Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ - GIANFRANCO DALMASSO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ - GIANFRANCO DALMASSO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021

ΠΟΙΟΣ ΛΕΕΙ ΕΓΩ (4)

 Συνέχεια από: Παρασκευή 12 Μαρτίου 2021

ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ.

Του GIANFRANCO DALMASSO.
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ: Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΗΝ ΟΜΙΛΙΑ-ΣΤΟΝ ΛΟΓΟ.

1. Το γένος τού αρνητικού(συνέχεια).

          Γένη (είδη) και διαφορετικότης (έτερον) θεμελιώνουν την οικονομία μίας κρίσεως στην οποία βεβαίωση και άρνηση είναι μόνον κρίκοι μιας αλυσσίδας. Η ύπαρξη της αλυσσίδας είναι η ίδια η δραστηριότης η κρίνουσα και η συζητούσα. “Αυτό που είναι” και το έτερον συμμίγνεται σε όλα τα γένη και αναμεταξύ τους… Το έτερον (το άλλο) είναι, αφού μετέχει στο όν, “σ’αυτό που είναι”, διά ταύτην την μέθεξιν, δεν ταυτίζεται όμως μ’εκείνο που μετέχει, παρά μένει “άλλο” και αφού είναι άλλο πράγμα από το όν, αναγκαστικά και σαφέστατα είναι μη όν. (Σοφιστής, 259 α ).

          Τι σημαίνει ότι το μη-όν δεν είναι καταστροφή, εκμηδένιση αλλά διαφορετικότης; (αυτόν και θάτερον, αυτό το ριζικό ζεύγος σαν να είναι η ίδια η δομή του λόγου, συνιστά ένα ζεύγος προνομιούχο και εκ-κεντρικό σε σχέση με τα άλλα γένη; (255 c-d). Μοιάζει πώς ναι, διότι κάθε γένος έχει στο ίδιο του το εσωτερικό δύο γένη: ταυτόν και διαφορετικόν. Ταυτόν και έτερον είναι ένα ζεύγος το οποίο πρόκειται να μετρηθεί εις βάθος για να δούμε εάν τελικώς θα μπορέσουμε να μιλήσουμε μ’έναν τρόπο ο οποίος θα μπορέσει να φιλοξενήσει το μη-είναι. Μη-είναι λοιπόν σαν μέρος και σαν δομή του λόγου. Το θέμα εδώ είναι ένα καθαυτό έτερον (διαφορετικό), με την λογική του, σαν ταυτότης παραδόξως, αυτού με τον εαυτό του. Το διαφορετικό (έτερον) τίθεται σαν ταυτόσημο με τον εαυτό του, καθότι αναφέρεται σε άλλο (προς τα άλλα). Εάν ταυτόν και έτερον δεν ήταν απέραντα διαφορετικά, ο λόγος (η συζήτηση) δεν θα μπορούσε να έχει αυτή την πηγή. Το διαφορετικό μπορεί να έχει αυτή την πηγή καθότι δεν έχει συνθλιβεί, δεν είναι συμπιεσμένο, καθότι υπέρμετρο, καθότι, θα θέλαμε να πούμε, “μη-όν”. Αλλά το διαφορετικό δεν είναι απλώς μη-όν. Εάν ήταν μόνον “μη-είναι” θα ξαναβρισκόμαστε στο σημείο που ξεκινήσαμε, στο σημείο της αυτοαντιφάσεως, Το έτερον σ’αυτό το κείμενο οικοδομείται σαν ένα μη το οποίο δεν είναι καταστροφικό. Το έτερον είναι ένα μη το οποίο δεν καταστρέφει: είναι απέραντα διαφορετικό, αλλά θετικό.

          Γιατί αν βέβαια το “άλλο” είχε συμμετοχή και στα δύο εκείνα είδη από τα “όντα” όπως γίνεται με το “όν” (αλλ-είπερ θάτερον εμφοίν μετείχε τοιν ειδοίν ώσπερ το όν), θα μπορούσε κάποτε να συμβεί κάποιο από τα “άλλα” να είναι “άλλο” ανεξάρτητα και όχι σχετικά με κάποιο άλλο. (ήν αν ποτέ τι και των ετέρων έτερον ού προς έτερον). Τώρα όμως εμείς πραγματικά βρήκαμε πως ο,τιδήποτε είν “άλλο”, αναγκαστικά είν αυτό που είναι, πάντα σε σχέση με κάποιο άλλο (νύν δε ατεχνώς ημίν ότιπερ αν έτερον ή, συμβέβηκεν εξ ανάγκης ετέρου όπερ εστιν είναι) (Σοφιστής 255 d).

          Σ’αυτό το δύσκολο κείμενο, το οποίο μοιάζει ένα παιχνίδι των λέξεων, ισορροπούνται και μετρώνται βασικές έννοιες στην φιλοσοφική γλώσσα της Δύσεως. Το διαφορετικό δεν θα ήταν πάντοτε σε σχέση με ένα διαφορετικό, εάν το όν και το έτερον δεν ήταν απολύτως διαφορετικά. Τίθεται δηλαδή ένα διαφορετικό το οποίο δεν είναι απλώς αυτό, αλλά είναι αυτό σε σχέση με ένα διαφορετικό. Το έτερον δηλαδή υπάρχει μ’έναν τρόπο απ’ αρχής παράξενο, ο οποίο δεν συμπίπτει με το μη-είναι. Το Είναι και το έτερον είναι δηλαδή πολύ διαφορετικά. Το διαφορετικό είναι ένα μη, αλλά δεν είναι ούτε μη Είναι!

          Ας προχωρήσουμε να εξετάσουμε την επόμενη κίνηση στο κείμενο. Εάν το διαφορετικό (έτερον) συμμετείχε και στα δύο γένη, όπως το όν, θα υπήρχε κάποιο και από τα έτερα το οποίο δεν θα ήταν διαφορετικό, από ένα διαφορετικό. Εάν το έτερον ήταν το αντιφώς, το αντίθετο του Είναι, εάν η ετερότης ήταν απόλυτη ετερότης, το διαφορετικό δεν θα μπορούσε να είναι σε σχέση με αυτό, με τον εαυτό του. Πως μπορεί η απόλυτη ετερότης να συσχετισθεί με τον εαυτό της; Το έτερον θα έσβηνε όπως το Είναι του Παρμενίδη, όπως το Είναι το οποίο καθαυτό, δεν φιλοξενεί τον κόσμο. Η απόλυτη ετερότης δεν εξηγεί τον εαυτό της, όπως το απόλυτο Είναι δεν εξηγεί τον εαυτό του.

          Τώρα όμως, μας προκύπτει απολύτως ότι κάθε πράγμα που είναι διαφορετικό, αναγκαίως είναι εκείνο που είναι, δηλαδή διαφορετικό από ένα διαφορετικό.

          Το έτερον είναι ακριβώς αυτό το οποίο έχει μέσα του την ενέργεια, την ύπαρξη του σε σχέση με άλλο. Εδώ ο λόγος αποκαλύπτει το μυστικό του λυσίματός του, του ξεδιπλώματός του. Το άλλο (έτερον) εμφανίζεται σαν πρωταρχική βοήθεια. Το άλλο εισβάλλει στον λόγο σαν μία πρωταρχική βοήθεια: σαν να πιάνεται ένας σ’ένα νήμα που είναι το άλλο: αυτό το νήμα είναι αυτό το οποίο από την αρχή δημιουργούσε τον λόγο. Εάν ο λόγος ήταν καθαρά “Είναι”, θα καταστρεφόταν. Εάν ο λόγος ήταν καθαρά “μη-είναι” θα καταστρεφόταν. Έτσι επίσης καταστρέφεται ο λόγος που είναι καθαρά διαφορετικότης. Και ο λόγος που είναι καθαρή ταυτότης.

          Στο παιχνίδι του άλλου υπάρχει μία ετερότης, διότι το διαφορετικό είναι σε σχέση με άλλα εξ ‘αρχής. Το έτερον είναι πολύ περισσότερο από το Είναι. Το είναι που είναι αυτό το ίδιο σε σχέση με το μη είναι, καθαυτό, πεθαίνει καταστρέφεται. Ενώ το έτερον είναι σε σχέση με το άλλο μ’έναν τρόπο που δεν είναι καταστροφικός.

          Το άλλο κινεί το έτερο εξ ’αρχής. Το διαφορετικό δεν υπάρχει εξ ‘αρχής: καταγωγικώς το διαφορετικό συστήνεται σε σχέση με το άλλο. Αλλά το άλλο δεν είναι το μηδέν. Το ότι το άλλο είναι αυτό για το οποίο το έτερον δεν είναι ο εαυτός του, δεν είναι “μηδέν”. Το άλλο είναι ο τρόπος με τον οποίο το διαφορετικό είναι ο εαυτός του, αλλά στην μορφή του μη-εαυτού. Σε μία μορφή του μη εαυτού στην οποία το “μη” δεν συστήνεται στην μορφή της καταστροφής του έτερου. Το διαφορετικό, όπως ο λόγος σε μερικές κωμωδίες του Λουκιανού, μπορεί να μπει στο παλιό και να κάνει ακόμη και δηλώσεις: το διαφορετικό κινείται και ζει. Για τον Πλάτωνα το έτερο είναι ζωντανό, όπως ο λόγος είναι ζωντανός.

          Το έτερον ζει. Το Είναι σαν ζωντανό θέτει εκπληκτικά προβλήματα διότι έχει πάνω στο κεφάλι του την Δαμόκλειο σπάθη του μη-είναι. Εάν λέω “είμαι”, παραμένω στον φόβο και στην ανασφάλεια. Εάν λέω “διαφορετικό” όχι. Παραμένει βεβαίως το πρόβλημα του πώς μπορεί να μείνει ο Dalmasso λέγοντας “εγώ έτερον”. Παρ’όλα αυτά ο λόγος δηλαδή η φιλοσοφία έχει τεθεί, από τον Πλάτωνα κι’έπειτα, σαν μία καταγωγική συνύπαρξη στην οποία συστήνεται το πρόβλημα του ταυτού και του άλλου.

-Τα λες όπως πραγματικά είναι.

-Είμαστε λοιπόν υποχρεωμένοι να πούμε, πώς το “άλλο” (θάτερον) είναι από την φύση του πέμπτο είδος, ανάμεσα στα γένη (είδεσιν) που διαλέξαμε;!! Ναι!

-Και ακόμη θα πούμε πως το είδος αυτό διέρχεται ανάμεσα σε όλα τα άλλα. Γιατί το καθένα από αυτά είναι διαφορετικό από τα άλλα, όχι από την φύση του, αλλά διά το μετέχειν της ιδέας του θατέρου! (255 e).

          Δεν είναι φυσικό, κατά γράμμα, εγώ να είμαι εγώ και αυτός να είναι αυτός. Δεν μπορούμε να πούμε απλώς “ένας είναι έτσι”, “συνέβη έτσι”, “έτυχε έτσι”. Όχι, όλο αυτό, εγώ, αυτός, ένα κάποιο γεγονός, το ίδιο το Είναι συστήνονται διότι συμμετέχουν στην μορφή του έτερου. Ότι η ζωή είναι διαφορετική, δηλαδή διαφορετική και πολλαπλή, είναι πρωταρχικό τουλάχιστον όσο και το Είναι.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2021

ΠΟΙΟΣ ΛΕΕΙ ΕΓΩ! (3)

 Συνέχεια από: Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2021

ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ.

Του GIANFRANCO DALMASSO.
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ: Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΗΝ ΟΜΙΛΙΑ.

1, Το γένος τού αρνητικού.

Στην αρχαία εποχή τής σκέψης το πρόβλημα το οποίο εντοπίσαμε μέχρι στιγμής, είχε τεθεί για παράδειγμα με ριζικό τρόπο στο κείμενο του Πλάτωνος, ο οποίος δίδαξε κατά κάποιο τρόπο αυτό το πρόβλημα, οδηγώντας το να εκραγεί πρόωρα, βάζοντας το στην κυκλοφορία σε εκείνη που θα είναι στην συνέχεια η ιστορία τής θεωρητικής γλώσσας της Δύσεως. Αντίφαση, πόνος, θάνατος εκμηδένιση κατέστησαν στοχασμοί του Πλάτωνος σαν μία κάποια σημασία τής ελλείψεως. Στον Παρμενίδη αυτά τα θέματα υπογραμμίστηκαν, μέχρι, κατά γράμμα, το έσχατο όριο. Το ότι στον διάλογο είναι επί τό έργον ένα ειρωνικό κλειδί ανάγνωσης όσο και ότι πρόκειται για ένα υπέρτατο έργο αρνητικής Θεολογίας, όπως δηλώνει ο Πρόκλος, σε κάθε περίπτωση, το θέμα ας πούμε του μηδενισμού, όπως ετέθη στον Πλάτωνα, είναι αδύνατον να οργανωθεί στο εσωτερικό μιας έννοιας της λογικής σαν απόκτηση συνειδητής κυριαρχίας! Είναι ή μη-είναι, αληθές και ψευδές, πραγματικό και ψευδαισθητικό, στα διασταυρούμενα πυρά τού κειμένου τού Παρμενίδη με τον Σοφιστή, και με την γενική κίνηση της Πλατωνικής παραδόσεως, είναι ζεύγη τα οποία βραχυκυκλώνουν εάν χρησιμοποιούνται και στοχάζονται μόνον στο επίπεδο της επιβεβαιώσεως τους, τής καταφάσεώς τους και δεν υπολογίζονται αυτά τα ίδια σαν στοιχεία και συμπτώματα μιας κίνησης η οποία καλύπτει την σχέση ενός υποκειμένου σκεπτόμενου με την καταγωγή της σκέψης του, την σχέση του υποκειμένου του ομιλούντος με την καταγωγή της γλώσσας του!

          Η δήλωση η οποία υποστηρίζεται στο τέλος τού Κρατύλου(440 d), ότι δηλαδή “δεν είναι αλήθεια ότι όλα τα πράγματα έχουν καταρροή” δεν ψαρεύει σε μία καθησυχαστική και οπτιμιστική άποψη για το σύμπαν, δεν βασίζεται σε έναν μεταφυσικό στοχασμό σε θεωρητικό επίπεδο, κατευθυνόμενο στα όρια και στην μοίρα τού πεπρωμένου τής πραγματικότητος τής οποίας έχουμε την εμπειρία, δεν στέκεται ούτε σε ένα είδος ηθικής προτροπής αλλά μάλλον σε μία πηγή η οποία ενώνεται με την καταγωγική κίνηση της σκέψης!

          Αυτή η γεννητική πηγή συνίσταται στο γεγονός ότι το ίδιο το μηδέν στοχάζεται και βιώνεται σε σχέση με ένα στοιχείο, σε ένα είδος αγνώστου Χ, που είναι η συνθήκη τής δυνατότητος τόσο αυτής τής έννοιας όσο και αυτού που το στοχάζεται. Και αυτό πριν ακόμη έλθουμε στις αντιφάσεις του κόσμου, στις αντιφάσεις ανάμεσα στα πράγματα ή ανάμεσα στις ιδέες και τις ουσίες, με τις οποίες απαιτούμε να κυριαρχήσουμε την τάξη της πραγματικότητος, εάν υπάρχει μία!

          Πόνος, κακό, αντίφαση, εκμηδενισμός… : στον ίδιο λόγο υπάρχει το είναι και το μη-είναι. Ο λόγος συνίσταται μάλιστα από ένα είδος συμπλοκής, δολοπλοκίας ανάμεσα στο Είναι και στο μη-είναι (Σοφιστής. Αυτή η συμπλοκή είναι ανεξίτηλος: λειτουργεί τόσο στις λέξεις όσο και στην πραγματικότητα. Στον Παρμενίδη το πρόβλημα που τίθεται είναι ριζικό για την μοίρα του λόγου: “Το ένα που έχει το Είναι, δεν είναι”. Δηλαδή δεν κρατά την διαφορά. Το Ένα που έχει το Είναι δεν είναι. Το Ένα που έχει το Είναι από το άλλο μέρος είναι και μαζί δεν είναι. Εάν το Ένα, δεν είναι, ένας άπειρος κατακερματισμός φαίνεται να πολιορκεί τον λόγο! (Παρμενίδης 165 b-c:… Είναι ανάγκη λοιπόν, νομίζω να συντρίβεται (θρύπτεσθαι) σε μικρά-μικρά κομμάτια κάθε τέτοιο όν, που θα μπορούσε κανείς να συλλάβει με την σκέψη του. Γιατί αυτό που κάθε φορά θα συλλαμβάνει, θα είναι όγκος, όπου δεν υπάρχει ένα, και σε κείνον που παρατηρεί από κοντά και με διαπεραστικό βλέμμα είναι ανάγκη καθένα να φαίνεται άπειρο κατά το πλήθος, αν στερείται του “ενός” που δεν υπάρχει; ).

          Η άπειρη φυγή που παράγεται στο εσωτερικό τού λόγου μοιάζει να κρεμά την μοίρα αυτού του τελευταίου στην δομή της φαινομενικότητος. Η ενότης του λόγου πράγματι σ’αυτό το σημείο του Πλατωνικού κειμένου αφορά την καθαρή υποκειμενική αναπαράσταση τού αντικειμένου της. (Έτσι λοιπόν πρέπει να φαίνονται τα “άλλα”, καθένα άπειρο και πεπερασμένο, ένα και πολλά, στην περίπτωση που ενώ δεν υπάρχει το έν, υπάρχουν τα άλλα του ενός. Λοιπόν όμοια και ανόμοια δεν θα φανούν πως είναι επίσης; Όπως τα προοπτικά σχεδιαγράμματα σ’εκείνον που τα βλέπει από μακριά φαίνονται όλα ένα και αυτό τους δίνει την επίφαση της ταυτότητος και της ομοιότητος. Παρμενίδης 165 C).

          Από το άλλο μέρος όποιος πλησιάζει βλέπει αυτές τις φιγούρες “πολλαπλές και διάφορες” και αυτή η οπτική είναι αυτή η ίδια “ομοίωμα διαφορετικότητος” (το του ετέρου φαντάσματι). Ο λόγος γυρίζει τοιουτοτρόπως στον εαυτό του σε σπείρα εάν από το ένα μέρος χωρίς το Ένα δεν υπάρχει πολλαπλότης και δεν υπάρχει “γνώμη τής πολλαπλότητος” [ούτε ίδια (τα αυτά) ούτε διαφορετικά, ούτε σε επαφή ούτε χωρισμένα, ούτε άλλα όσα στους προηγούμενους συλλογισμούς μας είπαμε ότι είναι φανερά-απ’αυτά τα “άλλα” δεν είναι ούτε φαίνονται να είναι κάτι, αν το “έν” δεν υπάρχει. Παρμενίδης 166 b], από το άλλο μέρος, λόγω τής αναγκαιότητος αυτής τής δηλώσεως στο Ένα, το έλλειμα, το διάλειμμα, η επανάληψη, εγκαθίσταται καταγωγικώς στην καρδιά του Είναι: Είτε δεχθούμε ότι το “Έν” υπάρχει, είτε δεχθούμε ότι το “Εν” δεν υπάρχει, αυτό και τα “άλλα”, όπως φαίνεται, και σχετικά με τον εαυτό τους και σχετικά με τα άλλα είναι και δεν είναι, φαίνονται να είναι και δεν φαίνονται να είναι επιδεκτικά όλων ανεξαίρετα των προσδιοριστικών χαρακτηρισμών από κάθε άποψη! (Παρμενίδης, 166 C).

Στο τέλος του Παρμενίδη το οποίο επικαλεστήκαμε μόλις, η ίδια η ιδέα τής αντιφάσεως τίθεται από τον Πλάτωνα στην αυτοαντίφασή της. Το χτύπημα ξεμπερδεύει κατά κάποιο τρόπο στον Σοφιστή, όπου ο Πλάτων υποδεικνύει μίαν άλλη δυνατή νομιμότητα του φιλοσοφικού λόγου. Η σχέση ανάμεσα στο Είναι και το μη-είναι τίθεται εδώ στους όρους τού λόγου, σαν πρόβλημα του αληθούς και της φαντασίας, της εικόνος (239 C-240 d).

          Η κίνηση που περιγράφεται στον Σοφιστή είναι η προσπάθεια να ξεκολλήσουμε από την απλή αντίθεση είναι και μη-είναι. Αυτό δεν περιλαμβάνει μόνο την συζήτηση των σχέσεων ανάμεσα στο είναι και στον λόγο, αλλά ένα ξεσκαρτάρισμα εσωτερικό στο κείμενο, λόγω του οποίου μετακινήθηκε ο ίδιος ο τόπος της συζητήσεως στο Είναι.

          ΞΕ. Ας μην μας πει λοιπόν κανείς, πώς ενώ δηλώνουμε ότι το “μη όν” είναι το ενάντιο από το “όν”, τολμάμε συνάμα να ισχυριζόμαστε πως είναι όν. Γιατί εμείς από καιρό τώρα έχουμε παραιτηθεί από κάθε συζήτηση γι’αυτό το “κάτι” που είναι απόλυτα ενάντιο στο όν, είτε για το αν υπάρχει ή όχι, είτε για το αν είναι λογικό ή άλογο. Γι’αυτό όμως που μόλις είπαμε πως είναι το “μη όν” πρέπει να μας πείσει κάποιος με επιχειρήματα, ότι δεν μιλάμε σωστά διαφορετικά είναι υποχρεωμένος να δεχθεί ότι τα γένη ανακατώνονται μεταξύ τους και ότι το “όν” και το “άλλο” διαπερνούν ανάμεσα σ’όλα και μεταξύ τους. (Σοφιστής 258 e και 259 a).

          Η “ομιλία” λοιπόν δίνεται πρωτογενώς προηγούμενη τού προβλήματος τής σχέσης ανάμεσα στο Είναι και στον λόγο. Αυτή η καταγωγή είναι μία κίνηση και ένα πλαίσιο στο οποίο ο λόγος γεννάται και μπορεί να αναφερθεί στα πράγματα! Η πλατωνική θέση στα γένη, κάτω από αυτή την γωνία, φαίνεται, προσθέτοντας την έννοια τής διαφορετικότητος, να φέρνει στην επιφάνεια ένα πλαίσιο ομιλίας το οποίο είναι δυσδιάκριτο από την σύσταση την ίδια του διαλόγου!

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2021

ΠΟΙΟΣ ΛΕΕΙ ΕΓΩ (2)

 Συνέχεια απο : Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2021

ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ.
Του GIANFRANCO DALMASSO.
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ: Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΗΝ ΟΜΙΛΙΑ.

Το ζεύγος αυτών των δύο όρων, μηδενισμός και νοησιαρχία, φαίνεται να λειτουργεί κατά κάποιο τρόπο δεσμευτικά σε σχέση με τα προβλήματα και τα ερωτήματα στα οποία στηρίζεται σήμερα ο φιλοσοφικός διάλογος, όπως επίσης και στις δυσκολίες που υπάρχουν για να ξεχωρίσει η θέση του σ’αυτόν.

Η νοησιαρχία (λογική), όπως και αν γίνεται κατανοητή, διατηρεί κατα κάποιο τρόπο, διασώζει ίσως ανεξάληπτα, το νόημα της νοήσεως, σαν μέτρο, συνείδηση και έλεγχος των φαινομένων χωρίς τα οποία δέν θα υπήρχε ανθρώπινη μορφή ζωής και δράσεως. Το νόημα της εκλογικεύσεως στην φιλοσοφία είναι ένα πρόβλημα που δύσκολα χειραγωγείται, γι’αυτό και μερικές φορές λογοκρίθηκε. Πάντως όμως παραμένει δύσκολο να εντοπιστεί το κέντρο του.
Στην σύγχρονη νοοτροπία όπου η φιλοσοφική συνείδηση λειτουργει σαν ένα είδος ζητήματος με την χημική έννοια, το φιλοσοφικό ερώτημα, στην νοησιαρχία, διατυπώνεται συχνά μ’έναν τρόπο αδύναμο και κοινότοπο. Σ’αυτό το γεγονός έρχεται σαν συμπλήρωμα μία έννοια του μηδενισμού σαν μία δυσπιστία και «αδυναμία»  της νοήσεως και ο μηδενισμός καταλήγει να υπολογίζεται γενκώς σαν ένα είδος φιλοσοφίας.
Η σύγχρονη νόηση δέν τοποθετείται σαν μία δυνατή λογική, περιέχουσα αξιώματα μεταφυσικού τύπου ή αναμφισβήτητες βεβαιότητες. Σε μία νόηση η οποία γνωρίζει τα όρια της, είναι εγκατεστημένη, έτσι υποστηρίζεται, η αυθεντική συνείδηση των χαρακτήρων και της πρωτοτυπίας της συγχρόνου συνειδήσεως. Αυτός ο λόγος θεωρείται πειστικός, παρότι και ίσως γι’αυτόν τον λόγο, η αποδοχή του περιορίζεται μόνον στο ζύγισμα, στον απολογισμό της αμεσότητος του υπαρκτού και αποφεύγεται να ληφθεί κάποια θέση όσον αφορά την κρίση της γλώσσας.
Η αδυναμία, με την κριτική έννοια της μεθόδου, της φιλοσοφικής συνειδήσεως σχετικά με τον ορισμό της νοησιαρχίας, οφείλεται σε δύο αιτίες που χαρακτηρίζουν περισσότερο απο ποτέ τον σύγχρονο άνθρωπο. Η μία αφορά την διαγραφή της νοήσεως σαν ενέργεια που αφορά μία αφορμή, ένα κίνητρο και έναν παραλήπτη. Παρόλα τα κηρύγματα του Χάϊντεγκερ πάνω απο τον εικονισμό του κόσμου, τα οράματα του κόσμου και γύρω απο την εποχή τής εικόνας του κόσμου, οι φιλόσοφοι οι οποίοι θα έπρεπε να είχαν προειδοποιηθεί για τα προβλήματα πάνω στους νόμους και στην γέννηση του ίδιου τού λόγου τους, συνεχίζουν να κινούνται σε μία απλή αναπαράσταση και αντιπροσώπευση αυτού που λένε.
Η πολιτισμική μας τάξη και η συναφής νοητική πρακτική σπάνια και με δυσκολία μοιάζουν να συμπεριλαμβάνουν στην έννοια τους και στην λειτουργικότητά τους, το πρόβλημα του ίδιου του ηθοποιού της νοησιαρχίας. Δηλαδή του υποκειμένου ή του Εγώ, ή όπως θέλουμε να την ονομάσουμε σε μία πρώτη επαφή, αυτή την γενική αναφορά. Μία τροποποίηση της νοήσεως, ώστε να περιλαμβάνει την συνείδηση της συμμετοχής τού προβλήματος τού υποκειμένου της απαιτεί, την ανάκτηση των ιστοριογραφικών, υπαρξιακών και πνευματικών διορθώσεων και των γλωσσικών αποσυνδέσεων, όπου παρατηρούνται σημεία, ανεπαρκή πάντως ,να ανοίξουν την προοπτική μίας τέτοιας διορθώσεως σαν καθήκον ή σαν πρόκληση.
Εκτός των άλλων το θέμα της καταγωγής του μηδενισμού θα ενέπλεκε, τουλάχιστον στο επίπεδο της ιστοριογραφίας, μία επιμέλεια πιό σοβαρή και εξοπλισμένη και μεθοδολογικά συνεπή και συνειδητή. Στην προοπτική του Χάϊντεγκερ θα μπορούσαμε να πούμε πώς το θέμα του μηδενισμού φαίνεται να λειτουργεί οχι τόσο σαν δόγμα της γνώσεως αλλά περισσότερο σαν σύμπτωμα.
Ένα σύμπτωμα μίας ασθένειας της φιλοσοφίας απέναντι στην εποχή τής συστάσεως ενός υποκειμένου της γνώσεως που συνδυάζεται με την ανάπτυξη της μοντέρνας επιστήμης που άλλαξε το ίδιο το νόημα της μηδενιστικής εμπειρίας στον αρχαίο άνθρωπο.
Για τον αρχαίο άνθρωπο λογική συνείδηση της ίδιας εμπειρίας σήμαινε ζύγισμα των αποτυχιών, ενδεχομένως και σημαντικών αποτυχιών ή ακόμη και καταστροφικών, αλλά δέν σήμαινε αμφιβολία στην λογική. Το ανθρώπινο το ίδιο και η λογική η ίδια, κατανοούντο σαν περιεχόμενα σ’έναν κόσμο,σάν δεσμός ανάμεσα σε πράγματα και ιδέες: συμπεριλαμβανόμενοι, ενωμένοι μ’έναν κόσμο και με έναν τέτοιο δεσμό ανάμεσα σε πράγματα και ιδέες, όπου η συνείδηση του Εγώ λειτουργούσε σαν τελείως βυθισμένη, σχεδόν παρεμβαλλόμενη.
Το γεγονός πώς υπάρχει αμφιβολία στην λογική δείχνει την ύπαρξη μίας γνώσεως κατασκευασμένης απο τα χέρια του ανθρωπου, του ιδίου του υποκειμένου της προσπάθειας της γνώσεως, ενός υποκειμένου που είναι εκείνο το καρτεσιανό υποκείμενο της επιστήμης. Ένα υποκείμενο που κατασκευάζει μία γνώση σαν μία γλώσσα με την οποία περιγράφει και ελέγχει τα φαινόμενα της φύσεως. Ένα τέτοιο υποκείμενο μπορεί να αποτύχει. Και σ’αυτή την περίπτωση η αποτυχία αφορά την προσπάθεια της νοήσεως καθεαυτής. Τέλος στον διάλογο ανάμεσα στον μηδενισμό και την νόηση, τίθενται σε έρευνα όχι τόσο οι πιθανότητες του ενός ή του άλλου όρου αλλά η σχέση η ίδια ανάμεσα στους δύο όρους. Φαίνεται δηλαδή να μπαίνει σε έρευνα, να μπαίνει στο παιχνίδι, το ίδιο το υποκείμενο της λογικής, ο ηθοποιός που παίζει τον ρόλο, που σκέφτεται αυτή την σχέση.
Η συζήτηση γύρω απο την ιδέα του ορίου είναι η άλλη πλευρά του ίδιου ζητήματος. Τα όρια δέν υπάρχουν καθ’εαυτά: τα όρια δέν συναντώνται σαν μεταφυσικές οντότητες. Το όριο παράγεται, σύμφωνα με μία αποστροφή της συζητήσεως, πλατωνική και Αυγουστινιανή, η οποία λειτουργεί ακόμη στην γλώσσα της Δύσεως, το όριο λειτουργεί σε σχέση με την μνήμη. Συνιστά το συνειδητό μέτωπο του προβλήματος της καταγωγής της συζητήσεως μας.
Το θέμα της σχέσεως ενός σκεπτόμενου υποκειμένου με την καταγωγή της ενέργειας της σκέψης του, με την καταγωγή της γλώσσας του, ένα θέμα καθαρά νεοπλατωνικό και Αυγουστινιανό, τείνουμε να το επαναπροσδιορίσουμε απο μέσα, απο το αδιέξοδο του σήμερα, σαν στοχασμός της ίδιας μας της εμπειρίας.
Αυτή η φιλοσοφική ριζική επιστροφή ας πούμε, στην οποία οι άνθρωποι ήταν πιό συνηθισμένοι σε άλλες εποχές, σήμερα περιέργως συνιστάται απο συγγραφείς που δέν ανήκουν στην ελληνική ή στην Πατριστική παράδοση, όπως ο Levinas και ο Derrida. Αυτοί οι συγγραφείς βοήθησαν να συγκεντρωθούμε σε μεθοδολογικά ριζικά θέματα, πάνω στην συνείδση του ΕΓΩ και στο ίδιο το νόημα, ας πούμε οντολογικό ή θρησκευτικό, της αντι-μηδενιστικής δηλώσεως.
Συνεχίζεται
Αμέθυστος.  

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2021

ΠΟΙΟΣ ΛΕΕΙ ΕΓΩ (1)

 ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ.

Του GIANFRANCO DALMASSO.
Εισαγωγή : Ο Μηδενισμός σαν σύμπτωμα.

1) Ο σκοπός αυτής της έρευνας είναι η αντιμετώπιση ενός ζεύγους όρων, Λογική και μηδενισμός, που μοιάζει τόσο φλέγον για την πολιτισμική συνείδηση της κοινωνίας μας ακόμη και πέραν της γλώσσας,τής τόσο ειδικής και ξερής, της φιλοσοφίας. Αυτό το ζεύγος των όρων ανακαλεί αμέσως το πρόβλημα της αμφιβολίας στην λογική, δηλαδή στο όργανο, που όπως και να εννοείται, είναι αυτό που διαθέτει ο άνθρωπος για να πορευθεί και να πάρει ορισμένα μέτρα στον κόσμο. Αυτή η δυσπιστία στην λογική γεννιέται γενικώς σε στιγμές κρίσεως, σχισμάτων, διαζυγίων, τόσο σε επίπεδο ηθικό όσο και σε κοινωνικό, όσο και στο επίπεδο της δομής της γνώσεως. Ο όρος μηδενισμός χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά απο τον Γιακόμπι, έναν ρομαντικό γερμανό φιλόσοφο των πρώτων χρόνων του 18ουαιώνος. Σε εκείνα τα χρόνια ακριβώς η συνείδηση του ευρωπαίου ανθρώπου περνούσε μέσα απο την κρίση της απώλειας της ενότητος του πνεύματος, της θρησκείας και της πολιτικής, στην οποία στηριζόταν ο Δυτικός τρόπος ζωής μέχρι τότε. Ο όρος μηδενισμός χρησιμοποιήθηκε απο τον Γιακόμπι για να-σηματοδοτήσει την ανεπάρκεια, ας πούμε, την εκμηδένιση της οικοδομής ενός φυσικού κόσμου και μίας κοινωνίας, επεξεργασμένων απο τις δυνάμεις της λογικής.

Η κοινή χρήση όμως του όρου προέρχεται απο τους Ρώσους «μηδενιστές» της Τσαρικής κοινωνίας, η οποία είχε χαρακτηριστεί εκ μέρους τους καταπιεστική και μόνον με τα λόγια σύμφωνη με την λογική. Η σημασία του όρου «μηδενισμός», επεξεργασμένη απο αυτούς τους Ρώσους στοχαστές του τέλους του 1800, εισήλθε σιγά-σιγά στην γλώσσα της κουλτούρας, και στην συνέχεια και στην μάζα του 1900, μέχρι να φτάσει να σημαίνει σήμερα την πεποίθηση στην αδυναμία της λογικής, όταν καταπιάνεται να γνωρίσει την πραγματικότητα και να καθορίσει αξίες αποδεκτές απο όλους.
Αυτή η δυσπιστία σήμερα δέν λαμβάνει τόνους απαισιόδοξίας και δράματος, αλλά φαίνεται να έχει καταφύγει σ’ένα είδος εγκαταλείψεως σχεδόν ηδονικής. Αυτή η στάση εκφράζεται στην επίμονη υπενθύμιση του πεπερασμένου και προσωρινού των επιλογών των γνώσεων. Αυτή η θέση, ψυχολογική και πνευματική μαζί, φαίνεται πολύ διαφορετική απο την αρχαία ευλάβεια και ευσπλαχνία (pietas) του αρχαίου ανθρώπου, όπως και απο μία θρησκευτική αίσθηση των ορίων μας (Της τραγωδίας και του μέτρου).
Αυτή η θέση εκφράζεται κυρίως σαν έλλειψη ανεκτικότητος απέναντι σε αλήθειες οι οποίες θεωρούνται αδιάλλακτες και απέναντι σε πεποιθήσεις οι οποίες θεωρούνται αδικαιολόγητες και εμποδίζουν την γνώση και την αναφορά στην αλήθεια των πραγμάτων. Πρόκειται για μία μορφή «μηδενισμού» που ενισχύει την ακραία δραστηριοποίηση στην επιλογή και στην διακίνηση χωρίς περιορισμούς στις πιό διαφορετικές καταστάσεις: ηθικές, θρησκευτικές και κοινωνικές. Θεωρείται πλέον θετικά η χαλάρωση των δεσμών, δηλαδή η ικανότητα επιλογής αλλά και λύσης μέχρι διαλύσεως των δεσμών.
2) Απο το άλλο μέρος στην κοινωνία μας υπάρχει, και σε μέτρο αυξανόμενο διαρκώς η αμηχανία γι’αυτό τον τύπο μηδενισμού που φαίνεται να οδηγεί σε μία στάση αδιαφορίας και ανευθυνότητος, σε ότι αφορά τις σχέσεις και τον προσανατολισμό των ατόμων. Ο Φόβος και η αγωνία για την έλλειψη σταθερών και έμπιστων σημείων αναφοράς αυξάνουν και επιβάλλονται όλο και περισσότερο στις συνειδήσεις. Το θέμα της λογικής καθ’εαυτής και της λειτουργικότητός της επιστρέφει στην επικαιρότητα και ευχόμαστε όλοι μας, η επιστροφή αυτή να φέρει και μία δυνατή και όχι αδύναμη πλέον, εννοιολόγηση της νοήσεως. Βλέπουμε λοιπόν επιστροφές μεταφυσικών γνώσεων ή έστω σταθερών και υποχρεωτικών σε όρους γνώσεων και ηθικής. Άλλα ζεύγη αντιθέτων όρων εξαπλώνονται στην κοινή χρήση της γλώσσας όπως : μεταφυσική/μηδενισμός, ισχυρό/αδύναμο, ύστερα απο τόσες εποχές στις οποίες κυριάρχησαν άλλα ζεύγη όρων όπως αντιδραστηκός/προοδευτικός κ.τ.λ. Τόσο που αναρωτιέται κάποιος εάν οι αντιθέσεις είναι εις θέσιν να προσανατολίσουν και να συμπεριλάβουν έναν στοχασμό στο πρόβλημα ή είναι αυτές οι ίδιες αποτέλεσμα μίας κάποιας παρακάμψεως απο τον δρόμο και μίας κάποιας τρέλλας που έχει καταλάβει την συζήτηση.
3) Νομίζουμε ότι το θέμα του μηδενισμού που παίζει και ενεργεί, με διάφορους τρόπους, στην εκλογίκευση, μπορεί να μας ωθήσει σε ερωτήματα πιό βαθειά και ριζικά γύρω απο την ίδια την νόηση, και φαίνεται πράγματι να προκύπτει απο την κρίση μία έννοια πιό πλατειά, της νοήσεως, απο την έννοια που βλέπουμε να χάνει έδαφος στις μέρες μας, μίας παραδόσεως δηλαδή λογικής που αποκορυφώθηκε τόσο στον ιδεαλισμό όσο και στον θετικισμό.
Στην δυτική σύλληψη της νοήσεως, στην οποία εξέβαλλε η εβραιο-Χριστιανική γλώσσα, η νοησιαρχία δέν συνίσταται μόνον σε μία διανοητική κυριαρχία των πραγμάτων και των σχέσεων τους, στην κρίση των οποίων φώλιασε η μηδενιστική προβληματική, αλλά συνίσταται σε μία δομή της γνώσεως η οποία εμπλέκει μία αιτία, ένα κίνητρο ή μία αφορμή και έναν αποδέκτη, έναν παραλήπτη. Ένα «ξεκινώντας απο τί πράγμα» σε ένα «σε ποιόν». Πρόκειται δηλαδή γιά τήν επανα-ανακάλυψη της κλασσικής εννοιολογήσεως, ελληνικής μαζί και Χριστιανικής των Πατέρων της Εκκλησίας, για την οποία η νόηση δέν ξεχωρίζει απο την ηθική, το ήθος.
Το πρόβλημα του «τί πράγμα είναι;» δέν μπορεί να είναι ξεχωριστό απο τον τόπο όπου τίθεται μία τέτοια ερώτηση και δέν ξεχωρίζει επίσης και απο τον υποβάλλοντα, απο τον ενεργούντα, απο τον ηθο-ποιό, μίας τέτοιας ερωτήσεως.
Γνωρίζω με άλλα λόγια, σύμφωνα με ότι καλύτερο διαθέτει η δυτική παράδοση, είναι μία πράξη που εμπλέκει όχι μόνον την απόκτηση, την γνωστική και πρακτική κυριαρχία, αλλά επίσης είναι και ένα ερωτηματικό γύρω απο το υποκείμενο μίας τέτοιας πράξεως, γύρω απο «ποιόν» πραγματοποιεί μία τέτοια πράξη. Δέν πρόκειται δηλαδή για μία ηθική αναφορά, η οποία βιώνεται σαν ενδόμυχη, «εσωτερική», δίπλα σε ένα πρόβλημα αλήθειας που θα ήταν εξωτερικό στο Εγώ, με όρους τόσο οντολογικούς, όσο και πολιτικούς. Πρόκειται αντιθέτως για μία μεταμόρφωση του «Εγώ», στην ίδια την ενέργεια της γνώσεως της πραγματικότητος. Δέν μπορώ να γνωρίσω μία Φυσική πραγματικότητα ή ανθρώπινη, κοινωνική, θρησκευτική, χωρίς να υποστώ μία μεταμόρφωση απο αυτή την ίδια την ενέργεια.
Σ’αυτή την προοπτική η άκριτη επιστροφή σε διάφορους αναγωγισμούς (κάτι ανάγεται σε κάτι άλλο και μειώνεται), που παιδεύουν την σύγχρονη κουλτούρα, και εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται και η αδυναμία της, θα μπορούσε να ξεσκεπαστεί και να τοποθετηθεί σε μία διάσταση πιό συνεπή και υπεύθυνη. Αρκεί να υπενθυμίσουμε σαν παραδείγματα μορφές θετικισμού που ισχύουν σήμερα όπως οι τεχνικές γνώσεις στην ψυχολογία και στις νευροεπιστήμες για να αποκτήσουμε μία άποψη του πεδίου των προβλημάτων.
Σ’αυτό τον κριτικό απολογισμό του διανοητικού αποπροσανατολισμού που χαρακτηρίζει την εποχή μας, οι φιλόσοφοι μπορούν να συμβάλλουν στην διόρθωσή του και να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Σήμερα τείνουν να ζητούν απο τους επιστήμονες συναδέλφους τους, έννοιες, οι οποίες κρίνονται πιό βέβαιες και πραγματικές, σε σύγκριση με τον λόγο τους, τον οποίο βλέπουν σαν αδυναμο και ασταθή και κατηγορούμενο για τα δεινά του ανθρώπου. Μόνο που μ’αυτόν τον τρόπο ζημιώνουν τόσο τους επιστήμονες που έχουν ανάγκη απο ριζικές ερωτήσεις και την συνέπεια της φιλοσοφίας, όσο και την ίδια την φιλοσοφία, η οποία εκ φύσεως έχει την ευθύνη της συνεχούς διαλεκτικής επανατοποθέτησης της σχέσεως της επιστήμης με την γνώση.
Και ο μηδενισμός; Τί σημασία αποκτά μετά απο την έκθεση των παραπάνω σκέψεων; Τί στάση μπορύμε να λάβουμε απέναντι του; Πρέπει να αποφύγουμε με κάθε τρόπο να εκλάβουμε τον μηδενισμό σαν ένα δόγμα, ένα όραμα του κόσμου. Γιατί θα πέσουμε αμέσως σε μία άκριτη και άκαρπη στάση η οποία παίρνει σαν δόγμα εκείνο που είναι απλώς ένα σύμπτωμα !
Στην προοπτική των προβλημάτων που σημειώθηκαν, ο μηδενισμός εμφανίζεται σαν αδυναμία, ανασφάλεια, ασθένεια, στο εσωτερικό ενός τρόπου να συλλαμβάνουμε και να θέτουμε σε λειτουργία την λογική. Πρέπει λοιπόν να ερμηνεύουμε τα σημεία αυτής της αδυναμίας και ασθένειας. Τόσο στην αρχαία παράδοση όσο και στην σύγχρονη. Δέν πρέπει να συνεχίσουμε την καταστροφή, εκλαμβάνοντας τον μηδενισμό σαν κάτι αυτόνομο, απέναντι στην αυτόνομη με την σειρά της νοησιαρχία. Πρέπει να ελευθερωθούμε απο τα σκοτεινά δεσμά του Μανιχαϊσμού και του Γνωστικισμού που μας φυλακίζουν.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2020

ΠΟΙΟΣ ΛΕΕΙ ΕΓΩ (1)

 ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ.

Του GIANFRANCO DALMASSO.
Εισαγωγή : Ο Μηδενισμός σαν σύμπτωμα.

1) Ο σκοπός αυτής της έρευνας είναι η αντιμετώπιση ενός ζεύγους όρων, Λογική και μηδενισμός, που μοιάζει τόσο φλέγον για την πολιτισμική συνείδηση τής κοινωνίας μας ακόμη και πέραν της γλώσσας,τής τόσο ειδικής και ξερής, τής φιλοσοφίας. Αυτό το ζεύγος τών όρων ανακαλεί αμέσως το πρόβλημα τής αμφιβολίας στην λογική, δηλαδή στο όργανο, που όπως και να εννοείται, είναι αυτό που διαθέτει ο άνθρωπος για να πορευθεί και να πάρει ορισμένα μέτρα στον κόσμο. Αυτή η δυσπιστία στην λογική γεννιέται γενικώς σε στιγμές κρίσεως, σχισμάτων, διαζυγίων, τόσο σε επίπεδο ηθικό όσο και σε κοινωνικό, όσο και στο επίπεδο τής δομής τής γνώσεως. Ο όρος μηδενισμός χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά απο τον Γιακόμπι, έναν ρομαντικό γερμανό φιλόσοφο τών πρώτων χρόνων του 18ουαιώνος. Σε εκείνα τα χρόνια ακριβώς η συνείδηση τού ευρωπαίου ανθρώπου περνούσε μέσα απο την κρίση τής απώλειας τής ενότητος τού πνεύματος, της θρησκείας και τής πολιτικής, στην οποία στηριζόταν ο Δυτικός τρόπος ζωής μέχρι τότε. Ο όρος μηδενισμός χρησιμοποιήθηκε απο τον Γιακόμπι γιά νά σηματοδοτήσει την ανεπάρκεια, ας πούμε, την εκμηδένιση τής οικοδομής ενός φυσικού κόσμου και μίας κοινωνίας, επεξεργασμένων απο τις δυνάμεις τής λογικής.
Η κοινή χρήση όμως του όρου προέρχεται απο τους Ρώσους «μηδενιστές» της Τσαρικής κοινωνίας, η οποία είχε χαρακτηριστεί εκ μέρους τους καταπιεστική και μόνον με τα λόγια σύμφωνη με την λογική. Η σημασία του όρου «μηδενισμός», επεξεργασμένη απο αυτούς τους Ρώσους, στοχαστές του τέλους του 1800, εισήλθε σιγά-σιγά στην γλώσσα τής κουλτούρας, και στην συνέχεια και στην μάζα του 1900, μέχρι να φτάσει να σημαίνει σήμερα την πεποίθηση στην αδυναμία της λογικής, όταν καταπιάνεται να γνωρίσει την πραγματικότητα και να καθορίσει αξίες αποδεκτές απο όλους.
Αυτή η δυσπιστία σήμερα δέν λαμβάνει τόνους απαισιόδοξίας και δράματος, αλλά φαίνεται να έχει καταφύγει σ’ένα είδος εγκαταλείψεως σχεδόν ηδονικής. Αυτή η στάση εκφράζεται στην επίμονη υπενθύμιση τού πεπερασμένου και προσωρινού τών επιλογών τών γνώσεων. Αυτή η θέση, ψυχολογική και πνευματική μαζί, φαίνεται πολύ διαφορετική απο την αρχαία ευλάβεια και ευσπλαχνία (pietas) του αρχαίου ανθρώπου, όπως και απο μία θρησκευτική αίσθηση των ορίων μας (Της τραγωδίας και του μέτρου).
Αυτή η θέση εκφράζεται κυρίως σαν έλλειψη ανεκτικότητος απέναντι σε αλήθειες οι οποίες θεωρούνται αδιάλλακτες και απέναντι σε πεποιθήσεις οι οποίες θεωρούνται αδικαιολόγητες και εμποδίζουν την γνώση και την αναφορά στην αλήθεια των πραγμάτων. Πρόκειται για μία μορφή «μηδενισμού» που ενισχύει την ακραία δραστηριοποίηση στην επιλογή και στην διακίνηση χωρίς περιορισμούς στις πιό διαφορετικές καταστάσεις: ηθικές, θρησκευτικές και κοινωνικές. Θεωρείται πλέον θετικά η χαλάρωση των δεσμών, δηλαδή η ικανότητα επιλογής αλλά και λύσης μέχρι διαλύσεως των δεσμών.
2) Απο το άλλο μέρος στην κοινωνία μας υπάρχει, και σε μέτρο αυξανόμενο διαρκώς η αμηχανία γι’αυτό τον τύπο μηδενισμού που φαίνεται να οδηγεί σε μία στάση αδιαφορίας και ανευθυνότητος, σε ότι αφορά τις σχέσεις και τον προσανατολισμό των ατόμων. Ο Φόβος και η αγωνία για την έλλειψη σταθερών και έμπιστων σημείων αναφοράς αυξάνουν και επιβάλλονται όλο και περισσότερο στις συνειδήσεις. Το θέμα της λογικής καθ’εαυτής και της λειτουργικότητός της επιστρέφει στην επικαιρότητα και ευχόμαστε όλοι μας, η επιστροφή αυτή να φέρει και μία δυνατή και όχι αδύναμη πλέον, εννοιολόγηση της νοήσεως. Βλέπουμε λοιπόν επιστροφές μεταφυσικών γνώσεων ή έστω σταθερών και υποχρεωτικών σε όρους γνώσεων και ηθικής. Άλλα ζεύγη αντιθέτων όρων εξαπλώνονται στην κοινή χρήση της γλώσσας όπως : μεταφυσική/μηδενισμός, ισχυρό/αδύναμο, ύστερα απο τόσες εποχές στις οποίες κυριάρχησαν άλλα ζεύγη όρων όπως αντιδραστικός/προοδευτικός κ.τ.λ. Τόσο που αναρωτιέται κάποιος εάν οι αντιθέσεις είναι εις θέσιν να προσανατολίσουν και να συμπεριλάβουν έναν στοχασμό στο πρόβλημα ή είναι αυτές οι ίδιες αποτέλεσμα μίας κάποιας παρακάμψεως απο τον δρόμο και μίας κάποιας τρέλλας που έχει καταλάβει την συζήτηση.
3) Νομίζουμε ότι το θέμα του μηδενισμού που παίζει και ενεργεί, με διάφορους τρόπους, στην εκλογίκευση, μπορεί να μας ωθήσει σε ερωτήματα πιό βαθειά και ριζικά γύρω απο την ίδια την νόηση, και φαίνεται πράγματι να προκύπτει απο την κρίση μία έννοια πιό πλατειά, της νοήσεως, απο την έννοια που βλέπουμε να χάνει έδαφος στις μέρες μας, μίας παραδόσεως δηλαδή λογικής που αποκορυφώθηκε τόσο στον ιδεαλισμό όσο και στον θετικισμό.
Στην δυτική σύλληψη τής νοήσεως, στην οποία εξέβαλλε η εβραιο-Χριστιανική γλώσσα, η νοησιαρχία δέν συνίσταται μόνον σε μία διανοητική κυριαρχία των πραγμάτων και των σχέσεων τους, στην κρίση των οποίων φώλιασε η μηδενιστική προβληματική, αλλά συνίσταται σε μία δομή τής γνώσεως η οποία εμπλέκει μία αιτία, ένα κίνητρο ή μία αφορμή και έναν αποδέκτη, έναν παραλήπτη. Ένα «ξεκινώντας απο τί πράγμα» σε ένα «σε ποιόν». Πρόκειται δηλαδή γιά τήν επανα-ανακάλυψη της κλασσικής εννοιολογήσεως, ελληνικής μαζί και Χριστιανικής των Πατέρων της Εκκλησίας, για την οποία η νόηση δέν ξεχωρίζει απο την ηθική, το ήθος.
Το πρόβλημα του «τί πράγμα είναι;» δέν μπορεί να είναι ξεχωριστό απο τον τόπο όπου τίθεται μία τέτοια ερώτηση και δέν ξεχωρίζει επίσης και απο τον υποβάλλοντα, απο τον ενεργούντα, απο τον ηθο-ποιό, μίας τέτοιας ερωτήσεως.
Γνωρίζω, με άλλα λόγια, σύμφωνα με ότι καλύτερο διαθέτει η δυτική παράδοση, είναι μία πράξη που εμπλέκει όχι μόνον την απόκτηση, την γνωστική και πρακτική κυριαρχία, αλλά επίσης είναι και ένα ερωτηματικό γύρω απο το υποκείμενο μίας τέτοιας πράξεως, γύρω απο «ποιόν» πραγματοποιεί μία τέτοια πράξη. Δέν πρόκειται δηλαδή για μία ηθική αναφορά, η οποία βιώνεται σαν ενδόμυχη, «εσωτερική», δίπλα σε ένα πρόβλημα αλήθειας που θα ήταν εξωτερικό στο Εγώ, με όρους τόσο οντολογικούς, όσο και πολιτικούς. Πρόκειται αντιθέτως για μία μεταμόρφωση τού «Εγώ», στην ίδια την ενέργεια της γνώσεως της πραγματικότητος. Δέν μπορώ να γνωρίσω μία Φυσική πραγματικότητα ή ανθρώπινη, κοινωνική, θρησκευτική, χωρίς να υποστώ μία μεταμόρφωση απο αυτή την ίδια την ενέργεια.
Σ’αυτή την προοπτική η άκριτη επιστροφή σε διάφορους αναγωγισμούς (κάτι ανάγεται σε κάτι άλλο και μειώνεται), που παιδεύουν την σύγχρονη κουλτούρα, και εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται και η αδυναμία της, θα μπορούσε να ξεσκεπαστεί και να τοποθετηθεί σε μία διάσταση πιό συνεπή και υπεύθυνη. Αρκεί να υπενθυμίσουμε σαν παραδείγματα μορφές θετικισμού που ισχύουν σήμερα όπως οι τεχνικές γνώσεις στην ψυχολογία και στις νευροεπιστήμες για να αποκτήσουμε μία άποψη του πεδίου των προβλημάτων.
Σ’αυτό τον κριτικό απολογισμό του διανοητικού αποπροσανατολισμού που χαρακτηρίζει την εποχή μας, οι φιλόσοφοι μπορούν να συμβάλλουν στην διόρθωση του και να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Σήμερα τείνουν να ζητούν απο τους επιστήμονες συναδέλφους τους, έννοιες, οι οποίες κρίνονται πιό βέβαιες και πραγματικές, σε σύγκριση με τον λόγο τους, τον οποίο βλέπουν σαν αδυναμο και ασταθή και κατηγορούμενο για τα δεινά του ανθρώπου. Μόνο που μ’αυτόν τον τρόπο ζημιώνουν τόσο τους επιστήμονες που έχουν ανάγκη απο ριζικές ερωτήσεις και την συνέπεια της φιλοσοφίας, όσο και την ίδια την φιλοσοφία, η οποία εκ φύσεως έχει την ευθύνη της συνεχούς διαλεκτικής επανατοποθέτησης της σχέσεως της επιστήμης με την γνώση.
Και ο μηδενισμός; Τί σημασία αποκτά μετά απο την έκθεση των παραπάνω σκέψεων; Τί στάση μπορύμε να λάβουμε απέναντι του; Πρέπει να αποφύγουμε με κάθε τρόπο να εκλάβουμε τον μηδενισμό σαν ένα δόγμα, ένα όραμα του κόσμου. Γιατί θα πέσουμε αμέσως σε μία άκριτη και άκαρπη στάση η οποία παίρνει σαν δόγμα εκείνο που είναι απλώς ένα σύμπτωμα !
Στην προοπτική των προβλημάτων που σημειώθηκαν, ο μηδενισμός εμφανίζεται σαν αδυναμία, ανασφάλεια, ασθένεια, στο εσωτερικό ενός τρόπου να συλλαμβάνουμε και να θέτουμε σε λειτουργία την λογική. Πρέπει λοιπόν να ερμηνεύουμε τα σημεία αυτής της αδυναμίας και ασθένειας. Τόσο στην αρχαία παράδοση όσο και στην σύγχρονη. Δέν πρέπει να συνεχίσουμε την καταστροφή, εκλαμβάνοντας τον μηδενισμό σαν κάτι αυτόνομο, απέναντι στην αυτόνομη με την σειρά της νοησιαρχία. Πρέπει να ελευθερωθούμε απο τα σκοτεινά δεσμά του Μανιχαϊσμού και του Γνωστικισμού που μας φυλακίζουν.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος.

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

ΠΟΙΟΣ ΛΕΕΙ ΕΓΩ (2)

Συνέχεια απο : Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ.
Του GIANFRANCO DALMASSO.
ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ: Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ΣΤΗΝ ΟΜΙΛΙΑ.

Το ζεύγος αυτών των δύο όρων, μηδενισμός και νοησιαρχία, φαίνεται να λειτουργεί κατά κάποιο τρόπο δεσμευτικά σε σχέση με τα προβλήματα και τα ερωτήματα στα οποία στηρίζεται σήμερα ο φιλοσοφικός διάλογος, όπως επίσης και στις δυσκολίες που υπάρχουν για να ξεχωρίσει η θέση του σ’αυτόν.


Η νοησιαρχία (λογική), όπως και αν γίνεται κατανοητή, διατηρεί κατα κάποιο τρόπο, διασώζει ίσως ανεξάληπτα, το νόημα της νοήσεως, σαν μέτρο, συνείδηση και έλεγχος των φαινομένων χωρίς τα οποία δέν θα υπήρχε ανθρώπινη μορφή ζωής και δράσεως. Το νόημα της εκλογικεύσεως στην φιλοσοφία είναι ένα πρόβλημα που δύσκολα χειραγωγείται, γι’αυτό και μερικές φορές λογοκρίθηκε. Πάντως όμως παραμένει δύσκολο να εντοπιστεί το κέντρο του.
Στην σύγχρονη νοοτροπία όπου η φιλοσοφική συνείδηση λειτουργει σαν ένα είδος ζητήματος με την χημική έννοια, το φιλοσοφικό ερώτημα στην νοησιαρχία διατυπώνεται συχνά μ’έναν τρόπο αδύναμο και κοινότοπο. Σ’αυτό το γεγονός έρχεται σαν συμπλήρωμα μία έννοια του μηδενισμού σαν μία δυσπιστία και «αδυναμία»  της νοήσεως και ο μηδενισμός καταλήγει να υπολογίζεται γενκώς σαν ένα είδος φιλοσοφίας.
Η σύγχρονη νόηση δέν τοποθετείται σαν μία δυνατή λογική, περιέχουσα αξιώματα μεταφυσικού τύπου ή αναμφισβήτητες βεβαιότητες. Σε μία νόηση η οποία γνωρίζει τα όρια της, είναι εγκατεστημένη, έτσι υποστηρίζεται, η αυθεντική συνείδηση των χαρακτήρων και της πρωτοτυπίας της συγχρόνου συνειδήσεως. Αυτός ο λόγος θεωρείται πειστικός, παρότι και ίσως γι’αυτόν τον λόγο, η αποδοχή του περιορίζεται μόνον στο ζύγισμα, στον απολογισμό της αμεσότητος του υπαρκτού και αποφεύγεται να ληφθεί κάποια θέση όσον αφορά την κρίση της γλώσσας.
Η αδυναμία, με την κριτική έννοια της μεθόδου, της φιλοσοφικής συνειδήσεως σχετικά με τον ορισμό της νοησιαρχίας, οφείλεται σε δύο αιτίες που χαρακτηρίζουν περισσότερο απο ποτέ τον σύγχρονο άνθρωπο. Η μία αφορά την διαγραφή της νοήσεως σαν ενέργεια που αφορά μία αφορμή, ένα κίνητρο και έναν παραλήπτη. Παρόλα τα κηρύγματα του Χάϊντεγκερ πάνω απο τον εικονισμό του κόσμου, τα οράματα του κόσμου και γύρω απο την εποχή της εικόνας του κόσμου, οι φιλόσοφοι οι οποίοι θα έπρεπε να είχαν προειδοποιηθεί, για τα προβλήματα πάνω στους νόμους και στην γέννηση του ίδιου του λόγου τους, συνεχίζουν να κινούνται σε μία απλή αναπαράσταση και αντιπροσώπευση αυτού που λένε.
Η πολιτισμική μας τάξη και η συναφής νοητική πρακτική σπάνια και με δυσκολία μοιάζουν να συμπεριλαμβάνουν στην έννοια τους και στην λειτουργικότητά τους, το πρόβλημα του ίδιου του ηθοποιού της νοησιαρχίας. Δηλαδή του υποκειμένου ή του Εγώ, ή όπως θέλουμε να την ονομάσουμε σε μία πρώτη επαφή, αυτή την γενική αναφορά. Μία τροποποίηση της νοήσεως, ώστε να περιλαμβάνει την συνείδηση της συμμετοχής του προβλήματος του υποκειμένου της απαιτεί, την ανάκτηση των ιστοριογραφικών, υπαρξιακών και πνευματικών διορθώσεων και των γλωσσικών αποσυνδέσεων, όπου παρατηρούνται σημεία, ανεπαρκή πάντως ,να ανοίξουν την προοπτική μίας τέτοιας διορθώσεως σαν καθήκον ή σαν πρόκληση.
Εκτός των άλλων το θέμα της καταγωγής του μηδενισμού θα ενέπλεκε, τουλάχιστον στο επίπεδο της ιστοριογραφίας, μία επιμέλεια πιό σοβαρή και εξοπλισμένη και μεθοδολογικά συνεπή και συνειδητή. Στην προοπτική του Χάϊντεγκερ θα μπορούσαμε να πούμε πώς το θέμα του μηδενισμού φαίνεται να λειτουργεί οχι τόσο σαν δόγμα της γνώσεως αλλά περισσότερο σαν σύμπτωμα.
Ένα σύμπτωμα μίας ασθένειας της φιλοσοφίας απέναντι στην εποχή της συστάσεως ενός υποκειμένου της γνώσεως που συνδυάζεται με την ανάπτυξη της μοντέρνας επιστήμης που άλλαξε το ίδιο το νόημα της μηδενιστικής εμπειρίας στον αρχαίο άνθρωπο.
Για τον αρχαίο άνθρωπο λογική συνείδηση της ίδιας εμπειρίας σήμαινε ζύγισμα των αποτυχιών, ενδεχομένως και σημαντικών αποτυχιών ή ακόμη και καταστροφικών, αλλά δέν σήμαινε αμφιβολία στην λογική. Το ανθρώπινο το ίδιο και η λογική η ίδια, κατανοούντο σαν περιεχόμενα σ’έναν κόσμο,σάν δεσμός ανάμεσα σε πράγματα και ιδέες: συμπεριλαμβανόμενοι, ενωμένοι μ’έναν κόσμο και με έναν τέτοιο δεσμό ανάμεσα σε πράγματα και ιδέες, όπου η συνείδηση του Εγώ λειτουργούσε σαν τελείως βυθισμένη, σχεδόν παρεμβαλλόμενη.
Το γεγονός πώς υπάρχει αμφιβολία στην λογική δείχνει την ύπαρξη μίας γνώσεως κατασκευασμένης απο τα χέρια του ανθρωπου, του ιδίου του υποκειμένου της προσπάθειας της γνώσεως, ενός υποκειμένου που είναι εκείνο το καρτεσιανό υποκείμενο της επιστήμης. Ένα υποκείμενο που κατασκευάζει μία γνώση σαν μία γλώσσα με την οποία περιγράφει και ελέγχει τα φαινόμενα της φύσεως. Ένα τέτοιο υποκείμενο μπορεί να αποτύχει. Και σ’αυτή την περίπτωση η αποτυχία αφορά την προσπάθεια της νοήσεως καθεαυτής. Τέλος στον διάλογο ανάμεσα στον μηδενισμό και την νόηση, τίθενται σε έρευνα όχι τόσο οι πιθανότητες του ενός ή του άλλου όρου αλλά η σχέση η ίδια ανάμεσα στους δύο όρους. Φαίνεται δηλαδή να μπαίνει σε έρευνα, να μπαίνει στο παιχνίδι, το ίδιο το υποκείμενο της λογικής, ο ηθοποιός που παίζει τον ρόλο, που σκέφτεται αυτή την σχέση.
Η συζήτηση γύρω απο την ιδέα του ορίου είναι η άλλη πλευρά του ίδιου ζητήματος. Τα όρια δέν υπάρχουν καθ’εαυτά: τα όρια δέν συναντώνται σαν μεταφυσικές οντότητες. Το όριο παράγεται, σύμφωνα με μία αποστροφή της συζητήσεως, πλατωνική και Αυγουστινιανή, η οποία λειτουργεί ακόμη στην γλώσσα της Δύσεως, το όριο λειτουργεί σε σχέση με την μνήμη. Συνιστά το συνειδητό μέτωπο του προβλήματος της καταγωγής της συζητήσεως μας.
Το θέμα της σχέσεως ενός σκεπτόμενου υποκειμένου με την καταγωγή της ενέργειας της σκέψης του, με την καταγωγή της γλώσσας του, ένα θέμα καθαρά νεοπλατωνικό και Αυγουστινιανό, τείνουμε να το επαναπροσδιορίσουμε απο μέσα, απο το αδιέξοδο του σήμερα, σαν στοχασμός της ίδιας μας της εμπειρίας.
Αυτή η φιλοσοφική ριζική επιστροφή ας πούμε, στην οποία οι άνθρωποι ήταν πιό συνηθισμένοι σε άλλες εποχές, σήμερα περιέργως συνιστάται απο συγγραφείς που δέν ανήκουν στην ελληνική ή στην Πατριστική παράδοση, όπως ο Levinas και ο Derrida. Αυτοί οι συγγραφείς βοήθησαν να συγκεντρωθούμε σε μεθοδολογικά ριζικά θέματα, πάνω στην συνείδση του ΕΓΩ και στο ίδιο το νόημα, ας πούμε οντολογικό ή θρησκευτικό, της αντι-μηδενιστικής δηλώσεως.
Συνεχίζεται
Αμέθυστος.  

Τρίτη 11 Ιουνίου 2013

ΠΟΙΟΣ ΛΕΕΙ ΕΓΩ

 ΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ.

Του GIANFRANCO DALMASSO.
Εισαγωγή : Ο Μηδενισμός σαν σύμπτωμα.

1) Ο σκοπός αυτής της έρευνας είναι η αντιμετώπιση ενός ζεύγους όρων, Λογική και μηδενισμός, που μοιάζει τόσο φλέγον για την πολιτισμική συνείδηση της κοινωνίας μας ακόμη και πέραν της γλώσσας,τής τόσο ειδικής και ξερής, της φιλοσοφίας. Αυτό το ζεύγος των όρων ανακαλεί αμέσως το πρόβλημα της αμφιβολίας στην λογική, δηλαδή στο όργανο, που όπως και να εννοείται, είναι αυτό που διαθέτει ο άνθρωπος για να πορευθεί και να πάρει ορισμένα μέτρα στον κόσμο. Αυτή η δυσπιστία στην λογική γεννιέται γενικώς σε στιγμές κρίσεως, σχισμάτων, διαζυγίων, τόσο σε επίπεδο ηθικό όσο και σε κοινωνικό, όσο και στο επίπεδο της δομής της γνώσεως. Ο όρος μηδενισμός χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά απο τον Γιακόμπι, έναν ρομαντικό γερμανό φιλόσοφο των πρώτων χρόνων του 18ουαιώνος. Σε εκείνα τα χρόνια ακριβώς η συνείδηση του ευρωπαίου ανθρώπου περνούσε μέσα απο την κρίση της απώλειας της ενότητος του πνεύματος, της θρησκείας και της πολιτικής, στην οποία στηριζόταν ο Δυτικός τρόπος ζωής μέχρι τότε. Ο όρος μηδενισμός χρησιμοποιήθηκε απο τον Γιακόμπι γι ανα-σηματοδοτήσει την ανεπάρκεια, ας πούμε, την εκμηδένιση της οικοδομής ενός φυσικού κόσμου και μίας κοινωνίας, επεξεργασμένων απο τις δυνάμεις της λογικής.
Η κοινή χρήση όμως του όρου προέρχεται απο τους Ρώσους «μηδενιστές» της Τσαρικής κοινωνίας, η οποία είχε χαρακτηριστεί εκ μέρους τους καταπιεστική και μόνον με τα λόγια σύμφωνη με την λογική. Η σημασία του όρου «μηδενισμός», επεξεργασμένη απο αυτούς τους Ρώσους, στοχαστές του τέλους του 1800, εισήλθε σιγά-σιγά στην γλώσσα της κουλτούρας, και στην συνέχεια και στην μάζα του 1900, μέχρι να φτάσει να σημαίνει σήμερα την πεποίθηση στην αδυναμία της λογικής, όταν καταπιάνεται να γνωρίσει την πραγματικότητα και να καθορίσει αξίες αποδεκτές απο όλους.
Αυτή η δυσπιστία σήμερα δέν λαμβάνει τόνους απαισιόδοξίας και δράματος, αλλά φαίνεται να έχει καταφύγει σ’ένα είδος εγκαταλείψεως σχεδόν ηδονικής. Αυτή η στάση εκφράζεται στην επίμονη υπενθύμιση του πεπερασμένου και προσωρινού των επιλογών των γνώσεων. Αυτή η θέση, ψυχολογική και πνευματική μαζί, φαίνεται πολύ διαφορετική απο την αρχαία ευλάβεια και ευσπλαχνία (pietas) του αρχαίου ανθρώπου, όπως και απο μία θρησκευτική αίσθηση των ορίων μας (Της τραγωδίας και του μέτρου).
Αυτή η θέση εκφράζεται κυρίως σαν έλλειψη ανεκτικότητος απέναντι σε αλήθειες οι οποίες θεωρούνται αδιάλλακτες και απέναντι σε πεποιθήσεις οι οποίες θεωρούνται αδικαιολόγητες και εμποδίζουν την γνώση και την αναφορά στην αλήθεια των πραγμάτων. Πρόκειται για μία μορφή «μηδενισμού» που ενισχύει την ακραία δραστηριοποίηση στην επιλογή και στην διακίνηση χωρίς περιορισμούς στις πιό διαφορετικές καταστάσεις: ηθικές, θρησκευτικές και κοινωνικές. Θεωρείται πλέον θετικά ή χαλάρωση των δεσμών, δηλαδή η ικανότητα επιλογής αλλά και λύσης μέχρι διαλύσεως των δεσμών.
2) Απο το άλλο μέρος στην κοινωνία μας υπάρχει, και σε μέτρο αυξανόμενο διαρκώς η αμηχανία γι’αυτό τον τύπο μηδενισμού που φαίνεται να οδηγεί σε μία στάση αδιαφορίας και ανευθυνότητος, σε ότι αφορά τις σχέσεις και τον προσανατολισμό των ατόμων. Ο Φόβος και η αγωνία για την έλλειψη σταθερών και έμπιστων σημείων αναφοράς αυξάνουν και επιβάλλονται όλο και περισσότερο στις συνειδήσεις. Το θέμα της λογικής καθ’εαυτής και της λειτουργικότητος της επιστρέφει στην επικαιρότητα και ευχόμαστε όλοι μας, η επιστροφή αυτή να φέρει και μία δυνατή και όχι αδύναμη πλέον, εννοιολόγηση της νοήσεως. Βλέπουμε λοιπόν επιστροφές μεταφυσικών γνώσεων ή έστω σταθερών και υποχρεωτικών σε όρους γνώσεων και ηθικής. Άλλα ζεύγη αντιθέτων όρων εξαπλώνονται στην κοινή χρήση της γλώσσας όπως : μεταφυσική/μηδενισμός, ισχυρό/αδύναμο, ύστερα απο τόσες εποχές στις οποίες κυριάρχησαν άλλα ζεύγη όρων όπως αντιδραστηκός/προοδευτικός κ.τ.λ. Τόσο που αναρωτιέται κάποιος εάν οι αντιθέσεις είναι εις θέσιν να προσανατολίσουν και να συμπεριλάβουν έναν στοχασμό στο πρόβλημα ή είναι αυτές οι ίδιες αποτέλεσμα μίας κάποιας παρακάμψεως απο τον δρόμο και μίας κάποιας τρέλλας που έχει καταλάβει την συζήτηση.
3) Νομίζουμε ότι το θέμα του μηδενισμού που παίζει και ενεργεί, με διάφορους τρόπους, στην εκλογίκευση, μπορεί να μας ωθήσει σε ερωτήματα πιό βαθειά και ριζικά γύρω απο την ίδια την νόηση, και φαίνεται πράγματι να προκύπτει απο την κρίση μία έννοια πιό πλατειά, της νοήσεως, απο την έννοια που βλέπουμε να χάνει έδαφος στις μέρες μας, μίας παραδόσεως δηλαδή λογικής που αποκορυφώθηκε τόσο στον ιδεαλισμό όσο και στον θετικισμό.
Στην δυτική σύλληψη της νοήσεως, στην οποία εξέβαλλε η εβραιο-Χριστιανική γλώσσα, η νοησιαρχία δέν συνίσταται μόνον σε μία διανοητική κυριαρχία των πραγμάτων και των σχέσεων τους, στην κρίση των οποίων φώλιασε η μηδενιστική προβληματική, αλλά συνίσταται σε μία δομή της γνώσεως ή οποία εμπλέκει μία αιτία, ένα κίνητρο ή μία αφορμή και έναν αποδέκτη, έναν παραλήπτη. Ένα «ξεκινώντας απο τί πράγμα» σε ένα «σε ποιόν». Πρόκειται δηλαδή γιά τήν επανα-ανακάλυψη της κλασσικής εννοιολογήσεως, ελληνικής μαζί και Χριστιανικής των Πατέρων της Εκκλησίας, για την οποία η νόηση δέν ξεχωρίζει απο την ηθική, το ήθος.
Το πρόβλημα του «τί πράγμα είναι;» δέν μπορεί να είναι ξεχωριστό απο τον τόπο όπου τίθεται μία τέτοια ερώτηση και δέν ξεχωρίζει επίσης και απο τον υποβάλλοντα, απο τον ενεργούντα, απο τον ηθο-ποιό, μίας τέτοιας ερωτήσεως.
Γνωρίζω με άλλα λόγια, σύμφωνα με ότι καλύτερο διαθέτει η δυτική παράδοση, είναι μία πράξη που εμπλέκει όχι μόνον την απόκτηση, την γνωστική και πρακτική κυριαρχία, αλλά επίσης είναι και ένα ερωτηματικό γύρω απο το υποκείμενο μίας τέτοιας πράξεως, γύρω απο «ποιόν» πραγματοποιεί μία τέτοια πράξη. Δέν πρόκειται δηλαδή για μία ηθική αναφορά, η οποία βιώνεται σαν ενδόμυχη, «εσωτερική», δίπλα σε ένα πρόβλημα αλήθειας που θα ήταν εξωτερικό στο Εγώ, με όρους τόσο οντολογικούς, όσο και πολιτικούς. Πρόκειται αντιθέτως για μία μεταμόρφωση του «Εγώ», στην ίδια την ενέργεια της γνώσεως της πραγματικότητος. Δέν μπορώ να γνωρίσω μία Φυσική πραγματικότητα ή ανθρώπινη, κοινωνική, θρησκευτική, χωρίς να υποστώ μία μεταμόρφωση απο αυτή την ίδια την ενέργεια.
Σ’αυτή την προοπτική η άκριτη επιστροφή σε διάφορους αναγωγισμούς (κάτι ανάγεται σε κάτι άλλο και μειώνεται), που παιδεύουν την σύγχρονη κουλτούρα, και εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται και η αδυναμία της, θα μπορούσε να ξεσκεπαστεί και να τοποθετηθεί σε μία διάσταση πιό συνεπή και υπεύθυνη. Αρκεί να υπενθυμίσουμε σαν παραδείγματα μορφές θετικισμού που ισχύουν σήμερα όπως οι τεχνικές γνώσεις στην ψυχολογία και στις νευροεπιστήμες για να αποκτήσουμε μία άποψη του πεδίου των προβλημάτων.
Σ’αυτό τον κριτικό απολογισμό του διανοητικού αποπροσανατολισμού που χαρακτηρίζει την εποχή μας, οι φιλόσοφοι μπορούν να συμβάλλουν στην διόρθωση του και να αναλάβουν τις ευθύνες τους. Σήμερα τείνουν να ζητούν απο τους επιστήμονες συναδέλφους τους, έννοιες, οι οποίες κρίνονται πιό βέβαιες και πραγματικές, σε σύγκριση με τον λόγο τους, τον οποίο βλέπουν σαν αδυναμο και ασταθή και κατηγορούμενο για τα δεινά του ανθρώπου. Μόνο που μ’αυτόν τον τρόπο ζημιώνουν τόσο τους επιστήμονες που έχουν ανάγκη απο ριζικές ερωτήσεις και την συνέπεια της φιλοσοφίας, όσο και την ίδια την φιλοσοφία, η οποία εκ φύσεως έχει την ευθύνη της συνεχούς διαλεκτικής επανατοποθέτησης της σχέσεως της επιστήμης με την γνώση.
Και ο μηδενισμός; Τί σημασία αποκτά μετά απο την έκθεση των παραπάνω σκέψεων; Τί στάση μπορύμε να λάβουμε απέναντι του; Πρέπει να αποφύγουμε με κάθε τρόπο να εκλάβουμε τον μηδενισμό σαν ένα δόγμα, ένα όραμα του κόσμου. Γιατί θα πέσουμε αμέσως σε μία άκριτη και άκαρπη στάση η οποία παίρνει σαν δόγμα εκείνο που είναι απλώς ένα σύμπτωμα !
Στην προοπτική των προβλημάτων που σημειώθηκαν, ο μηδενισμός εμφανίζεται σαν αδυναμία, ανασφάλεια, ασθένεια, στο εσωτερικό ενός τρόπου να συλλαμβάνουμε και να θέτουμε σε λειτουργία την λογική. Πρέπει λοιπόν να ερμηνεύουμε τα σημεία αυτής της αδυναμίας και ασθένειας. Τόσο στην αρχαία παράδοση όσο και στην σύγχρονη. Δέν πρέπει να συνεχίσουμε την καταστροφή, εκλαμβάνοντας τον μηδενισμό σαν κάτι αυτόνομο, απέναντι στην αυτόνομη με την σειρά της νοησιαρχία. Πρέπει να ελευθερωθούμε απο τα σκοτεινά δεσμά του Μανιχαϊσμού και του Γνωστικισμού που μας φυλακίζουν.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος.