Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όκαμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Όκαμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 5 Μαΐου 2026

Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie (14)

   Συνέχεια από Παρασκευή 1η Μαίου 2026

Nihilism Before Nietzsche

Michael Allen Gillespie

Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Ο DESCARTES ΚΑΙ Ο ΑΠΑΤΕΩΝΑΣ ΘΕΟΣ

Ο William Ockham και η νομιναλιστική επανάσταση (συνέχεια)

Η σπουδαιότητα του νομιναλισμού για οψιμότερα πνευματικά κινήματα υπήρξε αδιαμφισβήτητη. Η κατίσχυση της νομιναλιστικής σκέψης στην Αγγλία διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του αγγλικού εμπειρισμού, ειδικά για τους Bacon και Hobbes. Ήταν επίσης σημαντική, αν και δεν αναγνωρίζεται γενικώς, για τη Μεταρρύθμιση, την Αντιμεταρρύθμιση και τον σκεπτικισμό.

Ο Λούθηρος και ο Καλβίνος όφειλαν πολλά στον νομιναλισμό, παρ' ότι η έκταση αυτής της οφειλής είναι διαφιλονικούμενη. Μολονότι ο Λούθηρος δεν ήταν κυρίως συστηματικός θεολόγος, υποστήριζε ότι ήταν μαθητής του Ockham και η θεολογία του όφειλε πολλά στον νομιναλιστή Gabriel Biel. Η έμφαση του Λούθηρου στο άτομο και στην άμεση σχέση του με τον Θεό, η υποκατάσταση της σχολαστικής φιλοσοφίας με τη Βίβλο και η απόρριψη της κληρικής ιεραρχίας χάριν της συνείδησης ως οδηγού για την ανθρώπινη δράση οφείλονται στον νομιναλισμό. Ο ίδιος και ο Καλβίνος αντιπαρέθεσαν τη φοβερή παντοδυναμία του Θεού όχι μόνο στη σχολαστική μεταφυσική αλλά και στην αναγεννησιακή επιστήμη και στον ανθρωπισμό. Χαρακτηριστική είναι η περίφημη επισήμανση του Καλβίνου ότι ο ήλιος δεν ανατέλλει καθημερινά εξ αιτίας του νόμου της φύσης αλλά επειδή το θέλει ο Θεός, με το πρόδηλο συμπέρασμα ότι, εάν ο Θεός δεν το θέλει, ο ήλιος δεν θα ανατείλει.

Παρ' όλο που οι Μεταρρυθμιστές εξαίρουν αυτό τον παντοδύναμο Θεό, επιδιώκουν επίσης να τον κάνουν περισσότερο προσιτό στον άνθρωπο βασιζόμενοι στη Βίβλο και στην καρδιά, στα συναισθήματα, στη συνείδηση και στη βεβαιότητα της πίστης που κερδίζεται μέσω της αποκαλυπτικής εμπειρίας. Ο Θεός της Μεταρρύθμισης είναι λιγότερο αυστηρός και απόμακρος απ' ό,τι ο νομιναλιστικός Θεός, περισσότερο όμοιος με τον Χριστό, εγγύτερος στον άνθρωπο, ένας Θεός της αγάπης, που παραμένει φοβερός και μεγαλοπρεπής, αλλά είναι λιγότερο τρομακτικός απ' ό,τι ο Θεός του Ockham
Αυτός ο Θεός, ωστόσο, συνεχίζει να είναι κατ’ ουσίαν δεσποτικός. Προκαθορίζει τη σωτηρία και την καταδίκη των ανθρώπων σύμφωνα με τη βούλησή του και χωρίς να νοιάζεται για ό,τι τους αξίζει. Η Μεταρρύθμιση, λοιπόν, αποδέχεται και κηρύσσει το νομιναλιστικό δόγμα της θεϊκής παντοδυναμίας, αλλά επιδιώκει να μειώσει τον τρόμο που προκαλεί ανοίγοντας ένα νέο δρόμο για την κατανόηση της θεϊκής βούλησης.

Σε αντίθεση με τη Μεταρρύθμιση, η Αντιμεταρρύθμιση επιχείρησε να επανεδραιώσει τη σχολαστική σύνθεση φιλοσοφίας και θεολογίας σε μια βάση που λάμβανε υπ' όψιν τη νομιναλιστική πρόκληση. Επικεφαλής αυτής της προσπάθειας ήταν ο Francisco Suarez. Ο Suarez επέκρινε την οκκαμιστική εμμονή ότι οι καθολικές έννοιες είναι απλώς λέξεις και ότι καθετί είναι απολύτως ατομικό, υποστηρίζοντας ότι είναι αναγκαίο να γίνεται διαχωρισμός μεταξύ ουσίας και ύπαρξης. Όμως ισχυριζόταν επίσης ότι όσες είναι οι ουσίες που υπάρχουν άλλες τόσες είναι και οι υπάρξεις, δηλαδή ότι υπάρχουν τόσες κατηγορίες όσα είναι και τα ατομικά πράγματα. Επιτέθηκε στον Ockham και σε άλλους νομιναλιστές για ό,τι χαρακτήριζε ως ηθικό θετικισμό, αλλά επέκρινε επίσης τη θεωρία του Ακινάτη για τον νόμο επειδή δεν τόνιζε τη βούληση ως την πηγή του νόμου. 
Ο Σουάρες έκανε μια σημαντική έρευνα για το είναι, τις ιδιότητες και τη διαίρεση του στο Disputationes Metaphysicae (1597), που επηρέασε την περαιτέρω ανάπτυξη της θεολογίας στον Καθολικισμό. Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, συζητήσεις 28–53, ο Σουάρες καθορίζει τη διάκριση μεταξύ ens infinitum (Θεός) και ens finitum (δημιουργημένα όντα). Η πρώτη διαίρεση της ύπαρξης είναι αυτή μεταξύ ens infinitum και ens finitum. Αντί να διαιρείται το ον σε άπειρο και πεπερασμένο, μπορεί επίσης να διαιρεθεί σε ens a se και ens ab alio, δηλαδή όν που είναι από τον εαυτό του και ον που είναι από άλλο. Μια δεύτερη διάκριση που αντιστοιχεί σε αυτήν: ens necessarium και ens contingens, δηλαδή αναγκαίο ον και ενδεχόμενο ον. Ακόμα μια άλλη διατύπωση της διάκρισης είναι μεταξύ ens per essentiam και ens per participationem, δηλαδή όν που υπάρχει λόγω της ουσίας του και όν που υπάρχει μόνο με συμμετοχή σε ένα ον που υπάρχει από μόνο του (eigentlich). Αυτή η διάκριση είχε μόλις προηγουμένως υιοθετηθεί από τον Άγιο Θωμά Ακινάτη στη Summa Theologica. Μια περαιτέρω διάκριση είναι μεταξύ ens increatum και ens creatum, δηλ., άκτιστο ον και κτιστό ον (πλάσμα). Μια τελική διάκριση είναι μεταξύ του να είσαι ως actus purus και όντας ως ens potentiale, δηλαδή, όντας ως καθαρή πραγματικότητα και όντας ως δυνητικό ον. Ο Σουάρες αποφάσισε υπέρ της πρώτης ταξινόμησης του όντος σε ens infinitum και ens finitum ως το πιο θεμελιώδες, σε σχέση με το οποίο αναγνωρίζει τις άλλες ταξινομήσεις. Στην τελευταία συζήτηση 54 ο Suárez ασχολείται με τα entia rationis (όντα της λογικής), τα οποία είναι αδύνατα σκόπιμα αντικείμενα, δηλαδή αντικείμενα που δημιουργούνται από το μυαλό μας αλλά δεν μπορούν να υπάρξουν στην πραγματικότητα. 
Η αναζωογόνηση του σχολαστικισμού από τον Suarez οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στον νομιναλισμό και χαρακτηριζόταν από αυτόν. Η σπουδαία επιτομή του Disputationes Metaphysicae και η Summa Theologica του Ακινάτη εξακολούθησαν να χρησιμεύουν ως δευτερεύουσες πηγές για τον Αριστοτέλη στο πρόγραμμα όσων σχολών διευθύνονταν από Ιησουίτες και άλλους, αλλά ο ρεαλισμός, που ήταν ουσιώδης για τον σχολαστικισμό, είχε γίνει αναξιόπιστος. Παρ' ότι ο σχολαστικισμός συνέχισε να ακμάζει στην Ισπανία μέχρι τον δέκατο έβδομο αιώνα, στο μεγαλύτερο μέρος της υπόλοιπης Ευρώπης θεωρούνταν λίγο πολύ ένα σύνολο λογικών παιγνίων, πράγμα που οδήγησε τον Erasmus, για παράδειγμα, να τον χαρακτηρίσει ως «ανώτερη παραφροσύνη».

Η Αντιμεταρρύθμιση ανακάλυψε μια πολύ ασφαλέστερη πηγή στήριξης στον σκεπτικισμό, που αναμφίβολα οφείλει πολλά στον νομιναλισμό. Η εκ νέου ανακάλυψη του αρχαίου σκεπτικισμού, που πραγματοποιήθηκε προς το τέλος του δέκατου πέμπτου και στις αρχές του δέκατου έκτου αιώνα με την αναβίωση των έργων του Σέξτου Εμπειρικού, ασφαλώς έπαιξε σημαντικό ρόλο, αλλά αυτός ο σκεπτικισμός ήταν προ πολλού γνωστός στη χριστιανοσύνη με το έργο του Αυγουστίνου «Κατά των ακαδημαϊκών», και η πλειονότητα των χριστιανών είχε αποδεχθεί τον ισχυρισμό του ότι ο σκεπτικισμός ξεπεράστηκε με την αποκάλυψηΟ νομιναλιστικός Θεός, ωστόσο, έθετε υπό αμφισβήτηση την καθαυτό βεβαιότητα που εγγυόταν ο Θεός του Αυγουστίνου. Ο νομιναλισμός υπ' αυτή την έννοια άνοιξε τις πύλες της πίστης στις επιθέσεις των σκεπτικιστών, αφού αμφισβητούσε την ειλικρίνεια του Θεού. Το εγχείρημα των Μεταρρυθμιστών να αναβιώσουν την αυγουστίνεια ιδέα της θεϊκής φώτισης ως βάση για την εσωτερική βεβαιότητα της πίστης και για τη σωτηρία απειλούνταν ευθύς εξ αρχής από την αντίληψή τους για τη θεϊκή παντοδυναμία, και δυσκολεύονταν να το προασπιστούν απέναντι στα σκεπτικιστικά επιχειρήματα της Αντιμεταρρύθμισης. Ο Erasmus, για παράδειγμα, υποστήριζε στο έργο του «Για την ελευθερία της βούλησης» ότι το πρόβλημα της ελεύθερης βούλησης ήταν πολύ δύσκολο να το κατανοήσουν οι άνθρωποι και πρότεινε μια σκεπτικιστική ταλάντευση της πίστης και την εμμονή στις παραδοσιακές απόψεις της Εκκλησίας. Ο Λούθηρος ανταπάντησε σε αυτή τη φιντεϊστική επίθεση με τον πασίγνωστο ισχυρισμό του ότι το «Άγιο Πνεύμα δεν είναι σκεπτικιστικό». Η σκεπτικιστική απαίτηση για κάποιο αδιαμφισβήτητο κριτήριο χρησιμοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία από Αντιμεταρρυθμιστές στοχαστές όπως ο Gentian Herret, για να υπονομεύσουν τη μεταρρυθμιστική ιδέα περί εσωτερικής βεβαιότητας. Αυτός ο σκεπτικισμός, ωστόσο, ήταν δίκοπο μαχαίρι. Οι Μεταρρυθμιστές μάθαιναν γρήγορα από τους αντιπάλους τους και χρησιμοποίησαν σχεδόν εξ ίσου επιτυχώς την ίδια απαίτηση για κάποιο ακλόνητο κριτήριο προκειμένου να υπονομεύσουν την πίστη στην παράδοση που προασπίζονταν ο Erasmus και άλλοι.

Ο σκεπτικισμός αναπτύχθηκε περαιτέρω ως κριτική της ανθρώπινης γνώσης από τον Montaigne στην «Απολογία για τον Ρεϊμόν Σεμπόν» και από τον Francisco Sanchez στο Quod nihil scritur. Ο Sanchez είναι ιδιαίτερα σημαντικός για το θέμα μας, αφού το δόγμα του επηρέασε έντονα δύο σύγχρονους του Descartes, τους Mersenne και Gassendi. Ο Sanchez ήταν αδιάλλακτος νομιναλιστής, ο οποίος δεν ανέπτυξε την επιχειρηματολογία του για ένα μετριοπαθή σκεπτικισμό μέσω κάποιας αφήγησης για την ανθρώπινη άγνοια και πλάνη, όπως έκαναν ο Montaigne και ο Erasmus, αλλά μέσω μιας κριτικής του Αριστοτέλη και του σχολαστικισμού. Συνδύασε τα πιο επιθετικά ρεύματα του νομιναλισμού και του σχολαστικισμού. Τα επιχειρήματά του και τα επιχειρήματα του Montaigne καθώς και των μαθητών του Montaigne (Pierre Charron και Jean Pierre Camus) επηρέασαν βαθύτατα την παρισινή πνευματική κοινωνία στις αρχές του δέκατου έβδομου αιώνα, ειδικά τους αποκαλούμενους λιβερτίνους οι οποίοι διέθεταν εξέχουσες κοινωνικές και πολιτικές θέσεις. Συγχρόνως άνδρες όπως ο François Veron χρησιμοποιούσαν αυτά τα επιχειρήματα ενάντια στους καλβινιστές στις σπουδαίες δημόσιες διαμάχες της εποχής.

ΙΕΡΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΤΑ ΜΥΑΛΑ ΜΕ ΕΠΑΘΛΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΠΑΙΟΥΣΑ ΠΙΣΤΗ. Ο ΣΚΟΤΕΙΝΟΣ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟΣ ΘΕΟΣ, ΤΗΣ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, ΑΠΕΙΛΟΥΣΕ ΝΑ ΤΗΝ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΜΗΔΕΝ.
 ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΟΣ. ΔΙΑΒΑΣΑΝ ΚΑΤΑ ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΝ ΕΚΦΡΑΣΗ ΕΚ ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ. ΕΦΤΑΣΑΝ ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΝΑ ΠΙΣΤΕΨΟΥΝ ΟΤΙ ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΜΗΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΘΕΟ. 
ΑΛΛΑ Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ, Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡ. ΠΑΛΑΜΑΣ, ΜΑΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΕΙ. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΟ ΜΗΔΕΝ. ΤΟ ΕΠΙΝΟΗΣΑΜΕ ΕΝΕΚΕΝ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΝΟΗΣΕΩΣ ΜΑΣ

Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie (13)

  Συνέχεια από: Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

Nihilism Before Nietzsche

Michael Allen Gillespie

Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Ο DESCARTES ΚΑΙ Ο ΑΠΑΤΕΩΝΑΣ ΘΕΟΣ

Ο William Ockham και η νομιναλιστική επανάσταση (συνέχεια)

Η επίδραση της ιδέας περί θεϊκής παντοδυναμίας στην κοσμολογία ήταν εξίσου ρηξικέλευθη. Με την απόρριψη του ρεαλισμού και τον ισχυρισμό της απόλυτης ατομικότητας, τα όντα δεν ήταν δυνατόν πλέον να συλλαμβάνονται ως μελη ειδών ή γενών με συγκεκριμένη φύση ή δυνατότητα. Με αριστοτελικούς όρους, η απόρριψη των τυπικών αιτίων σήμαινε επίσης την απόρριψη των τελικών αιτίων. Το αποτέλεσμα είναι ότι απέμειναν μόνο η ύλη και η πρόδηλη αιτιότητα. Οι σχέσεις ανάμεσα στα ποικίλα υλικά όντα μπορεί να προσδιοριστούν μόνο με πρόδηλη αιτιότητα, και αυτή η αιτιότητα γίνεται γνωστή μόνο με παρατήρηση. Επιπλέον αφού κάθε συμβάν είναι το αποτέλεσμα της συνάντησης δύο μοναδικών οντοτήτων, δεν υπάρχουν αναγκαίες γενικεύσεις. Ως εκ τούτου η επιστήμη στην καλύτερη περίπτωση είναι απλώς υποθετική.

Ο Ockham με αυτό τον τρόπο δημιουργεί τα θεμέλια για μια επιστήμη που βασίζεται στην εμπειρία και στην εικασία, που εξετάζει τις ενδεχόμενες σχέσεις ανάμεσα σε εκτατές οντότητες για να προσδιορίσει τις πρόδηλες αιτίες οι οποίες καθορίζουν την κίνησή τους, και που επιχειρεί να παρέχει ποσοτική μάλλον παρά ποιοτική εξήγηση για τα φαινόμενα. Μολονότι ο Ockham δεν ανέπτυξε στην πραγματικότητα κάποια επιστήμη με βάση αυτές τις αρχές, οι τελευταίες παραμένουν οι αδιαφιλονίκητες οντολογικές και επιστημολογικές προϋποθέσεις για την Αναγέννηση και την πρώιμη μοντέρνα επιστήμη.

Ο νομιναλισμός του Ockham είχε επαναστατικές συνέπειες τόσο για την αυτοκατανόηση του ανθρώπου όσο και για την κατανόηση των σχέσεών του με άλλους ανθρώπους. Σε συμφωνία με τον Αριστοτέλη, ο σχολαστικισμός κατανοούσε γενικώς τον άνθρωπο ως ορθολογικό ζώο το οποίο κατείχε τη δεσπόζουσα θέση στην κατηγοριακή κλίμακα της δημιουργίας και του οποίου ο σκοπός και οι υποχρεώσεις προσδιορίζονταν από τον φυσικό νόμο που καθορίζει αυτή τη θέση. Ο νομιναλισμός απέρριψε αυτή τη θεώρηση του ανθρώπου. Για τον Ockham τα μεμονωμένα ανθρώπινα όντα από τη φύση τους δεν έχουν κάποιο σκοπό, και δεν υπάρχει φυσικός νόμος που να καθορίζει τις ανθρώπινες ενέργειες, όπως φανταζόταν ο Ακινάτης. Ο άνθρωπος είναι ελεύθερος όπως ο Θεός. Από αυτή την άποψη, ο Ockham ακολουθεί τον Duns Scotus, ο οποίος επιβεβαίωνε την ανωτερότητα της βούλησης και την ελευθερία του ανθρώπου με βάση την παρατήρησή του ότι η βούληση μπορεί πάντα να ελέγχει ενέργειες κατανόησης, ενώ η κατανόηση δεν μπορεί ποτέ να ελέγχει τη βούληση. Ο Ockham, ωστόσο, υπερβαίνει τον Scotus ανοίγοντας αυτή τη σφαίρα της ελευθερίας όχι μόνο με το να απορρίπτει τη σχολαστική ιδέα των τελικών αιτίων αλλά και απορρίπτοντας την εφαρμογή της ενεργού αιτίας σε ανθρώπους. Για τον Ockham, λοιπόν, ο άνθρωπος κατ' αρχήν είναι ελεύθερος από την ίδια τη φύση.

Έτσι, ο άνθρωπος τοποθετείται επίσης σε μια προβληματική θέση έναντι του Θεού, αφού η επιβεβαίωση της ανθρώπινης ελευθερίας και ανεξαρτησίας φαίνεται να αντιφάσκει προς την παντοδυναμία του Θεού. Ο Ockham απορρίπτει τη μοιρολατρία που ο Duns Scotus διέβλεπε στο δόγμα της θεϊκής παντοδυναμίας, επειδή εδράζεται στην εσφαλμένη εικασία ότι το παρελθόν είναι αμετάβλητο. Ο Ockham πιστεύει ότι ένας πραγματικά παντοδύναμος Θεός δεν θα υποτασσόταν στον χρόνο, και άρα μπορεί να μεταβάλλει το παρελθόν, να αλλάζει το παρόν ή το μέλλον. Η ανθρώπινη προαίρεση, όμως, συνεχίζει να φαίνεται πλασματική, αφού τα ανθρώπινα όντα είναι δημιουργημένα όντα, που υποτάσσονται στη θεϊκή βούληση. Ο Ockham απορρίπτει αυτό το συμπέρασμα, υποστηρίζοντας, όπως και ο Αυγουστίνος, ότι ο Θεός δίνει στα ανθρώπινα όντα μόνο γενικές ικανότητες και κανόνες για δράση. Ωστόσο αυτή η λύση δεν είναι ικανοποιητική, και η αποτυχία του Ockham να δώσει πειστική απάντηση σε αυτό το ερώτημα αφήνει την ανθρώπινη ελευθερία εκτεθειμένη στην απόλυτη τυραννία του Θεού.

Η οντολογική ελευθερία την οποία ο Ockham αποδίδει στα ανθρώπινα όντα δεν συνεπάγεται και ηθική ελευθερία. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι μπορούν να κάνουν ό,τι τους αρέσει δεν σημαίνει πως πρέπει κιόλας να το κάνουν. Υπόκεινται στον ηθικό νόμο που καθιερώνει ο Θεός. Στην πραγματικότητα, η ενοχή τους απορρέει από το γεγονός ότι έχουν την ελευθερία να υπακούν ή να παρακούν, και είναι ελεύθεροι ακόμη και από ωφελιμιστικά κίνητρα, αφού η υπακοή δεν εγγυάται τη σωτηρία και η ανυπακοή δεν καθιστά αναγκαία την καταδίκη. Οι άνθρωποι δεν είναι υποχρεωμένοι να υπακούν στον θεϊκό νόμο λόγω φόβου ή ελπίδας, αλλά λόγω ευγνωμοσύνης προς τον Θεό ως πηγή της ύπαρξής τους. Το αντίστροφο, βέβαια, δεν αληθεύει - ο Θεός δεν έχει ηθική υποχρέωση προς τα ανθρώπινα όντα, και μάλιστα υπό καμία έννοια δεν αντιτάσσεται σε αυτά. Το να υποστηρίξουμε το αντίθετο θα άνοιγε την πόρτα στον πελαγιανισμό.

Το περιεχόμενο του ηθικού νόμου προσδιορίζεται επίσης από αυτή τη ριζική διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο και στον Θεό. Ό,τι προστάζει δεν είναι ό,τι επιθυμεί ο Θεός αλλά ό,τι επιθυμεί να επιθυμούμε. Ο ηθικός νόμος υπ' αυτή την έννοια υποτάσσεται πλήρως στη θεϊκή επιλογή και δεν έχει καμία συνάφεια με την ικανότητα του ανθρώπινου Λόγου να εξηγεί ή να συμπεραίνει. Δεν αντιστοιχεί σε κάποιες αιώνες αλήθειες που διαμορφώνουν τη βούληση του Θεού και ο Θεός δεν τον επιλέγει επειδή αναγνωρίζει ότι αυτός ο νόμος είναι καλύτερος από κάθε άλλον, αλλά απλώς επειδή έτσι το θέλει. Ο Θεός είναι αδιάφορος για ό,τι επιλέγει και ο ηθικός νόμος δεν είναι καλός αφ' εαυτού του, παρά μόνο επειδή έτσι το θέλει. Επιπλέον, δεν υπάρχουν περιορισμοί που να τίθενται σε ό,τι απαιτεί ο Θεός. Μπορεί ακόμη και να προστάζει να τον μισούμε. Οποιεσδήποτε κι αν είναι οι εντολές του, είναι εξ ορισμού καλές και δεσμευτικές. Η βούληση του Θεού και μόνο προσδιορίζει τι είναι καλό και κακό, και δεν δεσμεύεται από τις δικές του προηγούμενες αποφάσεις.

Η υπακοή στους νόμους του Θεού, σύμφωνα με την ἀποψη του Ockham, δεν εγγυάται τη σωτηρία. Ως απολύτως ελεύθερος, ο Θεός σώζει όποιον επιλέγει. Μάλιστα, σε αντίθεση με το σύνολο σχεδόν των προδρόμων του, ο Ockham ισχυρίζεται ότι ο Θεός μπορεί να σώσει όσους δεν έχουν δεχθεί τη θεία χάρη, εάν έτσι το θέλει. Αυτός ο ισχυρισμός, πράγμα ευνόητο άλλωστε, οδήγησε πολλούς να αντιμετωπίσουν τον Ockham ως ημιπελαγιανό, αφού φαίνεται να υπονοεί ότι τα ανθρώπινα όντα μπορεί να σωθούν χωρίς τη θεία χάρη. Ο Ockham θα αντέτασσε το επιχείρημα ότι, αν και κάποιο ανθρώπινο ον μπορεί να σωθεί χωρίς τη θεία χάρη, αυτό θα συμβεί μόνο ως αποτέλεσμα της βούλησης του Θεού και όχι χάρη σε κάποιες δικές του ενέργειες. Μολονότι μια τέτοια αυθαίρετη θεϊκή βούληση μοιάζει να αντιφάσκει προς τη δικαιοσύνη, τίποτα, σύμφωνα με την άποψη του Ockham, δεν θα απείχε τόσο από την αλήθεια όσο αυτό το συμπέρασμα. Ο Θεός έδωσε σε όλα τα ανθρώπινα όντα το δώρο της ζωής και μπορεί να δίνει το επιπλέον δώρο της αιώνιας ζωής σε όσους επιλέγει. Ο Ockham κατ' ουσίαν βελτιώνει την τοποθέτηση που υπερασπίστηκαν ο Ακινάτης, ο Henry του Ghent και ο Scotus, οι οποίοι υποστήριζαν ότι κάθε αμαρτωλό ον αξίζει αιώνια τιμωρία. Ισχυρίζεται ότι κανένα πλάσμα δεν αξίζει εκ φύσεως είτε αιώνια τιμωρία είτε αιώνια ζωή, με βάση κάποια θεϊκή απόφαση που θα έχει ληφθεί εκ των προτέρων και ανεξάρτητα από το ίδιο.

Αυτός ο ηθικός νόμος δεν φανερώνεται από τη φύση ή τη λογική, αλλά μέσω αποκάλυψης. Επιπλέον, αφού ο καθένας σχετίζεται άμεσα και μοναδικά με τον Θεό, δεν υπάρχει οριστική ή επικρατέστερη ερμηνεία της αποκάλυψης. Καθένας, σε τελική ανάλυση, δεσμεύεται μόνο από τη συνείδησή του. Το αποτέλεσμα είναι ότι η παπική εξουσία σε ζητήματα πίστης εκμηδενίζεται – ουσιαστικά δεν υπάρχουν καλύτερες ή χειρότερες κρίσεις για τον ηθικό νόμο, και επομένως δεν υπάρχει βάση για κληρική εξουσία οποιουδήποτε είδους σε ηθικά ζητήματα. 

Υπάρχουν ακόμη μικρότερα περιθώρια για παπική εξουσία σε πολιτικά ζητήματα. Κάθε άτομο είναι ελεύθερο και μοναδικό. Η αποκλειστική βάση για την ηθική ζωή είναι συνεπώς ο ελεύθερος αυτοκαθορισμός. Τα ανθρώπινα όντα  γεννιούνται ελεύθερα και έχουν το δικαίωμα να επιλέγουν τον ηγεμόνα τους και, τουλάχιστον φαινομενικά, τη δική τους μορφή διακυβέρνησης. Θα ήταν εσφαλμένο, ωστόσο, να θεωρήσουμε αυτή την απελευθέρωση από τις παραδοσιακές μορφές εξουσίας ως την έλευση του μοντέρνου φιλελευθερισμού. Μολονότι ο νομιναλισμός απορρίπτει με σαφήνεια τη βασική δομή της μεσαιωνικής ζωής και σκέψης, δεν αναγνωρίζει τον άνθρωπο ως ελεύθερο ον το οποίο είναι ικανό να κυριαρχεί στη φύση και να διασφαλίζει τη θέση του στον κόσμο. Μάλλον κηρύσσει τη μηδαμινότητα των ανθρώπινων όντων σε σύγκριση με τον Θεό. Επιπροσθέτως, αντί να αναγνωρίζει τον άνθρωπο ως κύριο της φύσης και του δικού του πεπρωμένου, τον αφήνει να περιπλανιέται σε ένα σύμπαν εντελώς εξαρτημένο από τις ιδιοτροπίες της θεϊκής βούλησης. Ο νομιναλισμός δεν φανερώνει την ανατολή ενός νέου διαφωτισμού αλλά τη σκοτεινή μορφή ενός παντοδύναμου και ακατανόητου Θεού.

Παρ' όλο που ο Ockham αφορίστηκε από την Εκκλησία και η διδασκαλία του επανειλημμένως καταδικάστηκε στο Παρίσι μεταξύ των ετών 1339 και 1347, η σκέψη του σύντομα απέκτησε επιρροή σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης. Δημιουργήθηκε μια ισχυρή οκχαμιστική παράδοση στην Αγγλία, υπό την καθοδήγηση του Thomas Bradwardine, του αρχιεπισκόπου του Καντέρβουρυ, και αργότερα των Robert Holeot και Adam Woodham. Οι οκκαμιστές ήσαν εξ ίσου ισχυροί στο Παρίσι, υπό την ηγεσία του Nicholas του Autrecourt και του John του Mirecourt. Αν και υπήρχαν σαφείς διαφορές ανάμεσα σε αυτούς τους στοχαστές, απέρριπταν ομαδικώς τον ρεαλισμό του παραδοσιακού σχολαστικισμού. Στην πραγματικότητα, η επίδραση του οκκαμισμού εκτός της Ισπανίας, όπου ο σχολαστικισμός συνέχισε να ακμάζει, ήταν τόσο μεγάλη, ώστε από την εποχή του Λούθηρου υπήρχε, για παράδειγμα, μόνο ένα πανεπιστήμιο στη Γερμανία όπου δεν ηγεμόνευαν οι νομιναλιστές.

Ο νομιναλισμός επιδίωξε να αποσπάσει το ορθολογιστικό πέπλο από το πρόσωπο του Θεού. Με αυτή τη βίαιη ενέργεια η ορθολογική τάξη που ο Αριστοτέλης, οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι σχολαστικοί προσπάθησαν να εδραιώσουν σαρώθηκε και η ανθρωπότητα βρέθηκε αντιμέτωπη με τον πανίσχυρο Θεό. Ο νομιναλισμός προσέφερε στα ανθρώπινα όντα ένα χριστιανισμό απαλλαγμένο από όλες τις παγανιστικές επιρροές· όμως ήταν συνάμα ένας χριστιανισμός στον οποίο ο Χριστός διαδραμάτιζε ελάσσονα ρόλο. Το δόγμα της Τριάδος διατηρήθηκε, αλλά εξαιρετικά αποδυναμωμένο. Πράγματι, ο Ockham θα μπορούσε να υποστηρίξει αυτό το δόγμα μόνο εάν διέψευδε τη δική του θεωρία για τις καθολικές έννοιες. Μέσα στην Τριάδα, ωστόσο, υπερίσχυσε ο Θεός ως δημιουργός και καταστροφέας, ενώ ο λυτρωτής και ο Θεός της αγά πης χάθηκαν στο παρασκήνιο. Αυτός ο Θεός, που πορεύεται σαν νεογέννητο πέραν του Λόγου και της δικαιοσύνης, πέρα από ελπίδα και αγάπη, ήταν ένας Θεός με άπειρη δύναμη, του οποίου η σκοτεινή και ακατανόητη μορφή ήταν συνάμα αντικείμενο τρόμου, αγάπης και σεβασμού.

Η μορφή αυτού του σκοτεινού Θεού ήταν έντονη πηγή αγωνίας και ανησυχίας· όμως ο περιστασιακός συνδυασμός αυτής της νέας ιδέας για τον Θεό με την εξάπλωση της πανούκλας και το παπικό σχίσμα έφερε το τέλος του μεσαιωνικού κόσμου. Η ιδέα του νομιναλιστικού Θεού αρχικά αναπτύχθηκε για να επιβεβαιώσει την προτεραιότητα του χριστιανισμού των ευαγγελίων ενάντια στους ισχυρισμούς των ακραιφνέστερων ορθολογιστών σχολαστικών. Η επιτυχία αυτής της ιδέας, ωστόσο, οφειλόταν κυρίως στις περιστάσεις της εποχής. Αυτός ο δεσποτικός και ιδιότροπος Θεός έγινε προοδευτικά πειστικός σε έναν κόσμο κατεστραμμένο από την πανούκλα και τους αλληλοκτόνους πολιτικούς και θεολογικούς αγώνες. Οι ιστορικές περιστάσεις παρείχαν, λοιπόν, ουσιαστικό έρεισμα και σημασία σε αυτή την έννοια του Θεού. Υπό αυτές τις συνθήκες δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι αυτός ο Θεός ήταν πηγή έντονης ανησυχίας και ανασφάλειας στους επόμενους αιώνες.

Η πνευματική ιστορία αυτής της περιόδου βρίθει προσπαθειών συμφιλίωσης με αυτό τον Θεό, έτσι ώστε να καταστεί λιγότερο επικίνδυνος και τρομακτικός για τα ανθρώπινα όντα. Αυτό ήταν ήδη φανερό στο νομιναλιστικό κίνημα του δέκατου τέταρτου αιώνα. Από τη μία πλευρά, ο Thomas Bradwardine και ο John του Mirecourt επανέλαβαν και σε ορισμένα σημεία ριζοσπαστικοποίησαν τον ισχυρισμό του Ockham όσον αφορά τη θεϊκή ελευθερία και παντοδυναμία καθώς και τη θεϊκή αδιαφορία. Ο Mirecourt, για παράδειγμα, καταδικάστηκε το 1347 για τον κατ' ουσίαν οκκαμιστικό ισχυρισμό του ότι ακόμη και κάποιος μισαλλόδοξος θα κέρδιζε την αιώνια ζωή εάν το ήθελε ο Θεός. Ενώ ο Ockham προσπάθησε να αφήσει χώρο για την ανθρώπινη ελευθερία, ο Bradwardine υποστήριζε ότι «η θεϊκή βούληση είναι η ενεργός αιτία για οτιδήποτε». Από την άλλη πλευρά, οι Nicholas του Autrecourt, John Buridan, Nicholas του Oresme, Albert του Saxony και Marsilius του Inghen στράφηκαν στην επιστημονική έρευνα της φύσης κυρίως επειδή καταστράφηκαν οι ουσιώδεις μορφές, αλλά και επειδή η φύση γινόταν κατανοητή ως αντανάκλαση των κινήσεων της θεϊκής βούλησης.

Η παραδοσιακή μεταφυσική κατανοούσε τον Θεό ως το υπέρτατο ον. Από την προοπτική του νομιναλισμού, όμως, αυτή η περιγραφή είναι αβάσιμη, διότι δεν υφίσταται καμία ιεραρχία όντων ή βαθμοί τελειότητας που να φθάνουν και να συμπεριλαμβάνουν τον Θεό. Ο Θεός δεν είναι πράγμα, και επομένως δεν μπορούμε να τον γνωρίσουμε έστω και με αναλογίες, όπως διατεινόταν ο Ακινάτης. Από την προοπτική της παραδοσιακής μεταφυσικής, ο νομιναλιστικός Θεός είναι συνεπώς το τίποτα. Αυτό το συμπέρασμα, βέβαια, δεν ανήκει αποκλειστικά στον νομιναλισμό, και μάλιστα διατυπώθηκε εναργέστερα από τον σύγχρονο και γνώριμο του Ockham από την Αβινιόν μέγα Γερμανό μυστικό Μάγιστρο Eckhart. Τούτο το τίποτα, ωστόσο, είναι τίποτα μόνο από την προοπτική της κατηγοριακής μεταφυσικής του Αριστοτέλη και του σχολαστικισμού. Ο Θεός του νομιναλισμού δεν είναι ουσία. Το είναι του εδράζεται στην παντοδυναμία του ως η καθαρή βούληση που είναι η πηγή όλων των πραγμάτων και όλων των σχέσεων ανάμεσα σε πράγματα. Άρα ο Θεός όχι μόνο κατανοείται μέσω των ενεργειών του, όπως υποστήριξε ο Ακινάτης, είναι οι ενέργειές του. Είναι, με λόγια, η αιτιότητα στην καρδιά της creatio ex nihilo. Η φύση υπ' αυτή την έννοια θεωρείται συλλογή μοναδικών ατομικών οντοτήτων που έλαβαν ύπαρξη και προσδιορίζονται υπαρκτικά από τη θεϊκή βούληση κατανοούμενη ως αιτιότητα. Η έρευνα της φύσης όπως πραγματοποιείται στο πλαίσιο του νομιναλιστικού κινήματος είναι εν μέρει προσπάθεια να επιτευχθεί κάποιος βαθμός ασφάλειας με τη μελέτη της φύσης, η οποία θεωρείται θεόπνευστη ύπαρξη, δηλαδή ύπαρξη εμποτισμένη με θεϊκή βούληση υπό τη μορφή της αιτιότητας. Αυτή η νέα ιδέα για τη σχέση του Θεού και της φύσης διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο όχι μόνο στο νομιναλιστικό κίνημα αλλά και στην αναγεννησιακή και πρώιμη μοντέρνα επιστήμη, αρχής γενομένης με τον Nicholas της Cusa και συνεχίζοντας μέχρι τους Leibniz και Newton.

ΧΑΘΗΚΕ ΣΤΑ ΣΤΕΝΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΤΙΣΗ, ΑΠΟ ΤΟ ΚΤΙΣΤΟ, Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ: Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ. ΣΥΝΕΠΩΣ Η ΔΗΛΩΣΗ ΟΤΙ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΩΖΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΧΑΡΗ Ή ΟΧΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΚΑΝΕΝΑ ΝΟΗΜΑ ΔΙΟΤΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΠΟΥ ΥΠΟΝΟΕΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΝΕΑ ΚΤΙΣΗ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΗΝ ΛΥΤΡΩΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ. Η ΠΥΛΗ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΑΝΟΙΓΕΙ ΔΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΔΙΟΤΙ ΑΝΑΜΕΝΟΥΜΕ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΣΑΝ ΤΗΝ ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΟΥ ΚΤΙΣΤΟΥ.

Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

Ο ΜΗΔΕΝΙΣΜΟΣ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΝΙΤΣΕ - Michael Gillespie (12)

 Συνέχεια από: Κυριακή 26 Απριλίου 2026

Nihilism Before Nietzsche

Michael Allen Gillespie

Μετάφραση: Γιώργος Ν. Μερτίκας

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Ο DESCARTES ΚΑΙ Ο ΑΠΑΤΕΩΝΑΣ ΘΕΟΣ

Ο William Ockham και η νομιναλιστική επανάσταση

Η θεϊκή παντοδυναμία, σύμφωνα με την έποψη του Ockham, συνεπάγεται την ουσιώδη διαφορά του θεϊκού είναι από το είναι όλων των δημιουργημένων όντων, συμπεριλαμβανομένου του ανθρώπου. Δεν υπάρχει μονοσημία τού είναι. Ο Θεός είναι άπειρος, με όλη τη σημασία της λέξης, και ο άνθρωπος είναι ανίκανος να κατακτήσει το άπειρο, είτε υλικά είτε διανοητικά. Επίσης, ο Θεός είναι το μόνο αναγκαίο ον. Ο κόσμος από την ίδια την ουσία του είναι τυχαίος και καθορίζεται μόνο από την αναγκαιότητα που ο Θεός προς στιγμήν του παρέχει. Επομένως δεν υπάρχουν καθολικές έννοιες, ούτε γένη ούτε είδη. Επιπλέον, δεν υπάρχουν ενύπαρκτοι σκοποί για κάποια άτομα που να προκύπτουν από την ουσία των ειδών και να ανταποκρίνονται σε τούτα. Μάλιστα, δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα σε ουσία και ύπαρξη. Με άλλα λόγια, οι θεϊκές ιδέες δεν είναι τίποτε άλλο από τα ίδια τα πλάσματα. Καθετί είναι, λοιπόν, απόλυτα ατομικό, δημιουργημένο εκ του μηδενός από τον Θεό είτε άμεσα είτε μέσω δευτερευουσών αιτιών. Κανένα από όσα πράγματα υπάρχουν δεν ακολουθεί κατ’ ανάγκην τέτοιες δευτερεύουσες ή φυσικές αιτίες - ο Θεός είναι το βασικό στήριγμα της δυνατότητας όλων και καθενός εκ των πραγμάτων και μπορεί να διατηρεί οποιοδήποτε πράγμα χωρίς το υπόλοιπο της πραγματικότητας.

Σε οντολογικό επίπεδο, η σκέψη του Ockham αντιπροσωπεύει την ολοκληρωμένη και αδιαμφισβήτητη απόρριψη του ρεαλισμού, εφ’ όσον η δεσμευτική δύναμη των κατηγοριών περιορίζει τη δύναμη του Θεού. Εάν πάρουμε στα σοβαρά τον ρεαλισμό, σε τελική ανάλυση είναι αδύνατον για τον Θεό να εξολοθρεύσει κάποιο άτομο χωρίς να εξολοθρεύσει το είδος. Άρα ο Θεός δεν μπορεί να δημιουργεί καθολικές έννοιες χωρίς να αντιφάσκει, δηλαδή χωρίς να περιορίζεται με έναν τρόπο ασυμβίβαστο με τη παντοδυναμία του. Συνεπώς είναι υποχρεωμένος από την ίδια του τη φύση να δημιουργεί μόνο μεμονωμένα πράγματα. Η θεϊκή παντοδυναμία, εάν κατανοηθεί δεόντως, συνεπάγεται τον απόλυτο ατομικισμό.
Στο λογικό επίπεδο, οι καινοτομίες του Ockham ήσαν εξ ίσου επαναστατικές. Για τον σχολαστικισμό ο οντολογικός ρεαλισμός συμβάδιζε με τη συλλογιστική λογική. Εάν η βασική προκείμενη του ρεαλισμού, η εξωπνευματική ύπαρξη των καθολικών εννοιών, γίνει αποδεκτή και εάν αυτές οι καθολικές έννοιες συνταυτίζονται με τις σκέψεις του Θεού με βάση το νεοπλατωνικό τρόπο του Πορφύριου, του Boethius (Βοήθιου) και των Αράβων, τότε η λογική γίνεται καθολική επιστήμη που εξηγεί τις αναγκαίες και ουσιαστικές σχέσεις όλων των δημιουργημένων πραγμάτων. Καμία ουσιαστική γνώση των Γραφών δεν είναι αναγκαία για να συλλάβουμε την αλήθεια της φύσης. Συνεπώς η απόρριψη του ρεαλισμού υπονομεύει τη συλλογιστική λογική. Εάν όλα τα πράγματα είναι απολύτως ατομικά, τότε οι καθολικές έννοιες είναι απλώς ονόματα (nomina), γλωσσικά εργαλεία που δημιουργήθηκαν από πεπερασμένα ανθρώπινα όντα προκειμένου να αντιμετωπίσουν την αχανή παράθεση απολύτως μεμονωμένων πραγμάτων. Οι καθολικές έννοιες υπ’ αυτή την έννοια έχουν μόνο λογικό νόημα. Η λογική επομένως γίνεται λογική ονομάτων ή σημείων μάλλον παρά λογική που εκφράζει τις πραγματικές σχέσεις μεταξύ πραγμάτων.

Ο νομιναλισμός αντιτίθεται επίσης στη συλλογιστική επιστήμη του σχολαστικισμού. Όλες οι λογικές εξηγήσεις, σύμφωνα με τον Ockham, είναι απλώς ανθρώπινα δημιουργήματα, τα οποία δεν αντανακλούν θεϊκή σοφία. Ο Θεός κατανοεί κάθε πράγμα ατομικά όπως το δημιούργησε μέσω cognitio intuitiva, και άρα δεν χρειάζεται καθολικές έννοιες. Η ανθρώπινη περατότητα εμποδίζει τους ανθρώπους να συλλάβουν τη δημιουργία απλώς ως σύνολο απολύτως μεμονωμένων πλασμάτων. Κάποια νέα αρχή λογικής εξήγησης είναι λοιπόν αναγκαία. Η αρχή που παρουσιάζει ο Ockham είναι η αρχή της φειδωλίας, το περίφημο ξυράφι του. Θα πρέπει να τονίσουμε ότι η φειδωλία δεν γίνεται η βασική αρχή επειδή πιστεύει η φύση δεν κάνει τίποτε ασκόπως, όπως υποστήριζαν ο Αριστοτέλης και μεταγενέστεροι στοχαστές, αλλά επειδή η φύση είναι απολύτως ατομική και κάθε καθολική έννοια είναι επομένως διαταραχή της πραγματικότητας. Για να περιορίσουμε αυτή τη διαταραχή, είναι αναγκαίο να ελαχιστοποιήσουμε τον αριθμό των καθολικών εννοιών, και γι’ αυτό ο Ockham διατυπώνει αυτή την αρχή ως επιταγή: «Μην πολλαπλασιάζετε τις καθολικές έννοιες ασκόπως».

Η θεϊκή παντοδυναμία, ωστόσο, θέτει ένα θεμελιώδες επιστημολογικό πρόβλημα, αφού αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο της θεϊκής απάτης. Αυτό το ενδεχόμενο απορρέει αβίαστα από την έννοια της παντοδυναμίας, επειδή ένας πραγματικά παντοδύναμος Θεός ενεργεί άμεσα, χωρίς να χρησιμοποιεί δευτερεύουσες αιτίες. Αυτό σημαίνει ότι ο Θεός μπορεί να διατηρήσει οποιοδήποτε πράγμα ανεξάρτητα από όλα τα υπόλοιπα πράγματα. Έτσι, για παράδειγμα, ο Θεός μπορεί και διατηρεί την ύπαρξη κάποιου μεμονωμένου ανθρώπινου πλάσματος χωρίς βοηθητικές αιτίες, δηλαδή χωρίς το υπόλοιπο της φύσης. Μπορεί επίσης να συντηρεί την εντύπωση από κάποιο πράγμα όταν το ίδιο το πράγμα δεν υπάρχει πλέον, και μπορεί να ενισχύει την εντύπωση από κάποιο πράγμα χωρίς την αναγκαία παρεμβολή του ίδιου του πράγματος. Για τον Ockham η έννοια της θεϊκής παντοδυναμίας σημαίνει, λοιπόν, ότι τα ανθρώπινα όντα δεν είναι ποτέ δυνατόν να είναι βέβαια ότι κάποια από τις εντυπώσεις που έχουν ανταποκρίνεται σε ένα πραγματικό αντικείμενο.

Υπό μίαν έννοια είναι ανακριβές να αναφερόμαστε σε τούτο εν είδει απάτης, αφού καθετί τελικά προέρχεται από την παντοδύναμη βούληση του Θεού. Η επιλογή του Θεού να ενεργεί μάλλον άμεσα παρά έμμεσα απλώς συντομεύει τον δρόμο της δημιουργίας. Ωστόσο, από την άποψη του ανθρώπινου εγχειρήματος να κατανοηθεί και να ελεγχθεί ο φυσικός κόσμος, η διαφορά ενδέχεται να είναι αποφασιστική. Ο Ockham πιστεύει ότι ο Θεός ενεργεί με τέτοιο τρόπο μόνο σπανίως, αλλά αυτό δεν εξαλείφει το επιστημολογικό πρόβλημα, διότι, ακόμη κι αν δεν επρόκειτο να ενεργήσει ποτέ με τέτοιο τρόπο, η πιθανότητα και μόνο να το κάνει θα αρκούσε για να υπονομεύσει τη βεβαιότητα οποιασδήποτε γνώσης.

Έχοντας να αντιμετωπίσει αυτά τα επιστημολογικά προβλήματα, ο Ockham αναπτύσσει μια νέα αντίληψη της γνώσης, που απορρίπτει τη συλλογιστική επιστήμη του σχολαστικισμού χάριν της φυσικής πραγματικότητας. Η ανθρώπινη γνώση, σύμφωνα με τον Ockham, αρχίζει με την ενορατική γνώση των μεμονωμένων γεγονότων. Συνήθως η γνώση των γεγονότων είναι ασφαλής επειδή δεν υπάρχει διαμεσολάβηση ανάμεσα σε μεμονωμένα πράγματα και στην ανθρώπινη αντίληψη. Τα ανθρώπινα όντα με την ενόραση των γεγονότων μιμούνται τον Θεό, ο οποίος γνωρίζει καθετί ενορατικά. Υπ’ αυτή την έννοια δεν υπάρχει γνώση για τα δημιουργημένα πράγματα που να είναι προγενέστερη των πραγμάτων, αφού η ύπαρξή τους δεν είναι λογικά αναγκαία. Για τον Ockham όπως και για τον Duns Scotus ό,τι εξαρτάται από την ελεύθερη απόφαση του Θεού δεν συνάγεται φιλοσοφικά. Κάθε πράγμα είναι ατομικό, μοναδικό και απολύτως ενδεχομενικό. Άρα το κριτήριο της γνώσης δεν είναι η λογική του συλλογισμού και η αλήθεια των προκείμενών του αλλά η βεβαιότητα της ενόρασης. Σε αυτή την προοπτική, εσωτερικά γεγονότα, όπως ενέργειες της βούλησης, τα γνωρίζουμε με μεγαλύτερη βεβαιότητα απ ό,τι αυτά που γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις. Ο Ockham παραθέτει τον ισχυρισμό του Αυγουστίνου ότι η μεγαλύτερη βεβαιότητα είναι η βεβαιότητα πως «γνωρίζω ότι είμαι ζωντανός».

Με αυτό τον τρόπο ο Ockham περιγράφει απέριττα τη σφαίρα της ανθρώπινης γνώσης. Όπως ο Duns Scotus, απορρίπτει την ιδέα της θεϊκής φώτισης, και άρα την πιθανότητα να κατανοήσουμε τον Θεό μέσω εσωστρεφούς αυτοεξέτασης. Απορρίπτει επίσης την ιδέα μιας συλλογιστικής επιστήμης για τη φύση. Στη θέση αμφότερων θέτει την ενόραση γεγονότων, δηλαδή κατασκευασμένων ([fact] από το facere, «ποιώ») ή δημιουργημένων πραγμάτων, και θεωρεί κριτήριο για την αλήθεια τη βεβαιότητα γι’ αυτά τα γεγονότα.[spiritus creator] Ωστόσο η γνώση για τον άνθρωπο δεν μπορεί απλώς να αποτελείται από την ενορατική κατανόηση του κάθε μεμονωμένου πράγματος στην ατομικότητα του. Σε αντίθεση με τον Θεό, ο άνθρωπος χρειάζεται καθολικές έννοιες και γενικεύσεις. Παρά ταύτα, κάθε πολλαπλασιασμός των καθολικών εννοιών είναι απομάκρυνση από την πραγματικότητα. Η ίδια η γνώση δεν είναι έκφραση της ουσίας των πραγμάτων, όπως ήταν για τον σχολαστικισμό, αλλά έκφραση των ενδεχόμενων σχέσεων ή ομοιοτήτων ανάμεσα σε μεμονωμένες υπάρξεις. Δεν υπάρχουν φυσικά είδη αλλά μόνο μεμονωμένα πράγματα που μοιάζουν αναμεταξύ τους και είναι δυνατόν να συμβολιστούν, δηλαδή να αναπαρασταθούν με κάποιο σημείο. Επομένως γνωρίζουμε μόνο με συσχετίσεις ή κατά προσέγγιση.
Η γνώση έχει μια ποικιλία νοημάτων για τον Ockham. Η επιστήμη, σύμφωνα με την άποψή του, σημαίνει τη βέβαιη γνώση αληθινών προτάσεων και συμπεριλαμβάνει τις αλήθειες της πίστης. Γνωρίζουμε, ακόμη, μέσω προφανών αποφάνσεων βασιζόμενων σε άμεσες ενοράσεις. Επίσης, γνωρίζουμε όποτε έχουμε κάποια πρόδηλη γνώση μιας αναγκαίας αλήθειας που δεν είναι γεγονική, όπως, για παράδειγμα, η αρχή της μη αντίφασης. Τέλος, γνωρίζουμε όταν διαθέτουμε γνώση για κάποια αναγκαία αλήθεια που απορρέει από κάποια πρόδηλη γνώση.

Ο Ockham κάνει διάκριση ανάμεσα σε βέβαιες και πρόδηλες αλήθειες. Οι αλήθειες της θεολογίας, για παράδειγμα, είναι βέβαιες επειδή εδράζονται στις Γραφές, αλλά δεν είναι πρόδηλες, δηλαδή δεν υπάρχει κάποια μαρτυρία γι’ αυτές, επειδή δεν εξαρτώνται από την ενορατική γνώση, όπως συμβαίνει με τις αλήθειες της φυσικής επιστήμης. Η θεολογία επομένως είναι περισσότερο βέβαιη απ’ ό,τι η φυσική επιστήμη, επειδή εδράζεται στην αλάθητη ενόραση του Θεού, ενώ η φυσική επιστήμη εξαρτάται από τις ικανότητες των ανθρώπων, που υποπίπτουν σε πλάνη. Επιπλέον, αφού καθετί στη δημιουργία είναι ενδεχόμενο και η παραγωγή είναι συνεπώς αδύνατη, κάθε γνώση αιτιωδών σχέσεων βασίζεται στην εμπειρία. Επομένως τόσο η θεολογία όσο και η φυσική επιστήμη απαιτούν έρευνα, παρ’ ότι η μέθοδος της έρευνας σε κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Αμφότερες οι επιστήμες, επίσης, διαφέρουν από τη λογική, η οποία, σύμφωνα με τον Ockham, είναι ορθολογική αλλά όχι πραγματική επιστήμη. Όλα αυτά συμπυκνώνονται σε μία από τις εναλλακτικές μορφές του ξυραφιού: Κανείς δεν θα πρέπει να επιβεβαιώνει κάποια απόφανση ως αληθινή ή να υποστηρίζει ότι κάτι υπάρχει, εκτός κι αν εξαναγκάζεται να το κάνει επειδή είναι κατάδηλο, αυταπόδεικτο, δηλαδή είναι αποκάλυψη, εμπειρία ή κάποια λογική παραγωγή από αποκεκαλυμμένη αλήθεια ή απόφανση επαληθευμένη μέσω παρατήρησης.

Ο Ockham αντικαθιστά τον συλλογισμό με την εικασία ως τη βάση για την κατανόηση του Θεού και της φύσης. Η απόρριψη του ρεαλισμού και της θεϊκής φώτισης υπονομεύει κάθε παραγωγική θεολογία και κοσμολογία. Επιπλέον, η απόλυτη ενδεχομενικότητα όλων των δημιουργημένων πραγμάτων σημαίνει ότι δεν υπάρχει αποχρών λόγος για οποιοδήποτε γεγονός, αφού ο Θεός δύναται να διακόπτει όλες τις ακολουθίες φυσικών αιτιών μέσω της potentia absoluta. Η επιστήμη γενικεύει στηριζόμενη σε ό,τι καθιδρύεται με ενόραση, αλλά δεν υπάρχει κάποια αναγκαιότητα, ούτε μπορεί να υπάρξει, για τις αποφάνσεις στις οποίες καταλήγει η επιστήμη.
Ο νομιναλισμός θέτει τα θεμέλια για μια θεολογική επανάσταση. Η θεολογία για τον Ockham δεν είναι παραγωγική ή αναλογική επιστήμη. Η ριζική διαφορά ανάμεσα στον Θεό και στον άνθρωπο σημαίνει ότι τον Θεό και τα βασικά δόγματα της θρησκείας είναι δυνατόν να τα γνωρίσουμε μόνο μέσω αποκάλυψης. Η θεολογία μπορεί να αποδείξει την ύπαρξη, την απειρότητα και την ανωτερότητα του Θεού, όχι όμως και τη μοναδικότητά του, την αντίληψή του για τα εξωτερικά πράγματα ή την ικανότητά του για ελεύθερη δημιουργία. Ο Ockham υπ’ αυτή την έννοια αντιπροσωπεύει το πρώτο βήμα στον δρόμο για την ενόραση ότι η πίστη είναι η μοναδική βάση για σωτηρία.


ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΙΣΩΣ ΤΩΡΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΚΑΘΑΡΑ ΓΙΑΤΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΠΑΡΑΔΟΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ. ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ ΤΗΣ ΔΙΑΣΠΟΡΑΣ, ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΜΕΤΕΦΕΡΑΝ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΝΑΛΙΣΜΟΥ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΕΞΟΣΤΡΑΚΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΤΑΥΤΙΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΜΕ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ.
ΔΙΟΤΙ ΟΙ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗ. ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΕΣΤΗΣΑΝ ΑΝΕΥ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΥ ΚΑΤΑΛΛΗΛΑ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΣΧΕΣΗ. ΕΠΙΠΛΕΟΝ ΓΙΑΤΙ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΕΙΝΑΙ Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ, Η ΔΥΝΑΜΙΣ ΤΟΥ ΟΝΟΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ΠΟΥ ΟΔΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΚΑΙ ΔΙΩΧΝΕΙ ΤΟΥΣ ΔΑΙΜΟΝΕΣ. Ο ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΛΟΙΠΟΝ ΕΙΣ ΤΥΠΟΝ ΚΑΙ ΤΟΠΟΝ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ Ο ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ Ο ΙΔΙΟΣ, Ο ΠΑΤΗΡ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.

Τετάρτη 24 Απριλίου 2024

ΠΩΣ ΠΕΘΑΝΕ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ; Φραντσέσκο Λαμεντόλα

 Η θεολογία αρχίζει να πεθαίνει με τον Γουλιέλμο του Όκαμ




Έχουμε ήδη μιλήσει για αυτό σε αρκετές περιπτώσεις (δείτε το άρθρο Οι ρίζες του μοντερνισμού στο William of Ockham , που δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο Accademia Nuova Italia στις 8/11/17), αλλά δεν θα κουραστούμε ποτέ να το επαναλαμβάνουμε: η ολίσθηση της θεολογίας Η προοδευτική και εκσυγχρονιστική ξεκινά από τον ύστερο Μεσαίωνα, με τη μορφή του Άγγλου Φραγκισκανού Γουλιέλμου του Όκαμ (1280-1349), σχεδόν σύγχρονου του Δάντη, ο οποίος ήταν ο πρώτος που ξέχασε τελείως τις απλές αποδείξεις ότι η θεολογία είναι φτιαγμένη να υποστηρίζει, να διαφωτίζει και να στηρίζει την πίστη, και όχι να τη βάζει σε κρίση και να την παρουσιάζει με ανυπέρβλητες δυσκολίες. Οποιοσδήποτε φιλόσοφος πριν από αυτόν το γνώριζε καλά και θα πρόσεχε να μην ακολουθήσει τέτοιο δρόμο. Οποιοσδήποτε φιλόσοφος θα θεωρούσε κακή χρήση της λογικής να τη χρησιμοποιήσει όχι για να συνεργαστεί με την πίστη, αλλά για να τη σκανδαλίσει. Ωστόσο, δεν είναι: σταθερός και σίγουρος στη στάση του, στις θέσεις του, κοιτάζει με κυρίαρχη περιφρόνηση όλο τον θησαυρό που έχει συσσωρεύσει μπροστά του η θεολογία, τον αναθεωρεί και τον δηλώνει άχρηστο, ξεπερασμένο, απαρχαιωμένο ή τουλάχιστον ότι χρειάζονται ριζικές μεταρρυθμίσεις.
Τι μας θυμίζει αυτή η στάση; Είναι ακριβώς η ίδια με τού Karl Rahner και τους άλλους μοντερνιστές θεολόγους που κατάφεραν να ασκήσουν αποφασιστική επιρροή στη Β' Σύνοδο του Βατικανού και, μαζί με αυτή, στη ζωή της Καθολικής Εκκλησίας, ακόμη και στο δόγμα της
.



«Το ξυράφι του Όκαμ»; η "μείωση" που προτείνει ο Ockham είναι κάτι παρόμοιο με ένα κλάδεμα τόσο πρόχειρο και άγριο που προκαλεί τον θάνατο όλων των φυτών του κήπου!

Για τον Ockham, δεν μπορούμε να έχουμε καμία εμπειρία του Θεού, επειδή έχουμε εμπειρία μόνο από αισθητά πράγματα, και όλη μας η γνώση είναι ο καρπός της εμπειρίας. Επομένως, είναι ένας ριζοσπαστικός εμπειρισμός , ή μάλλον ένας αληθινός αισθησιασμός. και δηλώνοντας ότι ο Θεός δεν μπορεί να βιωθεί, όχι μόνο απαξιώνει ή αγνοεί τη μυστικιστική οδό, αλλά καταρρίπτει και τον ορθολογικό δρόμο που οδηγεί, αν όχι στον Θεό, τουλάχιστον στη βεβαιότητα της ύπαρξής του. Οι πέντε αποδείξεις του Αγίου Θωμά του Ακινάτη; Όχι, για τον William of Ockham καμμία από αυτές δεν παρέχει μια πειστική απόδειξη της ύπαρξής του. Είναι πραγματικά ο εμπνευστής της σύγχρονης σκέψης, όπου δηλώνει ότι ο λόγος και η πίστη είναι δύο εντελώς ξεχωριστά και διακριτά πράγματα και ότι δεν υπάρχει πιθανή σύγκλιση μεταξύ τους. Όλες οι υλιστικές και άθρησκες εξελίξεις της σύγχρονης σκέψης εμπεριέχονται, ουσιαστικά, σε αυτή την κεντρική ιδέα. Μια ιδέα που θα αναπτύξουν οι διάφοροι Descartes, Locke, Hume, Kant και που ρίχνει στο καλάθι των αχρήστων αιώνες θεολογικού και μεταφυσικού προβληματισμού, όχι μόνο χριστιανικό, αλλά και παγανιστικό, απλά σκεφτείτε τον Πλάτωνα και πάνω απ' όλα τον Πλωτίνο.  Είναι επίσης ο πατέρας του ψυχολογισμού και του υποκειμενισμού, αφού υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη γνώση βασίζεται στην άμεση και απευθείας διαίσθηση των οντοτήτων, έτσι ώστε να μην χρειάζεται να αποδειχθεί η ύπαρξή τους όταν κάποιος έχει άμεση εμπειρία από αυτές. Το να γνωρίζει, γι' αυτόν, περιορίζεται στο να σημειώνει τι υπάρχει. αλλά αυτό που υπάρχει, ουσιαστικά, συνοψίζεται σε αυτό που μπορούμε να ζήσουμε με τις αισθήσεις. Είναι προφανές ότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με τα ίδια τα θεμέλια του θρησκευτικού συναισθήματος, καθώς και της Αποκάλυψης: μήπως είχαμε άμεση και απευθείας γνώση της Ενσάρκωσης του Λόγου ή της Αγίας Τριάδας; Φαίνεται ότι ο Ockham δεν συνειδητοποιεί πλήρως τον καταστροφικό αντίκτυπο του τρόπου του να εδραιώσει τη σχέση μεταξύ πίστης και λογικής, πράγματι, ότι δεν συνειδητοποιεί καν πόσο περιοριστική και καταστροφική είναι η ιδέα του για τη λογική. Ο λόγος, τελικά, συνοψίζεται στην ψυχολογία, και πιο συγκεκριμένα στην «αποδοχή» των δεδομένων που στέλνουν οι αισθήσεις στο μυαλό. Εδώ δεν υπάρχει πλέον χώρος ούτε για μεταφυσική ούτε, μετά από προσεκτικότερη εξέταση, για την ίδια τη θεολογία: τι να κάνει ένας θεολόγος που, όπως ο Άγιος Θωμάς (ο απόστολος), πιστεύει μόνο σε ό,τι βλέπει, και αν δεν βάλει τα δάχτυλά σου στις πληγές του Χριστού, δεν πιστεύει στην Ανάστασή του; Προφανώς, από μια τέτοια προοπτική η θεολογία έχει καταστεί άχρηστη , και θα μπορούσαμε κάλλιστα να  κάνουμε χωρίς αυτήν. Γιατί να μην κάνει το τελευταίο βήμα, λοιπόν, και να μην κόψει την τελευταία, λεπτή κλωστή που την κρατάει ακόμα στη ζωή; Κατάλοιπο σεμνότητας ή έλλειψης συνοχής, ίσως λόγω λιγότερο ευγενών πρακτικών λόγων;



Οι πέντε αποδείξεις του Αγίου Θωμά του Ακινάτη; Όχι, για τον William of Ockham κανένα από αυτά δεν παρέχει μια πειστική απόδειξη της ύπαρξής του!

Δεν θέλουμε να αρχίσουμε να κάνουμε ψυχολογία μόνοι μας: απλά σημειώνουμε το γεγονός. Ένας θεολόγος που ανάγει τη γνώση σε αισθησιασμό δεν είναι πλέον θεολόγος, καθαρά και απλά: αν είχε λίγη συνοχή, θα έπρεπε να κηρύξει τελειωμένη τη θεολογία και να αλλάξει επάγγελμα. Αλλά ο Γουίλιαμ του Όκαμ δεν περιορίζεται στην αποδόμηση ολόκληρου του οικοδομήματος του υπεραισθητού, κάνει ακόμη περισσότερα: εφευρίσκει αυτό το κολασμένο όργανο που έχει μείνει στην ιστορία της φιλοσοφίας ως «ξυράφι του Όκχαμ» .
Η πληθώρα των μεταφυσικών οντοτήτων τον βαραίνει. Δεν φτάνει στο σημείο να κηρύξει την πτώχευση όλων των μεταφυσικών, αλλά αποφασίζει να εφαρμόσει μια ριζική αναδιάρθρωση, εξαλείφοντας όσο το δυνατόν περισσότερες οντότητες: κατεστραμμένα αγαθά, καλά για τα σκληρά και δεισιδαιμονικά κεφάλια των μεσαιωνικών μοναχών.

Τι είναι όμως τελικά το ξυράφι του Ockham; Μπορεί να συνοψιστεί σε αυτούς τους δύο τύπους του στοχαστή μας: Frustra fit per plura quod potest fieri per pauciora , "ό,τι μπορεί να γίνει με λίγα γίνεται μάταια με πολλά"; και Entia non sunt multiplicanda praeter necessitatem , «οι οντότητες δεν πρέπει να πολλαπλασιάζονται χωρίς ανάγκη».
Δεδομένου ότι εμείς οι σύγχρονοι είμαστε όλοι εγγόνια του Γουίλιαμ του Όκαμ και ζούμε βυθισμένοι στο αντιμεταφυσικό κλίμα και στον ιμανεντιστικό ορίζοντα που είναι τυπικά της νεωτερικότητας, αυτές οι έννοιες μας φαίνονται μαργαριτάρια σοφίας και οδηγούμαστε στο να δούμε στον συγγραφέα τους ή τουλάχιστον έτσι μας πρότειναν οι καθηγητές μας στο γυμνάσιο, έναν ωραίο πρόδρομο της σύγχρονης σκέψης (που αντιπροσωπεύει, από μόνος του, μια αξία και ένα διαπιστευτήριο ευγένειας). τόσο πολύ που μάς φαίνεται σχεδόν αδύνατο να πιστέψουμε ότι είδε μόνος του κάτι τόσο απλό και προφανές, ενώ κανείς πριν από αυτόν δεν ήταν ικανός να το κάνει.
Ωστόσο, αν πάρουμε την άποψη της κλασικής φιλοσοφίας, συμπεριλαμβανομένου του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, συνειδητοποιούμε ότι η «μείωση» που προτείνει ο Ockham είναι κάτι παρόμοιο με ένα κλάδεμα τόσο ωμό και άγριο που προκαλεί το θάνατο όλων των φυτών στον κήπο. .
Το θεμελιώδες ελάττωμά του είναι ότι ισχυρίζεται ότι η υποκειμενική ψυχολογία μπορεί να αντανακλά την τάξη του σύμπαντος. Αν σε μένα, έναν και μόνο άνθρωπο, μπορεί να φανεί χρήσιμο να μην πολλαπλασιάσω οντότητες για να μην δυσκολεύομαι πολύ να κατανοήσω την πραγματικότητα, ποιός μου δίνει το δικαίωμα να συμπεράνω ότι ο κόσμος ακολουθεί την ίδια σειρά των σκέψεών μου και ότι δεν εξετάζει την ύπαρξη περιττών οντοτήτων ;
Ποιος όμως καθιερώνει την αναγκαιότητα μιας οντότητας: ο άνθρωπος ή ο Θεός; Εδώ αγγίζουμε την άθρησκη ρίζα της εικασίας του Ockham, που επίσης ξέρει να κρύβει καλά, ίσως και από τον εαυτό του. Στην πραγματικότητα, είναι επίσης αλήθεια ότι ο δικός μας φροντίζει να διευκρινίσει ότι το «ξυράφι» του ισχύει μόνο για την εικαστική έρευνα και όχι για το σύμπαν που δημιούργησε ο Θεός: άθλια πονηριά , που θυμίζει περισσότερο τυπικό κενό παρά λογική συνοχή. Ας είμαστε συνεπείς: αν είναι άχρηστο ο νους να πολλαπλασιάζει οντότητες, είναι άχρηστο και ο Θεός να τις δημιουργεί. Το να λέμε ότι οι οντότητες δεν πρέπει να πολλαπλασιάζονται, αλλά αυτό μόνο στο εννοιολογικό επίπεδο και όχι στο οντολογικό επίπεδο, αφού η γνώση έχει μειωθεί σε εμπειρία, είναι επιθυμία να σωθούν και ο τράγος και το λάχανο: αδυναμία σκέψης ή υποκρισία.
Αν το πραγματικό είναι, για εμάς, μόνο αυτό που μπορούμε να το γνωρίζουμε εμπειρικά και ψυχολογικά, παραδεχόμενοι ότι ίσως ο Θεός λογίζεται διαφορετικά και επιτρέπει την ύπαρξη «απαραίτητων» οντοτήτων που, ωστόσο, δεν μας φαίνονται τέτοιες, είναι να βάλουμε ένα φύλλο συκής στην απιστία κάποιου.
Τι είναι απαραίτητο, ο Θεός ξέρει . Αν ο άνθρωπος ισχυρίζεται ότι αυτός το αποφασίζει, τότε όχι μόνο η μεταφυσική, αλλά και η πίστη στον Θεό γίνονται άχρηστα. Για να σωθούν τα φαινόμενα, το μόνο που μένει είναι να εισαγάγουμε το δόγμα της διπλής αλήθειας , όπως έκαναν πάντα όλοι οι αιρετικοί, από τους οπαδούς του Αβερρόη μέχρι τον Τζορντάνο Μπρούνο και πέρα: αυτό που φαίνεται στην ανθρώπινη λογική είναι ένα πράγμα και ένα άλλο η ίδια η πραγματικότητα.  Μετά τον Kant , τον άξιο διάδοχο του Ockham, δεν θα υπάρχει πλέον καμία ανάγκη ούτε για αυτό το φύλλο συκής: η μεταφυσική θα μπει σε αγκύλες και θα μεταφερθεί στη σοφίτα, όπου δεν θα ενοχλεί πλέον κανέναν. και η φιλοσοφία θα είναι ελεύθερη να προχωρήσει γρήγορα, χωρίς άλλες γελοιότητες, δισταγμούς ή ενδοιασμούς οποιουδήποτε είδους προς το Πράγμα καθ' εαυτό - το οποίο, τελικά, είναι το Είναι.





Ακόμη και σήμερα κυριαρχεί το δόγμα της διπλής αλήθειας, όπως έκαναν πάντα όλοι οι αιρετικοί, από τους οπαδούς του Αβερρόη μέχρι τον Τζορντάνο Μπρούνο και όχι μόνο! 

Ας ακούσουμε όμως τι λέει ο William of Ockham, απευθείας από το στόμα του (από: Quodlibeta , II, q. 1; I,, q. 1; μετάφραση στο: AAVV, Galassia philosophy , Florence, Casa Editrice Bulgarini, 2015, vol. 1 , σελ. 653-654):

Ισχυρίζομαι πρώτα ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί με φυσικό λόγο ότι ο Θεός είναι η άμεση επαρκής αιτία όλων των πραγμάτων.Τόσο επειδή δεν μπορεί να αποδειχθεί επαρκώς ότι άλλες αιτίες, για παράδειγμα τα ουράνια σώματα, δεν επαρκούν για να εξηγήσουν τα πολλά αποτελέσματα, και ότι, επομένως,νά μήν τίθεται μάταια, μια ΑΜΕΣΗ αποτελεσματική αιτία τους.  Και επειδή, αν μπορούσε να αποδειχτεί με φυσικό λόγο ότι ο Θεός είναι η επαρκής αιτία όλων των πραγμάτων, και δεν θα μπορούσε να αποδειχθεί με φυσικό λόγο ότι είναι η αποτελεσματική αιτία όλων των πραγμάτων, και αν δεν θα μπορούσε να αποδειχθεί με φυσικό λόγο ότι είναι αναγκαίο ή ανεπαρκές μερικό αίτιο του όλου, θα μπορούσε να αποδειχθεί με την ίδια ευκολία, με φυσικό λόγο, ότι είναι επαρκής αιτία των πάντων, και τότε οι άλλες επαρκείς αιτίες θα τεθούν άχρηστα.

Δεύτερον, βεβαιώνω ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί με φυσικό λόγο ότι ο Θεός είναι η επαρκής αιτία οποιουδήποτε αποτελέσματος, επειδή δεν μπορεί να αποδειχθεί ικανοποιητικά ότι υπάρχουν αποτελεσματικά φαινόμενα εκτός από τα γεννητά και φθαρτά των οποίων οι επαρκείς αιτίες είναι τα κατώτερα και ουράνια φυσικά σώματα . επειδή, δεν μπορεί να αποδειχθεί επαρκώς ότι οποιαδήποτε ξεχωριστή ουσία ή οποιοδήποτε ουράνιο σώμα προκαλείται από οποιαδήποτε επαρκή αιτία. Ούτε μπορεί να επιβεβαιωθεί αποδεδειγμένα ότι η διανοητική, πνευματική ψυχή (που είναι όλα σε όλα, και όλα σε κάθε μέρος) προκαλείται από κάποια αποτελεσματική, αφού δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι μια τέτοια ψυχή βρίσκεται μέσα μας. Από αυτό προκύπτει αναγκαστικά ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ο Θεός είναι η μεσολαβητική αιτία οποιουδήποτε αποτελέσματος, διότι εάν μπορούσε να αποδειχθεί ότι ο Θεός είναι η μεσολαβητική αιτία ενός αποτελέσματος, θα μπορούσε επίσης να αποδειχθεί ότι είναι η άμεση αιτία καί ενός άλλου στο γένος της αποτελεσματικής αιτίας. Αλλά αυτή η δεύτερη θέση δεν μπορεί να αποδειχθεί, επομένως ούτε η πρώτη. Επομένως, συμπεραίνεται ότι δεν μπορεί φυσικά να αποδειχθεί ότι ο Θεός είναι η ολική ή μερική αποτελεσματική αιτία οποιουδήποτε αποτελέσματος.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι είναι δυνατό επειδή - όπως λέγεται στο βιβλίο XII της Μεταφυσικής (του Αριστοτέλη) - ένας μόνο κόσμος μπορεί να έχει μόνο έναν πρίγκιπα. Τώρα, αφού μπορεί να αποδειχθεί φιλοσοφικά ότι υπάρχει μόνο ένας κόσμος, όπως βεβαιώνει ο Αριστοτέλης στο πρώτο βιβλίο «Περί Ουρανού», μπορεί επίσης να αποδειχθεί φιλοσοφικά ότι υπάρχει μόνο ένας Κύριος, αλλά αυτός ο Κύριος είναι ο Θεός. επομένως κλπ.

Ωστόσο, μπορεί να αντιταχθεί ότι ένα άρθρο πίστης δεν μπορεί ποτέ να αποδειχθεί με εμφανή τρόπο, και δεδομένου ότι η πρόταση ότι υπάρχει μόνο ένας Θεός είναι άρθρο πίστης;;;, επομένως κ.λπ. Καθώς ξεκινήσαμε να λύσουμε αυτό το ερώτημα, θα εξηγήσουμε πρώτα τι σημαίνει ο όρος «Θεός». Θα απαντήσω λοιπόν στην ερώτηση.

Ως προς το πρώτο σημείο, λέω ότι μπορούμε να δώσουμε δύο διαφορετικούς ορισμούς για τον όρο «Θεός». Το πρώτο είναι το εξής: Ο Θεός είναι κάτι που ξεπερνά όλα τα άλλα σε αριστεία και τελειότητα. Το δεύτερο είναι το εξής: Θεός είναι το ον από το οποίο δεν υπάρχει καλύτερο και τελειότερο.

Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, λέω ότι, αν πάρουμε τον όρο «Θεός» στον πρώτο ορισμό, δεν μπορούμε να αποδείξουμε ότι υπάρχει μόνο ένας Θεός, και επομένως δεν μπορούμε καν να γνωρίζουμε αν ο Θεός, κατανοητός με αυτή την έννοια, είναι μόνο ένας. Η συνέπεια είναι ξεκάθαρη. Η υπόθεση αποδεικνύεται ως εξής: η πρόταση «ο Θεός υπάρχει» δεν είναι αμέσως εμφανής, αφού πολλοί αμφιβάλλουν. Δεν μπορεί καν να συναχθεί από αμέσως προφανείς προϋποθέσεις, αφού κάθε επιχείρημα υπονοεί κάτι που πρέπει να αμφισβητηθεί ή να γίνει αποδεκτό στην πίστη. και δεν φαίνεται καν από την εμπειρία, όπως είναι σαφές.

Λέω επίσης ότι αν μπορούσε να αποδειχτεί ξεκάθαρα η ύπαρξη του Θεού -που σημαίνει «Θεός» με την έννοια που δείχνει ο πρώτος ορισμός-, σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να αποδειχθεί και η μοναδικότητά του. Στην πραγματικότητα, αν υπήρχαν δύο θεοί Α και Β, ο Α θα ήταν, σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό, ένα πιο τέλειο ον από οποιοδήποτε άλλο, και επομένως επίσης πιο τέλειο από τον Β και το Β λιγότερο τέλειο από τον Α. Με τον ίδιο τρόπο, ωστόσο , επίσης το Β θα ήταν, εξ ορισμού, πιο τέλειο από το Α και το Α από το Β. που είναι προφανώς αντιφατικό. Έτσι, εάν ήταν δυνατό να αποδειχθεί αποδεικτικά ότι ο Θεός υπάρχει με την έννοια του πρώτου ορισμού, θα ήταν επίσης δυνατό να καταδειχθεί η μοναδικότητά του.

Τρίτον, λέω ότι η μοναδικότητα του Θεού δεν μπορεί να αποδειχθεί, αν κατανοήσουμε τον Θεό με την έννοια του δεύτερου ορισμού. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η αρνητική πρόταση - "δεν μπορεί να αποδειχθεί με στοιχεία ότι υπάρχει μόνο ένας Θεός" - δεν μπορεί με τη σειρά της να αποδειχθεί αποδεικτικά. αφού είναι δυνατό να αποδειχθεί ότι η μοναδικότητα του Θεού είναι αναπόδεικτη μόνο με την αντίκρουση όλων των αντίθετων επιχειρημάτων. Ακριβώς όπως δεν είναι δυνατόν να αποδειχτεί ότι τα αστέρια είναι άρτια ή ότι τα θεϊκά πρόσωπα είναι τρία. Ούτε, ωστόσο, μπορούν να αποδειχθούν ξεκάθαρα οι αρνητικές προτάσεις: δηλαδή, ότι δεν είναι δυνατό να αποδειχθεί ότι τα αστέρια είναι άρτια και ότι στον Θεό υπάρχουν τρία Πρόσωπα.

Ωστόσο, πρέπει να γνωρίζουμε ότι είναι δυνατό να αποδείξουμε την ύπαρξη του Θεού εάν κατανοήσουμε το «Θεό» με την έννοια του δεύτερου ορισμού. Διαφορετικά, στην πραγματικότητα, θα συνέβαινε μια άπειρη διαδικασία εάν ανάμεσα σε όλα τα όντα υπήρχε ένα από τα οποία δεν θα μπορούσε να υπάρχει άλλο προηγούμενο ή πιο τέλειο. Από αυτό, όμως, δεν προκύπτει καθόλου ότι υπάρχει μόνο ένα από αυτά τα όντα. το κρατάμε μόνο με πίστη.




Σήμερα η θεολογία δεν είναι πλέον ο τόπος των απαντήσεων, αλλά των αναπάντητων ερωτημάτων: της σιωπής του Θεού.Οι νέοι θεολόγοι αρέσκονται να ακούν τον ήχο της δικής τους φωνής ενώ διατυπώνουν ερωτήσεις που κανείς δεν μπορεί να απαντήσει: ούτε ο Θεός, αφού κανείς δεν μπορεί έχει γνώση τους.

Αυτό το απόσπασμα, πιστεύουμε, ήταν απαραίτητο για να μπορέσει ο αναγνώστης να πάρει μια ιδέα για τον τρόπο συλλογισμού μας. Χωρίς να υπεισέλθουμε σε πολλές λεπτομέρειες, θα χρειαζόταν μια συγκεκριμένη μελέτη - απλά σημειώνουμε πόσο επιπόλαια ανάγει τα πράγματα σε ονόματα, σε ορισμούς, ξεφεύγοντας συνεχώς από το καθήκον της συνοχής για την εξαγωγή ακριβών συμπερασμάτων από ορισμένες προϋποθέσεις. Η θεολογία, γι' αυτόν, είναι τώρα απλώς ένα άδειο κέλυφος . ένα κέλυφος από το οποίο κάθε σαλιγκάρι μπορεί να πάει μια βόλτα σε όλο τον κόσμο, προς την κατεύθυνση που του αρέσει περισσότερο, αφήνοντας πίσω του το μακρύ σάλιο του.
Ποιος είναι ο Θεός; Αυτός ο θεολόγος, αυτός ο Φραγκισκανός μοναχός, αυτός ο άνθρωπος του Θεού, δεν ξέρει πια. ανάγει την ερώτηση σε μια ονομαστική, καθαρά ακαδημαϊκή ερώτηση και δίνει την απάντηση που θα έδινε ένας καθηγητής όταν μιλούσε για ουδέτερα και αφηρημένα πράγματα: του Θεού, λέει, μπορούν να δοθούν δύο ορισμοί. Τι, δύο ορισμοί; Ποιος είναι όμως ο Θεός για αυτόν; Ποιος είναι ο Θεός, για την Καθολική πίστη; Ποιος είναι ο Θεός, για τήν νόηση; Δεν ξέρουμε.

Στη συνέχεια, προχωρά στην εξέταση των δύο ορισμών και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κανένας από τους δύο δεν μπορεί να αποδειχθεί με απολύτως ικανοποιητικό τρόπο από τη λογική. Επομένως, καταλήγει απαθής, το μόνο που μένει είναι να προσφύγουμε στην πίστη.
Μπορείτε σχεδόν να ακούσετε τον κ. Bergoglio , που τολμά να πει, μπροστά στο πλήθος των πιστών, ότι ο θάνατος του Ιησού είναι μια βεβαιότητα της ιστορίας, ενώ η ανάστασή του είναι μια πράξη πίστης.
Συγχαρητήρια από καρδιάς: αυτοί οι ψεύτικοι θεολόγοι και αυτοί οι ψεύτικοι ιερείς ξέρουν μόνο πώς να μπερδεύουν τα νερά σε τέτοιο βαθμό που ο πιστός, ακούγοντάς τους, δεν θα ήξερε πια τι να πιστέψει και θα αμφισβητούσε ότι αυτός και οι πρόγονοί του είχαν εξαπατηθεί, γιά μερικές χιλιάδες χρόνια. Όσο για τη θεολογία, φαίνεται ότι τώρα χρησιμεύει μόνο για να εγείρει αμφιβολίες και να προκαλέσει δυσπιστία.

Σημειώστε πώς ο William of Ockham χρησιμοποιεί την αξιοσημείωτη σχολαστική του διαλεκτική μόνο για να καταρρίψει την αλήθεια, ποτέ για να την επιβεβαιώσει. Είναι μια αρνητική νοημοσύνη: του αρέσει να καταστρέφει, δεν του αρέσει να χτίζει. Πίστη είναι αυτό που πιστεύεται. αλλά ο λόγος, ε, έλα, ο λόγος δεν οδηγεί στην ίδια κατεύθυνση. Τα πράγματα της πίστης δεν μπορούν να αποδειχθούν με λογική, ούτε καν η ύπαρξη και η μοναδικότητα του Θεού. Και σημειώστε πόσο επιπόλαια κάνει έκκληση, αλλά μόνο όταν αυτό εμπίπτει στη γραμμή σκέψης του, στην κοινή λογική: αφού, λέει, δεν υπάρχει γενική συναίνεση για την ύπαρξη του Θεού, όπως πολλοί το αρνούνται(τον 14ο αιώνα!), τότε πρέπει να παραιτηθούμε να θεωρήσουμε την ύπαρξη του Θεού ως κάτι που πρέπει να δούμε και να διευκρινίσουμεΛες και για έναν φιλόσοφο η συναίνεση του λαού είχε την παραμικρή αξία ως απόδειξη! Αλλά όλα αυτά είναι λογικά: αφού διαπιστωθεί, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, ότι η πραγματικότητα είναι αυτό που μας φαίνεται προφανές, είναι φυσικό να συμπεράνουμε ότι η ύπαρξη του Θεού δεν εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία οντοτήτων, ή, τουλάχιστον, δεν εμπίπτει σε αυτό.για όλους τους ανθρώπους.





Αμφιβολίες, περισσότερες αμφιβολίες και περισσότερες αμφιβολίες. Η θεολογία αρχίζει να πεθαίνει με τον Γουλιέλμο του Όκαμ: από τον ψυχολογισμό του μέσω του Καρλ Ράχνερ, φτάσαμε στον κοινωνιολογισμό της Γνωστικής και αποστατικής «Αντιεκκλησίας» των ημερών μας!

Ο Γουλιέλμος του Όκαμ, επομένως, ανάγει τον θεολογικό λόγο σε ψυχολογισμό και νομιναλισμό: σε σημείο που ήταν γνωστός, στην εποχή του, ως Princeps Nominalium , ο πρίγκιπας των ονομάτων. Είναι βολικό για έναν θεολόγο να μεταφέρει τον προβληματισμό στο επίπεδο των ονομάτων, δηλαδή λέξεων και εννοιών. μπορεί κανείς να πλύνει τα χέρια του, όπως ο Πόντιος Πιλάτος, όσον αφορά τις οντότητες, δηλαδή την πραγματικότητα.
Επιπλέον, σε όλες τις περιπτώσεις, μπορεί πάντα να υπερασπιστεί τον εαυτό του πίσω από τον δικό του νομιναλισμό: Αλλά μιλούσα μόνο για το νόημα των λέξεων, όχι για τα πράγματα από μόνα τους! , θα πει, με προσβεβλημένη έκφραση, αν κάποιος του ζητήσει να λογοδοτήσει για τις καταστροφικές συνέπειες του δόγματος του. Φτωχή θεολογία, τι καταστροφικό μονοπάτι έχει πάρει, ξεκινώντας από τον Γουλιέλμο του Όκαμ.

Πώς μπορούμε να εκπλαγούμε που έχει φτάσει στις σημερινές αισχρότητες και παραλογισμούς; Σε έναν αυτοαποκαλούμενο Πάπα που ισχυρίζεται ότι ο Θεός δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τον άνθρωπο, ότι ο Θεός δεν είναι Θεός χωρίς τον άνθρωπο; Και γιατί να εκπλαγούμε αν από μια τέτοια «θεολογία» προέρχεται μια ηθική που δεν έχει πλέον καμία σχέση με τη χριστιανική ηθική; Και εδώ ο κ. Μπεργκόλιο δηλώνει, σαν να τον δάγκωσε μια ταραντούλα: Δεν δέχομαι να μιλάμε για έκτρωση ξεκινώντας από θρησκευτική σκοπιά. Η άμβλωση είναι ένα κοινωνιολογικό πρόβλημα και πρέπει να προσεγγιστεί από τη σκοπιά της κοινωνιολογίας . Έτσι, από τον ψυχολογισμό του William of Ockham, περνώντας από τον Karl Rahner, φτάσαμε στον κοινωνιολογισμό της γνωστικής και αντιεκκλησίας της αποστασίας εποχής μας . Αμφιβολίες, περισσότερες αμφιβολίες και πάντα αμφιβολίες: η θεολογία δεν είναι πλέον ο τόπος των απαντήσεων, αλλά των αναπάντητων ερωτημάτων: της σιωπής του Θεού . Στους νέους θεολόγους αρέσει να ακούν τον ήχο της δικής τους φωνής ενώ κάνουν ερωτήσεις που κανείς δεν μπορεί να απαντήσει: ούτε ο Θεός, αφού κανείς δεν μπορεί να τόν γνωρίσει.


ΑΠΟ ΕΔΩ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟ ΤΗΣ ΕΡΓΟ Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ (δηλ., τὸ ἐρώτημα περὶ τοῦ ὄντος, περὶ τῆς αἰτίας καὶ τοῦ σκοποῦ τῶν ὑπαρκτῶν) ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΟΡΙΖΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΑΛΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ.. ΚΑΙ ΠΩΣ ΚΑΛΥΨΑΝ ΤΗΝ ΑΠΙΣΤΙΑ ΤΟΥΣ ΟΙ ΓΟΗΤΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΟΔΥΘΟΥΝ ΤΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥΣ; ΟΝΟΜΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΙΤΙΩΔΗ ΑΡΧΗ. 
ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΟΚΚΑΜ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΑΡΚΕΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. ΕΧΟΥΜΕ ΤΕΤΟΙΑ ΑΓΝΟΙΑ ΠΟΥ ΘΆ ΚΛΑΔΕΨΟΥΜΕ ΤΟ ΦΥΤΟ ΚΑΙ ΘΑ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΤΑ ΖΙΖΑΝΙΑ.

Παρασκευή 10 Μαρτίου 2023

ΠΩΣ ΠΕΘΑΝΕ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ;

Η θεολογία αρχίζει να πεθαίνει με τον Γουλιέλμο του Όκαμ

του Φραντσέσκο Λαμέντολα



Έχουμε ήδη μιλήσει για αυτό σε διάφορες περιστάσεις (δείτε το άρθρο Οι ρίζες του μοντερνισμού στο William of Ockham, που δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο Accademia Nuova Italia στις 8/11/17), αλλά δεν θα κουραστούμε ποτέ να το επαναλαμβάνουμε: η  προοδευτική και εκσυγχρονιστική στροφή, ξεκινά στα τέλη του Μεσαίωνα, με τη μορφή του Άγγλου Φραγκισκανού Γουίλιαμ του Όκαμ(1280-1349), σχεδόν σύγχρονου του Δάντη, που πρώτος ξέχασε εντελώς την απλή απόδειξη ότι η θεολογία είναι φτιαγμένη για να συνοδεύει, να φωτίζει και να υποστηρίζει την πίστη και όχι για να την υπονομεύει και να την παρουσιάζει μέ ανυπέρβλητες δυσκολίες. Κάθε φιλόσοφος πριν από αυτόν το γνώριζε καλά και θα πρόσεχε να μην ακολουθήσει τέτοιο δρόμο. οποιοσδήποτε φιλόσοφος θα το θεωρούσε κακή χρήση της λογικής να τη χρησιμοποιήσει όχι για να συνεργαστεί με την πίστη, αλλά για να είναι σκάνδαλο γι' αυτήν. Αυτός, από την άλλη, δεν είναι: σταθερός και σίγουρος στη στάση του, στις θέσεις του, κοιτάζει με κυρίαρχη περιφρόνηση όλο τον θησαυρό που έχει συσσωρεύσει μπροστά του η θεολογία, τον αναθεωρεί και τον δηλώνει άχρηστο, ξεπερασμένο,  ή, τουλάχιστον, ότι χρειάζονται ριζικές μεταρρυθμίσεις.
Τι μας θυμίζει μια τέτοια στάση; Είναι ακριβώς η ίδια με τού Karl Rahner και τους άλλους μοντερνιστές θεολόγους που κατάφεραν να ασκήσουν αποφασιστική επιρροή στη Β' Σύνοδο του Βατικανού και, μαζί με αυτήν, στη ζωή της Καθολικής Εκκλησίας, ακόμη και στο δόγμα της.




Το ξυράφι του Όκαμ; η "μείωση" που προτείνει ο Ockham είναι κάτι παρόμοιο με ένα κλάδεμα τόσο τραχύ και άγριο που προκαλεί το θάνατο όλων των φυτών του κήπου!


Για τον Ockham, δεν μπορούμε να έχουμε καμία εμπειρία του Θεού, επειδή έχουμε εμπειρία μόνο από αισθητά πράγματα, και όλη μας η γνώση είναι καρπός της εμπειρίας. Επομένως, είναι ένας ριζοσπαστικός εμπειρισμός , πράγματι ένας πραγματικός αισθησιασμός. και βεβαιώνοντας ότι ο Θεός δεν μπορεί να βιωθεί, όχι μόνο απαξιώνει ή αγνοεί τη μυστικιστική οδό, αλλά καταρρίπτει και τη λογική οδό που οδηγεί, αν όχι στον Θεό, τουλάχιστον στη βεβαιότητα της ύπαρξής του. Οι πέντε αποδείξεις του Αγίου Θωμά του Ακινάτη; Όχι, για τον William of Ockham κανένα από αυτά δεν παρέχει πειστικές αποδείξεις για την ύπαρξή του.
Είναι πραγματικά ο εμπνευστής της σύγχρονης σκέψης, όπου βεβαιώνει ότι ο λόγος και η πίστη είναι δύο εντελώς ξεχωριστά και διακριτά πράγματα και ότι δεν υπάρχει πιθανή σύγκλιση μεταξύ τους. Όλες οι υλιστικές και άθρησκες εξελίξεις της σύγχρονης σκέψης εμπεριέχονται, με λίγα λόγια, σε αυτή την κεντρική ιδέα. Μια ιδέα που θα αναπτύξουν διάφοροι Descartes, Locke, Hume, Kant και που ρίχνει στο καλάθι των αχρήστων αιώνες θεολογικού και μεταφυσικού προβληματισμού, όχι μόνο χριστιανικού, αλλά και παγανιστικού, απλά σκεφτείτε τον Πλάτωνα και ιδιαίτερα τον Πλωτίνο.
Είναι επίσης ο πατέρας του ψυχολογισμού και του υποκειμενισμού, αφού υποστηρίζει ότι η ανθρώπινη γνώση βασίζεται στην ευθεία και άμεση διαίσθηση των οντοτήτων, έτσι ώστε να μην είναι απαραίτητο να αποδειχθεί η ύπαρξή τους όταν κάποιος έχει άμεση εμπειρία από αυτές. Το να γνωρίζει, γι' αυτόν, περιορίζεται στο να σημειώνει τι υπάρχει. αλλά αυτό που υπάρχει, στην ουσία, συνοψίζεται σε αυτό που μπορούμε να ζήσουμε με τις αισθήσεις. Είναι προφανές ότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με τα ίδια τα θεμέλια του θρησκευτικού συναισθήματος, καθώς και της Αποκάλυψης:μήπως  είχαμε άμεση και άμεση γνώση της Ενσάρκωσης του Λόγου ή της Υπεραγίας Τριάδος; Φαίνεται ότι ο Ockham δεν αντιλαμβάνεται πλήρως το καταστροφικό εύρος του τρόπου μέ τόν οποίο θέτει τη σχέση μεταξύ πίστης και λογικής, καί πράγματι,  δεν συνειδητοποιεί καν πόσο περιοριστική και καταστροφική είναι η ιδέα του για τη λογική.
Τελικά ο λόγος ανάγεται στην ψυχολογία και πιο συγκεκριμένα στην «αποδοχή» των δεδομένων που στέλνουν οι αισθήσεις στο μυαλό. Εδώ δεν υπάρχει πια χώρος ούτε για μεταφυσική ούτε, με πιο προσεκτική ματιά, για την ίδια τη θεολογία: τι σχέση έχει ένας θεολόγος που, όπως ο Άγιος Θωμάς (ο απόστολος) πιστεύει μόνο σε αυτό που βλέπει, και αν δεν  πιστεύεις βάλε τα δάχτυλά σου στις πληγές του Χριστού, δεν πιστεύεις στην Ανάστασή του;
Προφανώς, σε μια τέτοια προοπτική, η θεολογία έχει καταστεί άχρηστη και θα μπορούσε κανείς κάλλιστα να το κάνει χωρίς αυτήν. Γιατί να μην κάνεις το τελευταίο βήμα, λοιπόν, και να κόψεις την τελευταία, λεπτή κλωστή που την κρατάει ακόμα ζωντανή; Κατάλοιπο σεμνότητας ή έλλειψης συνοχής, ίσως λόγω όχι πολύ ευγενών λόγων πρακτικού χαρακτήρα;




Οι πέντε αποδείξειςς του Αγίου Θωμά του Ακινάτη; Όχι, για τον William of Ockham καμμιά από αυτές δεν παρέχει πειστικές αποδείξεις για την ύπαρξή του!

Δεν θέλουμε να ασχοληθούμε μέ τήν σειρά μας με την ψυχολογία: περιοριζόμαστε στο να αναφέρουμε το γεγονός. Ένας θεολόγος που ανάγει τη γνώση σε αισθησιασμό δεν είναι πλέον θεολόγος, καθαρά και απλά: αν είχε κάποια συνοχή, θα έπρεπε να αποκηρύξει τη θεολογία  ​​και να αλλάξει επάγγελμα. Αλλά ο Γουίλιαμ του Όκαμ δεν περιορίζεται στην αποδόμηση ολόκληρου του υπεραισθητού οικοδομήματος, κάνει ακόμη περισσότερα: εφευρίσκει εκείνη την κολασμένη συσκευή που έχει μείνει στην ιστορία της φιλοσοφίας ως «ξυράφι του Όκχαμ» .
Η πληθώρα των μεταφυσικών οντοτήτων τον ενοχλεί. Δεν φτάνει να κηρύξει την πτώχευση όλων των μεταφυσικών, ωστόσο αποφασίζει να εφαρμόσει μια ριζική αναδιάρθρωση, εξαλείφοντας όσο το δυνατόν περισσότερες οντότητες: κατεστραμμένα αγαθά, καλά μόνο για τους σκληροτράχηλους και δεισιδαίμονες μεσαιωνικούς μοναχούς.

Τι είναι όμως τελικά το ξυράφι του Ockham; Μπορεί να συνοψιστεί σε αυτούς τους δύο τύπους του στοχαστή μας: Frustra fit per plura quod potest fieri per pauciora , "κάποιος κάνει  με πολλά αυτό που μπορεί να γίνει με λίγα"? και Entia non sunt multiplicanda praeter necessitatem , "οι οντότητες δεν πρέπει να πολλαπλασιάζονται χωρίς ανάγκη."
Δεδομένου ότι εμείς οι σύγχρονοι είμαστε όλοι εγγόνια του Γουίλιαμ του Όκαμ και ζούμε βυθισμένοι στο αντιμεταφυσικό κλίμα και στον ιμανεντιστικό ορίζοντα που είναι τυπικοί της νεωτερικότητας, αυτές οι έννοιες μάς εμφανίζονται ως μαργαριτάρια σοφίας και έχουμε την τάση να τις βλέπουμε στον συγγραφέα τους ή   τουλάχιστον έτσι μας έχουν προτείνει οι καθηγητές μας στο γυμνάσιο, έναν συμπαθή πρόδρομο της σύγχρονης σκέψης (που είναι, από μόνο του, αρετή και διαπιστευτήριο ευγένειας). τόσο πολύ που μάς φαίνεται σχεδόν αδύνατο να έχει δει μόνος του ένα τόσο απλό και προφανές πράγμα, ενώ κανείς πριν από αυτόν δεν ήταν ικανός για αυτό.
Ωστόσο, αν πάρετε την άποψη της κλασικής φιλοσοφίας, συμπεριλαμβανομένων του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, θα διαπιστώσετε ότι η "μείωση" που προτείνει ο Ockham είναι κάτι παρόμοιο με ένα κλάδεμα τόσο τραχύ και άγριο που προκαλεί το θάνατο όλων των φυτών στον κήπο .
Το θεμελιώδες ελάττωμά του είναι ότι ισχυρίζεται ότι η υποκειμενική ψυχολογία μπορεί να αντανακλά την τάξη του σύμπαντος. Αν σε μένα, έναν και μόνο άνθρωπο, μπορεί να φανεί χρήσιμο να μην πολλαπλασιάσω οντότητες για να μην δυσκολεύσω πολύ την κατανόηση της πραγματικότητας, ποιός μου δίνει το δικαίωμα να συμπεράνω ότι ο κόσμος ακολουθεί την ίδια σειρά με τις σκέψεις μου, και ότι δεν διαλογίζεται την ύπαρξη περιττών οντοτήτων ;
Ποιος όμως καθιερώνει την ανάγκη για μια οντότητα: ο άνθρωπος ή ο Θεός; Εδώ αγγίζουμε την άθρησκη ρίζα της εικασίας του Ockham που, εξάλλου, ξέρει να κρύβει, ίσως και από τον εαυτό του. Στην πραγματικότητα, είναι αλήθεια ότι προσέχουμε να διευκρινίσουμε ότι το «ξυράφι» του ισχύει μόνο για την κερδοσκοπική έρευνα και όχι για το σύμπαν που δημιούργησε ο Θεός: άθλια πονηριά , που μοιάζει περισσότερο με ένα τυπικό κενό παρά στη λογική συνοχή. Ας είμαστε συνεπείς: αν είναι άχρηστο ο νους να πολλαπλασιάζει οντότητες, είναι άχρηστο και ο Θεός να τις δημιουργεί. Το να λέμε ότι οι οντότητες δεν πρέπει να πολλαπλασιάζονται, αλλά μόνο σε εννοιολογικό επίπεδο και όχι σε οντολογικό επίπεδο, αφού έχουμε αναγάγει τη γνώση σε εμπειρία, είναι σάν μια επιθυμία να σωθούν το κατσίκι και το λάχανο: αδυναμία σκέψης ή υποκρισία.
Αν η πραγματικότητα είναι, για εμάς, μόνο ό,τι μπορούμε να γνωρίζουμε γι' αυτήν εμπειρικά και ψυχολογικά, παραδεχόμενοι ότι ίσως ο Θεός συλλογίζεται με διαφορετικό τρόπο και επιτρέπει την ύπαρξη «απαραίτητων» οντοτήτων που, ωστόσο, δεν μας φαίνονται έτσι, είναι σάν να βάζει ένα φύλλο συκής στην απιστία του.
Τι είναι απαραίτητο, ο Θεός ξέρει . αν ο άνθρωπος ισχυρίζεται ότι το αποφασίζει, τότε όχι μόνο η μεταφυσική, αλλά και η πίστη στον Θεό γίνονται άχρηστα. Για να σωθούν τα φαινόμενα, το μόνο που μένει είναι να εισαγάγουμε το δόγμα της διπλής αλήθειας , όπως έκαναν πάντα όλοι οι αιρετικοί, από τους οπαδούς του Αβερρόη μέχρι τον Τζορντάνο Μπρούνο και πέρα: άλλο είναι αυτό που φαίνεται στην ανθρώπινη λογική και άλλο πράγμα η ίδια η πραγματικότητα. . Μετά τον Καντ, άξιο διάδοχο του Ockham, δεν θα υπάρχει πλέον ανάγκη ούτε για αυτό το φύλλο συκής: η μεταφυσική θα μπει σε αγκύλες και θα μεταφερθεί στη σοφίτα, όπου δεν θα ενοχλεί πλέον κανέναν. και η φιλοσοφία θα είναι ελεύθερη να προχωρήσει γρήγορα, χωρίς άλλες αρχαιότητες, δισταγμούς και ενδοιασμούς οποιουδήποτε είδους προς το Πράγμα καθ' εαυτό – το οποίο, σε τελική ανάλυση, είναι το Είναι.




Ακόμη και σήμερα κυριαρχεί το δόγμα της διπλής αλήθειας, όπως έκαναν πάντα όλοι οι αιρετικοί, από τους οπαδούς του Αβερρόη μέχρι τον Τζορντάνο Μπρούνο και όχι μόνο!

Ας ακούσουμε όμως τι λέει ο William of Ockham, απευθείας από το στόμα του (από: Quodlibeta , II, q. 1; I,, q. 1; μετάφραση στο: AAVV, Galassia philosophy , Florence, Casa Editrice Bulgarini, 2015, vol. 1, σελ. 653-654):

Επιβεβαιώνω καταρχάς ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί από τόν φυσικό λόγο ότι ο Θεός είναι η άμεση αποτελεσματική αιτία όλων των πραγμάτων. Και τα δύο, επειδή δεν μπορεί να αποδειχθεί επαρκώς ότι άλλες αιτίες, για παράδειγμα τα ουράνια σώματα, δεν επαρκούν για να εξηγήσουν τα πολλά αποτελέσματα, και ότι, επομένως, μια ΑΜΕΣΗ αποτελεσματική αιτία τους δεν είναι μάταια. Τόσο επειδή, αν μπορούσε να αποδειχτεί με φυσικό λόγο ότι ο Θεός είναι η αποτελεσματική αιτία όλων των πραγμάτων, και δεν θα μπορούσε να αποδειχθεί με φυσικό λόγο ότι είναι η αποτελεσματική αιτία όλων των πραγμάτων, όσο και αν δεν θα μπορούσε να αποδειχθεί με φυσικό λόγο ότι είναι η μερική, αναγκαία ή ανεπαρκής αιτία του συνόλου, θα μπορούσε να αποδειχτεί με την ίδια ευκολία, με φυσικό λόγο, ότι είναι η επαρκής αιτία των πάντων, και τότε οι άλλες αποτελεσματικές αιτίες θα ήταν μάταιες.

Δεύτερον, βεβαιώνω ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί από φυσικό λόγο ότι ο Θεός είναι η αποτελεσματική αιτία οποιουδήποτε αποτελέσματος, επειδή δεν μπορεί να αποδειχθεί ικανοποιητικά ότι υπάρχουν φαινόμενα που είναι εφικτά εκτός από εκείνα που μπορούν να δημιουργηθούν και να αλλοιωθούν των οποίων οι αποτελεσματικές αιτίες είναι τα κατώτερα φυσικά και ουράνια σώματα. γιατί, δεν μπορεί να αποδειχθεί επαρκώς ότι οποιαδήποτε ξεχωριστή ουσία ή οποιοδήποτε ουράνιο σώμα προκαλείται από οποιαδήποτε αποτελεσματική αιτία. Ούτε μπορεί να επιβεβαιωθεί επιδεικτικά ότι η διανοητική ψυχή (που είναι όλα σε όλα, και όλα σε κάθε μέρος) προκαλείται από κάτι αποτελεσματικό(επαρκές), αφού δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι μια τέτοια ψυχή βρίσκεται μέσα μας. Από αυτό προκύπτει αναγκαστικά ότι ο Θεός δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι η ΜΕΣΟΛΑΒΗΤΙΚΗ αιτία οποιουδήποτε αποτελέσματος, γιατί αν μπορούσε να φανεί ότι ο Θεός είναι η μεσολαβούμενη αιτία ενός αποτελέσματος, θα μπορούσε επίσης να αποδειχθεί ότι είναι η άμεση αιτία μιας άλλης στο γένος της αποτελεσματικής αιτίας. Αλλά αυτή η δεύτερη θέση δεν μπορεί να αποδειχθεί, και επομένως ούτε η πρώτη. Ως εκ τούτου, συμπεραίνουμε ότι δεν μπορεί φυσικά να αποδειχθεί ότι ο Θεός είναι η ολική ή μερική ΕΠΑΡΚΗΣ αιτία οποιουδήποτε αποτελέσματος.

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι είναι δυνατό επειδή - όπως λέγεται στο βιβλίο XII της Μεταφυσικής (του Αριστοτέλη) - ένας μόνο κόσμος μπορεί να έχει μόνο έναν μόνο πρίγκιπα. Τώρα, αφού μπορεί να αποδειχθεί φιλοσοφικά ότι υπάρχει μόνο ένας κόσμος, όπως βεβαιώνει ο Αριστοτέλης στο πρώτο βιβλίο «περι τού ουρανού», μπορεί επίσης να αποδειχθεί φιλοσοφικά ότι υπάρχει μόνο ένας Κύριος, αλλά ότι ο Κύριος είναι ο Θεός. επομένως κλπ.

Μπορεί, ωστόσο, να αντιταχθεί ότι ένα άρθρο πίστης δεν αποδεικνύεται ποτέ αποδεικτικά, και όπως η πρόταση ότι υπάρχει ένας Θεός είναι αντικείμενο πίστης, έτσι κ.λπ. Προετοιμάζοντας να λύσει αυτό το ερώτημα, θα εξηγήσει πρώτα απ' όλα τι σημαίνει ο όρος «Θεός». Θα απαντήσω λοιπόν στην ερώτηση.

Ως προς το πρώτο σημείο, λέω ότι μπορούμε να δώσουμε δύο διαφορετικούς ορισμούς για τον όρο «Θεός». Το πρώτο είναι το εξής: Ο Θεός είναι κάτι που ξεπερνά όλα τα άλλα πράγματα σε αριστεία και τελειότητα. Το δεύτερο είναι το εξής: Θεός είναι το ον από το οποίο δεν υπάρχει κανένας καλύτερος ή τελειότερος.

Όσο για το δεύτερο σημείο, λέω ότι, αν πάρουμε τον όρο «Θεός» στον πρώτο ορισμό, δεν μπορούμε να αποδείξουμε επαρκώς ότι  μόνο ένας Θεός. υπάρχει, και επομένως δεν μπορούμε καν να γνωρίζουμε αν ο Θεός, κατανοητός με αυτή την έννοια, είναι μόνο ένας. Η συνέπεια είναι ξεκάθαρη. Η υπόθεση αποδεικνύεται έτσι: η πρόταση «ο Θεός υπάρχει» δεν είναι αμέσως προφανής, αφού πολλοί αμφιβάλλουν. Δεν μπορεί καν να συναχθεί από αμέσως προφανείς προϋποθέσεις, αφού κάθε επιχείρημα υπονοεί κάτι που πρέπει να αμφισβητηθεί ή να αποδεχτεί κανείς στην πίστη. και δεν φαίνεται καν από την εμπειρία, όπως είναι σαφές.

Λέω επίσης ότι αν μπορούσε να αποδειχτεί ξεκάθαρα η ύπαρξη του Θεού -που σημαίνει «Θεός» με την έννοια που δείχνει ο πρώτος ορισμός-, σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να αποδειχθεί και η μοναδικότητά του. Πράγματι, αν υπήρχαν δύο Θεοί Α και Β, ο Α θα ήταν, σύμφωνα με αυτόν τον ορισμό, ένα πιο τέλειο ον από οποιοδήποτε άλλο, και επομένως επίσης πιο τέλειο από τον Β και το Β λιγότερο τέλειο από τον Α. Με τον ίδιο τρόπο, ωστόσο, Επίσης το Β θα ήταν εξ ορισμού πιο τέλειο από το Α και το Α από το Β. που είναι προφανώς αντιφατικό. Επομένως, εάν ήταν δυνατόν να αποδειχθεί με επαρκή τρόπο ότι ο Θεός υπάρχει με την έννοια του πρώτου ορισμού, θα ήταν επίσης δυνατό να καταδειχθεί η μοναδικότητά του.

Τρίτον, λέω ότι η μοναδικότητα του Θεού δεν αποδεικνύεται, αν κατανοήσουμε τον Θεό με την έννοια του δεύτερου ορισμού. Ωστόσο, ακόμη και αυτή η αρνητική πρόταση - "δεν μπορεί να αποδειχθεί με στοιχεία ότι υπάρχει μόνο ένας Θεός" - δεν μπορεί με τη σειρά της να αποδειχθεί με επαρκή(αποδεικτικό) τρόπο. δεδομένου ότι είναι δυνατό να αποδειχθεί ότι η μοναδικότητα του Θεού είναι αναπόδεικτη μόνο με την άρνηση όλων των αντίθετων επιχειρημάτων. Όπως δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί με αποδεικτικό τρόπο ότι τα αστέρια είναι άρτια, ή ότι τα θεϊκά πρόσωπα είναι τρία. Ούτε, ωστόσο, μπορούν να αποδειχθούν ξεκάθαρα οι αρνητικές προτάσεις: δηλαδή, ότι δεν είναι δυνατό να αποδειχθεί ότι τα αστέρια είναι άρτια και ότι στον Θεό υπάρχουν τρία Πρόσωπα.

Ωστόσο, πρέπει να γνωρίζουμε ότι είναι δυνατό να αποδείξουμε την ύπαρξη του Θεού αν εννοούμε «Θεό» με την έννοια του δεύτερου ορισμού. Διαφορετικά, στην πραγματικότητα, θα γινόταν μια άπειρη διαδικασία εάν ανάμεσα σε όλα τα όντα υπήρχε ένα από τα οποία δεν θα μπορούσε να υπάρχει άλλο πρόσθιο ή πιο τέλειο. Από αυτό, ωστόσο, δεν προκύπτει καθόλου ότι υπάρχει μόνο ένα τέτοιο ον. το δεχόμαστε μόνο με τήν πίστη.




Σήμερα η θεολογία δεν είναι πλέον ο τόπος των απαντήσεων, αλλά των αναπάντητων ερωτημάτων: της σιωπής του Θεού.Στους νέους θεολόγους αρέσει να ακούν τον ήχο της δικής τους φωνής καθώς διατυπώνουν ερωτήσεις που κανείς δεν μπορεί να απαντήσει: ούτε ο Θεός, αφού κανείς δεν μπορεί νά έχει τήν γνώση του.

Αυτό το απόσπασμα, πιστεύουμε, ήταν απαραίτητο για να πάρει ο αναγνώστης μια ιδέα για τον τρόπο συλλογισμού μας. Χωρίς να πάμε πολύ μακριά στα πλεονεκτήματα, θα χρειαζόταν μια συγκεκριμένη μελέτη – περιοριζόμαστε στο να παρατηρήσουμε πόσο επιπόλαια ανάγει τα πράγματα σε ονόματα, σε ορισμούς, ξεφεύγοντας συνεχώς από το καθήκον της συνοχής για την εξαγωγή ακριβών συμπερασμάτων από ορισμένες προϋποθέσεις. Η θεολογία, γι' αυτόν, είναι πλέον μόνο ένα άδειο κέλυφος . ένα κέλυφος από το οποίο κάθε σαλιγκάρι μπορεί να πάει μια βόλτα σε όλο τον κόσμο, προς την κατεύθυνση που του αρέσει περισσότερο, αφήνοντας πίσω του τό σιχαμερό του ίχνος
Ποιος είναι ο Θεός;Αυτός ο θεολόγος, αυτός ο Φραγκισκανός μοναχός, αυτός ο άνθρωπος του Θεού, δεν ξέρει πια. ανάγει την ερώτηση σε μια ονομαστική, καθαρά ακαδημαϊκή ερώτηση, και δίνει την απάντηση που θα έδινε ένας καθηγητής όταν μιλούσε για ουδέτερα και αφηρημένα πράγματα: στον Θεό, λέει, μπορεί να δοθούν δύο ορισμοί. Πώς, δύο ορισμοί; Ποιος είναι όμως ο Θεός για αυτόν; Ποιος είναι ο Θεός, για την Καθολική πίστη; Ποιος είναι ο Θεός, για κερδοσκοπικούς λόγους; Δεν ξέρουμε.

Στη συνέχεια, προχωρά στην εξέταση των δύο ορισμών, και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κανένας από τους δύο δεν μπορεί να αποδειχθεί ικανοποιητικά από τη λογική. Επομένως, καταλήγει απαθής, το μόνο που μένει είναι να προσφύγουμε στην πίστη.
Φαίνεται να ακούει τον κύριο Μπεργκόλιο, που τολμά να πει, μπροστά στο πλήθος των πιστών, ότι ο θάνατος του Ιησού είναι βεβαιότητα της ιστορίας, ενώ η ανάστασή του πράξη πίστης.
Τα πιο θερμά συγχαρητήρια: αυτοί οι ψεύτικοι θεολόγοι και αυτοί οι ψεύτικοι ιερείς ξέρουν μόνο πώς να μπερδεύουν τα νερά σε τέτοιο βαθμό που ο πιστός, ακούγοντάς τους, δεν θα ήξερε πια σε τι να πιστέψει και θα αμφιβάλλει αν αυτός ή οι πρόγονοί του είχαν πιαστεί κορόιδα πρίν μερικές χιλιάδες χρόνια. Όσο για τη θεολογία, θα έλεγε κανείς ότι μέχρι τώρα χρησιμεύει μόνο για να εγείρει αμφιβολίες και να προκαλεί δυσπιστία.

Παρατηρήστε πώς ο William of Ockham χρησιμοποιεί την αξιοσημείωτη σχολαστική του διαλεκτική μόνο για να καταρρίψει την αλήθεια, ποτέ για να την επιβεβαιώσει. Είναι μια αρνητική νοημοσύνη : του αρέσει να καταστρέφει, δεν του αρέσει να χτίζει. Η πίστη είναι αυτό που πιστεύεται. αλλά ο λόγος, ε, έλα, ο λόγος δεν οδηγεί στην ίδια κατεύθυνση. Με λογική τα πράγματα της πίστης δεν μπορούν να αποδειχθούν, ούτε καν η ύπαρξη και η μοναδικότητα του Θεού. Και πρέπει να σημειωθεί  πόσο επιπόλαια επικαλείται, αλλά μόνο όταν αυτό εμπίπτει στη γραμμή σκέψης του, την κοινή λογική: αφού, λέει, υπάρχει καί δεν υπάρχει γενική συναίνεση για την ύπαρξη του Θεού, όπως πολλοί το αρνούνται(τον δέκατο τέταρτο αιώνα!), τότε πρέπει να παραιτηθούμε καί να θεωρήσουμε την ύπαρξη του Θεού ως κάτι που πρέπει να δούμε και να διευκρινίσουμε. Λες και για έναν φιλόσοφο η συναίνεση του λαού είχε την παραμικρή αποδεικτική αξία! Αλλά όλα αυτά είναι λογικά: από τη στιγμή που διαπιστωθεί, όπως και ο ίδιος, ότι η πραγματικότητα είναι αυτό που μας φαίνεται προφανές, είναι φυσικό να συμπεράνουμε ότι η ύπαρξη του Θεού δεν εμπίπτει σε αυτή την κατηγορία οντοτήτων ή, τουλάχιστον γιά όλα τα ανθρώπινα όντα.




Οι αμφιβολίες παραμένουν αμφιβολίες και πάντα αμφιβολίες. Η θεολογία αρχίζει να πεθαίνει με τον Γουλιέλμο του Όκαμ: από τον ψυχολογισμό  μέσω του Καρλ Ράχνερ, φτάσαμε στον κοινωνιολογισμό της Γνωστικής και αποστατικής «Αντι-Εκκλησίας» των ημερών μας!


Ο Γουλιέλμος του Όκαμ, επομένως, ανάγει τον θεολογικό λόγο σε ψυχολογισμό και νομιναλισμό: σε σημείο που ήταν γνωστός, στην εποχή του, ως Princeps Nominalium , ο πρίγκιπας των ονομάτων. Είναι βολικό για έναν θεολόγο να μετατοπίζει τον προβληματισμό του στο επίπεδο των ονομάτων, δηλαδή λέξεων και εννοιών. μπορεί κανείς να πλύνει τα χέρια του, όπως ο Πόντιος Πιλάτος, όσον αφορά τις οντότητες, δηλαδή την πραγματικότητα.
Επιπλέον, σε όλες τις περιπτώσεις, μπορεί πάντα να υπερασπιστεί τον εαυτό του πίσω από τον δικό του νομιναλισμό: Αλλά μιλούσα μόνο για το νόημα των λέξεων, όχι για τα ίδια τα πράγματα!, θα πει, με προσβεβλημένο αέρα, αν τον ρωτήσει κάποιος για τις καταστροφικές συνέπειες του δόγματός του. Φτωχή θεολογία, τι καταστροφικό μονοπάτι έχεις πάρει από τον Γουίλιαμ του Όκαμ.

Πώς μπορούμε να εκπλαγούμε που έφτασε στη σημερινή βρωμιά και παραλογισμό; Σε έναν αυτοαποκαλούμενο Πάπα που ισχυρίζεται ότι ο Θεός δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τον άνθρωπο, ότι ο Θεός δεν είναι Θεός χωρίς τον άνθρωπο; Και πώς μπορούμε να εκπλαγούμε αν από μια τέτοια «θεολογία» προκύπτει μια ηθική που δεν έχει πλέον καμία σχέση με τη χριστιανική ηθική; Και εδώ ο κ. Bergoglio επιβεβαιώνει, σαν να τον είχε δαγκώσει ταραντούλα: Δεν δέχομαι νά γίνεται λόγος για έκτρωση από θρησκευτική σκοπιά. Η άμβλωση είναι ένα κοινωνιολογικό πρόβλημα και πρέπει να προσεγγιστεί από τη σκοπιά της κοινωνιολογίας .Έτσι, από τον ψυχολογισμό του William of Ockham, μέσω του Karl Rahner, φτάσαμε στην κοινωνιολογία της γνωστικής και αποστατικής αντιεκκλησίας των ημερών μας . Αμφιβολίες, ακόμα αμφιβολίες και πάντα αμφιβολίες: η θεολογία δεν είναι πλέον το μέρος για απαντήσεις, αλλά για αναπάντητα ερωτήματα: για τη σιωπή του Θεού . Στους νέους θεολόγους αρέσει να ακούν τον ήχο της δικής τους φωνής καθώς διατυπώνουν ερωτήσεις που κανείς δεν μπορεί να απαντήσει: ούτε ο Θεός, αφού κανείς δεν μπορεί να τον γνωρίσει.


ΑΠΟ ΕΔΩ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΤΟ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΙΚΟ ΤΗΣ ΕΡΓΟ Η ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ (δηλ., τὸ ἐρώτημα περὶ τοῦ ὄντος, περὶ τῆς αἰτίας καὶ τοῦ σκοποῦ τῶν ὑπαρκτῶν) ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΟΡΙΖΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ Η ΟΠΟΙΑ ΚΑΤΑΛΗΓΕΙ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ.. ΚΑΙ ΠΩΣ ΚΑΛΥΨΑΝ ΤΗΝ ΑΠΙΣΤΙΑ ΤΟΥΣ ΟΙ ΓΟΗΤΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΥΠΟΔΥΘΟΥΝ ΤΟΥΣ ΘΕΟΛΟΓΟΥΣ; ΟΝΟΜΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΙΤΙΩΔΗ ΑΡΧΗ. 
ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΟΚΚΑΜ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΑΡΚΕΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ. ΕΧΟΥΜΕ ΤΕΤΟΙΑ ΑΓΝΟΙΑ ΠΟΥ ΘΆ ΚΛΑΔΕΨΟΥΜΕ ΤΟ ΦΥΤΟ ΚΑΙ ΘΑ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΤΑ ΖΙΖΑΝΙΑ.