Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θωμάς Ακινάτης - Ο διδάσκαλος της Καθολικής Εκκλησίας - Gerhard Krüger. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Θωμάς Ακινάτης - Ο διδάσκαλος της Καθολικής Εκκλησίας - Gerhard Krüger. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Μαΐου 2025

Θωμάς Ακινάτης - Ο διδάσκαλος της Καθολικής Εκκλησίας (γ)

 Συνέχεια από Παρασκευή 16 Μαίου 2025

Ο διδάσκαλος της Καθολικής Εκκλησίας

Gerhard Krüger

Θωμάς Ακινάτης γ

 Η αμαρτία η οποία συνεχίζει την ύπαρξη της μαζί με την ανθρωπότητα, δεν είναι απλώς η μια ή η άλλη πράξη, αλλά μια κατάσταση: μια «προδιάθεση», μια διαρκής «κατάσταση» του ανθρώπου, που «έγινε κάτι σαν φύση του». Μπορεί να συγκριθεί με την ασθένεια, η οποία δεν καταστρέφει τις δυνάμεις του σώματος, αλλά τις φέρνει σε μια χρόνια αταξία, η οποία παρεμποδίζει την σωστή χρήση τους (I. 2 q. 82, I). Η ανθρώπινη φύση δεν ήταν δυνατόν να καταστραφεί, αλλά είναι «πληγωμένη», και οι τέσσερις πληγές της είναι: τύφλωση, κακία, ασθένεια και τυφλή απληστία (I. 2. q. 85, 3). Στην πρωταρχική κατάσταση, η θέληση του ανθρώπου ήταν δια της χάριτος του Θεού υποταγμένη, και για τον λόγο αυτό του προστέθηκαν από μόνες τους οι δυνάμεις τις ψυχής, και στην ψυχή προστέθηκαν από μόνες τους οι δυνάμεις του σώματος. Με την «αφαίρεση» της χάριτος όλα επαναστατούν (I. 2. q. 82).

Αν ο άνθρωπος διατηρεί τις δυνάμεις του και τουλάχιστον την τάση για την σωστή χρήση τους, τότε το ίδιο πρέπει να ισχύει και για την δύναμη προς επίγνωση. Ο άνθρωπος πρέπει να έχει την δυνατότητα να αναγνωρίζει την αλήθεια, δηλαδή κατ’ αρχάς: τον κτιστό κόσμο, μέσα στον οποίο έχει την θέση ανάμεσα στα άλλα δημιουργήματα, αλλά και τον Θεό, εφόσον είναι ο δημιουργός αυτού του κόσμου. Ο Θωμάς υποστηρίζει πως υπάρχει μια γενική ανθρώπινη αποκάλυψη, η οποία βρίσκεται πριν από κάθε ιδιαίτερη, χριστιανική αποκάλυψη. Αποδίδει στον άνθρωπο την δυνατότητα μιας «φυσικής» θεογνωσίας. Θεμελιώνει τον ισχυρισμό του σε μερικά χωρία της Βίβλου, ιδιαιτέρως στους λόγους του Αποστόλου Παύλου στην προς Ρωμαιους επιστολή (α,19-20): «19 διότι τὸ γνωστὸν τοῦ Θεοῦ φανερόν ἐστιν ἐν αὐτοῖς (στους ανθρώπους)· ὁ γὰρ Θεὸς αὐτοῖς ἐφανέρωσε. 20 τὰ γὰρ ἀόρατα αὐτοῦ ἀπὸ κτίσεως κόσμου τοῖς ποιήμασι νοούμενα καθορᾶται, ἥ τε ἀΐδιος αὐτοῦ δύναμις καὶ θειότης...». Ο Θωμάς βλέπει στα λόγια αυτά την νομιμοποίηση της φυσικής γνώσης του Θεού, δηλαδή της «φυσικής» θεολογίας. Και η ιστορία -τουλάχιστον έτσι φαίνεται- δικαιώνει τις προσδοκίες, τις οποίες πρέπει να έχει κανείς βάσει αυτών των δεδομένων: μας δείχνει με την περίπτωση της κλασσικής φιλοσοφίας της αρχαιότητας, πως η δύναμη της λογικής μπορεί συνήθως να πλανάται -στον πολυθεϊσμό της ειδωλολατρίας, στον μανιχαϊσμό, στον πανθεϊσμό, ή και στην άρνηση του Θεού-, αλλά δεν είναι αδύνατο, με μια ύψιστη προσπάθεια του στοχασμού, να διεισδύσει στην γνώση του αληθινού Θεού. Ο Σωκράτης που σε πείσμα της υπεροψίας της κοσμικής γνώσης δήλωνε πως γνωρίζει μόνο αυτό, ότι τίποτα δεν γνωρίζει, και ο μαθητής του Πλάτων, που πέραν του κοσμικού Είναι αναζητούσε το θεμελιώδες ον το οποίο θεμελιώνει τα πάντα, και το οποίο αποκάλεσε «το αγαθό»-και τους δυο θωρούσαν οι πατέρες της Εκκλησίας ως προδρόμους του Χριστού. «Κανένας άλλος δεν μας πλησίασε τόσο όσο αυτοί», είπε ο Αυγουστίνος αναφερόμενος στους διαδόχους τού Πλάτωνα (Civ. VIII 5). Και πράγματι, στον Πλάτωνα δεν βρίσκουμε απλώς μια προαίσθηση τής πίστεως περί δημιουργίας, αλλά και την γνώση πως ο άνθρωπος έχει ανάγκη σωτηρίας. Ο Πλάτων αποδίδει την γνώση όλων των αγαθών του κόσμου και το είναι αυτών των αγαθών, στο αγαθό εκείνο που βρίσκεται επέκεινα του κόσμου, το οποίο φωτίζει και θεμελιώνει. Δηλώνει με σαφήνεια πως ο άνθρωπος πρέπει πρώτα με κόπο να τα θυμηθεί όλα. Η φιλοσοφία σύμφωνα με τον Πλάτωνα δεν είναι τίποτε άλλο από αυτή την μνήμη. Ο Πλάτων λοιπόν δεν θεωρεί πως είναι καλά τα πράγματα, έτσι όπως προσφέρονται στις αισθήσεις μας. Βρίσκει το αγαθό μέσα στον άνθρωπο βαθιά θαμμένο. Είναι όμως πεπεισμένος, πως στα αμφίβολα, αμφίσημα πράγματα αυτού του κόσμου, μπορεί κανείς, φιλοσοφώντας, να ανακαλύψει το πρωταρχικό αγαθό, που παρά την παραμόρφωση βρίσκεται ακόμα στην βάση κάθε πράγματος, να ανακαλύψει τα αρχέτυπα, τις «ιδέες» των πραγμάτων. Θεωρούσε λοιπόν πως πέραν του πραγματικού ανθρώπου και της αμφίβολης κοινότητας, μπορούσε να ανακαλύψει τον αληθινό άνθρωπο και την αληθινή κοινότητα ως «αρχέτυπο» που βρίσκεται στην βάση. Ο Αυγουστίνος συνέχισε τον Πλάτωνα, λέγοντας πως οι πλατωνικές ιδέες, τα αρχέτυπα, είναι σκέψεις του Θεού. Όποιος τις αναγνωρίσει, θα καταλάβει τι και πως ήθελε ο Θεός τα δημιουργήματα του. Ο Αυγουστίνος μετέτρεψε τον Πλατωνισμό σε χριστιανική φιλοσοφία, και μέχρι τον 13ο αιώνα, μέχρι την εποχή του Θωμά Ακινάτη, είχε παραμείνει καθοριστικός. Ο Θωμάς όμως «βάφτισε» ένα άλλο ειδωλολάτρη φιλόσοφο, τον μεγάλο μαθητή και αντίπαλο του Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη. [Στήν πραγματικότητα είναι ο Αρεοπαγίτης]. Η μεγάλη διαφορά του Αριστοτέλη από τον Πλάτωνα δεν είναι τόσο το πρόβλημα το οποίο αντιμετωπίζει, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αξιολογεί την δυνατότητα λύσης του. Στο σημείο αυτό είναι πιο αισιόδοξος από τον Πλάτωνα. Θεωρεί πως η πρωταρχική, αληθινή μορφή των πραγμάτων δεν είναι τόσο βαθιά κρυμμένη. Στα δεδομένα, με τις αισθήσεις προσλήψιμα πράγματα, φανερώνεται χειροπιαστά και με σαφήνεια. Η γνώση του κόσμου επομένως, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, οδηγεί στην γνώση ενός θεμελίου ανώτερου από τον κόσμο, και μάλιστα με τέτοιο τρόπο, ώστε το θεμέλιο αυτό, πολύ πιο θετικά σε σύγκριση με τον Πλάτωνα, να προσλαμβάνεται ως πνευματικό, σκεπτόμενο ον, δηλαδή ως «Θεός». Στον Αριστοτέλη λείπει η ανάγκη σωτηρίας, η πρόγνωση του «δεύτερου άρθρου». Προσφέρει όμως μια φυσική επιστήμη η οποία αποδέχεται τον κόσμο, μια «φυσική», η οποία ανακαλύπτει ως τελική αιτία κάθε συμβάντος στον κόσμο, ένα μοναδικό, υπεράνω του κόσμου Θεό, και με τον τρόπο αυτό μεταβαίνει στην «μεταφυσική». Ο Αριστοτέλης ίσως να μην είναι ο πρώτος, αλλά είναι ο πιο σημαντικός από τους φιλοσόφους, που πρόσφεραν μια απόδειξη της ύπαρξης του Θεού. Ο Θωμάς, ο οποίος υιοθετεί από τον Αριστοτέλη αυτή την απόδειξη, βρίσκει εκεί την φυσική θεολογία, την οποία ο Παύλος θεωρεί αναγκαία: η αριστοτελική απόδειξη, δια της οποίας είναι δυνατόν να διαπιστωθεί πως ο Θεός είναι η «πρώτη αιτία» κάθε συμβάντος και ζωής μέσα στον κόσμο, βρίσκεται στην κορυφή του «Εγχειριδίου» του.

Συνεχίζεται

Παρασκευή 16 Μαΐου 2025

Θωμάς Ακινάτης - Ο διδάσκαλος της Καθολικής Εκκλησίας [Καί τών ορθοδόξων ενωτικών] (β)

   Συνέχεια από: Πέμπτη 15 Μαίου 2025

Θωμάς Ακινάτης β 
Του Gerhard Krüger

Ο διδάσκαλος της Καθολικής Εκκλησίας

 ο Αυγουστίνος είναι μάρτυρας της αρχικής ενότητας τής χριστιανικής Εκκλησίας. Στον Θωμά βρίσκεται αυτό που χωρίζει την καθολική από την προτεσταντική Εκκλησία. 

Τι μπορεί να έχει αυτή η περισυλλογή ως σημείο εκκίνησης; Υπάρχει κάποια κοινή βάση, με την οποία η διαμάχη τών ομολογιών μπορεί να γίνει αντιληπτή ως διαμάχη; Άνθρωποι που δεν έχουν καμιά σχέση δεν τσακώνονται. Ο τσακωμός προϋποθέτει κάτι κοινό: έχει ένα κοινό αντικείμενο γύρω από το οποίο «περιστρέφεται». Σε τι συνίσταται αυτό το κοινό αντικείμενο; Σε τι συνίσταται ο ένας Χριστιανισμός, γύρω από την αντίληψη περί του οποίου προέκυψε η βαθιά αυτή αντίθεση;

Η Εκκλησία της Μεταρρύθμισης εξέφρασε σαφώς στα γραπτά πού μαρτυρούν τις πεποιθήσεις της, πως έχει ένα κοινό κορμό πίστης με την καθολική Εκκλησία. Η πιο σύντομη έκφραση αυτού του δεδομένου είναι το «αποστολικό σύμβολο της πίστεως» που το αναγνωρίζουν και οι δυο ομολογίες, και το οποίο είναι μέρος της θείας λειτουργίας των ευαγγελικών. Η πίστη στον  «Θεό πατέρα, τον παντοδύναμο, ποιητή ουρανού και γης», στον Ιησού Χριστό και το Άγιο Πνεύμα, είναι κοινή για όλους τους Χριστιανούς. Θα κατανοήσουμε τον Θωμά, τον διδάσκαλο της καθολικής Εκκλησίας, εάν κατανοήσουμε την έκθεση που παραθέτει ο Θωμάς περί της κοινής για όλους τους Χριστιανούς πίστεως.

Το χριστιανικό στοιχείο που έχει ο Χριστιανισμός είναι προφανώς το «δεύτερο άρθρο», η πίστη στον Χριστό. Και το σύμβολο της πίστεως δεν αφήνει καμιά αμφιβολία περί της ουσιώδους σημασίας αυτής της πίστεως: ο Χριστός είναι ο Σωτήρας των ανθρώπων από την αμαρτία και από τις συνέπειες της. Συμφιλιώνει τους ανθρώπους με τον Θεό από τον οποίο έπεσαν. Από αυτή την άποψη δεν υφίσταται καμιά ουσιαστική αντίθεση μεταξύ Λούθηρου και Θωμά. Όπως και να πιάσουμε το πράγμα: εάν δεν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι αγνοούν τον δημιουργό τους, ώστε χωρίς αυτόν να περπατήσουν τον δρόμο τους, εάν δεν είναι αλήθεια ότι προσβάλλουν τον ουράνιο Πατέρα τους, επειδή θεωρούν πως χωρίς Αυτόν και τις εντολές του μπορούν να τα καταφέρουν στην ζωή, τότε δεν χρειάζονται και κάποιον Σωτήρα. Η πίστη στον Χριστό έχει νόημα μόνο εάν οι άνθρωποι αμαρτάνουν κατά του Θεού. Το ότι οι άνθρωποι το κάνουν, το διαπιστώνει η χριστιανική πίστη από τα κακά που ακολουθούν την αμαρτία: υπερηφάνεια, μίσος και φθόνος, μιζέρια, αρρώστια, θάνατος, και η βαριά ανησυχία αυτής της ύπαρξης που βασίζεται μόνο στον εαυτό της. Σύμφωνα με την χριστιανική πίστη αυτά είναι συνέπεια και τιμωρία της αμαρτίας, η οποία επιβάλλεται στον άνθρωπο ως στον «άσωτο υιό» του Δημιουργού. Το κακό πάει τόσο βαθιά, ώστε ούτε η καλύτερη θέληση δεν μπορεί να ανατρέψει τα δεδομένα. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτα ενάντια στις δυνάμεις της καταστροφής,τις οποίες ο ίδιος κάλεσε. Για τον λόγο αυτό απαιτείται η σωτηρία δια του Χριστού. Ο άνθρωπος ζημίωσε μόνος του τον εαυτό του με την κατάχρηση των χαρισμάτων του. Δεν είναι πια το παραδείσιο, καλό πλάσμα που προέρχεται από τα χέρια του Θεού. «Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα Θεού» (Γεν., 1,27). Ο άνθρωπος όμως καταχράστηκε αυτό το έργο του Θεού. Ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό, αλλά η αμαρτία δεν άφησε αυτή την δημιουργία ανέπαφη. Το αποφασιστικό «δεύτερο άρθρο» επιδρά αναγκαστικά πάνω στο πρώτο: η πίστη στον Θεό δημιουργό, μέσα στον Χριστιανισμό σημαίνει πως η δημιουργία σήμερα δεν μπορεί να έχει την ίδια δόξα όπως στην πρώτη μέρα της δημιουργίας. Και όμως η πίστη πως ο κόσμος είναι δημιούργημα του Θεού, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την πίστη περί της σωτηρίας: ο άνθρωπος μπορεί να είναι αμαρτωλός μόνο ως δημιούργημα, μόνο ως «υιός» μπορεί «να χαθεί». Η Εκκλησία έπρεπε να απορρίψει την άποψη ότι ο κόσμος είναι προϊόν μιας σκοτεινής αντίθετης δύναμης, έργο του διαβόλου, ως ενός δεύτερου, κακού θεού. Ο Αυγουστίνος καταπολέμησε αυτή την πλάνη στους Μαννιχαίους. Η πίστη πρέπει να εκφράζει και τα δυο: πως ο κόσμος και η ανθρώπινη φύση δημιουργήθηκαν από τον Θεό, και πως δια της αμαρτίας χάλασαν και τα δυο. Σε αυτό το σημείο αρχίζει η διαμάχη. Ο Λούθηρος υποθέτει πως στον αμαρτωλό το χαρακτηριστικό που έχει εξαιτίας τής δημιουργίας, έχει γίνει αγνώριστο λόγω της καταστροφής που υπέστη. Θεωρεί πως ο άνθρωπος κατέστρεψε τις έμφυτες «φυσικές» δυνάμεις, πως κατασπατάλησε την προίκα που έλαβε κατά την δημιουργία. Ο Θωμάς Ακινάτης από την άλλη τονίζει, πως ο άνθρωπος δεν έχει την δύναμη, όσο μεγάλη και να είναι η αμαρτία του, να καταστρέψει ριζικά το καλό έργο του Θεού. Διδάσκει πως η ανθρώπινη φύση με τις δυνάμεις που διαθέτει είναι καθ’εαυτή καλή, και δεν χάνεται ούτε με την αμαρτία. Ο άνθρωπος έχασε την αρχική του δικαιοσύνη, δια της οποίας ήταν συνδεδεμένος με τον Θεό ζώντας με πίστη, αγάπη, ελπίδα και κάθε άλλη αρετή. Η αρχική αυτή δικαιοσύνη είναι για τον Θωμά μια ιδιαίτερη χάρη, που προστίθεται στην φύση του ανθρώπου, και όχι η αρχική ουσία του ανθρώπου, όπως λέει ο Λούθηρος. Με τον τρόπο αυτό μπόρεσε ο άνθρωπος να χάσει την χάρη αυτή και την εγγύτητα προς τον Θεό, χωρίς νά καταστραφούν οι φυσικές του δυνάμεις. Τις δυνάμεις αυτές τις έχει ο άνθρωπος ακόμα και τώρα. Επειδή όμως οι φυσικές δυνάμεις έχουν την τάση προς την καλή, την σωστή χρήση, και όχι προς κατάχρηση, παρέμεινε μαζί τους και η «τάση προς αρετή», όπως μαρτυρεί για παράδειγμα η συνείδηση (I.2.q.85, I.2, ad 3). Όπως ένα διαφανές μέσο, ο αέρας ή το γυαλί, διατηρεί την διαφάνεια του ακόμα  και όταν το φως που το διαπερνά σκοτεινιάζει, έτσι και η καλή αυτή τάση δεν μπορεί να καταστραφεί. Απλώς η αμαρτία την παρεμποδίζει με μεγάλη ισχύ (I. 2. q. 85, 2). Αυτό λέει πολλά για τον Θωμά. Η αρετή, για την εξάσκηση της οποίας ο άνθρωπος παραμένει πάντα ικανός, δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στην κυριαρχία της αμαρτίας, και με τον τρόπο αυτό παρεμποδίζεται και η ουσία του ανθρώπου (I. 2. q. 83,2). Η αμαρτία η οποία συνεχίζει την ύπαρξη της μαζί με την ανθρωπότητα, δεν είναι απλώς η μια ή η άλλη πράξη, αλλά μια κατάσταση: μια «προδιάθεση», μια διαρκής «κατάσταση» του ανθρώπου, που «έγινε κάτι σαν φύση του». Μπορεί να συγκριθεί με την ασθένεια, η οποία δεν καταστρέφει τις δυνάμεις του σώματος, αλλά τις φέρνει σε μια χρόνια αταξία, η οποία παρεμποδίζει την σωστή χρήση τους (I. 2 q. 82, I). Η ανθρώπινη φύση δεν ήταν δυνατόν να καταστραφεί, αλλά είναι «πληγωμένη», και οι τέσσερις πληγές της είναι: τύφλωση, κακία, ασθένεια και τυφλή απληστία (I. 2. q. 85, 3). Στην πρωταρχική κατάσταση, η θέληση του ανθρώπου ήταν δια της χάριτος του Θεού υποταγμένη, και για τον λόγο αυτό του προστέθηκαν από μόνες τους οι δυνάμεις τις ψυχής, και στην ψυχή προστέθηκαν από μόνες τους οι δυνάμεις του σώματος. Με την «αφαίρεση» της χάριτος όλα επαναστατούν (I. 2. q. 82).

Είναι αναμενόμενο πως η θωμιστική αντίληψη περί ανθρώπου έχει πολλαπλές συνέπειες: καθιστά κατανοητά τα δυο πράγματα (φαινομενικά μεταξύ τους άσχετα) για τα οποία μιλήσαμε: την μεγάλη εκτίμηση για την διάνοια και την επιστήμη με την μορφή της χριστιανικής φιλοσοφίας, αλλά και την μεγάλη εκτίμηση του μυστηρίου και του ιερατείου που το προσφέρει. 


ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ. ΕΑΝ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ ΜΑΣ ΣΥΝΟΔΕΥΟΥΝ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΜΑΣ ΣΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ ΤΗΣ ΔΥΣΗΣ, ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΑΝ ΜΕ ΤΟΝ ΛΕΗΛΑΤΗΜΕΝΟ ΠΛΟΥΤΟ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΜΑΣ,  ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΤΡΟΠΟ ΖΩΗΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΝΕΩΝ, Η ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ;

Πέμπτη 15 Μαΐου 2025

Θωμάς Ακινάτης - Ο διδάσκαλος της Καθολικής Εκκλησία [Καί τών ορθοδόξων ενωτικών]

 Θωμάς Ακινάτης α

Ο διδάσκαλος της Καθολικής Εκκλησίας

(Η ομιλία έλαβε χώρα σε μια ευαγγελική εκκλησία. Αν και η ομιλία έλαβε χώρα πριν καιρό, ο συντάκτης της θεωρεί πως τα όσα ειπώθηκαν ισχύουν ακόμη. Η φιλοσοφία του Θωμά Ακινάτη αποκτά αυξανόμενη σημασία, τόσο για τους μη-καθολικούς όσο και για τους καθολικούς ερευνητές.)

Του Gerhard Krüger

Δεν μπορώ να παραλείψω, να αρχίσω την ομιλία μου με μια προσωπική επισήμανση: δεν είμαι κήρυκας, και για πρώτη φορά στη ζωή μιλώ μέσα σε μια εκκλησία. Το επάγγελμά μου είναι η φιλοσοφία, όχι η χριστιανική θεολογία. Και αν παρόλα αυτά έχω να πω κάτι, αυτό δικαιολογείται από την ιδιαιτερότητα του θέματος μου:
Ι.
Ο Θωμάς Ακινάτης ήταν ένας χριστιανικός φιλόσοφος. Είναι άνθρωπος της Εκκλησίας, και όμως εισάγει στην Εκκλησία κάτι το οποίο δεν αφορά την πίστη, αλλά την λογική. Αν ασχοληθούμε με τους μεγάλους μάρτυρες της χριστιανικής πίστης οι οποίοι σημαδεύουν τα στάδια πάνω στην πορεία της Εκκλησίας, δεν μπορούμε να προσπεράσουμε τον Θωμά Ακινάτη. Και όμως δεν μπορούμε να τον καταλάβουμε επαρκώς, εάν τον θεωρήσουμε μόνο στη συσχέτισή του με τον Παύλο, τον Αυγουστίνο και τον Λούθηρο. Δεν μπορούμε να αφήσουμε εκτός της θεώρησής μας τα ρεύματα της φιλοσοφικής σκέψης που προέρχονται από την προχριστιανική εποχή της αρχαιότητας, από τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Η φιλοσοφική αυτή σκέψη, μετά από αιώνες σύνδεσης με την Εκκλησία, λίγο μετά την Μεταρρύθμιση, την εποχή των Descartes, Kant και Hegel χωρίστηκε πάλι από τον Χριστιανισμό. Ο Θωμάς Ακινάτης ήταν ένας άνθρωπος της επιστήμης. Μέσα από τις επιστολές τού Παύλου μιλά το αποστολικό είναι εκείνου  που είδε τον Χριστό, και τώρα ζει με την ακούραστη, ιεραποστολική φροντίδα για την κοινότητα. Οι «Εξομολογήσεις» τού Αυγουστίνου μας δίνουν την δυνατότητα να συμμετάσχουμε στον διάλογο της ψυχής με τον Θεό της. Η μεγάλη «Summa Theologiae», το «Εγχειρίδιο Θεολογίας» του Θωμά Ακινάτη, μας φέρνει αντιμέτωπους με τον απροσπέλαστο ρεαλισμό μιας επιστημονικής διερεύνησης, που με καμιά προσωπική λέξη δεν προδίδει τί παρακινεί τον σκεπτόμενο. Εκεί διερευνώνται επιστημονικά «ερωτήματα», και η διερεύνηση αυτή ακολουθεί ένα αυστηρό τελετουργικό: τίθεται για παράδειγμα το ερώτημα εάν υπάρχει Θεός, και πρώτα εκτίθενται οι λόγοι κατά της ύπαρξης, κατόπιν οι λόγοι υπέρ. Και κατόπιν, ο Θωμάς δίνει την δική του απόφαση περί του ερωτήματος, που συνήθως αρχίζει ως εξής: «Απαντώ, πρέπει να ειπωθεί...», και βάσει αυτής της απάντησης αναιρούνται και επεξηγούνται οι λόγοι  που τέθηκαν στην αρχή. «Κατά πρώτον, πρέπει να πούμε...», «Κατά δεύτερον, πρέπει να πούμε....». Στο μεγάλο εγχειρίδιο επαναλαμβάνεται 614 φορές η φράση αυτού του είδους, και περνά σχεδόν απαρατήρητο πως οι τελευταίες 102 ερωτήσεις δεν συντάχθηκαν από τον Θωμά, αλλά από ένα μαθητή του, που βασίστηκε σε άλλα γραπτά τού δασκάλου. Αυτή είναι η μορφή τής σχολαστικής μεθόδου, δηλαδή του τρόπου του διαλόγου στα χριστιανικά σχολεία και πανεπιστήμια του μεσαίωνα. Δεν πρέπει να υποτιμήσουμε αυτή την πολυσυζητημένη μέθοδο. Απαιτεί αλλά και δίνει την δυνατότητα ύπαρξης, σε μια τεράστια διανοητική επίδοση. Κάτω από την κυριαρχία της, οι λαοί τού μεσαίωνα είχαν στη διάθεση τους μια διανοητικά αυστηρά επεξεργασμένη ενότητα της επιστημονικής κοσμοθεωρίας, στην οποία στοχεύει και η σύγχρονη επιστήμη, αλλά στην οποία δεν έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό. Η επιστήμη αυτή του «σχολείου», την οποία καλλιεργούσε και ο Προτεσταντισμός κατά τον 16ο και 17ο αιώνα, κυριαρχούσε για πολύ καιρό παράλληλα με την αναδυόμενη επιστήμη της νεωτερικότητας: κατά το τέλος του 18ου αιώνα παραγκωνίστηκε οριστικά, δια μέσου του Καντ, από την πνευματική ζωή. Δικαίως χαρακτηρίζονται τα διανοητικά οικοδομήματα του Σχολαστικισμού ως κάτι αντίστοιχο των οικοδομημάτων γοτθικού ρυθμού: το ένα κατόρθωμα είναι το ίδιο μεγάλο και περίτεχνο όσο και το άλλο.

Ο Θωμάς Ακινάτης (1225-1274) είναι ο πιο διάσημος δάσκαλος της μεσαιωνικής επιστήμης, της οποίας το κυρίαρχο κέντρο-σε αντίθεση με σήμερα-είναι η φιλοσοφία. Ο Θωμάς είναι ένας «θεωρητικός». Αν φανταστούμε όμως την επιστήμη και την φιλοσοφία της εποχής εκείνης ως κάτι «καθαρά θεωρητικό» με την σημερινή σημασία της λέξης, θα τις εκτιμήσουμε εσφαλμένα. Η επιστήμη αυτή δεν έχει το πρώτο και κυρίαρχο περιεχόμενό της στα κατώτατα πράγματα. Η μεγαλύτερη δύναμή της δεν είναι, όπως στην περίπτωση της σημερινής επιστήμης, η γνώση των υλικών πραγμάτων, αλλά των ανώτερων, πνευματικών όντων: του ανθρώπου, των ασώματων πνευμάτων και του ίδιου του Θεού. Το πρώτο και κυρίαρχο, κατευθυντήριο θέμα της επιστήμης αυτής είναι ο Θεός. Όλα τα άλλα θεωρούνται με αναφορά στον Θεό, και με την πρόθεση να αποκτηθεί καλύτερη γνώση του Θεού. Η επιστήμη κορυφώνεται στην φιλοσοφία, η φιλοσοφία στην θεογνωσία. Βρίσκει επομένως την αβίαστη συμπλήρωση και υπέρβαση της στην θεογνωσία τής χριστιανικής πίστης: ο Θωμάς είναι ένας χριστιανός φιλόσοφος. Και όχι μόνο: η επιστημονική του σκέψη δεν σταματά ενώπιον της πίστης, αλλά περνά στην χριστιανική θεολογία, δηλαδή στην επιστήμη η οποία ανήκει στην Εκκλησία. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με προσπάθεια απόκτησης γνώσης χάριν της γνώσης, ούτε για κάποια γήινη χρησιμότητα, αλλά μόνο χάριν της σωτηρίας: η επιστημονική γνώση του Θεού είναι μόνο μια ισχνή, μερική πρόγευση της θέας τού Θεού πρόσωπο προς πρόσωπο, πράγμα που για τον Θωμά αποτελεί την αληθινή μακαριότητα του παραδείσου. Ο Θωμάς ήταν δάσκαλος στα πανεπιστήμια, όχι ως απλώς κοσμικός λόγιος, αλλά ως Χριστιανός, και μάλιστα με την ιδιαίτερη πνευματική μορφή ζωής, του μοναχισμού. Η καθολική Εκκλησία τον τιμά -μαζί με τον Αυγουστίνο, και τον βάζει πάνω από τον Αυγουστίνο- ως ένα από τους επίσημους διδασκάλους της Εκκλησίας. Και ως διδάσκαλο τής Εκκλησίας τον ανακήρυξε άγιο το 1323. Είναι περίεργη η σύμπτωση, πως σήμερα που λαμβάνει χώρα η ομιλία, στις 7 Μαρτίου, η καθολική Εκκλησία γιορτάζει τον άγιο Θωμά τον Ακινάτη, τον «ομολογητή και διδάσκαλο της Εκκλησίας». Ακόμα και όταν ζούσε είχε τεράστιο κύρος. Κατά τον 14ο και 15ο αιώνα, η διδασκαλία του παραγκωνίστηκε, αλλά μόνο πρόσκαιρα. Από την εποχή της Αντιμεταρρύθμισης είναι σχεδόν η μόνη αναγνωρισμένη φιλοσοφία και θεολογία της καθολικής Εκκλησίας. Οι πάπες το εξέφρασαν αυτό κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Ο πάπας Πίος ο ΙΑ' το επιβεβαίωσε σε μια εγκύκλιο το 1923. Ο Θωμάς είναι επομένως -με το να είναι ένας άνδρας της επιστήμης- στον ύψιστο βαθμό και ένας άνδρας της Εκκλησίας. Η αυστηρή αντικειμενικότητα της επιστήμης έχει στη σκέψη του Θωμά μια εντελώς διαφορετική έννοια από την τεχνική αντικειμενικότητα τής εποχής μας. Το γεγονός ότι θέτει τα ερωτήματα και δίνει τις απαντήσεις απρόσωπα, δεν σημαίνει ότι εσωτερικά δεν συμμετέχει, αλλά δείχνει την ταπεινή εξαφάνιση του προσώπου τού διδασκάλου ενώπιον τού περιεχομένου τής επιστήμης, και πάνω απ’ όλα ενώπιον της «ιερής διδασκαλίας», στην οποία διερευνάται η αλήθεια τής αποκάλυψης του Θεού. Το ότι ο Θωμάς εξασκεί την επιστήμη, δεν βρίσκεται σε αντίθεση με την υπηρεσία που προσφέρει στον Θεό μέσα στην Εκκλησία. Δεν πρέπει να φανταστούμε πως μέσα στην σχέση αυτή, η διάνοια θυσιάζεται χάριν της αυθεντίας της Εκκλησίας. Όσο περίεργο και αν ακούγεται: εδώ η διάνοια δεν δημιουργεί δυσκολίες στην πίστη. Μάλλον προετοιμάζει για την πίστη, και αφήνει στη θέση τους τα μυστήρια της αποκάλυψης που είναι αδύνατο να εξερευνηθούν, με το να δείχνει, χωρίς να θέλει να τα αποδείξει, πως δεν είναι αδύνατο να έλαβαν χώρα, και πως συσχετίζονται λογικά. Ο Θωμάς είναι στον ίδιο βαθμό μεγάλος χριστιανός θεολόγος και φιλόσοφος, και η θεολογία του προστίθεται αβίαστα στην ζωή της Εκκλησίας, γιατί παρά τον τρόπο της επιστημονικής αντιπαράθεσης στον οποίο βασίζεται, έχει τον χαρακτήρα της «θεωρίας», που αρχή και τέλος της είναι η προσευχή. Και έτσι γίνεται κατανοητό, πως η καθολική Εκκλησία δεν οφείλει στον «αγγελοειδή διδάσκαλο» μόνο την μέχρι σήμερα ισχύουσα επιστήμη και θεολογία, αλλά και δυο από τους λειτουργικούς της ύμνους προς τιμήν τού σώματος τού Χριστού, το οποίο σύμφωνα με την καθολική πίστη είναι παρόν, αληθινά και πραγματικά στην Αγία Τράπεζα. Τον ύμνο «Adoro te devote»:  «Προσεύχομαι σε σένα, κρυμμένη θεότητα», και τον ύμνο: «Pange lingua»: «Ύμνησε γλώσσα το μυστήριο αυτού του σώματος πλήρους δόξας». Οι δυο τελευταίες στροφές αυτού του ύμνου ψάλλονται κατά την μετάδοση της ευλογίας στους πιστούς με την όστια: «Tantum ergo sacramentum/Veneremur cernui»: «Για τον λόγο αυτό ας τιμήσουμε εκ βάθους ένα τόσο μεγάλο μυστήριο». Ο Θωμάς, ο φιλόσοφος, είναι ταυτόχρονα και ο θεολόγος εκείνος, που έδωσε στην καθολική διδασκαλία περί μυστηρίων, ιεροσύνης και παποσύνης τα σημερινά της χαρακτηριστικά.

Το μεγαλείο που βρίσκουμε στον Θωμά, και που σήμερα μας εκπλήσσει, είναι η τέλεια εναρμόνιση της διάνοιας με την αποκάλυψη, της σκέψης με την πίστη, της φιλοσοφίας και της θεολογίας. Ο φιλόσοφος που αφήνει μόνο την διάνοια να μιλήσει, και ο πιστός θεολόγος, που στον ευλογημένο άρτο και οίνο λατρεύει τον παρόντα Κύριο - αυτά τά δυο είναι στον Θωμά ένα.

Για τον προτεστάντη όμως, η ενότητα αυτή δεν είναι μόνο εκπληκτική, αλλά και στον ύψιστο βαθμό αμφίβολη. Διάνοια και μυστήριο - και τα δυο βρίσκονται στα παρασκήνια στην προτεσταντική Εκκλησία. Ο Λούθηρος επέτρεψε στην διάνοια να ισχύει μόνο για τα κοσμικά πράγματα. Την ονόμασε «πόρνη» όταν αυτή αναφέρεται στο Θεό, γιατί είναι προς τον Θεό άπιστη και ακολουθεί κάθε δέλεαρ του κόσμου. Πολέμησε τους σχολαστικούς ως άθλιους «σοφιστές», που σαν τους φαρισαίους έβαλαν στην θέση της Βίβλου τις δικές τους διδασκαλίες. Το δε μυστήριο της Θείας Λειτουργίας, στο οποίο κορυφώνεται η μυστηριακή ζωή της καθολικής Εκκλησίας, το απέρριψε ως ειδωλολατρεία. Μείωσε τον αριθμό των μυστηρίων, και υπέταξε την ενέργεια ορατών σημείων στην ενέργεια του λόγου. Στην Εκκλησία τής μεταρρύθμισης δεν ισχύει κανένα ανθρώπινο έργο, ούτε η επίδοση της σκέψης. Στην Λειτουργία, που στην μορφή της είναι ίδια με την καθολική, στην θέση της Θυσίας βρίσκεται το κήρυγμα. Είναι λοιπόν περίεργο να γίνεται ομιλία περί του Θωμά Ακινάτη σε ένα προτεσταντικό ναό. Στο πρόσωπο του Θωμά η καθολική Εκκλησία τιμά εκείνο τον δάσκαλό της, που με τον καθαρά αντικειμενικό τρόπο της διδασκαλίας του αντιτίθεται με τον πιο οξύ τρόπο στους νέους αντιπάλους της. Το απρόσωπο εγχειρίδιο του Θωμά πρέπει να είναι το ανάχωμα εναντίον κάθε προσωπικής αυθαιρεσίας της μοντέρνας εποχής, εναντίον των προσωπικών τοποθετήσεων και συστημάτων στην φιλοσοφία, και εναντίον της προσωπικής μαρτυρίας στην θεολογία της μεταρρύθμισης, η οποία διαλύει την παλιά ενότητα της Εκκλησίας. Και οι δυο ομολογίες -καθολικοί και προτεστάντες- βρίσκουν στον Αυγουστίνο τα ουσιαστικά θέματα της πίστεως τους: ο Αυγουστίνος είναι μάρτυρας της αρχικής ενότητας τής χριστιανικής Εκκλησίας. Στον Θωμά βρίσκεται αυτό που χωρίζει την καθολική από την προτεσταντική Εκκλησία. Το να κατανοηθεί ο Θωμάς, σημαίνει να κατανοηθεί η «άλλη πλευρά», σημαίνει να σκεφτούμε πως είναι δυνατόν η Εκκλησία να είναι τόσο απελπιστικά διαιρεμένη, η Εκκλησία που σύμφωνα με την προς Εφεσίους πρέπει να είναι «ένα σώμα, ένα πνεύμα, ένας Κύριος, μια πίστη, ένα βάπτισμα, ένας Θεός και Πατέρας όλων μας». Σημαίνει να εξετάσουμε, εάν ο καθολικός μπορεί να χαρακτηρίζεται Χριστιανός. Η χριστιανική φιλοσοφία και η θεολογία της Εκκλησίας των μυστηρίων, αυτά τα κύρια περιεχόμενα του θωμισμού, απαιτούν από μας να τα σκεφτούμε εις βάθος.


Ο Θωμάς Ακινάτης ήταν ένας χριστιανικός φιλόσοφος. Είναι άνθρωπος της Εκκλησίας, και όμως εισάγει στην Εκκλησία κάτι το οποίο δεν αφορά την πίστη, αλλά την λογική. 
ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ
ΣΗΜΕΡΑ ΟΙ ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΠΟΤΗΡΙΟ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΝ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ ΣΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ(ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ) ΟΠΩΣ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΝ ΤΟ ΧΡΙΣΜΑ ΣΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΤΩΝ ΚΑΘΟΛΙΚΩΝ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΗΣΟΥΝ ΟΡΘΟΔΟΞΟ.
Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΘΑΡΑ ΔΥΤΙΚΟΦΡΕΝΟΣ. 

 "Μιλάω για τον χριστιανικό ρεαλισμό, τον οποίο όλοι εμείς οι βαπτισμένοι καλούμαστε να καλλιεργήσουμε, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι, με την Ενσάρκωση, ο Θεός ήθελε να γίνει άνθρωπος και να συμμετάσχει στα γεγονότα της Ιστορίας."ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Δευτέρα 7 Απριλίου 2025

Θωμάς Ακινάτης - Ο διδάσκαλος της Καθολικής Εκκλησίας (β)

  Συνέχεια από: Παρασκευή 4 Απριλίου 2025

Θωμάς Ακινάτης β
Του Gerhard Krüger

Ο διδάσκαλος της Καθολικής Εκκλησίας


Τι μπορεί να έχει αυτή η περισυλλογή ως σημείο εκκίνησης; Υπάρχει κάποια κοινή βάση, με την οποία η διαμάχη τών ομολογιών μπορεί να γίνει αντιληπτή ως διαμάχη; Άνθρωποι που δεν έχουν καμιά σχέση δεν τσακώνονται. Ο τσακωμός προϋποθέτει κάτι κοινό: έχει ένα κοινό αντικείμενο γύρω από το οποίο «περιστρέφεται». Σε τι συνίσταται αυτό το κοινό αντικείμενο; Σε τι συνίσταται ο ένας Χριστιανισμός, γύρω από την αντίληψη περί του οποίου προέκυψε η βαθιά αυτή αντίθεση;

Η Εκκλησία της Μεταρρύθμισης εξέφρασε σαφώς στα γραπτά πού μαρτυρούν τις πεποιθήσεις της, πως έχει ένα κοινό κορμό πίστης με την καθολική Εκκλησία. Η πιο σύντομη έκφραση αυτού του δεδομένου είναι το «αποστολικό σύμβολο της πίστεως» που το αναγνωρίζουν και οι δυο ομολογίες, και το οποίο είναι μέρος της θείας λειτουργίας των ευαγγελικών. Η πίστη στον  «Θεό πατέρα, τον παντοδύναμο, ποιητή ουρανού και γης», στον Ιησού Χριστό και το Άγιο Πνεύμα, είναι κοινή για όλους τους Χριστιανούς. Θα κατανοήσουμε τον Θωμά, τον διδάσκαλο της καθολικής Εκκλησίας, εάν κατανοήσουμε την έκθεση που παραθέτει ο Θωμάς περί της κοινής για όλους τους Χριστιανούς πίστεως.

Το χριστιανικό στοιχείο που έχει ο Χριστιανισμός είναι προφανώς το «δεύτερο άρθρο», η πίστη στον Χριστό. Και το σύμβολο της πίστεως δεν αφήνει καμιά αμφιβολία περί της ουσιώδους σημασίας αυτής της πίστεως: ο Χριστός είναι ο Σωτήρας των ανθρώπων από την αμαρτία και από τις συνέπειες της. Συμφιλιώνει τους ανθρώπους με τον Θεό από τον οποίο έπεσαν. Από αυτή την άποψη δεν υφίσταται καμιά ουσιαστική αντίθεση μεταξύ Λούθηρου και Θωμά. Όπως και να πιάσουμε το πράγμα: εάν δεν είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι αγνοούν τον δημιουργό τους, ώστε χωρίς αυτόν να περπατήσουν τον δρόμο τους, εάν δεν είναι αλήθεια ότι προσβάλλουν τον ουράνιο Πατέρα τους, επειδή θεωρούν πως χωρίς Αυτόν και τις εντολές του μπορούν να τα καταφέρουν στην ζωή, τότε δεν χρειάζονται και κάποιον Σωτήρα. Η πίστη στον Χριστό έχει νόημα μόνο εάν οι άνθρωποι αμαρτάνουν κατά του Θεού. Το ότι οι άνθρωποι το κάνουν, το διαπιστώνει η χριστιανική πίστη από τα κακά που ακολουθούν την αμαρτία: υπερηφάνεια, μίσος και φθόνος, μιζέρια, αρρώστια, θάνατος, και η βαριά ανησυχία αυτής της ύπαρξης που βασίζεται μόνο στον εαυτό της. Σύμφωνα με την χριστιανική πίστη αυτά είναι συνέπεια και τιμωρία της αμαρτίας, η οποία επιβάλλεται στον άνθρωπο ως στον «άσωτο υιό» του Δημιουργού. Το κακό πάει τόσο βαθιά, ώστε ούτε η καλύτερη θέληση δεν μπορεί να ανατρέψει τα δεδομένα. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτα ενάντια στις δυνάμεις της καταστροφής,τις οποίες ο ίδιος κάλεσε. Για τον λόγο αυτό απαιτείται η σωτηρία δια του Χριστού. Ο άνθρωπος ζημίωσε μόνος του τον εαυτό του με την κατάχρηση των χαρισμάτων του. Δεν είναι πια το παραδείσιο, καλό πλάσμα που προέρχεται από τα χέρια του Θεού. «Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα Θεού» (Γεν., 1,27). Ο άνθρωπος όμως καταχράστηκε αυτό το έργο του Θεού. Ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό, αλλά η αμαρτία δεν άφησε αυτή την δημιουργία ανέπαφη. Το αποφασιστικό «δεύτερο άρθρο» επιδρά αναγκαστικά πάνω στο πρώτο: η πίστη στον Θεό δημιουργό, μέσα στον Χριστιανισμό σημαίνει πως η δημιουργία σήμερα δεν μπορεί να έχει την ίδια δόξα όπως στην πρώτη μέρα της δημιουργίας. Και όμως η πίστη πως ο κόσμος είναι δημιούργημα του Θεού, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την πίστη περί της σωτηρίας: ο άνθρωπος μπορεί να είναι αμαρτωλός μόνο ως δημιούργημα, μόνο ως «υιός» μπορεί «να χαθεί». Η Εκκλησία έπρεπε να απορρίψει την άποψη ότι ο κόσμος είναι προϊόν μιας σκοτεινής αντίθετης δύναμης, έργο του διαβόλου, ως ενός δεύτερου, κακού θεού. Ο Αυγουστίνος καταπολέμησε αυτή την πλάνη στους Μαννιχαίους. Η πίστη πρέπει να εκφράζει και τα δυο: πως ο κόσμος και η ανθρώπινη φύση δημιουργήθηκαν από τον Θεό, και πως δια της αμαρτίας χάλασαν και τα δυο. Σε αυτό το σημείο αρχίζει η διαμάχη. Ο Λούθηρος υποθέτει πως στον αμαρτωλό το χαρακτηριστικό που έχει εξαιτίας τής δημιουργίας, έχει γίνει αγνώριστο λόγω της καταστροφής που υπέστη. Θεωρεί πως ο άνθρωπος κατέστρεψε τις έμφυτες «φυσικές» δυνάμεις, πως κατασπατάλησε την προίκα που έλαβε κατά την δημιουργία. Ο Θωμάς Ακινάτης από την άλλη τονίζει, πως ο άνθρωπος δεν έχει την δύναμη, όσο μεγάλη και να είναι η αμαρτία του, να καταστρέψει ριζικά το καλό έργο του Θεού. Διδάσκει πως η ανθρώπινη φύση με τις δυνάμεις που διαθέτει είναι καθ’εαυτή καλή, και δεν χάνεται ούτε με την αμαρτία. Ο άνθρωπος έχασε την αρχική του δικαιοσύνη, δια της οποίας ήταν συνδεδεμένος με τον Θεό ζώντας με πίστη, αγάπη, ελπίδα και κάθε άλλη αρετή. Η αρχική αυτή δικαιοσύνη είναι για τον Θωμά μια ιδιαίτερη χάρη, που προστίθεται στην φύση του ανθρώπου, και όχι η αρχική ουσία του ανθρώπου, όπως λέει ο Λούθηρος. Με τον τρόπο αυτό μπόρεσε ο άνθρωπος να χάσει την χάρη αυτή και την εγγύτητα προς τον Θεό, χωρίς νά καταστραφούν οι φυσικές του δυνάμεις. Τις δυνάμεις αυτές τις έχει ο άνθρωπος ακόμα και τώρα. Επειδή όμως οι φυσικές δυνάμεις έχουν την τάση προς την καλή, την σωστή χρήση, και όχι προς κατάχρηση, παρέμεινε μαζί τους και η «τάση προς αρετή», όπως μαρτυρεί για παράδειγμα η συνείδηση (I.2.q.85, I.2, ad 3). Όπως ένα διαφανές μέσο, ο αέρας ή το γυαλί, διατηρεί την διαφάνεια του ακόμα  και όταν το φως που το διαπερνά σκοτεινιάζει, έτσι και η καλή αυτή τάση δεν μπορεί να καταστραφεί. Απλώς η αμαρτία την παρεμποδίζει με μεγάλη ισχύ (I. 2. q. 85, 2). Αυτό λέει πολλά για τον Θωμά. Η αρετή, για την εξάσκηση της οποίας ο άνθρωπος παραμένει πάντα ικανός, δεν μπορεί να αντεπεξέλθει στην κυριαρχία της αμαρτίας, και με τον τρόπο αυτό παρεμποδίζεται και η ουσία του ανθρώπου (I. 2. q. 83,2). Η αμαρτία η οποία συνεχίζει την ύπαρξη της μαζί με την ανθρωπότητα, δεν είναι απλώς η μια ή η άλλη πράξη, αλλά μια κατάσταση: μια «προδιάθεση», μια διαρκής «κατάσταση» του ανθρώπου, που «έγινε κάτι σαν φύση του». Μπορεί να συγκριθεί με την ασθένεια, η οποία δεν καταστρέφει τις δυνάμεις του σώματος, αλλά τις φέρνει σε μια χρόνια αταξία, η οποία παρεμποδίζει την σωστή χρήση τους (I. 2 q. 82, I). Η ανθρώπινη φύση δεν ήταν δυνατόν να καταστραφεί, αλλά είναι «πληγωμένη», και οι τέσσερις πληγές της είναι: τύφλωση, κακία, ασθένεια και τυφλή απληστία (I. 2. q. 85, 3). Στην πρωταρχική κατάσταση, η θέληση του ανθρώπου ήταν δια της χάριτος του Θεού υποταγμένη, και για τον λόγο αυτό του προστέθηκαν από μόνες τους οι δυνάμεις τις ψυχής, και στην ψυχή προστέθηκαν από μόνες τους οι δυνάμεις του σώματος. Με την «αφαίρεση» της χάριτος όλα επαναστατούν (I. 2. q. 82).

Είναι αναμενόμενο πως η θωμιστική αντίληψη περί ανθρώπου έχει πολλαπλές συνέπειες: καθιστά κατανοητά τα δυο πράγματα (φαινομενικά μεταξύ τους άσχετα) για τα οποία μιλήσαμε: την μεγάλη εκτίμηση για την διάνοια και την επιστήμη με την μορφή της χριστιανικής φιλοσοφίας, αλλά και την μεγάλη εκτίμηση του μυστηρίου και του ιερατείου που το προσφέρει.