Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Norman Russell. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Norman Russell. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

Η επινόηση του Παλαμισμού 1

Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Η επινόηση του Παλαμισμού 1


άρθρο στον Τόμο 3 – St Gregory Palamas, Ειδική σειρά – Μέρος 1
του Norman Russell
Επίτιμου Ερευνητικού Συνεργάτη, St Stephen’s House, Οξφόρδη

Ο «Παλαμισμός» είναι ένας σύγχρονος όρος, που επινοήθηκε στις αρχές του εικοστού αιώνα από τον Ασσουμψιονιστή Martin Jugie. Σκοπός του Jugie ήταν να αποδείξει ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν ένοχη «καινοτομίας» με την αποδοχή της διάκρισης ουσίας–ενεργειών στον Θεό, όπως τη διατύπωσε ο Παλαμάς, και ότι επομένως δεν μπορούσε να κατηγορεί τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ως τη μόνη που εισήγαγε νέα δόγματα. Ο John Meyendorff επιχείρησε να απαντήσει στον Jugie αποδεικνύοντας τη συνέχεια του Παλαμά με την πατερική παράδοση, αλλά, απέναντι στη νεοσχολαστική κατασκευή του «Παλαμισμού» από τον Jugie, αντέταξε μια δική του υπαρξιστική και προσωποκεντρική κατασκευή. Οι σύγχρονοι Δυτικοί μελετητές τείνουν να ακολουθούν τον Jugie μάλλον παρά τον Meyendorff. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1960 και εξής, η δημοσίευση ολόκληρου του σώματος των έργων του Παλαμά οδήγησε σε μια σειρά μελετών που εμβάθυναν την κατανόησή μας για τη σκέψη του. Σήμερα ο «Παλαμισμός» απομακρύνεται από την αρχική ιδεολογική του κατασκευή και, αν και παραμένει αμφιλεγόμενος, έχει τη δυνατότητα να εμπλουτίσει την κατανόηση τόσο των Ορθοδόξων όσο και των Δυτικών θεολόγων ως προς το πώς οι άνθρωποι μπορούν να μετέχουν στον Θεό.;;;

Γιατί ο Γρηγόριος Παλαμάς αποτελεί τόσο αμφιλεγόμενη μορφή; Περισσότερα από εξακόσια πενήντα χρόνια μετά τον θάνατό του, συχνά δέχεται επιθέσεις ή υπερασπίσεις με ζήλο που κανένας άλλος αρχαίος ή μεσαιωνικός θεολόγος (με πιθανή εξαίρεση τον Άγιο Αυγουστίνο) δεν προκαλεί. Το πάθος που εγείρεται ακόμη και σήμερα, τόσο στους υπερασπιστές όσο και στους αντιπάλους του, υποδηλώνει ότι πρέπει να αναζητήσουμε τους λόγους όχι τόσο στα ογκώδη κείμενα του ίδιου του Παλαμά, όσο στις δομές των δικών μας νοητικών κόσμων.

Ο «Παλαμισμός» είναι σύγχρονος όρος. Φαίνεται να χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Martin Jugie στις αρχές του εικοστού αιώνα, για να χαρακτηρίσει μια ορθόδοξη —την αποκαλεί «ελληνορωσική»— διδασκαλία, την οποία ήθελε να στιγματίσει ως οιονεί αιρετική. Υπάρχει βέβαια μια έννοια κατά την οποία η θεολογική δικαίωση του αγιορείτικου ησυχασμού από τον Παλαμά, με την ειδική ορολογία που ανέπτυξε, επικεντρωμένη κυρίως στη διάκριση ουσίας–ενεργειών, μπορεί θεμιτά να διακριθεί από τη διδασκαλία σύγχρονων ησυχαστών όπως ο Γρηγόριος ο Σιναΐτης, ο οποίος δεν κάνει καμία μνεία ουσίας και ενεργειών. Ωστόσο, οι αντίπαλοι του Παλαμά τον δέκατο τέταρτο αιώνα αναφέρονταν απλώς στις «καινοτομίες» ή στην «αίρεσή» του. Ο όρος «Παλαμισμός» έχει μια χροιά που υποδηλώνει σύστημα σκέψης, ίσως αντίστοιχο προς τον «Θωμισμό» — και αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που τον υιοθέτησε ο Jugie. Από την αρχή είχε πολεμικό χρωματισμό.

Ο «Παλαμισμός» του Martin Jugie

Ο Martin Jugie (1878–1954) υπήρξε ένας από τους πλέον λόγιους Καθολικούς της εποχής του σε όλα τα ζητήματα που αφορούσαν την Ορθοδοξία.[1] Σε ηλικία δεκαεπτά ετών εισήλθε στους Αυγουστινιανούς της Κοιμήσεως (Assumptionists), ένα τάγμα που ιδρύθηκε στη Γαλλία το 1845 με ειδική αποστολή τον καθολικό ευαγγελισμό. Μόλις δύο χρόνια αργότερα έδωσε τις πανηγυρικές μοναχικές υποσχέσεις στον οίκο των Ασσουμψιονιστών στην Ιερουσαλήμ. Από τον δέκατο έβδομο αιώνα Γάλλοι θρησκευτικοί, κυρίως Ιησουίτες και Φραγκισκανοί, δραστηριοποιούνταν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπου, βάσει διαδοχικών συνθηκών με τη Γαλλία (γνωστών ως «Διομολογήσεις»), τους επιτρεπόταν να προσηλυτίζουν μεταξύ των Ορθοδόξων — η μεταστροφή μουσουλμάνων, φυσικά, απαγορευόταν. Στα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας οι Ασσουμψιονιστές ακολούθησαν τα ίχνη των παλαιότερων ταγμάτων. Το 1895, τη χρονιά που εντάχθηκε ο Jugie, ίδρυσαν εκπαιδευτικό ίδρυμα στο Καντίκιοϊ, στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, με σκοπό να ενθαρρύνουν την «επιστροφή» των «χωρισμένων αδελφών» στη Ρώμη, σύμφωνα με την έκκληση του Πάπα Λέοντος ΙΓ΄ στην Αποστολική του Επιστολή Praeclara gratulationis publicae (20 Ιουνίου 1894). Ο Jugie στάλθηκε στο Καντίκιοϊ το 1902 και παρέμεινε εκεί έως το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, διδάσκοντας αρχικά ελληνικά και κατόπιν δογματική θεολογία και κανονικό δίκαιο σε νέους που προορίζονταν να εκπαιδευθούν ως ουνίτες ιερείς.

Το Ασσουμψιονιστικό ινστιτούτο στο Καντίκιοϊ εξελίχθηκε γρήγορα σε σημαντικό πνευματικό κέντρο. Δύο χρόνια μετά την ίδρυσή του εγκαινίασε το περιοδικό Echos d’Orient, το οποίο, υπό τη διεύθυνση του Louis Petit (εκδότης 1897–1912 και κατόπιν Λατίνος αρχιεπίσκοπος Αθηνών), έγινε το σημαντικότερο δυτικό περιοδικό για τη χριστιανική Ανατολή.[2] Μεταξύ των συναδέλφων του Jugie συγκαταλέγονταν γνωστοί λόγιοι όπως ο Jules Pargoire (1872–1907) και ο Siméon Vailhé (1873–1960). Στο Καντίκιοϊ, στο πλαίσιο του σχεδίου εκπαίδευσης ουνιτών κληρικών που θα εργάζονταν διακριτικά στον ορθόδοξο κόσμο για να προάγουν μεταστροφές προς τη Ρώμη, ο Jugie έθεσε τα θεμέλια της τεράστιας λόγιας του κατάρτισης.

Μετά τη στρατιωτική του υπηρεσία στον γαλλικό στρατό κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (οι Γάλλοι κληρικοί δεν απαλλάσσονταν από τη στράτευση), ο Jugie κλήθηκε στη Ρώμη, όπου διορίστηκε διδάσκων στο νεοϊδρυθέν Pontificio Istituto Orientale. Το 1922 το Orientale τέθηκε από τον Πάπα Πίο ΙΑ΄ υπό την προεδρία του Ιησουίτη Michel d’Herbigny (1880–1957), ο οποίος διηύθυνε το έργο του ινστιτούτου έως την πτώση του (για λόγους που παραμένουν ασαφείς) το 1933.[3] Η φαντασία του d’Herbigny είχε διεγερθεί από τις προοπτικές καθολικού προσηλυτισμού που διέβλεπε στη Ρωσία μετά τη Μπολσεβικική Επανάσταση. Όπως οι περισσότεροι Καθολικοί έως τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού (1962–65), μπορούσε να συλλάβει την επανένωση των Χριστιανών μόνο ως επιστροφή Προτεσταντών και Ορθοδόξων «διαφωνούντων» στην υπακοή προς την Αγία Έδρα.[4] Ο Jugie συμμεριζόταν πλήρως αυτή την οπτική. Τα κύρια έργα του —το δίπτυχο άρθρο για τον Παλαμά και την παλαμική έριδα στο Dictionaire de théologie catholique (DTC), καθώς και η ογκώδης πεντάτομη επισκόπηση της ορθόδοξης θεολογίας— ανήκουν σε αυτή την περίοδο.[5] Ως άνθρωπο, οι συνάδελφοί του τον θεωρούσαν «ταπεινό, ντροπαλό και ακόμη και αυτοϋποβαλλόμενο»·[6] ως συγγραφέας όμως ήταν σαφής, αιχμηρός και πολεμικός.

Ο Jugie γνώριζε πολύ καλά τις πηγές, έχοντας μελετήσει εκτενώς τόσο χειρόγραφα όσο και έντυπο υλικό. Η παρουσίασή του της σκέψης του Παλαμά είναι λεπτομερής και πραγματολογικά αξιόπιστη· το ερμηνευτικό του πλαίσιο είναι εκείνο που την καθιστά αμφιλεγόμενη. Στις εναρκτήριες στήλες των άρθρων του στο DTC διατυπώνει καθαρά τη θέση του: «Το σύστημα του Παλαμά είναι αναμφισβήτητα μια καινοτομία στην ιστορία της βυζαντινής θεολογίας.»[7] Ο χαρακτηρισμός της σκέψης του Παλαμά ως καινοτομίας δεν ήταν καθαυτός νέος· δυτικοί θεολόγοι το έλεγαν ήδη από την εποχή του Petau.[8] Νέο ήταν ότι τη χαρακτήριζε ως σύστημα. Ο Παλαμάς στην πραγματικότητα δεν υπήρξε συστηματικός στοχαστής, και ο Jugie το γνώριζε πλήρως, επισημαίνοντας ότι ο Παλαμάς διεξήγε τις πολεμικές του όχι στο φιλοσοφικό αλλά στο θρησκευτικό και θεολογικό επίπεδο.[9] Το να παρουσιάζεται η σκέψη του ως σύστημα προδίδει τις ίδιες τις νεοθωμιστικές προϋποθέσεις του Jugie. Δεν πρόκειται για συνεχή σύγκριση Παλαμά–Θωμά σημείο προς σημείο· ο στόχος του είναι να κατασκευάσει τον «Παλαμισμό» ως σύνολο προτάσεων, ως συνεκτικό σώμα σκέψης, το οποίο μπορεί κατόπιν να κρίνει πρώτα με ορθολογικά κριτήρια, έπειτα σε σχέση με την πατερική παράδοση και τέλος υπό το φως του διδασκαλικού κύρους της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

Ο Παλαμάς έχει μερικές φορές χαρακτηρισθεί Πλατωνικός ή Νεοπλατωνικός. Ο Jugie δεν πείθεται, επειδή ο Παλαμάς δεν θέτει ενδιάμεσες οντότητες μεταξύ Θεού και κόσμου. Πράγματι, στον Jugie φαίνεται ότι ο Παλαμάς δεν λαμβάνει επαρκώς σοβαρά τη θεία υπερβατικότητα. Τον επικρίνει, σε ορθολογικό επίπεδο, ότι συλλαμβάνει τον Θεό με υπερβολικά ανθρωπομορφικούς όρους. Η ψυχή και οι δυνάμεις της είναι μια εικόνα που χρησιμοποιεί συχνά ο Παλαμάς για να υποδηλώσει τον τρόπο με τον οποίο οι ενέργειες σχετίζονται προς την ουσία — οι δυνάμεις της ψυχής διατηρούν δική τους πραγματικότητα, αλλά όχι ανεξάρτητη ύπαρξη. Ο ήλιος και οι ακτίνες του είναι άλλη αγαπημένη αναλογία, με τις ακτίνες να εκπορεύονται από τον ήλιο όπως οι ενέργειες από τον Θεό, χωρίς να επιφέρουν μεταβολή στην πηγή τους. Η υπερβατικότητα της θείας ουσίας διαφεύγει του Παλαμά, λέγει ο Jugie (αγνοώντας την αποφατική πλευρά της θεολογίας του), διότι ο Παλαμάς συζητεί τον Θεό ως ον με την ίδια έννοια που τα κτίσματα είναι όντα.[10] Κατά συνέπεια, αντιμετωπίζει τον Θεό ως σύνθετη οντότητα αποτελούμενη από πρωτεύοντα και δευτερεύοντα στοιχεία.

Αν ο Παλαμάς είναι ανεπαρκής στο ορθολογικό επίπεδο, ίσως αποδίδει καλύτερα στα πατερικά του επιχειρήματα. Καθόλου, απαντά ο Jugie. Καταχράται το κύρος των Πατέρων, χειραγωγώντας τους για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς του. Το πιο κραυγαλέο παράδειγμα, κατά τον Jugie, είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Παλαμάς επικαλείται τους Καππαδόκες για να υποστηρίξει ότι, αν οι υποστάσεις μπορούν να διακριθούν από τη θεία φύση που έχουν κοινή χωρίς να καταστρέφεται η απλότητα του Θεού, τότε και οι ενέργειες μπορούν να διακριθούν κατά τον ίδιο τρόπο. Άλλο παράδειγμα είναι ο ισχυρισμός που διατύπωσε ο Παλαμάς στη σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως το 1351, ότι, διακρίνοντας ουσία και ενέργειες, απλώς προσέφερε μια «ανάπτυξη» (anaptyxis) του Όρου της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου.[11] Η ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδος, που συνεκλήθη στην Κωνσταντινούπολη το 680–681 για να επιλύσει το μονοθελητικό ζήτημα, όρισε ότι ο Χριστός έχει δύο θελήσεις, μία θεία και μία ανθρώπινη, καθεμία με τη δική της ενέργεια ή λειτουργία, με το ανθρώπινο θέλημα πάντοτε να υποτάσσεται και να ακολουθεί το θείο. Σκοπός των Πατέρων της Συνόδου ήταν να διακηρύξουν ότι ο Χριστός είναι ένα ενιαίο ενεργούν υποκείμενο, διαφυλάσσοντας συγχρόνως και τη θεία και την ανθρώπινη φύση του. Το επιχείρημα που άντλησε ο Παλαμάς από τον Όρο —ότι, αν η ανθρώπινη ενέργεια διακρίνεται πραγματικά από την ανθρώπινη φύση, τότε και η θεία ενέργεια διακρίνεται πραγματικά από τη θεία φύση— φάνηκε στον Jugie διαστρεβλωμένο.

Ωστόσο, το ύστατο κριτήριο με το οποίο ο Jugie κρίνει τον Παλαμισμό είναι εκείνο της παπικής και συνοδικής αυθεντίας. Δύο αιώνες πριν από τον Παλαμά, ο Gilbert de la Porrée είχε επιπληχθεί από τη Σύνοδο της Ρεμς (1148) επειδή εισήγαγε μια πραγματική διάκριση, συγκρίσιμη με εκείνη του Παλαμά, μεταξύ της θείας ουσίας και των θείων προσώπων. Στη Δ΄ Σύνοδο του Λατερανού (1215) η τριαδολογική διδασκαλία του Joachim Da Fiore καταδικάστηκε μεταθανάτια για παρόμοιο σφάλμα: προέβαινε σε πραγματική διάκριση μεταξύ της θείας ουσίας και καθενός από τα θεία πρόσωπα, προκειμένου να ορίσει τον χαρακτήρα τριών εποχών της ανθρώπινης ιστορίας — την εποχή του Πατρός (στο προχριστιανικό παρελθόν), την εποχή του Υιού (υπό την οικονομία της Καινής Διαθήκης) και την εποχή του Πνεύματος (που επρόκειτο ακόμη να έλθει). Ο Παλαμισμός επίσης αντιφάσκει προς την καθολική διδασκαλία περί δικαιώσεως, όπως διατυπώθηκε στη Σύνοδο του Τριδέντου (1545–63), καθώς και προς τον δογματικό ορισμό της Α΄ Βατικανής Συνόδου (1869–70), η οποία διακήρυξε ότι ο Θεός είναι απολύτως απλή πνευματική ουσία. Όλα αυτά τα προβάλλει ο Jugie με άφθονες παραπομπές στον Denzinger. Για εκείνον, η εκκλησιαστική αυθεντία υπερίσχυε κάθε ορθολογικού επιχειρήματος ή κάθε επίκλησης πατερικών κειμένων.

Προς το τέλος του δεύτερου από τα άρθρα του στο DTC, το οποίο πραγματεύεται την ιστορία της παλαμικής έριδας, ο Jugie καταβάλλει προσπάθεια να δείξει ότι ο Παλαμισμός στην εποχή του ήταν γράμμα νεκρό: «όχι μόνο έχει λησμονηθεί, αλλά και αντιφάσκεται ανοιχτά στη θεολογική διδασκαλία [της Ελληνορωσικής Εκκλησίας]».[12] Γιατί, λοιπόν, κατέβαλε τόσο κόπο για να τον αντικρούσει; Λίγες στήλες αργότερα, η απάντηση γίνεται φανερή. Οι καθολικοί θεολόγοι, λέγει, δεν δυσκολεύονται «να αποδείξουν με σαφή και αποφασιστικά επιχειρήματα ότι η αποσχισθείσα Εκκλησία της Ανατολής δεν είναι η αληθινή Εκκλησία».[13] Οι Ανατολικοί ανταπαντούν επιτιθέμενοι στον Καθολικισμό με το επιχείρημα ότι αυτός εισήγαγε καινοτομίες, ενώ η δική τους Εκκλησία διατήρησε απαραχάρακτη την αρχέγονη χριστιανική πίστη. Η παλαμική έριδα αποτελεί μία από τις πολλές αποδείξεις ότι αυτό απλώς δεν ισχύει. Αν οι Λατίνοι εισήγαγαν το Filioque, όπως ισχυρίζονται οι Ανατολικοί, τότε και οι τελευταίοι εισήγαγαν τη δική τους καινοτομία, τον Παλαμισμό — έστω κι αν σήμερα διστάζουν να το παραδεχθούν.

Ο Παλαμισμός ως «σύστημα» επινοήθηκε, λοιπόν, από τον Jugie ως μέρος του οπλοστασίου που μπορούσε να χρησιμοποιήσει εναντίον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, προκειμένου να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη σε αυτήν ως αξιόπιστο φορέα σωτηρίας και έτσι να ενθαρρύνει μεταστροφές στον Καθολικισμό. Η προσέγγιση αυτή δεν είχε τίποτε το ιδιαίτερα ασυνήθιστο για την εποχή, όσο ξένη κι αν φαίνεται υπό το φως του οικουμενισμού που επικρατεί (τουλάχιστον στη Δύση) σήμερα. Η Καθολική Αντιμεταρρύθμιση του ύστερου δέκατου έκτου αιώνα, με την παραδοχή της σωτηριολογικής αποκλειστικότητας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, έδειχνε μικρό ενδιαφέρον για το είδος της «εταιρικής επανενώσεως» που είχε επιχειρήσει να επιτύχει η Σύνοδος της Φλωρεντίας τον προηγούμενο αιώνα. Η οδός προς τη σωτηρία στη νέα εποχή περνούσε μέσα από την υποταγή μεμονωμένων πιστών στη Ρώμη. Τον δέκατο έβδομο αιώνα, ο Ιησουίτης François Richard είχε δημοσιεύσει έργο στη δημώδη ελληνική γλώσσα, επιτιθέμενος στον Παλαμά ως αιρετικό, ακριβώς για τον ίδιο λόγο — για να ενθαρρύνει μεταστροφές.[14] Προς μεγάλη οργή της ελληνικής ιεραρχίας, το έργο κυκλοφόρησε ευρέως στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, έως ότου ο Οικουμενικός Πατριάρχης Παρθένιος Δ΄ κατόρθωσε να το καταστείλει.[15] Ο Jugie εργαζόταν μέσα σε μια μακρά καθιερωμένη παράδοση.

Ο Παλαμισμός του John Meyendorff

Η μνημειώδης δημοσίευση του John Meyendorff, Introduction à l’étude de Grégoire Palamas, που εμφανίσθηκε το 1959,[16] σχεδιάστηκε ειδικά ως απάντηση στον Jugie και σε άλλους σύγχρονους επικριτές του Παλαμά. Στο έργο αυτό, όπως και στα προγενέστερα άρθρα του της δεκαετίας του 1950, ο Meyendorff φαίνεται ότι δεν είχε κανέναν ενδοιασμό να αναφέρεται στον «θρίαμβο του Παλαμισμού» ή να περιγράφει τον Παλαμισμό ως την «επίσημη διδασκαλία της Βυζαντινής Εκκλησίας».[17] Όταν όμως επέβλεψε την αγγλική μετάφραση της Introduction στις αρχές της δεκαετίας του 1960,[18] φαίνεται ότι θέλησε να αποστασιοποιηθεί από τον όρο. Στην αγγλική μετάφραση, A Study of Gregory Palamas, ο όρος «Palamism» διατηρήθηκε όταν αναφέρεται στις απόψεις του Jugie, αλλά στις περισσότερες άλλες περιπτώσεις αφαιρέθηκε.[19] Η πρωτότυπη γαλλική έκδοση τοποθετείται σαφέστερα από την αγγλική μετάφραση ως πολεμική απάντηση στον Jugie.[20] Στη γαλλική έκδοση ο Meyendorff εξακολουθεί να δέχεται τον όρο του Jugie, αλλά επιχειρεί να του δώσει μια νέα σημασία, που θα τον καθιστούσε σήμα κατατεθέν της ορθόδοξης ιδιαιτερότητας μέσα στον γαλλόφωνο καθολικό κόσμο.

Ο John Meyendorff (1926–92) ανήκε στη δεύτερη γενιά της ρωσικής διασποράς που εγκαταστάθηκε στη Δύση μετά τη Μπολσεβικική Επανάσταση και τον επακόλουθο Εμφύλιο Πόλεμο. Γεννήθηκε στη Γαλλία, στο Neuilly-sur-Seine, και —εκτός από λίγα χρόνια στο Institut Saint-Serge, όπου η γλώσσα διδασκαλίας ήταν τα ρωσικά— εκπαιδεύθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου μέσα στο γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα.[21] Στη Σορβόννη (τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Παρισίων) έλαβε licence ès lettres το 1948, diplôme d’études supérieures το 1949, diplôme de l’école pratique des hautes études το 1954 και τέλος doctorat ès lettres το 1958. Η διδακτορική του διατριβή, υπό την επίβλεψη του διακεκριμένου βυζαντινολόγου Rodolphe Guilland, αποτέλεσε τη βάση για την Introduction à l’étude de Grégoire Palamas.

Αν και οι σπουδές του Meyendorff στο Institut Saint-Serge ήταν δευτερεύουσες σε σχέση με το κύριο έργο του στη Σορβόννη, απείχαν πολύ από το να είναι ασήμαντες. Το Saint-Serge είχε ιδρυθεί το 1925 από τον Μητροπολίτη Ευλόγιο (Georgievskii) (1868–1946) ως θεολογικό ινστιτούτο για την εκπαίδευση ορθοδόξων ιερέων της ρωσικής διασποράς. Ο Μητροπολίτης Ευλόγιος αισθανόταν έντονα ότι χωρίς μορφωμένο κλήρο οι Ρώσοι στη Δύση θα έχαναν την αίσθηση της ορθόδοξης ταυτότητάς τους. Ωστόσο, το κίνητρό του δεν ήταν καθαρά αμυντικό. Γράφει στα απομνημονεύματά του:

Το άνοιγμα του Θεολογικού Ινστιτούτου ακριβώς στο Παρίσι, στο κέντρο του δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού, που δεν είναι ρωσικός αλλά χριστιανικός, είχε μεγάλη σημασία, διότι προδιέγραφε έναν οικουμενικό προσανατολισμό για την ανώτερη θεολογική μας σχολή στη διατύπωση ορισμένων θεωρητικών προβλημάτων και πρακτικών θρησκευτικών καθηκόντων, ώστε η Ορθοδοξία να μη μένει πλέον κρυμμένη «υπὸ τὸν μόδιον», αλλά να γίνεται σταδιακά κληρονομιά όλων των Χριστιανών.[22]

Το οικουμενικό όραμα του Μητροπολίτη Ευλογίου επρόκειτο τελικά να καρποφορήσει, αλλά όχι κατά τη διάρκεια της ζωής του. Έναν χρόνο πριν από τον θάνατό του, ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός Kern (1899–1960), που δίδασκε λειτουργική και αργότερα πατρολογία στο Saint-Serge, υπερασπίστηκε το πρώτο διδακτορικό του Ινστιτούτου, μια μελέτη για τη θεολογική ανθρωπολογία του αγίου Γρηγορίου Παλαμά.[23] Ήταν σημαντικό γεγονός για το Saint-Serge. Προσκλήσεις εστάλησαν στον βοηθό επίσκοπο Παρισίων και σε κορυφαίους Γάλλους θεολόγους, αλλά προς μεγάλη απογοήτευση του Kern μόνο δύο ή τρεις Καθολικοί παρέστησαν στην υποστήριξη, κανένας τους ιδιαίτερης σημασίας.[24] Το ότι η διατριβή —και πιθανότατα και η υποστήριξη— ήταν στα ρωσικά ασφαλώς δεν έκανε την εκδήλωση ιδιαίτερα ελκυστική για τους Γάλλους. Αλλά, σημαντικότερα, η επίσημη καθολική γραμμή έναντι των Ορθοδόξων το 1945 παρέμενε εκείνη του Λέοντος ΙΓ΄ και του Πίου ΙΑ΄.

Περίπου εκείνη την εποχή ο Meyendorff άρχισε τις σπουδές του στο Saint-Serge υπό τον Κυπριανό Kern, ο οποίος είχε διαδεχθεί τον Georges Florovsky στην έδρα της πατρολογίας το 1940. Ο Kern θεωρούσε τον Παλαμά θεολόγο σπερματικό, πλήρως ενταγμένο στην ορθόδοξη παράδοση αλλά ταυτόχρονα στοχαστή που άνοιγε νέους ορίζοντες και χάραζε νέες οδούς για τη διερεύνηση της χριστιανικής σκέψης. Ο Meyendorff εμπνεύσθηκε από αυτόν να καταστήσει τον Παλαμά αντικείμενο της δικής του έρευνας. Εδώ υπήρχε ένας Πατέρας της Εκκλησίας που μπορούσε να εκπροσωπήσει μια Ορθοδοξία «που δεν θα ήταν πλέον κρυμμένη κάτω από τον μόδιον» (κατά τη φράση του Ευλογίου), αλλά θα λάμβανε τη θέση της στην πνευματική ανασυγκρότηση της μεταπολεμικής Ευρώπης και συγχρόνως θα αντέκρουε τον ρωμαιοκαθολικό θριαμβολογισμό. Το απολογητικό δυναμικό της σκέψης του Παλαμά προσείλκυσε τον Meyendorff και το ανέπτυξε με ενθουσιασμό.

Ο Παλαμισμός που παρουσιάζει ο Meyendorff στην Introduction αντανακλά αυτή την απολογητική μέριμνα. Είναι πλήρως ορθόδοξος, καθώς συνοψίζει (με ορισμένες διορθώσεις) την ησυχαστική παράδοση των προηγουμένων χιλίων ετών. Αλλά είναι επίσης μια «υπαρξιακή θεολογία», πλήρως εναρμονισμένη με το φιλοσοφικό ρεύμα που κυριαρχούσε στη Γαλλία αμέσως μετά τον πόλεμο. Για να αποδείξει την ορθοδοξία της διδασκαλίας του Παλαμά, ο Meyendorff υποστηρίζει (εναντίον του Jugie) ότι η διάκριση ουσίας–ενεργειών δεν είναι καινοτομία αλλά θεμιτή εξέλιξη της καππαδοκικής σκέψης περί Τριάδος, και (εναντίον του von Ivanka) ότι ο Παλαμάς δεν είναι δουλικός οπαδός του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου (πράγμα που θα τον καθιστούσε νεοπλατωνικό), αλλά διορθώνει τον Διονύσιο ώστε να τον καταστήσει ορθόδοξο από χριστολογική άποψη.[25] Ως απόδειξη του «υπαρξισμού» του Παλαμά, ο Meyendorff υποστηρίζει ότι αυτός αναπτύσσει τον «θεολογικό προσωπισμό» των Καππαδοκών και του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού.[26] Χάρη σε αυτόν τον προσωπισμό, μέσω του οποίου ο Θεός καθιστά εαυτόν μεθεκτό στους ανθρώπους, οι Χριστιανοί έχουν τη δυνατότητα να μετέχουν στη ζωή του Θεού, να θεώνονται και έτσι να φθάνουν στην έσχατη εκπλήρωση της κτιστής τους υπάρξεως.

Ο Meyendorff είχε μελετήσει εκτενώς τις πηγές, τις οποίες συμβουλεύθηκε σε χειρόγραφα που φυλάσσονταν στις βιβλιοθήκες του Παρισιού, του Αγίου Όρους, της Μόσχας και αλλού, καθώς τα περισσότερα κείμενα δεν είχαν ακόμη δημοσιευθεί, πόσο μάλλον σε κριτικές εκδόσεις. Η αφήγησή του για τη ζωή του Παλαμά στην Introduction εδράζεται σε αυτές τις πηγές, γεγονός που προσδίδει στο βιβλίο του διαρκή αξία. Το ερμηνευτικό του πλαίσιο, ωστόσο, προέρχεται από νεότερους συγγραφείς — όχι μόνο από τους ορθοδόξους προκατόχους του στη μελέτη του Παλαμά (Dumitru Stăniloae, Basil Krivoshein, Kiprian Kern και ιδίως Vladimir Lossky), αλλά και από σύγχρονους Γάλλους εκπροσώπους του υπαρξισμού και του προσωπισμού.[27]

Ο Vladimir Lossky (1903–58) αναφέρεται συγκριτικά σπάνια στην Introduction, αλλά η προοπτική του —η αποφατικότητά του, η επιμονή του στη σημασία της ἀντινομίας, η ερμηνεία του για τη διάκριση ουσίας–ενεργειών— διαποτίζει ολόκληρο το βιβλίο. Ο Lossky εκθέτει τις απόψεις του για τον Παλαμά με τη μεγαλύτερη σαφήνεια σε ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1945 στο πρώτο τεύχος του Dieu vivant, ενός περιοδικού που είχε συμβάλει να ιδρυθεί μαζί με τον Jean Daniélou και άλλους, οι οποίοι εργάζονταν για το ressourcement της καθολικής θεολογίας μέσω επιστροφής στους Έλληνες Πατέρες.[28] Το περιοδικό υπήρξε πρωτοποριακό εγχείρημα ρωμαιοκαθολικο-ορθόδοξης οικουμενικής προσέγγισης.

Ο Lossky εξετάζει τον Παλαμά όχι αντιπαραθετικά αλλά «για να γνωριστούμε καλύτερα» και να υπερβούμε τις πολυάριθμες παρανοήσεις «που αποτελούν μεγάλο εμπόδιο για την κατανόηση της αληθινής αξίας εκείνου που στη Δύση ονομάζεται “Παλαμισμός”».[29] Για τον Lossky, ο Παλαμάς είναι ταυτόχρονα η σύνοψη του διονυσιακού αποφατισμού αλλά και το σημείο εκκίνησης μιας ἀντινομικής θεολογίας, μιας θεολογίας «που προχωρεί μέσω αντιθέσεων αντιφατικών αλλά εξίσου αληθών προτάσεων»[30] ώστε να διακηρύξει συγχρόνως και την αγνωσία του Θεού και τη δυνατότητα γνώσεώς Του — όχι μέσω διανοητικής ανάλυσης αλλά εμπειρικά, βιωματικά.

Ακριβώς αυτή είναι και η οπτική που υιοθετεί ο Meyendorff. Ο Lossky, προφανώς υπαινισσόμενος τη νεοσχολαστική κριτική του Jugie στον Παλαμισμό, είχε δηλώσει ότι για να καταστεί δυνατή μια προσέγγιση «πρέπει να συμφωνήσουμε να δούμε και να κρίνουμε αυτή την παράδοση διαφορετικά από ό,τι μέσω των άκαμπτων εννοιών μιας ακαδημαϊκής θεολογίας που της είναι ξένη».[31] Ο Meyendorff επιμένει ορθά ότι η παλαμική διαμάχη δεν είναι διαμάχη Ανατολής–Δύσεως αλλά διαμάχη εντός της βυζαντινής παραδόσεως, την οποία έβλεπε να επικεντρώνεται στη σωστή ερμηνεία του Διονυσίου του Αρεοπαγίτου.

Ωστόσο, ενώ απορρίπτει τις νεοσχολαστικές έννοιες, εισάγει άλλες έννοιες από τη σύγχρονη γαλλική σκέψη, τις οποίες ορισμένοι επικριτές του θεώρησαν εξίσου ξένες. Ο Basil Krivoshein (1900–85), για παράδειγμα, που είχε καταστεί επίσκοπος στη δυτική εξαρχία του Πατριαρχείου Μόσχας λίγους μήνες πριν από τη δημοσίευση της Introduction, τον επιπλήττει σε βιβλιοκρισία του επειδή επιχειρεί να εκσυγχρονίσει τον Παλαμά συζητώντας τον με σύγχρονους φιλοσοφικούς όρους ως υπαρξιστή και προσωπιστή, αντί να τον μελετά σε σχέση με τις πατερικές ρίζες της σκέψεώς του.[32] Ακόμη και ένας συμπαθής καθολικός μελετητής όπως ο André de Halleux (1929–94) δυσαρεστήθηκε από την «αποκρυπτογράφηση» —όπως λέει— των βυζαντινών θεολόγων του 14ου αιώνα μέσα από ένα σύγχρονο ερμηνευτικό πλέγμα.[33]

Εάν ο Παλαμισμός του Jugie είναι μια πολεμική νεοσχολαστική κατασκευή σχεδιασμένη να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη στην ορθοδοξία της «Ελληνορωσικής Εκκλησίας», τότε ο Παλαμισμός του Meyendorff είναι μια απολογητική υπαρξιστική και προσωπιστική κατασκευή, σχεδιασμένη να αντικρούσει τον Jugie και να παρουσιάσει τον Παλαμά ως ορθόδοξο θεολόγο που θα μπορούσε να γίνει «κληρονομιά όλων των Χριστιανών».

Αλλά ο Παλαμισμός του Jugie ήταν υπερβολικά καλά θεμελιωμένος στη μελέτη των κειμένων και στη δυτική διανοητική παράδοση για να ανατραπεί τόσο εύκολα. Ο Παλαμισμός του Meyendorff, παρότι αρχικά απέσπασε μεγάλο σεβασμό, έχει και ο ίδιος υποστεί διεξοδικές κριτικές από τη δεκαετία του 1970,[34] και πράγματι έχει τύχει λιγότερο ευνοϊκής υποδοχής από την εκδοχή του Jugie.


Σημειώσεις:

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Νόρμαν Ράσσελ: για το αίνιγμα του κακού του Χρήστου Γιανναρά

 

Νόρμαν Ράσσελ: για το αίνιγμα του κακού του Χρήστου Γιανναρά


Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για την πρόσκληση. Και είναι μεγάλη τιμή μου να είμαι εδώ, όχι μόνο να τιμήσω τον Χρήστο Γιανναρά, αλλά που βρίσκομαι δίπλα στον Δημήτρη Μαυρόπουλο.

Ο Χρήστος μού είπε ότι στην αρχή της σταδιοδρομίας του τα πρόσωπα που τον επηρέασαν πιο πολύ από κάθε άλλον ήταν ο Λορεντζάτος, ο Πικιώνης και ο Μαυρόπουλος. Και η δική μου …, υποσημείωμα σε αυτά που είπε ο κύριος Μαυρόπουλος για την απάντηση στα υπαρκτικά ερωτήματα της ζωής. Αυτή ήταν η εργασία του Χρήστου Γιανναρά και διάλεξα αυτό το βιβλίο, να μιλήσω λίγο για αυτό το βιβλίο του Χρήστου Γιανναρά, το «Αίνιγμα του Κακού», που βγήκε το 2008 και το μετέφρασα στα αγγλικά το 2012. Και μου είπε, όταν μου το έδωσε στα χέρια μου, μου είπε ο Χρήστος ότι αυτό είναι πολύ δικό μου βιβλίο και είναι φανερό γιατί.

Η αφιέρωση είναι: «Της Τατιάνας με ευγνωμοσύνη για τις ευτυχισμένες μέρες και τις προτελεύθειες οδυνηρές της αποκαλυπτικά πολύτιμες». Αυτό το βιβλίο βγήκε από την εμπειρία του στους τελευταίους μήνες της ζωής της αγαπημένης Τατιάνας και ρωτάει σε αυτό το βιβλίο, το «Αίνιγμα του Κακού». Προσπαθεί να ψάξει, να συμμετέχει με τον αναγνώστη τις σκέψεις του για το κακό και, όπως μας είπε ο κύριος Μαυρόπουλος, «το κακό είναι η απουσία του αληθούς», νομίζω είπατε, και αυτό ακριβώς είναι το θέμα του βιβλίου αυτού. Δεν είναι όμως μια σκέτη φιλοσοφική εξέταση του θέματος, είναι και μια θαυμάσια ερμήνευση των πρώτων τριών κεφαλαίων του βιβλίου της Γένεσης.

Έχει το ύφος, όπως σε πολλά βιβλία του Γιανναρά, μια θαυμάσια ένωση φιλοσοφίας και θεολογίας. Σε αυτό το βιβλίο χωρίζει το φυσικό κακό από το ανθρώπινο κακό. Για το φυσικό κακό λέει ότι γράφει πολύ συγκινητικά για το τι παθαίνουν οι άνθρωποι στους σεισμούς, στους πολέμους.

Λέει ότι είναι τελείως αδιάφορη για τις λειτουργίες της φύσης αν, παρεμπιπτόντως, εξαλειφθούν μερικές χιλιάδες αμοιβάδες ή μερικές χιλιάδες άνθρωποι. Η τέλεια αδιαφορία της φύσης για τις ποιοτικές διαφοροποιήσεις, η μηχανιστική αυτονομία των λειτουργιών της είναι αναμφίβολη έκφανση του κακού. Δεν ζητάει να απαντήσει το ερώτημα γιατί ο Θεός επιτρέπει αυτά τα κακά· η φύση είναι ένα δεδομένο.

Η φύση είναι μια έκφανση του κακού. Και γιατί; Διότι η φύση είναι αυτοσκοπός· η φύση δεν γνωρίζει θεατικές;; ποιότητες. Το ανθρώπινο κακό όμως, και μιλά για τις φυσικές ενορμήσεις του ανθρώπου, είναι μάλλον εκφάνσεις κακού για όλα τα άλλα υποκείμενα. Αποβλέπουν στην ατομική αυτοσυντήρηση, στην ατομική και αρχική επιβολή, στην ατομική ηδονή. Είναι αυτή η ατομική προσπάθεια του ανθρώπου για την ατομική του ευχαρίστηση που φέρνει κακό, όπως η φύση για τη δική της αυτοσκοπία φέρνει κακό χωρίς να είναι επίτηδες αυτό το κακό. Το κακό δεν έρχεται επίτηδες, είναι σαν πάρεργο της λειτουργίας της φύσης.

Όμως δεν μπορούμε να μιλήσουμε μόνο για κακό και καλό· υπάρχει μια σχετικότητα του κακού, και να τονίσει αυτό εδώ ο Γιανναράς βάζει ένα απόσπασμα από τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, ο οποίος λέει: «Το απλώς λεγόμενον κακόν, ου πάντως κακόν, αλλά πρός τι μεν κακόν, πρός τι δε ου κακόν, ως αυτός και το απλώς λεγόμενον καλόν, ου πάντως καλόν, αλλά πρός τι μεν καλόν, πρός τι δε ου καλόν». Το κακό και το καλό εξαρτώνται από την περίσταση και από τη σχετικότητα. Ύστερα από αυτό περνάει ο Χρήστος Γιανναράς στη βιβλική εξήγηση του κακού — όχι εξήγηση, στη συμβολική παράσταση του κακού στην Αγία Γραφή.

Μιλώντας για το βιβλίο της Γένεσης, λέει ότι έχουμε δύο κυρίως ερμηνευτικές αναγνώσεις του κειμένου της Γένεσης, η μία ιστορική και η άλλη οικονομική-συμβολική. Η ιστορική ερμηνεία δεν τον ενδιαφέρει, διότι δεν έχει σχέση. Είναι αδύνατο, λέει, το ενδεχόμενο να έχει ιστορικό πυρήνα η διήγηση του βιβλίου της Γένεσης.

Δέχεται τα ευρήματα της ιστορικής και κριτικής μελέτης της Αγίας Γραφής. Η συμβολική σημασία, όμως, είναι πολύ πλούσια και μας οδηγεί σε μια κατανόηση του κακού, και του κακού που δεν βρίσκουμε απλώς από φιλοσοφική ανάλυση. Παράδειγμα χάρη, τα ονόματα Αδάμ και Εύα δηλώνουν μια υπαρκτική αμοιβαιότητα, λέει.

Και το γεγονός ότι η Εύα πλάθεται από την πλευρά του Αδάμ εικονίζει και αυτό αυτή την αμοιβαιότητα;; συμβολικώς. Οι φεμινιστές;; το βλέπουν διαφορετικά. Το βλέπουν ότι η γυναίκα δεν έχει την ίδια προσωπικότητα σαν άντρα.

Αλλά αυτή η ερμηνεία του Γιανναρά μού φαίνεται πιο πατερική και πιο πολύ στην ορθόδοξη παράδοση. Η ζωή, λέει, σημαίνει σχέση, ανταπόκριση στην αγάπη του Θεού. Και όπως ο κύριος Μαυρόπουλος μας είπε, ο Θεός δεν αγαπά, ο Θεός είναι αγάπη.

Τι συμβολίζεται από το δένδρο της ζωής; Μη σχέση, λέει, είναι η αυτάρκης αυτονομία. Όταν ο άνθρωπος επιλέγει να φάει από το δένδρο της γνώσης του καλού και του κακού, πραγματοποιεί την ύπαρξη ως μη σχέση.

Στη γλώσσα της Γένεσης, η διαφορά μεταξύ του καλού και του κακού είναι η διαφορά μεταξύ ζωής και θανάτου. Και ζωή και θάνατος φανερώνουν τον τρόπο υπάρξεως, τη σχέση με τον Θεό. Και ο τρόπος του αληθινού υπαρκτού είναι η αγάπη.

Σε αυτό το πλαίσιο, έχει και μια ενδιαφέρουσα συμβολική εξήγηση της γυμνότητας στην ιστορία του Αδάμ και της Εύας. Και όπως ακούσαμε, η αγάπη για τον Γιανναρά δεν ήταν κάτι ηθικό ή αισθητικό, αλλά αφορούσε όλον τον άνθρωπο, ψυχή, σώμα, πνεύμα. Στη βιβλική αφήγηση, λέει, η αίσθηση, η επίγνωση της γυμνότητας, η ανάδυση της ντροπής, είναι βλάστημα και παράγωγο υπαρκτικής στάσης ή τρόπου, της μιζέριας.

Αντίθετα, όπου υπάρχει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους σχέση ερωτική με αμοιβαιότητα πόθου και ανάγκης, τότε η ντροπή εξαντλείται και όλο το κορμί γίνεται σχέση, φανέρωση ετερότητας και μοναδικότητας, ανάγκη αυτοπροσφοράς. Για συμπέρασμα, θα έλεγα ότι ο Γιανναράς μας δείχνει πώς, αν εξετάσουμε τη Γένεση μόνο από την ορθολογική άποψη, πέφτουμε γρήγορα σε απορίες. Για παράδειγμα, γιατί ο άνθρωπος μετά την πτώση του αποκλείστηκε από την πρόσβαση στο ξύλο της ζωής, «ίνα μη των κακών αθάνατος γένηται», όπως λέει η Γραφή, ενώ ο διάβολος, πρώτη υποστατική αιτία του κακού, παρέμεινε όπως και πριν από την ανταρσία του αθάνατος.

Γιατί ο Αδάμ και η Εύα να είναι καταδικασμένοι σε θάνατο, ενώ ο διάβολος μετά την ανταρσία του, την πτώση του, έμεινε αθάνατος; Αυτές είναι λογικές απορίες. Το δεύτερο, αν δεν υπάρχει μετάνοια για τους δαίμονες μετά την έκπτωσή τους, ούτε για τους ανθρώπους μετά τον θάνατο, πρέπει να δεχθούμε ότι δαίμονες και άνθρωποι αλλάζουν φύση μετά την έκπτωση ή μετά τον θάνατο.

Γιατί πράγμα να είναι υπάρξεις προσωπικές, μεταβάλλονται σε άλογα, ανελεύθερα όντα ή σε πράγματα. Και το τρίτο παράδειγμα: αν το κακό είναι επιλογή των ανθρώπων, ανάλογη με εκείνη των δαιμόνων, διαψεύδεται ο Απόστολος Παύλος που βεβαιώνει: «Οὐ γὰρ ὃ θέλω τοῦτο πράσσω, ἀλλ’ ὃ μισῶ τοῦτο ποιῶ». Το αθέλητο ενέργημα μπορεί να θεωρηθεί ελεύθερη επιλογή; ρωτάει ο Γιανναράς. Δηλαδή, είναι η συμβολική έκφραση της Γραφής και η εξέταση αυτού του συμβολισμού που μας φέρνει σε μια βαθύτερη κατανόηση του κειμένου, όχι μια λογική ή φιλοσοφική ή φιλολογική εξέταση, ενώ εκείνα βοηθούνε.

Δεν αποκλείει ο Χρήστος Γιανναράς, αφού ήταν και φιλόσοφος και θεολόγος, αλλά ενώνει αυτά τα δύο και δίνει την προτεραιότητα όπου πρέπει. Βλέπει τη θεολογία σαν ποίηση και γι’ αυτό ολοκληρώνει το βιβλίο του με την παρατήρηση ότι η ύπαρξη του ανθρώπου και ο βίος του έχουν νόημα αν το αίνιγμα του κακού το αντιπαλεύουμε επίμονα και ακατάπαυστα στο πεδίο της εμπειρικής γνώσης που προσπορίζει η σχέση. Η διανοητική ενδιατριβή μοιάζει αδιέξοδη.

Είναι σκόπελος σκανδαλώδης σκόπελος … και παρομοιάζει αυτή την ακατάπαυστη προσπάθεια του Γιανναρά με την τέχνη. Η τέχνη είναι γλώσσα που κατορθώνει να πει ό,τι με τη σημαντική των εννοιών αποδεικνύεται άρρητο. Ίδια με τις τέχνες είναι και η γλώσσα του έρωτα.

Κάθε διολίσθηση αυτών των γλωσσών στο ιδεολόγημα προδίδει έκλειψη της τέχνης και απουσία έρωτα. Τα ίδια ισχύουν και για τη γλώσσα της μεταφυσικής αναζήτησης. Η συνέπεια στην αναζήτηση απαιτεί γλώσσα πάντοτε και ασυμβίβαστα ανοιχτή στην όλο και πληρέστερη, όλο και πιο ευθύβολη εκφραστική της εμπειρίας, της εμπειρίας του αθλήματος.

Και το άθλημα να διαρκεί όσο και η επίγεια παρουσία ανθρώπων. Ευχαριστώ.

ΜΙΚΡΗ ΨΑΡΙΑ . ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΕΓΓΛΕΖΟΣ. ΠΑΛΙ ΤΟ ΓΙΑΝΝΑΡΑ ΨΑΡΕΨΑΜΕ!!!

Νόρμαν Ράσσελ: για το αίνιγμα του κακού του Χρήστου Γιανναρά



Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025, παλαιός Ι. Ν. Αγιών Αναργύρων.

Αχ, κύριε Χρήστο μας! Επί προσωπικού για τον Χρήστο Γιανναρά εκδ. Μanifesto

Σάββατο 7 Ιουνίου 2025

Νόρμαν Ράσελ: «Από τη Χαλκηδόνα, πίσω στη Νίκαια: Η λύση του Ιωάννη Δαμασκηνού στο χριστολογικό αδιέξοδο του ογδόου αιώνα»

Πραγματοποίηση διαδικτυακής διάλεξης Νόρμαν Ράσελ 
ΑΠΟ ΤΗ ΧΑΛΚΗΔΟΝΑ, ΠΙΣΩ ΣΤΗ ΝΙΚΑΙΑ: Η ΛΥΣΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΟΥ ΟΓΔΟΟΥ ΑΙΩΝΑ

Πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 28 Μαΐου 2025 η τελευταία διάλεξη του φετινού, πέμπτου κύκλου εκδηλώσεων «Καιρός του ποιήσαι» της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου. Τίτλος της ήταν «Από τη Χαλκηδόνα, πίσω στη Νίκαια: Η λύση του Ιωάννη Δαμασκηνού στο χριστολογικό αδιέξοδο του ογδόου αιώνα» και ομιλητής ήταν ο Νόρμαν Ράσελ, Επίτιμος Ερευνητικός Εταίρος του Κολλεγίου του Αγίου Στεφάνου στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ο συντονισμός της εκδήλωσης έγινε από τον Δημήτριο Μόσχο, Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του  Πανεπιστημίου Αθηνών.  

Ο ομιλητής, αφού έκανε μια σύντομη αναδρομή στην χριστολογική έριδα και το πολιτικό υπόβαθρο του 6ου και 7ου αιώνα, αναφέρθηκε στις νέες ιδέες του Ιωάννη του Δαμασκηνού και τις επιρροές που δέχτηκε από τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και κυρίως τον Μάξιμο τον Ομολογητή, σε ό,τι αφορά ειδικότερα την κατανόηση και τρόπο χρήσης του όρου «περιχώρηση». Ο Ιωάννης επέκτεινε αυτή την έννοια από την τριαδική θεολογία του Συμβόλου Πίστεως της Νίκαιας στη σχέση των δύο φύσεων του Χριστού, ενώ επιπλέον, αντλώντας από τους στοχαστές της εποχής του στοιχεία αφενός σχετικά με τη φύση και την ουσία και αφετέρου την υπόσταση και το πρόσωπο και τη μεταξύ τους σχέση, προσφέρει μια κατανόηση της ένωσης βασισμένη στην υπόσταση μάλλον παρά στη φύση, την οποία ένωση περιγράφει με μεγαλύτερη επιτυχία, αξιοποιώντας τον όρο «ενυπόστατο». Αντί της σύνθετης φύσης, ο Ιωάννης προτείνει την έννοια μιας σύνθετης υποστάσεως. Έτσι, επεξεργάζεται και αναπτύσσει περαιτέρω δύο διακριτές ιδέες του Μαξίμου, αυτή της περιχώρησης και αυτή του ενυποστάτου, βασιζόμενος στην προσπάθεια του Μαξίμου να ευθυγραμμίσει τη χαλκηδόνεια χριστολογία με την τριαδολογία της Νικαίας.

