Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Ἑνότητα Χριστιανῶν 1 Αρχιμαδρίτης Ζαχαρίας

Ἑνότητα Χριστιανῶν · Sunday Talks

Ἑνότητα Χριστιανῶν 1
Αρχιμαδρίτης Ζαχαρίας


Α’ Κορ. 1,10-17

Καλησπέρα σας. Καλώς ήρθατε στη σύναξή μας. Πριν αρχίσουμε, να πούμε μια μικρή προσευχή και, με τη βοήθεια του Θεού, να ξεκινήσουμε.

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Βασιλεῦ οὐράνιε, Παράκλητε, τὸ Πνεῦμα τῆς Ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρὸς τῶν ἀγαθῶν καὶ ζωῆς χορηγός, ἐλθὲ καὶ σκήνωσον ἐν ἡμῖν καὶ καθάρισον ἡμᾶς ἀπὸ πάσης κηλῖδος. Ὁδήγησον ἡμᾶς εἰς πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν, ἱκάνωσον ἡμᾶς εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθῆς ὑπακοῆς, δώρησαι ἡμῖν λόγον ἀληθείας ἐν ἀνοίξει τοῦ στόματος ἡμῶν καὶ σῶσον, Ἀγαθέ, τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ὑπεραγία Θεοτόκε, πανύμνητε Μῆτερ, ἡ τεκοῦσα τὸν πάντων ἁγίων Ἁγιώτατον, τὸν Λόγον τοῦ Πατρός, ἵλεων ποίησον Αὐτὸν μεθ’ ἡμῶν καὶ δώρησαι ἡμῖν λόγον ἀληθείας, λόγον εὐάρεστον τῷ Υἱῷ καὶ Θεῷ ἡμῶν, καὶ αἴτησαι ἵνα σώσῃ διὰ σοῦ τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Αγιοι καὶ Θεοφόροι Πατέρες ἡμῶν, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν. Πάντες οἱ
Αγιοι, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἡμῶν.

Ευχαριστώ τον Θεό.
Λόγω του ότι εγώ δεν βλέπω καλά, θα διαβάσει την εισήγησή μου ο Άγιος Ηγούμενος και μετά θα προσπαθήσω, αν μπορώ, να απαντήσω σε τυχόν ερωτήματα και παρεμβάσεις που θα έχετε.

Το θέμα μας αφορά το αποστολικό ανάγνωσμα. Σήμερα αρχίζουμε μια νέα σειρά ομιλιών πάνω στα αποστολικά αποσπάσματα που αναγνώσκονται στις λειτουργίες αυτής της περιόδου. Και αυτό που θέλουμε να πούμε σήμερα είναι πολύ σημαντικό, νομίζω. Δεν ξέρω αν το πετυχαίνω, αλλά σκοπός είναι να κατανοήσουμε πόσο σημαντική είναι η ενότητα του σώματος της Εκκλησίας. Τότε θα καταλάβουμε γιατί οι Πατέρες μας είχαν τέτοια μέριμνα να φυλάξουν αυτήν την ενότητα της Εκκλησίας, διότι αυτή εξασφαλίζει τον αγιασμό όλων των μελών της.

Είναι σχέση, βλέπετε.
Η ενότητα των χριστιανών

Ο Απόστολος Παύλος ξεκινά την Πρώτη Επιστολή του προς τους Κορινθίους επικαλούμενος τη χάρη και την ειρήνη του Θεού. Ευχαριστεί τον Θεό για τη χάρη που τους δόθηκε.
Κατόπιν τους βεβαιώνει ότι σε κανένα χάρισμα δεν υστερούν σε σύγκριση με τους άλλους χριστιανούς, αλλά «ἐν παντὶ ἐπλουτίσθητε, ἐν παντὶ λόγῳ καὶ πάσῃ γνώσει».

Στη συνέχεια, όμως, ο τόνος των λόγων του αλλάζει, καθώς αναγκάζεται να διορθώσει τα κακώς έχοντα στην Εκκλησία τους:
«Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ἀδελφοί, διὰ τοῦ ὀνόματος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα τὸ αὐτὸ λέγητε πάντες, καὶ μὴ ᾖ ἐν ὑμῖν σχίσματα, ἦτε δὲ κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοῒ καὶ ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ».

Μολονότι οι Κορίνθιοι είχαν προφανώς αποκλίνει από την οδό που τους είχε υποδείξει ο Απόστολος Παύλος, αυτός τους αποκαλεί τρυφερά αδελφούς του. Ταπεινώνεται ενώπιόν τους, θέτοντας τον εαυτό του κάτω από αυτούς. Δεν τους επιπλήττει με δριμύτητα, αλλά τους παρακαλεί. Ο λόγος του είναι πράος, αλλά εξουσιαστικός.

Ο Απόστολος επικαλείται μάλιστα το άγιο όνομα του Κυρίου Ιησού, εφόσον δεν υπάρχει τίποτε πολυτιμότερο που να έχει την ισχύ να τους φιλοτιμήσει, ώστε να επιδείξουν σύνεση, μετριοπάθεια, συγκαταβατικότητα, επιείκεια και φιλαδελφία.

«Λέγω δὲ τοῦτο, ὅτι ἕκαστος ὑμῶν λέγει· Ἐγὼ μέν εἰμι Παύλου, ἐγὼ δὲ Ἀπολλώ, ἐγὼ δὲ Κηφᾶ, ἐγὼ δὲ Χριστοῦ».

Ο στίχος αυτός εκφράζει συνοπτικά τη διαίρεση των ανθρώπων μετά την πτώση.

Ο Άγιος Σωφρόνιος παρουσιάζει την ανθρωπότητα ως ένα σώμα, το οποίο ονομάζει «πανάνθρωπο». Επισημαίνει ότι η ανθρωπότητα έχει ενιαία ζωή, μία φύση μέσα στην πολλαπλότητα των υποστάσεων. Οι υποστάσεις δεν διαλύονται μέσα στο σύνολο.
Τουναντίον, καθεμία από αυτές οφείλει τελικά να περιλάβει όλη την πληρότητα του θεανδρικού όντος και να παρουσιαστεί όχι ως ένα μέρος μόνο της φύσεως, αλλά ως η όλη πληρότητα του ανθρώπινου όντος.

Η πτώση των πρωτοπλάστων δεν διαίρεσε μόνο τον άνθρωπο από τον Θεό. Τραυμάτισε δεινά και κατακερμάτισε επίσης τον πανάνθρωπο.
Διαίρεσε, δηλαδή, το σώμα της ανθρωπότητας. Επιπλέον, επέφερε τραγική διάσπαση στην ίδια τη φύση του ανθρώπου. Οι δυνάμεις της ψυχής του διαιρέθηκαν μεταξύ τους.

Το μεγάλο αυτό σώμα του πανανθρώπου βρίσκεται αδιαλείπτως σε κατάσταση οδυνηρής διάσπασης των μελών του. Συνεχώς καταστρέφεται από την έχθρα κάποιων κυττάρων εναντίον άλλων, με τα οποία αποτελούν, στην ουσία, έναν οργανισμό. Συνεπώς, η κατάσταση της διάσπασης είναι ιδίωμα της πεπτωκυίας ανθρώπινης φύσεως.

Η θεραπεία, δηλαδή η αναμόρφωση του παγκόσμιου ανθρώπου, μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο στην Εκκλησία και διά της Εκκλησίας. Προϋπόθεση, όμως, της θεραπείας είναι να προσέλθει ο άνθρωπος στην Εκκλησία ως ασθενής και κακώς έχων. Οφείλει να έχει τη συνείδηση ότι η φύση του έχει ανάγκη θεραπείας.

Στο Άγιο Βάπτισμα δίδεται στον χριστιανό το κεφάλαιο της τέλειας χάριτος, ικανής να θεραπεύσει τη νοσούσα φύση του και να τον αγιάσει ολοτελώς. Κατόπιν, όμως, ο άνθρωπος οφείλει να συμβάλει, συνεισφέροντας τον δικό του παράγοντα. Πρέπει να ταπεινωθεί, ώστε να διαθέσει χώρο μέσα του για να ενεργήσει η χάρη τον ανακαινισμό του.

Πρέπει να συνεργήσει με αυτήν τη χάρη και να την αφομοιώσει μέσα από τον αγώνα της τηρήσεως των θείων εντολών. Ο Κύριος ρώτησε τον παραλυτικό: «Θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι;». Την ίδια ερώτηση απευθύνει σε κάθε δούλο Του.

Ποθεί να μεταδώσει σε όλους «πάντα τὰ ἑαυτοῦ». Εντούτοις, ούτε θεραπεύει ούτε σώζει χωρίς τη συναίνεση και τη συνέργεια του ίδιου του ανθρώπου. Αν το Βάπτισμα ή η μετοχή στα Μυστήρια της Εκκλησίας έσωζαν τον πιστό αυτομάτως, κατ’ ουσίαν θα καταργούσαν το αυτεξούσιό του και θα αχρήστευαν την υποστατική του ελευθερία.

Κάποια μέλη της Εκκλησίας της Κορίνθου, πάσχοντας από την κατάσταση της διάσπασης, η οποία είναι χαρακτηριστική της πεπτωκυίας φύσεως, την προέβαλαν και στο σώμα των πιστών. Είχαν μάλιστα διαφθαρεί σε τέτοιο σημείο, ώστε, με τους διαλογισμούς και τα διλήμματά τους, να θέτουν σε αντιπαλότητα όχι μόνο τους Αποστόλους μεταξύ τους, αλλά και με τον Χριστό.

Ο Απόστολος Παύλος, με την ακόλουθη ερώτηση, επιχειρεί να διευρύνει τους στενούς ορίζοντες της σκέψεώς τους.
«Μεμέρισται ὁ Χριστός; Μὴ Παῦλος ἐσταυρώθη ὑπὲρ ὑμῶν; Ἢ εἰς τὸ ὄνομα Παύλου ἐβαπτίσθητε;»

Ένας είναι ο Χριστός, μία η πίστη, μία η ελπίδα της κοινής σωτηρίας. Στον Χριστό ανακεφαλαιώθηκαν τα πάντα, «τὰ ἐπὶ τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς».

Το δε Πνεύμα του Χριστού «εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσεν». Η μέριμνα για την ενότητα του σώματος των πιστών συνείχε τον Απόστολο Παύλο. Κατ’ επανάληψη στις επιστολές του επανέρχεται σε αυτό το θέμα και νουθετεί τους πιστούς:
«Πληρώσατέ μου τὴν χαράν, ἵνα τὸ αὐτὸ φρονῆτε, τὴν αὐτὴν ἀγάπην ἔχοντες, σύμψυχοι, τὸ ἓν φρονοῦντες».
«Τὸ αὐτὸ φρονεῖτε, εἰρηνεύετε, καὶ ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης καὶ εἰρήνης ἔσται μεθ’ ὑμῶν».
Οι Χριστιανοί είναι κλητοί της θεσπέσιας κοινωνίας των Αγίων.


Ως μέλη του ενός σώματος του Χριστού και φορείς του Πνεύματός Του, πρέπει να είναι συνηρμοσμένοι αρμονικά μεταξύ τους προς δόξαν Θεού. Οφείλουν να έχουν ομοψυχία και ομόνοια, να είναι «κατηρτισμένοι ἐν τῷ αὐτῷ νοῒ καὶ ἐν τῇ αὐτῇ γνώμῃ», να είναι όλοι «τετελειωμένοι εἰς ἕν», κατ’ εικόνα της ενότητας της Αγίας Τριάδος.

Στο εμπειρικό επίπεδο, όμως, η ενότητα παρουσιάζεται ως ανέφικτη ουτοπία. Πώς, λοιπόν, αποκτάται η ομοφροσύνη ανάμεσα στους ανθρώπους;

Η ενότητα των ανθρώπων είναι εφικτή μόνον εάν έχουν όλοι κοινό περιεχόμενο καρδιάς, δηλαδή εάν μέσα τους ζει, ενεργεί και λαλεί ο ίδιος ο Χριστός. «Ὁ κολλώμενος τῷ Κυρίῳ ἓν πνεῦμά ἐστι».
Συνεπώς, όποιος καλλιεργεί ισχυρή σχέση με τον Χριστό, κατά φυσικό τρόπο αποκτά το φρόνημα και τον νου του Χριστού. Η φύση του ανθρώπου, εχομένη της θείας ενέργειας, θεραπεύεται. Ο νους και η καρδιά του ενώνονται.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Χριστιανός αθλητής αναπτύσσει σταδιακά ομοφροσύνη με τους οικείους της πίστεως. Επιπλέον, ανακτώντας την όραση των νοερών οφθαλμών του, διαμορφώνει κριτήρια βάσει των οποίων αναγνωρίζει τους συμψύχους του. Στη μεταξύ τους κοινωνία κατανοούν αλλήλους «εἰς παροξυσμὸν ἀγάπης καὶ καλῶν ἔργων».


Παράγοντες ενότητας

Στην πράξη της πνευματικής ζωής, ισχυρότατοι παράγοντες βαθιάς ενότητας των Χριστιανών μεταξύ τους είναι η προσευχή, ιδιαιτέρως δε η επίκληση του παντίμου ονόματος του Κυρίου Ιησού, η μελέτη του λόγου του Θεού, η θεοπρεπής μετοχή στη Θεία Λειτουργία, η ευχαριστία υπέρ πάντων και, βεβαίως, η μετάνοια.
Οι παράγοντες αυτοί ενεργούν τον πλατυσμό της καρδιάς και οικοδομούν χριστοειδές ήθος στον άνθρωπο.


Προσευχή


Στο όνομα του Κυρίου ήταν συνηγμένοι οι ίδιοι οι Απόστολοι, «προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδὸν τῇ προσευχῇ καὶ τῇ δεήσει» και «τῇ κλάσει τοῦ ἄρτου».
Σύμφωνα με την εντολή του Διδασκάλου τους, προέβαλλαν τα αιτήματά τους στο όνομά Του. Σφράγιζαν την προσευχή τους επικαλούμενοι τη χάρη του ονόματος του Κυρίου. Επί τῷ ονόματι του Ιησού εξήλθαν να ευαγγελιστούν πάντα τα έθνη και να κηρύξουν «μετάνοιαν εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν».
Με τη δύναμη του παναγίου αυτού ονόματος φύλαξαν την ενότητα του πνεύματός τους. Οι Απόστολοι είχαν την ακράδαντη πεποίθηση ότι το όνομα αυτό είναι παντοδύναμο, παντοκρατορικό, «ὑπὲρ πᾶν ὄνομα», ενώπιον του οποίου «πᾶν γόνυ κάμψῃ ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων».

«Οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις, ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς».

Η προσευχή με το όνομα του Κυρίου Ιησού, όταν γίνεται με ταπείνωση, πίστη και αγάπη, προσκομίζει την ενέργεια του Προσώπου το οποίο επικαλείται ο ασκητής. Συνδεδεμένη η προσευχή αυτή με τον αγώνα της τηρήσεως των εντολών, οδηγεί σταδιακά στη μακαρία ενότητα όλων των δυνάμεων του ανθρώπου και στη συνείδηση του οντολογικού συνδέσμου του με όλον τον Αδάμ.
Ο άλλος παύει να είναι εχθρός και επίβουλος. Αποβαίνει ο αιώνιος αδελφός, ο οποίος επίσης κλήθηκε να γίνει μέτοχος της θείας αυτής σωτηρίας που έφερε στη γη ο Εμμανουήλ.

Λόγος Θεού

Ο λόγος του Θεού είναι «φῶς ταῖς τρίβοις ἡμῶν». Μυεί τον άνθρωπο στα απύθμενα βάθη της αγάπης του Θεού. Ως εκ τούτου, τον ενδύει με την ανδρεία να πορευθεί στην οδό της χριστοειδούς καταβάσεως, όπου του μεταδίδεται αποστολικός πλατυσμός καρδιάς, θεία κατάσταση και πόθος για την παγκόσμια σωτηρία.

Θεία Λειτουργία

Η Θεία Λειτουργία είναι ζων ρήμα Θεού, γεγονός Θεού επάνω στη γη. Είναι η καρδιά της πνευματικής ζωής. Προσφέρει σε όλους τους πιστούς την υπερφυή ζωή που απορρέει από τον Θεό.
«Εἰρήνη πᾶσιν», εύχεται ο ιερέας, και σε όλους τους Αγίους προσφέρει τα Άγια του Θεού: «Τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις».

Η τέλεση της αναίμακτης θυσίας αποτελεί δυναμική μύηση στο ήθος του Χριστού· Εκείνου που εξέτεινε τα άχραντα χέρια Του στον Σταυρό, «ἵνα τὰ τέκνα τοῦ Θεοῦ τὰ διεσκορπισμένα συναγάγῃ εἰς ἕν»· Εκείνου που «ὡς πρόβατον ἐπὶ σφαγὴν ἤχθη» υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας.
Με τη μετοχή δε στο Ποτήριο του Χριστού, «μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης», ο χοϊκός άνθρωπος προσλαμβάνει τη ζωή Του και η ακατάλυτη ενέργεια της θείας ζωής θραύει σταδιακά τον ασφυκτικό κλοιό της φιλαυτίας.
Η Λειτουργία, η οποία είναι αδιαίρετη, μερίζεται και ακατάπαυστα επεκτείνεται σε όλα τα πέρατα της οικουμένης. Το Υπερώο της Σιών με τρόπο θαυμαστό πλατύνεται.
Με την Αγία Κοινωνία ο Χριστός συνάγει όλους τους αφοσιωμένους σε Αυτόν σε εκείνη την ενότητα που μας δόθηκε από τον Δημιουργό μας. Όπως συνάγεται ο σκορπισμένος επάνω στα όρη σίτος και γίνεται ένας άρτος, έτσι συνάγεται και η Εκκλησία από τα πέρατα της γης στη Βασιλεία του Θεού.


Μετάνοια


Η κρατίστη δωρεά που μπορεί να προσφέρει ο κτιστός άνθρωπος στον Θεό, προσερχόμενος στη Θεία Ευχαριστία με τον πόθο να προσλάβει την άκτιστη δωρεά Του, είναι η μετάνοια.
Βεβαίως, η μετάνοια δεν αφορά μόνο συγκεκριμένα πταίσματα, αλλά εν γένει την πτωχεία, την αναξιότητα και την ακαταλληλότητά του για την είσοδο στο Μυστήριο, στον Νυμφώνα του Χριστού.

Αλλά και μετά τη μετοχή του στη Λειτουργία, πώς αλλιώς μπορεί ο άνθρωπος να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για το ανείκαστο χάρισμα, παρά μετανοώντας;

Έχοντας γίνει ο πιστός σύσσωμος και σύναιμος Χριστού, αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι, δημιουργημένοι όλοι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν, κληθήκαμε και σε ενότητα κατ’ εικόνα της Αγίας Τριάδος.
Η θέα της αβύσσου που χωρίζει την υπερκόσμια κλήση του ανθρώπου από την οικτρή πραγματικότητα της ανθρωπότητας βυθίζει τον ασκητή της ευσεβείας σε πέλαγος απαράκλητης μετανοίας, η οποία ολοένα και περισσότερο πλαταίνει την καρδιά του.


Ευχαριστία


Προσευχόμενος ο Χριστιανός υπέρ του σύμπαντος κόσμου, ιδιαιτέρως δε υπέρ των οικείων της πίστεως, προσλαμβάνει σταδιακά τον σύμπαντα κόσμο μέσα στην καρδιά του. Όταν, όμως, ευχαριστεί για τις ευεργεσίες του Θεού προς τον ίδιο, προς τους πλησίον του και προς τον σύμπαντα κόσμο, πορίζεται ανεκδιήγητο πλουτισμό.
Ιδιαιτέρως, ευχαριστώντας για τα χαρίσματα και, εν γένει, για τη χάρη με την οποία ο Θεός κατακοσμεί τους αδελφούς του, γίνεται μέτοχος των χαρισμάτων τους. Εισάγεται στη θεσπέσια κοινωνία που εγκαθίδρυσε το Πνεύμα το Άγιο κατά την επιδημία Του, την ημέρα της Πεντηκοστής. Η ευγνωμοσύνη και η μετάνοια εκλεπτύνουν τη συνείδηση.

Προσκαρτερώντας σε αυτές τις ασκήσεις, ο Χριστιανός αθλητής εννοεί ολοένα και βαθύτερα ότι ο Παντοκράτωρ και υπέρθεος Ιησούς «εἰς τέλος ἠγάπησε» τον άνθρωπο. Αυτό το «εἰς τέλος», όμως, τείνει προς το άπειρο. Υπερβαίνει οτιδήποτε μπορεί να συλλάβει η διάνοια του ανθρώπου.
Περιπτύσσεται κάθε άνθρωπο που ήλθε ή που μέλλει να έλθει στη ζωή αυτή, μέχρι συντελείας του αιώνος. Συγχωρεί τους πάντες και τα πάντα. Κατανύσσεται, λοιπόν, ο ασκητής, ταπεινώνεται, ευχαριστεί και μετανοεί ως αποκρουστικός προδότης της άμωμης θείας αγάπης, ως ευτελής και αχρείος δούλος του Πανάγαθου Δεσπότη, ο οποίος μόνο ποθεί τη σωτηρία πάντων των αμαρτωλών, «ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ».


Ας επιστρέψουμε, όμως, στην αποστολική περικοπή:

«Οὐ γὰρ ἀπέστειλέ με Χριστὸς βαπτίζειν, ἀλλ’ εὐαγγελίζεσθαι· οὐκ ἐν σοφίᾳ λόγου, ἵνα μὴ κενωθῇ ὁ σταυρὸς τοῦ Χριστοῦ».
Ο Απόστολος ουδόλως μειώνει την αξία του υπερφυούς Μυστηρίου του Βαπτίσματος. Ωστόσο, τονίζει ότι το Βάπτισμα τελεσιουργείται εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και όχι εις το όνομα του εκάστοτε λειτουργού.

Ο Μέγας Παύλος έλαβε από τον ίδιο τον Κύριο το αποστολικό αξίωμα. Έφερε μεν τη χάρη της Ιερωσύνης και είχε τη δυνατότητα να βαπτίζει· πλην όμως, η αποστολή που του ανατέθηκε από τον Θεό ήταν ο ευαγγελισμός των ανθρώπων και, μάλιστα, των εθνών. Είτε κήρυττε είτε βάπτιζε, δεν απέβλεπε στην προσωπική του αναγνώριση, αλλά στη δόξα του Θεού και στη σωτηρία των ανθρώπων.

Κατ’ ουσίαν, το έργο του ευαγγελισμού της Βασιλείας της πατρικής αγάπης είναι το πλέον κοπιώδες· είναι πλήρες μυρίων βασάνων. Η μετάδοση του χαρίσματος της πίστεως είναι επίμοχθη, καθώς προϋποθέτει, εκ μέρους του ευαγγελιζομένου, άκρα κένωση, προσωπική γνώση του ζώντος Θεού, αδιάλειπτη κοινωνία με τη χάρη Του, χριστοειδή αγάπη και ταπείνωση, επίμονη και έμπονη εξήτηση λόγου από τον Θεό και εκφορά λόγου αρτυμένου με τη χάρη Του, ώστε να μπορεί να μεταδίδει χάρη στους ακούοντες.

Αν ο κήρυκας του Ευαγγελίου δεν είναι φορέας των χαρισμάτων του Πνεύματος και, προπαντός, εάν δεν είναι ενδεδυμένος με ιμάτιο αγιότητος, το κήρυγμα με τα λόγια θα παραμένει «κύμβαλον ἀλαλάζον».

Επιπλέον, ο λόγος των θεραπόντων του Χριστού, όπως και ο λόγος του ίδιου του Χριστού, «οὐ χωρεῖ» στους ανθρώπους. Ιδιαιτέρως, μάλιστα, το κήρυγμα της Εκκλησίας, «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν», απορρίπτεται. Ο κόσμος φόνευε και θα φονεύει τους διακόνους του κηρύγματος τούτου.

Ο Όσιος Γέροντας Σωφρόνιος λέγει για το επίμοχθο αυτό έργο:

Ο λόγος του εκκλησιαστικού κηρύγματος πέφτει, ως επί το πλείστον, ή κοντά στον δρόμο ή στα αγκάθια ή στα πετρώδη εδάφη. Από την προσπάθεια να υπερνικήσουμε, με προσευχή ευσπλαχνίας, τις απολιθωμένες καρδιές αγαπημένων μας υπάρξεων, η ψυχή νιώθει βαθιά σαν να στέκεται πράγματι μπροστά στο τείχος του θανάτου.

Πρόκειται για κατάσταση όμοια με τον πόνο μιας μητέρας που βαστάζει στα χέρια της το μικρό παιδί της που πεθαίνει, τον καρπό της κοιλίας της. Το αίσθημα του αδιεξόδου, του ανεπανόρθωτου και της απώλειας καταβροχθίζει κάθε άλλο αίσθημα και η ψυχή του προσευχομένου πεθαίνει μαζί με εκείνους για τους οποίους αναπέμπει την προσευχή της.
Ο Σταυρός του Χριστού κενώνεται όταν δεν κηρύσσεται η αληθινή φύση του, η οποία μεγαλουργεί διά της χάριτος της σωτηρίας.


Αληθινή και αιώνια σοφία είναι εκείνη που φέρει τη σφραγίδα του Σταυρού. Αλλά και, εν γένει, στη ζωή του ανθρώπου, είτε αναφερόμαστε σε λογισμούς είτε σε πράξεις είτε σε προθέσεις, αιώνια αξία έχει μόνο ό,τι είναι σημειωμένο με τον Σταυρό του Χριστού· δηλαδή, ό,τι είναι σύμφωνο με τις εντολές Του, ό,τι διέπεται από τη σταυρική ενέργεια, θεραπεύει τις παντοδαπές διαιρέσεις και εργάζεται την ποθητή ενότητα.

Σας ευχαριστώ.

Συνεχίζεται με τις ερωτήσεις


Δεν υπάρχουν σχόλια: