Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Πλάτων. Αναζητώντας τη μυστική σοφία 3

Συνέχεια από Δευτέρα 10. Αυγούστου 2026

Πλάτων. Αναζητώντας τη μυστική σοφία 3


Giovanni Reale
2019, Εκδόσεις La nave di Teseo, Μιλάνο
Ι
Ορισμένες εισαγωγικές παρατηρήσεις
Μια επανάσταση κοσμοϊστορικής εμβέλειας στον ελληνικό πολιτισμό

Ο Πλάτων στην τελική φάση της συγκρούσεως του νέου πολιτισμού της γραφής με την παραδοσιακή κουλτούρα της προφορικότητας

Η κυριαρχία της προφορικότητας στον ελληνικό πολιτισμό έως τον πέμπτο αιώνα και η αποφασιστική μεταβολή της τεχνικής της επικοινωνίας κατά το πρώτο μισό του τέταρτου αιώνα

Μόνο αν έχουμε διαρκώς κατά νου αυτό το δεδομένο, θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε διαλόγους όπως ο Ίων και, ιδιαίτερα, πολλά μέρη της Πολιτείας, καθώς και τη σφοδρή πολεμική του Πλάτωνα εναντίον του Ομήρου και των τρόπων με τους οποίους μεταδιδόταν η ποίησή του. Πρόκειται, πράγματι, για θέσεις που στον σημερινό άνθρωπο προκαλούν κατάπληξη, όπως θα δούμε.

Η θέση του Πλάτωνα κατά την τελική μετάβαση από τον πολιτισμό της προφορικότητας στον πολιτισμό της γραφής

Το καθοριστικό σημείο που πρέπει να κατακτηθεί για μια ορθή επανανάγνωση του Πλάτωνα βρίσκεται ακριβώς, όπως έλεγα, στην επαρκή κατανόηση των συνεπειών και των προεκτάσεων που συνεπαγόταν η πολιτισμική επανάσταση η οποία βρισκόταν σε εξέλιξη, και ιδίως στην τελική της φάση. Η μετάβαση είχε πλέον αρχίσει προς τρόπους σκέψεως και εκφράσεως εντελώς διαφορετικούς από εκείνους του παρελθόντος, προς μια διαφορετική σχέση με τους ανθρώπους και με τα πράγματα.

Εκείνο όμως που αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολο να κατανοηθεί, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, είναι η ιδιότυπη θέση που υιοθέτησε ο Πλάτων, η οποία φαινομενικά παρουσιάζεται αντιφατική. Από τη μία πλευρά, απέδειξε την ανάγκη εγκαταλείψεως του ποιητικο-μιμητικού προφορικού πολιτισμού· από την άλλη, υπερασπίστηκε την προφορικότητα, τοποθετώντας την αξιολογικά πάνω από τη γραφή, και μάλιστα διατυπώνοντας τη θέση ότι ο φιλόσοφος πρέπει να φυλάσσει για την προφορική διδασκαλία εκείνα τα πράγματα που έχουν γι’ αυτόν τη μεγαλύτερη αξία.

Επιπλέον, από τη μία πλευρά, άσκησε αυστηρή κριτική στη γραφή, για τους λόγους που θα δούμε· από την άλλη, εκφράστηκε ως ένας από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της γραφής, όχι μόνο στο πλαίσιο του ελληνικού πολιτισμού, και το corpus των συγγραμμάτων που μας άφησε άσκησε μια ιστορική επίδραση που, από ορισμένες απόψεις, δεν έχει όμοιό της.

Το πρόβλημα που αναδύεται από όλα αυτά επιβάλλεται, επομένως, ως πραγματικά πολύ σημαντικό. Όχι λίγοι μελετητές το παρεξήγησαν· και ακόμη και ορισμένοι νεότεροι ερευνητές, από τους οξυδερκέστερους και καλύτερα καταρτισμένους στη μελέτη της τεχνικής της επικοινωνίας, το έλυσαν ανεπαρκώς.


Ο Turner, για παράδειγμα, δεν δίσταζε να υποστηρίζει ότι, με την κριτική του προς τη γραφή, ο Πλάτων διεξήγε ήδη «μια μάχη οπισθοφυλακής», και πολλοί συμμερίστηκαν αυτή την κρίση.

Στο βιβλίο αυτό θα επιχειρήσω όχι μόνο να ασκήσω κριτική, αλλά και να ανατρέψω αυτή την κρίση: πέρα από ορισμένες διατυπώσεις που αναμφίβολα μπορούν να ηχούν ως υπεράσπιση ενός παρελθόντος το οποίο δεν μπορούσε πλέον να επιστρέψει, ο Πλάτων, με μια εξαιρετικά λεπτή ευαισθησία, οξυμένη ακριβώς από την κορύφωση της πολιτισμικής επαναστάσεως, διαμόρφωσε εξαιρετικά πρωτοποριακές έννοιες, με ιδιοφυείς διαισθήσεις που συλλαμβάνουν εν σπέρματι ορισμένες αλήθειες οι οποίες ωρίμασαν μόλις κατά τον εικοστό αιώνα μέσω της ερμηνευτικής, όπως θα δούμε.

Για να παρουσιάσω διαλεκτικά αυτή τη θέση μου, θεωρώ ιδιαίτερα χρήσιμο να εγκαινιάσω έναν εκτενή και πυκνό διάλογο με τον Havelock, για τους λόγους που θα διευκρινίσω αμέσως.


Μια σημαντική, αλλά πολύ μερική, στροφή που επέφερε ο Havelock στις πλατωνικές σπουδές

Το 1963 ο Havelock δημοσίευσε το σημαντικότερο έργο του, το οποίο άσκησε μεγάλη επίδραση και, στο είδος του, άφησε εποχή, προκαλώντας τόσο ένθερμους υποστηρικτές της θέσεως που παρουσίαζε όσο και εξίσου ένθερμους επικριτές.
Ήδη ο τίτλος Preface to Plato που έδωσε στο βιβλίο προκάλεσε συζητήσεις, επειδή αποδεικνύεται ανεπαρκής: πράγματι, το βιβλίο περιέχει πολύ περισσότερα και ταυτόχρονα πολύ λιγότερα από όσα υπόσχεται.
Περιέχει περισσότερα, επειδή παρουσιάζει με οξυδέρκεια και αποτελεσματικότητα τα δομικά χαρακτηριστικά του αρχαϊκού ελληνικού πολιτισμού που στηριζόταν στην προφορικότητα, και ειδικότερα στην ποιητικο-μιμητική προφορικότητα· δηλαδή, φωτίζει εκείνη τη μορφή πολιτισμού εναντίον της οποίας ο Πλάτων διεξάγει μια πραγματική μάχη. Πράγματι, η αμείλικτη πλατωνική καταδίκη της ποίησης και ιδιαίτερα της ομηρικής ποίησης, όπως εκτίθεται στην Πολιτεία, δεν μπορεί να κατανοηθεί σωστά παρά μόνο μέσα από την οπτική που προτείνει ο Havelock.
Περιέχει όμως και λιγότερα, επειδή ο Πλάτων παρουσιάζεται κατά πολύ περισσότερο από «μισός» (dimidiatus), στη βάση μιας σειράς θεωρητικών προϋποθέσεων που δεν αιτιολογούνται καθόλου και οι οποίες αποδεικνύονται πραγματικά ανεπαρκείς και, κυρίως, ιστορικά αθεμελίωτες.

Η ιταλική έκδοση, ορθώς, υιοθέτησε τον τίτλο Cultura orale e civiltà della scrittura da Omero a Platone [Προφορικός πολιτισμός και πολιτισμός της γραφής από τον Όμηρο έως τον Πλάτωνα].

Ο συγγραφέας είναι ειδικός στην τεχνολογία της επικοινωνίας στον αρχαίο κόσμο και χρησιμοποιεί με σιγουριά και κομψότητα μεθόδους αντλημένες από τις ψυχολογικές, ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές επιστήμες· έτσι θέτει και αναπτύσσει μια ολόκληρη σειρά προβλημάτων τα οποία οι φιλόλογοι και οι ιστορικοί του κλασικού πολιτισμού στο παρελθόν σχεδόν εξ ολοκλήρου αγνόησαν και τα οποία, εν μέρει, εξακολουθούν να αγνοούν ακόμη και σήμερα.