Η καταγραφή της εκδήλωσης έχει αναρτηθεί στο κανάλι της Ακαδημίας στο YouTube.


ΣΧΟΛΙΟ
Η λέξη περιχώρησις είναι σύνθετη και προέρχεται από το χωρέω που σημαίνει τόσο “πηγαίνω”, προχωρώ, όσο και “περιέχω”. Είχε χρησιμοποιηθεί από πολύ παληά για να δείξει πως ο Θεός εμποτίζει, διαπερνά την ύλη!
Έτσι ο ορισμός που θα εξασφάλιζε από τον τριθεϊσμό βρέθηκε με την βοήθεια της περιχωρήσεως. Τρία πρόσωπα τα οποία κατοικούν το ένα μέσα στο άλλο με μια μοναδική ουσία.
Η περιχώρησις λοιπόν δεν σημαίνει πια το ένα “προς” το άλλο, αλλά “μέσα” στο άλλο. Η πρώτη σημασία ήταν η παραδοσιακή, φιλοσοφική η οποία χρησιμοποιήθηκε επιτυχώς στην Χριστολογία και στην Οικονομία! Στην Αγία Τριάδα όμως η περιχώρησις του ενός “προς” το άλλο (όπως διδάσκουν σήμερα οι Ρώσοι θεολόγοι και η σχολή του Ζηζιούλα ακολουθούμενη ή ακολουθώντας τις φιλοσοφίες του Rahner περί Αγία τριάδος) θα μπορούσε να εμπλέξει την ιδέα πως τα πρόσωπα θα μπορούσαν να είναι ισοδύναμα, ισότιμα ή εναλλασσόμενα!
Η περιχώρησις του ενός “μέσα” στο άλλο σημαίνει πως τα πρόσωπα συνορεύουν και έχουν κοινή έκταση. Είναι η αντιστροφή της ταυτότητος της ουσίας. Η χρήση της μιας έννοιας της περιχώρησης ή της άλλης φέρνει εντελώς διαφορετικές θέσεις όπως έδειξε και η αίρεσις του Σαβέλλιου, ο οποίος “δίδαξε” πως οι θείες υποστάσεις μεταμορφώνονται και υποκαθιστούν η μία την άλλη!
Η ορθοδοξία λοιπόν βασίστηκε στην φιλοσοφική βεβαιότητα των Ελλήνων πατέρων πως το ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ πρέπει να παρουσιαστεί στην ανθρώπινη νόηση ταυτόχρονα σαν Υπερβατικό, Δημιουργικό και Ενυπάρχων. Τουλάχιστον για ότι αφορά την σχέση του με το Σύμπαν, που είναι το υπέρτατο όριο στο οποίο η ανθρώπινη γνώση μπορεί να οραματιστεί να φτάσει ποτέ.

Η συμμετοχή του Αγίου Μαξίμου στην αφηρημένη έννοια της ουσίας, δημιούργησε μεγαλύτερα προβλήματα, καθώς ο Άγιος Μάξιμος υπήρξε ένας από τους πιο σπουδαίους άνδρες της εποχής του!

Ο Άγιος Μάξιμος εξισώνει πολύ συχνά ουσία και είδος και την διακρίνει από την υπόσταση λέγοντας πώς αυτός ο τελευταίος όρος δείχνει μια ειδική περίπτωση όπου ενσωματώνεται η ουσία ή το είδος. Αποδίδει ακόμη και στον Χριστό δύο ουσίες (οpusc., 77B).

Δέχεται εξάλλου έναν ορισμό της ουσίας, σύμφωνα με τους φιλοσόφους, κατά τον οποίο η ουσία είναι ένα πράγμα που υφίσταται μ' έναν αυτόνομο τρόπο και είναι ανεξάρτητο ως προς την ύπαρξή του από άλλα αντικείμενα. Ενώ για τους πατέρες είναι η φύσις αυτή πού αποδίδεται σαν κατηγόρημα σε πολλά διαφορετικά μεταξύ τους αντικείμενα το ένα από το άλλο ως προς την υπόσταση.

Γνωρίζει πολύ καλά τον ορισμό της ουσίας από τον Πλάτωνα, σαν ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, πράγμα, αλλά προτιμά να ερμηνεύσει την ουσία με την Αριστοτελική έννοια της αφηρημένης καθολικότητος!

Ευτυχώς όμως δεν είχε συνέπειες, διότι οι σύγχρονοί του θεολόγοι και όσοι συνέχισαν την προσπάθεια, συνέχιζαν να εννοούν την υπόσταση σαν την ουσία συν την ατομικότητα ή ετερότητα και όχι την ατομικότητα ή ετερότητα ξεχωριστή από την ουσία!
 Η μοναδικότης του Χριστού εξαρτάται από το γεγονός πως Αυτός ανήκει σε δύο τάξεις ταυτόχρονα, κάτι βεβαίως που δεν μπορεί να συμβεί σε κανέναν άλλον
 η υπόσταση δέν θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε άλλη σημασία εκτός από εκείνην της ολότητος του συγκεκριμένου αντικειμένου!

Σάββατο 24 Μαΐου 2025

Νόρμαν Ράσελ - ΑΠΟ ΤΗ ΧΑΛΚΗΔΟΝΑ, ΠΙΣΩ ΣΤΗ ΝΙΚΑΙΑ: Η ΛΥΣΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΟΥ ΟΓΔΟΟΥ ΑΙΩΝΑ

                                                                            Διαδικτυακή διάλεξη
                                                                                              Νόρμαν Ράσελ

ΑΠΟ ΤΗ ΧΑΛΚΗΔΟΝΑ, ΠΙΣΩ ΣΤΗ ΝΙΚΑΙΑ:
Η ΛΥΣΗ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΚΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ ΤΟΥ ΟΓΔΟΟΥ ΑΙΩΝΑ

Τετάρτη, 28 Μαΐου 2025, 7 μ.μ. ώρα Ελλάδας




Η τελευταία διάλεξη του φετινού, πέμπτου κύκλου εκδηλώσεων «Καιρός του ποιήσαι» της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου, θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη, 28 Μαΐου 2025, στις 7 μ.μ. ώρα Ελλάδας. Θα έχει τίτλο «Από τη Χαλκηδόνα, πίσω στη Νίκαια: Η λύση του Ιωάννη Δαμασκηνού στο χριστολογικό αδιέξοδο του ογδόου αιώνα» και θα ομιλητής θα είναι ο Νόρμαν Ράσελ, Επίτιμος Ερευνητικός Εταίρος του Κολλεγίου του Αγίου Στεφάνου στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Ο συντονισμός της εκδήλωσης θα γίνει από τον Δημήτριο Μόσχο, Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η γλώσσα της εκδήλωσης θα είναι η ελληνική. Ο σύνδεσμος για την πρόσβαση στην εκδήλωση μέσω Zoom είναι https://us06web.zoom.us/j/88321271994

Η «Διαλεκτική» του Ιωάννη Δαμασκηνού, ακόμη και τα πολεμικά του κείμενα ενάντια στους Ιακωβίτες, δεν έχουν ως μόνο στόχο να εφοδιάσουν τους Χαλκηδόνιους με διαλεκτικά επιχειρήματα για την κατατρόπωση των αντιπάλων τους. Περιέχουν εποικοδομητικές προτάσεις για την υπέρβαση εδραιωμένων θεολογικών θέσεων, επικαλούμενοι την Τριαδική θεολογία της Νίκαιας, μια οικουμενική Σύνοδο που ήταν αποδεκτή από όλες τις πλευρές στις μετα-Χαλκηδόνιες συζητήσεις. Το πρόσωπο-κλειδί εδώ είναι ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ο οποίος προσφέρει στον Ιωάννη έναν χριστολογικό όρο, την περιχώρηση, τον οποίο ο Ιωάννης με τη σειρά του εφαρμόζει στην Αγία Τριάδα. Εφόσον η περιχώρηση γίνεται αποδεκτή ως ένας Τριαδικός όρος σύμφωνος με τη σύνοδο της Νίκαιας, μας παρέχει ένα μοντέλο για να κατανοήσουμε την αλληλεπίδραση των δύο φύσεων του Χριστού. Για συμπληρωματική υποστήριξη, ο Ιωάννης Δαμασκηνός αναπτύσσει επίσης τους σπάνιους όρους «ενούσιον» και «ενυπόστατον», συσχετίζοντας με νέο τρόπο την Τριαδική θεολογία της Νίκαιας με τη χαλκηδόνια Χριστολογία.

Ο Νόρμαν Ράσελ, Επίτιμος Ερευνητικός Εταίρος του Κολλεγίου του Αγίου Στεφάνου στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, είναι καθηγητής Πατερικής και Βυζαντινής Θεολογίας στο Θεολογικό Ινστιτούτο «Αγία Ευφημία της Χαλκηδόνος» της Ορθόδοξης Εξαρχίας της Ιταλίας και Επισκέπτης Καθηγητής στο Αρχαίο Ανατολικό Ορθόδοξο Πανεπιστήμιο «Αγορά της Αλεξάνδρειας» του Βερμόντ (ΗΠΑ). Έχει μεταφράσει το έργο «Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως» του Ιωάννη του Δαμασκηνού, που εκδόθηκε στη σειρά εκλαϊκευμένης πατερικής θεολογίας του Αγίου Βλαδίμηρου (St Vladimir's Seminary Press, 2022), ενώ οι μεταφράσεις του από τα έργα «Διαλεκτική» και «Περί Αιρέσεων» αναμένεται να εκδοθούν σύντομα.

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2024

«Ένας μεγάλος Δάσκαλος» Το 1ο αφιέρωμα στο μακαριστό καθηγητή Χρήστο Γιανναρά του προγράμματος «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει…»



Μας χάρισε ο Θεός έναν άνθρωπο που μας θύμισε τι σημαίνει εκκλησιαστική ζωή και θεολογία. Καιγόταν για την αλήθεια και δεν μπορούσε να μην πει αυτό το οποίο είχε. Δεν τον ενοχλούσε η κριτική ή η διαφορετική άποψη και είναι κοινή εμπειρία όσων τον γνώρισαν, ο δυναμισμός της οπτικής του και η αποδοχή της διαφορετικής άποψης.

Του Σταμάτη Μιχαλακόπουλου / Ι. Ν. Ευαγγελιστρίας Πειραιώς

Εκδήλωση αφιερωμένη στο μακαριστό καθηγητή Χρήστο Γιανναρά πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 1 Δεκεμβρίου στο πλαίσιο του προγράμματος «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει…», του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας Πειραιώς. Το αφιέρωμα ήταν το πρώτο που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος με την επόμενη εκδήλωση να έχει προγραμματιστεί για την Κυριακή 22 Δεκεμβρίου.


Στην συζήτηση συμμετείχαν ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Νικόλαος Λουδοβίκος, Συγγραφέας, Καθηγητής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Ανδρέας Ανδρεόπουλος, Καθηγητής του Πανεπιστημίου του Winchester, ο κ. Norman Russell, Καθηγητής Πατρολογίας και Βυζαντινής Θεολογίας, Επίτιμος ερευνητής του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, μεταφραστής των έργων του μακαριστού στην αγγλική γλώσσα και ο κ. Σωτήρης Μητραλέξης, Ερευνητικός εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Την εκδήλωση συντόνισε ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Σπυρίδων Τσιμούρης, Θεολόγος.

Η αφιερωματική εκδήλωση στον μεγάλο Δάσκαλο και Φιλόσοφο Χρήστο Γιανναρά, έναν άνθρωπο που μας χάρισε ο Θεός και μας θύμισε τι σημαίνει εκκλησιαστική ζωή και θεολογία, πραγματοποιήθηκε σχεδόν τρεις μήνες μετά την εκδημία του. Και οι τέσσερεις συμμετέχοντες αγάπησαν τον μακαριστό Δάσκαλο, ο καθένας από την δική του πλευρά και μέσα από αυτήν κατέθεσαν τις εμπειρίες και τις θέσεις τους για το πολύ σημαντικό έργο του.
Κοινός τόπος της συζήτησης ήταν ο τρόπος αποδοχής του άλλου, αλλά και η επιμονή του μακαριστού στην κριτική σκέψη. Καιγόταν για την αλήθεια και δεν μπορούσε να μην πει αυτό το οποίο είχε. Δεν τον ενοχλούσε η κριτική ή η διαφορετική άποψη και είναι κοινή εμπειρία όσων τον γνώρισαν, ο δυναμισμός της οπτικής του και η αποδοχή της διαφορετικής άποψης.

Πρωτοπρεσβύτερος π. Ανδρέας Ανδρεόπουλος
Η πρώτη επαφή του π. Ανδρέα Ανδρεόπουλου με τον Χρήστο Γιανναρά, ήταν μέσα από τα βιβλία του μακαριστού, όπου η σκέψη του ήταν δυνατόν να φωτίσει αδιέξοδα και να ανοίξει διαφορετικούς δρόμους.
Μέσα από το προσωπικό και ακαδημαϊκό του ενδιαφέρον διοργάνωσε συνέδριο στην Οξφόρδη αναφορικά με τη σκέψη του Χρήστου Γιανναρά, που έγινε η αφορμή της προσωπικής γνωριμίας μαζί του και μέσα από τη σχέση που αναπτύχθηκε να καταστεί μέτοχος των προβληματισμών και της σκέψης του.
«Εκτός από τον πολύ κοφτερό λόγο και το πολύ αυστηρό πνεύμα όταν ήθελε να είναι, είχε και μία πολύ γενναιόδωρη προσωπικότητα, κάτι που μένει μέσα στις καρδιές μας. Για την σύγχρονη ελληνική σκέψη είναι ένας δομικός λίθος, ήταν ανοιχτός στην διαφορετική άποψη και δεν την περιφρονούσε αλλά θα δούλευε μαζί της.»

Norman Russell
Ο κ. Russell έχει μεταφράσει 10 έργα του Χρήστου Γιανναρά στην αγγλική και αυτό το οποίο επεσήμανε είναι ότι ο μακαριστός είχε μία αποστολή, γιατί κατάλαβε την φιλοσοφία σαν ένα κλειδί που μπορούσε να ανοίξει τα πλούτη της ορθόδοξης παράδοσης.
Συναντώντας ο Γιανναράς τα έργα του Χάιντεγγερ βρήκε σε αυτά την κεντρική ιδέα ότι το «είναι» δεν είναι ένα οντολογικό αντικείμενο, αλλά είναι σχεσιακό, εκφράζεται σε σχέσεις με άλλους και άλλα. Η πεποίθηση του ήταν ότι τα κύρια φιλοσοφικά ερωτήματα μπορούσε να τα ερμηνεύσει υπό το φως της εκκλησιαστικής εμπειρίας.
Μέσα από τις μεταφράσεις των έργων του, το αγγλόφωνο κοινό μπόρεσε να γνωρίσει τη σκέψη του. Ο κ. Russell αναφέρθηκε στο έργο του μεταφραστή και τις δυσκολίες που είχε η μεταφορά της σκέψης του μακαριστού σε μία άλλη γλώσσα.
«Είχε ένα πάθος για την αλήθεια που είχε δει. Εμφάνισε μία θαυμάσια σύνοψη του χριστιανισμού σαν την γνωστική εμπειρία της αγαπητικής σχέσης, της πίστης εμπιστοσύνη, της αυθυπέρβασης και της αυτοπροσφοράς. Και αυτήν την όραση του ήθελε να δώσει στον κόσμο σε παγκόσμιο επίπεδο και να μοιραστεί αυτό που βρήκε.»

Πρωτοπρεσβύτερος π. Νικόλαος Λουδοβίκος

Ο Γιανναράς είναι ένας άνθρωπος που εκτιμάται μέσα σε ένα μάκρος χρόνου, παρατήρησε ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος, και εξέφρασε την πεποίθηση του ότι ήταν θύμα της απώλειας της καθολικότητας του νεοελληνισμού και ταυτόχρονα κάποιος που το ανέλαβε αυτό με τον τρόπο που μπορούσε καλύτερα.
«Δεν του φτάνει η στρατωνισμένη ευσέβεια που γνώρισε και βλέπει ότι ο σύγχρονος κόσμος έχει πάει πολύ μακριά σε σχέση με αυτό που ο ίδιος ο ελληνισμός φαινόταν να έχει διανύσει και στον χώρο τον ελληνικό δεν παράγεται πια τίποτα συγκλονιστικό.»
Ο Γιανναράς ουσιαστικά ήταν ο προάγγελος ενός νέου βήματος το οποίο προετοίμασε και είναι αυτό που ο π. Νικόλαος ονόμασε χριστιανικό ελληνιστικό κόσμο. Αλλά για να γίνει αυτό έπρεπε να υπάρξει το ξεκαθάρισμα του ελληνικού κόσμου και αυτό είναι που έκανε ο Γιανναράς κάνοντας μία κίνηση απελευθέρωσης της ελληνορθοδοξίας προς τα έξω.
Ο μακαριστός ήταν ο πρώτος πραγματικός στοχαστής του νεότερου ελληνισμού σε πολλά θέματα όπως η εκκλησιολογία, η ηθική, ο ελληνισμός και προσπάθησε να διατυπώσει με δυτικούς όρους και χρησιμοποιώντας εκφραστικούς τρόπους της δύσης την παράδοση του.
Ήταν ένας άνθρωπος που αισθανόταν με όλη την ύπαρξη του τα προβλήματα και ήταν φοβερός και εύστοχος στις κρίσεις του, ήταν μη πληκτικός και η ζωντάνια του ήταν δώρο Θεού. Ο Γιανναράς είναι μεγάλος γιατί ανταποκρίθηκε μεγαλειωδώς στην εποχή του. συμπλήρωσε μεταξύ πολλών άλλων που ανέλυσε διεξοδικά ο π. Νικόλαος.

Σωτήρης Μητραλέξης
Ο ποταμός κειμένων του Χρήστου Γιανναρά είναι πλέον η δίοδος για να τον γνωρίσει κανείς μετά την κατά σάρκα κοίμηση του και ο κ. Σωτήρης Μητραλέξης θέλησε να τον παρουσιάσει ως Δάσκαλο και όχι μόνο μέσα από μία ατομική μαρτυρία. Γιατί είναι πολλοί οι άνθρωποι που μεταμορφώθηκαν και εμπνεύστηκαν από την προσωπική σχέση μαζί του, ο οποίος πρωτίστως ήταν δάσκαλος και αυτή η μαθητεία αφορά πολύ κόσμο.
Ο κ. Μητραλέξης αφηγήθηκε τη γνωριμία με τον μακαριστό, τη σκέψη και κυρίως τη χαρισματική του παρουσία, που δεν ήταν ένα κενό χάρισμα, αλλά έκρυβε ένα ασίγαστο πάθος. Και ένα από τα πολύ βασικά μοτίβα της σκέψης και του λόγου του, ήταν η γνώση όχι ως παράδοση πληροφορίας αλλά τελικά ως μετοχή και ο Γιανναράς δεν έκανε ποτέ ιεραποστολική απολογητική.
«Αν η γνώση είναι μετοχή, εξ’ ορισμού προκύπτει βήμα-βήμα, στη δυναμική μιας σχέσης. Κι εκεί μαθαίνεις ότι η αλήθεια είναι ένα πρόσωπο το οποίο το γνωρίζεις δυναμικά, κάτι που δίδασκε ο Χρήστος Γιανναράς. Κι εκεί βλέπει κανείς πως μία μαθητεία μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή, όπως άλλαξε τόσων ανθρώπων.»
Αναφορικά με το αν ο Γιανναράς ήταν φιλόσοφος ή θεολόγος, ο κ. Μητραλέξης τόνισε ότι στα πραγματικά μεγάλα πνεύματα, και ο μακαριστός ήταν τέτοιος, αυτές οι διακρίσεις καταρρέουν. Κάποιος μπορεί να είναι πάρα πολύ βαθύς θεολόγος, πάρα πολύ βαθύς φιλόσοφος και επιδραστικός δημόσιος διανοούμενος και να μην υπάρχει κανένα πρόβλημα με όλα τούτα.
Πέρα από την φοβερή επίδραση που είχε και με έναν τρόπο άλλαξε την ελληνική κοινωνία, είναι αδύνατο να μιλήσει κάποιος σήμερα για ορθόδοξη θεολογία και να μην μιλήσει για τον Χρήστο Γιανναρά.
Κάποιος που τον γνώριζε μόνο από τις επιφυλλίδες του, μπορεί να τον φαντάζεται ως έναν άνθρωπο που στην φυσική του παρουσία θα ήταν οργίλος, παρατήρησε ο κ. Μητραλέξης, αλλά η έκπληξη και η ανεκλάλητη χαρά όσων τον γνώριζαν ήταν το πόσο θερμή, γενναιόδωρη, αγαπητική προσωπικότητα ήταν πάντοτε.
«Αυτό ήταν πραγματικά μία εμπειρία που, αν μη τι άλλο και πέρα απ’ όλα τα άλλα, σε έκανε να θέλεις να έχεις και την πίστη που έτρεφε αυτόν τον άνθρωπο, αφού παράγει αυτήν την φυσική παρουσία. Και βέβαια αυτή τη μεταδοτική φλόγα και το ασίγαστο πάθος.»

O Χρήστος Γιανναράς μας έφερε εκ νέου τη δυνατότητα να βλέπουμε και να ζούμε την θεολογία «ως όλον», μία θεολογία οργανικά συνδεδεμένη με το όλο της ζωής. Ο Γιανναράς κέρδισε αυτό το χάρισμα μέσα από την επίπονη εμπειρία της δουλειάς του πνεύματος, μέσα από σπουδές, από σκέψεις, μέσα από την παρατήρηση της καθημερινότητας, τόσο βαθιά που του έδινε να βλέπει καθαρά. Γι’ αυτό και αποδείχθηκε ένας μεγάλος δάσκαλος και αυτό επιχείρησε να καταδείξει η αφιερωματική αυτή εκδήλωση.


ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΤΗΝ ΒΑΒΥΛΩΝΕΙΟ ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΗΝ ΨΗΦΙΑΚΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ COPY PASTE.
O AΓΙΟΣ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ ΕΓΡΑΨΕ;
ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΕΚΕΙ ΑΠΟ ΟΠΟΥ ΟΦΕΙΛΕ ΣΑΝ ΕΛΛΗΝΑΣ ΝΑ ΑΡΧΙΣΕΙ.

ΜΗΔΕΝΑ ΠΡΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΜΑΚΑΡΙΖΕ.
Μας χάρισε ο Θεός έναν άνθρωπο που μας θύμισε τι σημαίνει εκκλησιαστική ζωή και θεολογία; 
Η ΠΑΡΑΝΟΙΑ ΠΟΣΟ ΑΠΕΧΕΙ;

Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2023

«Η πατερική σκέψη σήμερα»: Συζήτηση στο «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει…»

Δημιουργηθήκαμε να ξεπεράσουμε τα όρια μας και το μπορούμε με τον τρόπο της θεώσεως, που είναι ο τρόπος της αυθεντικής χριστιανικής ζωής και η θέωση βρίσκει το κέντρο της στην θεία Λειτουργία.
 
Του Σταμάτη Μιχαλακόπουλου / Ι. Ν. Ευαγγελιστρίας Πειραιώς
 
Στο «Ενοριακό Αρχονταρίκι» του Ιερού Ναού Ευαγγελιστρίας Πειραιώς και στο πλαίσιο του προγράμματος «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει…», την Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου, ο Πρωτοπρεσβύτερος π. Σπυρίδων Τσιμούρης, Θεολόγοςφιλοξένησε τον κ. Norman Russell, Καθηγητή Πατρολογίας και Βυζαντινής Θεολογίας, Επίτιμο ερευνητή του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, σε μια συζήτηση με θέμα «Η πατερική σκέψη σήμερα».

Ο κ. Russell αναφέρθηκε αρχικά στην προσωπική του πορεία στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Με μητέρα Ελληνίδα `Ορθόδοξη από την Κωνσταντινούπολη και Άγγλο Προτεστάντη πατέρα από τη Βόρειο Ιρλανδία, ζούσε στο Λονδίνο και βαπτίστηκε Αγγλικανός.
Αργότερα αποφάσισε να γίνει Καθολικός, εντασσόμενος για δέκα χρόνια σε μία καθολική κοινότητα του Λονδίνου. Έκανε τις διδακτορικές του σπουδές στην Οξφόρδη κοντά στον μακαριστό Μητροπολίτη Διοκλείας Κάλλιστο Γουέαρ, με αντικείμενο τους Έλληνες Πατέρες και την θέωση και μέσα από αυτή τη διαδικασία οδηγήθηκε και εντάχθηκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Μία πορεία θαυμαστή, βαθιάς αναζήτησης και κλήσης από τον Θεό, μια αποζήτηση του σωστού δρόμου.
Μετέφρασε Πατερικά κείμενα κοντά στον αείμνηστο Φίλιπ Σέρραρντ, ενώ φέτος ολοκλήρωσε την πεντάτομη μετάφραση της Φιλοκαλίας των Νηπτικών Πατέρων που είχαν ξεκινήσει με τον Μητροπολίτη Κάλλιστο και τον Σέρραρντ.
Η μετάφραση είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος ανάγνωσης ενός κειμένου, όπως ειπώθηκε στη συζήτηση, γιατί ο μεταφραστής το κατανοεί, το αντιλαμβάνεται πλήρως και μπορεί να το εκθέσει.
Γιατί όταν μεταφράζει κάποιος, δεν μπορεί να το κάνει επιπόλαια αλλά πρέπει να μπει βαθιά μέσα στο νόημα του κειμένου, στη νοοτροπία του συγγραφέα για να εκφράσει τις σκέψεις του σε μια άλλη γλώσσα και είναι μια εργασία ερμηνείας της σκέψεως των Πατέρων.
«Οι Πατέρες κατά βάθος αντιμετώπιζαν τα πιο βασικά προβλήματα, την σημασία της ζωής μας, τι είναι ο τελικός σκοπός της ζωής, πως μπορούμε να ξεπεράσουμε τον φόβο του θανάτου, ακόμα και τα καθήκοντα μας στο περιβάλλον.»
Ο κ. Russell έδωσε έμφαση στο τι μεταφέρουν στη σύγχρονη εποχή οι Πατέρες από την εμπειρία της ζωής της Εκκλησίας και πως το εκθέτουν στον σημερινό άνθρωπο για το πρόβλημα του θανάτου και το νόημα της ύπαρξης.
Ειδικά το θέμα της θέωσης ενδιαφέρει όχι μόνο τους Ορθοδόξους, αλλά και τους άλλους χριστιανούς. Οι Προτεστάντες, όπως είπε, αναζητούν μία γλώσσα για να εκφράσουν τη σωτηρία που δεν βασίζεται στις νομικές κατηγορίες που χρησιμοποιούσαν, αλλά να την δουν όπως την έβλεπαν οι Πατέρες.
Η σωτηρία δεν είναι ατομικό γεγονός, τόνισε ο κ. Russell, είναι η επανόρθωση της πτώσης του ανθρώπου. Αλλά η θέωση είναι ο τελικός σκοπός της κτίσης, η συμμετοχή στη ζωή της Αγίας Τριάδος. Η σάρκωση του Χριστού δεν έγινε μόνο και μόνο για να επανορθώσει το σφάλμα των ανθρώπων, είναι στην αιώνια βουλή του Θεού για να φέρει την δημιουργία και τον άνθρωπο μέσα στην θεία ζωή.
«Δημιουργηθήκαμε να ξεπεράσουμε τα όρια μας και το μπορούμε με τον τρόπο της θεώσεως, που είναι ο τρόπος της αυθεντικής χριστιανικής ζωής και η θέωση βρίσκει το κέντρο της στην θεία Λειτουργία.»
Ο κ. Russell μέσα από την διδασκαλία και τα βιβλία του, προσπαθεί να εγείρει ένα ενδιαφέρον στον αγγλόφωνο κόσμο για την σκέψη των Πατέρων και τους ίδιους ως προσωπικότητες, που είχαν ζήσει μία ανθρώπινη ζωή σαν τη δική μας και είχαν γνώσεις και ιδέες που μπορούν να μας βοηθήσουν.
Η συζήτηση ολοκληρώθηκε με την αναφορά στη νεότερη θεολογική σκέψη και τον τρόπο με τον οποίο έγινε γνωστή η σκέψη Ελλήνων θεολόγων και φιλοσόφων στο αγγλόφωνο κοινό, μέσα από μεταφράσεις του κ. Russell βιβλίων. Μεταξύ άλλων, του Χρήστου Γιανναρά, του Παναγιώτη Νέλλα, του Μητροπολίτη Περγάμου Ιωάννου Ζηζιούλα και του π. Νικολάου Λουδοβίκου
Και όπως επεσήμανε ο κ. Russell τα βιβλία αυτά έχουν μεγάλη επιρροή στη δύση. Και ο ίδιος βλέπει μία ευκαιρία να συσχετίσει την Πατερική θεολογία με τη νεότερη θεώρηση, κάτι που πιστεύει ότι μπορεί να γίνει.


ΘΑ ΤΟΥ ΠΡΟΚΥΨΕΙ ΕΥΚΟΛΟΣ Ο ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΕΣ ΔΙΟΤΙ ΑΝΗΚΕΙ ΗΔΗ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΠΑΤΕΡΙΚΗ ΕΠΟΧΗ.

Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2023

Norman Russell: Μία Ορθόδοξη προσέγγιση της θέωσης


Ο Norman Russell, Καθηγητής Πατρολογίας και Βυζαντινής Θεολογίας, Επίτιμος ερευνητής του πανεπιστημίου της Οξφόρδης συζητά με τον Διονύση Σκλήρη: H Θεολογία της Θεώσεως και ο σύγχρονος Άνθρωπος Η επίδραση φιλοκαλικού ρεύματος Η Φιλοκαλία ζει την Δύση; Η Πνευματική πατρότητα Ησυχασμός/Ορθολογισμός - Σχίσμα/Σύνθεση; Νew Age πνευματικότητα και Θέωση Οι Πατέρες για τον έρωτα, την Θέωση και για σύγχρονα ζητήματα Εσχατολογία και Θέωση Στο α' μέρος https://youtu.be/1BHSlu9BySA συζήτησε για την ζωή και το έργο του με τον Διονύση Σκλήρη.


Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπα.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν.  Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. [Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ] Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις Ξʹ.