Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

Το Ευαγγέλιο για το βάρος του πλούτου Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Επίσκοπος Αχρίδος και Ζίτσης

Το Ευαγγέλιο για το βάρος του πλούτου

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Επίσκοπος Αχρίδος και Ζίτσης

Ματθαίος 19, 16–26. Περικοπή 79.

Φανταστείτε ότι ένα μεγάλο και περήφανο πλοίο συντρίβεται στα βαθιά της θάλασσας και αρχίζει να βυθίζεται. Τι συμβαίνει με τους επιβάτες;

Ο ένας αρπάζεται από μια σανίδα και κρατιέται από τη σανίδα. Ο άλλος πιάνεται από ένα βαρέλι και κρατιέται από το βαρέλι. Ένας τρίτος καταφέρνει να δέσει ασκούς γύρω από τον λαιμό του και κολυμπά μαζί με τους ασκούς. Ένας τέταρτος πέφτει στο νερό χωρίς τίποτε και κολυμπά. Ένας πέμπτος κατεβάζει μια βάρκα από το πλοίο, κάθεται μέσα στη βάρκα και, αντί να βιαστεί να κωπηλατήσει, βιάζεται να αρπάξει όσο το δυνατόν περισσότερα αγαθά από το πλοίο που βυθίζεται και να τα μεταφέρει στη βάρκα.

Ποιος από αυτούς βρίσκεται στον μεγαλύτερο κίνδυνο; Δηλαδή: ποιος από αυτούς θα χαθεί με τον πιο επαίσχυντο τρόπο — αφού όλοι είναι αναγκασμένοι να χαθούν; Με τον πιο επαίσχυντο τρόπο θα χαθεί εκείνος που φαίνεται να βρίσκεται στην ασφαλέστερη θέση — εκείνος που είναι μέσα στη βάρκα, μένει δίπλα στο πλοίο που βυθίζεται και μεταφέρει αγαθά από το πλοίο στη βάρκα. Αληθινά, αυτός βρίσκεται στον μεγαλύτερο κίνδυνο.

Πρώτα θα φορτώσει στη βάρκα του μερικά σακιά αλεύρι. Έπειτα, βλέποντας κιβώτια με φιάλες κρασί και ρακί, θα αρχίσει να τα μεταφέρει κι αυτά στη βάρκα. Κατόπιν θα αρχίσει να αρπάζει και να σέρνει ρούχα, χαλιά, λινά, υφάσματα — «θα μου χρειαστούν για ρούχα και για στρώμα!» Έπειτα, κοιτάζοντας γύρω και βλέποντας ασημένια σκεύη και επιχρυσωμένα κηροπήγια, θα πάρει κι αυτά.

Αλλά να, υπάρχουν και βαρέλια με λάδι, παστό κρέας και ψάρια, ρύζι και διάφορα άλλα τρόφιμα — «και αυτά θα μου χρειαστούν· πώς θα τα καταφέρω χωρίς αυτά;» Κατόπιν θα δει κουτιά και σάκους με χρήματα και πολύτιμα αντικείμενα. Αυτά ασφαλώς πρέπει να τα μεταφέρει στη βάρκα. Αλλά γιατί να αφήσει τις καλές καρέκλες, τα στιλβωμένα τραπέζια, τους βελούδινους καναπέδες, αφού μπορεί να μεταφέρει κι αυτά; Και τα μεταφέρει.

Η βάρκα όμως γεμίζει ολοένα περισσότερο και βυθίζεται ολοένα βαθύτερα στο νερό. Έπειτα θυμάται: θα του χρειαστούν για καύσιμα πετρέλαιο και κάρβουνο. Μεταφέρει κι αυτά. Και να, υπάρχουν ντουλάπες με πολλά θαυμάσια βιβλία! Θα του χρειαστούν στη βάρκα για να διαβάζει και να περνά την ώρα του ώσπου να φθάσει στην ακτή. Τα μεταφέρει κι αυτά. Υπάρχουν επίσης πιάνα, βιολιά, δοξάρια και φλογέρες. Και με αυτά περνάει κανείς την ώρα του. Τα μεταφέρει κι αυτά. Και η βάρκα γεμίζει όλο και περισσότερο και βυθίζεται όλο και βαθύτερα στο νερό.

«Αρκετά», λέει, και κάθεται στη βάρκα. Ύστερα όμως σκέφτεται ότι υπάρχουν ακόμη πολλά πράγματα που θα μπορούσε και θα έπρεπε να έχει μεταφέρει. Ξανανεβαίνει λοιπόν στο πλοίο και μεταφέρει κι άλλα. Πάλι λέει στον εαυτό του: «Αρκετά», και κάθεται στη βάρκα. Αλλά η άσβεστη επιθυμία για πράγματα τον παρακινεί ξανά να μεταφέρει ακόμη περισσότερα από το πλοίο στη βάρκα.

Τελικά το πλοίο βυθίζεται κάτω από το νερό και εκείνος απομακρύνεται λυπημένος επειδή δεν πρόλαβε να φορτώσει ακόμη περισσότερα. Αρχίζει τώρα να κωπηλατεί αργά προς την ακτή. Το νερό όμως έχει ήδη φθάσει μέχρι την άκρη της βάρκας. Αν κάποιος από εκείνους που βρίσκονται στη μεγαλύτερη δυστυχία επιχειρήσει να ανέβει στη βάρκα, ο άνθρωπος της βάρκας θα προτιμήσει να τον σκοτώσει παρά να τον δεχθεί κοντά του. Κι έτσι, έχοντας υπερφορτώσει τη βάρκα του με πράγματα, υπερφορτώνει και την ψυχή του με έγκλημα.

Ξαφνικά φυσά ο άνεμος και υψώνονται κύματα. Αρχίζει να παλεύει με το νερό· αρχίζει να βγάζει το νερό από τη βάρκα. Όταν όμως βλέπει ότι αυτό δεν βοηθά, αρχίζει με λύπη να ρίχνει στη θάλασσα πρώτα τα φθηνότερα αντικείμενα και ύστερα ολοένα ακριβότερα. Αλλά έχει ήδη εξαντληθεί φορτώνοντας τόσα πράγματα και δεν έχει πλέον δύναμη να τα σηκώνει ξανά και να τα πετά στη θάλασσα. Τελικά το νερό νικά· η υπερφορτωμένη βάρκα βυθίζεται — και μαζί της κι εκείνος.

Τέτοια είναι η ζωή και το τέλος των άπληστων πλουσίων πάνω στη θάλασσα αυτής της επίγειας ζωής. Πριν απ’ όλα, ζουν με την ψευδή πεποίθηση ότι αυτός ο κόσμος είναι ένα συντριμμένο πλοίο, χωρίς κυβερνήτη, χωρίς πηδάλιο και χωρίς πηδαλιούχο — ένα εγκαταλελειμμένο σκάφος που βυθίζεται και χάνεται, και από το οποίο ωφελούνται μόνο εκείνοι που κατορθώνουν να αρπάξουν όσο το δυνατόν περισσότερα και να τα μεταφέρουν στη δική τους βάρκα.

Αλλά μέσα σε αυτή την άπληστη αρπαγή και λεηλασία του πλοίου της ζωής εμφανίστηκε ο Κυβερνήτης του Πλοίου, ο οποίος έβαλε το χέρι Του πάνω στο πλοίο ως πάνω στη δική Του ιδιοκτησία και είπε ότι το πλοίο δεν βυθίζεται, αλλά μόνον έτσι φαίνεται στους άπειρους και κοντόφθαλμους ανθρώπους, οι οποίοι βρίσκονται πάνω στο πλοίο για λίγο μόνο χρόνο. Εκείνος ταξιδεύει μαζί με το πλοίο από την ίδια του την αρχή, μεταφέροντας τους επιβάτες· οι επιβάτες αλλάζουν, Εκείνος όμως παραμένει κρυμμένος και κυβερνά το πλοίο. Εκείνος γνωρίζει από πού ξεκίνησε το πλοίο και πού πηγαίνει· γνωρίζει τον δρόμο και δεν φοβάται τη θάλασσα.

Αυτός ο Κυβερνήτης είναι ο Κύριος Ιησούς Χριστός.


Ήρεμα αλλά αποφασιστικά κατεβαίνει πάνω στα κύματα και απλώνει το χέρι Του προς εκείνους που πνίγονται. Και όσοι δεν έχουν τίποτε στα χέρια τους, αλλά κολυμπούν με γυμνά χέρια, αυτοί πρώτοι ανταποκρίνονται και αρπάζονται από το σωτήριο χέρι Του. Εκείνοι όμως που έχουν φορτώσει τη βάρκα τους μέχρι πάνω και την έχουν παραγεμίσει, δυσκολεύονται περισσότερο από όλους να ανταποκριθούν, επειδή φοβούνται ότι, αν εγκαταλείψουν τη βάρκα τους και βαδίσουν προς Αυτόν πάνω στα κύματα με άδεια χέρια, θα βυθιστούν και αυτοί και Εκείνος. Δεν πιστεύουν σε Αυτόν· εμπιστεύονται περισσότερο τη βάρκα τους.

Βλέποντας αυτούς και διαβάζοντας τη θλιβερή ψυχή τους και την ακόμη θλιβερότερη πίστη τους στα νεκρά πράγματα, ο Κύριος Ιησούς στράφηκε προς εκείνους που σώθηκαν και είπε:

«Αληθινά σας λέγω ότι δύσκολα θα εισέλθει πλούσιος στη βασιλεία των ουρανών».


Τέτοιες περιπτώσεις ο Κύριος τις είχε παρατηρήσει πολλές φορές, είχε δείξει πολλές από αυτές και είχε αντλήσει από αυτές διδάγματα για τους δικούς Του. Και το σημερινό Ευαγγέλιο περιγράφει μία τέτοια περίπτωση.

«Καὶ ἰδού, ένας άνθρωπος πλησίασε [τον Ιησού] και Του είπε: Διδάσκαλε αγαθέ, ποιο καλό πρέπει να κάνω για να έχω αιώνια ζωή;»

Οι ευαγγελιστές Ματθαίος και Μάρκος μιλούν για αυτόν τον άνθρωπο ως για έναν πλούσιο νέο, ο οποίος ήταν πολύ πλούσιος, ενώ ο ευαγγελιστής Λουκάς τον αποκαλεί επιπλέον και άρχοντα: «κάποιος άρχοντας».

Αυτό συνέβη σε έναν δρόμο της Ιουδαίας, ύστερα από το ένδοξο περιστατικό με τα παιδιά, όταν ο Κύριος είχε προστάξει τους μαθητές: «Αφήστε τα παιδιά να έρθουν προς Εμένα· διότι σε τέτοιους ανήκει η βασιλεία του Θεού»· όταν είχε ακόμη πει ότι όποιος δεν δεχθεί τη Βασιλεία με παιδική πίστη και χαρά, δεν θα εισέλθει στη Βασιλεία· και όταν είχε αγκαλιάσει τα παιδιά και τα είχε ευλογήσει.

Αφού έτσι ανέδειξε τα αθώα παιδιά ως πολίτες της Βασιλείας του Θεού, ο Κύριος βγήκε στον δρόμο· και εκεί έτρεξε προς Αυτόν εκείνος ο νέος και πλούσιος άρχοντας και, πέφτοντας στα γόνατα, Τον ρώτησε όσα ήδη αναφέραμε.

Ο τρόπος με τον οποίο πλησίασε τον Χριστό είναι άξιος κάθε επαίνου, όπως ακριβώς είναι αξιολύπητος ο τρόπος με τον οποίο απομακρύνθηκε από τον Χριστό. Τρέχει προς τον Χριστό· πέφτει στα γόνατα μπροστά Του· ζητά από Αυτόν συμβουλή για το μεγαλύτερο ζήτημα στον κόσμο — για την αιώνια ζωή και για την προϋπόθεση της αποκτήσεώς της. Ήρθε με ειλικρινή πρόθεση και όχι όπως οι γραμματείς, οι οποίοι έρχονταν μόνο για να πειράξουν τον Κύριο. Ένιωθε μια πείνα και μια φτώχεια της ψυχής, παρ’ όλο τον εξωτερικό του πλούτο.

«Διδάσκαλε αγαθέ!» Έτσι προσφωνεί ο νέος τον Κύριο. Από αυτόν, ακόμη και αυτό είναι πολύ. Εκείνος που πέρασε ολόκληρη τη ζωή του σε μια φυλακή με το φως των κεριών, πόσο πολύ σφάλλει άραγε όταν, βλέποντας για πρώτη φορά τον ήλιο, ονομάζει τον ήλιο κερί;

«Ποιο καλό να κάνω;» Με αυτό το ερώτημα ασφαλώς σκέφτεται την περιουσία του, όπως συμβαίνει συνήθως με τους πλουσίους, οι οποίοι δεν μπορούν να διαχωρίσουν το πρόσωπό τους από την περιουσία τους ούτε να σκεφτούν τον εαυτό τους χωρίς συγχρόνως να σκέφτονται την περιουσία τους. Τι θα μπορούσα εγώ να κάνω — ποιο καλό έργο — με τον πλούτο μου, ώστε να έχω αιώνια ζωή; Χωρίς να γνωρίζει πλήρως με ποιον συνομιλεί, γνωρίζει ελάχιστα και τι ακριβώς λέει. Θα χαιρόταν να ακούσει από τον Διδάσκαλο μια συμβουλή για το πώς θα μπορούσε, μέσω της περιουσίας του, να αποκτήσει εκείνο που ολόκληρος ο κόσμος δεν μπορεί να εξαγοράσει, δηλαδή την αιώνια ζωή.

«Και ο Ιησούς του είπε: Γιατί Με ονομάζεις αγαθό; Κανείς δεν είναι αγαθός παρά μόνο ένας, ο Θεός».


Ο Ιησούς, ο γνώστης των καρδιών, εισχωρεί στις σκέψεις του νέου και τις διαβάζει σαν από βιβλίο. Ο Κύριος βλέπει ότι ο νέος δεν Τον γνωρίζει και ότι Τον θεωρεί απλώς έναν καλό άνθρωπο και καλό διδάσκαλο· γι’ αυτό, με αυτά τα λόγια, θέλει να τον αφυπνίσει σε βαθύτερο στοχασμό.

Αν Εγώ είμαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, γιατί Με αποκαλείς αγαθό; Αν όμως γνωρίζεις ποιος είμαι, γιατί δεν το λες καθαρά, αλλά Με αποκαλείς απλώς Διδάσκαλο;

Μόνον ένας είναι αγαθός με την πλήρη και τέλεια σημασία: ο Θεός. Οι αγαθοί άνθρωποι μπορούν να ονομαστούν αγαθοί μόνο σε σύγκριση με τους ανθρώπους που δεν είναι αγαθοί. Κανείς όμως δεν μπορεί να ονομαστεί αγαθός σε σύγκριση με τον Θεό. Μόνον ο Θεός, λοιπόν, είναι ο μόνος αληθινά αγαθός.

Ο Κύριος Ιησούς δεν θέλει επομένως να επιπλήξει τον νέο επειδή Τον αποκαλεί αγαθό, αλλά επειδή Τον θεωρεί έναν συνηθισμένο θνητό άνθρωπο και παρ’ όλα αυτά Τον ονομάζει αγαθό. Δεν θέλει ο Κύριος με αυτά να πει: «Εγώ δεν είμαι αγαθός», αλλά: «Εγώ δεν είμαι ένας συνηθισμένος θνητός άνθρωπος. Εγώ είμαι Εκείνος για τον οποίο μόνο μπορεί να ειπωθεί ότι είναι αγαθός».

Ύστερα από αυτή την εισαγωγική διευκρίνιση, ο Κύριος αρχίζει να απαντά στην ερώτηση του νέου πλουσίου:
«Αν θέλεις να εισέλθεις στη ζωή, τήρησε τις εντολές».
Του λέει ο νέος: «Ποιες;»
Και ο Ιησούς είπε:
«Μη φονεύσεις· μη μοιχεύσεις· μην κλέψεις· μη ψευδομαρτυρήσεις· τίμα τον πατέρα και τη μητέρα σου· και αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου».
Αυτές είναι οι προϋποθέσεις για την είσοδο στη ζωή.

Ο πλούσιος όμως δεν είχε ρωτήσει απλώς πώς να εισέλθει στη ζωή, αλλά πώς να έχει τη ζωή, να αποκτήσει τη ζωή ή να κληρονομήσει τη ζωή. Όπως έδειξε άγνοια ως προς την αναγνώριση του προσώπου του Κυρίου Ιησού, έτσι έδειξε την ίδια άγνοια και ως προς την αιώνια ζωή. Και όπως ο Κύριος τον διόρθωσε εκεί, έτσι τον διορθώνει και εδώ.

Η αιώνια ζωή έχει τις βαθμίδες της: σε μία βαθμίδα βρίσκονται εκείνοι που απλώς σώθηκαν, ενώ σε άλλη βρίσκονται εκείνοι που είναι τέλειοι. Οι Απόστολοι θα καθίσουν σε δώδεκα θρόνους και θα κρίνουν τις φυλές του Ισραήλ, ενώ οι υπόλοιποι σωσμένοι ούτε θα καθίσουν σε θρόνους ούτε θα κρίνουν κανέναν, μολονότι τόσο οι πρώτοι όσο και οι δεύτεροι θα βρίσκονται στην αιώνια ζωή.

«Δεν γνωρίζετε ότι οι άγιοι θα κρίνουν τον κόσμο;» ρωτά ο Απόστολος Παύλος τους Κορινθίους (Α΄ Κορ. 6, 2–3). Και μάλιστα θα κρίνουν όχι μόνο τα πράγματα αυτού του κόσμου αλλά και αγγέλους. Όμως δεν θα κρίνουν όλοι οι σωσμένοι, αλλά μόνο οι άγιοι του Θεού, οι τέλειοι.

Η Πανάχραντη και Παναγία Θεοτόκος είναι τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ· οι Απόστολοι προηγούνται όλων των αγίων, οι άγιοι προηγούνται των άλλων ευαρεστησάντων στον Θεό, και οι λοιποί ευαρεστήσαντες προηγούνται των απλών σωσμένων.

Τέλειοι είναι εκείνοι οι οποίοι, εκτός από τον εαυτό τους, έσωσαν και πολλούς άλλους με τη δύναμη του ονόματος του Κυρίου Ιησού· ενώ σωσμένοι είναι και εκείνοι που μόλις και μετά βίας κατόρθωσαν να σώσουν τον εαυτό τους.

«
Πολλές μονές υπάρχουν στην οικία του Πατέρα Μου», είπε ο ίδιος ο Κύριος (Ιω. 14, 2). Αν δεν ήταν έτσι, θα το είχε άραγε πει;
Αυτό λέει και τώρα, μόνο με διαφορετικό τρόπο. Στη Βασιλεία δεν είναι όλοι ίσοι: άλλη είναι η δόξα εκείνων που απλώς εισήλθαν στη Βασιλεία και άλλη η δόξα εκείνων που είναι τέλειοι μέσα στη Βασιλεία.
Αλλά ας επιστρέψουμε πρώτα στις προϋποθέσεις για την είσοδο στη Βασιλεία, και αργότερα θα ακούσουμε, πάλι από το στόμα της Αλήθειας, ποιες είναι οι προϋποθέσεις της τελειότητας.
Ποιες είναι λοιπόν οι προϋποθέσεις για την είσοδο στη Βασιλεία ή στην αιώνια ζωή;
Να τηρούνται οι εντολές.
Ποιες εντολές;


Όλες· πρώτα εκείνες που απαγορεύουν την τέλεση του κακού και ύστερα εκείνες που προστάζουν την τέλεση του αγαθού, σύμφωνα με τον προφητικό λόγο:

«Ἔκκλινον ἀπὸ κακοῦ καὶ ποίησον ἀγαθόν» (Ψαλμ. 33, 15).

Πρέπει λοιπόν πρώτα να απομακρύνει κανείς τον εαυτό του από το κακό και το κακό από τον εαυτό του, και μόνο τότε να καταστεί ικανός για την τέλεση του αγαθού. Γι’ αυτό και ο Κύριος προβάλλει πρώτα τις αρνητικές εντολές και ύστερα τις θετικές, και όχι με τη σειρά με την οποία είχαν δοθεί μέσω του Μωυσή.

«Μη φονεύσεις, μη μοιχεύσεις, μην κλέψεις, μη ψευδομαρτυρήσεις» — αυτές είναι οι αρνητικές εντολές, που σημαίνουν απομάκρυνση από το κακό· ενώ «τίμα τον πατέρα και τη μητέρα» και «αγάπα τον πλησίον σου» — αυτές είναι οι θετικές εντολές, που σημαίνουν την τέλεση του αγαθού. Αν δεν εκπληρωθούν οι πρώτες, δεν μπορούν να εκπληρωθούν οι δεύτερες. Εκείνος που είναι ικανός να σκοτώσει τον πλησίον του δεν είναι ικανός να αγαπήσει τον πλησίον του. Και εκείνος που μοιχεύει δεν γνωρίζει τι είναι αγάπη.

Αναφέροντας αυτές τις έξι εντολές, ο Κύριος δεν είχε σκοπό να απαριθμήσει όλες ανεξαιρέτως τις εντολές, αλλά μόνο ορισμένες από τις σημαντικότερες. Και ότι έτσι είναι, φαίνεται πρώτα απ’ όλα από το ότι ο Κύριος παραλείπει ακριβώς τη σπουδαιότερη από όλες τις εντολές — την αγάπη προς τον Θεό. Αργότερα θα εξηγήσουμε γιατί παραλείπει αυτή την εντολή σκόπιμα. Δεύτερον, αυτό φαίνεται και από τις διηγήσεις των άλλων δύο Ευαγγελιστών, του Μάρκου και του Λουκά, οι οποίοι δεν παραθέτουν ούτε καν και τις έξι εντολές που αναφέρονται στον Ματθαίο. Ούτε ο Μάρκος ούτε ο Λουκάς αναφέρουν, για παράδειγμα, την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον. Ο Μάρκος, μάλιστα, προσθέτει στις αρνητικές εντολές μία ακόμη γενική: «Μην αδικήσεις κανέναν».

Οι Ευαγγελιστές λοιπόν συμπληρώνουν ο ένας τον άλλον σε όλα αυτά, χωρίς καθόλου να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Ένα πράγμα, πάντως, είναι σαφές από όλα όσα διηγούνται οι Ευαγγελιστές: ο Κύριος δεν είχε πρόθεση να τονίσει αποκλειστικά τις πέντε ή έξι εντολές που αναφέρθηκαν, αλλά μέσω αυτών να υπενθυμίσει στον νέο ολόκληρο τον παλαιό Νόμο.

Το γεγονός, πάλι, ότι συνιστά την τήρηση των εντολών του παλαιού Νόμου επιβεβαιώνει τα προηγούμενα λόγια Του, ότι δεν ήλθε να καταλύσει τον Νόμο και τους Προφήτες αλλά να τους εκπληρώσει: «Οὐκ ἦλθον καταλῦσαι, ἀλλὰ πληρῶσαι» (Ματθ. 5, 17). Και αφού ο τέλειος Κύριος, χωρίς να έχει καμία προσωπική ανάγκη, εκπλήρωσε ολόκληρο τον Νόμο, πόσο περισσότερο οφείλουν να τον εκπληρώνουν όλοι εκείνοι που ανεβαίνουν σιγά-σιγά τα υψηλά σκαλοπάτια προς την τελειότητα.

Όλες οι εντολές που απαριθμήθηκαν έχουν για τους πλουσίους και ένα ιδιαίτερο εσωτερικό νόημα.

Έτσι, «μη φονεύσεις» σημαίνει: περιποιούμενος υπερβολικά το σώμα σου με πλούτη και πολυτέλειες, θανατώνεις την ψυχή σου.

«Μη μοιχεύσεις» σημαίνει: η ψυχή είναι προορισμένη για τον Θεό όπως η νύφη για τον νυμφίο της· αν η ψυχή δεθεί με αγάπη προς τον κοσμικό πλούτο και τη λάμψη, προς την πολυτέλεια και τις παροδικές απολαύσεις, τότε μοιχεύει απέναντι στον αθάνατο Νυμφίο της, τον Θεό.
«Μην κλέψεις» σημαίνει: μην κλέβεις από την ψυχή προς όφελος του σώματος· μην κλέβεις τον χρόνο, τη φροντίδα και τον κόπο που πρέπει να αφιερώσεις στην ψυχή σου, για να τα δώσεις στο σώμα.
Ο εξωτερικά πλούσιος άνθρωπος γίνεται συνήθως απελπιστικά φτωχός εσωτερικά. Και συνήθως —όχι πάντοτε— κάθε πλούτος του εξωτερικού ανθρώπου σημαίνει λεηλασία του εσωτερικού ανθρώπου: παχύ σώμα — ισχνή ψυχή· πολυτελής ενδυμασία του σώματος — γυμνότητα της ψυχής· λάμψη εξωτερικά — σκοτάδι εσωτερικά· δύναμη εξωτερικά — αδυναμία εσωτερικά.
«Μη ψευδομαρτυρήσεις» σημαίνει: μην προσπαθείς με τίποτε να δικαιολογήσεις την αγάπη σου προς τον πλούτο και την παραμέληση της ψυχής σου, διότι αυτό αποτελεί διαστροφή της αλήθειας του Θεού και ψευδομαρτυρία ενώπιον του Θεού και της συνειδήσεώς σου.
«Τίμα τον πατέρα και τη μητέρα» σημαίνει: μην αποδίδεις τιμή και δόξα μόνο στον εαυτό σου, διότι αυτό θα σε καταστρέψει· τίμα τον πατέρα και τη μητέρα, μέσω των οποίων ήλθες σε αυτόν τον κόσμο, ώστε μέσα από αυτό να μάθεις να τιμάς και τον Θεό, από τον οποίο προέρχεσαι τόσο εσύ όσο και οι γονείς σου.
«Αγάπα τον πλησίον σου» σημαίνει: σε αυτή την κατώτερη σχολή ασκήσεως στο αγαθό, μάθε να αγαπάς τους πλησίον σου, ώστε να ανέλθεις στη βαθμίδα όπου αγαπάται ο Θεός. Αγάπα τους πλησίον σου, διότι αυτή η αγάπη θα σε σώσει από τη φιλαυτία, η οποία μπορεί να σε καταστρέψει. Αγάπα τους άλλους ανθρώπους όπως τον εαυτό σου, ώστε να δαμάσεις και να ταπεινώσεις τον εαυτό σου και να τον εξισώσεις, στα δικά σου μάτια, με τους άλλους ανθρώπους. Διαφορετικά, η υπερηφάνεια που γεννά ο πλούτος θα σε κυριεύσει και θα σε κατακρημνίσει στην κόλαση.
Σε αυτή τη συμβουλή του Κυρίου Ιησού ο πλούσιος νέος απάντησε:

«Όλα αυτά τα φύλαξα από τη νεότητά μου· τι μου λείπει ακόμη;»


Αυτό σημαίνει ότι όλες αυτές οι εντολές τού ήταν γνωστές από την παιδική του ηλικία και ότι τις είχε τηρήσει κατά την εξωτερική, μωσαϊκή τους έννοια.
Για άλλη μια φορά ο πλούσιος νέος πλανήθηκε. Νόμιζε ότι ο Χριστός δεν του είχε πει τίποτε καινούργιο, αλλά απλώς του είχε επαναλάβει τα παλαιά. Στην πραγματικότητα, κάθε παλαιά εντολή αποκτά νέο περιεχόμενο, νέο πνεύμα και νέα ζωή στα χείλη του Χριστού. Σε κάθε εξωτερική εντολή που ο Κύριος Χριστός είχε δώσει στον Ισραήλ μέσω του Μωυσή, ο ίδιος Κύριος Χριστός, κατά τη Νέα Δημιουργία, κατά τη Νέα Αποκάλυψη, δίνει τώρα βαθύτερο εσωτερικό νόημα.
Και αν ο νέος είχε πράγματι εκπληρώσει τις εντολές που αναφέρθηκαν σύμφωνα με το εσωτερικό, χριστιανικό τους νόημα, και όχι μόνο σύμφωνα με το εξωτερικό —όπως τις τηρούσαν τελετουργικά και οι Φαρισαίοι—, η ψυχή του θα ήταν ελεύθερη από τον πλούτο του και δεν θα του ήταν δύσκολο να εκπληρώσει εκείνο που θα του πρότεινε αμέσως μετά ο Κύριος.
Εκείνος όμως είχε εκπληρώσει όλες αυτές τις εντολές όπως και εκείνος ο Φαρισαίος που καυχιόταν ενώπιον του Θεού στην προσευχή του: «Νηστεύω δύο φορές την εβδομάδα, δίνω το δέκατο από όλα όσα έχω». Γι’ αυτό και ήταν, και παρέμεινε, δεμένος με τον πλούτο του σαν μέσα σε έναν παράνομο γάμο, και με κανέναν τρόπο δεν μπορούσε να χωριστεί από αυτόν και να ακολουθήσει τον Χριστό.
«Τι μου λείπει ακόμη;» ρωτά τον Κύριο, αισθανόμενος ήδη ότι βρίσκεται στο κατώφλι της σωτηρίας. Θα πρέπει να περίμενε ότι ο Κύριος θα του έδινε ακόμη μία παρόμοια εντολή, την οποία θα μπορούσε εύκολα να εκπληρώσει.
Ο Κύριος όμως διέβλεπε τη naive, νομικιστική επιφανειακότητά του και τον αγάπησε. Αυτό μας το αναφέρει ο Ευαγγελιστής Μάρκος: «Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐμβλέψας αὐτῷ ἠγάπησεν αὐτόν».
Γιατί ο Κύριος αγάπησε αυτόν τον ατελή νέο; Επειδή η νομικιστική του επιφανειακότητα δεν ήταν κακόβουλη όπως εκείνη των Φαρισαίων και των γραμματέων, αλλά αφελής και καλοπροαίρετη. Παρ’ όλα αυτά, ο Κύριος έπρεπε να του πει την πικρή αλήθεια και να συντρίψει όλες τις αυταπάτες του περί γρήγορης και εύκολης σωτηρίας.

Ο Ιησούς τού είπε:

«Αν θέλεις να είσαι τέλειος, πήγαινε, πούλησε όλα όσα έχεις και δώσε τα στους φτωχούς, και θα έχεις θησαυρό στον ουρανό· και έλα, ακολούθησέ Με».
«Όταν όμως ο νέος άκουσε αυτόν τον λόγο, έφυγε λυπημένος, διότι ήταν πολύ πλούσιος».
Τελικά ο Κύριος τού είπε έναν νέο λόγο, απροσδόκητο και δύσκολο. Κοιτάζοντας αδιάκοπα στο βάθος της καρδιάς του νέου, ο Κύριος τού είπε αυτόν τον νέο λόγο. Και μολονότι γνώριζε εκ των προτέρων ότι ο λόγος Του δεν θα κατόρθωνε να λύσει τον γάμο της ψυχής του νέου με τον επίγειο πλούτο του και να τη νυμφεύσει με τον Θεό, εντούτοις του το είπε τόσο για χάρη εκείνου που Τον ρωτούσε όσο —και ακόμη περισσότερο— για χάρη των μαθητών που άκουγαν.
«Αν θέλεις να είσαι τέλειος».
Αυτό δεν σημαίνει απλώς είσοδο στη Βασιλεία, αλλά και εξουσία μέσα στη Βασιλεία.
«Πήγαινε, πούλησε όλα όσα έχεις».

Δηλαδή: πήγαινε και δείξε ότι είσαι κύριος της περιουσίας σου, η οποία έχει εσένα στην κατοχή της, και όχι εσύ εκείνη. Αληθινά, η περιουσία σου έχει εσένα· δεν έχεις εσύ την περιουσία σου.

Η περιουσία σου μέχρι τώρα αγόραζε λίγο-λίγο την ψυχή σου και την παρέδιδε στον διάβολο· πήγαινε τώρα εσύ και πούλησέ την, και μοίρασέ την σε εκείνους που την χρειάζονται — και τη χρειάζονται όχι ως κύριο, αλλά ως υπηρέτη της ζωής.

Πήγαινε και διάλυσε τον επικίνδυνο και παράνομο δεσμό της ψυχής σου με την περιουσία σου. Πήγαινε και πάρε διαζύγιο από αυτήν. Πήγαινε και ελευθερώσου. Πήγαινε και τράβηξε την ψυχή σου έξω από το βάρος της γης, έξω από τη σκόνη των πραγμάτων, έξω από τον βούρκο των απολαύσεων των πλουσίων, και στρέψε την προς Εμένα.

Χωρίς τίποτε, απολύτως χωρίς τίποτε, στρέψε την προς Εμένα.
Η ψυχή είναι πλουσιότερη όταν δεν έχει τίποτε. Η ψυχή βρίσκεται στη μεγαλύτερη συντροφιά όταν δεν έχει άλλη συντροφιά παρά μόνο τη δική Μου.
«Πούλησε τα πάντα και δώσε τα στους φτωχούς».
Φτωχοί είναι εκείνοι που χρειάζονται τον πλούτο σου, όχι ως στολίδι, όχι ως βάρος, όχι ως κύριο, αλλά ως τον επιούσιο άρτο, ως ανακούφιση της ζωής, ως υπηρέτη και βοηθό.
Και ό,τι δώσεις από υλικό πλούτο θα σου επιστραφεί ως πνευματικός πλούτος.
Ιδού, η ψυχή σου είναι γεμάτη φτωχούς· το ίδιο και η καρδιά σου· το ίδιο και ο νους σου. Σε όλους αυτούς θα έρθει ο πλούτος που χρειάζονται, όταν εσύ αποτινάξεις από πάνω σου τον πλούτο που δεν χρειάζεσαι.
Αλλά γιατί ο Κύριος προστάζει τον πλούσιο να πουλήσει την περιουσία του και να τη μοιράσει στους φτωχούς, και δεν του λέει απλώς: άφησέ τα όλα, μην επιστρέψεις στο σπίτι σου, αλλά έλα και ακολούθησέ Με; Δεν είπε έτσι σε εκείνον που ήθελε να επιστρέψει και να θάψει τον πατέρα του; «Ἄφες τοὺς νεκροὺς θάψαι τοὺς ἑαυτῶν νεκρούς· σὺ δὲ ἀπελθὼν διάγγελλε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 9, 59–60);
Ο Κύριος δεν είπε το ίδιο σε αυτόν τον πλούσιο για δύο λόγους. Πρώτον, επειδή, αν δεν πουλούσε την περιουσία του και δεν τη μοίραζε στους φτωχούς, θα συνέβαινε είτε να πέσουν οι γείτονες πάνω στην εγκαταλελειμμένη περιουσία και να την κλέψουν είτε κάποιος συγγενής του να την κληρονομήσει και να βρεθεί στην ίδια κατάσταση, στην ίδια δουλεία του πλούτου, στην οποία βρισκόταν τώρα ο νέος αυτός. Έτσι λοιπόν είτε οι κλέφτες είτε οι συγγενείς θα έχαναν τις ψυχές τους εξαιτίας της ίδιας εκείνης περιουσίας.
Δεύτερον, στέλνοντάς τον να πουλήσει και να μοιράσει την περιουσία του στους φτωχούς, ο Κύριος θέλει να ξυπνήσει μέσα στον νέο τη φιλανθρωπία, να γεννήσει μέσα του συμπόνια για τους πλησίον και να τον φέρει σε τέτοια θέση ώστε να αισθανθεί την πνευματική χαρά και γλυκύτητα της προσφοράς, της τελέσεως ενός αγαθού έργου. Και για να τον παρακινήσει να το κάνει αυτό, ο Κύριος του παρουσιάζει αμέσως την αιώνια ανταμοιβή, τον αιώνιο θησαυρό στον ουρανό, όπου ούτε σκόρος κατατρώγει ούτε σκουριά φθείρει ούτε κλέφτες κλέβουν.
Ασύγκριτα καλύτερος είναι ο θησαυρός που θα λάβεις από εκείνον που θα εγκαταλείψεις. Διότι τι θα σε ωφελήσει όλος ο επίγειος θησαυρός σου όταν σήμερα ή αύριο πεθάνεις; Αυτός θα χαθεί για σένα σε αυτόν τον κόσμο και θα καταστρέψει εσένα στον άλλο. Ο θησαυρός όμως που θα έχεις στον ουρανό θα σε περιμένει έως ότου χωριστείς από αυτόν τον κόσμο — και αυτό θα γίνει πολύ σύντομα — και δεν θα αφαιρεθεί ποτέ από εσένα ούτε θα χωριστεί από σένα στους αιώνες των αιώνων.
Αφού τον παρηγορεί για τη φαινομενική ζημία σε αυτόν τον κόσμο, παρουσιάζοντάς του τον θησαυρό στον ουρανό, ο Κύριος τελικά καλεί τον νέο:

«Καὶ δεῦρο ἀκολούθει μοι».


Όταν χωριστείς από όλα, τότε ακολούθησέ Με και με τα δύο σου πόδια και με τα δύο σου μάτια. Έτσι όπως είσαι τώρα, δεν μπορείς να Με ακολουθείς με το ένα πόδι και με το άλλο τον πλούτο σου· ούτε μπορείς να κοιτάζεις με το ένα μάτι Εμένα και με το άλλο την περιουσία σου. Όχι· δεν μπορείς να υπηρετείς δύο κυρίους.
Αλλά όλα ήταν μάταια. Ο νέος άκουσε τα πάντα προσεκτικά· κατάλαβε τι του ζητούσαν· τον κυρίευσε βαριά λύπη, διότι ήταν πολύ πλούσιος, και έφυγε — έφυγε και με τα δύο του πόδια και με τα δύο του μάτια προς τον μοιραίο πλούτο του.

Ήταν πολύ πλούσιος!

Δηλαδή ήταν πολύ δεμένος με τον πλούτο του, πολύ αλυσοδεμένος, πολύ αιχμαλωτισμένος και πολύ αδύναμος για να αντισταθεί στα αγκάθια μέσα στα οποία είχε μπλεχτεί. Πράγματι, ήταν σαν τον σπόρο που έπεσε μέσα στα αγκάθια, άρχισε να φυτρώνει δυνατά, αλλά τα αγκάθια τον έπνιξαν και δεν έφερε κανέναν καρπό. Ο μεγάλος πλούτος ήταν σαν ένας τεράστιος θάμνος από αγκάθια γύρω από τον σπόρο της ψυχής του.
Ο Οικοδεσπότης θέλησε να ξεριζώσει τα αγκάθια γύρω από την ψυχή του και να βγάλει την ψυχή του στο φως, ώστε να αναπτυχθεί ελεύθερα· εκείνος όμως δεν το επέτρεψε, δεν μπορούσε, εξαιτίας της κακής συνήθειας, να το επιτρέψει. Ήταν σαν εκείνον τον ναυαγό μέσα στην παραφορτωμένη βάρκα. Ο Κύριος του άπλωσε το πανίσχυρο χέρι Του για να τον σώσει και να τον βάλει στο πλοίο, αλλά εκείνος λυπόταν τα πράγματα που είχε φορτώσει στη βάρκα του.
Και έτσι ο πλούσιος νέος αποχωρίστηκε από τον Χριστό, τον Κυβερνήτη του Πλοίου της Ζωής, και χάθηκε στο πέλαγος, για να βυθιστεί σύντομα και να καταστραφεί — και η βάρκα και ο ίδιος.
Και ο Ιησούς είπε στους μαθητές Του:
«Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι πλούσιος δυσκόλως εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν· εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν».
Κανένας λόγος του Κυρίου Ιησού δεν μπορούσε να πέσει μάταια στο χωράφι αυτού του κόσμου. Αν δεν ωφελούνταν από αυτόν εκείνοι προς τους οποίους απευθυνόταν άμεσα, ωφελούνταν εκείνοι προς τους οποίους απευθυνόταν έμμεσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο λόγος του Χριστού απευθυνόταν άμεσα στον πλούσιο νέο και έμμεσα στους μαθητές. Ο νέος δεν μπόρεσε να ωφεληθεί από τον λόγο του Κυρίου, αλλά οι μαθητές ωφελήθηκαν. Γι’ αυτό, αφού έφυγε ο νέος, ο Κύριος στρέφεται τώρα προς αυτούς και τους λέει πόσο δύσκολο είναι για έναν πλούσιο να εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών.
Ο Κύριος δεν λέει ότι είναι αδύνατο για τον πλούσιο να εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών, αλλά ότι είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο.
Και ότι δεν είναι αδύνατο για έναν πλούσιο να εισέλθει στη βασιλεία των ουρανών φαίνεται από τα παραδείγματα που αναφέρονται στην Αγία Γραφή. Ο Αβραάμ ήταν πλούσιος, πολύ πλούσιος άνθρωπος· με την πίστη του όμως ήταν περισσότερο δεμένος με τον Θεό παρά με όλο τον πλούτο του, ακόμη περισσότερο και από τον ίδιο τον μονογενή υιό του. «Ἐγώ εἰμι γῆ καὶ σποδός», έλεγε ο Αβραάμ για τον εαυτό του, παρ’ όλο τον πλούτο του.
Πάμπλουτος ήταν και ο δίκαιος Ιώβ, αλλά ο πλούτος του δεν τον εμπόδισε να είναι ταπεινός ενώπιον του Θεού και υπάκουος στον Θεό, τόσο μέσα στη δόξα όσο και μέσα στον πόνο και στην ταπείνωση.
Πλούσιος ήταν και ο Βοόζ, ο προπάππος του Δαβίδ, αλλά με την ελεημοσύνη του ευαρέστησε στον Θεό.
Πλούσιος ήταν και ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, αλλά ο πλούτος του δεν τον εμπόδισε να παραδοθεί ολόκληρος στον Κύριο Ιησού και να προσφέρει κάθε δυνατή υπηρεσία στο νεκρό σώμα του Κυρίου, παραχωρώντας Του ακόμη και τον καινούργιο λαξευτό τάφο που είχε ετοιμάσει για τον εαυτό του.
Και, τέλος, πλούσιοι υπήρξαν αναρίθμητοι άλλοι ευάρεστοι στον Θεό μέσα στην ιστορία της Εκκλησίας· σώθηκαν όμως και κληρονόμησαν τη βασιλεία του Θεού, διότι η καρδιά τους δεν ήταν δεμένη με τον επίγειο πλούτο αλλά με τον Χριστό, θεωρώντας όλον τον επίγειο πλούτο σκόνη και στάχτη.
Ο πλούτος δεν είναι κακός καθ’ εαυτόν, όπως κακό δεν είναι κανένα δημιούργημα του Θεού· κακή είναι η ανθρώπινη προσκόλληση στον πλούτο, στην περιουσία, στα πράγματα· κακά και ολέθρια είναι επίσης τα πάθη και τα ελαττώματα που ο πλούτος καθιστά δυνατά και προκαλεί, όπως: η πορνεία, η λαιμαργία, η μέθη, η φιλαργυρία, η επίδειξη, η καύχηση, η ματαιοδοξία, η υπερηφάνεια, η περιφρόνηση και η ταπείνωση των φτωχών ανθρώπων, η λήθη του Θεού και άλλα, και άλλα.
Λίγοι είναι εκείνοι που έχουν τη δύναμη να αντισταθούν στους πειρασμούς του πλούτου και που μπορούν να εξουσιάζουν τον πλούτο τους χωρίς να γίνουν υπηρέτες και δούλοι του πλούτου.
Πριν απ’ όλα, ο πλούσιος δύσκολα μπορεί να νηστέψει· και χωρίς νηστεία δεν υπάρχει ούτε χαλιναγώγηση του σώματος ούτε ταπείνωση ούτε αληθινή προσευχή. Γι’ αυτό ο Κύριος λέει ότι δύσκολα ο πλούσιος εισέρχεται στη βασιλεία του Θεού.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο φτωχός εισέρχεται εύκολα στη βασιλεία του Θεού. Και η φτώχεια έχει τους δικούς της πειρασμούς, σχεδόν όπως και ο πλούτος.
Ο πλούσιος πρέπει να σώζεται με μεγάλη ελεημοσύνη και ταπείνωση ενώπιον του Θεού· ο φτωχός με μεγάλη υπομονή, αντοχή και αδιάκοπη εμπιστοσύνη στον Θεό.
Δεν σώζεται ούτε ο πλούσιος που είναι ανελεήμων και υπερήφανος ούτε ο φτωχός που γογγύζει για τη μοίρα του και απελπίζεται ως προς τη βοήθεια του Θεού.
Δεν υπάρχουν στον κόσμο πλούσιοι και φτωχοί άνθρωποι τυχαία ή εξαιτίας κάποιας παραλογίας του κόσμου, αλλά σύμφωνα με την πάνσοφη Πρόνοια του Θεού. Μέσα σε μια στιγμή ο Θεός μπορεί να εξισώσει όλους τους ανθρώπους ως προς τον πλούτο· αυτό όμως θα ήταν πραγματική παραφροσύνη. Σε αυτή την περίπτωση οι άνθρωποι θα γίνονταν εντελώς ανεξάρτητοι ο ένας από τον άλλον.
Ποιος τότε θα σωζόταν; Και πώς θα μπορούσε κανείς να σωθεί;
Διότι οι άνθρωποι σώζονται μέσω της αλληλεξαρτήσεώς τους.
Ο πλούσιος εξαρτάται από τον φτωχό και ο φτωχός από τον πλούσιο· ο μορφωμένος εξαρτάται από τον αμόρφωτο και ο αμόρφωτος από τον μορφωμένο· ο υγιής εξαρτάται από τον ασθενή και ο ασθενής από τον υγιή.

Η υλική θυσία ανταμείβεται με πνευματική ανταμοιβή. Η πνευματική θυσία του μορφωμένου ανταμείβεται με την υλική ανταμοιβή του αμόρφωτου. Η σωματική υπηρεσία του υγιούς ανταμείβεται με την πνευματική ανταμοιβή του ασθενούς· και αντιστρόφως: η πνευματική υπηρεσία του ασθενούς —ο οποίος υπενθυμίζει τον Θεό και την Κρίση— ανταμείβεται με τη σωματική υπηρεσία του υγιούς.
Όλα είναι υφασμένα σαν ένα πολύχρωμο χαλί. Ένας μονόχρωμος κόσμος θα τύφλωνε όλα τα μάτια.
Πώς θα έσωζε ο πλούσιος την ψυχή του με την ελεημοσύνη και την ταπείνωση ή πώς θα έχανε την ψυχή του με τη φιλαργυρία και την υπερηφάνεια, αν δεν υπήρχαν φτωχοί;
Πώς θα έσωζε ο φτωχός την ψυχή του με την υπομονή και την αντοχή ή πώς θα την έχανε με τον γογγυσμό, την κλοπή και την αρπαγή, αν δεν υπήρχαν πλούσιοι;
Πώς θα έσωζε ο μορφωμένος την ψυχή του με τη συμπόνια προς τον αμόρφωτο και με τον κόπο του για χάρη του ή πώς θα έχανε την ψυχή του με την υπερήφανη περιφρόνηση του αμόρφωτου, αν δεν υπήρχε στον κόσμο αμόρφωτος;
Πώς θα έσωζε ο αμόρφωτος την ψυχή του με την υπακοή και την πραότητα απέναντι στον μορφωμένο ή πώς θα την έχανε με την ανυπακοή, τον φθόνο και την αγριότητα απέναντι στον μορφωμένο, αν δεν υπήρχε μορφωμένος;
Πώς θα έσωζε ο υγιής την ψυχή του με την πρόθυμη φροντίδα του ασθενούς, με τη συμπόνια και την προσευχή για τον ασθενή, ή πώς θα έχανε την ψυχή του με την αποστροφή προς τον ασθενή, με την αδιαφορία για αυτόν και με την υπερηφάνεια για την υγεία του, αν δεν υπήρχε ασθενής;
Και πώς θα έσωζε ο ασθενής την ψυχή του με την υπομονή και την ευγνωμοσύνη προς τον υγιή ή πώς θα έχανε την ψυχή του με το μίσος και τον φθόνο προς τον υγιή, αν δεν υπήρχε υγιής;
Ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο ελευθερία επιλογής, σε κάθε άνθρωπο. Δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος στον κόσμο μπροστά στον οποίο να μην είναι ανοιχτοί δύο δρόμοι: ο δρόμος της σωτηρίας και ο δρόμος της απωλείας.

Σε αυτό ακριβώς συνίσταται η ελευθερία του ανθρώπου.

Ο πλούτος μπορεί να σώσει τον πλούσιο και μπορεί να τον καταστρέψει· η φτώχεια μπορεί να σώσει τον φτωχό και μπορεί να τον καταστρέψει· η μόρφωση μπορεί να σώσει τον μορφωμένο και μπορεί να τον καταστρέψει· η αμορφωσιά μπορεί να σώσει τον αμόρφωτο και μπορεί να τον καταστρέψει· η υγεία μπορεί να σώσει τον υγιή και μπορεί να τον καταστρέψει· η ασθένεια μπορεί να σώσει τον ασθενή και μπορεί να τον καταστρέψει.
Όλα εξαρτώνται από την επιλογή του ανθρώπου.
Ο Χριστός ήρθε για να συνετίσει τους ανθρώπους και όχι για να τους εξαναγκάσει. Γι’ αυτό ο Χριστός δεν προστάζει στον νέο: «Μπες στη ζωή!» αλλά λέει: «Εἰ δὲ θέλεις εἰσελθεῖν εἰς τὴν ζωήν»· ούτε του προστάζει: «Γίνε τέλειος!» αλλά: «Εἰ θέλεις τέλειος εἶναι».
Αν θέλεις, εάν επιθυμείς — έτσι μιλά ο Θεός προς ελεύθερα και λογικά όντα.
Ο Θεός θέλει όλοι οι άνθρωποι να βαδίσουν στον ορθό δρόμο και όλοι οι άνθρωποι να σωθούν· όμως, παρά ταύτα, ο δρόμος της απωλείας παραμένει ανοιχτός για τους ανθρώπους.
«Πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν», λέει ο Κύριος Ιησούς στους μαθητές, για να τονίσει για δεύτερη φορά ότι είναι δύσκολο για τον πλούσιο να εισέλθει στη βασιλεία του Θεού.
«Εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ῥαφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν».
Κάμηλος ονομαζόταν όχι μόνο το ζώο, αλλά και τα χοντρά σχοινιά με τα οποία τα πλοία δένονταν στην ακτή του λιμανιού, ώστε να μην τα παρασύρει ο άνεμος. Αυτά τα χοντρά σχοινιά είχε, κατά τον συγγραφέα, κατά νου ο Κύριος στην περίπτωση αυτή. Ευκολότερο λοιπόν είναι ακόμη και το πιο χοντρό σχοινί να περάσει από την οπή μιας βελόνας παρά να εισέλθει ένας πλούσιος στη βασιλεία του Θεού.
Σχεδόν λοιπόν αδύνατο· και όμως όχι αδύνατο, αλλά εξαιρετικά δύσκολο.
Αυτό το λέει Εκείνος που γνωρίζει καλά την αδυναμία της ανθρώπινης φύσεως και γνωρίζει πόσο εύκολα μπορεί η ανθρώπινη ψυχή να αλυσοδεθεί από τον πλούτο και να προσκολληθεί αξεκόλλητα στη γη.
Όταν το άκουσαν οι μαθητές, έμειναν κατάπληκτοι και έλεγαν:

«Τίς ἄρα δύναται σωθῆναι;»

Γιατί απορούν οι μαθητές, αφού οι ίδιοι είχαν ήδη κάνει εκείνο που δεν μπόρεσε να κάνει ο πλούσιος νέος; Ιδού, αυτοί είχαν εγκαταλείψει τα πάντα και είχαν ακολουθήσει τον Χριστό.
Ο πάνσοφος Χρυσόστομος το εξηγεί θαυμάσια: οι μαθητές δεν φοβούνται για τον εαυτό τους αλλά για τους άλλους ανθρώπους, ανάμεσα στους οποίους υπάρχει μεγάλος αριθμός πλουσίων. Από καθαρή φιλανθρωπία λοιπόν απορούν μπροστά στα φοβερά λόγια του Χριστού.
Εκείνος τους στέλνει στον κόσμο για να σώσουν ανθρώπους. Πώς θα μπορέσουν να σώσουν τόσο μεγάλο αριθμό πλουσίων ανθρώπων στον κόσμο, αφού για τον πλούσιο είναι σχεδόν εντελώς αδύνατο να εισέλθει στη Βασιλεία;
Αυτό το αίσθημα λύπης για τους ανθρώπους βάραινε τότε την ψυχή τους και, κάτω από αυτό το αίσθημα, έθεσαν το παραπάνω ερώτημα:
«Ποιος λοιπόν μπορεί να σωθεί;»
Σαν να ήταν αυτοί πιο ελεήμονες από τον Χριστό! Σαν να ήταν αυτοί περισσότερο φιλάνθρωποι από τον Κύριο, τον ίδιο τον Φιλάνθρωπο!
Και ο Ιησούς, κοιτάζοντάς τους, τους είπε:

«Παρὰ ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ Θεῷ πάντα δυνατά».

Ο Κύριος Ιησούς δεν τους κοίταξε απλώς στο πρόσωπο και στα μάτια, αλλά μέχρι το ίδιο το βάθος της καρδιάς τους. Και εκεί διάβασε την άγνοια και τον φόβο τους. Ιδού, ακόμη δεν γνωρίζουν τη δύναμη του Θεού· γι’ αυτό και φοβούνται τόσο πολύ για την υπόθεση του Θεού.
Εκείνο που είναι αδύνατο για τους ανθρώπους είναι δυνατό για τον Θεό.
Και τι δεν είναι αδύνατο για τους ανθρώπους; Ή, με άλλα λόγια: ποιο αγαθό μπορούν να κάνουν οι άνθρωποι χωρίς τη βοήθεια του Θεού; Κανένα, ποτέ.
Χωρίς τη βοήθεια του Θεού δεν μπορεί να σωθεί ούτε ο φτωχός ούτε ο πλούσιος.

«Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν», είπε ο Κύριος (Ιω. 15, 5).

Και ο Απόστολος Παύλος, ο οποίος ήταν νεκρός ως προς τον εαυτό του και ζωντανός εν Χριστώ, επιβεβαίωσε αυτά τα λόγια του Κυρίου κατά θετικό τρόπο, λέγοντας:
«Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ» (Φιλ. 4, 13).
Η χάρη του Αγίου Πνεύματος μπορεί να θερμάνει ακόμη και την καρδιά του μεγαλύτερου πλουσίου, να τον λύσει από τα δεσμά του πλούτου, να τον αποκολλήσει από τη γη και να τον ανυψώσει στην οδό της σωτηρίας.

Για τον Θεό όλα είναι δυνατά.

Ο Θεός μας είναι Θεός παντοδύναμος. Ο πανίσχυρος λόγος Του δημιούργησε τον κόσμο και η πανίσχυρη δεξιά Του συγκρατεί το στερέωμα του ουρανού. Εκείνος, ο Παντοδύναμος, μπορεί αληθινά να σώσει και εμάς που επιθυμούμε τη σωτηρία.
Όποια κι αν είναι η θέση μας πάνω στη γη, όποια κι αν είναι η κατάστασή μας και όποιες κι αν είναι οι περιστάσεις, Εκείνος, ο Παντοδύναμος, μπορεί να μας σώσει.
Και όχι μόνο μπορεί — θέλει κιόλας να μας σώσει.
Παντοδύναμος και Πανάγαθος είναι ο Θεός μας· ας σπεύσουμε να Τον συναντήσουμε. Εκείνος μας καλεί και μας περιμένει. Και χαίρεται μαζί με όλους τους αγίους αγγέλους Του, μόλις μας δει να στρέφουμε το πρόσωπό μας προς Αυτόν.
Ω, ας στρέψουμε λοιπόν το πρόσωπό μας προς Αυτόν και ας σπεύσουμε προς την αληθινή μας πατρίδα, για να συναντήσουμε τον Θεό μας, τον Θεό τον Παντοδύναμο και Πανάγαθο.

Μόνο ας σπεύσουμε, πριν ο θάνατος χτυπήσει την πόρτα και μας πει:

«Είναι αργά!»
Στον Θεό μας, τον Θεό τον Παντοδύναμο και Πανάγαθο, στην ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, στον Πατέρα, στον Υιό και στο Άγιο Πνεύμα, ας είναι η δόξα και ο αίνος τώρα και πάντοτε, σε όλον τον χρόνο και σε όλη την αιωνιότητα.


Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: