Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑ-ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑ-ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Ιουλίου 2025

Νεο-Πατερική σύνθεση - Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλας

Νεο-Πατερική σύνθεση
Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλας



"Νομίζω ότι στην ουσία η Νεο-Πατερική σύνθεση δεν είναι τίποτε άλλο από την προσπάθεια να απαντήσουμε με βάση τα υπάρχοντα κείμενά τους στο ερώτημα: τί θα έλεγαν οι Πατέρες αν βρίσκονταν στην εποχή μας; Το εγχείρημα είναι δύσκολο, και στη γλώσσα του Φλωρόβσκυ,"θαρραλέο και ριψοκίνδυνο". Αλλά ποιός μας λέει ότι η θεολογία είναι εύκολη υπόθεση;

Εύκολη είναι όταν επαναλαμβάνουμε σαν παπαγάλοι τί είπαν οι Πατέρες στην εποχή τους. Αλλά, όπως κάθε δάσκαλος, έτσι και οι Πατέρες απεχθάνονται τους μαθητές που παπαγαλίζουν, και χαίρονται εκείνους που λένε το μάθημα "με δικά τους λόγια". Τα δικά μας λόγια είναι τα ερωτήματα που θέτει ο πολιτισμός στον οποίο ανήκουμε, και σ΄αυτά πρέπει να πούμε το μάθημα των Πατέρων.

Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε να τους υποκαταστήσουμε ως διαχρονικούς διδασκάλους μας. Σημαίνει ότι πρέπει να τους κατανοήσουμε τόσο βαθιά, ώστε να μπορούμε να πούμε τί θα μας έλεγαν σήμερα. Αυτή είναι η Νεο-Πατερική σύνθεση. Και αυτή είναι στην ουσία η ίδια η Ορθόδοξη θεολογία".

 Pan.

Αναστάσιος: Νεο-Πατερική σύνθεση - Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννη Ζηζιούλας

Ο ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΕΖΗΣΕ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΕΘΕΣΕ ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΤΕΡΟΤΗΤΟΣ. ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕ ΘΕΤΙΚΑ ΚΑΙ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΒΡΕΘΕΙ ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ ΟΡΓΑΝΩΣΕ ΚΑΙ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΣΥΝΟΔΟ ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΕΙ ΣΤΟ ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΔΟΓΜΑ. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΥΧΑΙΟ ΟΤΙ Ο ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ, Ο ΒΑΣΙΚΟΣ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΗΣ, ΠΡΩΤΟΣΤΑΤΗΣΕ ΣΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΤΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ ΤΗΣ Woke ΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΠΑΙΔΙΚΟΥΣ ΣΤΑΘΜΟΥΣ.ΦΥΣΙΚΑ Η ΣΧΕΣΗ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΗΝ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΩΔΗΣ. Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ;

Παρά την οντολογική κλήση της Εκκλησίας, η σύγχρονη ενοριακή πραγματικότητα φανερώνει ένα πλήρωμα που δεν κοινωνεί.

                                             

Η Θεία Λειτουργία αποτελεί το κορυφαίο μυστήριο της Εκκλησίας και τον βασικό χώρο φανέρωσης της εκκλησιολογικής ταυτότητας του πιστού. Στο λειτουργικό γεγονός συντελείται η ανακεφαλαίωση όλης της ιστορίας της σωτηρίας και ο άνθρωπος καλείται σε προσωπική μετοχή στο γεγονός της Θείας Οικονομίας. Ωστόσο, η εκκλησιαστική εμπειρία του 21ου αιώνα καταδεικνύει ένα βαθύ λειτουργικό ρήγμα: οι πιστοί συχνά παρίστανται στη Λειτουργία χωρίς να μετέχουν ουσιαστικά, με αποτέλεσμα η ίδια η Εκκλησία να αποδυναμώνεται ως λειτουργική κοινότητα.

Η Ορθόδοξη λειτουργική παράδοση δεν αντιλαμβάνεται τη Θεία Λειτουργία ως απλή λατρευτική συνάθροιση, αλλά ως εσχατολογική συγκρότηση του σώματος του Χριστού εν χρόνω. Η σύναξη γύρω από το Ευχαριστιακό Ποτήριο δεν αποτελεί συμβολική πράξη, αλλά πραγματική εμπειρία της Βασιλείας. Η κοινωνία του Σώματος και του Αίματος τού Κυρίου είναι ο καρπός της εν Χριστώ ενότητας, αλλά και η προϋπόθεση της Εκκλησίας ως σώματος.

Η λειτουργία της Εκκλησίας δεν τελείται ιδιωτικώς αλλά «ἐκκλησιαστικῶς». Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει μεμονωμένη σωτηρία ή ατομική «καλή σχέση με τον Θεό», αλλά μετοχή στο σώμα του Χριστού δια της κοινωνίας των πιστών.
Παρά την οντολογική κλήση της Εκκλησίας, η σύγχρονη ενοριακή πραγματικότητα φανερώνει ένα πλήρωμα που δεν κοινωνεί. Οι περισσότεροι πιστοί παρευρίσκονται, ακούν, ακόμη και σέβονται το Μυστήριο, χωρίς όμως να μετέχουν. Η θεία Κοινωνία τείνει να ιδιωτικοποιείται και να μετατρέπεται σε προσωπική επιλογή ή επιβράβευση ατομικής αρετής.

Η απομάκρυνση αυτή έχει ψυχολογικά, κοινωνικά και θεολογικά αίτια:
Α) Ψυχολογικά, πολλοί πιστοί αισθάνονται «ανάξιοι» να προσέλθουν, όχι με βάση την πατερική διάκριση μεταξύ ταπείνωσης και μετανοίας, αλλά ως αίσθημα φόβου και ενοχής.
Β) Κοινωνικά, η θρησκευτικότητα έχει συνδεθεί με πολιτισμική ταυτότητα παρά με υπαρξιακή αναζήτηση.
Γ) Θεολογικά, έχει επικρατήσει μία νομικιστική και ηθικιστική κατανόηση των Μυστηρίων, όπου η Θεία Κοινωνία δεν είναι τροφή ζωής αλλά ανταμοιβή για τους "πνευματικά ενάρετους"
Το αποτέλεσμα είναι η διαίρεση του σώματος: άλλοι λειτουργούν, άλλοι απλώς παρακολουθούν.
Η παθητική συμμετοχή του πληρώματος δεν συνιστά απλώς λειτουργικό πρόβλημα, αλλά πνευματικό αδιέξοδο. Η Εκκλησία χάνει τη ζωντάνια της όταν η Ευχαριστία παύει να είναι κοινό κτήμα. Όταν οι πιστοί παύουν να κοινωνούν, παύουν σταδιακά και να συγκροτούνται ως εκκλησία. Γίνεται φανερό τότε ότι δεν βιώνουν το μυστήριο ως γεγονός σωτηρίας, αλλά ως λειτουργικό καθήκον ή θρησκευτική παράδοση.

Η απουσία εκκλησιαστικής συνείδησης αντικαθίσταται από έναν εθιμικό χριστιανισμό, όπου η Λειτουργία μετατρέπεται σε «θέαμα ιερότητας». Ο πιστός στέκεται ενώπιον του Ποτηρίου όχι με τη δίψα της Θεογνωσίας, αλλά με φόβο και αποστασιοποίηση. Έτσι, η Εκκλησία λειτουργεί σε κατάσταση αναμονής σε μία λιτανεία που δεν φθάνει στον προορισμό της.

Η λειτουργική αποξένωση δεν διορθώνεται μόνο με διορθώσεις στο τυπικό ή στις συνήθειες. Προϋποθέτει ριζική επαναθεμελίωση της ποιμαντικής:
Α)Ανακαίνιση της κατήχησης, ώστε να αναδεικνύεται η Θεία Ευχαριστία ως το κέντρο της χριστιανικής ζωής.
Β) Ενίσχυση της κοινότητας: Η ενορία δεν είναι διοικητική μονάδα, αλλά η βασική εκκλησιαστική κοινότητα. Η αδελφική ζωή είναι προϋπόθεση για την ευχαριστιακή.
Γ) Ανάκτηση της λειτουργικής παιδείας, όπου ο λαός γνωρίζει το νόημα των λέξεων, των κινήσεων, των συμβόλων.
Δ)Απομυθοποίηση της "ανάξιας συμμετοχής", που συχνά οδηγεί σε μακροχρόνια αποχή χωρίς μετάνοια ή πνευματικό διάλογο.
Η Θεία Λειτουργία πρέπει να επανανακαλυφθεί ως κοινή πρόσκληση στο πανηγύρι της Βασιλείας. Όχι ως τελετή των «καλών» χριστιανών, αλλά ως τόπος θεραπείας και αγάπης.

Η κρίση της λειτουργικής συμμετοχής δεν είναι ζήτημα ηθικής, αλλά θεολογικής και πνευματικής αλλοτρίωσης. Ο σημερινός πιστός καλείται όχι απλώς να παρίσταται στη Λειτουργία, αλλά να γίνει Εκκλησία. Να κοινωνεί όχι μόνο με το Ποτήριο, αλλά με τους αδελφούς του, με την καρδιά του, με τον Χριστό. Η αποκατάσταση της ευχαριστιακής ταυτότητας της Εκκλησίας είναι το στοίχημα του παρόντος και η προϋπόθεση της σωτηρίας για το μέλλον.
Κούρος Αλέξανδρος


ΜΕ ΜΑΕΣΤΡΙΑ ΕΚΤΙΘΕΝΤΑΙ ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΟΠΟΙΟΥΣ ΤΟ ΠΟΙΜΝΙΟ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΘΗΚΕ ΣΕ ΑΛΛΟΥΣ ΒΟΣΚΟΤΟΠΟΥΣ.
ΑΥΤΗ Η ΖΗΖΙΟΥΛΙΚΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΚΛΗΣΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΟΥ ΚΛΗΡΟΥ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΠΙΣΤΩΝ.  Η ΔΙΑΦΟΡΑ ΑΝΑΒΑΠΤΙΣΜΕΝΗ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΕΧΕΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ. ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΨΕΥΤΙΚΗ. ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ.
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗ ΧΑΡΥΒΔΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΚΥΛΑ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΩΝ ΧΑΣΑΜΕ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ.
Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΣΕ ΔΡΑΣΗ.

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2024

TI ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΝΕΑ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ;

                                       

Η αποδόμηση τού παλαιού και η απόλυτη κυριαρχία του νέου  με την διχοτόμηση της ψυχής ο ορισμός της οποίας είναι senex et puer.

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΠΑΡΚΕΙΣ ΜΕ ΤΗΝ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ;

ΓΙΑΤΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΛΟΓΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΝΝΟΙΩΝ ΔΕΝ ΕΠΑΡΚΕΙ; ΔΙΟΤΙ Η ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΕΠΟΧΗ Η ΟΠΟΙΑ ΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΕΙ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΚΑΙ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΗΣ ΑΝΤΕΣΤΡΕΨΕ ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΙΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΠΟΥ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΟΥΣΕ Η ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΕΚΦΡΑΣΕΙ ΤΑ ΝΟΗΜΑΤΑ ΤΗΣ.

Βλέπουμε λοιπόν προσπάθειες αρνητικές, γενικόλογες καί αόριστες νά μάχονται με τό νέο, τό οποίο έχει ήδη νικήσει κατά κράτος τό παλαιό απελευθερώνοντας τά ήθη, τό μεγάλο του όπλο. 

Ακούμε λοιπόν γιά παναίρεση, παναλήθεια, γιά αμφισβήτηση, σχετικοποίηση τής αλήθειας καί ενίσχυση τής εξουσίας όπως παρουσιάζονται απο τόν εργατικό κ. Τσελεγγίδη.

 Μιά ἀπαραίτητη διευκρίνιση τοῦ νεόκοπου ὅρου «μετα-πατερικός.

α) Ὅταν στό πρῶτο συνθετικό τῆς λέξεως μετα- προσδίδεται χρονική σημασία, ὁπότε στήν προκειμένη περίπτωση γίνεται λόγος γιά τό τέλος τῆς Πατερικῆς ἐποχῆς.

Καί β) ὅταν στό πρῶτο συνθετικό τῆς λέξεως προσδίδεται κριτική σημασία, ὁπότε ἡ σύνθετη λέξη «μετα-πατερικός» σημαίνει σχετικοποίηση...

Mερική ἤ ὁλική ἀμφισβήτηση - ἐπαναθεώρηση - νέα ἀνάγνωση,
ἤ καί ὑπέρβαση τῆς θεολογικῆς σκέψεως τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.


Οἱ σύγχρονοι ἐπιστήμονες θεολόγοι, πού ἐπιχείρησαν ἔμμεσα ἤ ἄμεσα νά αὐτοπροσδιοριστοῦν ὡς «μετα-πατερικοί», χρησιμοποίησαν ἐναλλακτικῶς καί τίς δύο ἑρμηνεῖες, κυρίως ὅμως τή δεύτερη πού ἀναφέρεται στή σχετικοποίηση καί τελικά στήν ὑπέρβαση τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας.
Τό καταστρεπτικότερο ἔργο στίς συνειδήσεις τοῦ χριστιανικοῦ θεολογικοῦ κόσμου εὐρύτερα τό ἔκαναν, κατά τή γνώμη μας, οἱ Προτεστάντες.
Καί τοῦτο, ἐπειδή αὐτοί ἀμφισβήτησαν εὐθέως τό κύρος τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἄλλωστε καί τή σύνολη Ἀποστολική καί Πατερική Παράδοσή της. Ταυτόχρονα, ἀκύρωσαν ἐπισήμως, οὐσιαστικά καί τυπικά, τήν ἁγιότητα ὅλων τῶν ἐπωνύμων ἁγίων, ἀμφισβητώντας μέ τόν τρόπο αὐτό καί τήν ἁγιοπνευματική ἐμπειρία τῆς ἑκάστοτε στρατευομένης ἐπί γῆς Ἐκκλησίας.
Ἀντίστοιχα, τό καταστρεπτικότερο ἔργο στή δογματική συνείδηση τοῦ πληρώματος τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας τό ἔκανε καί ἐξακολουθεῖ νά τό κάνει ὁ Οἰκουμενισμός.
Ὁ Οἰκουμενισμός ἀποτελεῖ σήμερα τόν δυσώδη φορέα τοῦ διαχριστιανικοῦ καί διαθρησκειακοῦ συγκρητισμοῦ καί κατά συνέπεια τόν πιό ἐπίσημο φορέα τῆς ἐπικινδυνότερης πολυ-αιρέσεως ὅλων τῶν ἐποχῶν...
ἐπειδή συμβάλλει ἀποφασιστικά στήν ἄμβλυνση τοῦ ὀρθοδόξου κριτηρίου καί τῆς ὀρθοδόξου αὐτοσυνειδησίας.
Ἡ «μετα-πατερική» θεολογία, σύμφωνα μέ τά κριτήρια τῆς Ἐκκλησίας, πού προαναφέραμε, εἶναι ἀπόδειξη ἐπηρμένης διανοίας. Γι’ αὐτό καί εἶναι ἀδύνατη ἡ ἐκκλησιαστική νομιμοποίησή της. Ἡ ἐκκλησιαστική θεολογία εἶναι ταπεινή καί εἶναι πάντοτε «ἑπόμενη τοῖς ἁγίοις Πατράσιν».
Αὐτό δέν σημαίνει, ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική θεολογία στερεῖται πρωτοτυπίας, δυναμισμοῦ, ἀνανεωτικοῦ πνεύματος καί ἐπικαιρότητας. Ἀπεναντίας, ἔχει ὅλα τά παραπάνω χαρακτηριστικά, γιατί ἀποτελεῖ ἔκφραση τῆς ζώσας παρουσίας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σ’ ἐκεῖνον, πού θεολογεῖ μ’ αὐτόν τόν τρόπο.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐξέφρασαν ὅσα βίωσαν ἀπό τήν ἐνεργοποίηση τῆς προσωπικῆς τους Πεντηκοστῆς, πάντοτε ὅμως, πρακτικῶς, «ἑπόμενοι» καί ἐν συμφωνίᾳ μέ τούς προγενεστέρους θεοφόρους Πατέρες.

ΚΑΙ ΟΜΩΣ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΑ ΙΣΩΣ ΟΙ ΟΡΟΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΤΟΥ ΑΠΗΧΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΞΕΚΙΝΟΥΣΕ Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΝΟΗΜΑΤΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ.
ΑΣ ΠΛΗΣΙΑΣΟΥΜΕ ΟΜΩΣ ΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ. ΤΟΥ ΥΠΑΡΞΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑΣ, Η ΟΠΟΙΑ ΚΥΡΙΑΡΧΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ 2η ΒΑΤΙΚΑΝΕΙΟ ΣΥΝΟΔΟ, ΠΟΥ ΚΗΡΥΞΕ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ.

Το Άγιο Πνεύμα απο το ένα μέρος, είναι οπωσδήποτε το πνεύμα το οποίο ενεργεί, είναι ενεργό, ανάμεσα στον Χριστό και την Εκκλησία. Αλλά απο το άλλο μέρος Αυτό είναι το Άγιο Πνεύμα που

πέμπεται απο την ενότητα Χριστός Εκκλησία (όπως απο την αιώνια ενότητα τού Πατρός με τον Υιό) 

και επομένως είναι άνοιγμα το οποίο η ένωση αγάπης ανάμεσα στην Νύμφη και τον Νυμφίο δοκιμάζει πρός το νέο, πρός τον Υιό, πρός τον κόσμο τής δημιουργίας, και σήμερα ακριβώς προς τον "εκκοσμικευμένο"  μή-Χριστιανικό κόσμο.

 Το Βατικανό ΙΙ κατεύθυνε με διακεκριμένο τρόπο τον στοχασμό του πρός αυτό το άνοιγμα, και παρότρυνε τους Χριστιανούς να πράξουν παρομοίως. Ακριβώς σ'αυτό τό σημείο η μετά-συνοδική περίοδος είναι ένας χρόνος που ανήκει στο σύμβολο τού Αγίου Πνεύματος.
Ο Εορτασμός της ΙΙας Βατικάνειας Συνόδου επέτρεψε και ενθάρρυνε την ανάδυση νέων, και πιό καίριων Θεολογικών στοχασμών. Παρ'όλες τις κριτικές, πολύ συχνά αντιθετικές και αντιρρητικές, δέν υπάρχει αμφιβολία ότι ο στοχασμός ο οποίος ξεκίνησε και αναπτύχθηκε έθεσε στο φώς αποτελεσματικά το Τριαδικό μυστήριο σαν ένα θεμελιώδες μυστήριο του Χριστιανισμού και ειδικώς, της εκκλησιολογίας. Η πνευματολογική διάσταση διατρέχει όλα τα κείμενα καί κατά κάποιο τρόπο προσφέρει το κλειδί, σε συμφωνία με την προφητική διάσταση την οποία μαρτυρεί η προσφώνηση του ανοίγματος της συνόδου (Gaudet Mater Ecclesia). Οι Πατέρες εξάλλου έζησαν την συνοδική εμπειρία σαν μία έκχυση του Πνεύματος. [Όπως καί στό Κολυμπάρι κατ' απομίμησιν]
Το Βατικανό ΙΙ μπορεί λοιπόν να εκληφθεί ουσιωδώς, και όχι μόνον συμβατικώς, σαν ένα σημείο στροφής και απο αυτόν τον εορτασμό μπορεί να ξεκινήσει η κουβέντα μας

Η δημιουργική αρχή του Αγίου Πνεύματος έχει μια ιδιαίτερη σχέση με την ιστορία, σύμφωνα με την χριστιανική αντίληψη. Φαίνεται μάλιστα, πως αυτή η δημιουργική αρχή είναι η θεϊκή δύναμη, η οποία προσδίδει στην ιστορία της ανθρωπότητας χαρακτήρα ιστορίας της σωτηρίας, και συνδέει τα συμπλεγμένα νήματα του ανθρώπινου γίγνεσθαι με την ιστορία της βασιλείας του Θεού. Την σχέση αυτή προς την ιστορία αναφέρει και το σύμβολο της πίστεως της παλιάς Εκκλησίας. Όταν το σύμβολο της πρώτης συνόδου της Κωνσταντινουπόλεως (381) λέει: «Πιστεύω στο Άγιο Πνεύμα...που μίλησε δια των προφητών», εκφράζει με τον τρόπο αυτό, πως το Άγιο Πνεύμα δεν ενεργεί μόνο τα δώρα της χάριτος, που αναφέρονται στο τρίτο άρθρο (άφεση αμαρτιών, ανάσταση εκ νεκρών και αιώνιος ζωή), αλλά είναι το Πνεύμα που ενέργησε το έργο του Θεού δια μέσου της παλαιοδιαθηκικής προϊστορίας της χριστιανικής Εκκλησίας. Είναι το Πνεύμα που ήδη από την σωτηριώδη εποχή της Παλαιάς Διαθήκης υπέδειξε στην ανθρωπότητα, δια των υποσχέσεων Του, την επερχόμενη εκπλήρωση. Το ίδιο Πνεύμα προετοίμασε την οδό για την εκπλήρωση αυτή.
«Ο καλύτερος τρόπος για να εκφράσουμε το χαρακτηριστικό στοιχείο της σχέσεως του μοντέρνου ανθρώπου με τον κόσμο του, είναι ίσως να πούμε πως ο κόσμος του είναι ο ιστορικός. Που σημαίνει τί και πώς, με ποιόν τρόπο αυτός αντιλαμβάνεται τον κόσμο στον οποίο ζει, σαν δικό του. Σαν δικό του δηλαδή με την έννοια πως είναι έργο δικό του, όχι σαν να τον δημιούργησε, αλλά πάντως με έναν τέτοιο τρόπο που να λαμβάνει την ιστορική του μορφή, την συγκεκριμένη, πάντοτε από αυτόν».
Αυτή η «ιστορικοποίηση» του κόσμου υπονοεί την παρακμή της γεωκεντρικής θεωρήσεως και της συναφούς ιδέας ενός υπερβατικού κόσμου: «Με την εννοιολόγηση του κόσμου σαν κόσμου ιστορικού, καταστρέφεται εκείνη η ενότης του σύμπαντος με τον υπερβατικό κόσμο». Αυτό σημαίνει επίσης πως «γίνεται όλο και πιο αστήρικτη η ιδέα, η οποία έχει συλληφθεί πάνω σε αυτή την βάση, του γεγονότος του έργου της θείας σωτηρίας, το οποίο υπερβαίνει την ιστορία» [Γι’ αυτό και εγκατελείφθη ο Χριστός σαν αδύναμος, για να πάρει την θέση του το άγιο Πνεύμα που οδηγεί μόνο του πλέον την ιστορία του κόσμου, την σωτηρία του κόσμου, στα έσχατα]. Από εδώ και στο εξής ο ίδιος ο άνθρωπος φέρει την ευθύνη για την ποιότητα του κόσμου του και αυτός έχει την συνείδηση του πράγματος. Και μ’ αυτό εισήχθη στην σκηνή μια καινούργια εικόνα του ανθρώπου: «μπορούμε να την περιγράψουμε με μια μόνο λέξη! Το ιδεώδες την προσωπικότητος ή του αυτόνομου ανθρώπου».
Σ’ αυτές τις λίγες σειρές αναγνωρίζονται χωρίς δυσκολία οι λόγοι του Γερμανικού Ιδεαλισμού. Αυτόν, ιδιαιτέρως σκέπτεται ο Γκογκάρτεν όταν μιλά για την εκκοσμίκευσης. Και ιδιαιτέρως στην φιλοσοφία του Φίχτε, πιστεύει πως μπορεί να διακρίνει την «αυτοκατανόηση» του ανθρώπου της νεωτερικότητος στην πιο καθαρή της μορφή. Στον Γερμανικό Ιδεαλισμό ολοκληρώνεται, σύμφωνα με τον Γκογκάρτεν, μια ιστορική πρόοδος  στην οποία ένας τρόπος υπάρξεως του ανθρώπου, που είναι στην ουσία ένας καρπός της χριστιανικής  πίστεως, αποσχίζεται βαθμιαία από τον κορμό από τον οποίο αντλεί την καταγωγή του.

Στην εκκοσμίκευση του κόσμου αντιστοιχεί αυτό που ονόμασε ο Γκογκάρτεν «η ιστορικότης, η ιστορίκευση» της ανθρώπινης υπάρξεως. Το γεγονός ότι η ανθρώπινη ύπαρξη γίνεται ιστορική σημαίνει από το ένα μέρος πώς «ο άνθρωπος αναλαμβάνει την ευθύνη της δικής του ζωής, για την μορφή, τον τρόπο και την πορεία της και για την μορφή του δικού του κόσμου». Από το άλλο μέρος σημαίνει πώς μία τέτοια ευθύνη καθορίζεται από την εννοιολόγηση, από το νόημα του όλου, της ενότητος τής ανθρώπινης ζωής και του κόσμου, αλλά μ’έναν τέτοιο τρόπο ώστε ο άνθρωπος να μην δύναται να διαθέτει την έσχατη σημασία της ζωής και του κόσμου, διότι αυτό το έσχατο νόημα βασίζεται στον Θεό, και όχι στον άνθρωπο, ούτε και στον κόσμο. Γι’αυτό και ο άνθρωπος στην πράξη του μπορεί μόνον να κατευθυνθεί ερωτηματικά προς αυτό το τελικό νόημα! Η κατανόηση του είναι μία γνώση στο στυλ τού ερωτήματος: αυτή η ευθύνη γνωρίζει το όλον ερωτηματικά….όσο αυτή είναι ιστορική, δεν ξεπερνά αυτές τις ερωτήσεις, ούτε τις υπερβαίνει. Ένα χαρακτηριστικό τής πίστεως είναι πώς ο άνθρωπος παραμένει ανοιχτός για το μέλλον. 

Εάν ο άνθρωπος ταυτίζει τον Χριστιανισμό με την Χριστιανική πίστη και εάν πιστεύει πώς οι Χριστιανικές απαιτήσεις και αλήθειες, όπως τις κατανοεί σύμφωνα μ’αυτόν τον Χριστιανισμό, ότι αυτές είναι οι απαιτήσεις του Θεού, ο οποίος απεκαλύφθη στον Ιησού Χριστό και φανερώθηκαν από τους Αποστόλους, και πώς σ’αυτές κατέχει την απάντηση στην ερώτηση γύρω από το νόημα της υπάρξεως τού ανθρώπου και της ιστορίας, αυτός ο άνθρωπος πέφτει στην πιο μοιραία από τις ουτοπίες. Τότε μοιραίως, από τον εκκοσμικευμένο Χριστιανισμό γεννιέται η Χριστιανική κοσμικότης η οποία θέλει να εκχριστιανίσει τον κόσμο για να του προσφέρει την σωτηρία! 

«Το προπατορικό αμάρτημα, η παλιά αδικία την οποία διέπραξε ο άνθρωπος, συνίσταται στην κατηγορία την οποία επιδίδει ο άνθρωπος, και δεν κάνει πίσω, πως ο ίδιος είναι που αδικήθηκε, και πως το προπατορικό αμάρτημα είναι κάτι το οποίο υπέστη από άλλους»

Η «Δίκη», που παραθέτει τα θεμελιώδη κείμενα τής μεταφυσικής παράδοσης, είναι σε θέση ταυτόχρονα να τα κατανοήσει διαφορερικά με την βοήθεια καμπαλιστικών θεμελιωδών θέσεων. Η Kabbala, στην οποία η ιστορία τών «παλιών αιώνων» προσλαμβάνεται αρνητικά, ως διαρκής έλλειψη απόλυτου νοήματος, έδωσε στην «Δίκη» την δυνατότητα μιας δεύτερης και πιο περιεκτικής ιστορίας, για την εντελέχεια τής οποίας ο Kafka είχε σε ένα άλλο σημείο πει, πως είναι «μια αύξηση τής θανατικής δύναμης»

Ο Pareyson στην αρχή τού στοχασμού του γύρω απο το σκάνδαλο τού κακού δηλώνει κατηγορηματικά ότι «στην αντιμετώπισή τού προβλήματος τού κακού η φιλοσοφία, στην διάρκεια των αιώνων, απεδείχθη ελλειπής και μάλιστα ανεπαρκής».
          Υποστηρίζει λοιπόν την ανάγκη βοήθειας από τον μύθο, με την βαθειά και έντονη σημασία τού όρου, δηλαδή όχι με την έννοια τού παραμυθιού, που είναι μία τυχαία αφήγηση ή παράλογη διήγηση, αλλά με την έννοια τού «μύθου» σαν απόκτηση και κατοχή τής αλήθειας με τον μοναδικό τρόπο με τον οποίο αυτή επιτρέπει την σύλληψή της, δηλαδή με μία απόκρυψη η οποία ακριβώς γι’αυτό είναι λαμπερή και αποκαλυπτική! Όπως για παράδειγμα η τέχνη και η θρησκεία, διότι ακριβώς εκεί το κακό και ο πόνος είναι παρόντα! Προφανώς πρέπει να αναφερόμαστε σε μία θρησκεία δυνατή και γόνιμη, όπως η Βιβλική για παράδειγμα, τής "ανθρώπινης πανυπαιτιότητος", στην οποία έρχεται σε συνάντηση στην Π.Δ. ο Θεός τού θυμού και τής ζήλειας και στην Κ.Δ. ο Θεός τού σταυρού. Και θα πρέπει να υπολογίσουμε μία τέχνη στιβαρή και δυνατή, όπως εκείνη τής τραγωδίας, ανελέητη, τρομακτική και βαθειά, όπως υπήρξε ή Ελληνική τραγωδία στον Αισχύλο και τον Σοφοκλή και όπως είναι σήμερα εκείνη η τραγωδία σε πέντε πράξεις που είναι τα μεγάλα μυθιστορήματα τού Ντοστογιέφσκι.
          Αυτή η προσφυγή στον μύθο όμως δέν σημαίνει και μία ταυτόχρονη παραίτηση απο την φιλοσοφία, αλλά μόνον από τήν αποδεικτική και αντικειμενοποιούσα, όπως είναι η μεταφυσική σκέψη! Πρόκειται λοιπόν για την πρόταση ενός νέου τύπου φιλοσοφίας, η οποία δέν βασίζεται στην αποδεικτική νόηση, αλλά στην ερμηνευτική σκέψη. Αλλά τί εννοούμε σαν ερμηνευτική σκέψη; Μία ερμηνεύουσα σκέψη η οποία εφαρμόζεται σε μία γνώση η οποία υπάρχει ήδη, μία αναμιμνήσκουσα σκέψη η οποία γνωρίζει αυτό που ήδη γνωρίζει, το αντικείμενό της δέν μπορεί να είναι το Είναι, αλλά η σχέση του ανθρώπου με το Είναι, η οντολογική πρόθεση, ουσιώδης στον άνθρωπο και στην οποία συνίσταται ο άνθρωπος. Ο Λόγος για την αλήθεια είναι έμμεσος, διότι αντλεί την αλήθεια στην πρωτογενή αλληλεγγύη με το ανθρώπινο πρόσωπο, και αυτός δέν μιλά για το απόλυτο, αλλά για την ανθρώπινη συνείδηση τού απολύτου, συνείδηση την οποία δέν έχει μάλλον ο άνθρωπος αλλά μάλλον είναι. Ο Φιλοσοφικός στοχασμός για τον μύθο και στον μύθο πρέπει να παραιτηθεί απο μία απομυθοποίηση η οποία προτίθεται να αντικαταστήσει τον λόγο στον μύθο ή να μεταφράσει το περιεχόμενο σε φιλοσοφική μορφή. Προτίθεται αντιθέτως τόσο να συγκεντρώσει και να φωτίσει την σημασία όσο και να αναπτύξει την καθολικότητά του. Η Ερμηνευτική σκέψη δέν καταστρέφει τον μύθο, αλλά δέν σταματά την εμβάθυνσή του ενεργοποιημένη απο αυτόν, είναι κατά βάθος ο ίδιος ο μύθος ο οποίος, ερωτώμενος καταλλήλως φανερώνει την σημασία του, δίνοντας την ώθηση και ενεργοποιώντας εντός του έναν ανεξάντλητο στοχασμό ο οποίος δέν θα αποκορυφωθεί σε κάποιον καθορισμό, αλλά θα τροφοδοτήσει μία άπειρη ερμηνεία. Ο μύθος είναι για τον λόγο ταυτοχρόνως πηγή, βάση, ερέθισμα, ξεκίνημα,  συνοδεία. Η έρευνα του Pareyson λοιπόν είναι μία έρευνα του θρησκευτικού μύθου. Σαν ερμηνευτική δέν είναι οντική αντικειμενική μεταφυσική  αλλά υπαρξιακή οντολογία. Σαν επανάσταση στον θρησκευτικό μύθο, δέν είναι ούτε Θεολογία, ούτε φιλοσοφία της θρησκείας, ούτε θρησκευτική φιλοσοφία, αλλά φιλοσοφική ερμηνεία τής θρησκευτικής εμπειρίας ή της θρησκευτικής συνειδήσεως. Τελικώς παρουσιάζεται σαν ένας φιλοσοφικός αναστοχασμός  του Χριστιανισμού, κατανοημένος σαν εμπειρία τής πίστεως στον απαραίτητο υπαρξιακό του χαρακτήρα και ταυτοχρόνως σαν πρωτογενής και πρωτότυπη ερμηνεία τής αλήθειας. Σ’αυτή την ανώτερη σημασία ο Χριστιανισμός είναι μύθος.

Ἄν ὁ πιστός δέν ζεῖ τήν καθημερινή γέννηση – ἐνεργοποίηση τοῦ Χριστοῦ στήν καρδιά του, δέν πρόκειται νά τήν βιώσει μηχανιστικά στόν ἐκκλησιασμό του στόν Ναό, κατά τήν ἑορταστική – λειτουργική ἀνάμνηση τῆς ἱστορικῆς ἡμερολογιακῆς γεννήσεως τοῦ Θεανθρώπου.
Τό ἴδιο ἰσχύει, βέβαια, γιά ὅλα τά σωτηριώδη γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ, κατά τήν Ἁγιοπνευματική Παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, «ὅ γέγονε, δι’ ἡμᾶς γέγονεν ὁ Κύριος» (Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Ὁμιλ. 21, PG 151, 277 ΑΒ)

Μοῦ ἔλεγε ἐμφατικά ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης:

«Ἐγώ γεύτηκα τήν ζωντανή παρουσία τοῦ Χριστοῦ πρῶτα στό Κελλί μου, μέσα στήν καρδιά μου, καί μετά ἔζησα –τήν ἴδια τήν παρουσία Του– στήν Θεία Εὐχαριστία».
Μετά ἀπό χρόνια κατάλαβα τήν πνευματική προεργασία του. Αὐτοεπίσκεψη – θέα τῆς ἁμαρτωλότητός του – μετάνοια – θεραπεία – ἀγαπητική τήρηση τῶν ἐντολῶν.
Τό ἱστορικό γεγονός τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ θά πρέπει, λοιπόν, νά καταστεῖ χαρισματικό γεγονός τῆς προσωπικῆς μας ζωῆς, κατά βιωματικό τρόπο.

~ Μαρτυρία Δημητρίου Τσελεγγίδη, Καθηγητοῦ τῆς Δογματικῆς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης
 
ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΦΑΝΕΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΟΥΜΕ ΧΩΡΙΣ ΤΙΣ ΑΝΕΠΑΡΚΕΣΤΑΤΕΣ ΓΕΝΙΚΟΛΟΓΙΕΣ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΣΤΕΡΟΥΝΤΑΙ ΝΟΗΜΑΤΟΣ.   
Αμέθυστος


"Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἐξέφρασαν ὅσα βίωσαν ἀπό τήν ἐνεργοποίηση τῆς προσωπικῆς τους Πεντηκοστῆς".
ΠΡΩΤΟΦΑΝΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ.
(Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον… περί διαφόρων απόρων της Αγίας Γραφής - Απ’ την εισαγωγή…)

Ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος δέν ἐνεργεῖ σοφία στούς ἁγίους, χωρίς τό νοῦ πού δέχεται τήν σοφία· οὔτε γνώση, χωρίς τήν δύναμιν τοῦ λογικοῦ πού δέχεται τήν γνώση· οὔτε πίστη χωρίς τήν πληροφορία τοῦ νοῦ καί τοῦ λογικοῦ περί τῶν μελλόντων, πού ἦταν ὡς τότε ἄδηλα σέ ὅλους· οὔτε χαρίσματα ἰαμάτων, χωρίς φυσική φιλανθρωπία· οὔτε κανένα ἄλλο ἀπό τά λοιπά χαρίσματα, χωρίς τήν δεκτική ἱκανότητα καί δύναμη τοῦ καθενός. Οὔτε πάλι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀποκτήσει ἀπό φυσική του δύναμιν ἕνα ἀπό τά χαρίσματα πού ἀριθμήσαμε, χωρίς τήν θεία δύναμη πού τά χορηγεῖ. Τό φανερώνουν αὐτό ὅλοι οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ὕστερα ἀπό τίς ἀποκαλύψεις τῶν θείων ζητοῦν τούς λόγους ὅσων τούς ἀποκαλύφθηκαν.
Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής

Τη χάρη τη θεωρούν ψυχή που ζωντανεύει και κινεί και ενεργοποιεί σαν σώμα τις ενέργειες των εντολών


Άγιος Γρηγόριος Σιναΐτης, Πώς είναι ο παράδεισος της Εδέμ;

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

10. Ο παράδεισος είναι δύο ειδών, αισθητός και νοητός, δηλαδή ο παράδεισος της Εδέμ κι ο παράδεισος της χάρης.

Ο παράδεισος της Εδέμ (Γεν. 2, 8-13) είναι τόπος πολύ υψηλός, ως τον τρίτο ουρανό, όπως λένε όσοι διηγούνται γι’ αυτόν, φυτεμένος από το Θεό με κάθε είδος ευωδέστατα φυτά.

Και δεν είναι ούτε τελείως άφθαρτος, ούτε εντελώς φθαρτός, αλλά σε μια κατάσταση μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, ώστε να είναι πάντοτε γεμάτος από καρπούς, και να έχει διαρκώς και άνθη και άγουρους και ώριμους καρπούς.

Γιατί όταν σαπίζουν τα δένδρα και οι ώριμοι καρποί και πέφτουν στη γη, δε μυρίζουν φθορά και σήψη σαν τα φυτά του κόσμου, αλλά γίνονται ευωδιαστό χώμα.

Αυτό γίνεται από την πολλή αφθονία και τον αγιασμό της χάρης που είναι διάχυτη πάντοτε εκεί.
Να ζητάς τον Κύριο στην οδό, δηλαδή στην καρδιά σου, με τις εντολές!


11. Η κτίση, όπως λένε, δεν κατασκευάστηκε από την αρχή ρευστή, δηλαδή φθαρτή. Ύστερα έγινε, όταν γνώρισε τη φθορά και υποτάχθηκε στη ματαιότητα, κατά τη Γραφή, δηλαδή στον άνθρωπο, όχι βέβαια με τη θέλησή της, αλλά χωρίς αυτή, επειδή έτσι θέλησε Αυτός που την υπέταξε· με την ελπίδα όμως της ανακαινίσεως του Αδάμ που έπεσε στη φθορά.

Αφού λοιπόν ο Κύριος (με την Ανάστασή Του) ανακαίνισε τον άνθρωπο και τον αγίασε -παρόλο που έχει φθαρτό σώμα για την πρόσκαιρη ζωή -, την ανακαίνισε και αυτή, χωρίς να την απαλλάξει ακόμη από τη φθορά.

Απαλλαγή της κτίσεως από τη φθορά, άλλοι λένε τη μεταβολή της στο καλύτερο, κι άλλοι την τέλεια παρέλευση των αισθητών. Η Γραφή πάντως συνηθίζει να βεβαιώνει τα δύσκολα ζητήματα με απλότητα και λιτότητα.

12. Εκείνοι που δέχονται τη χάρη, σαν να έχουν συλλάβει, και εγκυμονούν κατά το πνεύμα, ή αποβάλλουν το θεϊκό σπέρμα με τις πτώσεις τους, ή το στερούνται επειδή χηρεύουν από το Θεό εξαιτίας της επικοινωνίας τους με τον εχθρό που κρύβεται στα ενδόμυχά τους.

Η αποβολή της χάρης προέρχεται από την ενέργεια των παθών, ενώ η τέλεια στέρηση, από την διάπραξη των αμαρτημάτων. Έτσι, η ψυχή που αγαπά τα πάθη και τις αμαρτίες, στερείται και αποβάλλει τη χάρη και χηρεύει, οπότε γίνεται κατοικία των παθών, για να μην πω των δαιμόνων, και τώρα και στο μέλλον.

13. Τίποτε δε στρέφει σε ιλαρότητα και ημερότητα το θυμό, όπως η ανδρεία και η ευσπλαχνία.

Αυτές, σαν πολιορκητικές μηχανές, συντρίβουν η μία τους εξωτερικούς εχθρούς κι η άλλη τους εσωτερικούς.

14. Πολλοί που εργάζονται τις εντολές, νομίζουν ότι βαδίζουν δεν έχουν όμως φτάσει ακόμη στην πόλη και μένουν απ’ έξω.

Και τούτο γιατί ακολούθησαν χωρίς να καταλάβουν τις παρόδους των βασιλικών ίσων δρόμων, δηλαδή τις κακίες που στέκουν δίπλα στις αρετές, κι έτσι πορεύονται άσκοπα.

Γιατί οι εντολές δε θέλουν ούτε υπερβολή, ούτε έλλειψη, αλλά σκοπό θεάρεστο, και ζητούν μόνον το θείο θέλημα. Αλλιώς, ο κόπος είναι μάταιος, όταν δηλαδή δεν κάνουν ίσιους τους
δρόμους του Κυρίου. Γιατί σε κάθε έργο εξετάζεται ο σκοπός του πράγματος.

15. Να ζητάς τον Κύριο στην οδό, δηλαδή στην καρδιά σου, με τις εντολές.

Γιατί όταν ακούσεις τον Ιωάννη [τον τον άγιος Ιωάννη τον Πρόδρομο και Βαπτιστή] να φωνάζει και να προστάζει όλους να ετοιμάσουν τις οδούς και να κάνουν ίσιους τους δρόμους, να θεωρήσεις ότι εννοεί τις εντολές και τις καρδιές και τις πράξεις.

Και είναι αδύνατο να κάνει κανείς ευθεία την οδό των εντολών και ακατάκριτο το έργο του, χωρίς την ευθύτητα της καρδιάς.



Παρασκευή 8 Ιουλίου 2022

Η ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑ-ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ (2)

 Συνέχεια απο Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022



 Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ. 

Η παράδοση λοιπόν δεν είναι μία μηχανική συντήρηση εικόνων από το παρελθόν ή μία εξωτερική μετάδοση μέσω διαδοχής, αλλά η ζωντανή συνέχεια της πνευματικής ύπαρξης. Και αυτή η συνέχεια είναι εφικτή μόνον εφόσον υπάρχει ένα όραμα ενότητος, μία μορφή καθολικής συνειδήσεως. Αυτή η συνείδηση γίνεται η ζώσα ταυτότητα και η αμοιβαία κοινωνία όσων κατέχουν αυτή την συνείδηση δια μέσου των αιώνων. Σ’αυτή την προοπτική η αίρεση είναι ένα είδος λογοκρατικής εναντίωσης στην παράδοση. Έτσι ώστε η επιβεβαίωση της καθολικότητος να προϋποθέτει την άρνηση σε ό,τι δεν είναι καθολικό. 

Έτσι και η πίστη καταλήγει στα χέρια αυτής της μυστικής ενότητος, αυτής της καθολικής συνειδήσεως. Είναι ένα είδος νοητικής διαίσθησης, μία πνευματική σύλληψη, μία διαίσθηση μέσω της χάρης, μία άμεση γνώση, μία αδιαμεσολάβητη βεβαιότητα. Συγκεντρώνει ολόκληρο το οπλοστάσιο του Ρομαντισμού, στον οποίο η πίστη ταυτίζεται με την έμπνευση του ποιητού! Ο Σέλλινγκ περιγράφει την νοητική διαίσθηση σαν όργανο κάθε υπερβατικής σκέψης. Ταυτίζεται με την δημιουργική φαντασία ή με την διαισθητική θεωρία όπου το γενικό και το ειδικό αποτελούν μία ενότητα στην ιδέα. Αυτή η πίστη είναι το απροϋπόθετο της ανθρώπινης γνώσεως. 

Το υπεραισθητό είναι ο Θεός και η πραγματικότης και όχι η εν δυνάμει ύπαρξη των αντικειμένων. Και με την πίστη, αυτό το υπέρ-αισθητό, μπορεί να γίνει ένα πραγματικό αντικείμενο για την εμπειρία. Όπως ακριβώς με την διαίσθηση. 

Και τι γίνεται με την Εκκλησία, με τον Χριστό κεφαλή αυτής της Εκκλησίας που είναι ένα είδος συνέχειας του Χριστού; Το ενυπόστατο ανθρώπινο Σώμα Του; Ο Χριστός είναι το Εγώ ή η εμμενής (immanent) αυτοσυνειδησία του σώματός Του, μία οργανικά εξελισσόμενη πραγματικότητα μέσα στην ιστορία. Ένα ενσαρκωμενο Απόλυτο πνεύμα. 

Και αυτή όμως η έννοια περί της Εκκλησίας ως αδιάκοπης προέκτασης τής ενσάρκωσης δεν είναι ακριβώς πατερική. Ο Σέλλινγκ ξανά, υποστήριξε πώς ο Θεός/Απόλυτο ενανθρωπίζεται προαιώνια και πώς η αποκορύφωση της διαδικασίας αυτής είναι η ανάληψη ορατής ανθρώπινης μορφής από τον Χριστό. Η ενσάρκωση τού Χριστού αποτελεί την αρχή της διαδικασίας η οποία συνεχίζεται στους αιώνες με τους διαδόχους του που είναι μέλη ενός και του αυτού σώματος. Του οποίου είναι η κεφαλή. Εν Χριστώ ο Θεός έγινε για πρώτη φορά αντικειμενικός. Διότι ο Χριστός φανέρωσε το άπειρο μ’αυτόν τον τρόπο για πρώτη φορά. [ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ]. 

Μετά τον Φλωρόφσκυ η Θεολογία, Μανιχαϊστικά, έχει ανάγκη από κάτι που να μπορεί να προσδιορίζεται ως προσωποποίηση του αρνητικού, κρύβοντας όμως, λόγω της πολεμικής της προς την Δύση, την εξάρτηση από τον Άλλον, αυταπατόμενη ότι η ταυτότητά της είναι αυτάρκης, ότι δηλαδή αντλεί την προσωπική της ύπαρξη από τον εαυτό της. 

Η Ορθοδοξία πρέπει να αναγνωρίσει ότι η Θεολογική ανάγνωση των Πατέρων γίνεται πάντοτε στον ερμηνευτικό ορίζοντα της κάθε εποχής. Ο Δυτικός πολιτισμός λειτουργεί ως πρίσμα μέσω του οποίου ο κάθε θεολόγος ερμηνεύει τους Πατέρες. Η δυτικοευρωπαϊκή σκέψη έχει γίνει πλέον η κληρονομιά της Ορθοδοξίας. 

ΠΩΣ ΔΙΑΓΡΑΦΕΤΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ;

Σήμερα η Ορθόδοξη Θεολογία ασχολείται με την Εκκλησιαστική της ταυτότητα. Και η ταυτότητα αντλείται αποκλειστικά μέσω της πολεμικής. Και η πολεμική προσέγγιση της ταυτότητος (της συνειδήσεως δηλαδή) απεδείχθη εσφαλμένη. Απομένει λοιπόν να περπατήσουμε έναν καινούργιο δρόμο, εάν θέλουμε να έχουμε μέλλον. ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ. Να προσεγγίσουμε κατ’αρχάς όσους μάς καλούν σε διάλογο μαζί τους υπενθυμίζοντάς μας να λάβουμε υπόψη την ελπίδα που υπάρχει μέσα μας στο μετα-εκκοσμικευμένο πλαίσιο μας (Α Πέτρου 3,15) [Μόνο που το απόσπασμα δεν μιλά για κάποια ελπίδα που βρίσκεται μέσα μας έτσι απλά. Λέει: Αλλά λατρεύσατε τον Χριστόν ως Κύριον είς τις καρδιές σας, και να είσθε πάντοτε έτοιμοι προς απολογίαν εις τον καθένα, που θα σας ζητήσει λόγον για την ελπίδα που έχετε μέσα σας (δηλαδή τον Κύριο)]. Πρέπει λοιπόν η Ορθόδοξη Θεολογία να καταστεί πραγματικά Οικουμενική και πρέπει συνειδητά, ελεύθερα και με αληθινή πνευματική διάκριση, απάθεια και νήψη, ΝΑ ΑΝΤΛΗΣΕΙ ΑΠΟ ΠΗΓΕΣ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΚΩΝ ΟΡΙΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Η θεανθρώπινη κοινωνία στον εσταυρωμένο και αναστάντα Χριστό, μπορεί να είναι μία ερμηνευτική αρχή για μία νέα μορφή νέο-πατερικής σύνθεσης [η παληά μάς τελείωσε, ζήτω η νέα]. 

Εν Χριστώ βλέπουμε (;) την τέλεια σύνθεση (;) των αντιθέτων! (;) οι δύο πόλοι (;) της ανθρωπότητος και της θεότητας, ενυπάρχουν (;) τέλεια ο ένας μέσα στον άλλο σε μία ένωση, όπου οι φύσεις είναι ασύγχυτες και άτρεπτες αλλά παραμένουν αδιαίρετες και αχώριστες. Σ’αυτή την ένωση οι δύο πόλοι, ανθρωπότητα και θεότητα, αλληλοπεριχωρούνται σε μία τέλεια ένταση όπου ο ένας υπονοεί τον άλλο, εξαρτάται από τον άλλο και υπάρχει μέσω του άλλου [Είναι λεξιλόγιο, γλωσσάριο, παρμένο από την Αγία Τριάδα. Διότι ΘΕΛΟΥΝ ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ ΚΑΙ ΞΕΚΑΘΑΡΑ ΝΑ ΔΙΔΑΞΟΥΝ ΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΤΗΤΟΣ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ]. 

Η ενανθρώπιση του Θεού και η θέωση του ανθρώπου βιώνεται στο σώμα της Εκκλησίας ως η συνεχής προέκταση της ενσάρκωσης (incarnation perennis, όπως religious perennis ή Sophia perennis). 

Αυτή τήν ενοποιημένη ένταση των αντιθέτων δεν θα μπορούσαμε να την θεωρήσουμε εξίσου, ως βάση για τις διαπροσωπικές μας σχέσεις; Με αυτή την λογική υπάρχω εν Χριστώ μόνον εφόσον βρίσκομαι σε ενότητα με τον αδελφό μου και ανακαλύπτω τον εαυτό μου μέσα και μέσω της ζωής του [Ενωμένος με τον Κύριο δηλαδή τι ανακαλύπτω; Τι γνωρίζω; Δεν γνωρίζω ούτε τον εαυτό μου; Τι είναι ο Χριστός; Σχήμα Λόγου;]. Αυτή την αρχή τής Θεανθρωπότητος, την αρχή της Εκκλησίας, εάν την αναγνωρίσουμε και στις ανθρώπινες σχέσεις, δεν θα μπορούσαμε να την αναγνωρίσουμε και στην ιστορία; Στις σχέσεις ανατολής και Δύσης; 

Η Εκκλησιαστική ταυτότητα μπορεί να ανακαλυφθεί και μέσα σε ο,τιδήποτε μοιάζει αλλότριο (ξένο). Μπορούμε να γνωρίζουμε τον εαυτό μας και μέσα από την θετική συνάντηση με ο,τιδήποτε δεν είμαστε, αναγνωρίζοντας πώς αναζητώντας τον εαυτό μας, εξαρτώμαστε από τον άλλο. Μέσα από την κοινή συνάντηση-αναγνώριση ανακαλύπτουμε πού ανήκει η καρδιά μας  [Ακριβώς όπως σύμφωνα με τον κομμουνιστικό δρόμο, προσπαθώντας με την κοινωνία να πολεμήσουμε την αποξένωση, την αλλοτρίωση, θα οδηγηθούμε στον κοινό και όμοιο για όλους παράδεισο της ισότητος και αδελφότητος]. 

Όλα αυτά λοιπόν συμβαίνουν εφόσον η Ορθοδοξία αναζητά την ταυτότητά της. Και μοιραίως καταλήγει στην αγκαλιά του Σέλλινγκ, του φιλοσόφου της ταυτότητος. Και τι εισάγει αυτή η φιλοσοφία της ταυτότητος; Την διάκριση του Είναι από την Ουσία. Το είναι λέει, δεν συμπίπτει κατ’ανάγκην με το νοείν. Υπάρχει στον Θεό μία πλευρά (το πρωταρχικό δυνάμει είναι) η οποία δεν είναι εκ των προτέρων κατ’αναγκαιότητα νοητή, και αποτελεί την βάση της ελευθερίας. Το είναι επομένως γνωρίζεται κατά την πραγματική του ύπαρξη ιστορικά και εμπειρικά. Και η ουσία διακρίνεται επομένως από την ύπαρξη. Το Είναι νοείται μόνον από τους τρόπους της φανέρωσης του

Ο Σέλλινγκ όμως με την διανοητική εποπτεία ταυτίζει το Εγώ με το μη-Εγώ και από την ταύτιση αυτή επανακάμπτει εκείνη η πρωταρχική ενότητα του απολύτου όντος. Η διανοητική εποπτεία, η πίστη του Φλωρόφσκυ, είναι τόσο φιλοσοφική γνώση όσο και ενότητα με τον Θεό καθώς αποτελεί επιστροφή σε Αυτόν διά της υπερβάσεως της διαφοράς του υποκειμένου και του αντικειμένου. Έτσι το Εγώ, νοημένο σαν υποκείμενο αντικείμενο, μέσα σε μία διαλεκτικά προσδιορισμένη πορεία αναπτύσσει δύο υπαρκτικές μορφές, την φύση και το πνεύμα. Αυτή την διαφορά υπερβαίνει η διανοητική εποπτεία, ακριβώς. Και αν η πρωταρχική ενότητα του απολύτου όντος ονομασθεί μη-διαφορά, από την οποία τίθεται η διαφορά υποκειμένου και αντικειμένου, φύσεως και πνεύματος, τότε η διανοητική εποπτεία είναι η ταυτότητα αυτών των δύο παρά την διαφορά τους και μέσα σε αυτήν. 

Γιατί ανοίξαμε αυτή την παρένθεση με τον Σέλλινγκ. Διότι μάθαμε την εξάρτηση του Φλωρόφσκυ από τον Σέλλινγκ. Μάθαμε και την αποτυχία τής νεοπατερικής συνθέσεως, διότι η στάση του υπήρξε πολεμική απέναντι στην Δύση. Και τα δύο αντίθετα δεν κατόρθωσαν να ενωθούν. Η Ορθοδοξία όμως που εμπνέεται από τους Ρώσους και αντιπροσωπεύεται από τους μαθητές του Ζηζιούλα και την ακαδημία Βόλου, όπως είδαμε προχωρούν σε λύση του αδιεξόδου προτείνοντας μία νέα μετά-πατερική σύνθεση. Δυστυχώς όμως και αυτή η νέα σύνθεση πηγάζει από τον Σέλλινγκ και βρίσκεται στην έννοια της διανοητικής εποπτείας, όπως την περιγράψαμε πιο πάνω, της πίστεως αλά Φλωρόφσκυ. Να τι λένε και πώς σχεδιάζουν αυτή την νέα σύνθεση. 

Η Ορθόδοξη ανατολική Θεολογία στην διαδικασία ανεύρεσης της ταυτότητας της, στην κίνηση απεξάρτησής της από την μη-Ορθόδοξη Δύση (σαν το μη-Εγώ του ιδεαλισμού ακριβώς) δεν θα πρέπει να αποξενωθεί από αυτή. Κάθε διάσταση δεν είναι αληθινή απελευθέρωση. Οφείλει να περάσει από τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες της, χωρίς να σαστίζει μπροστά τους, αλλά εξετάζοντάς τες δημιουργικά και μεταμορφώνοντάς τες, να δίνει μαρτυρία για μία καινή πραγματικότητα, δημιουργώντας ένα κοινό όραμα για μία Ορθόδοξη Ανατολή που εκπληρώνει το μέλλον δημιουργικά. Και μόνο με τον τρόπο αυτό, με την ευσπλαχνική συμπάθεια τής Ανατολής προς την Δύση, ανακαλύπτοντας το αντίθετο μέσα της θα μπορεί να υπάρξει ένα αξιόπιστο μονοπάτι προς την επανένωση του διεσπασμκένου Χριστιανικού κόσμου. 

Ολόκληρος ο Σέλλινγκ. Ο Πατέρας των Πατέρων της νέας Εκκλησίας, όπως ονόμασαν παλιά τον Γρηγόριο Νύσσης. 

Ο Θεός ταυτισμένος με τον νοητό κόσμο, όπως και στον σχολαστικισμό, με την μόνη διαφορά πώς υπάρχει η ένωση των αντιθέτων, σαν θέωση, κάτι που δίδαξε πρώτος ο Cusano. Ο μυστικισμός της Φύσεως παίρνει την θέση της Θεοπτίας. Η κλοπή ολοκληρώνεται, η κλοπή της Σωτηρίας μας και ουδείς διαμαρτύρεται. 

Θα συνεχίσουμε με την άλλη μεταπατερική σύνθεση, του Μπουλγκάκοφ, διότι ο Κάλλιστος Γουέαρ, οραματίζεται σαν θρίαμβο της Ορθοδοξίας και δόξα του Θεού, την ένωση αυτών των δύο σχολών, του Φλωρόφσκυ και του Μπουλγκάκοφ, διότι έχουν κοινό παρονομαστή τον Σολόβιεφ, ο οποίος είναι πιστός μαθητής του Σέλλινγκ. 

Και όλα στην Ελληνική Ορθοδοξία τελειώνουν μέσα στην γενική ακατανοησία. Διότι εγκαταλείψαμε την πνευματική μας παράδοση, την προσευχή, για τα κατηχητικά σχολεία των οργανώσεων και την μετάνοια, για τους Κανόνες. 

Αμέθυστος.

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022

Η ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ

Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ. 

Ο μεγαλύτερος ανατολικός ορθόδοξος Θεολόγος του 20ού αιώνος, ο Γ.Φλωρόφσκυ, αντιπροσωπεύει το μεγαλείο και την ντροπή της Ορθοδοξίας. Δάσκαλος όλων, από τον Ρωμανίδη και τον Ζηζιούλα, μέχρι τον Γιανναρά και την Ακαδημία Βόλου, την Σύναξη και τις Θεολογικές σχολές, προσπαθώντας να μας απελευθερώσει από την Βαβυλώνειο αιχμαλωσία της λογικής μας, μας υπέταξε στον εαυτό του. 

Και ενώ το μόνο Θεολογικό αξίωμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Κυρίου είναι: εξουθένωσε την λογική σου, και ενώ διαθέτουμε δασκάλους και Θεολόγους που ανήκουν στην Πατερική μας παράδοση, όπως τους Γέροντες του αιώνος μας και τους Σιλουανό και Σωφρόνιο μαζί με τους μαθητές τους, τα καλύτερα πνεύματα της Ορθοδοξίας κατασπαράσσονται μεταξύ τους, συνεχίζοντας την ατέρμονη διαμάχη του Φλωρόφσκυ με τον Μπουλγκάκοφ, για τα μάτια του Σολόβιεφ. 

Ο Φλωρόφσκυ, κήρυξε την επιστροφή στους Έλληνες Πατέρες για την Σωτηρία της Θεολογίας και ταυτοχρόνως εργάστηκε με ζήλο για την δημιουργία μίας μετα-πατερικής Θεολογίας που εκμηδένισε απολύτως την ιδέα της σωτηρίας. Τελικώς χρησιμοποίησε τους Πατέρες για την υπεράσπιση των ιδεών του, για να νικήσει στην διαμάχη, σαν δικηγόρος υπεράσπισης τού εαυτού του στο δικαστήριο που έστησε, ενάντια στον Μπουλγκάκοφ. Όπως κάνουν όλοι οι σημερινοί Θεολόγοι, οι κατά φαντασίαν Χριστιανοί, οι «χαρισματούχοι» της λογικής, υπερασπιζόμενοι τον εαυτό τους. 

Στο περιοδικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ (Τόμος 84, Τεύχος 1, Ιανουάριος-Μάρτιος 2013), που διευθύνεται από τον Γιαγκάζογλου, κυκλοφόρησε το κείμενο ενός Brandon Gallaher το οποίο επανεξετάζει την Νέο-Πατερική σύνθεση του Φλωρόφσκυ. Αυτό το κείμενο μας αποκαλύπτει και την σκοτεινή προαίρεση του μεγαλύτερου Θεολόγου του 20ού αιώνος. Έναν τίτλο που κληρονόμησε και ο μαθητής του ο Ζηζιούλας. Σήμερα έχουμε την χαρά να διαθέτουμε ξεχωριστούς διαδόχους των Αποστόλων και ξεχωριστούς διαδόχους των Θεολόγων. Ο Ζηζιούλας είναι ο πρώτος που δοκίμασε την ενότητα αυτής της διαιρέσεως, χωρίς να συνειδητοποιεί ακριβώς πώς η ενότης δεν διασπάσθηκε ποτέ και την διαθέτουμε, σε διαφορετικούς βαθμούς, στα πρόσωπα του Σιλουανού και του Σωφρόνιου π.χ. σήμερα. Όπως χθές στον Παλαμά και στον Άγιο Συμεών. Μαθαίνουμε λοιπόν πώς η Θεολογία του Φλωρόφσκυ (Florovsky) σφυρηλατήθηκε κατά την ανάμειξη του σε δύο έριδες με τον Μπουλγκάκοφ (Boulgakov). Το 1933 περίπου είπε πώς η διακοινωνία (intercommunion) δεν αποτελεί την μοναδική οδό προόδου. Αντίθετα πρόκειται για ένα αδιέξοδο, από το οποίο δεν υπάρχει διαφυγή [έχει ξανακουστεί τέτοιος Θεϊκός λόγος;] και το 1935-37, ακολούθησε η έριδα σχετικά με την Σοφιολογία [Την υπέρτατη ύβρι των Ρώσων που προσπαθούν να ματαιώσουν τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά αλλά θα ασχοληθούμε με την κακοδοξία αυτή στην συνέχεια]. Η σοφία για τον Μπουλγκάκοφ είναι ένα ζωντανό όν, αντικείμενο της Θείας αγάπης, που αγαπά με την σειρά της τον Θεό. Διαθέτει μία προσωπικότητα, δηλαδή μία υπόσταση, αλλά παρ’ότι είναι Θεία, δεν μετέχει της ενδοθεϊκής ζωής, δεν είναι Θεός [Είδαμε την Σοφία αυτή να αναπτύσσεται από τον Pannikar σαν Θεότης, της νέα θρησκείας, που γεννιέται από τους διαλόγους]. Δεν είναι στο ίδιο επίπεδο των τριών Θείων υποστάσεων αλλά είναι μία ειδική υπόσταση μίας άλλης τάξεως, ένα είδος τέταρτης υποστάσεως. Η διαφορά ανάμεσα στον Θεό και στην Σοφία είναι η αιωνιότης στην οποία μετέχει, χωρίς να την κατέχει κατ’ουσίαν. (Είναι το μεταξύ του Πλάτωνος). Η Σοφία είναι ένα τρίτο στοιχείο που βρίσκεται ανάμεσα στον κόσμο και την Τριάδα, ένα ιδιαίτερο και αληθινό ανεξάρτητο πρόσωπο που υφίσταται καθ’αυτό, ταυτισμένη μερικές φορές με μία Θεά και άλλες με το «Αιώνιο Θήλυ».

Αυτή η σοφία είναι το αντικείμενο της Θέας του Θεού, της δόξας, που προσφέρει την Θέωση. [Είναι και η Θεοποιός άκτιστη ενέργεια του Ρωμανίδη]. Η Θέα αυτή και κατά τον Φλωρόφσκυ πλέον, ο οποίος άλλαξε τα ονόματά που χρησιμοποίησε ο Μπουλγκάκοφ, χωρίς να αλλάξει το περιεχόμενο τους, γεννά μία Καθολική συνείδηση, σύμφωνα με την οποία κατακτάται η ενότητα των πολλών και αντανακλά την ενότητα της Αγίας Τριάδος. Αυτή η ενότης, η Sobornost ή καθολικότης είναι ο ορισμός της Εκκλησίας. Στην Ελλάδα είναι γνωστή σαν Σύναξη. Είναι μία πληρότητα, ακεραιότητα, συνοδικότητα και ενότητα στην ποικιλία. Αυτή η ενότης διαμεσολαβείται σε εμάς μέσω της ζώσας παράδοσης, σαν μία δημιουργική κίνηση του πνεύματος που δρά στην εμπειρία της Εκκλησίας, από το Υπερώο μέχρι σήμερα (Περιοδικό Θεολογία, σελ. 62). Είναι έννοιες που χρησιμοποίησε πρώτος ο Αλέξεϊ Χομιακόφ (Aleksei Khomiakov) - από τους βασικούς συντελεστές της Β' Βατικάνειας συνόδου. 

Αυτή η καθολικότητα αποτελεί μία τελειότητα στη ζωή της Χάριτος (sobornost), στην οποία οι Χριστιανοί βρίσκονται σε αδιάσπαστη ενότητα κοινής ζωής και αγάπης με τους συνανθρώπους τους, αντανακλώντας την Αγία Τριάδα. Μία τέτοια ενότητα γεμάτη από χάρη συνιστά μία κλήση προς όλους τους Χριστιανούς. Οι Χριστιανοί καλούνται στην ένδοξο αυτή ελευθερία, προκειμένου να μετέχουν στην Εκκλησιοποίηση της ίδιας τους της ύπαρξης. Κάθε Χριστιανός καλείται να αγαπά ελεύθερα τον πλησίον του όπως τον εαυτό του, απαρνούμενος τον εαυτό του. Ο εαυτός αντανακλάται ακέραια στον Άλλον [πώς χάνεται τότε ο εαυτός; ξαναβρίσκεται μάλλον Θεοποιημένος], επειδή μέσα από τον Άλλον ανταποκρίνεται ελεύθερα στον ίδιο τον Χριστό [χωρίς τόν Χριστό]. 

Η Χριστιανική ζωή είναι η ελεύθερη καλλιέργεια της Εκκλησιαστικής συνείδησης μέσα στην ιστορία, καθώς με την εν Χριστώ πίστη εσωκλείουμε τους πολλούς μέσα στον εαυτό μας, εικονίζοντας την Αγία Τριάδα στην οποία οι πολλοί γίνονται ένας. [Η Ορθόδοξη αυτοσυνειδησία. Γιατί δεν είναι μία ακόμη έπαρση; Δεν είναι ξεκάθαρο]. Αυτή η Εκκλησιαστική γνώση του Θεού αποκαλύπτεται σε κάθε Χριστιανό μέσα στην σιωπή της πίστης, στην σιωπή της Θέας. Αυτή η εμπειρία της σιωπηλής πίστης, η Θέα αυτής της πίστης μέσα στην οποία η αλήθεια γίνεται δεκτή είναι αυτό που οι Ρομαντικοί αποκαλούσαν νοερή διαίσθηση ή αίσθημα. Μία συμπαγής ενότητα στην σκέψη και τα αισθήματα. Ο Φλωρόφσκυ μετάλλαξε την ρομαντική έννοια της δημιουργικότητος ως υπέρλογης και ημι-αποκαλυπτικής διαίσθησης, σε καθολικότητα (Περιοδικό Θεολογία, σελ. 63-66). 

Αυτή η πίστη αντλείται από τον Σολόβιεφ και είναι μία οξυδερκής ματιά στην ύπαρξη, παρόμοια με την διαίσθηση του Μπερξόν, και προέρχεται από τον Σέλλινγκ (Schelling). Πρόκειται λοιπόν για μία Εκκλησιολογία η οποία διαμορφώθηκε στην βάση ιδεών δανεισμένων από το ρομαντικό ιδεαλισμό, ο οποίος στην συνέχεια συμπληρώθηκε με  Θεολογικές ιδέες παρμένες από τους Πατέρες της Εκκλησίας.

Η αρχή της καθολικότητας, η Σλαβόφιλη Sobornost και η Νέο-ορθόδοξη Σύναξη, είναι το πνεύμα/ενότητα. Ακολουθεί το Απόλυτο του Σέλλινγκ, στον οποίο το ιδανικό και το πραγματικό ταυτίζονται. Το απόλυτο μέσω της αυτό-αποκάλυψης τού πνεύματος, εισχωρεί στην χώρα του πραγματικού, στην ιστορία, μέσα σε μία ριζοσπαστική ελευθερία σαν το εξελισσόμενο ιδεώδες, το πνεύμα. Αυτή η αυτό-αποκάλυψη του πνεύματος ολοκληρώνεται στον Ιησού Χριστό και γίνεται αντιληπτή όχι μόνο από τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου, αλλά ειδικά από την ιστορική εμπειρία των Εκκλησιών (Περ. Θεολογία, σελ. 75). 

Από εδώ ξεκινά η κακοδοξία του Φλωρόφσκυ. Ενώ καμία έννοια από όσες χρησιμοποιήθηκαν μέχρι στιγμής, δεν αναφέρεται στο πνεύμα της Αληθείας, ο Φλωρόφσκυ διατείνεται πώς σε όλα αυτά τα δάνεια από την φιλοσοφία του Σέλλινγκ δεν υπάρχει «παν-ενότητα». Φυσική, δηλαδή ακούσια, αλλά αντιθέτως το Φυσικό όν περιέχει την διαίρεση, τον διαχωρισμό και τον Εγωϊσμό. Δηλαδή διατείνεται ότι ο Γερμανικός ιδεαλισμός κατανοεί την τραγικότητα της ιστορίας, δηλαδή την Ελευθερία που επιτρέπει στο άτομο να αμαρτήσει [Αυτή είναι η διαφορά της Δύσεως από την Ελληνική και Πατερική της κληρονομιά. Η ελευθερία επιτρέπει την αμαρτία. Και η ίδια ελευθερία επιτρέπει και την σωτηρία! Διότι αμαρτία σημαίνει περιορισμός της ελευθερίας και ζωή σημαίνει απελευθέρωση της ελευθερίας. Η ελευθερία είναι η ουσία του ανθρώπου, την οποία καλείται να ζήσει χωρίς περιορισμούς ηθικής τάξεως, βάσει του ορισμού της, όπως και ο Άσωτος της παραβολής του Κυρίου]. Αντιθέτως η αιτιοκρατία, η οποία επιβεβαιώνει την ατομική ύπαρξη, σαν το μόνο Φυσικό πράγμα, επιτρέπει την αίρεση και είναι το θεμέλιο κάθε αιρέσεως, διότι αναδεικνύει έναν φυσικό εγωϊσμό, ο οποίος πρέπει να εξασφαλίζει την απρόσκοπτη πρόοδο της αιτιοκρατίας ακριβώς. Η υπέρβαση του Φυσικού εγωϊσμού που δίνει την ανθρώπινη ακεραιότητα πραγματώνεται αποκλειστικά κατά την ημέρα της πεντηκοστής, εν Αγίω πνεύματι. Η Εκκλησία αποτελεί το έργο του πνεύματος.

Αυτή η υπέρβαση όμως στηρίζεται σε μία αυτό-φανερωμένη υποκειμενικότητα, στην οποία η ενότητα αποτελεί την εξελισσόμενη οργανική ταυτότητα του Θεού εν πνεύματι, μέσα στην Εκκλησία. Προκειμένου αυτή η πραγματικότης να γίνει συγκεκριμένη, αποκτά ύπαρξη μέσα σε μία ιδιαίτερη μορφή εσωτερικής πνευματικής ζωής ή εσώτερης ενότητας της ζωής, η οποία είναι μία Χριστιανική πίστη συνείδηση ή αυθεντική συνείδηση της Εκκλησίας. Έτσι όλοι οι πιστοί δεν έχουν μόνο μία πίστη αλλά και μία συνείδηση. 

Η κοινή συνείδηση όμως δεν αναιρεί την ιδιαίτερη προσωπικότητα τού κάθε ατόμου, επειδή είναι η μία δύναμη του πνεύματος που μας μορφώνει όλους σε μία ύπαρξη μέσα στην Εκκλησία, ενώ το κάθε πρόσωπο χωριστά, μέσω της άμεσης θεωρίας πρέπει να κάνει δική του την εμπειρία της Εκκλησίας, να αναπτύξει την Χριστιανική γνώση μέσα στον εξαγιασμένο νού [στο υποκείμενο πλέον]. 

Αυτή η εσώτερη ποιότητα της Χριστιανικής ζωής, το πνεύμα που ζεί σιωπηλά ανάμεσα στους πιστούς, αναζητά να εκφραστεί και να αποκαλυφθεί καθεαυτή, όπως στον Σέλλινγκ το Απόλυτο αποκαλύπτει τον εαυτό του μέσω του πνεύματος, στο πραγματικό, δηλαδή στην ιστορία. Επειδή το πνεύμα ζωογονεί τη συνείδηση των προσώπων μέσα στην Εκκλησία, το δόγμα αρχικά γεννάται σιωπηλά στην ατομική Χριστιανική συνείδηση και στην συνέχεια διακηρύσσεται. Η «παράδοση» ή η «ζώσα παράδοση», αποτελεί τον αποκαλυπτόμενο λόγο του πνεύματος. Είναι η ζωή και η δύναμη που εμποτίζει το Σώμα και αρθρώθηκε αρχικά και συνεχίζει να αναπτύσσεται μέσα στην Εκκλησία μ’έναν ζωντανό τρόπο, στην ομολογία της Εκκλησίας αλλά και όσων μετέχουν σ’αυτή από την εποχή των Αποστόλων.

(Συνεχίζεται) 

Αυτή είναι η "νέα Εκκλησία". Η "εμπειρική", που δεν εξαρτάται πλέον από την Αγιότητα που στηρίζεται στο υποκείμενο. Και το Άγιο Πνεύμα ταυτίζεται με το ανθρώπινο πνεύμα. Ο κλήρος παίζει εδώ τον πρώτο λόγο διότι αυτό που περιγράφεται είναι η πείρα ή η γνώση ή η δημιουργία ενός εκκλησιαστικού Εγώ από την συνεχή παρουσία και εμπειρία της Εκκλησιαστικής ζωής, της στρατευμένης Εκκλησιαστικής ζωής, που ποτίζεται διαρκώς από την Χάρη του Θεού που υπάρχει μέσα στην "Εκκλησία". Η "Εκκλησία" αυτή, η στρατευμένη, μπαίνει στο αίμα μας σιγά-σιγά, ενσαρκώνεται. Η "Εκκλησία" ενσαρκώνεται πλέον και όχι ο Κύριος. Και η "Εκκλησία" γίνεται μία τέταρτη υπόσταση, όπως και η Σοφία του Μπουλγκάκοφ. 

Υπάρχουν δύο τρόποι υποκειμενοποιήσεως της Εκκλησίας. Μέσω της υποκειμενοποιήσεως των κανόνων, δηλαδή ο τρόπος του Καθολικισμού. Αυτός ο τρόπος διδάχθηκε από τις οργανώσεις. Και η απελευθέρωση από τους κανόνες, και την ιεραρχία που μορφοποιεί τους Κανόνες. Ο προτεσταντικός τρόπος. 

ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΔΟΓΜΑ. 

Η Εκκλησία του Κυρίου, των Αγίων αποκαλύπτεται στις περιπέτειες ενός προσκυνητού και βασίζεται στην παραβολή του σπορέως.
Αμέθυστος.

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2021

Η ΑΠΟΜΥΘΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ NEO-ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ - Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ--Ο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ ΤΟΥ ΠΣΕ(ματος)

 Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΦΛΩΡΟΦΣΚΥ. 


Ο μεγαλύτερος ανατολικός ορθόδοξος Θεολόγος τού 20ού αιώνος, ο Γ.Φλωρόφσκυ, αντιπροσωπεύει το μεγαλείο και την ντροπή τής Ορθοδοξίας. Δάσκαλος όλων, από τον Ρωμανίδη και τον Ζηζιούλα, μέχρι τον Γιανναρά και την Ακαδημία Βόλου, την Σύναξη και τις Θεολογικές σχολές καί μέχρι τόν Ζήση, προσπαθώντας να μας απελευθερώσει από την Βαβυλώνειο αιχμαλωσία της λογικής μας, μάς υπέταξε στον εαυτό του. 

Και ενώ το μόνο Θεολογικό αξίωμα τής Ορθοδόξου Εκκλησίας του Κυρίου είναι: εξουθένωσε την λογική σου, και ενώ διαθέτουμε δασκάλους και Θεολόγους που ανήκουν στην Πατερική μας παράδοση, όπως τους Γέροντες του αιώνος μας και τους Σιλουανό και Σωφρόνιο μαζί με τους μαθητές τους, τα καλύτερα πνεύματα τής Ορθοδοξίας κατασπαράσσονται μεταξύ τους, συνεχίζοντας την ατέρμονη διαμάχη του Φλωρόφσκυ με τον Μπουλγκάκοφ, για τα μάτια του Σολόβιεφ. 

Ο Φλωρόφσκυ, κήρυξε την επιστροφή στους Έλληνες Πατέρες για την Σωτηρία της Θεολογίας και ταυτοχρόνως εργάστηκε με ζήλο για την δημιουργία μίας μετα-πατερικής Θεολογίας που εκμηδένισε απολύτως την ιδέα τής σωτηρίας. Τελικώς χρησιμοποίησε τους Πατέρες για την υπεράσπιση των ιδεών του, για να νικήσει στην διαμάχη, σαν δικηγόρος υπεράσπισης τού εαυτού του στο δικαστήριο που έστησε, ενάντια στον Μπουλγκάκοφ. Όπως κάνουν όλοι οι σημερινοί Θεολόγοι, οι κατά φαντασίαν Χριστιανοί, οι «χαρισματούχοι» της λογικής, υπερασπιζόμενοι τον εαυτό τους. 

Στο περιοδικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ (Τόμος 84, Τεύχος 1, Ιανουάριος-Μάρτιος 2013), που διευθύνεται από τον Γιαγκάζογλου, κυκλοφόρησε το κείμενο ενός Brandon Gallaher το οποίο επανεξετάζει την Νέο-Πατερική σύνθεση τού Φλωρόφσκυ. Αυτό το κείμενο μας αποκαλύπτει και την σκοτεινή προαίρεση τού μεγαλύτερου Θεολόγου του 20ού αιώνος. Έναν τίτλο που κληρονόμησε και ο μαθητής του ο Ζηζιούλας. Σήμερα έχουμε την χαρά να διαθέτουμε ξεχωριστούς διαδόχους των Αποστόλων στούς Επισκόπους και ξεχωριστούς διαδόχους τών Θεολόγων. Ο Ζηζιούλας είναι ο πρώτος που δοκίμασε την ενότητα αυτής τής ετερότητος, χωρίς να συνειδητοποιεί ακριβώς πώς η ενότης δεν διασπάσθηκε ποτέ και την διαθέτουμε, σε διαφορετικούς βαθμούς, στα πρόσωπα τού Σιλουανού και του Σωφρόνιου, τού Πορφύριου καί τού Παίσιου καί τού Εφραίμ τού κατουνακιώτου  π.χ. σήμερα. Όπως χθές στον Παλαμά και στον Άγιο Συμεών. Μαθαίνουμε λοιπόν πώς η Θεολογία του Φλωρόφσκυ (Florovsky) σφυρηλατήθηκε κατά την ανάμειξή του σε δύο έριδες με τον Μπουλγκάκοφ (Boulgakov). Το 1933 περίπου είπε πώς η διακοινωνία (intercommunion) δεν αποτελεί την μοναδική οδό προόδου. Αντίθετα πρόκειται για ένα αδιέξοδο, από το οποίο δεν υπάρχει διαφυγή [έχει ξανακουστεί τέτοιος Θεϊκός λόγος;] και το 1935-37, ακολούθησε η έριδα σχετικά με την Σοφιολογία [Την υπέρτατη ύβρι των Ρώσων που προσπαθούν να ματαιώσουν τον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά αλλά θα ασχοληθούμε με την κακοδοξία αυτή στην συνέχεια]. Η σοφία για τον Μπουλγκάκοφ είναι ένα ζωντανό όν, αντικείμενο της Θείας αγάπης, που αγαπά με την σειρά της τον Θεό. Διαθέτει μία προσωπικότητα, δηλαδή μία υπόσταση, αλλά παρ’ότι είναι Θεία, δεν μετέχει της ενδοθεϊκής ζωής, δεν είναι Θεός [Είδαμε την Σοφία αυτή να αναπτύσσεται από τον Pannikar σαν Θεότης, της νέα θρησκείας, που γεννιέται από τους διαλόγους]. Δεν είναι στο ίδιο επίπεδο των τριών Θείων υποστάσεων αλλά είναι μία ειδική υπόσταση μίας άλλης τάξεως, ένα είδος τέταρτης υποστάσεως. Η διαφορά ανάμεσα στον Θεό και στην Σοφία είναι η αιωνιότης στην οποία μετέχει, χωρίς να την κατέχει κατ’ουσίαν. (Είναι το μεταξύ του Πλάτωνος). Η Σοφία είναι ένα τρίτο στοιχείο που βρίσκεται ανάμεσα στον κόσμο και την Τριάδα, ένα ιδιαίτερο και αληθινό ανεξάρτητο πρόσωπο που υφίσταται καθ’αυτό, ταυτισμένη μερικές φορές με μία Θεά και άλλες με το «Αιώνιο Θήλυ».[Οι άκτιστες ενέργειες τής ορθοδοξίας προσωποποιημένες]

Αυτή η σοφία είναι το αντικείμενο της Θέας του Θεού, της δόξας, που προσφέρει την Θέωση. [Είναι και η Θεοποιός άκτιστη ενέργεια του Ρωμανίδη]. Η Θέα αυτή και κατά τον Φλωρόφσκυ πλέον, ο οποίος άλλαξε τα ονόματά που χρησιμοποίησε ο Μπουλγκάκοφ, χωρίς να αλλάξει το περιεχόμενο τους, γεννά μία Καθολική συνείδηση, σύμφωνα με την οποία κατακτάται η ενότητα των πολλών και αντανακλά την ενότητα της Αγίας Τριάδος. Αυτή η ενότης, η Sobornost ή καθολικότης είναι ο ορισμός τής Εκκλησίας. Στην Ελλάδα είναι γνωστή σαν Σύναξη. Είναι μία πληρότητα, ακεραιότητα, συνοδικότητα και ενότητα στην ποικιλία. Αυτή η ενότης διαμεσολαβείται σε εμάς μέσω της ζώσας παράδοσης, σαν μία δημιουργική κίνηση του πνεύματος που δρά στην εμπειρία της Εκκλησίας, από το Υπερώο μέχρι σήμερα (Περιοδικό Θεολογία, σελ. 62). Είναι έννοιες που χρησιμοποίησε πρώτος ο Αλέξεϊ Χομιακόφ (Aleksei Khomiakov) - από τους βασικούς συντελεστές της Β' Βατικάνειας συνόδου. 

Αυτή η καθολικότης αποτελεί μία τελειότητα στη ζωή τής Χάριτος (sobornost), στην οποία οι Χριστιανοί βρίσκονται σε αδιάσπαστη ενότητα κοινής ζωής και αγάπης με τους συνανθρώπους τους, αντανακλώντας την Αγία Τριάδα. Μία τέτοια ενότητα γεμάτη από χάρη συνιστά μία κλήση προς όλους τους Χριστιανούς. Οι Χριστιανοί καλούνται στην ένδοξο αυτή ελευθερία, προκειμένου να μετέχουν στην Εκκλησιοποίηση της ίδιας τους της ύπαρξης. Κάθε Χριστιανός καλείται να αγαπά ελεύθερα τον πλησίον του όπως τον εαυτό του, απαρνούμενος τον εαυτό του. Ο εαυτός αντανακλάται ακέραια στον Άλλον [πώς χάνεται τότε ο εαυτός; ξαναβρίσκεται μάλλον Θεοποιημένος στόν άλλον], επειδή μέσα από τον Άλλον ανταποκρίνεται ελεύθερα στον ίδιο τον Χριστό [χωρίς τόν Χριστό]. 

Η Χριστιανική ζωή είναι η ελεύθερη καλλιέργεια της Εκκλησιαστικής συνείδησης μέσα στην ιστορία, καθώς με την εν Χριστώ πίστη εσωκλείουμε τους πολλούς μέσα στον εαυτό μας, εικονίζοντας την Αγία Τριάδα στην οποία οι πολλοί γίνονται ένας. [Η Ορθόδοξη αυτοσυνειδησία. Γιατί δεν είναι μία ακόμη έπαρση; Δεν είναι ξεκάθαρο]. Αυτή η Εκκλησιαστική γνώση του Θεού αποκαλύπτεται σε κάθε Χριστιανό μέσα στην σιωπή της πίστης, στην σιωπή της Θέας. Αυτή η εμπειρία της σιωπηλής πίστης, η Θέα αυτής της πίστης μέσα στην οποία η αλήθεια γίνεται δεκτή είναι αυτό που οι Ρομαντικοί αποκαλούσαν νοερή διαίσθηση ή αίσθημα. [Τό γνωστό-άγνωστο υποκείμενο] Μία συμπαγής ενότητα στην σκέψη και τα αισθήματα. Ο Φλωρόφσκυ μετάλλαξε την ρομαντική έννοια τής δημιουργικότητος ως υπέρλογης και ημι-αποκαλυπτικής διαίσθησης, σε καθολικότητα (Περιοδικό Θεολογία, σελ. 63-66). 

Αυτή η πίστη αντλείται από τον Σολόβιεφ και είναι μία οξυδερκής ματιά στην ύπαρξη, παρόμοια με την διαίσθηση του Μπερξόν, και προέρχεται από τον Σέλλινγκ (Schelling). Πρόκειται λοιπόν για μία Εκκλησιολογία η οποία διαμορφώθηκε στην βάση ιδεών δανεισμένων από το ρομαντικό ιδεαλισμό, ο οποίος στην συνέχεια συμπληρώθηκε με  Θεολογικές ιδέες παρμένες από τους Πατέρες της Εκκλησίας.

Η αρχή της καθολικότητας, η Σλαβόφιλη Sobornost και η Νέο-ορθόδοξη Σύναξη, είναι το πνεύμα/ενότητα. Ακολουθεί το Απόλυτο του Σέλλινγκ, στον οποίο το ιδανικό και το πραγματικό ταυτίζονται. Το απόλυτο μέσω της αυτο-αποκάλυψης τού πνεύματος, εισχωρεί στην χώρα του πραγματικού, στην ιστορία, μέσα σε μία ριζοσπαστική ελευθερία σαν το εξελισσόμενο ιδεώδες, το πνεύμα. Αυτή η αυτο-αποκάλυψη του πνεύματος ολοκληρώνεται στον Ιησού Χριστό και γίνεται αντιληπτή όχι μόνο από τις μεγάλες θρησκείες του κόσμου, αλλά ειδικά από την ιστορική εμπειρία των Εκκλησιών (Περ. Θεολογία, σελ. 75). 

Από εδώ ξεκινά η κακοδοξία του Φλωρόφσκυ. Ενώ καμία έννοια από όσες χρησιμοποιήθηκαν μέχρι στιγμής, δεν αναφέρεται στο Πνεύμα της Αληθείας, ο Φλωρόφσκυ διατείνεται πώς σε όλα αυτά τα δάνεια από την φιλοσοφία του Σέλλινγκ δεν υπάρχει «παν-ενότητα». Φυσική, δηλαδή ακούσια, αλλά αντιθέτως το Φυσικό όν περιέχει την διαίρεση, τον διαχωρισμό και τον Εγωϊσμό. Δηλαδή διατείνεται ότι ο Γερμανικός ιδεαλισμός κατανοεί την τραγικότητα της ιστορίας, δηλαδή την Ελευθερία που επιτρέπει στο άτομο να αμαρτήσει [Αυτή είναι η διαφορά της Δύσεως από την Ελληνική και Πατερική της κληρονομιά. Η ελευθερία επιτρέπει την αμαρτία. Και η ίδια ελευθερία επιτρέπει και την σωτηρία! Διότι αμαρτία σημαίνει περιορισμός της ελευθερίας και ζωή σημαίνει απελευθέρωση της ελευθερίας. Η ελευθερία είναι η ουσία του ανθρώπου, την οποία καλείται να ζήσει χωρίς περιορισμούς ηθικής τάξεως, βάσει του ορισμού της, όπως και ο Άσωτος της παραβολής του Κυρίου. Χωρίς τήν επιστροφή στόν Πατέρα.]. Αντιθέτως η αιτιοκρατία, η οποία επιβεβαιώνει την ατομική ύπαρξη, σαν το μόνο Φυσικό πράγμα, επιτρέπει την αίρεση και είναι το θεμέλιο κάθε αιρέσεως, διότι αναδεικνύει έναν φυσικό εγωϊσμό, ο οποίος πρέπει να εξασφαλίζει την απρόσκοπτη πρόοδο της αιτιοκρατίας ακριβώς. Η υπέρβαση του Φυσικού εγωϊσμού που δίνει την ανθρώπινη ακεραιότητα πραγματώνεται αποκλειστικά κατά την ημέρα της Πεντηκοστής, εν Αγίω πνεύματι. Η Εκκλησία αποτελεί το έργο του πνεύματος.

Αυτή η υπέρβαση όμως στηρίζεται σε μία αυτό-φανερωμένη υποκειμενικότητα, στην οποία η ενότητα αποτελεί την εξελισσόμενη οργανική ταυτότητα του Θεού εν πνεύματι, μέσα στην Εκκλησία. Προκειμένου αυτή η πραγματικότης να γίνει συγκεκριμένη, αποκτά ύπαρξη μέσα σε μία ιδιαίτερη μορφή εσωτερικής πνευματικής ζωής ή εσώτερης ενότητας της ζωής, η οποία είναι μία Χριστιανική πίστη, συνείδηση ή αυθεντική συνείδηση της Εκκλησίας. Έτσι όλοι οι πιστοί δεν έχουν μόνο μία πίστη αλλά και μία συνείδηση. 

Η κοινή συνείδηση όμως δεν αναιρεί την ιδιαίτερη προσωπικότητα τού κάθε ατόμου, επειδή είναι η μία δύναμη του πνεύματος που μας μορφώνει όλους σε μία ύπαρξη μέσα στην Εκκλησία, ενώ το κάθε πρόσωπο χωριστά, μέσω της άμεσης θεωρίας πρέπει να κάνει δική του την εμπειρία τής Εκκλησίας, να αναπτύξει την Χριστιανική γνώση μέσα στον εξαγιασμένο νού [στο υποκείμενο πλέον]. 

Αυτή η εσώτερη ποιότητα της Χριστιανικής ζωής, το πνεύμα που ζεί σιωπηλά ανάμεσα στους πιστούς, αναζητά να εκφραστεί και να αποκαλυφθεί καθεαυτή, όπως στον Σέλλινγκ το Απόλυτο αποκαλύπτει τον εαυτό του μέσω του πνεύματος, στο πραγματικό, δηλαδή στην ιστορία. Επειδή το πνεύμα ζωογονεί τη συνείδηση των προσώπων μέσα στην Εκκλησία, το δόγμα αρχικά γεννάται σιωπηλά στην ατομική Χριστιανική συνείδηση και στην συνέχεια διακηρύσσεται. Η «παράδοση» ή η «ζώσα παράδοση», αποτελεί τον αποκαλυπτόμενο λόγο του πνεύματος. Είναι η ζωή και η δύναμη που εμποτίζει το Σώμα και αρθρώθηκε αρχικά και συνεχίζει να αναπτύσσεται μέσα στην Εκκλησία μ’έναν ζωντανό τρόπο, στην ομολογία της Εκκλησίας αλλά και όσων μετέχουν σ’αυτή από την εποχή των Αποστόλων.


Αυτή είναι η "νέα Εκκλησία". Η "εμπειρική", που δεν εξαρτάται πλέον από την Αγιότητα, που στηρίζεται στο υποκείμενο. Και το Άγιο Πνεύμα ταυτίζεται με το ανθρώπινο πνεύμα. Ο κλήρος παίζει εδώ τον πρώτο λόγο διότι αυτό που περιγράφεται είναι η πείρα ή η γνώση ή η δημιουργία ενός εκκλησιαστικού Εγώ από την συνεχή παρουσία και εμπειρία της Εκκλησιαστικής ζωής, της στρατευμένης Εκκλησιαστικής ζωής, που ποτίζεται διαρκώς από την Χάρη του Θεού που υπάρχει μέσα στην "Εκκλησία". Η "Εκκλησία" αυτή, η στρατευμένη, μπαίνει στο αίμα μας σιγά-σιγά, ενσαρκώνεται. Η "Εκκλησία" ενσαρκώνεται πλέον και όχι ο Κύριος. Και η "Εκκλησία" γίνεται μία τέταρτη υπόσταση, όπως και η Σοφία του Μπουλγκάκοφ. 

Υπάρχουν δύο τρόποι υποκειμενοποιήσεως της Εκκλησίας. Μέσω της υποκειμενοποιήσεως των κανόνων, δηλαδή ο τρόπος του Καθολικισμού. Αυτός ο τρόπος διδάχθηκε από τις οργανώσεις. Και η απελευθέρωση από τους κανόνες, και την ιεραρχία που μορφοποιεί τους Κανόνες. Ο προτεσταντικός τρόπος. 

ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΝΕΟ ΔΟΓΜΑ. 

Η Εκκλησία όμως του Κυρίου, των Αγίων, αποκαλύπτεται στις περιπέτειες ενός προσκυνητού και βασίζεται στην παραβολή του σπορέως.


Η παράδοση λοιπόν δεν είναι μία μηχανική συντήρηση εικόνων από το παρελθόν ή μία εξωτερική μετάδοση μέσω διαδοχής, αλλά η ζωντανή συνέχεια της πνευματικής ύπαρξης. Και αυτή η συνέχεια είναι εφικτή μόνον εφόσον υπάρχει ένα όραμα ενότητος, μία μορφή καθολικής συνειδήσεως. Αυτή η συνείδηση γίνεται η ζώσα ταυτότητα και η αμοιβαία κοινωνία όσων κατέχουν αυτή την συνείδηση δια μέσου των αιώνων. Σ’αυτή την προοπτική η αίρεση είναι ένα είδος λογοκρατικής εναντίωσης στην παράδοση. Έτσι ώστε η επιβεβαίωση της καθολικότητος να προϋποθέτει την άρνηση σε ό,τι δεν είναι καθολικό. 

Έτσι και η πίστη καταλήγει στα χέρια αυτής της μυστικής ενότητος, αυτής της καθολικής συνειδήσεως. Είναι ένα είδος νοητικής διαίσθησης, μία πνευματική σύλληψη, μία διαίσθηση μέσω της χάρης, μία άμεση γνώση, μία αδιαμεσολάβητη βεβαιότητα. Συγκεντρώνει ολόκληρο το οπλοστάσιο του Ρομαντισμού, στον οποίο η πίστη ταυτίζεται με την έμπνευση του ποιητού! Ο Σέλλινγκ περιγράφει την νοητική διαίσθηση σαν όργανο κάθε υπερβατικής σκέψης. Ταυτίζεται με την δημιουργική φαντασία ή με την διαισθητική θεωρία όπου το γενικό και το ειδικό αποτελούν μία ενότητα στην ιδέα. Αυτή η πίστη είναι το απροϋπόθετο της ανθρώπινης γνώσεως. 

Το υπεραισθητό είναι ο Θεός και η πραγματικότης και όχι η εν δυνάμει ύπαρξη των αντικειμένων. Και με την πίστη, αυτό το υπέρ-αισθητό, μπορεί να γίνει ένα πραγματικό αντικείμενο για την εμπειρία. Όπως ακριβώς με την διαίσθηση. 

Και τι γίνεται με την Εκκλησία, με τον Χριστό κεφαλή αυτής της Εκκλησίας που είναι ένα είδος συνέχειας του Χριστού; Το ενυπόστατο ανθρώπινο Σώμα Του; Ο Χριστός είναι το Εγώ ή η εμμενής (immanent) αυτοσυνειδησία του σώματός Του, μία οργανικά εξελισσόμενη πραγματικότητα μέσα στην ιστορία. Ένα ενσαρκωμενο Απόλυτο πνεύμα. 

Και αυτή όμως η έννοια περί της Εκκλησίας ως αδιάκοπης προέκτασης τής ενσάρκωσης δεν είναι ακριβώς πατερική. Ο Σέλλινγκ ξανά, υποστήριξε πώς ο Θεός/Απόλυτο ενανθρωπίζεται προαιώνια και πώς η αποκορύφωση της διαδικασίας αυτής είναι η ανάληψη ορατής ανθρώπινης μορφής από τον Χριστό. Η ενσάρκωση τού Χριστού αποτελεί την αρχή της διαδικασίας η οποία συνεχίζεται στους αιώνες με τους διαδόχους του που είναι μέλη ενός και του αυτού σώματος. Του οποίου είναι η κεφαλή. Εν Χριστώ ο Θεός έγινε για πρώτη φορά αντικειμενικός. Διότι ο Χριστός φανέρωσε το άπειρο μ’αυτόν τον τρόπο για πρώτη φορά. [ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ ΕΙΝΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ]. 

Μετά τον Φλωρόφσκυ η Θεολογία, Μανιχαϊστικά, έχει ανάγκη από κάτι που να μπορεί να προσδιορίζεται ως προσωποποίηση του αρνητικού, κρύβοντας όμως, λόγω της πολεμικής της προς την Δύση, την εξάρτηση από τον Άλλον, αυταπατόμενη ότι η ταυτότητά της είναι αυτάρκης, ότι δηλαδή αντλεί την προσωπική της ύπαρξη από τον εαυτό της. 

Η Ορθοδοξία πρέπει να αναγνωρίσει ότι η Θεολογική ανάγνωση των Πατέρων γίνεται πάντοτε στον ερμηνευτικό ορίζοντα της κάθε εποχής. Ο Δυτικός πολιτισμός λειτουργεί ως πρίσμα μέσω του οποίου ο κάθε θεολόγος ερμηνεύει τους Πατέρες. Η δυτικοευρωπαϊκή σκέψη έχει γίνει πλέον η κληρονομιά της Ορθοδοξίας. 

ΠΩΣ ΔΙΑΓΡΑΦΕΤΑΙ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ;

Σήμερα η Ορθόδοξη Θεολογία ασχολείται με την Εκκλησιαστική της ταυτότητα. Η ταυτότητα αντλείται αποκλειστικά μέσω της πολεμικής. Και η πολεμική προσέγγιση της ταυτότητος (της αυτο συνειδήσεως δηλαδή) απεδείχθη εσφαλμένη. Απομένει λοιπόν να περπατήσουμε έναν καινούργιο δρόμο, εάν θέλουμε να έχουμε μέλλον. ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ. Να προσεγγίσουμε κατ’αρχάς όσους μάς καλούν σε διάλογο μαζί τους υπενθυμίζοντάς μας να λάβουμε υπόψη την ελπίδα που υπάρχει μέσα μας στο μετα-εκκοσμικευμένο πλαίσιο μας (Α Πέτρου 3,15) [Μόνο που το απόσπασμα δεν μιλά για κάποια ελπίδα που βρίσκεται μέσα μας έτσι απλά. Λέει: Αλλά λατρεύσατε τον Χριστόν ως Κύριον είς τις καρδιές σας, και να είσθε πάντοτε έτοιμοι προς απολογίαν εις τον καθένα, που θα σας ζητήσει λόγον για την ελπίδα που έχετε μέσα σας (δηλαδή τον Κύριο)]. Πρέπει λοιπόν η Ορθόδοξη Θεολογία να καταστεί πραγματικά Οικουμενική και πρέπει συνειδητά, ελεύθερα και με αληθινή πνευματική διάκριση, απάθεια και νήψη, ΝΑ ΑΝΤΛΗΣΕΙ ΑΠΟ ΠΗΓΕΣ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΚΑΝΟΝΙΚΩΝ ΟΡΙΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. Η θεανθρώπινη κοινωνία στον εσταυρωμένο και αναστάντα Χριστό, μπορεί να είναι μία ερμηνευτική αρχή για μία νέα μορφή νέο-πατερικής σύνθεσης [η παληά μάς τελείωσε, ζήτω η νέα]. 

Εν Χριστώ βλέπουμε (;) την τέλεια σύνθεση (;) των αντιθέτων! (;) οι δύο πόλοι (;) της ανθρωπότητος και της θεότητας, ενυπάρχουν (;) τέλεια ο ένας μέσα στον άλλο σε μία ένωση, όπου οι φύσεις είναι ασύγχυτες και άτρεπτες αλλά παραμένουν αδιαίρετες και αχώριστες. Σ’αυτή την ένωση οι δύο πόλοι, ανθρωπότητα και θεότητα, αλληλοπεριχωρούνται σε μία τέλεια ένταση όπου ο ένας υπονοεί τον άλλο, εξαρτάται από τον άλλο και υπάρχει μέσω του άλλου [Είναι λεξιλόγιο, γλωσσάριο, παρμένο από την Αγία Τριάδα. Διότι ΘΕΛΟΥΝ ΚΑΤΑ ΒΑΘΟΣ ΚΑΙ ΞΕΚΑΘΑΡΑ ΝΑ ΔΙΔΑΞΟΥΝ ΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΟΣ ΚΑΙ ΘΕΟΤΗΤΟΣ ΣΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ]. 

Η ενανθρώπιση του Θεού και η θέωση του ανθρώπου βιώνεται στο σώμα της Εκκλησίας ως η συνεχής προέκταση της ενσάρκωσης (incarnation perennis, όπως religious perennis ή Sophia perennis). 

Αυτή τήν ενοποιημένη ένταση των αντιθέτων δεν θα μπορούσαμε να την θεωρήσουμε εξίσου, ως βάση για τις διαπροσωπικές μας σχέσεις; Με αυτή την λογική υπάρχω εν Χριστώ μόνον εφόσον βρίσκομαι σε ενότητα με τον αδελφό μου και ανακαλύπτω τον εαυτό μου μέσα και μέσω της ζωής του [Ενωμένος με τον Κύριο δηλαδή τι ανακαλύπτω; Τι γνωρίζω; Δεν γνωρίζω ούτε τον εαυτό μου; Τι είναι ο Χριστός; Σχήμα Λόγου;]. Αυτή την αρχή τής Θεανθρωπότητος, την αρχή της Εκκλησίας, εάν την αναγνωρίσουμε και στις ανθρώπινες σχέσεις, δεν θα μπορούσαμε να την αναγνωρίσουμε και στην ιστορία; Στις σχέσεις ανατολής και Δύσης; 

Η Εκκλησιαστική ταυτότητα μπορεί να ανακαλυφθεί και μέσα σε ο,τιδήποτε μοιάζει αλλότριο (ξένο). Μπορούμε να γνωρίζουμε τον εαυτό μας και μέσα από την θετική συνάντηση με ο,τιδήποτε δεν είμαστε, αναγνωρίζοντας πώς αναζητώντας τον εαυτό μας, εξαρτώμαστε από τον άλλο. Μέσα από την κοινή συνάντηση-αναγνώριση ανακαλύπτουμε πού ανήκει η καρδιά μας  [Ακριβώς όπως σύμφωνα με τον κομμουνιστικό δρόμο, προσπαθώντας με την κοινωνία να πολεμήσουμε την αποξένωση, την αλλοτρίωση, θα οδηγηθούμε στον κοινό και όμοιο για όλους παράδεισο της ισότητος και αδελφότητος]. 

[Έτσι, π.χ. αντιλαμβανόμαστε τον Γιανναρά όταν διακρίνουμε τον μοναδικό τρόπο που μετάλλαξε τον Χάϊντεγκερ και τον Λατινικό περσοναλισμό υπό το πρίσμα του Παλαμά, ώστε ο ίδιος να πλησιάζει τον Αυγουστίνο Εκτός από την εκθαμβωτική πορεία ένωσης των αντιθέτων, τί μετάλλαξε ο Γιανναράς, αφού πλησίασε τον Αυγουστίνο; Και ο Χάϊντεγκερ και ο περσοναλισμός από τον Αυγουστίνο ξεκινούν.] 

Όλα αυτά λοιπόν συμβαίνουν εφόσον η Ορθοδοξία αναζητά την ταυτότητά της. Και μοιραίως καταλήγει στην αγκαλιά του Σέλλινγκ, του φιλοσόφου της ταυτότητος. Και τι εισάγει αυτή η φιλοσοφία της ταυτότητος; Την διάκριση του Είναι από την Ουσία. Το είναι λέει, δεν συμπίπτει κατ’ανάγκην με το νοείν. Υπάρχει στον Θεό μία πλευρά (το πρωταρχικό δυνάμει είναι) η οποία δεν είναι εκ των προτέρων κατ’αναγκαιότητα νοητή, και αποτελεί την βάση της ελευθερίας. Το είναι επομένως γνωρίζεται κατά την πραγματική του ύπαρξη ιστορικά και εμπειρικά. Και η ουσία διακρίνεται επομένως από την ύπαρξη. Το Είναι νοείται μόνον από τους τρόπους της φανέρωσης του

Ο Σέλλινγκ όμως με την διανοητική εποπτεία ταυτίζει το Εγώ με τό μη-Εγώ και από την ταύτιση αυτή επανακάμπτει εκείνη η πρωταρχική ενότητα τού απολύτου όντος. Η διανοητική εποπτεία, η πίστη του Φλωρόφσκυ, είναι τόσο φιλοσοφική γνώση όσο και ενότητα με τον Θεό καθώς αποτελεί επιστροφή σε Αυτόν διά της υπερβάσεως της διαφοράς του υποκειμένου και του αντικειμένου. Έτσι το Εγώ, εννοημένο σαν υποκείμενο- αντικείμενο, μέσα σε μία διαλεκτικά προσδιορισμένη πορεία αναπτύσσει δύο υπαρκτικές μορφές, την φύση και το πνεύμα. Αυτή την διαφορά υπερβαίνει η διανοητική εποπτεία, ακριβώς. Και αν η πρωταρχική ενότητα του απολύτου όντος ονομασθεί μη-διαφορά, από την οποία τίθεται η διαφορά υποκειμένου και αντικειμένου, φύσεως και πνεύματος, τότε η διανοητική εποπτεία είναι η ταυτότητα αυτών των δύο παρά την διαφορά τους και μέσα σε αυτήν. 

Γιατί ανοίξαμε αυτή την παρένθεση με τον Σέλλινγκ. Διότι μάθαμε την εξάρτηση του Φλωρόφσκυ από τον Σέλλινγκ. Μάθαμε και την αποτυχία τής νεοπατερικής συνθέσεως, διότι η στάση του υπήρξε πολεμική απέναντι στην Δύση. Και τα δύο αντίθετα δεν κατόρθωσαν να ενωθούν. Η Ορθοδοξία όμως που εμπνέεται από τους Ρώσους και αντιπροσωπεύεται από τους μαθητές του Ζηζιούλα και την ακαδημία Βόλου, όπως είδαμε προχωρούν σε λύση του αδιεξόδου προτείνοντας μία νέα μετά-πατερική σύνθεση. Δυστυχώς όμως και αυτή η νέα σύνθεση πηγάζει από τον Σέλλινγκ και βρίσκεται στην έννοια της διανοητικής εποπτείας, όπως την περιγράψαμε πιο πάνω, της πίστεως αλλά Φλωρόφσκυ. Να τι λένε και πώς σχεδιάζουν αυτή την νέα σύνθεση. 

Η Ορθόδοξη ανατολική Θεολογία στην διαδικασία ανεύρεσης τής ταυτότητας της, στην κίνηση απεξάρτησής της από την μη-Ορθόδοξη Δύση (σαν το μη-Εγώ του ιδεαλισμού ακριβώς) δεν θα πρέπει να αποξενωθεί από αυτή. Κάθε διάσταση δεν είναι αληθινή απελευθέρωση. Οφείλει να περάσει από τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες της, χωρίς να σαστίζει μπροστά τους, αλλά εξετάζοντάς τες δημιουργικά και μεταμορφώνοντάς τες, να δίνει μαρτυρία για μία καινή πραγματικότητα, δημιουργώντας ένα κοινό όραμα για μία Ορθόδοξη Ανατολή που εκπληρώνει το μέλλον δημιουργικά. Και μόνο με τον τρόπο αυτό, με την ευσπλαχνική συμπάθεια τής Ανατολής προς την Δύση,ανακαλύπτοντας το αντίθετο μέσα της θα μπορεί να υπάρξει ένα αξιόπιστο μονοπάτι προς την επανένωση του διεσπασμένου Χριστιανικού κόσμου. 

Ολόκληρος ο Σέλλινγκ. Ο Πατέρας των Πατέρων της νέας Εκκλησίας, όπως ονόμασαν παλιά τον Γρηγόριο Νύσσης. 

Ο Θεός ταυτισμένος με τον νοητό κόσμο, όπως και στον σχολαστικισμό, με την μόνη διαφορά πώς υπάρχει η ένωση των αντιθέτων, σαν θέωση, κάτι που δίδαξε πρώτος ο Cusano. Ο μυστικισμός της Φύσεως παίρνει την θέση της Θεοπτίας. Η κλοπή ολοκληρώνεται, η κλοπή της Σωτηρίας μας και ουδείς διαμαρτύρεται. 

Θα συνεχίσουμε με την άλλη μεταπατερική σύνθεση, του Μπουλγκάκοφ, διότι ο Κάλλιστος Γουέαρ, οραματίζεται σαν θρίαμβο της Ορθοδοξίας και δόξα του Θεού, την ένωση αυτών των δύο σχολών, του Φλωρόφσκυ και του Μπουλγκάκοφ, διότι έχουν κοινό παρονομαστή τον Σολόβιεφ, ο οποίος είναι πιστός μαθητής του Σέλλινγκ.]


Και όλα στην Ελληνική Ορθοδοξία τελειώνουν μέσα στην γενική ακατανοησία. Διότι εγκαταλείψαμε την πνευματική μας παράδοση, την προσευχή, για τα κατηχητικά σχολεία των οργανώσεων και την μετάνοια, για τους Κανόνες. 

Αμέθυστος

MIA ΠΡΩΤΗ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΡΩΣΙΚΗ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΜΑΣ. ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΣΤΑΘΗΚΕ Ο ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗΣ ΜΑΣ ΧΑΡΙΣΤΙΚΗΣ ΒΟΛΗΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΙΜΟ ΤΡΑΥΜΑΤΙΣΜΟ ΜΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ ΤΡΕΜΠΕΛΑ.