Η θέση του Havelock είναι η εξής: δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τον Πλάτωνα, αν δεν τον τοποθετήσουμε με ακρίβεια στην ιδιαίτερη ιστορικοπολιτισμική στιγμή στην οποία έζησε, δηλαδή στη στιγμή εκείνη κατά την οποία ο πολιτισμός της γραφής άρχιζε να υπερισχύει του πολιτισμού της ποιητικο-μιμητικής προφορικότητας.
Μάλιστα, σύμφωνα με τον Havelock, ο Πλάτων υπήρξε ακόμη και «προφήτης» του νέου πολιτισμού: η διαλεκτική του μέθοδος και η συναφής προβληματική των Ιδεών θα εξαρτώνταν σχεδόν εξ ολοκλήρου ακριβώς από τον πολιτισμό της γραφής. Η επίθεση και η ανατροπή που επιχειρεί ο Πλάτων απέναντι στη δομή και στα θεμέλια του πολιτισμού της ποιητικο-μιμητικής προφορικότητας, καθώς και η συνακόλουθη εισαγωγή νέων δομών και νέων θεμελίων του σκέπτεσθαι, θα ήταν αδύνατες σε διαφορετικό επίπεδο από εκείνο που είχε κατακτηθεί μέσω του πολιτισμού της γραφής.

Παραθέτω ορισμένα χωρία, τα οποία παρουσιάζουν καλά αυτή τη θέση και βοηθούν να κατανοηθούν οι τοποθετήσεις που θα υιοθετήσω τόσο θετικά όσο και αρνητικά.

Ήδη στον Πρόλογο του βιβλίου δηλώνεται με σαφήνεια:

«Ο αλφαβητισμός δεν ολοκλήρωσε πλήρως τα αποτελέσματά του παρά μόνο στις αρχές της ελληνιστικής εποχής, όταν η εννοιολογική σκέψη απέκτησε, θα λέγαμε, κοινόχρηστο χαρακτήρα και το λεξιλόγιό της έγινε περισσότερο ή λιγότερο ομοιόμορφο. Ο Πλάτων, ο οποίος έζησε ακριβώς στο μέσον αυτής της επαναστάσεως, την προανήγγειλε και έγινε ο προφήτης της».

Ποια ήταν η αιτία της αφυπνίσεως των Ελλήνων από εκείνη τη μορφή υπνωτικής εκστάσεως που συνδεόταν με την ποιητικο-μιμητική προφορικότητα και, συνεπώς, ποια ήταν η αιτία της γεννήσεως της αυτοσυνειδησίας και του νέου τρόπου σκέψεως;

«Η θεμελιώδης απάντηση», γράφει ο Havelock, «πρέπει να αναζητηθεί στη μεταβολή που επήλθε στην τεχνολογία της επικοινωνίας. Η ανανέωση της μνήμης μέσω γραπτών σημείων επέτρεπε στον αναγνώστη να απαλλάσσεται από μεγάλο μέρος εκείνης της συναισθηματικής ταυτίσεως, χάρη στην οποία και μόνο μπορούσε να συγκρατηθεί με ασφάλεια η ακουστική μαρτυρία. Αυτό μπορούσε να απελευθερώσει ψυχική ενέργεια, η οποία μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ανασκόπηση και την αναδιάταξη εκείνου που τώρα ήταν γραμμένο και μπορούσε να ιδωθεί ως αντικείμενο, και όχι μόνο να ακουστεί και να βιωθεί. Μπορούσε κανείς, θα λέγαμε, να επιστρέψει και να το κοιτάξει ξανά. Και αυτός ο χωρισμός του υποκειμένου από τον απομνημονευμένο λόγο αποτελεί ίσως, με τη σειρά του, την προϋπόθεση για την αυξανόμενη χρήση, κατά τον 5ο αιώνα, μιας μεθόδου που συχνά θεωρείται χαρακτηριστική του Σωκράτη, αλλά που ίσως είχε γενικότερο χαρακτήρα και χρησιμοποιούνταν για να προσβάλει τη συνήθεια της ποιητικής ταυτίσεως και να ωθήσει τους ανθρώπους να της γυρίσουν την πλάτη».

Η θεωρία των Ιδεών γίνεται, συνεπώς, μια «ιστορική αναγκαιότητα», μέσω της οποίας η «αναπαράσταση εικόνων», που ήταν χαρακτηριστική του πολιτισμού της ποιητικο-μιμητικής προφορικότητας, αντικαθίσταται από μια «σκέψη εννοιών», η οποία δεν θα μπορούσε να θεμελιωθεί παρά μόνο στη νέα μορφή πολιτισμού που δημιουργήθηκε από τον αλφαβητισμό. Ήταν, επομένως, η γενική εξέλιξη του ελληνικού πολιτισμού, η οποία συνδεόταν με τη μετάβαση από την προφορικότητα στη γραφή, «εκείνη που έμελλε να καταστήσει τον πλατωνισμό αναπόφευκτο».

Με λίγα λόγια: περνούσαμε από εκείνη τη γλώσσα της ποιητικο-μιμητικής προφορικότητας —η οποία, για λόγους απομνημονεύσεως, στηριζόταν σε τεχνάσματα και τυποποιημένες διατυπώσεις και βασιζόταν σε εικόνες, γεγονότα και καταστάσεις, όπου δομικά το πραγματικό συμβάν υπερισχύει της έννοιας— στη νέα γλώσσα, η οποία αντικαθιστούσε τη σύνταξη των εικόνων με τη σύνταξη των εννοιών. Και αυτή η εποχική μετάβαση θα είχε καταστεί δυνατή μόνο χάρη στην τεχνολογία του αλφαβητισμού.


Οι μεγάλες αρετές του βιβλίου του Havelock και τα δομικά του όρια

Η κύρια αρετή του βιβλίου του Havelock συνίσταται ακριβώς στο ότι ανέδειξε με απόλυτη σαφήνεια το πρόβλημα που θεμελιώνεται στην ανάγκη να διαβάσουμε τον Πλάτωνα μέσα στο πλαίσιο εκείνης της πολιτισμικής επαναστάσεως κοσμοϊστορικής σημασίας, μολονότι οι λύσεις που προτείνει για το πρόβλημα αυτό πρέπει σε μεγάλο βαθμό να μετριαστούν και να διορθωθούν.

Όπως έχω ήδη επισημάνει και άλλες φορές, και όπως έχουν τονίσει εύστοχα και άλλοι μελετητές, ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί πιθανότατα να αντιληφθεί, περισσότερο απ’ όσο ήταν δυνατόν στο παρελθόν, τι μπορούσε να συμβαίνει εκείνη την εποχή, σε αναλογία με όσα συμβαίνουν σήμερα. Τότε, η γραφή κατήγαγε τη νίκη επί της προφορικότητας· σήμερα, αντίθετα, είναι η ίδια η γραφή που ηττάται από μια διαφορετική μορφή πολιτισμού, θεμελιωμένη ιδίως στην εικόνα, στην τεχνολογία των υπολογιστών και σε έναν νέο τύπο προφορικότητας, πολύ διαφορετικό από τον αρχαίο, ο οποίος μπορεί εύστοχα να ονομαστεί «μαζική προφορικότητα», «προφορικότητα των μέσων μαζικής επικοινωνίας».


Ο Bruno Gentili γράφει εύστοχα:

«Και εμείς ζούμε σε μια εποχή πολιτισμικής κρίσεως, η οποία προκαλείται από την εμφάνιση νέων μέσων και νέων τεχνικών επικοινωνίας· και ακριβώς εξαιτίας αυτής της νέας καταστάσεως επιβλήθηκε η ανάγκη να μελετηθούν βαθύτερα, σε θεωρητικό επίπεδο, οι μορφικές της όψεις και οι αναπόφευκτες συνέπειές της στο ανθρωπολογικό και κοινωνικό επίπεδο. Η αμφίσημη σχέση του Πλάτωνα με τη γραφή φαίνεται σήμερα να αναβιώνει, με σχεδόν πανομοιότυπους τρόπους, απέναντι στον υπολογιστή και στα ηλεκτρονικά μέσα: τα αντιμαχόμαστε, αλλά συγχρόνως τα χρησιμοποιούμε ως χρήσιμα, και μάλιστα αναντικατάστατα, εργαλεία τόσο για τη σύνθεση όσο και για τη διατήρηση και τη διάδοση της γνώσεως, μέχρι του σημείου ώστε όποιος δεν είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή να κινδυνεύει να γίνει με τη σειρά του τεχνολογικά αναλφάβητος».
Ο Gentili καταλήγει παραθέτοντας ένα ποίημα από το Diario postumo του Eugenio Montale, με τίτλο Nel Duemila, το οποίο εκφράζει τέλεια το αίσθημα απειλής που προκαλούν οι τεχνολογικές καινοτομίες απέναντι στην ελευθερία του ανθρώπου:
Ήμασταν αναποφάσιστοι ανάμεσα στην αγαλλίαση και στον φόβο
όταν μάθαμε πως ο υπολογιστής
θα αντικαταστήσει την πένα του ποιητή.
Στη δική μου περίπτωση, μη γνωρίζοντας να τον χρησιμοποιώ,
θα καταφύγω σε δελτία που αντλούν
από τις αναμνήσεις, για να τα ενώσω έπειτα στην τύχη.
Και τώρα τι με νοιάζει αν η φλέβα στερεύει·
μαζί με μένα τελειώνει μια εποχή.


Το βιβλίο του Havelock, το οποίο αγγίζει καίρια το θεμελιώδες ζήτημα για την κατανόηση του Πλάτωνα, έχει ως κύριο ελάττωμα τη μέθοδο που χρησιμοποιεί, η οποία έχει έντονα «αναγωγιστικό» χαρακτήρα: εξαρτά τη γένεση και την εξέλιξη των μορφών της σκέψεως από τις τεχνολογίες της δημοσιεύσεως, της επικοινωνίας και της διατηρήσεως. Οι τεχνολογίες και τα υλικά μέσα θα καθόριζαν δομικά και συνολικά το ανθρώπινο πνεύμα. Πρόκειται για έναν αναγωγισμό που θα μπορούσαμε εύστοχα να αποκαλέσουμε «επιστημονιστικο-τεχνολογικό».
Το πρόβλημα που τίθεται είναι το εξής: ήταν πράγματι «η αυξανόμενη διάδοση του αλφαβητισμού εκείνη που άνοιξε τον δρόμο στα πειράματα αφαιρέσεως», ή μήπως, αντίθετα, ήταν η γέννηση πνευματικών τάσεων αφαιρετικού και διαλεκτικού χαρακτήρα εκείνη που παρακίνησε την εφαρμογή και τη διάδοση της γραφής;
Ή, εν πάση περιπτώσει, μήπως υπήρξε μια δυναμική συνεργειακού χαρακτήρα ανάμεσα στον αλφαβητισμό και στα πειράματα αφαιρέσεως;

Θα δούμε ότι τα γεγονότα αποδεικνύουν ακριβώς αυτό, διαψεύδοντας τον Havelock.
Η πλατωνική κριτική της γραφής, την οποία ο Havelock παραμέλησε ολοκληρωτικά

Σημειώσεις:
6 Turner, I libri nell’Atene..., σ. 24.

7 Πρβλ. παραπάνω, σημ. 1.

8 Havelock, Cultura orale..., σ. 3.

9 Havelock, Cultura orale..., σ. 171. Η πλάγια γραφή είναι δική μας.

10 Havelock, Cultura orale..., σ. 219.

11 Havelock, Cultura orale..., σ. 232.

12 Πρβλ. Havelock, Cultura orale..., σ. 157, 242.

13 B. Gentili, «Πρόλογος» στον τόμο του G. Cerri, Platone sociologo della comunicazione, Milano, Il Saggiatore, 1991· νέα αναθεωρημένη και διευρυμένη έκδοση, ARGO, Lecce 1996, σ. 8–9.

14 Havelock, Cultura orale..., σ. 157.

15 Πρβλ. G. Cerri, «Il passaggio dalla cultura orale alla cultura di comunicazione scritta nell’età di Platone», στο Quaderni Urbinati, 8 (1969), σ. 131.

Δεν υπάρχουν σχόλια: