αρκετοί μελετητές προβλέπουν τη θεραπευτική στιγμή ανιχνεύοντάς την στην Πυθαγόρεια σχολή και στον Εμπεδοκλή (για παράδειγμα βλ. Jean François Balaudé, Le savoir vivre philosophique. Empédocle, Socrates, Platon) . Φυσικά, ήταν δύσκολο για τους πρώτους φιλοσόφους να προτείνουν μονοπάτια αυτού του τύπου λόγω της γνωστής έλλειψης πηγών. Αλλά παράλληλα με τα αντικειμενικά όρια, επιμένει και η ιστοριογραφική κοινοτοπία ότι οι Ίωνες φιλόσοφοι και οι πλουραλιστές φυσικοί ενδιαφέρονται για κυρίως φυσικά ζητήματα - μια κοινή πεποίθηση που διαδίδουν οι ίδιοι ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης.

Δεν είναι εδώ το μέρος για να σταθούμε στο πώς σήμερα αυτό το όραμα έχει εν μέρει ξεπεραστεί από τους κριτικούς. Για τον σκοπό μας αρκεί να υιοθετήσουμε, πέρα ​​από το μάθημα του Χαντό, τον προσδιορισμό της φιλοσοφίας ως μορφής ανθρωποτεχνικής από τον Peter Sloterdijk.

«Ο άνθρωπος παράγει τον άνθρωπο μέσα από μια ζωή άσκησης. Ως «άσκηση» ορίζω κάθε πράξη μέσω της οποίας διατηρούνται ή βελτιώνονται τα προσόντα του ενεργούντος ενόψει της μετέπειτα διενέργειας της ίδιας πράξης, ακόμη και αν αυτή δεν έχει κηρυχθεί άσκηση». (Peter Sloterdijk, Πρέπει να αλλάξεις τη ζωή σου )

Η ανθρωποτεχνική είναι το σύνολο των τεχνικών που εφευρέθηκε από τον άνθρωπο για να αλλάξει τον εαυτό του. Συγκεκριμένα, η φιλοσοφία είναι ιστορικά η ανθρωποτεχνική εμψυχωμένη από μια βαθιά αίσθηση καθετότητας. Ειδικά στον αρχαίο κόσμο, ο φιλόσοφος είναι κάποιος που θέλει να γνωρίσει τον εαυτό του, να κυριαρχήσει στα πάθη του, να επιδιώκει τη σοφία. Αν αυτός είναι ένας πιθανός θεωρητικός ορίζοντας μέσα στον οποίο θα διασχίσουμε την ιστορία της φιλοσοφίας, τότε είναι θεμιτή μια θεραπευτική εξέταση της σκέψης του Ηράκλειτου, που τοποθετεί την άσκηση, δηλαδή τον ασκητισμό, στο επίκεντρο. Επιπλέον, από αυτή την οπτική γωνία οι Στωικοί και πιθανώς και οι Κυνικοί είχαν ήδη οικειοποιηθεί εκ νέου τον φιλόσοφο της Εφέσου (βλ. Κώστας Αξελός, Héraclite et la philosophie ).

Η ανάλυση θα δομηθεί με βάση τη συμπτωματολογία, τη διάγνωση, την αιτιολογία και το θεραπευτικό σχήμα.

Συμπτώματα
Jan Steen, «In Lust, Be Careful», 1660
Για τον Ηράκλειτο η ανθρώπινη ψυχή ταράζεται από ηδονές και επιθυμίες. Ο άνθρωπος που αναζητά την ηδονή χαμηλώνει τον εαυτό του στη ζωώδη κατάσταση, αρκείται στο να ζήσει μια κτηνώδη ύπαρξη. «Αν η ευτυχία συνίστατο σε σωματικές απολαύσεις, τότε θα έπρεπε να πούμε ότι τα βόδια χαίρονται όταν βρίσκουν τροφή να φάνε» (4) (Ηράκλειτος, στο I Presocratici, επιμέλεια G. Reale). Για τον άνθρωπο που αναζητά την ευχαρίστηση, το επιθυμητό αντικείμενο είναι αδιάφορο. το σημαντικό είναι να νιώθεις ευχαρίστηση. Επομένως, η ευχαρίστηση του ανθρώπου από μόνη της δεν θα ήταν διαφορετική από εκείνη του βοδιού.
Κύρια κέντρα όπου αναπτύχθηκε η ελληνική φιλοσοφία
Ο Ηράκλειτος θίγει ένα θέμα που θα επανεξεταστεί πολλές φορές σε όλη την αρχαία φιλοσοφία. Σκεφτείτε για παράδειγμα τον Γοργία του Πλάτωνα , όταν ο Σωκράτης δείχνει στον σοφιστή Καλλικλή πόσο η απόλαυση είναι εφήμερη. Ο Σωκράτης συγκρίνει την απείθαρχη ζωή με τον άνθρωπο που γεμίζει διάτρητα βαρέλια: όσο κι αν προσπαθεί, όσοι αναζητούν την ευχαρίστηση είναι καταδικασμένοι να νιώθουν πάντα κενοί. Παρόμοιες σκέψεις βρίσκουμε στον Αριστοτέλη, ο οποίος στη Νικομάχεια Ηθική διευρύνει τους στοχασμούς του Φιλήβου του Πλάτωνα και εστιάζει στη διάκριση μεταξύ γευστικών-απτικών απολαύσεων και εκείνων που συνοδεύουν την ανυψωτική δράση. Στην πρώτη περίπτωση είναι ένα αίσθημα πληρότητας που προέρχεται από την πλήρωση ενός κενού. Όσοι αναζητούν αυτή τη μορφή ευχαρίστησης παραδόξως θέλουν και πόνο, γιατί η αίσθηση πληρότητας ακολουθεί εξ ορισμού μια κατάσταση έλλειψης. Στη δεύτερη, η ευχαρίστηση είναι κάτι που προστίθεται, ένα πλεόνασμα που προέρχεται από το ξεδίπλωμα της δύναμης κάποιου για ύπαρξη. Στην αρχαία φιλοσοφία το ζήτημα της ηδονής ως απώτερου στόχου της ύπαρξης ήταν επίσης κεντρικό για τους Κυρηναίους και τους Επικούρειους.

Ο Ηράκλειτος λοιπόν βρίσκεται στην αρχή μιας σημαντικής παράδοσης. Για τον φιλόσοφο της Εφέσου το ζήτημα της ηδονής εμπίπτει στο πρόβλημα της υπερβολής. Καταλαβαίνουμε αυτή την πτυχή καλύτερα εξετάζοντας την άλλη μεγάλη αιτία αναταραχών: τις επιθυμίες.

Ας διαβάσουμε αυτά τα τρία αποσπάσματα.

«Δεν είναι ό,τι καλύτερο για τους ανθρώπους να πραγματοποιούνται όλα όσα επιθυμούν» (110).

«Ο αγώνας ενάντια στην επιθυμία είναι δύσκολος, γιατί αυτό που θέλει το αγοράζει στην τιμή της ψυχής» (85).

«Η περίσσεια πρέπει να σβήσει περισσότερο από μια φωτιά» (43).
JMW Turner, «The Burning of the Houses of Lords and Commons», 1834

Δεν είναι καλό να πραγματοποιούνται όλες οι ευχές μας. Πόσες φορές έχουμε ακούσει το αντίθετο να επιθυμούν οι γονείς ή οι πιο στενοί μας φίλοι; Γιατί η πραγματοποίηση των επιθυμιών μας δεν θα ήταν το «καλύτερο πράγμα»; Η απάντηση βρίσκεται στις άλλες δύο προτάσεις. Οι επιθυμίες εισβάλλουν στην ψυχή, καταλαμβάνουν μεγάλα τμήματα της. πολιορκούν την εσωτερική μας ακρόπολη και κατέχουν βασικές περιοχές. Οι επιθυμίες ενσαρκώνουν τα χίλια πρόσωπα της ύβρεως που βάζουν φωτιά στην ψυχή. Στο όραμα του Ηράκλειτου, η επιθυμία εισβάλλει στον εσωτερικό κόσμο, δημιουργώντας ανισορροπία, και κυρίως μια επικίνδυνη στάση. Στην πραγματικότητα, η επιθυμία δημιουργεί εμμονές, προσηλώνει το μυαλό σε συγκεκριμένα αντικείμενα, εμποδίζοντας μια αληθινή αναπαράσταση της πραγματικότητας. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ότι η εκπλήρωση των επιθυμιών βάζει ένα τέλος σε αυτή τη δυσαρμονία, αλλά αυτό δεν ισχύει. Η επιτυχία τροφοδοτεί την αλαζονεία, το τεκμήριο και επομένως την υπερβολή: νέες επιθυμίες φουντώνουν. Η φωτιά της ψυχής είναι πιο επικίνδυνη από μια φυσική φωτιά. Στην πραγματικότητα, το τελευταίο είναι πάντα ορατό. μπορούν να ληφθούν αντίμετρα για τον περιορισμό και την κατάσβεσή του. Αντίθετα, το κάψιμο της ψυχής είναι συχνά αόρατο στους άλλους και ακόμη και στους εαυτούς μας. παίρνει μεταβαλλόμενες και λεπτές μορφές. Η περίσσεια είναι τότε κατάντη και ανάντη των επιθυμιών μας.

Η απογοήτευση μιας επιθυμίας θα μπορούσε να είναι ένα σημαντικό βήμα προς την εξεύρεση ισορροπίας. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο Ηράκλειτος φαίνεται να επιθυμεί σοφά να μην πραγματοποιήσει όλες τις επιθυμίες του: η αποτυχία είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για να δει κανείς την ύπαρξή του από μια διαφορετική προοπτική.

Γιατί όμως ο άνθρωπος αναζητά συνεχώς την ευχαρίστηση και τροφοδοτεί τις επιθυμίες του, αν αυτές οδηγούν σε αναστάτωση; Γιατί βάζει φωτιά στο καλύτερο μέρος του εαυτού του στο όνομα των μάταιων ψευδαισθήσεων;

Διάγνωση και αιτιολογία

Η διάγνωση του Ηράκλειτου είναι ξεκάθαρη:

«Ακόμα κι αν ακούνε, δεν καταλαβαίνουν και είναι σαν κουφοί. Γι αυτούς μαρτυρεί τό ρητό: αν και είναι παρόντες, απουσιάζουν» (34).

Και πάλι

«Οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να κατανοήσουν αυτόν τον Λόγο που υπάρχει πάντα ούτε πριν τον ακούσουν ούτε αφού τον ακούσουν για πρώτη φορά. Και ακόμα κι αν όλα συμβαίνουν σύμφωνα με αυτόν τον Λόγο, δείχνουν άπειροι όταν δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους σε λόγια και πράξεις, όπως αυτές που παρουσιάζω, διακρίνοντας κάθε πράγμα σύμφωνα με τη φύση του και εξηγώντας πώς είναι. Αλλά οι άλλοι άνθρωποι δεν ξέρουν τι κάνουν όταν είναι ξύπνιοι, όπως ξεχνούν τι κάνουν όταν κοιμούνται» (1).

Το να είσαι σκλάβος στις επιθυμίες και τις απολαύσεις είναι συνέπεια του να ζεις σαν κοιμισμένος. Αν και ο λόγος -θα επιστρέψουμε στην έννοια του Λόγου σύντομα- είναι παρών σε όλα τα πράγματα, ο άνθρωπος ενεργεί σαν κοιμισμένος, σαν άπειρος. Κρίνει την πραγματικότητα επιφανειακά, κατανοώντας μόνο ορισμένες πτυχές. ίσως αναζητά τον πλούτο χωρίς να συνειδητοποιεί -όπως δίδαξε ο Επίκουρος μερικούς αιώνες αργότερα- ότι πίσω από αυτή την επιθυμία κρύβεται μια παράλογη φιλοδοξία για αθανασία.

Ποιες είναι όμως οι αιτίες της αδρανοποίησης; Μια οξεία αιτιολογία συναντάμε στις προτάσεις του Ηράκλειτου. Η έμμονη αναζήτηση της ευχαρίστησης και η ολοένα και πιο δυσκίνητη θέση που καταλαμβάνουν οι επιθυμίες στην ψυχή προέρχονται από μια ψευδή αναπαράσταση της πραγματικότητας. Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που οδηγούν σε λάθος. Ένα πρώτο είναι να βασίζεσαι υπερβολικά στις αισθήσεις: «κακοί μάρτυρες είναι μάτια και αυτιά για τους ανθρώπους που έχουν βάρβαρες ψυχές» (107).

Ο Ηράκλειτος δεν καταδικάζει την αισθητηριακή γνώση από μόνη της. Μάλιστα, δηλώνει επίσης «προτιμώ εκείνα για τα οποία υπάρχει όραση, ακοή, γνώση» (55) . Το πρόβλημα έγκειται στο «πώς» χρησιμοποιούνται οι αισθήσεις. Για μια «βάρβαρη» ψυχή, δηλαδή μη μορφωμένη και μη καθοδηγούμενη από τη λογική, οι αισθήσεις μπορούν να θρέψουν ψευδείς κρίσεις.

Οι αισθήσεις – θα πει ένας μεγάλος σύγχρονος φιλόσοφος του γίγνεσθαι – «περιορίζονται από καιρό σε καιρό στο να καθηλώνουν στιγμιαίες, και επομένως ακίνητες, εικόνες του γίγνεσθαι του κόσμου» (H. Bergson, Creative evolution ). Τείνουν να ακινητοποιούν αυτό που στην πραγματικότητα αλλάζει συνεχώς, να βλέπουν ουσίες όπου υπάρχουν μετασταθερές ισορροπίες. Χωρίς την καθοδήγηση της λογικής, οι αισθήσεις μπορούν να παρέχουν μόνο μια στατική και επομένως θανατηφόρα εικόνα της πραγματικότητας.

Ένας δεύτερος παράγοντας που συμβάλλει στην κατάσταση αδράνειας είναι η υπερβολική βάση στην αφηρημένη και πλασματική γνώση. «Το να γνωρίζει κανείς πολλά πράγματα δεν διδάσκει να σκέφτεται σωστά» (40) (Ηράκλειτος, Οι Προσωκρατικοί) . Δεν είναι το καλοφαγωμένο κεφάλι αλλά το καλοφτιαγμένο (Michel de Montaigne) που πρέπει να μας οδηγήσει. Οι έννοιες έχουν μικρή χρησιμότητα. Αντίθετα, πρέπει να οικοδομήσουμε έννοιες που να είναι προσαρμοσμένες στις αυθαιρεσίες της πραγματικότητας.

Ακόμη πιο επικίνδυνες από τις πλασματικές γνώσεις είναι οι απόψεις. Ο Ηράκλειτος τίς χαρακτηρίζει μέσα από δύο αποτελεσματικές εικόνες. Συγκρίνει τις απόψεις με την ιερή ασθένεια και με τα παιδικά παιχνίδια ( «οι απόψεις είναι σαν την ιερή ασθένεια» (46) · «οι απόψεις των ανθρώπων είναι παιδικά παιχνίδια» (70)) . Οι δύο μεταφορές φαίνεται να βρίσκονται σε αντίθεση, αλλά μετά από προσεκτική ανάλυση φαίνονται συμπληρωματικές. Ο άνθρωπος που καθοδηγείται από απόψεις συγκρίνεται με αυτόν που διακατέχεται από μυστηριώδεις δυνάμεις. Στον αρχαίο κόσμο, η επιληψία ή ιερή ασθένεια θεωρούνταν ασθένεια υπερφυσικής προέλευσης. Εάν τοποθετηθεί πίσω στο ιστορικό πλαίσιο του Ηράκλειτου, η συσχέτιση με την ιερή ασθένεια είναι τότε σημαντική. Οι απόψεις κατέχουν και τυφλώνουν την ψυχή. Κατά συνέπεια, το να είσαι στο έλεος των απόψεων δεν διαφέρει τόσο από την κατάσταση της τρέλας: όσοι ακολουθούν απόψεις είναι παράλογοι σαν τρελοί, παραδίδονται σε μια συγκεκριμένη λογική και αγνοούν την καθολική που λειτουργεί σε όλα. Από την άλλη, οι απόψεις είναι επίσης σαν παιδικά παιχνίδια: είναι μεταβλητές. Όπως ένα παιδί σύντομα βαριέται το ένα παιχνίδι και θέλει άλλο, έτσι και ο άνθρωπος περνά από τη μια γνώμη στην άλλη. Συνηθισμένος να μην συλλογίζεται, ο άνθρωπος είναι μόνιμα εκτεθειμένος στη γοητεία εκείνων των απόψεων που φαίνονται πιο ελκυστικές.

Τέλος, δύο άλλα στοιχεία ευνοϊκά για την εγκαθίδρυση της αδρανούς κατάστασης είναι οι συνήθειες ή οι συμπεριφορές που διδάσκονται μέσω της οικογενειακής εκπαίδευσης ( «Δεν πρέπει να ενεργούμε σαν παιδιά των γονιών μας, δηλαδή, για να το θέσω απλά, όπως μάθαμε από αυτούς» ( 74 )) και θρησκευτικές δεισιδαιμονίες ( «Καθαρίζονται με περισσότερο αίμα και ταυτόχρονα μολύνονται, σαν κάποιος, αφού βυθίστηκε στη λάσπη, πλύθηκε με την ίδια τη λάσπη» (5) ), ένα ιδιαίτερα επιβλαβές υποσύνολο των απόψεων.


Δεδομένης της διάγνωσης και των αιτιών της νόσου, πώς μπορούμε να προσπαθήσουμε να ανακάμψουμε;

Στη θεραπείαJMW Turner, "L'alba sul mare", 1807

Το να ξυπνάς από την κατάσταση ύπνου δεν είναι εύκολο. Υπάρχουν πολλά εμπόδια που εμποδίζουν την αφύπνιση. Αλλά ο Λόγος είναι παρών παντού, διαπερνά τα πάντα. ο καθολικός Λόγος λειτουργεί και στις πράξεις του κοιμώμενου ανθρώπου. Ο Ηράκλειτος γνωρίζει ότι πολλοί σκέφτονται μόνο «να χορτάσουν τον εαυτό τους σαν θηρία» (29) , που «δεν ξέρουν ούτε να ακούν ούτε να μιλάνε» (19) , που «πέφτουν σε εξαπάτηση ακόμη και σε προφανή πράγματα» (56). Ωστόσο, «πρέπει να θυμόμαστε και αυτόν που ξεχνά που οδηγεί ο δρόμος» (71).

Ο Λόγος ανήκει σε όλους και καταρχήν ο καθένας μπορεί να ξυπνήσει, να φύγει από τον συγκεκριμένο κόσμο στον οποίο περιοριζόταν μέχρι τότε και να αποκτήσει πρόσβαση στον κοινό κόσμο, στην ορθολογική κατανόηση του εαυτού τους και της πραγματικότητας ( «Όλοι οι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να γνωρίζουν τον εαυτό του και να είναι σοφός» (116 )· «για όσους είναι ξύπνιοι υπάρχει ένας κόσμος ενιαίος και κοινός, [...] αντίθετα καθένας από αυτούς που κοιμούνται επιστρέφει στον δικό του κόσμο» (89) ). Πως; Πρέπει να φτάσουμε σε μια τεταμένη και πολική κατανόηση της πραγματικότητας.

«Ο Θεός είναι μέρα-νύχτα, χειμώνας-καλοκαίρι, πόλεμος-ειρήνη, κορεσμός-πείνα. Υποβάλλεται σε αλλαγές σαν τη φωτιά, όταν αναμιγνύεται με αρώματα, και καλείται ανάλογα με το άρωμα του καθενός». (67)

Σε αυτό το απόσπασμα έχουν χυθεί ποτάμια μελάνης. Ανάμεσα στο πυκνό κουβάρι των σχολίων, δύο αποδεικνύονται ιδιαίτερα ενδιαφέροντα για το ταξίδι μας. Ο φιλόσοφος Marchel Conche, επιμελητής μιας κριτικής έκδοσης στα γαλλικά των αποσπασμάτων του Ηράκλειτου, ερμηνεύει την πρόταση ως εξής:

«Δεν καταλαβαίνεις τον Θεό πιάνοντας τη μέρα από τη μια πλευρά και τη νύχτα από την άλλη, τον χειμώνα από τη μια πλευρά και το καλοκαίρι από την άλλη, και ούτω καθεξής. Μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο με την σύλληψη της ενότητας των αντιθέτων, των αντιθέτων στην ενότητά τους. Πιο συγκεκριμένα, συλλαμβάνεται συλλαμβάνοντας όχι μόνο την ενότητα ενός ζεύγους αντιθέτων και μετά ενός άλλου, αλλά την ενότητα όλων των ζευγών, την κοσμική ενότητα. […] Ο Μονόθεος διαφοροποιείται: ξεδιπλώνεται σε πολλαπλά φαινόμενα που συνιστούν την ποικιλομορφία και τον πλούτο του κόσμου. Παρουσιάζεται σε χίλιες πτυχές, κάτω από χίλιες πτυχές που ονομάζονται με διαφορετικά ονόματα». (Héraclite, Fragments , επιμέλεια Marcel Conche)

Ο θείος λόγος δεν είναι μέρα και νύχτα, χειμώνας και καλοκαίρι, πόλεμος και ειρήνη, κορεσμός και πείνα, αλλά μέρα-νύχτα, χειμώνας-καλοκαίρι, πόλεμος-ειρήνη, κορεσμός-πείνα. Η συμπληρωματικότητα των αντιθέτων δεν είναι η εναλλαγή των αντιθέτων, αλλά η κατανόηση, η πολικότητα, ένα πεδίο εντάσεων.

Ένας άλλος Γάλλος φιλόσοφος, ο Gilbert Simondon, αποτύπωσε ακόμη καλύτερα αυτόν τον πυρήνα της ηρακλείτειας σκέψης:

«Κάθε ποιοτική σειρά αποτελείται από την ένταση μεταξύ ακραίων και αντίθετων όρων: ασθένεια και υγεία, κακό και καλό, πείνα και κορεσμός, κούραση και ανάπαυση, πρώτος και τελευταίος, ζωή και θάνατος, ξύπνημα και ύπνος, νιότη και γηρατειά, ανάβαση και κάθοδος, ξηρός και υγρός, ανάβει και σβήνει, μέρα και νύχτα, χειμώνας και καλοκαίρι, πόλεμος και ειρήνη, αφθονία και πείνα, κρύο και ζέστη, διασπορά και επανένωση, προέλαση και υποχώρηση. Κάθε ζεύγος αντιθέτων οριοθετεί και συνιστά ένα σύνολο, ένα σύνολο, στο οποίο συμβαίνει ένα είδος ταλάντωσης, ανταλλαγής, αντιστάθμισης. Οι ακραίοι όροι είναι οι αντίθετες φάσεις μιας μεμονωμένης διαδικασίας που ταλαντώνεται από τη μία στην άλλη. Αυτό που, για τους Ιωνικούς Φυσικούς (των οποίων τήν κοσμολογία υιοθέτησε σε μεγάλο βαθμό ο Ηράκλειτος, αλλά αναθέτει στη φωτιά τον ρόλο του πρωταρχικού στοιχείου) ήταν μια λειτουργία διαφοροποίησης και γένεσης, γίνεται στον Ηράκλειτο μια κυκλική δραστηριότητα ανταλλαγής, εξισορρόπησης. [...] Το Ένα και το Πολλαπλό είναι επομένως το ίδιο πράγμα, γιατί η πραγματικότητα είναι ενότητα ή αρμονία. Είναι όμως σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι για τον Ηράκλειτο η κίνηση δεν είναι μια αόριστη διαφυγή, μια αδιάκοπη ροή, ούτε, κατά συνέπεια, πρόοδος. […] Το να γίνεις δεν είναι μια μη αναστρέψιμη ροή, αλλά μια ταλάντωση αλλαγών φάσης.» (Gilbert Simondon, Sur la philosophie)

Η πραγματικότητα είναι διαδικασία και η συμπληρωματικότητα των αντιθέτων πρέπει να διαβαστεί ως ταλάντωση και ισορροπία. Η «ανταλλαγή», η «αποζημίωση» δημιουργούν και ρυθμίζουν το γίγνεσθαι. Η ενότητα είναι μια ολότητα μετασταθερών ισορροπιών που διαπλέκονται. Γι' αυτό «το Ένα και το Πολλαπλό είναι το ίδιο πράγμα»: δεν υπάρχει ενότητα παρά μόνο στην ένταση, στη διαφορά δυναμικών πολικοτήτων που δομούνται και αναδομούνται επ' αόριστον.

Τώρα, πώς μπορεί αυτή η επίγνωση της πραγματικότητας ως πολλαπλής ενότητας τεταμένων πολικοτήτων να έχει θεραπευτική αξία; Πώς μπορεί η κατανόηση του λόγου να μας αφυπνίσει και να επιφέρει αυτό που ο Pierre Hadot αποκαλεί «μετατροπή του βλέμματος»; Πώς μπορεί η φιλοσοφία του Ηράκλειτου να μεταμορφωθεί σε bios, σε lifestyle; Σέ τρόπο ζωής;

Η ανάγνωση του κόσμου από την ηρακλείτιο προοπτική συνεπάγεται μια πραγματική επανάσταση στον τρόπο που ζούμε στον κόσμο. Ας προσπαθήσουμε να δείξουμε τις κύριες πτυχές.

1) Ο Ηράκλειτος μας καλεί να γίνουμε φίλοι με το αόρατο: «η αόρατη αρμονία είναι καλύτερη από την ορατή αρμονία» (54 ), (Ηράκλειτος, Οι Προσωκρατικοί ). Το να ακολουθούμε τον Ηράκλειτο σημαίνει να κάνουμε ένα σύνθετο και μακρύ ταξίδι για να βελτιώσουμε τις αισθήσεις μας. Έχει δει πώς μια επιφανειακή αντίληψη της πραγματικότητας αποκαλύπτει νεκρά πράγματα. Όπου υπάρχει κίνηση, οι αισθήσεις βλέπουν την ακινησία. όπου υπάρχουν εντάσεις, οι αισθήσεις αντιλαμβάνονται ξεχωριστές ουσίες. Αλλά για τον Ηράκλειτο είναι δυνατή μια άλλη, βαθύτερη αντίληψη του κόσμου. «Προτιμώ εκείνα τα πράγματα για τα οποία υπάρχει όραση, ακοή, γνώση» (55) : η νοημοσύνη πρέπει να διεισδύει στις αισθήσεις και οι αισθήσεις τη νοημοσύνη. Ο Ηράκλειτος μας βοηθά να σκεφτόμαστε έξω από τους δυϊσμούς νου-σώματος, νόησης-αισθήσεων.

2) Ο Ηράκλειτος μας καλεί να ερευνήσουμε τον εαυτό μας: «Ερευνώ τον εαυτό μου» (101) . Δεν υπάρχει αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ ανθρώπου και φύσης: οι τεταμένες πολικότητες που υπάρχουν στον κόσμο λειτουργούν και σε εμάς. Η κατανόηση της φύσης φωτίζει την κατανόηση του εαυτού μας και το αντίστροφο. Αυτή η διδασκαλία του Ηράκλειτου βρίσκει ίσως την πιο σημαντική και πρωτότυπη αναδιατύπωσή της στη σκέψη του Henri Bergson. Για τον Γάλλο φιλόσοφο μπορούμε να καταλήξουμε στον βαθύ εαυτό μας αν «αφήσουμε τον εαυτό μας να ζήσει» (Henri Bergson, Δοκίμιο για τα άμεσα δεδομένα της συνείδησης ). Πρέπει να σκεφτόμαστε το self sub specie durationis και όχι το sub specie aeternitatis: αυτός είναι ο τρόπος για να φτάσουμε στον εαυτό ως μια οργανική ολότητα στην κίνηση και να αισθανθούμε μέρος της δημιουργικής ώθησης της ζωής. Αυτή η μετατροπή του βλέμματος από εξωτερικό σε εσωτερικό είναι δύσκολη. Ωστόσο, είναι ικανό να αλλάξει ριζικά τη σχέση μας με τον εαυτό μας, με τους άλλους και με τον κόσμο.

3) Ο Ηράκλειτος μας καλεί να διαφοροποιήσουμε τις απόψεις μας για την πραγματικότητα. Αυτό είναι ένα από τα πιο γνωστά σημεία της φιλοσοφίας του, αλλά συχνά ασήμαντο - και σε αυτό συνέβαλαν και οι Ηρακλείτες φιλόσοφοι (σύμφωνα με την αρχαία παράδοση ο Κρατύλος) και ο ίδιος ο Πλάτωνας. Η παραλλαγή διαμορφώνεται στον Ηράκλειτο σχεδόν ως πνευματική άσκηση. Στον φιλόσοφο, ο προοπτικισμός δεν είναι συνώνυμος με τον σχετικισμό, αλλά με την εκπαίδευση του βλέμματος προς τις πολλαπλές επιπτώσεις που συνθέτουν τον πολύπλοκο ιστό της πραγματικότητας.

Σύναψη

Να είμαστε φίλοι με το αόρατο, να ερευνούμε τον εαυτό μας, τίς διαφορετικές απόψεις. Η σκέψη του Ηράκλειτου προσφέρει ακόμα και σήμερα μαθήματα για να ξανασκεφτούμε τη στάση μας απέναντι στην ύπαρξη. Φυσικά, δεν μπορεί κανείς να είναι Ηρακλείτιος «κυριολεκτικά». Είναι όμως δυνατό να διεκδικήσουμε ξανά το «πνεύμα», όπως έκαναν οι Στωικοί, ο Μονταίν, ο Μπεργκσόν, ο Νίτσε ή ο Σιμοντόν. Ο Stéphane Madelrieux παρατηρεί σε ένα πρόσφατο βιβλίο:

«Κάθε αληθινή φιλοσοφία πρέπει να νοείται όχι μόνο ως ένα σύνολο δογμάτων και συστημάτων ιδεών, αλλά πάνω απ' όλα ως ένας τρόπος ζωής. Υπάρχουν πολλά δόγματα και κανόνες που πρέπει να ακολουθηθούν, αλλά αυτό που μετράει είναι η προσωπική δέσμευση του φιλοσόφου σε έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής, η «προσπάθειά του να αναλάβει ορισμένες εσωτερικές διαθέσεις»» (Stéphane Madelrieux, La philosophie comme attitude ).

Και είναι ακριβώς αυτές οι «εσωτερικές διαθέσεις» που ελπίζει να έχει αναδείξει αυτό το άρθρο.


Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ ΣΕ ΚΑΘΕ ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΙΚΗ Woke  ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ.

Ανώνυμος είπε...

Φιλ 1:8 – 14
Ἀδελφοί, μάρτυς μού ἐστιν ὁ Θεός, ὡς ἐπιποθῶ πάντας ὑμᾶς ἐν σπλάγχνοις Ἰησοῦ Χριστοῦ. καὶ τοῦτο προσεύχομαι, ἵνα ἡ ἀγάπη ὑμῶν ἔτι μᾶλλον καὶ μᾶλλον περισσεύῃ ἐν ἐπιγνώσει καὶ πάσῃ αἰσθήσει, εἰς τὸ δοκιμάζειν ὑμᾶς τὰ διαφέροντα, ἵνα ἦτε εἰλικρινεῖς καὶ ἀπρόσκοποι εἰς ἡμέραν Χριστοῦ, πεπληρωμένοι καρπῶν δικαιοσύνης τῶν διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ εἰς δόξαν καὶ ἔπαινον Θεοῦ. Γινώσκειν δὲ ὑμᾶς βούλομαι, ἀδελφοί, ὅτι τὰ κατ᾽ ἐμὲ μᾶλλον εἰς προκοπὴν τοῦ εὐαγγελίου ἐλήλυθεν, ὥστε τοὺς δεσμούς μου φανεροὺς ἐν Χριστῷ γενέσθαι ἐν ὅλῳ τῷ πραιτωρίῳ καὶ τοῖς λοιποῖς πᾶσι, καὶ τοὺς πλείονας τῶν ἀδελφῶν ἐν Κυρίῳ πεποιθότας τοῖς δεσμοῖς μου περισσοτέρως τολμᾶν ἀφόβως τὸν λόγον λαλεῖν.

Λκ 11:34 – 41
Εἶπεν ὁ Κύριος· ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ὅταν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, καὶ ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν ἐστιν· ἐπὰν δὲ πονηρὸς ᾖ, καὶ τὸ σῶμά σου σκοτεινόν. σκόπει οὖν μὴ τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστίν. εἰ οὖν τὸ σῶμά σου ὅλον φωτεινόν, μὴ ἔχον τι μέρος σκοτεινόν, ἔσται φωτεινὸν ὅλον ὡς ὅταν ὁ λύχνος τῇ ἀστραπῇ φωτίζῃ σε. Ἐν δὲ τῷ λαλῆσαι αὐτὸν ταῦτα ἠρώτα αὐτὸν Φαρισαῖός τις ὅπως ἀριστήσῃ παρ᾿ αὐτῷ· εἰσελθὼν δὲ ἀνέπεσεν. ὁ δὲ Φαρισαῖος ἰδὼν ἐθαύμασεν ὅτι οὐ πρῶτον ἐβαπτίσθη πρὸ τοῦ ἀρίστου. εἶπε δὲ ὁ Κύριος πρὸς αὐτόν· νῦν ὑμεῖς οἱ Φαρισαῖοι τὸ ἔξωθεν τοῦ ποτηρίου καὶ τοῦ πίνακος καθαρίζετε, τὸ δὲ ἔσωθεν ὑμῶν γέμει ἁρπαγῆς καὶ πονηρίας. ἄφρονες! οὐχ ὁ ποιήσας τὸ ἔξωθεν καὶ τὸ ἔσωθεν ἐποίησε; πλὴν τὰ ἐνόντα δότε ἐλεημοσύνην, καὶ ἰδοὺ ἅπαντα καθαρὰ ὑμῖν ἔσται.