Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ουφολογία ως σωτηριολογική θρησκεία - Ernst Benz. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ουφολογία ως σωτηριολογική θρησκεία - Ernst Benz. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Ουφολογία ως σωτηριολογική θρησκεία (5)

Συνέχεια από Σάββατο 5 Απριλίου

Ουφολογία ως σωτηριολογική θρησκεία ε
Του Ernst Benz, από το βιβλίο: Ausserirdische Welten, Von Kopernikus zu den Ufos.
.
(Εξωγήϊνοι κόσμοι, από τον Κοπέρνικο μέχρι τα ούφο), Aurum Verlag, Edition 2000
Το σοκ που προκάλεσε η επανάσταση του Κοπέρνικου
 

Η κοπερνίκεια αντίληψη για τον κόσμο, όπου η γη είναι απλά ένας πλανήτης ανάμεσα στους αναρίθμητους άλλους, έχει καταστεί γενικευμένο θεμελιώδες συστατικό της κοσμικής συνείδησης, μόνο από την εποχή που τα διαστημικά ταξίδια έδωσαν την δυνατότητα να φωτογραφηθεί από το φεγγάρι, ή και από την πορεία προς αυτό, η γυαλιστερή γήινη σφαίρα. Είναι η ολοκλήρωση μιας διαδικασίας αιώνων, που ξεκίνησε στο τέλος του 15ου αιώνα, και επέφερε μια από τις μεγαλύτερες πνευματικές επαναστάσεις της ανθρωπότητας. Γιατί η ανακάλυψη του Κοπέρνικου (που την εκλέπτυναν και επέκτειναν ο Γαλιλαίος, ο Κέπλερ και ο Νεύτων), είχε προκαλέσει ένα τέτοιο σοκ, που την πρώτη του δημόσια έκφραση βρήκε στην καταδίκη του Γαλιλαίου από την Εκκλησία, το 1633;

Οι άνθρωποι βέβαια, λόγω μιας εσώτατης καταβολής μέσα στην ανθρώπινη φύση, θέλουν να ζουν σε ένα κόσμο με νόημα, σε ένα πλαίσιο με τάξη, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζει το αίσθημα μας περί κόσμου, ζωής και φύσης. Αυτή η γη ήταν για τον αρχαίο και μεσαιωνικό Χριστιανισμό το κεντρικό έργο της θεϊκής δημιουργίας. Ο άνθρωπος ήταν το κύριο πλάσμα αυτής της γης, δημιουργημένος βάσει της εικόνας του Θεού η κύρια ασχολία του Θεού ήταν η διατήρηση αυτού του κόσμου και η πραγμάτωση του σχεδίου σωτηρίας της ανθρωπότητας. Με τους εκλεκτούς αυτής της γης θέλει να εγκαθιδρύσει την βασιλεία του. Ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα φωτίζουν αυτήν σκηνή της θεϊκής δραστηριότητας, με ένα από τον Θεό καθορισμένο ρυθμό. Αυτό ήταν το θεμέλιο της αντίληψης του κόσμου στον αρχαίο Χριστιανισμό, που το επιβεβαίωνε ένα γεγονός της στον Πτολεμαίο βασισμένης αντίληψης του κόσμου: το πρωί βγαίνει ο ήλιος, το βράδυ φεύγει, και η σελήνη και οι πλανήτες εμφανίζονται με συγκεκριμένο ρυθμό εντός του φωτεινού στερεώματος που σχηματίζουν οι απλανείς αστέρες.

Η δημοσιοποίηση της αντίληψης του Κοπέρνικου περί του κόσμου, πρέπει να προκάλεσε βαθιά αναταραχή: η γη, μέχρι τότε η μοναδική σκηνή της επιβεβαίωσης του Θεού, εμφανιζόταν ως ένας κόκκος σκόνης εν μέσω της τρομακτικής στρατιάς ήλιων, που πιθανόν να έχουν παρόμοιους δορυφόρους όπως είναι οι πλανήτες του δικού μας ηλιακού συστήματος. Και ο άνθρωπος φαινόταν σαν σκόνη πάνω σε αυτών τον κόκκο σκόνης. Η ενσάρκωση του Θεού στον Ιησού Χριστό, το κύριο γεγονός όλης της ιστορίας της σωτηρίας, υποβιβαζόταν σε ένα επεισόδιο πάνω σε ένα παράπλευρο σκηνικό του κόσμου, ή γινόταν μάλιστα αμφίβολο. Όλες οι αντιλήψεις πάνω στις νοηματικό οικοδόμημα της ανθρωπότητας βασιζόταν, και που ήταν το θεμέλιο της συνείδησης του εαυτού και του κόσμου, είχε καταρρεύσει. Αυτή την διαδικασία ονομάζουμε κοπερνίκειο σοκ. Η ανθρωπότητα η οποία είχε ξεριζωθεί από το παλιό της αξιακό πλαίσιο, έπρεπε να αντιμετωπίσει στο πνευματικό, ψυχικό και συναισθηματικό επίπεδο την νέα κοσμοθεωρία, η οποία αμφισβητούσε το μέχρι τότε αυτονόητο. Μια τρομακτική εργασία.

Οι συνέπειες και η διάδοση του σοκ


Το σοκ αυτό βέβαια δεν ενήργησε εν μιά νυκτί. Το αντίθετο. Προχώρησε πολύ αργά. Η νέα κοσμοθεωρία ήταν για αιώνες μια μυστική διδασκαλία λίγων μορφωμένων αστρονόμων. Αλλά ακόμα και όταν οι διδασκαλίες του Κοπέρνικου είχαν αποκτήσει μεγαλύτερη δημοσιότητα, και είχε φτάσει ακόμα και στα αυτιά μερικών θεολόγων, οι οποίοι ήταν σε θέση να εκτιμήσουν τις συνέπειες της νέας σκέψης για την βιβλική σκέψη, προσωπικότητες της καθολικής Εκκλησίας κατέβαλαν προσπάθειες ώστε να μην απαγορευθεί η νέα κοσμοθεωρία, αλλά να επιτραπεί η διάδοση της ως μια υπόθεση των αστρονόμων, η οποία είναι σε θέση να εξηγήσει καλύτερα μερικά αινιγματικά αστρονομικά φαινόμενα. Η αντίσταση από πλευράς της Εκκλησίας ξεκίνησε, όταν αστρονόμοι σαν τον Γαλιλαίο επέμειναν, πως η νέα κοσμοθεωρία δεν είναι υπόθεση, αλλά πως το σύμπαν είναι δομημένο έτσι όπως αυτοί το παρουσιάζουν, και πως η παλιά κοσμοθεωρία ήταν αντικειμενικά εσφαλμένη και πως έχει επιστημονικώς ανατραπεί.

Η αντίσταση αυτή, πρέπει να το παραδεχθούμε, ήταν αυτονόητη. Η Εκκλησία δεν ήταν φορέας της αντίστασης, επειδή μερικοί ξεροκέφαλοι θεολόγοι δεν ήταν σε θέση πνευματικά και επιστημονικά, να παρακολουθήσουν τις νέες αστρονομικές γνώσεις και του μαθηματικούς υπολογισμούς. Η Εκκλησία έπρεπε να υπερασπιστεί το θεμελιώδες νόημα του κόσμου, πάνω στο οποίο βασιζόταν η αντίληψη της περί Θεού και ανθρώπου, περί δημιουργίας και σωτηρίας, ζωής και θανάτου, σωτηρίας και απώλειας, παραδείσου και κόλασης. Με τους θεολόγους που καταπολεμούσαν την κοπερνίκειο κοσμοθεωρία, αντιδρούσε ο Χριστιανισμός στο σοκ που προκάλεσε η ανακάλυψη της νέας κοσμοθεωρίας.

Το σοκ αυτό κατέλαβε αργά το πλατύ κοινό. Ο Ortega y Gasset, επισημαίνει ιδιαιτέρως αυτό το γεγονός στο βιβλίο του «Οι παγκόσμιες ιστορικές κρίσεις»2.
Πρώτος ο Giordano Bruno, τον οποίο έκαψαν το 1600 στο Campo de Fiore στην Ρώμη, «που ήταν ο σχεδόν μεθυσμένος ομολογητής του απείρου, κατακερμάτισε πραγματικά τον παλιό οίκο του κόσμου, και απέδειξε πως κάθε απλανής αστέρας είναι πυρήνας ηλιακών συστημάτων που χάνονται στο άπειρο»3.
Αλλά και μετά την δίκη του Γαλιλαίου, που έλαβε χώρα 60 χρόνια μετά την εμφάνιση του έργου του Κοπέρνικου, η νέα κοσμοθεωρία ήταν αποκλειστικό προνόμιο μερικών ειδικών.


Αυτή η αργή διείσδυση της κοπερνίκειας κοσμοθεωρίας, δεν έλαβε χώρα μόνο στο πεδίο της καθολικής επιστήμης (που είχε ως έμβλημα την αναθεματιστική καταδίκη του Γαλιλαίου). Διείσδυσε και στην προτεσταντική επιστήμη, τόσο στην Γερμανία όσο και στην Ελβετία. Ο Paul Wernle το έδειξε αυτό πολύ παραστατικά στο έργο του «Ελβετικός Προτεσταντισμός κατά του 18ο αιώνα». Το 1675 στην Βασιλεία, (όπου ο Syllabus controversarium του 1662 καθόριζε ως άρθρο πίστεως την ακινησία της γης και την κίνηση του ήλιου και των αστέρων περί την γην), είχε απαγορευθεί στον καθηγητή μαθηματικών Peter Megerlin, από τον πρύτανη του πανεπιστημίου, να δίνει διαλέξεις που περιείχαν τις διδασκαλίες του Κοπέρνικου. Το 1681 του είχε απαγορευθεί να εκδώσει στην Βασιλεία ή αλλού, το βιβλίο του «Systema mundi copernicanum argumentis invictis demonstratum». Όταν το επόμενο έτος το τύπωσε στο Amsterdam, την γλύτωσε τιμωρούμενος απλώς με μια επίπληξη.

Στην Ζυρίχη, ο ερευνητής Johann Jakob Scheuchzer, στο έργο του «Physica oder Naturwissenschaft», στις εκδόσεις από το 1701 και μετά, δεν εξέφραζε την γνώμη του περί του ερωτήματος που προκαλούσε την έριδα. Περιοριζόταν στο να εκθέτει απλώς τα επιχειρήματα του Πτολεμαίου και οπαδών του Κοπέρνικου. Όταν ο ίδιος ερευνητής, που στο μεταξύ είχε προαχθεί σε καθηγητή μαθηματικών, το 1721 ήθελε να τυπώσει το έργο του «Jobi physica sacra», έλαβε από τους λογοκριτές την οδηγία να «παραλείψει το σύστημα του Κοπέρνικου, γιατί οι κύριοι προϊστάμενοι το απεχθάνονται.» Στην καθυστέρηση του θριάμβου του Κοπέρνικου και του Νεύτωνα, συνέβαλε αποφασιστικά και η ασθενής προσπάθεια διαμεσολάβησης του Descartes. Αυτός για λόγους συμβιβασμού με την Εκκλησία, προσπάθησε να σώσει την ακινησία της γης εντός του ηλιακού συστήματος, και φαίνεται πως τα επιχειρήματά του είχαν κάτι γοητευτικό για τους σύγχρονους του. Ακόμα και και Johannes I. Bernoulli, ο μεγάλος μαθηματικός, είχε μείνει καρτεσιανός σε όλη του τη ζωή. Ο De Crousaz στην Λοζάνη, ο Leonard Euler στην Αγία Πετρούπολη και το Βερολίνο, αποδέχτηκαν την διδασκαλία του Νεύτωνα. Μόνο αφότου οι Daniel Bernoulli, Gabriel Cramer και ο φίλος του Calandrini, έσπασαν την αντίσταση κατά της διδασκαλίας του Νεύτωνα, είχε ολοκληρωθεί η νίκη της διδασκαλίας του Κοπέρνικου στο ελβετικό έδαφος. Ο Albrecht von Haller μπορούσε πια πανηγυρίσει: «Επιτέλους ήρθε η μέρα, που ο κρυστάλλινος ουρανός, η υπεροπτική θέση της γης στο κέντρο του κόσμου, η αχρείαστη ταχύτητα του ήλιου και των απλανών αστέρων, και τα άλλα λάθη αυτού του οικοδομήματος ξεχώρισαν από την αληθινή διδασκαλία»4.

Είχε αφεθεί στον Pope η τιμή να ντύσει την νέα αυτή γνώση με θριαμβευτικούς τοίχους:
Nature und Nature’s Laws lay hid in night.
God said: «Let Newton be», und all was light.

Αν πραγματικά θέλουμε να κατανοήσουμε το φαινόμενο που ονομάζουμε κοπερνίκειο σοκ, πρέπει να περιοριστούμε σε μαρτυρίες, όπου η επίγνωση των συνεπειών αυτής της νέας κοσμοθεωρίας διεισδύει στις θρησκευτικές εμπειρίες ευσεβών ανθρώπων του 17ου και 18ου αιώνα. Ανθρώπων που ανησύχησαν βαθιά από την ματιά στην άπειρη άβυσσο του νέου κόσμου.

Στην πνευματική ποίηση, η οποία βρίσκεται και στα ψαλτήρια των διαφόρων ενοριών, εμφανίζονται νέοι τόνοι. Ο Johann Rist, ιερέας από την πόλη Wedel (περιοχή Holstein), την εποχή του διάσημος και από τον αυτοκράτορα τιμημένος ποιητής, γράφει το 1660:

Ω αιωνιότης, λόγε της βροντής,
Ω σπαθί, που την ψυχή τρυπάς,
Ω αρχή, αλλά και τέλος,
Ω αιωνιότης, χρόνε χωρίς χρόνο,
Από την μεγάλη μου λύπη
Δεν ξέρω σε ποιον να στραφώ.

Ένας λαϊκός, όπως ο Jakob Böhme, περιγράφει την κατάσταση του, πριν του ανοιχθεί η «θέα προς το όν των όντων» ως εξής: «φρίκη της ψυχής μπρος στην σκοτεινή άβυσσο», και περιγράφει πως «περιέπεσα σε μια σκληρή μελαγχολία και θλίψη, όταν αντίκρισα το βάθος αυτού του κόσμου...ήμουν εξαιτίας του εντελώς μελαγχολικός και πολύ θλιμμένος, καμιά γραφή δεν μπορούσε να με παρηγορήσει, την οποία γνώριζα καλά: και ο διάβολος σίγουρα δε θα πανηγύρισε, που μου επέβαλε ειδωλολατρικούς λογισμούς, τους οποίους θα αποσιωπήσω»5. Ένας τόσο ευσεβής άνθρωπος, όπως παπουτσής Böhme, αισθάνεται φρίκη για την άνοδο ειδωλολατρικών, δηλαδή άθεων, μηδενιστικών λογισμών, που προκαλούσε το βλέμμα στο τρομακτικό βάθος του νέου κόσμου.

Αυτά που ο Böhme θέλει να αποσιωπήσει, τους «ειδωλολατρικούς λογισμούς», ο διάβολος του τους «επέβαλε», τους βρίσκουμε εκφρασμένους σε ένα κείμενο, που αποτελεί την γλωσσικά ισχυρότερη προσπάθεια έκφρασης της μηδενιστικής πτυχής του κοπερνίκειου σοκ. Είναι το κείμενο του Jean Paul: «Ομιλία του νεκρού Χριστού, απευθυνόμενος από το κοσμικό οικοδόμημα προς τα κάτω, ότι δεν υπάρχει Θεός»6. Ο νεκρός Χριστός λέει: «Περπάτησα ανάμεσα στους κόσμους, ανέβηκα στους ήλιους και πέταξα μαζί με τους γαλαξίες δια μέσου των ερήμων του ουρανού. Αλλά δεν υπάρχει κανένας Θεός. Κατέβηκα, μέχρι εκεί που η πέτρα ρίχνει την σκιά της, και κοίταξα μέσα στην άβυσσο και φώναξα: πατέρα, που είσαι; Αλλά άκουσα μόνο την αιώνια καταιγίδα, την οποία κανείς δεν εξουσιάζει, και το ουράνιο τόξο από τα πλάσματα, ήταν εκεί χωρίς τον ήλιο που το δημιούργησε. Το ουράνιο τόξο ήταν πάνω από την άβυσσο και έσταζε. Και όταν κοίταξα προς τα πάνω, προς τον άμετρο κόσμο, ψάχνοντας το θεϊκό μάτι, ο κόσμος με κοίταξε με μια κενή, χωρίς πάτο κόγχη οφθαλμού, και η αιωνιότητα ήταν πάνω από το χάος, και μασούσε και μηρύκαζε τον εαυτό της-φωνάξτε παράφωνα, διώξτε τις σκιές με τις φωνές. Γιατί αυτός δεν είναι. Οι παραφωνίες ούρλιαξαν πιο δυνατά, αποχωρίστηκαν οι τοίχοι του ναού τρέμοντας, και ο ναός και τα παιδιά βυθίστηκαν-και ολόκληρη η γη και ο ήλιος βυθίστηκαν-όλο το κοσμικό οικοδόμημα βυθίστηκε μπροστά μας με την απεραντοσύνη του- και πάνω στην κορυφή της άμετρης φύσης στεκόταν ο Χριστός και κοίταζε το κοσμικό οικοδόμημα, διάτρητο από χιλιάδες ήλιους, να κοίταζε μέσα στην αιώνια νύχτα ένα σκαμμένο ορυχείο, όπου οι ήλιοι είναι σαν τα φωτιστικά των υπόγειων διαδρόμων, και οι γαλαξίες σαν τις φλέβες αργύρου.

Και όταν ο Χριστός είδε τους κόσμους να συνωστίζονται, το παιχνίδισμα των κοσμικών πλανόμενων φώτων, και τους κοραλλιογενείς υφάλους από παλλόμενες καρδιές, και όταν είδε πως η μια κοσμική σφαίρα μετά την άλλη ρίχνει τις ψυχές της στη θάλασσα των νεκρών, και όταν είδε μια υδρόγειο να διασκορπίζει τα φώτα πάνω στα κύματα της: τότε σήκωσε τα μάτια, σαν ο μεγαλύτερος των πεπερασμένων, και κοίταξε το τίποτα και την κενή απεραντοσύνη και είπε: άκαμπτο, αμβλύ τίποτα! Ψυχρή αιώνια ανάγκη! Παρανοϊκή τυχαιότητα! Γνωρίζεστε μεταξύ σας; Πότε θα θρυμματίσετε το οικοδόμημα και εμένα; Τυχαιότητα, μήπως γνωρίζεις πότε προχωράς με τις καταιγίδες διά μέσου του χιονιού των αστεριών, και στροβιλίζεις τον ένα ήλιο γύρω από τον άλλο, και όταν η δρόσος των αστεριών σβήνει όταν περνάς; Πως είναι ο καθένας τόσο μόνος στο κελλάρι των νεκρών του σύμπαντος!»

Αυτός ο βαθύς τρόμος αντικατοπτρίζεται περιστασιακά στην φυσική φιλοσοφία του ρομαντισμού.

Στον διάλογο του Schelling «Κλάρα, περί της σχέσης της φύσεως με τον κόσμο των πνευμάτων», λέει η Κλάρα, που εδώ έχει την θέση της μακαρίτισσας Καρολίνας: «Στην νεότητα μου είχα την συνήθεια να καταλαβαίνω όλα κυριολεκτικά. Έτσι πίστευα, όταν γινόταν λόγος για τον ήλιο και άλλα αυτόφωτα άστρα, πως αυτά είναι από πάνω μας, πως βρίσκονται σε ένα πραγματικά ανώτερο και πολύ πιο λαμπρό χώρο από την γη μας. Το ίδιο και όταν γινόταν λόγος για τον Θεό, πως είναι ψηλά, ή για τις ψυχές των ευσεβών, πως είναι μαζί με τον Θεό στον ουρανό, το έπαιρνα κυριολεκτικά. Αργότερα, καθώς μεγάλωνα, με δίδαξαν καλύτερα. Μου είπαν πως πάνω και κάτω είναι απλώς έννοιες σχέσης, και πως είναι πιο σωστό να λέμε πως ήλιος είναι από κάτω μας, αφού στην πραγματικότητα πέφτουμε πάνω του, και διαρκώς μας ελκύει,όπως η γη. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τα άλλα αστέρια, ότι είναι κάτω από μας. Παντού είναι απλώς ένα απέραντο βάθος και ένα σκέτο κάτω. Ένας ουρανός, ως ένα ανώτερο και καλύτερο μέρος, δεν υφίσταται, αλλά παντού κάτι σαν την γη, που έχει το κάτω της σε ένα ήλιο παρόμοιο με τον δικό μας, και αυτοί οι ήλιοι έχουν ίσως άλλα πιο μεγάλα σώματα από κάτω, και έτσι προχωράει ασταμάτητα προς το βάθος και στην άμετρη άβυσσο, πάντα προς τα κάτω. Τώρα ζαλίστηκα από τους άμετρους αριθμούς και τις απίστευτες μάζες».
Συνεχίζεται
                                                               ΠΣΕ(ΜΑ)
Η εκκλησιαστική ταυτότητα μπορεί να ανακαλυφθεί εάν κατορθώσουμε να κατανοήσουμε καί μέσα σε ό,τι, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει τελείως αλλότριο, ακόμη καί εχθρικό, ποιοί είμαστε. Θα μπορούσαμε τότε να ανακαλύψουμε την ανατολικο-ορθόδοξη ταυτότητά μας μέσα από μία θετική συνάντηση με ο,τιδήποτε δυτικό. Σε αυτό συμπεριλαμβάνεται όχι μόνο η δυτική Χριστιανοσύνη, αλλά κατ’ επέκταση, καί η σύγχρονη φιλοσοφία, οι μη χριστιανικές παραδόσεις καί, πολύ περισσότερο, οι επιστήμες. Συνεπώς, μπορούμε να γνωρίζουμε τον εαυτό ως πράγματι Ανατολικό ή Ορθόδοξο ακριβώς μέσα από τη θετική συνάντηση με ο,τιδήποτε δεν είμαστε καί στο σημείο αυτό η Ορθόδοξη θεολογία θα έπραττε συνετά αν αντέστρεφε το παράδειγμα του Φλωρόφσκυ καί μέσα από την αναγνώριση του γεγονότος ότι, αναζητώντας τον εαυτό μας, εξαρτώμαστε από τον άλλο. Μέσα από αυτή την κοινή συνάντηση-αναγνώριση, ανακαλύπτουμε πραγματικά που ανήκει η καρδιά μας. «Η Ανατολή είναι η Δύση -για να παραλλάξουμε τον Kipling-, η Δύση είναι η Ανατολή καί το ζεύγος κάποτε θα σμίξει»215, με συνέπεια τα δύο μέρη να εμπλακούν σέ μία συνεχή καί δημιουργική ένταση, σέ μία ταύτιση των άκρων. Για να λάβουμε ένα παράδειγμα από την Ανατολή, αναγνωρίζουμε τον Φλωρόφκσυ ως έναν όντως ανατολικό θεολόγο, κυρίως στα σημεία που αυτός μεταλλάσσει αριστουργηματικά τον δυτικό θεολόγο Möhler στον τρόπο πού αυτός διαβάζει τούς Πατέρες. Έτσι, ο Φλωρόφσκυ, έστω κι ασυνείδητα, διαποτίζει τη νεοπατερική του σύνθεση με τον Schelling, με αποτέλεσμα να αποτελεί έναν κρυπτο-ρομαντικό, παραμένοντας, εντούτοις, απόλυτα πατερικός. Ή για να χρησιμοποιήσουμε ένα άλλο παράδειγμα, πού υπογραμμίζει τον εξέχοντα ρόλο του Παλαμισμού στην Ορθόδοξη θεολογία μετά απο τη δεκαετία του ’20. Κατανοούμε πληρέστερα τον Γρηγόριο Παλαμά στα σημεία κυρίως όπου χρησιμοποιεί216, το έργο του Αυγουστίνου, De Trinitate;;;. Περαιτέρω, αντιλαμβανόμαστε κατά τον πλέον οξυδερκή τρόπο τον Χρήστο Γιανναρά μόνο όταν διακρίνουμε τον μοναδικό τρόπο που μετάλλαξε τον Heidegger καί τον ρωμαιοκαθολικό περσοναλισμό υπό το πρίσμα του Παλαμά, ώστε ο ίδιος να πλησιάζει, ανεπίγνωστα, τον Αυγουστίνο.

Σχολιο:Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΗΝ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΕ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ. ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΣΙΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ. 
ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΗΣΥΧΟΥΜΕ ΣΕ ΛΙΓΟ ΘΑ ΕΧΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΣΗΜΗ ΣΦΡΑΓΙΔΑ ΑΥΤΗΣ ΤΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΟΣ.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος

Ουφολογία ως σωτηριολογική θρησκεία (3)

Ουφολογία ως σωτηριολογική θρησκεία
Του Ernst Benz, από το βιβλίο:
Ausserirdische Welten, Von Kopernikus zu den Ufos.
(Εξωγήϊνοι κόσμοι, από τον Κοπέρνικο μέχρι τα ούφο), Aurum Verlag, Edition 2000


........θρησκευτικές αντιλήψεις, οι οποίες βασίζονται σε μια γενική αίσθηση περί του κόσμου και δημοφιλείς αντιλήψεις περί «επιστήμης», όπως και στην αχώριστη αλληλεπίδραση θρησκευτικών και τεχνολογικών φαντασιών με κοσμολογικές θεωρήσεις, δεν είναι δυνατόν να αντικρουσθούν μέσω αρνητικών εμπειριών. Στις αρνητικές εμπειρίες μάλιστα βρίσκουν την βαθιά τους επιβεβαίωση και ενίσχυση......

Αυτές οι επισημάνσεις δείχνουν το απίστευτα μεγάλο μέρος που λαμβάνει η φαντασία στο οικοδόμημα της κοπερνίκειας κοσμοθεωρίας, και του νεότερου κλάδου της, της ουφολογίας. Ήδη στους πρωτοπόρους του ηλιοκεντρικού κοσμοειδώλου κατά τον 16ο αιώνα, η φαντασία έπαιζε ένα τεράστιο ρόλο, και έδινε φτερά στις επιστημονικές τους θεωρήσεις. Φυσικά, οι μορφωμένοι αστρονόμοι, όπως οι Kopernikus, Kepler, Huygens, δεν παραδέχτηκαν ποτέ, πως αυτή η σαγηνευτική μορφή, η φαντασία, παίζει ρόλο στις έρευνες τους. Ως λόγιοι, οι οποίοι παρουσίαζαν μια για την ζωή τους τόσο επικίνδυνη θεωρία, έπρεπε να υπερτονίζουν τον επιστημονικό χαρακτήρα των ανακαλύψεων τους, προς δική τους άμυνα. Στην πραγματικότητα όμως, δεν ήταν δυνατόν χωρίς την φαντασία να προωθηθεί η επιστημονική θεώρηση στα τόσο νέα και ανεξερεύνητα πεδία του κόσμου. Αυτό ισχύει κυρίως εκεί, όπου συνδυάζονται, όπως στην περίπτωση του Giordano Bruno, η έντονη καλλιτεχνική διαίσθηση, η πλούσια φαντασία και η ακόρεστη επιθυμία για γνώση, με μια συστηματική μόρφωση.

Στην πνευματική ιστορία της ανθρωπότητας υπάρχουν γεγονότα, τα οποία είχαν προκληθεί από την δημιουργική φαντασία αυτών που τα προκάλεσαν, και τα οποία προκάλεσαν ένα παγκόσμιο κύμα φαντασίας σε όλα τα σχετιζόμενα πεδία της επιστήμης, της πολιτικής και της παιδείας. Τα γεγονότα αυτά αποτέλεσαν και την μυστική ώθηση για τις μεγάλες ανατροπές της ανθρώπινης κοινωνίας. Ένα τέτοιο γεγονός ήταν η ανακάλυψη της Αμερικής. Ο ίδιος ο Κολόμβος την προκάλεσε, με το αξεδιάλυτο μείγμα που τον χαρακτήριζε: επιθυμία για περιπέτεια, γνώσεις πλοήγησης, ναυτικές και αστρονομικές, αποκαλυπτικές προσδοκίες περί ανοικοδόμησης του casa de dios στο όρος Σιών στην Ιερουσαλήμ, επιθυμία να ανακαλύψει την χώρα Ophir, ώστε με το χρυσάφι της, με το οποίο ήταν κτισμένος ο ναός του Σολομώντα, να κτίσει τον νέο ναό στο όρος Σιών, να συμβάλει έτσι στην επιτάχυνση της ανόρθωσης της Βασιλείας του Θεού. Το τελευταίο θα γινόταν εφικτό, εφόσον με την ανακάλυψη του πιο σύντομου δρόμου προς την Ινδία, θα υπαγόταν στην επιταχυνόμενη ιεραποστολή και η τελευταία χώρα που αντιστεκόταν στην ιεραποστολή, και με τον τρόπο αυτό ως «στρατόπεδο του σατανά» εμπόδιζε την επιστροφή του Χριστού. Η ανακάλυψη του νέου κόσμου αναζωογόνησε την φαντασία των Ευρωπαίων λογίων, πολιτικών, μεταρρυθμιστών, σε όλους τους τομείς, με ένα τρόπο που για μας είναι δύσκολο να φανταστούμε. Ολόκληρη η βιβλιογραφία περί πολιτικής και κοινωνικής ουτοπίας προκλήθηκε από το γεγονός πως προσφερόταν ένα υποτίθεται παρθένο έδαφος, όπου μπορούσαν να πραγματοποιηθούν όλες οι ιδέες μιας εκκλησιαστικής, πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής μεταρρύθμισης, που δε βαρύνονταν από τα λάθη και την ενοχή της Ευρώπης.

Η εξάπλωση του κοπερνίκειου κοσμοειδώλου είχε ωθήσει την φαντασία με ένα τρόπο που είχε ακόμα πιο ευρεία επίδραση. Μπορούμε να διακρίνουμε καθαρά δυο περιόδους: η πρώτη εποχή εκτείνεται μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, κατά την οποία η γνώση της θεώρησης του Κοπέρνικου είναι προνόμιο των ειδικών στην αστρονομία και στις σχετικές επιστήμες. Μόνο με την πλατιά διάδοση της ανώτερης παιδείας, αλλά και με την εμφάνιση επιστημονικών όπως και με μια κάποια επιστημονική κατεύθυνση περιοδικών, απέκτησε η νέα κοσμοθεωρία ένα μεγαλύτερο κύκλο οπαδών.

Αλλά η επιβολή της γενικής σχολικής παιδείας και η επέκταση των μέσων και ανώτερων σχολείων, δεν είχε επιφέρει μεγάλες αλλαγές. Τα διαστημικά ταξίδια έκαναν στο πλατύ κοινό σαφές, ότι κατοικούμε πάνω σε ένα πλανήτη που ανήκει σε ένα τεράστιο κοσμικό σύστημα. Η εμπειρία της δυνατότητας πραγματοποίησης πτήσεων στο διάστημα, και συνεπώς η δυνατότητα επίσκεψης ουρανίων σωμάτων, έστω της κοντινής, μικρής σελήνης, κατέστησε για πρώτη φορά την κοσμοθεωρία του Κοπέρνικου οικεία στο πλατύ κοινό. Τον μεγαλύτερο θρίαμβο αυτής της εξέλιξης αποτελούν οι φωτογραφίες της μπλε, αιωρούμενης στο διάστημα γήινης σφαίρας, που τραβήχτηκαν από το φεγγάρι, και που στους κατοίκους της γης έδωσαν την άσβεστη εντύπωση ότι κατοικούσαν πάνω σε μια κοσμική σφαίρα μέσα στο διάστημα.

Η κατάκτηση του διαστήματος ήταν το βασικό ερέθισμα για την φαντασία. Ο νέος κόσμος βρισκόταν αυτή την φορά στα άστρα. Η τεχνολογική πραγματοποίηση της διαστημικής πτήσης είχε ως αποτέλεσμα την παγκόσμια επίκληση της φαντασίας στα πλατύτερα στρώματα. Η λατρεία αυτή της φαντασίας, από την πλευρά της έδωσε νέες αφορμές στην επιστήμη και επέφερε νέες καλλιτεχνικές δημιουργίες.

Η εκρηκτική δύναμη αυτής της πρόκλησης της φαντασίας, εκφράζεται με τον σαφέστερο τρόπο με την αύξηση της λεγόμενης Science Fiction λογοτεχνίας.

Ο συνδυασμός που λειτούργησε διεγερτικά σε όλες τις χώρες που είχαν κατακτηθεί από την μοντέρνα επιστήμη, είχε τις εξής συνιστώσες: α) την κοσμολογία πού εντυπωσίασε με την ανακάλυψη πως το διάστημα είναι ασύλληπτο και περιέχει μια ποικιλία αστρονομικών δομών, όπως σταθερά άστρα, σωροί άστρων, γαλαξίες, και γίνονται συνεχώς νέες ανακαλύψεις, β) την μοντέρνα τεχνολογία, η οποία είχε ήδη αποδείξει την δυνατότητα διαστημικών πτήσεων, και γ) την επέκταση της μοντέρνας ψυχολογίας, και των θεωρήσεων της περί δυνατοτήτων νέων μορφών αισθητηριακής εμπειρίας και διεύρυνσης της συνείδησης. Το χαρακτηριστικό της Science Fiction είναι ακριβώς το γεγονός, πως οι κλασσικοί της, όπως ο Jules Verne και ο Herbert George Wells, με τις φανταστικές λογοτεχνικές τους δημιουργίες, περιέγραψαν πολύ πριν επέλθει, την πραγματική τεχνολογική εξέλιξη. Από την άλλη, οι αρχές της μοντέρνας τεχνολογίας τούς ήταν τόσο οικείες, ώστε στις φανταστικές τους ιστορίες έδιναν την εντύπωση πως είναι δυνατή η πραγματοποίηση των όσων περιγράφουν. Όταν οι τεχνικοί πράγματι κατασκεύασαν επινοήσεις που συμφωνούσαν με την τεχνολογική φαντασία των συγγραφέων αυτών, θεωρήθηκαν ως προφήτες της νέας αυτής εξέλιξης, και η αξιοπιστία τους είχε αναβαθμιστεί απρόσμενα.
Και η Science Fiction περιέχει μια σειρά θρησκευτικών στοιχείων, τα οποία παίζουν μεγάλο ρόλο τόσο στην κοσμολογία όσο και στην ηθική τους. Τα στοιχεία αυτά επανεμφανίζονται στην θρησκεία της ουφολογίας.
Οι οπαδοί της ουφολογίας δυσαρεστούνται όταν η ουφολογία χαρακτηρίζεται ως νέα θρησκεία. Τονίζουν ιδιαίτερα τον αυστηρά «επιστημονικό» χαρακτήρα της. Υπάρχει ένας αριθμός ουφολογικών ερευνητικών ιδρυμάτων, που ασχολούνται αποκλειστικά με τις παρατηρήσεις και με την εξέταση των μαρτυριών περί υποτιθέμενων εμφανίσεων των ούφο. Τα ιδρύματα αυτά αποποιούνται κάθε κοσμοθεωρητική ή θρησκευτική ερμηνεία. Αλλά και αυτά τα ιδρύματα δεν είναι σε θέση να αποτρέψουν την χρήση των αποτελεσμάτων των ερευνών τους από αμέτρητες άλλες ουφολογικές οργανώσεις, οι οποίες προσδίδουν μια κοσμοθεωρητική ή θρησκευτική ερμηνεία στα αποτελέσματα αυτά. Και αυτά τα ιδρύματα δίνουν μεγάλη αξία στο να χαρακτηρίζονται ως «επιστημονικές» οργανώσεις. Αυτό το εκφράζουν στους τίτλους των πολυάριθμων εκδόσεων τους.
Αυτή η επιμονή στην επιστημονικότητα δεν είναι αποκλειστικό χαρακτηριστικό της ουφολογίας, αλλά γενικό χαρακτηριστικό πολλών «νέων θρησκειών», και σχετίζεται με την μεταλλαγμένη κοσμική και ιστορική συνείδηση, η οποία αντιστοιχεί στην μοντέρνα τεχνολογική σκέψη και τον τρόπο ζωής. Σκοπός πολλών «νέων θρησκειών» είναι η σύνδεση μιας επιστημονικής κοσμοθεωρίας (που βρίσκεται στο ύψος τής μοντέρνας επιστημονικής εξέλιξης και που θεωρεί την επιστήμη ως την μοναδική δυνατότητα για την επιβίωση μας) με μια θρησκευτική κατανόηση της πραγματικότητας, η οποία παρά τις εκλογικεύσεις δεν έχει ξεχάσει την υπερβατική της ρίζα. Στην θεμελιώδη απαίτηση περί «επιστημονικότητας», αντικατοπτρίζεται το πνεύμα της εποχής του επιστημονικού θετικισμού κατά τον 19ο αιώνα. Ο επιστημονικός θετικισμός από την μεριά του, δεν ήταν σε θέση να αποκρύψει τα μυστικά εσχατολογικά και θρησκευτικά χαρακτηριστικά του, τα οποία εκφράζονταν στην προσμονή της τελειότητας της επιστημονικής γνώσης και της λύσης όλων των «αινιγμάτων», που ήταν σκοπός της πνευματικής εξέλιξης του ανθρώπου. 

Η διδασκαλία του Auguste Comte περί των τριών επιπέδων, της θρησκευτικής, μεταφυσικής και θετικιστικής φάσης της ανθρώπινης ιστορίας, ήταν ένα είδος εκκοσμίκευσης της μυστικιστικής διδασκαλίας των τριών επιπέδων, που εξέφρασε ο μεσαιωνικός προφήτης Joachim da Fiore, ο οποίος δίδασκε πως το τελευταίο επίπεδο που αντιστοιχεί στο άγιο πνεύμα, είναι η κοσμική εποχή της intelligentia spiritualis.

Η επανανακάλυψη της ιαματικής δύναμης του χριστιανικού μηνύματος πήρε από την Mary Baker-Eddy το όνομα Christian Science, η εκκλησία της ονομάζεται Church of Christ, Scientist. Το προδρομικό στάδιο αυτής της εξέλιξης είναι η «Scientology», ο ιδρυτής της οποίας είναι ο L. Ron Hubbard. Η σχέση θρησκείας και επιστήμης είναι ιδιαίτερα εμφανής στον Hubbard, ο οποίος είχε αρχίσει την καριέρα του ως ιδρυτής θρησκείας με την συγγραφή μυθιστορημάτων επιστημονικής φαντασίας, όπου αναμιγνύονται μια τεχνολογική φαντασία εμπλουτισμένη κυρίως με εκλαϊκευμένες αστρονομικές γνώσεις, και μια τάση προς το απόκρυφο. Αλλά και ο πνευματισμός του 19ου αιώνα, ο οποίος έλαβε τον χαρακτήρα διδασκαλίας από τον Alan Kardec, χαρακτηριζόταν ως «επιστημονικός πνευματισμός», και θεωρούσε τον εαυτό του, στην σχέση του με τον κόσμο των πνευμάτων, ως εφαρμογή της αρχής της εμπειρίας του Comte. Στην ίδια γραμμή ανήκει και η ουφολογία ως «επιστήμη».

Στην ιστορία των θρησκειών, η ουφολογία εμφανίζεται ως μια νέα μορφή σωτηριολογικής θρησκείας. Στην περίπτωση της τον ρόλο του σωτήρα παίζουν οι τεχνολογικά τέλειοι μυστηριώδεις αρχηγοί των κατοίκων των άλλων πλανητών. Οι αρχηγοί αυτοί προσπαθούν να σώσουν την ανθρωπότητα από την αυτοκτονία στην οποία τείνει μέσω των ατομικών όπλων. Ή τουλάχιστον προσπαθούν να σώσουν ένα «ιερό υπόλοιπο», μεταφέροντας τους σε ένα καλύτερο άστρο. Σε μεμονωμένες περιπτώσεις υπονοείται, πως η πλανητική μορφή του σωτήρος, που επεμβαίνει στην ιστορία της γης με την αποστολή των ούφο, δεν είναι άλλος από τον κοσμικό Χριστό, που εμφανίζεται με διαφορετικό όνομα.

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2025

Ουφολογία ως σωτηριολογική θρησκεία (5)

Συνέχεια από Σάββατο 5 Απριλίου

Ουφολογία ως σωτηριολογική θρησκεία ε
.
Του Ernst Benz, από το βιβλίο: Ausserirdische Welten, Von Kopernikus zu den Ufos.
.
(Εξωγήϊνοι κόσμοι, από τον Κοπέρνικο μέχρι τα ούφο), Aurum Verlag, Edition 2000
Το σοκ που προκάλεσε η επανάσταση του Κοπέρνικου
 
Η κοπερνίκεια αντίληψη για τον κόσμο, όπου η γη είναι απλά ένας πλανήτης ανάμεσα στους αναρίθμητους άλλους, έχει καταστεί γενικευμένο θεμελιώδες συστατικό της κοσμικής συνείδησης, μόνο από την εποχή που τα διαστημικά ταξίδια έδωσαν την δυνατότητα να φωτογραφηθεί από το φεγγάρι, ή και από την πορεία προς αυτό, η γυαλιστερή γήινη σφαίρα. Είναι η ολοκλήρωση μιας διαδικασίας αιώνων, που ξεκίνησε στο τέλος του 15ου αιώνα, και επέφερε μια από τις μεγαλύτερες πνευματικές επαναστάσεις της ανθρωπότητας. Γιατί η ανακάλυψη του Κοπέρνικου (που την εκλέπτυναν και επέκτειναν ο Γαλιλαίος, ο Κέπλερ και ο Νεύτων), είχε προκαλέσει ένα τέτοιο σοκ, που την πρώτη του δημόσια έκφραση βρήκε στην καταδίκη του Γαλιλαίου από την Εκκλησία, το 16331;

Οι άνθρωποι βέβαια, λόγω μιας εσώτατης καταβολής μέσα στην ανθρώπινη φύση, θέλουν να ζουν σε ένα κόσμο με νόημα, σε ένα πλαίσιο με τάξη, το περιεχόμενο του οποίου καθορίζει το αίσθημα μας περί κόσμου, ζωής και φύσης. Αυτή η γη ήταν για τον αρχαίο και μεσαιωνικό Χριστιανισμό το κεντρικό έργο της θεϊκής δημιουργίας. Ο άνθρωπος ήταν το κύριο πλάσμα αυτής της γης, δημιουργημένος βάσει της εικόνας του Θεού η κύρια ασχολία του Θεού ήταν η διατήρηση αυτού του κόσμου και η πραγμάτωση του σχεδίου σωτηρίας της ανθρωπότητας. Με τους εκλεκτούς αυτής της γης θέλει να εγκαθιδρύσει την βασιλεία του. Ο ήλιος, η σελήνη και τα άστρα φωτίζουν αυτήν σκηνή της θεϊκής δραστηριότητας, με ένα από τον Θεό καθορισμένο ρυθμό. Αυτό ήταν το θεμέλιο της αντίληψης του κόσμου στον αρχαίο Χριστιανισμό, που το επιβεβαίωνε ένα γεγονός της στον Πτολεμαίο βασισμένης αντίληψης του κόσμου: το πρωί βγαίνει ο ήλιος, το βράδυ φεύγει, και η σελήνη και οι πλανήτες εμφανίζονται με συγκεκριμένο ρυθμό εντός του φωτεινού στερεώματος που σχηματίζουν οι απλανείς αστέρες.

Η δημοσιοποίηση της αντίληψης του Κοπέρνικου περί του κόσμου, πρέπει να προκάλεσε βαθιά αναταραχή: η γη, μέχρι τότε η μοναδική σκηνή της επιβεβαίωσης του Θεού, εμφανιζόταν ως ένας κόκκος σκόνης εν μέσω της τρομακτικής στρατιάς ήλιων, που πιθανόν να έχουν παρόμοιους δορυφόρους όπως είναι οι πλανήτες του δικού μας ηλιακού συστήματος. Και ο άνθρωπος φαινόταν σαν σκόνη πάνω σε αυτών τον κόκκο σκόνης. Η ενσάρκωση του Θεού στον Ιησού Χριστό, το κύριο γεγονός όλης της ιστορίας της σωτηρίας, υποβιβαζόταν σε ένα επεισόδιο πάνω σε ένα παράπλευρο σκηνικό του κόσμου, ή γινόταν μάλιστα αμφίβολο. Όλες οι αντιλήψεις πάνω στις νοηματικό οικοδόμημα της ανθρωπότητας βασιζόταν, και που ήταν το θεμέλιο της συνείδησης του εαυτού και του κόσμου, είχε καταρρεύσει. Αυτή την διαδικασία ονομάζουμε κοπερνίκειο σοκ. Η ανθρωπότητα η οποία είχε ξεριζωθεί από το παλιό της αξιακό πλαίσιο, έπρεπε να αντιμετωπίσει στο πνευματικό, ψυχικό και συναισθηματικό επίπεδο την νέα κοσμοθεωρία, η οποία αμφισβητούσε το μέχρι τότε αυτονόητο. Μια τρομακτική εργασία.

Οι συνέπειες και η διάδοση του σοκ


Το σοκ αυτό βέβαια δεν ενήργησε εν μιά νυκτί. Το αντίθετο. Προχώρησε πολύ αργά. Η νέα κοσμοθεωρία ήταν για αιώνες μια μυστική διδασκαλία λίγων μορφωμένων αστρονόμων. Αλλά ακόμα και όταν οι διδασκαλίες του Κοπέρνικου είχαν αποκτήσει μεγαλύτερη δημοσιότητα, και είχε φτάσει ακόμα και στα αυτιά μερικών θεολόγων, οι οποίοι ήταν σε θέση να εκτιμήσουν τις συνέπειες της νέας σκέψης για την βιβλική σκέψη, προσωπικότητες της καθολικής Εκκλησίας κατέβαλαν προσπάθειες ώστε να μην απαγορευθεί η νέα κοσμοθεωρία, αλλά να επιτραπεί η διάδοση της ως μια υπόθεση των αστρονόμων, η οποία είναι σε θέση να εξηγήσει καλύτερα μερικά αινιγματικά αστρονομικά φαινόμενα. Η αντίσταση από πλευράς της Εκκλησίας ξεκίνησε, όταν αστρονόμοι σαν τον Γαλιλαίο επέμειναν, πως η νέα κοσμοθεωρία δεν είναι υπόθεση, αλλά πως το σύμπαν είναι δομημένο έτσι όπως αυτοί το παρουσιάζουν, και πως η παλιά κοσμοθεωρία ήταν αντικειμενικά εσφαλμένη και πως έχει επιστημονικώς ανατραπεί.

Η αντίσταση αυτή, πρέπει να το παραδεχθούμε, ήταν αυτονόητη. Η Εκκλησία δεν ήταν φορέας της αντίστασης, επειδή μερικοί ξεροκέφαλοι θεολόγοι δεν ήταν σε θέση πνευματικά και επιστημονικά, να παρακολουθήσουν τις νέες αστρονομικές γνώσεις και του μαθηματικούς υπολογισμούς. Η Εκκλησία έπρεπε να υπερασπιστεί το θεμελιώδες νόημα του κόσμου, πάνω στο οποίο βασιζόταν η αντίληψη της περί Θεού και ανθρώπου, περί δημιουργίας και σωτηρίας, ζωής και θανάτου, σωτηρίας και απώλειας, παραδείσου και κόλασης. Με τους θεολόγους που καταπολεμούσαν την κοπερνίκειο κοσμοθεωρία, αντιδρούσε ο Χριστιανισμός στο σοκ που προκάλεσε η ανακάλυψη της νέας κοσμοθεωρίας.

Το σοκ αυτό κατέλαβε αργά το πλατύ κοινό. Ο Ortega y Gasset, επισημαίνει ιδιαιτέρως αυτό το γεγονός στο βιβλίο του «Οι παγκόσμιες ιστορικές κρίσεις»
2.

Πρώτος ο Giordano Bruno, τον οποίο έκαψαν το 1600 στο Campo de Fiore στην Ρώμη, «που ήταν ο σχεδόν μεθυσμένος ομολογητής του απείρου, κατακερμάτισε πραγματικά τον παλιό οίκο του κόσμου, και απέδειξε πως κάθε απλανής αστέρας είναι πυρήνας ηλιακών συστημάτων που χάνονται στο άπειρο»3.

Αλλά και μετά την δίκη του Γαλιλαίου, που έλαβε χώρα 60 χρόνια μετά την εμφάνιση του έργου του Κοπέρνικου, η νέα κοσμοθεωρία ήταν αποκλειστικό προνόμιο μερικών ειδικών.

Αυτή η αργή διείσδυση της κοπερνίκειας κοσμοθεωρίας, δεν έλαβε χώρα μόνο στο πεδίο της καθολικής επιστήμης (που είχε ως έμβλημα την αναθεματιστική καταδίκη του Γαλιλαίου). Διείσδυσε και στην προτεσταντική επιστήμη, τόσο στην Γερμανία όσο και στην Ελβετία. Ο Paul Wernle το έδειξε αυτό πολύ παραστατικά στο έργο του «Ελβετικός Προτεσταντισμός κατά του 18ο αιώνα». Το 1675 στην Βασιλεία, (όπου ο Syllabus controversarium του 1662 καθόριζε ως άρθρο πίστεως την ακινησία της γης και την κίνηση του ήλιου και των αστέρων περί την γην), είχε απαγορευθεί στον καθηγητή μαθηματικών Peter Megerlin, από τον πρύτανη του πανεπιστημίου, να δίνει διαλέξεις που περιείχαν τις διδασκαλίες του Κοπέρνικου. Το 1681 του είχε απαγορευθεί να εκδώσει στην Βασιλεία ή αλλού, το βιβλίο του «Systema mundi copernicanum argumentis invictis demonstratum». Όταν το επόμενο έτος το τύπωσε στο Amsterdam, την γλύτωσε τιμωρούμενος απλώς με μια επίπληξη.

Στην Ζυρίχη, ο ερευνητής Johann Jakob Scheuchzer, στο έργο του «Physica oder Naturwissenschaft», στις εκδόσεις από το 1701 και μετά, δεν εξέφραζε την γνώμη του περί του ερωτήματος που προκαλούσε την έριδα. Περιοριζόταν στο να εκθέτει απλώς τα επιχειρήματα του Πτολεμαίου και οπαδών του Κοπέρνικου. Όταν ο ίδιος ερευνητής, που στο μεταξύ είχε προαχθεί σε καθηγητή μαθηματικών, το 1721 ήθελε να τυπώσει το έργο του «Jobi physica sacra», έλαβε από τους λογοκριτές την οδηγία να «παραλείψει το σύστημα του Κοπέρνικου, γιατί οι κύριοι προϊστάμενοι το απεχθάνονται.» Στην καθυστέρηση του θριάμβου του Κοπέρνικου και του Νεύτωνα, συνέβαλε αποφασιστικά και η ασθενής προσπάθεια διαμεσολάβησης του Descartes. Αυτός για λόγους συμβιβασμού με την Εκκλησία, προσπάθησε να σώσει την ακινησία της γης εντός του ηλιακού συστήματος, και φαίνεται πως τα επιχειρήματά του είχαν κάτι γοητευτικό για τους σύγχρονους του. Ακόμα και και Johannes I. Bernoulli, ο μεγάλος μαθηματικός, είχε μείνει καρτεσιανός σε όλη του τη ζωή. Ο De Crousaz στην Λοζάνη, ο Leonard Euler στην Αγία Πετρούπολη και το Βερολίνο, αποδέχτηκαν την διδασκαλία του Νεύτωνα. Μόνο αφότου οι Daniel Bernoulli, Gabriel Cramer και ο φίλος του Calandrini, έσπασαν την αντίσταση κατά της διδασκαλίας του Νεύτωνα, είχε ολοκληρωθεί η νίκη της διδασκαλίας του Κοπέρνικου στο ελβετικό έδαφος. Ο Albrecht von Haller μπορούσε πια πανηγυρίσει: «Επιτέλους ήρθε η μέρα, που ο κρυστάλλινος ουρανός, η υπεροπτική θέση της γης στο κέντρο του κόσμου, η αχρείαστη ταχύτητα του ήλιου και των απλανών αστέρων, και τα άλλα λάθη αυτού του οικοδομήματος ξεχώρισαν από την αληθινή διδασκαλία»4.
Είχε αφεθεί στον Pope η τιμή να ντύσει την νέα αυτή γνώση με θριαμβευτικούς τοίχους:
Nature und Nature’s Laws lay hid in night.
God said: «Let Newton be», und all was light.
Αν πραγματικά θέλουμε να κατανοήσουμε το φαινόμενο που ονομάζουμε κοπερνίκειο σοκ, πρέπει να περιοριστούμε σε μαρτυρίες, όπου η επίγνωση των συνεπειών αυτής της νέας κοσμοθεωρίας διεισδύει στις θρησκευτικές εμπειρίες ευσεβών ανθρώπων του 17ου και 18ου αιώνα. Ανθρώπων που ανησύχησαν βαθιά από την ματιά στην άπειρη άβυσσο του νέου κόσμου.
Στην πνευματική ποίηση, η οποία βρίσκεται και στα ψαλτήρια των διαφόρων ενοριών, εμφανίζονται νέοι τόνοι. Ο Johann Rist, ιερέας από την πόλη Wedel (περιοχή Holstein), την εποχή του διάσημος και από τον αυτοκράτορα τιμημένος ποιητής, γράφει το 1660:
Ω αιωνιότης, λόγε της βροντής,
Ω σπαθί, που την ψυχή τρυπάς,
Ω αρχή, αλλά και τέλος,
Ω αιωνιότης, χρόνε χωρίς χρόνο,
Από την μεγάλη μου λύπη
Δεν ξέρω σε ποιον να στραφώ.
Ένας λαϊκός, όπως ο Jakob Böhme, περιγράφει την κατάσταση του, πριν του ανοιχθεί η «θέα προς το όν των όντων» ως εξής: «φρίκη της ψυχής μπρος στην σκοτεινή άβυσσο», και περιγράφει πως «περιέπεσα σε μια σκληρή μελαγχολία και θλίψη, όταν αντίκρισα το βάθος αυτού του κόσμου...ήμουν εξαιτίας του εντελώς μελαγχολικός και πολύ θλιμμένος, καμιά γραφή δεν μπορούσε να με παρηγορήσει, την οποία γνώριζα καλά: και ο διάβολος σίγουρα δε θα πανηγύρισε, που μου επέβαλε ειδωλολατρικούς λογισμούς, τους οποίους θα αποσιωπήσω»5. Ένας τόσο ευσεβής άνθρωπος, όπως παπουτσής Böhme, αισθάνεται φρίκη για την άνοδο ειδωλολατρικών, δηλαδή άθεων, μηδενιστικών λογισμών, που προκαλούσε το βλέμμα στο τρομακτικό βάθος του νέου κόσμου.
Αυτά που ο Böhme θέλει να αποσιωπήσει, τους «ειδωλολατρικούς λογισμούς», ο διάβολος του τους «επέβαλε», τους βρίσκουμε εκφρασμένους σε ένα κείμενο, που αποτελεί την γλωσσικά ισχυρότερη προσπάθεια έκφρασης της μηδενιστικής πτυχής του κοπερνίκειου σοκ. Είναι το κείμενο του Jean Paul: «Ομιλία του νεκρού Χριστού, απευθυνόμενος από το κοσμικό οικοδόμημα προς τα κάτω, ότι δεν υπάρχει Θεός»6. Ο νεκρός Χριστός λέει: «Περπάτησα ανάμεσα στους κόσμους, ανέβηκα στους ήλιους και πέταξα μαζί με τους γαλαξίες δια μέσου των ερήμων του ουρανού. Αλλά δεν υπάρχει κανένας Θεός. Κατέβηκα, μέχρι εκεί που η πέτρα ρίχνει την σκιά της, και κοίταξα μέσα στην άβυσσο και φώναξα: πατέρα, που είσαι; Αλλά άκουσα μόνο την αιώνια καταιγίδα, την οποία κανείς δεν εξουσιάζει, και το ουράνιο τόξο από τα πλάσματα, ήταν εκεί χωρίς τον ήλιο που το δημιούργησε. Το ουράνιο τόξο ήταν πάνω από την άβυσσο και έσταζε. Και όταν κοίταξα προς τα πάνω, προς τον άμετρο κόσμο, ψάχνοντας το θεϊκό μάτι, ο κόσμος με κοίταξε με μια κενή, χωρίς πάτο κόγχη οφθαλμού, και η αιωνιότητα ήταν πάνω από το χάος, και μασούσε και μηρύκαζε τον εαυτό της-φωνάξτε παράφωνα, διώξτε τις σκιές με τις φωνές. Γιατί αυτός δεν είναι. Οι παραφωνίες ούρλιαξαν πιο δυνατά, αποχωρίστηκαν οι τοίχοι του ναού τρέμοντας, και ο ναός και τα παιδιά βυθίστηκαν-και ολόκληρη η γη και ο ήλιος βυθίστηκαν-όλο το κοσμικό οικοδόμημα βυθίστηκε μπροστά μας με την απεραντοσύνη του- και πάνω στην κορυφή της άμετρης φύσης στεκόταν ο Χριστός και κοίταζε το κοσμικό οικοδόμημα, διάτρητο από χιλιάδες ήλιους, να κοίταζε μέσα στην αιώνια νύχτα ένα σκαμμένο ορυχείο, όπου οι ήλιοι είναι σαν τα φωτιστικά των υπόγειων διαδρόμων, και οι γαλαξίες σαν τις φλέβες αργύρου.

Και όταν ο Χριστός είδε τους κόσμους να συνωστίζονται, το παιχνίδισμα των κοσμικών πλανόμενων φώτων, και τους κοραλλιογενείς υφάλους από παλλόμενες καρδιές, και όταν είδε πως η μια κοσμική σφαίρα μετά την άλλη ρίχνει τις ψυχές της στη θάλασσα των νεκρών, και όταν είδε μια υδρόγειο να διασκορπίζει τα φώτα πάνω στα κύματα της: τότε σήκωσε τα μάτια, σαν ο μεγαλύτερος των πεπερασμένων, και κοίταξε το τίποτα και την κενή απεραντοσύνη και είπε: άκαμπτο, αμβλύ τίποτα! Ψυχρή αιώνια ανάγκη! Παρανοϊκή τυχαιότητα! Γνωρίζεστε μεταξύ σας; Πότε θα θρυμματίσετε το οικοδόμημα και εμένα; Τυχαιότητα, μήπως γνωρίζεις πότε προχωράς με τις καταιγίδες διά μέσου του χιονιού των αστεριών, και στροβιλίζεις τον ένα ήλιο γύρω από τον άλλο, και όταν η δρόσος των αστεριών σβήνει όταν περνάς; Πως είναι ο καθένας τόσο μόνος στο κελλάρι των νεκρών του σύμπαντος!»

Αυτός ο βαθύς τρόμος αντικατοπτρίζεται περιστασιακά στην φυσική φιλοσοφία του ρομαντισμού.

Στον διάλογο του Schelling «Κλάρα, περί της σχέσης της φύσεως με τον κόσμο των πνευμάτων», λέει η Κλάρα, που εδώ έχει την θέση της μακαρίτισσας Καρολίνας: «Στην νεότητα μου είχα την συνήθεια να καταλαβαίνω όλα κυριολεκτικά. Έτσι πίστευα, όταν γινόταν λόγος για τον ήλιο και άλλα αυτόφωτα άστρα, πως αυτά είναι από πάνω μας, πως βρίσκονται σε ένα πραγματικά ανώτερο και πολύ πιο λαμπρό χώρο από την γη μας. Το ίδιο και όταν γινόταν λόγος για τον Θεό, πως είναι ψηλά, ή για τις ψυχές των ευσεβών, πως είναι μαζί με τον Θεό στον ουρανό, το έπαιρνα κυριολεκτικά. Αργότερα, καθώς μεγάλωνα, με δίδαξαν καλύτερα. Μου είπαν πως πάνω και κάτω είναι απλώς έννοιες σχέσης, και πως είναι πιο σωστό να λέμε πως ήλιος είναι από κάτω μας, αφού στην πραγματικότητα πέφτουμε πάνω του, και διαρκώς μας ελκύει,όπως η γη. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τα άλλα αστέρια, ότι είναι κάτω από μας. Παντού είναι απλώς ένα απέραντο βάθος και ένα σκέτο κάτω. Ένας ουρανός, ως ένα ανώτερο και καλύτερο μέρος, δεν υφίσταται, αλλά παντού κάτι σαν την γη, που έχει το κάτω της σε ένα ήλιο παρόμοιο με τον δικό μας, και αυτοί οι ήλιοι έχουν ίσως άλλα πιο μεγάλα σώματα από κάτω, και έτσι προχωράει ασταμάτητα προς το βάθος και στην άμετρη άβυσσο, πάντα προς τα κάτω. Τώρα ζαλίστηκα από τους άμετρους αριθμούς και τις απίστευτες μάζες».
Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2025

Ουφολογία ως σωτηριολογική θρησκεία (9)

  Συνεχίζεται από Τετάρτη 1 Ιουλίου 2020

Η ανακάλυψη ενός μεγαλύτερου Θεού
Του Ernst Benz, από το βιβλίο:
Außerirdische Welten, Von Kopernikus zu den Ufos (Εξωγήινοι κόσμοιΑπό τον Κοπέρνικο μέχρι τα ούφο), Aurum Verlag, Edition 2000
Το σοκ που προκάλεσε η επανάσταση του Κοπέρνικου
Περί της διάδοσης της αμαρτίας στον κόσμο των πλανητών

Εμμανουήλ Καντ 

Στους κοσμολόγους που ασχολήθηκαν με επιστημονικές υποθέσεις περί των κατοίκων των πλανητών ανήκε ο ίδιος εκείνος Καντ, ο οποίος κορόιδευε τον Swedenborg λόγω των μεταφυσικών του ονείρων περί των κατοίκων των πλανητών. Ο ίδιος εκείνος Καντ που στην νεότητα του δεν ήταν μακριά από την ηδονή που πρόσφερε η επινόηση παραμυθιών, για την οποία κατηγορούσε τον Swedenborg, πράγμα που παραδέχεται στην κριτική του. Οι υποθέσεις του περί των κατοίκων των πλανητών βρίσκονται στο γνωστότερο από τα επιστημονικά του έργα: «Γενική ιστορία της φύσεως και η θεωρία περί ουρανού ή Δοκίμιο περί της κατάστασης και περί της μηχανικής προέλευσης του σύμπαντος, βασιζόμενη στις αρχές του Νεύτωνα», εκδοθέν το 1755.
Είναι γενικά γνωστό περί του έργου αυτού, πως στο πρώτο μέρος περιέχει το νέο σύστημα του κοσμικού οικοδομήματος, το οποίο ο Καντ αναπτύσσει ως συνέχεια των ερευνών του πάνω στον Νεύτωνα, και πως στο δεύτερο μέρος προσπαθεί να διαφωτίσει την εξέλιξη του σύμπαντος από την πιο πρωτόγονη μορφή της φύσεως, μέσω καθαρά μηχανικών νόμων. Λιγότερο γνωστό είναι πως στα δυο αυτά μέρη, που απέκτησαν μεγάλη διασημότητα στην ιστορία της σύγχρονης κοσμολογίας, προστίθεται και ένα τρίτο μέρος, που ασχολείται αποκλειστικά με τους κατοίκους των πλανητών, και περιέχει ένα «Δοκίμιο σύγκρισης μεταξύ των κατοίκων των διαφόρων πλανητών θεμελιωμένη στις αναλογίες που υφίστανται στην φύση»Όση φαντασία και να περιέχουν οι υποθέσεις του Καντ για τους κατοίκους των επιμέρους πλανητών, όσο ξεκάθαρα και να φαίνεται η πραγματική χαρά τού συγγραφέως για την φαντασία με την οποία εξετάζει τέτοιου είδους υποθέσεις, και τις οποίες οικοδομεί με ένα παιχνιδιάρικο τρόπο, τόσο τού είναι σαφές επίσης, πως ο πειρασμός της ελεύθερης χρήσης της φαντασίας από ένα μορφωμένο και φιλόσοφο, ενέχει κινδύνους. Προσπαθεί επομένως από την αρχή να χαλιναγωγήσει τις υποθέσεις του με αυστηρές αρχές κριτικής. Ακόμα και τις αναλογίες που χρησιμοποιεί προσπαθεί να τις κρατήσει στα όρια αυτού που μπορεί να γνωριστεί ή τουλάχιστο υπάρχει πιθανότητα να ισχύει. 
Το τρίτο μέρος αρχίζει με την υπεράσπιση εναντίον της κατηγορίας, πως η διαπραγμάτευση τέτοιων προβλημάτων, που οδηγούν στο βασίλειο της φαντασίας, αποτελεί ατιμία για τις ακριβείς επιστήμες (μαθηματικά, φυσική...). Ο Καντ γνωρίζει πολύ καλά πως ασχολούμενος με το ερώτημα περί τών κατοίκων των πλανητών αγγίζει μια περιοχή που οδηγεί πέραν τών ορίων τών επ’ ακριβώς αποδείξιμων γνώσεων περί φύσης. Για τον λόγο αυτό υπόσχεται από την αρχή, πως για το θέμα θέλει  μόνο τέτοιες προτάσεις, οι οποίες θά «μπορούν να προσφέρουν κάτι στην διεύρυνση των γνώσεων μας»- από φόβο μήπως θεωρηθεί ελαφρόμυαλος. Επομένως, ότι αναφέρει περί των κατοίκων τών πλανητών, βασίζεται στην απαίτηση πως δεν είναι προϊόν φλύαρης φαντασίας, αλλά επιστημονικές γνώσεις, «που η πιθανότητα ότι ισχύουν είναι τόσο θεμελιωμένη, που είναι σχεδόν αδύνατο να αρνηθεί κανείς ότι ισχύουν»21
Όπως ο Fontanelle και ο Huygens, και όλοι οι υπόλοιποι πρόγονοι της θεωρίας περί των κατοικημένων πλανητών, έτσι και ο Καντ θεωρεί αυτονόητο πως η μεγαλύτερη τιμή για ένα πλανήτη είναι να κατοικείται από σκεπτόμενα όντα. Η ευχή αυτή όμως, πως το σύμπαν κατοικείται από πνευματικά όντα με χαρακτηριστικά προσώπου, περιορίζεται από τις επιστημονικές παρατηρήσεις, οι οποίες δεν είναι διαθέσιμες στον Fontanelle ή στον Huygens. Ο Καντ δεν νομίζει αναγκαίο, πως όλοι οι κατοικημένοι πλανήτες πρέπει να θεωρηθεί πως κατοικούνται από σκεπτόμενα όντα. Δεν βρίσκονται όλοι οι πλανήτες στο ίδιο επίπεδο ανάπτυξης. Ο ένας πλανήτης φτάνει στην κατάσταση τελειότητας, στην οποία φυσικά περιλαμβάνεται και η κατοίκηση με σκεπτόμενα πνευματικά όντα, νωρίτερα, άλλος αργότερα. Βάσει των αστρονομικών παρατηρήσεων φαίνεται πως ο Δίας δεν έχει φτάσει ακόμα στην κατάσταση να είναι κατοικήσιμος, όμως «μπορούμε να υποθέσουμε με ακόμα μεγαλύτερη ικανοποίηση, πως αν είναι ακόμα ακατοίκητος, σε κάποια στιγμή θα κατοικηθεί, όταν ολοκληρωθεί η περίοδος ανάπτυξης του»22
Ο Καντ δεν προσπάθησε σε κανένα σημείο να δώσει μια απόδειξη περί της υπάρξεως των κατοίκων των πλανητών, απλώς την προϋποθέτει, με τον περιορισμό, πως δεν είναι αναγκαίο να υποτεθεί η ταυτόχρονη παρουσία τους σε όλους τους πλανήτες. Η προϋπόθεση αυτή βασίζεται στην επίγνωση, πως τα σκεπτόμενα πνευματοειδή όντα ανήκουν στην κλίμακα των πλασμάτων που κατοικούν στο σύμπαν. «Η απειροσύνη της δημιουργίας περιλαμβάνει με την ίδια αναγκαιότητα όλες τις φύσεις, που ο αμέτρητος  πλούτος της  δημιουργεί. Από την ανώτατη τάξη μεταξύ των σκεπτόμενων όντων μέχρι το πιο ποταπό έντομο, κανένα μέλος δεν της είναι αδιάφορο, και δεν μπορεί κάποιο μέλος να λείπει , αλλιώς θα καταλυθεί η ομορφιά, η οποία συνίσταται στην συνάρτηση όλων»23Το υπόβαθρο της μοντέρνας κοσμολογίας θεμελιώνεται στις ιδέες του παλιού μυστικισμού της φύσεως, όπως τον συναντούμε στον CusanusParacelsusJakob Böhme
Αν και ο Καντ, από την μια δεν πιστεύει πως είναι αναγκαία η απόδειξη για την ύπαρξη των κατοίκων των πλανητών, αφού με παράδειγμα την γη μας έχει καταδειχθεί πως τα σκεπτόμενα πνευματοειδή όντα ανήκουν στην ολότητα της δημιουργίας, και μάλιστα στην κορυφή της κλίμακας, από την άλλη όμως θεωρεί πολύ σημαντικό να θέσει πάνω από τις θολές υποθέσεις των προκατόχων του μια αρχή διάκρισης, η οποία θα επιτρέπει τον προσδιορισμό των σχέσεων των κατοίκων των πλανητών μεταξύ τους. Δυο σκέψεις θεωρεί πως υποδεικνύουν την ύπαρξη μιας τέτοιας αρχής.
Η πρώτη σκέψη συνίσταται στην υπόδειξη , πως η ατέλεια τού ανθρώπου καθορίζεται από τον χοντροκομμένο χαρακτήρα τής ύλης, η οποία αποτελεί το θεμέλιο του οργανισμού του. «Αυτός ο χοντροκομμένος χαρακτήρας  της ύλης και του ιστού στην δομή της ανθρώπινης φύσης είναι η αιτία εκείνης της αδράνειας, η οποία κρατά τις ικανότητες της ψυχής σε μια διαρκή θολούρα και αδυναμία...Η αδράνεια αυτή της διανοητικής του δύναμης, που είναι συνέπεια (η αδράνεια) της χοντροκομμένης και άκαμπτης ύλης, δεν είναι μόνο η πηγή των παθών, αλλά και του σφάλλειν. Από εδώ φαίνεται ξεκάθαρα πως οι δυνάμεις της ανθρώπινης ψυχής περιορίζονται και εμποδίζονται από τα εμπόδια που προβάλλει η χοντροκομμένη ύλη, με την οποία η ψυχή είναι στενότατα συνδεδεμένη»24.  
Με αυτή την σκέψη περί της στενής σύνδεσης πνεύματος και ύλης, ο Καντ συνδέει μια θεωρία περί αναλογίας της δομής της ύλης των επιμέρους πλανητών. Όσο πιο μεγάλη η απόσταση από τον ήλιο, τόσο πιο λεπτή και ελαστική η ύλη των ουράνιων σωμάτων, τόσο πιο ελαφρές και ποικίλες οι φυσικές και οργανικές διαδικασίες, που λαμβάνουν χώρα εκεί. «Η ύλη από την οποία αποτελούνται οι κάτοικοι των διαφόρων πλανητών, αλλά και τα ζώα και τα φυτά, πρέπει να είναι πιο ελαφριά και εκλεπτυσμένη, και η ελαστικότητα των ινών μαζί με τις ευνοϊκές καταβολές  της δομής τους, είναι τόσο πιο τέλεια όσο ο πλανήτης είναι πιο μακρυά από τον ήλιο»25.

Συνεχίζεται

Ο Εμάνουελ Σβέντενμποργκ (1688‑1772) Θεωρούσε πως η Τελευταία Κρίση συνέβη το 1757 στον «κόσμο των πνευμάτων»· Από τότε, ο Χριστός βρισκόταν ήδη σε Δευτέρα Παρουσία μέσω της «εσωτερικής αποκάλυψης» που ο ίδιος κατέγραφε .
Αυτός είναι ο ιδιαίτερος λόγος γιά τόν τονισμό τής επιρροής τού Σβέντεμποργκ. 
Διότι τό σύνολο τής θεολογίας μας βρίσκεται κάτω από τή επιρροή ενός δεύτερου Σβέντεμποργκ, του ΖΗΖΙΟΥΛΑ, ο οποίος εκτός τών άλλων έγραψε και τήν αποκρυφιστική, δαιμονική, φαντασίωσή του,
Προς μια εσχατολογική οντολογία μέ Πρόλογο τού Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου Αυτό είναι το magnus opus, έργο το οποίο υπερβαίνει όλες τις προηγούμενες μελέτες του σε βάθος, διορατικότητα και επιστημονική ακρίβεια.Οπου υποστηρίζει ότι το μέλλον προηγείται του παρελθόντος, από λογική και οντολογική άποψη, και ότι η χριστιανική θεολογία ερμηνεύει την Ανάσταση. Ο Αλλος, η ετερότητα, έρχεται από τό μέλλον. ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΠΟΥ ΥΠΕΡΒΑΙΝΕΙ ΤΟ ΑΤΟΜΟ.

ΤΟ ΔΕΞΙ ΧΕΡΙ ΤΟΥ ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΥ ΟΤΑΝ ΓΕΡΑΣΕ ΠΛΕΟΝ, ΕΡΕΥΝΗΣΕ ΤΟ ΒΑΘΟΣ ΤΗΣ ΕΤΕΡΟΤΗΤΟΣ.
 Η ΒΙΒΛΟΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΝΕΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΠΟΥ ΠΑΡΕΔΩΣΕ Ο ΑΓΟΥΡΙΔΗΣ ΣΤΟΝ ΚΟΡΕΑΤΗ ΨΕΥΔΟΠΡΟΦΗΤΗ, ΤΟΝ ΜΟΥΝ. Η ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΗΔΗ ΜΕ ΤΟ ΕΝΔΥΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ.

Αμέθυστος

Ουφολογία ως σωτηριολογική θρησκεία

  Συνέχεια από Πέμπτη 4 Μαίου 2023

Η ανακάλυψη ενός μεγαλύτερου Θεού
Του Ernst Benz, από το βιβλίο:
(Εξωγήινοι κόσμοι, Από τον Κοπέρνικο μέχρι τα ούφο), Aurum Verlag, Edition 2000
Το σοκ που προκάλεσε η επανάσταση του Κοπέρνικου


Στον Jean Paul εμφανίζεται ο μηδενισμός ο οποίος επεκτείνεται στο διάστημα, ως η μοναδική διέξοδος από τον τρόμο που προκάλεσε ο Κοπέρνικος. Και η «Κλάρα» του Schelling μιλά περί «ιλίγγου» που την καταβάλλει, όταν φαντάζεται το «βάθος» του κόσμου.
Αλλά και πριν τον Jean Paul, υπονοείται στα ποιήματα ευσεβών ποιητών μια άλλη διέξοδος. Στο ποιητικό έργο του Barthold Heinrich Brockes, «Γήινη απόλαυση εν Θεώ» (1721), που αποτελείται από ποιήματα με περιεχόμενο την φυσική και την ηθική, βρίσκεται και το ποίημα με τον τίτλο «Το στερέωμα»:
Όταν προσφάτως το μάτι μου πήγε στο ζαφειρένιο βάθος
Που δεν το περιορίζει ούτε πάτος, ούτε παραλία, ούτε σκοπός και τέλος
Και βυθίστηκε στην ανεξερεύνητη θάλασσα του κούφιου αέρινου χώρου
Και το μπερδεμένο μου βλέμμα πήγε πότε εδώ και πότε εκεί,
Και όλο βυθιζόταν πιο πολύ: το πνεύμα μου τρόμαξε τότε.
Ζαλίστηκε το μάτι μου, έμεινε η ψυχή μου
Από την θέα της άπειρα άμετρης βαθιάς σπηλιάς,
Που δικαίως εικόνα της αιωνιότητας ονομάζεται,
Και μόνο από τον Θεό προέρχεται, χωρίς τέλος και αρχή.
Σαν πλημμύρα χτύπησε ο χώρος της αβύσσου
Της απύθμενης θάλασσας στο βυθιζόμενο σίδερο
Σε μια στιγμή χτύπησε το πνεύμα μου.
Το τρομακτικό υπόγειο του βαθέως σκοτεινού φωτός,
Της φωτεινής σκοτεινιάς, χωρίς αρχή, χωρίς όριο,
Αναποδογυρίστηκε ο κόσμος, έθαψε και τους λογισμούς.
Όλο μου το είναι έγινε σκόνη, μια τελεία, ένα τίποτα
Και εγώ έχασα τον εαυτό μου. Αυτό με σώριασε ξαφνικά:
Ω σωτήριο τίποτα! Μακάρια απώλεια!
Πανταχού παρόντα Θεέ, σε σένα βρήκα πάλι εμένα.8

Το κύριο μέρος αυτού του ύμνου είναι η περιγραφή μιας απελπιστικής απώλειας του εαυτού στην άβυσσο των κόσμων, στο τίποτα. Το τίποτα αυτό όμως εμφανίζεται στο τέλος, από μια βίαιη ανατροπή της πίστης, να είναι γεμάτο από ένα πανταχού παρόντα Θεό, που εδώ ως μεγαλύτερος Θεός καταλαμβάνει τον χώρο ενός μεγαλύτερου κόσμου. Εδώ προετοιμάζεται η μετάβαση στο τελευταίο βήμα, το οποίο έκανε ο Emanuel Swedenborg: αυτός δεν ήταν μόνο ο πρώτος βρήκε ένα μεγαλύτερο Θεό μέσα στο μεγαλύτερο σύμπαν, αλλά είναι επίσης αυτός που συνέδεσε το γεγονός του Χριστού, την κάθοδο του Υιού, με αυτό το μεγαλύτερο σύμπαν των πολλών κόσμων.
Συσχετιζόμενη με την αργή διείσδυση της νέας κοσμοθεωρίας στο στρώμα των μορφωμένων, αναγγέλλεται μια νέα αίσθηση του κόσμου στο πεδίο της χριστιανικής ευσέβειας. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν το γεγονός του αδιαμφισβήτητου πρωτείου γεγονότων που είναι υπεύθυνα για την σωτηρία, τα οποία γιορτάζονται κατά την διάρκεια του εκκλησιαστικού έτους, σε μερικούς ευσεβείς ποιητές, όπως ο B. H. Brockes, εμφανίζεται η απορία, γιατί να μην υπάρχει μια γιορτή αφιερωμένη στον δημιουργό. Σε ένα ποίημα του, «Για την αρχή 1723ου έτους», του 1724 γράφει:
«Θα έπρεπε, αυτό που κάνει η παντοδυναμία του Θεού,
Εν πρώτοις να ληφθεί υπόψιν, προς τιμήν του,
Αφού ο Χριστιανισμός
Δεν ξέρω γιατί, σε όλο το έτος
Καμιά γιορτή δεν έχει ορίσει προς τιμήν του δημιουργού,
Για να ευφραινόμαστε με τα θαύματα και την δόξα του;»
Ο ίδιος βρίσκει το θάρρος, στο ποίημα του «Γήινη απόλαυση εν Θεώ», να παρουσιάσει την αντίθεση μεταξύ τής αντίληψης περί Θεού στην κοσμοθεωρία του Πτολεμαίου και του μεγαλύτερου Θεού του σύμπαντος του Κοπέρνικου. Κάνει την αντιπαραβολή του «παλιού Θεού-άνδρα» με την «αληθινή θεότητα» του εκ νέου παρατηρημένου κόσμου.
Το μοτίβο της καχεξίας του κόσμου και του εφήμερου χαρακτήρα των δημιουργημάτων, είναι είναι ένα από τα αρχαιότερα μοτίβα της χριστιανικής θεώρησης του ανθρώπου και της φύσης. Το νέο είναι η ανατολή και η δύση άπειρων ήλιων, μπρος στην αιωνιότητα του Θεού. Το νέο είναι πως ακόμα και το «σιωπηλό μεγαλείο των άστρων» δεν έχει καμιά ύπαρξη ενώπιον του απείρου του Θεού. Νέο είναι πως και ο πολικός αστέρας και η άμαξα «σαν τα ρόδα το σούρουπο» ενώπιον του Θεού μαραίνονται. Νέα είναι η σκέψη, περί επιστροφής του κόσμου, που δημιουργήθηκε από το τίποτα, σε ένα «δεύτερο τίποτα».


Σε αυτή την νέα συνείδηση και το νέο αίσθημα περί του κόσμου, διεισδύει μια ιδιαίτερη, νέα σκέψη, αυτό στο οποίο αναφέρεται ο Jean Paul: «Πόσο μόνος είναι ο κάθε άνθρωπος, στο απέραντο νεκροταφείο του σύμπαντος!». Αυτό είναι προφανώς ένα πρωταρχικό στοιχείο του ανθρώπινου αισθήματος περί ζωής, που είναι το ίδιο ισχυρό, όπως και το sensus numinis, το θρησκευτικό δηλαδή αίσθημα, το αίσθημα περί της παρουσίας του υπερβατικού. Αξιοσημείωτο είναι, πως ταυτόχρονα με την διάδοση της νέας κοσμοθεωρίας, εμφανίζεται ο εξής λογισμός: είναι αδύνατο, σε αυτό το τεράστιο σύμπαν με τους ήλιους και τους γαλαξίες, η γη μας να είναι ο μοναδικός πλανήτης που κατοικείται από σκεπτόμενα όντα. Και σε άλλους πλανήτες παρόμοιους με την γη, πρέπει να υπάρχουν κάτοικοι που έχουν τουλάχιστον τις ίδιες ικανότητες, αν όχι και ανώτερες, όπως το κυρίαρχο πλάσμα πάνω στην γη. Ως τέτοιοι τόποι, που κατοικούνται από σκεπτόμενα όντα, παρουσιάζονται στην αρχή πως είναι οι πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος. Πολύ νωρίς όμως εμφανίζεται η αντίληψη περί κατοίκων πλανητών απομακρυσμένων ήλιων.

Δια της διδασκαλίας περί κατοίκων των άλλων πλανητών, ζωοποιείται το τρομακτικά κενό κοπερνίκειο σύμπαν, και από αυτή την άποψη καθίσταται πάλι οικείο. Σε κάθε περίσταση, στους φυσικούς επιστήμονες και τους φιλοσόφους του 18ου αιώνος, εμφανίζονται υποθέσεις περί κατοίκων άλλων πλανητών, που στο στόμα των μορφωμένων λογίων αποκτούν ένα χαρακτήρα επιστημονικής πιθανότητας. Αυτό ισχύει μάλιστα για τους πιο σοβαρούς από αυτούς, όπως είναι οι Huygens, Fontenelle, Immanuel Kant, Lambert, Oetinger, Fricker, Philipp Matthäus Hahn. Προφανώς έχουμε να κάνουμε με την έκφραση ενός κοσμικού αισθήματος κοινωνίας και αλληλεγγύης του ανθρώπου. Αυτό το αίσθημα έχει για πρώτη φορά μια τόσο ισχυρή επίδραση, και είναι τόσο εντονότερο, όσο η κοπερνίκειος αντίληψη περί του μεγέθους του σύμπαντος διαδίδεται στα διάφορα στρώματα του λαού, αναλόγως του επιπέδου μόρφωσης.

Σήμερα, που η κοπερνίκειος αυτή κοσμοθεωρία έχει γίνει αποδεκτή στην κοινή γνώμη και στην γενική συνείδηση περί του κόσμου, δια της προβολής της διαστημικής έρευνας στην τηλεόραση, δεν είναι πιά θαυμαστό εάν η φαντασία περί επικοινωνίας με τους κατοίκους άλλων πλανητών, διαδίδεται σαν να είναι ένα είδος παγκόσμιας θρησκείας των ιπτάμενων δίσκων, και έχει όλα τα χαρακτηριστικά μιας σωτηριώδους θρησκείας. Ο Hoimar von Ditfurth το διατύπωσε ως εξής: «Πίσω από το παθιασμένο ενδιαφέρον, με το οποίο η κοινή γνώμη αγκαλιάζει ακόμα και προφανώς ψευδείς ειδήσεις περί εμφάνισης ιπτάμενων δίσκων, κρύβεται η ανακούφιση, πως δεν είμαστε μόνοι στο σύμπαν.»

Αυτό το αίσθημα ανακούφισης το βρίσκουμε και στον Ελβετό αστρονόμο Lambert, που το εκφράζει στα εκλαϊκευτικά του «κοσμολογικά γράμματα»:

«Πόσο πιο κατοικημένος είναι ο κόσμος, σε σύγκριση με ότι πριν λίγο καιρό νομίζαμε! Βρίσκουμε κόσμους σε κάθε κόκκο σκόνης, σε κάθε σταγόνα, και σε λίγο οι κόκκοι της σκόνης δε θα υπερβαίνουν σε αριθμό τα ουράνια σώματα στο στερέωμα. Είναι αναμφισβήτητο κύριε μου, πως όποιος προσθέτει κατοίκους στους πλανήτες, δεν έχει να κάνει άλλο βήμα, για να τους δώσει όσα ουράνια σώματα επιθυμείτε. Γιατί θα παραδεχθεί, ο κόσμος δεν έπρεπε να μείνει έρημος, και πρέπει να υπάρχει περισσότερη ζωή παρά νεκρή μάζα. Ο δημιουργός, η αιώνια πηγή κάθε ζωής, είναι πολύ δραστικός, και δεν μπορεί να μην έχει δώσει σε κάθε κόκκο σκόνης ζωή, και δυνάμεις και δραστικότητα.

Πως θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς το εγχείρημα σας παράτολμο, αφού εσείς κύριε μου, δεν κάνετε κάτι άλλο από το να δείχνετε, πως για να κατανοήσει κανείς ορθά τον κόσμο, πρέπει να λάβει υπ’ όψιν του την πρόθεση του Θεού, να κατοικήσει ολόκληρο το κοσμικό οικοδόμημα»13.

Τα επόμενα κεφάλαια καταπιάνονται λοιπόν με τέτοιους φυσικούς επιστήμονες, συγγραφείς, που προσπαθούν να θεμελιώσουν επιστημονικά την ιδέα πως οι πλανήτες του δικού μας ηλιακού συστήματος, όπως και των άλλων ηλιακών συστημάτων είναι κατοικημένοι. Ένα προφανές, και κοινό για τους περισσότερους από αυτούς τους επιστήμονες στοιχείο, είναι πως γράφουν με ένα τρόπο ευκολονόητο, εκλαϊκευτικό. Στην προσπάθεια τους να συνδυάσουν την λογοτεχνική γοητεία και την ζωηρή φαντασία με την επιστημονική ακρίβεια, προκύπτει συχνά ένα διασκεδαστικό αποτέλεσμα.

Σχόλιο: Η θεραπεία από τήν μοναξιά καί τόν τρόμο μπρός στήν άβυσσο τών άπειρων κόσμων ήταν τό προστατευμένο μέ τά όρια τής καθαρής νοήσεως ατόμου, του Κάντ. Τού ατόμου τής αμφιβολίας γιά κάθε παληά λύση καί τής επινοήσεως τού νέου εγώ τής δημιουργικής βουλήσεως γιά δύναμη. Η καλύτερη εικόνα δόθηκε μέ τήν ορχήστρα πού συνέχιζε νά παίζει ενώ ο Τιτανικός βούλιαζε.

Ουφολογία ως σωτηριολογική θρησκεία

 Του Ernst Benz, από το βιβλίο:

Ausserirdische Welten,Von Kopernikus zu den Ufos 
(Εξωγήινοι κόσμοι,Από τον Κοπέρνικο μέχρι τα ούφο) Aurum VerlagEdition 2000
«Ακοή ακούσετε και ου συνήτε, και βλέποντες βλέψετε και ου μη ίδητε. επαχύνθη γαρ η καρδία του λαού τούτου, και τοις ωσί βαρέως ήκουσαν, και τους οφθαλμούς αυτών εκάμμυσαν, μήποτε ίδωσι τοις οφθαλμοίς και τοις ωσίν ακούσωσι και τη καρδία συνώσι και επιστρέψωσι, και ιάσομαι αυτούς» (Ματθ. 13, 14-15)

Η εξάπλωση της κοπερνίκειας εικόνας για τον κόσμο σε όλα τα κοινωνικά στρώματα του δυτικού κόσμου, έχει κατά τις τελευταίες δεκαετίες οδηγήσει σε ένα μοναδικό στην ιστορία των θρησκειών φαινόμενο: την εμφάνιση της ουφολογίας, δηλαδή την εμφάνιση μιας νέας θρησκείας,η οποία έχει αναπτυχθεί στα πλαίσια αυτής της επιστημονικής κοσμοθεωρίας.
Ένας τόσο σημαντικός ψυχολόγος και κριτικός του πολιτισμού, όπως ο Carl Jung, είχε ερμηνεύσει την εμφάνιση αυτής της νέας θρησκείας ως σημείο και έκφραση μιας βαθιάς ανησυχίας του ανθρώπου της εποχής μας, για τον τρόπο ζωής που γίνεται όλο και πιο απάνθρωπος και απρόσωπος, και ως μια απάντηση του συλλογικού ασυνειδήτου της εποχής μας στην βαθιά απειλητική και τρομακτική κρίση του τεχνολογικού μαζικού πολιτισμού μας. Στην θέση παλαιότερων διδασκαλιών περί σωτηρίας μπαίνει τώρα η νέα διδασκαλία περί των πλανητάριων, οι οποίοι επιβλέπουν προσεκτικά την γη μας, μας προειδοποιούν για τις καταστροφές που μας απειλούν, οι οποίες προετοιμάζονται κυρίως από τους γήινους ατομικούς φυσικούς. Οι πλανητάριοι μάλιστα είναι διατεθειμένοι, σε περίπτωση καταστροφής, να πάρουν τους πιο πιστούς τους οπαδούς σε κάποιο καλύτερο άστρο, στην κοσμική εξορία. Η ψυχολογική αυτή ερμηνεία του φαινομένου των Ufo είναι πράγματι η καλύτερη και η πειστικότερη, αφού δεν έχουμε σαφείς αποδείξεις για την ύπαρξη ιπτάμενων δίσκων. Η ερμηνεία αυτή όμως αναφέρεται σε μια μόνο ρίζα αυτής της νέας θρησκείας. Πράγματι, στην βάση αυτής της εντυπωσιακής ώθησης της θρησκείας των Ufo, βρίσκονται και άλλα κίνητρα, τα οποία εν τέλει φτάνουν στο τράνταγμα που προκάλεσε ο Κοπέρνικος, και το οποίο οδήγησε σε μια ριζική μεταβολή της εικόνας μας για το σύμπαν αλλά και στην μεταβολή αίσθησης που έχουμε για τον κόσμο και την φύση. Προφανής είναι ο ισχυρά εσχατολογικός χαρακτήρας της ουφολογίας, που απαντάται και σε πολλές ριζοσπαστικές χριστιανικές αιρέσεις των ΗΠΑ.
Η ιδιαιτερότητα της πίστης των ουφολόγων συνίσταται στο ότι η ουφολογία συσχετίζεται με την εσχατολογική προσμονή των Χριστιανών, και στο ότι η πίστη αυτή γίνεται αντικείμενο μιας νέας αποκάλυψης. Οι υποσχέσεις περί της επαπειλούμενης καταστροφής του κόσμου βρίσκονται ένα βήμα πριν από την εκπλήρωση τους, κυρίως λόγω της μακάβριας προόδου της ατομικής τεχνολογίας. Η τεχνολογία αυτή ασχολείται με την προετοιμασία της ολοκληρωτικής αυτοκαταστροφής της ανθρωπότητας. Η εμφάνιση των πλανητάριων έχει διπλό σκοπό. Κατά πρώτον, την περιβολή της γης με μια ζώνη ακτινοβολίας, η οποία σκοπό έχει να αποτρέψει την καταστροφή και άλλων αστέρων, όταν η γη θα καταστρέφεται από τις ατομικές εκρήξεις. Κατά δεύτερον, να προειδοποιήσει την ανθρωπότητα για τις συνέπειες των πράξεων της και να μαζέψει μια κοινότητα εκλεκτών, οι οποίοι δεν συμμετείχαν στην εγκληματική δράση των ατομικών φυσικών. Τους εκλεκτούς αυτούς θα τους μεταφέρουν με μια διαπλανητική κιβωτό του Νώε σε ένα καλύτερο άστρο. Η χριστιανική διδασκαλία για τα έσχατα, ως κάτι το οποίο είναι πολύ κοντά-ένα κυρίαρχο θέμα των κηρύκων των αμερικάνικων ελεύθερων εκκλησιών-έχει κάνει ένα αρμονικό γάμο με την science-fiction.[ΤΟΥΣ ΥΠΕΡΠΛΟΥΣΙΟΥΣ]

Αυτές οι επισημάνσεις δείχνουν το απίστευτα μεγάλο μέρος που λαμβάνει η φαντασία στο οικοδόμημα της κοπερνίκειας κοσμοθεωρίας, και του νεότερου κλάδου της, της ουφολογίας. Ήδη στους πρωτοπόρους του ηλιοκεντρικού κοσμοειδώλου κατά τον 16ο αιώνα, η φαντασία έπαιζε ένα τεράστιο ρόλο, και έδινε φτερά στις επιστημονικές τους θεωρήσεις. Φυσικά, οι μορφωμένοι αστρονόμοι, όπως οι Kopernikus, Kepler, Huygens, δεν παραδέχτηκαν ποτέ, πως αυτή η σαγηνευτική μορφή, η φαντασία, παίζει ρόλο στις έρευνες τους. Ως λόγιοι, οι οποίοι παρουσίαζαν μια για την ζωή τους τόσο επικίνδυνη θεωρία, έπρεπε να υπερτονίζουν τον επιστημονικό χαρακτήρα των ανακαλύψεων τους, προς δική τους άμυνα. Στην πραγματικότητα όμως, δεν ήταν δυνατόν χωρίς την φαντασία να προωθηθεί η επιστημονική θεώρηση στα τόσο νέα και ανεξερεύνητα πεδία του κόσμου. Αυτό ισχύει κυρίως εκεί, όπου συνδυάζονται, όπως στην περίπτωση του Giordano Bruno, η έντονη καλλιτεχνική διαίσθηση, η πλούσια φαντασία και η ακόρεστη επιθυμία για γνώση, με μια συστηματική μόρφωση.

Από την σκοπιά της εκκλησιαστικής ιστορίας, η ουφολογία αποτελεί ένα μοντέρνο υποκατάστατο της χριστιανικής διδασκαλίας περί αγγέλων. Αυτή γνωρίζει την παρουσία ουράνιων πλασμάτων, υπηρετικών πνευμάτων, είτε ως άγγελοι ενός λαού, είτε ως προστάτες άγγελοι διαφόρων κοινοτήτων ή μεμονωμένων ανθρώπων, που προειδοποιούν και σώζουν, εμπνέουν και καθοδηγούν, εργάζονται για τον Θεό, και διεξάγουν τον αγώνα εναντίον των δυνάμεων του κακού, στο σωματικό, ψυχικό και πνευματικό επίπεδο, και σκοπό έχουν την σωτηρία των προστατευόμενων κατοίκων της γης. Στην ουφολογία φαίνεται καθαρά η επίδραση της διδασκαλίας περί προστάτη αγγέλου, αφού αποδίδει στους «πλανητάριους» ένα τέτοιο ρόλο, ως προστάτες, οδηγοί, εμπνευστές.

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ουφολογίας είναι η πεποίθηση της ότι οι κάτοικοι των άλλων πλανητών είναι υπέρτεροι μας από κάθε άποψη. Με ένα αφελή τρόπο, παραδέχονται πως η τεχνολογική ανωτερότητα των πλανητάριων, που εκφράζεται με την κατασκευή διαπλανητικών διαστημοπλοίων, είναι ένα σημάδι όχι μόνο της τεχνολογικής, αλλά και της πνευματικής και ηθικής ανωτερότητας. Η αφέλεια αυτή εκφράζεται επίσης και με την παραδοχή, πως οι πλανητάριοι έχουν παραψυχικές ικανότητες, με τις οποίες είναι σε θέση να συνεννοούνται με κάθε άνθρωπο στην γλώσσα του, να διαβάζουν τις σκέψεις του πριν καν τις εκφράσει, να περνούν μέσα από υλικούς τοίχους και να αιωρούνται. Στην λογοτεχνία επιστημονικής φαντασίας, υπάρχουν και μυθιστορήματα, όπου κακοήθεις κοσμικές μορφές προκαλούν κακό και ζημιές με τις υπεράνθρωπες παραψυχικές τους ικανότητες.

Το φαινόμενο «ουφολογία» είναι μοναδικό στην ιστορία των θρησκειών, καθώς μια τέτοια εξέλιξη σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα δεν είχε παρατηρηθεί μέχρι τότε.


Παλιά, ένας μύθος χρειαζόταν αιώνες μέχρι να εγκατασταθεί στην συνείδηση του κοινού, όπου απαιτεί να έχει διαρκή ισχύ, και μετά να γίνει δόγμα και τελετουργικό.

Η κοπερνίκεια αντίληψη για τον κόσμο, όπου η γη είναι απλά ένας πλανήτης ανάμεσα στους αναρίθμητους άλλους, έχει καταστεί γενικευμένο θεμελιώδες συστατικό της κοσμικής συνείδησης, μόνο από την εποχή που τα διαστημικά ταξίδια έδωσαν την δυνατότητα να φωτογραφηθεί από το φεγγάρι, ή και από την πορεία προς αυτό, η γυαλιστερή γήινη σφαίρα. Είναι η ολοκλήρωση μιας διαδικασίας αιώνων, που ξεκίνησε στο τέλος του 15ου αιώνα, και επέφερε μια από τις μεγαλύτερες πνευματικές επαναστάσεις της ανθρωπότητας. Γιατί η ανακάλυψη του Κοπέρνικου (που την εκλέπτυναν και επέκτειναν ο Γαλιλαίος, ο Κέπλερ και ο Νεύτων), είχε προκαλέσει ένα τέτοιο σοκ, που την πρώτη του δημόσια έκφραση βρήκε στην καταδίκη του Γαλιλαίου από την Εκκλησία, το 16331;

Ένας λαϊκός, όπως ο Jakob Böhme, περιγράφει την κατάσταση του, πριν του ανοιχθεί η «θέα προς το όν των όντων» ως εξής: «φρίκη της ψυχής μπρος στην σκοτεινή άβυσσο», και περιγράφει πως «περιέπεσα σε μια σκληρή μελαγχολία και θλίψη, όταν αντίκρισα το βάθος αυτού του κόσμου...ήμουν εξαιτίας του εντελώς μελαγχολικός και πολύ θλιμμένος, καμιά γραφή δεν μπορούσε να με παρηγορήσει, την οποία γνώριζα καλά: και ο διάβολος σίγουρα δε θα πανηγύρισε, που μου επέβαλε ειδωλολατρικούς λογισμούς, τους οποίους θα αποσιωπήσω». Ένας τόσο ευσεβής άνθρωπος, όπως o παπουτσής Böhme, αισθάνεται φρίκη για την άνοδο ειδωλολατρικών, δηλαδή άθεων, μηδενιστικών λογισμών, που προκαλούσε το βλέμμα στο τρομακτικό βάθος του νέου κόσμου.

Αυτά που ο Böhme θέλει να αποσιωπήσει, τους «ειδωλολατρικούς λογισμούς», ο διάβολος του τους «επέβαλε», τους βρίσκουμε εκφρασμένους σε ένα κείμενο, που αποτελεί την γλωσσικά ισχυρότερη προσπάθεια έκφρασης της μηδενιστικής πτυχής του κοπερνίκειου σοκ. Είναι το κείμενο του Jean Paul: «Ομιλία του νεκρού Χριστού, απευθυνόμενος από το κοσμικό οικοδόμημα προς τα κάτω, ότι δεν υπάρχει Θεός». Ο νεκρός Χριστός λέει: «Περπάτησα ανάμεσα στους κόσμους, ανέβηκα στους ήλιους και πέταξα μαζί με τους γαλαξίες δια μέσου των ερήμων του ουρανού. Αλλά δεν υπάρχει κανένας Θεός. Κατέβηκα, μέχρι εκεί που η πέτρα ρίχνει την σκιά της, και κοίταξα μέσα στην άβυσσο και φώναξα: πατέρα, που είσαι; Αλλά άκουσα μόνο την αιώνια καταιγίδα, την οποία κανείς δεν εξουσιάζει, και το ουράνιο τόξο από τα πλάσματα, ήταν εκεί χωρίς τον ήλιο που το δημιούργησε. Το ουράνιο τόξο ήταν πάνω από την άβυσσο και έσταζε. Και όταν κοίταξα προς τα πάνω, προς τον άμετρο κόσμο, ψάχνοντας το θεϊκό μάτι, ο κόσμος με κοίταξε με μια κενή, χωρίς πάτο κόγχη οφθαλμού, και η αιωνιότητα ήταν πάνω από το χάος, και μασούσε και μηρύκαζε τον εαυτό της-φωνάξτε παράφωνα, διώξτε τις σκιές με τις φωνές. Γιατί αυτός δεν είναι. Οι παραφωνίες ούρλιαξαν πιο δυνατά, αποχωρίστηκαν οι τοίχοι του ναού τρέμοντας, και ο ναός και τα παιδιά βυθίστηκαν-και ολόκληρη η γη και ο ήλιος βυθίστηκαν-όλο το κοσμικό οικοδόμημα βυθίστηκε μπροστά μας με την απεραντοσύνη του- και πάνω στην κορυφή της άμετρης φύσης στεκόταν ο Χριστός και κοίταζε το κοσμικό οικοδόμημα, διάτρητο από χιλιάδες ήλιους, να κοίταζε μέσα στην αιώνια νύχτα ένα σκαμμένο ορυχείο, όπου οι ήλιοι είναι σαν τα φωτιστικά των υπόγειων διαδρόμων, και οι γαλαξίες σαν τις φλέβες αργύρου.

Και όταν ο Χριστός είδε τους κόσμους να συνωστίζονται, το παιχνίδισμα των κοσμικών πλανόμενων φώτων, και τους κοραλλιογενείς υφάλους από παλλόμενες καρδιές, και όταν είδε πως η μια κοσμική σφαίρα μετά την άλλη ρίχνει τις ψυχές της στη θάλασσα των νεκρών, και όταν είδε μια υδρόγειο να διασκορπίζει τα φώτα πάνω στα κύματα της: τότε σήκωσε τα μάτια, σαν ο μεγαλύτερος των πεπερασμένων, και κοίταξε το τίποτα και την κενή απεραντοσύνη και είπε: άκαμπτο, αμβλύ τίποτα! Ψυχρή αιώνια ανάγκη! Παρανοϊκή τυχαιότητα! Γνωρίζεστε μεταξύ σας; Πότε θα θρυμματίσετε το οικοδόμημα και εμένα; Τυχαιότητα, μήπως γνωρίζεις πότε προχωράς με τις καταιγίδες διά μέσου του χιονιού των αστεριών, και στροβιλίζεις τον ένα ήλιο γύρω από τον άλλο, και όταν η δρόσος των αστεριών σβήνει όταν περνάς; Πως είναι ο καθένας τόσο μόνος στο κελλάρι των νεκρών του σύμπαντος!»

Αυτός ο βαθύς τρόμος αντικατοπτρίζεται περιστασιακά στην φυσική φιλοσοφία του ρομαντισμού.

Στον διάλογο του Schelling «Κλάρα, περί της σχέσης της φύσεως με τον κόσμο των πνευμάτων», λέει η Κλάρα, που εδώ έχει την θέση της μακαρίτισσας Καρολίνας: «Στην νεότητα μου είχα την συνήθεια να καταλαβαίνω όλα κυριολεκτικά. Έτσι πίστευα, όταν γινόταν λόγος για τον ήλιο και άλλα αυτόφωτα άστρα, πως αυτά είναι από πάνω μας, πως βρίσκονται σε ένα πραγματικά ανώτερο και πολύ πιο λαμπρό χώρο από την γη μας. Το ίδιο και όταν γινόταν λόγος για τον Θεό, πως είναι ψηλά, ή για τις ψυχές των ευσεβών, πως είναι μαζί με τον Θεό στον ουρανό, το έπαιρνα κυριολεκτικά. Αργότερα, καθώς μεγάλωνα, με δίδαξαν καλύτερα. Μου είπαν πως πάνω και κάτω είναι απλώς έννοιες σχέσης, και πως είναι πιο σωστό να λέμε πως ήλιος είναι από κάτω μας, αφού στην πραγματικότητα πέφτουμε πάνω του, και διαρκώς μας ελκύει,όπως η γη. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τα άλλα αστέρια, ότι είναι κάτω από μας. Παντού είναι απλώς ένα απέραντο βάθος και ένα σκέτο κάτω. Ένας ουρανός, ως ένα ανώτερο και καλύτερο μέρος, δεν υφίσταται, αλλά παντού κάτι σαν την γη, που έχει το κάτω της σε ένα ήλιο παρόμοιο με τον δικό μας, και αυτοί οι ήλιοι έχουν ίσως άλλα πιο μεγάλα σώματα από κάτω, και έτσι προχωράει ασταμάτητα προς το βάθος και στην άμετρη άβυσσο, πάντα προς τα κάτω. Τώρα ζαλίστηκα από τους άμετρους αριθμούς και τις απίστευτες μάζες».

Συνεχίζεται

EINAI MΙΑ ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΣΥΜΜΕΤΕΙΧΕ Ο ΚΑΝΤ ΚΑΙ Η ΟΠΟΙΑ ΣΤΑΘΗΚΕ Η ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΗΣ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΤΟΥ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ. ΤΙ ΣΧΕΣΗ ΕΧΕΙ ΑΥΤΗ Η ΑΒΥΣΣΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ, ΤΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ, ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΤΗΝ ΤΑΥΤΙΖΟΥΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΟΛΕΜΟΥΝ ΓΙΑ ΝΑ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΑΛΟΓΙΑ ΟΙ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΟΙ, Ο ΘΕΟΣ ΚΑΙ Η ΨΥΧΗ ΤΟΥΣ.

Η ενότης Είναι και σκέψης προϋποθέτει την προαποφασισμένη σύμπτωση ουσίας και υπάρξεως, δηλαδή ότι όλα όσα είναι δυνατόν να γίνουν σκέψη υπάρχουν και οτιδήποτε υπάρχει, λόγω του ότι μπορεί να γνωσθεί, είναι ορθολογικό. Αυτή η ενότης διελύθη από τον Kant, τον αληθινό πατέρα, παρότι καλά κρυμμένο, της μοντέρνας φιλοσοφίας, ο οποίος έχει παραμείνει μέχρι σήμερα ο Μυστικός Βασιληάς της! Ο Kant είχε ήδη αφαιρέσει από τον άνθρωπο την αρχαία του βεβαιότητα, οικειότητα, στο εσωτερικό του Είναι, φανερώνοντας τις αντινομίες της δομής της νοήσεως και αποδεικνύοντας, στις αναλύσεις του για τις συνθετικές κρίσεις, ότι με κάθε κρίση στην οποία έχει θέση κατηγορήματος κάτι από την πραγματικότητα, εμείς υπερβαίνουμε την έννοια (l’ essentia) ενός συγκεκριμένου πράγματος. Ο ίδιος ο Χριστιανισμός δεν είχε φτάσει σε τέτοια σιγουριά, απλώς την είχε ξαναερμηνεύσει (την πραγματικότητα) εν’ όψει του “θείου σχεδίου της Σωτηρίας”. Τώρα πια δεν μπορούσαμε πλέον να είμαστε σίγουροι του νοήματος ή του Είναι του Χριστιανικού γήινου κόσμου και ούτε καν του Είναι του αιωνίως παρόντος κόσμου των αρχαίων: Κατεστράφη αυτός ο ίδιος ο παραδοσιακός ορισμός της αλήθειας σαν aequatio intellectus et rei (ισοδυναμίας νοήσεως και πράγματος).