Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καραποστόλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Καραποστόλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Βασίλης Καραποστόλης: «Όταν παύουν τα αισθήματα, πληθαίνουν οι παραισθήσεις»

Με αφορμή το νέο του βιβλίο, «Η ανάγκη της εμψύχωσης», ο ομότιμος καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας μιλά για τη σύγχρονη εποχή της ψυχικής κόπωσης και της εσωτερικής παραίτησης.
                                                                                                   Γιώργος Δήμος

Στο βιβλίο «Η ανάγκη της εμψύχωσης», ο Βασίλης Καραποστόλης εξετάζει τη βαθιά ψυχική και πνευματική κόπωση του σύγχρονου ανθρώπουOµότιµος Καθηγητής Πολιτισµού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήµιο Αθηνών, ο Βασίλης Καραποστόλης έχει δημοσιεύσει δεκάδες μελέτες και δοκίμια για την κοινωνική συμπεριφορά και τα ήθη στον σύγχρονο κόσμο, καθώς και λογοτεχνικά έργα, από το 1995 και ύστερα, τα περισσότερα από τις εκδόσεις Πατάκη. Το νέο του βιβλίο, «Η ανάγκη της εμψύχωσης» (εκδ. Πατάκη), θίγει το σημαντικό θέμα της έλλειψης ψυχικών εφοδίων υψηλής τάσης από την ανθρώπινη δράση στην εποχή μας, ερευνώντας αφενός τις αιτίες που οδήγησαν σε αυτήν την κατάπτωση και αφετέρου τις πιθανότητες ανάκαμψης.
Ο Βασίλης Καραποστόλης μας μίλησε τόσο για τους λόγους που τον οδήγησαν στη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου όσο και για τους κινδύνους που εγκυμονεί η διαιώνιση αυτού του σημαντικού προβλήματος που πραγματεύεται η «Ανάγκη της εμψύχωσης» και γενικότερα τα βιβλία που γράφει τα τελευταία χρόνια.

Το νέο σας βιβλίο πραγματεύεται ένα σοβαρό θέμα της εποχής μας, την έλλειψη αυτοπεποίθησης και ψυχικού σθένους, προκειμένου ο άνθρωπος να στοχεύσει ψηλά και να βελτιώσει πτυχές του εαυτού του, ξεπερνώντας τις αναστολές του και τα εμπόδια που συναντά καθημερινά στον δρόμο του. Ποια ήταν η αφορμή που σας οδήγησε στο να γράψετε ένα βιβλίο γι’ αυτό το μείζον κοινωνικό ζήτημα;

Την αφορμή για τη συγγραφή του βιβλίου μού την έδωσε η παρατήρηση ότι όλο και λιγότεροι άνθρωποι στις μέρες μας κρατάνε το τιμόνι της ζωής τους στα χέρια τους. Δεν είναι ότι οι καταστάσεις τούς παρασέρνουν, είναι μάλλον ότι τους λείπει η θέληση να χαράξουν την πορεία τους. Σήμερα σπανίως θα δούμε άτομα να βάζουν όλη τους την ψυχή σε όσα επιχειρούν. Είναι σαν να διστάζουν να δοθούν ακόμα και σ’ αυτά που δηλώνουν πως επιθυμούν πολύ. Το αποτέλεσμα είναι να συσσωρεύεται μέσα τους ένα αδιάθετο δυναμικό. Τα ριζικά σχέδια αναβάλλονται, το ίδιο και οι πράξεις και τα συναισθήματα. Βασικός στόχος του βιβλίου ήταν να ερευνήσει τις αιτίες αυτής της λιποψυχίας και τα μέσα που υπάρχουν ώστε να μη γίνει χρόνια πάθηση.




Θεωρείτε, δηλαδή, ότι αυτή είναι μια κατάπτωση του σημερινού ανθρώπου που απειλεί να διαβρώσει ολόκληρο των πολιτισμό μας;

Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός, γιατί ο σύγχρονος πολιτισμός, με όλη του τη φαντασμαγορία, κάνει τον άνθρωπο να ξεχνά τη δειλία του, να ξεχνά πως έχει φτάσει στο σημείο να φοβάται μήπως «πέσει έξω», αν νιώσει μια δυνατή συγκίνηση για ένα πρόσωπο ή για μια ιδέα ή για μια υπόθεση. Το να περικόπτεις προκαταβολικά αυτό που αισθάνεσαι είναι ο πιο ταπεινωτικός αυτοακρωτηριασμός. Αυτό συμβαίνει σήμερα. Και όλοι οι μηχανισμοί του πολιτισμού –με τη μαζική διασκέδαση, με τον κατακλυσμό από εικόνες και ήχους– πασχίζει να συγκαλύψει το μειωτικό γεγονός ότι φιμώνεται προγραμματικά η καρδιά. Οι συνέπειες, όμως, δεν αποφεύγονται. Όταν παύουν τα αισθήματα, πληθαίνουν οι παραισθήσεις. Αφού η καρδιά σιωπά, το μυαλό πλάθει ό,τι το βολεύει.

Όπως συχνά συμβαίνει σε κείμενα φιλοσοφικού στοχασμού, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, είναι πολλές οι φορές που καταφεύγετε σε παραδείγματα από τη μυθολογία και τη λογοτεχνία, για να καταστήσετε τα επιχειρήματά σας πιο πειστικά. Γιατί, κατά τη γνώμη σας, η μέθοδος αυτή συνεχίζει να είναι αποτελεσματική, σε μια εποχή τόσο ορθολογιστική όσο είναι η δική μας;

Παρά τα όσα λέγονται, ο ορθολογισμός στην εποχή μας δεν έχει αρκετή πειθώ. Αυτό εξηγείται εύκολα, αν λάβουμε υπόψη μας την εξής αντίφαση: από τη μία, γίνεται λόγος για την ανάπτυξη της ανθρώπινης νόησης κι από την άλλη, τονίζεται η άκρα περιπλοκότητα του κόσμου. Λέγεται ότι ο κόσμος είναι υπερβολικά περίπλοκος για να τον καταλάβουμε, αλλά παράλληλα για όλα υπάρχει μία εξήγηση.
Είναι φανερό πως έτσι η ίδια η λογική παραμερίζεται. Επόμενο είναι ο μύθος και η τέχνη που προσελκύουν το ενδιαφέρον. Όχι για να υποκαταστήσουν την πραγματικότητα, αλλά για να αναδείξουν τι επιθυμεί ο άνθρωπος πέρα από την πραγματικότητα. Κατά βάθος, ο καθένας θα ήθελε να πάει έστω και ένα βήμα πιο πέρα από εκεί που βρίσκεται.

Υπάρχουν φορές που εμπνευστήκατε θέματα βιβλίων σας από μαθήματα που έχετε διδάξει ή από τη συναναστροφή σας με τους φοιτητές; Αν ναι, μπορείτε να μας δώσετε ένα παράδειγμα;

Μερικές φορές, περιστατικά που συνέβησαν στη διάρκεια των μαθημάτων, μου έδωσαν λαβή για σκέψεις που αναπτύχθηκαν αργότερα στα βιβλία μου. Όταν βρίσκεται κανείς κοντά στους νέους, συναντά συχνά το φαινόμενο της μεταστροφής. Κάποτε, όταν ανέθεσα σε έναν ανήσυχο, ταραξία φοιτητή έναν ρόλο οργανωτή, αποκάλυψε ικανότητες που ούτε οι άλλοι ούτε ο ίδιος φανταζόταν πως είχε. Δεν υπάρχει νεανική ψυχή που να μην τρέφεται από μια προσμονή. Περιμένει να την εμπιστευτούμε, αλλά όχι για να πράξει αυτά που εμείς θα προτιμούσαμε. Η θέληση δεν μεταβιβάζεται, δεν μεταφυτεύεται. Φυτρώνει μόνη της ή δεν φυτρώνει.

―Διαβάζοντας την «Ανάγκη της εμψύχωσης», μου ήρθε στον νου το διάσημο δοκίμιο «Ο μύθος του Σισύφου» (1942), του Αλμπέρ Καμύ, ειδικά στα σημεία όπου ο φιλόσοφος μιλάει για την έλλειψη ελευθερίας στις ανθρώπινες κοινωνίες και τη σημασία της «εξέγερσης». Υπάρχουν σημεία στο βιβλίο σας όπου συναντάτε τη σκέψη του Καμύ;

Ο Σίσυφος είναι καταδικασμένος σε μια εργασία δίχως νόημα. Τιμωρημένος από τους θεούς, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να σπρώχνει έναν βράχο ως την κορυφή κάποιου βουνού και να τον βλέπει κατόπιν να ξαναπέφτει. Κατά τον Καμύ, στο τέλος ο καταραμένος θνητός αποδέχεται το πεπρωμένο του – είναι μια νίκη της συνείδησής του απέναντι στην κακομοιριά.
Στο βιβλίο μου ερμηνεύω έναν άλλο μύθο που αναφέρεται κι αυτός σε μια καταδίκη. Μας μιλά για την Ηώ, που είναι καταδικασμένη να ερωτεύεται συνεχώς τα όμορφα πράγματα και πρόσωπα τα οποία εμφανίζονται μπροστά της κάθε πρωί. Αναπόφευκτα, η ομορφιά τους θα γεράσει και η ερωτευμένη ψυχή θα βρεθεί σε δύσκολη θέση, αντιμέτωπη με τη φθορά.
Ο Σίσυφος είναι καταδικασμένος να αγκομαχά από το παράλογο. Η Ηώ να αναστενάζει από το ανέφικτο. Προτού έρθει η φθορά όμως, μπορεί να χαίρεται τον έρωτά της – και να χαίρεται επίσης με την ιδέα πως οι γλυκιές στιγμές ίσως έχουν κάτι που ο χρόνος αδυνατεί να κλέψει. Με μια τέτοια προσδοκία, η ζωή για τον άνθρωπο παύει να είναι ένα φορτίο που δεν ελαφρώνει ποτέ.

Ο Τζορτζ Όργουελ στο δυστοπικό του μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας «1984» (1949), μιλάει για το τέλος της ελεύθερης βούλησης, όταν ζει κανείς για καιρό κάτω από ένα απολυταρχικό καθεστώς. Πιστεύετε σε αυτό το συμπέρασμα του Όργουελ ή, κατά τη γνώμη σας, η ελεύθερη βούληση δεν εξαφανίζεται ποτέ εντελώς;

Οι προβλέψεις του Όργουελ επιβεβαιώθηκαν σε μεγάλο βαθμό. Ωστόσο, το θέμα της ανθρώπινης βούλησης παραμένει ανοιχτό. Ναι μεν, καθώς εδραιώνεται το καθεστώς των αυτοματισμών και των ελέγχων από τα πάνω, στενεύει το περιθώριο των ατομικών επιλογών, όμως, ακριβώς επειδή στενεύει, γίνεται και πιο αισθητό το τι διακυβεύεται εκεί. Ίσως δίνεται ο τελευταίος αγώνας ανάμεσα στην ελευθερία και την υποδούλωση. Γιατί ανεξάρτητα από το τι έχει αποδώσει η εκπαίδευση κατά τους νεότερους χρόνους, έχει τουλάχιστον αφήσει στη συνείδηση πολλών τον σπόρο μιας αόριστης ανάγκης για πρωτοβουλία. Οι άνθρωποι διδάχτηκαν πως μπορούν να σκέφτονται ελεύθερα, διαπίστωσαν όμως ότι αυτό κατέληξε να είναι μεγάλη πολυτέλεια. Τους κοστίζει που είναι υποχρεωμένοι να προσποιηθούν πως έπεσαν θύματα ενός παγκόσμιου ψέματος. Ξέρουν πως δεν έδωσαν τη μάχη που μπορούσαν να δώσουν και την οποία όφειλαν στον καλύτερο εαυτό τους. Έτσι έχουν τη φαντασία για ύστατο καταφύγιο. Εκεί θα κριθεί το ζήτημα στο μέλλον. Ο χώρος της φαντασίας θα είναι ο πιο καθοριστικός κοινωνικός και πολιτικός στίβος τα επόμενα χρόνια.

―Ποιες προοπτικές υπάρχουν για το τι θα συμβεί στον χώρο αυτό;
Είναι γεγονός ότι η φαντασία σήμερα χειραγωγείται με πάμπολλους τρόπους. Αν το συνειδητοποιήσουμε αυτό, ίσως υπάρξει αντίδραση. Γιατί, όπως κι η ελπίδα, έτσι και η φαντασία είναι δύσκολο να ελεγχθούν απόλυτα. Εκτός αν φτάσουμε σε μια κατάσταση υπνωτισμού, και μάλιστα ηθελημένου.

―Με ποιους τρόπους βοηθάει η εμψύχωση στην αντιμετώπιση της ψυχικής εξάντλησης και της ατολμίας; Υπάρχει δυνατότητα να «ξυπνήσει» ο άνθρωπος από αυτόν τον οικειοθελή λήθαργο;
Τα πιο λυτρωτικά και τα πιο τολμηρά εγχειρήματα του ανθρώπου συνοδεύονται πάντα από την αίσθηση πως έχει στο πλευρό του έναν αόρατο συμπαραστάτη. Τον στηρίζει ένα φιλικό πνεύμα, που δεν ήρθε αυτόκλητο, ήρθε επειδή ο άνθρωπος το ζήτησε. Κανείς δεν δρα αβοήθητος. Ο ήρωας, ο επαναστάτης, ο εφευρέτης, ο πρωτοπόρος καλλιτέχνης και, βέβαια, ο άγιος λαμβάνουν αρωγή από μια δύναμη που βρίσκεται έξω από αυτούς και που ένα μέρος της βρίσκεται μέσα τους. Για να έρθει η αρωγή πρέπει να προηγηθούν προσευχές, επικλήσεις ή οραματισμοί. Ο άνθρωπος σήμερα παραπαίει επειδή δεν ξέρει πώς να ζητά ενίσχυση. Αν θαύμασε κάποιον, δεν πιστεύει πως το θαυμαστό εκείνο μπορεί να μεταγγιστεί και στον ίδιο. Στερείται πίστης, επειδή στερείται φαντασίας. Το μόνο φάρμακο, συνεπώς, είναι η φαντασία να εγκαταστήσει μέσα στον κόσμο το θαυμαστό. Κι αυτό δεν είναι αυταπάτη.

Όπως και το προηγούμενο βιβλίο σας, το «Όταν η γνώση είναι ζωή» (2024), έτσι και η «Ανάγκη της εμψύχωσης» θίγει ένα μεγάλο κοινωνικό ζήτημα και, αφότου το εξετάζει φιλοσοφικά και επιστημονικά, προτείνει τεκμηριωμένες λύσεις. Το δοκίμιό σας αυτό ανήκει σε μια σειρά από βιβλία με κοινά μεταξύ τους χαρακτηριστικά ή το καθένα τους είναι αυτοτελές και εντελώς ανεξάρτητο;

Τα βιβλία μου τα τελευταία χρόνια είναι συνδεδεμένα μεταξύ τους. Τα κεντρικά ερωτήματα που τα διαπερνούν είναι τα ακόλουθα: πού οφείλεται η κατακόρυφη μείωση της ζωτικότητας του ανθρώπου της εποχής μας και πώς μπορεί η τάση αυτή να ανακοπεί; Για μένα, είναι κατάντια του πολιτισμού μας το να βλέπει κανείς τόσους νέους να βασανίζονται από τη σκέψη της «επόμενης μέρας». Οι μεγαλύτεροι τους συμβουλεύουν να προσαρμόζονται γρήγορα. Έτσι, όμως, είναι σαν να τους αναγκάζουν να γεράσουν νωρίτερα και να βλαστημούν το κάθε ξημέρωμα που τους προσθέτει αφύσικες ρυτίδες. Τίποτα δεν ωριμάζει υπό πίεση.

ΠΗΓΗ:https://www.athensvoice.gr
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

ΜΑΤΑΙΕΣ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΛΟΓΟΥ ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΣΤΗΝ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ ΕΦΟΣΟΝ ΔΕΝ ΥΦΙΣΤΑΤΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΕΓΩ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ.
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΛΥΤΟΙ ΑΠΟ ΑΓΝΟΙΑ ΚΑΙ ΑΚΑΤΑΝΟΗΣΙΑ. ΤΟ ΕΓΩ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΗΝ ΠΡΟΙΚΑ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΦΥΣΗΣ. ΔΕΝ ΑΚΟΥΕΙ.

Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2025

Αμήχανοι εν όψει ειρήνης

Βασίλης Καραποστόλης

Φαίνεται πως η μοιρολατρεία ξαναγύρισε στον κόσμο απ’ όπου είχε προ πολλού εκδιωχθεί. Δεν εξηγείται διαφορετικά το γεγονός ότι μπροστά στις δίνες της παγκόσμιας αναταραχής και της απειλής του γενικευμένου πολέμου δεν εκδηλώνεται στις χώρες της Δύσης μια αντίδραση συλλογική και ανάλογη του κινδύνου. Βλέπουμε στις μέρες μας πως καθώς το φάσμα του πολέμου απλώνεται στον πλανήτη , οι άνθρωποι μένουν στη θέση τους κοιτώντας το σαν μουδιασμένοι από ένα δέος ανάμεικτο με φόβο, έναν φόβο όμως που τον διασκεδάζει η σκέψη πως «κι αυτό θα περάσει». Θα περάσει για να έρθει τι; Τίποτα δεν θεωρείται βέβαιο και τίποτα ικανό να κεντρίσει την όρεξη για ένα νέο ξεκίνημα.

Θα περίμενε κανείς από τη ζωή να ορθώσει αυθόρμητα το ανάστημά της, αφού ο θάνατος την προκαλεί ευθέως. Έτσι γίνεται στη φύση, και το ίδιο γινόταν, άλλοτε, και στις κοινωνίες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι διαδηλώσεις των νέων κατά του πολέμου στο Βιετνάμ, στα τέλη της δεκαετίας του ’60, που συντάραξαν την αμερικανική κοινωνία δείχνοντάς της έναν διαφορετικό τρόπο για να πορευτεί στο εξής. Από την ειρήνη η νεολαία τότε περίμενε πολλά: το έδειχναν, πρώτα απ’ όλα, τα εμβληματικά τραγούδια της εποχής όπου η μαχητικότητα και η τρυφερότητα βάδιζαν στον ίδιο ρυθμό. Έναν ρυθμό που έστελνε τον έρωτα για τη ζωή να αναμετρηθεί με τον πολιτικό κυνισμό και την αγριότητα της στρατιωτικής μηχανής. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν ακύρωσαν, σε μεγάλο βαθμό, αυτή την προοπτική. Όμως, σήμερα δεν μας ενδιαφέρει τόσο αυτό, μας ενδιαφέρει το ότι η ειρήνη είναι πλέον μια λέξη που αντηχεί στο κενό.

Πώς να αντιταχθούν οι λαοί στο πολεμικό πνεύμα όταν τους λείπει η πίστη πως στην αντίθετη κατάσταση: στην ομαλότητα και την ηρεμία θα ήταν δυνατόν να φυτρώσει κάτι διεγερτικό, μια ιδέα, ένα σχέδιο στο οποίο θα άξιζε να πάρουν μέρος; Στην πραγματικότητα αυτό που ιδιαίτερα στο μυαλό των νέων έρχεται με τη λέξη ειρήνη είναι μια κατάσταση συγκάλυψης των κοινωνικών αντιθέσεων. Η ειρήνη κατάντησε να φέρνει στον νου συνήθως διακανονισμούς, εξισορροπήσεις συμφερόντων, κατευνασμούς, «ρυθμίσεις» κάθε τύπου. Στην επιφάνεια μια επίπλαστη και εύθραυστη τάξη, στο βάθος ένας βρασμός από δυσαρέσκειες, παράπονα, διαψεύσεις. Οι πολιτικές ηγεσίες απογοητεύουν τα πλήθη και τα πλήθη το βρίσκουν πιο εκτονωτικό, προς το παρόν, να τρώγονται μεταξύ τους. Βρίθουν οι δολιοφθορές, τα σαμποτάζ, οι ναρκοθετήσεις, ακόμη και μέσα στις οικογένειες. Δεν έχει κοπάσει -κάθε άλλο- ο πόλεμος των δύο φύλων, έχουν αλλάξει μόνο οι μορφές του και έχουν ανοίξει νέα πεδία συγκρούσεων. Το ίδιο και με τις φυλετικές αντιλήψεις και προκαταλήψεις. Το ίδιο και στους χώρους των επαγγελμάτων όπου ο ανταγωνισμός παίρνει όλο και οξύτερες μορφές. Δεν αποτιμώνται πλέον τα έργα των εργαζομένων, οι επιδόσεις τους, τα επιτεύγματά τους, αποτιμώνται οι δεξιότητές τους στον τομέα της προσωπικής προβολής. Όποιος πλασάρει καλύτερα τον εαυτό του στο κατάλληλο ακροατήριο, αυτός και θα επιβραβευτεί. Αλλά για λίγο. Οι μάχες που δίνονται, αντί να οδηγούν σε ένα τέρμα τις εντάσεις, τις υποδαυλίζουν συνεχώς. Οι παραγκωνισμένοι ετοιμάζονται για την αντεπίθεσή τους, οι επιτυχημένοι ανησυχούν, και απελπίζονται επειδή ούτε και η επιτυχία δεν ενισχύει αρκετά την αυτοπεποίθησή τους. Όλοι ελίσσονται, πλαγιοκοπούν και εξοπλίζονται αδιάκοπα. Με τι; Με το ψέμα κυρίως - με τι άλλο; Σε όλους τους τομείς της ζωής ό,τι λέγεται είναι συχνά το ανάποδο αυτού που εννοείται.

Έτσι αντιλαμβάνονται την τρέχουσα κοινωνική κατάσταση οι νεότεροι. Από τις εμπειρίες τους έχουν πλέον πεισθεί πως συνθήκη της ζωής τους είναι η υποκρισία. Στα φανερά ισχύουν οι νόμοι, στα κρυφά ανατρέπονται. Δεν είναι βέβαια καινούργιο αυτό. Όμως τώρα απουσιάζουν τα ζωντανά πρόσωπα πάνω στα οποία ζωγραφιζόταν, παλαιότερα, η υποκρισία. Τα αντικαθιστούν οι εικόνες, τα ψηφιακά κατασκευάσματα, τα εμπορικά μηνύματα. Μέσα στον κυκεώνα που δημιουργείται ανακατεύονται χαλκευμένες ειδήσεις με ψήγματα αλήθειας, υπερβολές, αυθαιρεσίες, ένα υλικό που αν το πάρει τοις μετρητοίς το μυαλό θα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τίποτα δεν είναι για να το παίρνει τοις μετρητοίς. Η πραγματικότητα τελεί υπό συνεχή παραμόρφωση. Έπειτα από αυτό, από πού να αντλήσει το κουράγιο η συνείδηση να καταγγείλει τον πόλεμο;

Ναι, είναι αλήθεια ότι οι αιματοχυσίες προκαλούν φρίκη και στα λόγια αποδοκιμάζονται. Ωστόσο, στα υπόγεια της συνείδησης δεν παύει να δουλεύει μια άλλη αλήθεια: πως τουλάχιστον στον πόλεμο δεν παραποιούνται ορισμένα γεγονότα. Δεν εννοούμε αυτά που τα χειρίζεται η προπαγάνδα της κάθε πλευράς. Εννοούμε την ανθρώπινη πραγματικότητα την ώρα της μάχης. Είναι γνωστό το φαινόμενο της «αδελφοσύνης μέσα στο χαράκωμα». Ενωμένοι μπροστά στον κίνδυνο, οι στρατιώτες αποκτούν δεσμούς αδιάσπαστους, δεν μπορεί κανείς να κοροϊδέψει κανέναν. Από εκεί έρχεται η σκοτεινή γοητεία του πολέμου. Από εκεί εμπνέεται μερικές φορές και η βία των ανηλίκων που στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις αφήνει παντού τα σημάδια της. Είναι τα σημάδια ενός αδιεξόδου, αφού τα ξεσπάσματα αυτά δεν γίνονται στο όνομα μιας ζωής πιο ευοίωνης, πιο καρποφόρας. Ούτε οι μικρότεροι στην ηλικία ούτε οι μεγαλύτεροι, στην πλειονότητά τους, πιστεύουν σήμερα στη δυνατότητα μιας τέτοιας ζωής. Επόμενο είναι να μην μπορούν να αντιτάξουν στον πόλεμο τη θέλησή τους. Για να αρνηθείς τον πόλεμο πρέπει να πιστεύεις πως με την ειρήνη καλλιεργείται και βλασταίνει η ζωή. Είναι ακριβώς αυτό που από τους αρχαίους χρόνους υψώνει μπροστά στα μάτια της ανθρωπότητας η «Ειρήνη» του Αριστοφάνους. Η κωμωδία κλείνει με τον γάμο του Τρυγαίου και της Οπώρας (της συγκομιδής των αγαθών), συμπαραστάτριας της Ειρήνης. Ιδού λοιπόν η διέξοδος. Ο άνθρωπος πρέπει να παντρευτεί τη γόνιμη ζωή, να χαρεί την εργασία του και τους καρπούς της, αν είναι να πάψει να σύρεται από μάχες σε μάχες. Ειρήνη δεν είναι η αδιατάρακτη απραξία. Είναι η ζωή που δεν 
κουράζεται να σπέρνει και να θερίζει. Και να υπομένει, επίσης, τις καταιγίδες.

Τελευταίο βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη είναι το «Όταν η Γνώση είναι Ζωή», εκδ. Πατάκη

*Ομ. Καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας του ΕΚΠΑ

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα είναι έργο του Τζόρτζιο ντε Κίρικο
.

Τετάρτη 21 Μαΐου 2025

Ένας λαός με κόμπο στον λαιμό

Βασίλης Καραποστόλης


Ποτέ πριν στην ελληνική κοινωνία δεν ήταν τόσο έντονη όσο σήμερα η τάση δραπέτευσης των ατόμων από το παρόν. Καθώς οι δυσκολίες και οι οδύνες αυξάνονταν τα τελευταία χρόνια, φαινόταν ότι δεν υπήρχαν αρκετές δυνάμεις που θα αντέτασσαν στο πραγματικό, με τα αγκάθια του, ένα αντίρροπο πραγματικό. Αντί για έμπρακτες αντιδράσεις, κυριάρχησαν οι κινήσεις φυγής. Είδαμε ανθρώπους για τους οποίους η αγανάκτηση, μετά το πρώτο ξάφνιασμα, δεν ήταν παρά ένας σπασμός πριν από την παράλυση. Είδαμε, έπειτα, οικογένειες που έδιωξαν τα παιδιά τους στην αλλοδαπή με μια βιασύνη που έδειχνε το πόσο βαρύ τούς φαινόταν να αναδιοργανωθούν και να προσπαθήσουν για το καλύτερο υπό καθεστώς στενότητας. Ήταν, κυριολεκτικά, μια άτακτη φυγή. Παλαιότερα οι Έλληνες ξενητεύονταν επειδή φοβούνταν μήπως πεινάσουν∙ το σήμα της αναχώρησης το έδινε το στομάχι. Στις μέρες μας πολλοί ξενητεύονται επειδή τους τρόμαξαν τα αναπάντεχα∙ το σήμα της αναχώρησης το δίνει το μυαλό.

Δεν είναι αυτές οι μόνες ενδείξεις για το πώς αντιμετωπίζονται σήμερα στη χώρα μας οι δυσμενείς συνθήκες. Παρά τις διακυμάνσεις ως προς τον βαθμό της η ένταση που προκλήθηκε από την χρεωκοπία της χώρας, από την ανεργία, την ανασφάλεια, τις έγνοιες με τις οποίες φόρτωσε το κράτος η εισροή προσφύγων και μεταναστών, και, τέλος, από την πανδημία, συνολικά η ένταση αυτή έτεινε να σχηματίσει έναν κλοιό φτιαγμένο από υλικά πολύ πιο σκληρά από απλές, κακές συγκυρίες. Ενόσω περιέσφιγγε τα άτομα, φαινόταν ταυτόχρονα να τα ειδοποιεί για μονιμότερα βάσανα. Έναν κλοιό ή τον λύνει κανείς ή φαντάζεται πως τον λύνει ή πασχίζει να ξεχάσει πως υπάρχει. Αγγίζει το όριο ενός ιστορικού και ψυχολογικού παραδόξου το ότι η τρίτη εκδοχή επεκράτησε τόσο γρήγορα στον τόπο μας.

Ένα αυξανόμενο τμήμα του πάλαι ποτέ «γειωμένου» πληθυσμού της χώρας δεν θέλει πλέον ούτε καν να πατάει σ’ αυτή την κακοτράχαλη γη, προσδοκώντας να μεταπηδήσει σ’ ένα περιβάλλον νοερό και αέρινο. Έχει την ευκαιρία να το κάνει. Του την έχουν δώσει κάποιοι δορυφόροι και κάποια καλώδια με τα οποία το ζορισμένο μυαλό μπορεί δια μιας να βρεθεί μέσα σε κύματα που φωσφορίζουν, μέσα σε φευγαλέες, έγχρωμες εικόνες. Ένας μηχανισμός του «αέρα» πήρε έναν λαό ζυμωμένο με τα αισθητά και τις ανάγκες τους και τον περιφέρει συνεχώς σ’ έναν κόσμο φασμάτων. Θα πείτε πως αυτό κάνουν τα μαζικά μέσα ενημέρωσης παντού στον κόσμο. Έχει σημασία όμως το γεγονός ότι στην Ελλάδα η μέση ωριαία τηλεθέαση είναι από τις μεγαλύτερες στην Ευρώπη. Σε μια χώρα που οι αναστατώσεις και η φτώχεια την παραμονεύουν αδιάκοπα, το να αποσπάται ο πληθυσμός από το πεδίο της ανάγκης για να περιοδεύει νοερά από εντυπώσεις σε εντυπώσεις και να χάνεται μέσα στην εναλλαγή τους, αυτό δεν μπορεί παρά να ισοδυναμεί με άρνηση να δεχθεί τη ζωή με ό,τι κομίζει. Και αφού την αρνείται δεν ενδιαφέρεται να την αλλάξει, αλλά να την υποκαταστήσει με άλλη. Αναπόφευκτα, προβάλλουν δύο επιλογές. Έχουμε να διαλέξουμε ανάμεσα σε μια ζωή που αν και δύσκολη υπόσχεται στους κοπιώντες ορισμένες χαρές, και σε μια ζωή που υπόσχεται στους φυγόπονους μία και μόνη ευχαρίστηση: το ξεστράτισμα του νου, το ξεγλίστρημα από κάθε υποχρέωση.

Δεν τίθεται φυσικά ζήτημα πια από τις δύο προτάσεις είναι πιο δελεαστική. Προφανώς η ροπή προς το ευκολότερο και πιο άμεσο είναι ισχυρότερη. Οι άνθρωποι όλο και λιγότερο ενδιαφέρονται για τα κατοπινά, αυτό είναι άλλωστε και το κεντρικό αξίωμα του σύγχρονου πολιτισμού. Ο ίδιος ο πολιτισμός τούς λέει να μην τον εμπιστεύονται και πολύ: δεν αντέχει να διαρκέσει, όποτε ας πάρει ο καθένας ό,τι προφταίνει. Καθώς τα μαζικά μέσα προτρέπουν το άτομο να ευχαριστηθεί με τα προσωρινά, την ίδια στιγμή υπονομεύουν τόσο την ικανότητά του για ευχαρίστηση όσο και τη δική τους ικανότητα να του παρουσιάζουν αδιάκοπα αντικείμενα που μπορούν να το τέρπουν. Η αίσθηση του εφήμερου κατατρώει το σύστημα των εικόνων. Άπαξ και προβληθεί στην οθόνη ένα θελκτικό πράγμα ή κατάσταση ή και πρόσωπο, συνοδεύεται από την υποψία –που γρήγορα γίνεται βεβαιότητα– ότι ένα άλλο θα το διαδεχτεί συντομότατα. Επομένως ενώ ο θεατής καλείται να το εμπιστευτεί, απ’ την άλλη του διαμηνύουν, έμμεσα, να κρατά και μια επιφύλαξη. Από τις πολλές μερικές επιφυλάξεις εκκολάπτεται στο τέλος η ανία. Είναι το φόβητρο για την τηλεόραση και για ολόκληρο τον μηχανισμό της σύγχρονης ψυχαγωγίας. Όσες παραλλαγές και ανανεώσεις στα προϊόντα τους και να επινοήσουν οι έμποροι των εντυπώσεων, ο κίνδυνος του κορεσμού διατηρείται. Μάλιστα μεγαλώνει, εφόσον η αβεβαιότητα για τις πωλήσεις εξωθώντας σε όλο και μεγαλύτερη επιτάχυνση τη διαδοχή των προϊόντων, πιέζει τον εγκέφαλο να τρέχει στην ίδια γραμμή, γεγονός που γρήγορα τον κουράζει. Ως γνωστόν το πιο ευπαθές τμήμα της διανοίας σήμερα είναι η προσοχή. Όλοι οι σχεδιαστές πωλήσεων ενδιαφέρονται σφόδρα γι’ αυτήν και επειδή όλοι τη διεκδικούν ανταγωνιζόμενοι, την εξαντλούν. Είναι πιθανό να βαρεθεί κάποιος όταν για λόγους συμφέροντος διάφοροι τον κολακεύουν επιδεικτικά. Ερχεται, άραγε, μια τέτοια στιγμή που ο θεατής-μήλον της έριδος νιώθει πως τον υποτιμούν κι έχει τη διάθεση να αντιδράσει; Ιδού το κρίσιμο ερώτημα.

Σ’ ένα σημαντικό βαθμό η τροπή που θα πάρουν τα πράγματα στις κοινωνίες του καιρού μας θα εξαρτηθεί από την απάντηση που θα δοθεί. Τα στοιχεία δεν ευνοούν την αισιόδοξη άποψη. Αλλά το ζήτημα δεν μπορεί –και δεν πρέπει– να κλείσει με την απλή καταγραφή της παθητικότητας του σημερινού ανθρώπου. Άλλωστε, η ίδια η νευρικότητα που διακατέχει τους παραγωγούς γενικά της διασκέδασης δείχνει πως θα ήταν ασύνετο η πελατεία να θεωρηθεί υπερβολικά χειραγωγίσιμη. Όλο και κάτι δουλεύει υπογείως, μέχρι κάποια στιγμή να ανατρέψει τις εκτιμήσεις. Για τον λόγο αυτό ακριβώς και η διαφήμιση ανασκευάζει κάθε τόσο τις μεθόδους της και ψάχνει αγωνιωδώς για εργαλεία πιο αποδοτικά. Είναι ενδεικτικό ότι η ευρωπαϊκή νομοθεσία υποκύπτοντας σε πιέσεις εταιρειών επέτρεψε πρόσφατα την αύξηση του ποσοστιαίου χρόνου διαφήμισης στις τηλεοπτικές εκπομπές. Έτσι, σε κάθε ώρα εκπομπής ο τηλεθεατής θα αναγκάζεται να δει και ν’ ακούσει περισσότερα μηνύματα, μετατρεπόμενος σε πειραματόζωο ως προς τη «χωρητικότητα» της πρόσληψης και της μνήμης του.

Δεν ξέρουμε τι διεργασίες θα συντελεστούν στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Τουλάχιστον όμως ξέρουμε ότι μέσα στη ψυχή, ευρύτερα, έχουν εγγραφεί απαιτήσεις που δεν είναι εύκολο να ικανοποιηθούν με οπτικά και ακουστικά τεχνάσματα. Ας φέρουμε στο νου μας μια σκηνή από την καθημερινή ζωή σε ένα χωριό ή μια κωμόπολη της χώρας μας. Βρισκόμαστε σ’ ένα από εκείνα τα καφενεία που κάποτε έσφυζαν από τις κουβέντες μεταξύ των θαμώνων. Τώρα οι λίγοι άνδρες που κάθονται στα τραπέζια είναι σιωπηλοί και στραμμένοι σ’ έναν απ’ τους τοίχους απ’ όπου, στερεωμένο κατάλληλα, το «κουτί» με όλα τα νέα του πλανήτη μέσα του, φωνάζει, θυμώνει, ή χαχανίζει, χωρίς να προκαλεί στο κοινό του μία αντίστοιχη έξαψη. Εντυπωσιάζει η διαφορά ανάμεσα στο ύφος του πομπού και σ’ εκείνο του δέκτη και κάποιος που θα την έβλεπε πρώτη φορά ίσως σκεφτόταν πως μεταξύ τους αποκλείεται να συναφθεί μια σχέση διαρκείας. Ωστόσο, η σχέση αυτή εδραιώθηκε. Είναι μια σχέση εξάρτησης μέσα από την απάθεια. Πάνω στην όψη του κάθε θαμώνα δεν υπάρχει κάτι που να δείχνει πραγματική διέγερση του ενδιαφέροντος. Είναι σαν να έχει περάσει μια μεμβράνη ατονίας πάνω από το ανάγλυφο του προσώπου του. Και είναι μελαγχολικό να το παρατηρεί κανείς, ακριβώς διότι τα ίδια αυτά χαρακτηριστικά του προσώπου δείχνουν πως η ζωτικότητα δεν είναι απούσα, έχει μόνο ανασταλεί, έχει σπρωχτεί στην άκρη. Οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι που σε άλλες στιγμές κινούνται, μιλούν ή χειρονομούν συχνά μ’ έναν τρόπο πηγαίο, τώρα κάθονται σαν αγκυλωμένοι στις καρέκλες τους για να δουν στην οθόνη αυτά που γίνονται και λέγονται ερήμην τους και που παρελαύνουν σαν συμβάντα τα οποία θα πρέπει οπωσδήποτε να έχουν υπ’ όψιν τους. Ένα έγκλημα, μια πυρκαγιά, το κόψιμο της κορδέλας σε κάποια εγκαίνια από κάποιον επίσημο, ή η τελευταία αψιμαχία μεταξύ συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης.

Σύμφωνα με μια διάσημη ρήση, πολιτική είναι η τέχνη του να κάνεις να μην ενδιαφέρονται οι άνθρωποι γι αυτά που τους αφορούν. Η τηλεόραση, με τη δική της πολιτική, παραλλάσσει αυτόν τον κανόνα. Θέλει να κάνει τους ανθρώπους να νομίζουν πως όσα τους δείχνει τους αφορούν. Πώς το επιχειρεί; Με το να ρίχνει μπροστά στα μάτια τους μερικά πλάνα με δείγματα ζωής. Υπόσχεται πως από τα δείγματα θα περάσει στη συνέχεια σε μια ευρύτερη παρουσίαση, πλην όμως αυτό δεν θα γίνει ποτέ. Δεν θα γίνει, διότι δεν είναι στη φύση αυτού του μέσου να οδηγείται σε συνθέσεις και να διευκολύνει την εξαγωγή συμπερασμάτων. Το παν είναι να συνεχίζεται η ροή της μετάδοσης. Μέσα σε μια ροή δεν συγκρατείται το παραμικρό. Το ένα φέρνει το άλλο, αυτό είναι όλο. Κι αν είναι έτσι, τότε τι νόημα έχει να πει κανείς κάτι γι’ αυτό; Μοιάζει μάταιο να βάλεις λόγια πάνω σε πράγματα που κυλάνε συνέχεια, που τρέχουν μέχρι να έλθει η νύστα, ο ύπνος και τέλος η νέκρωση. Σαν ανακούφιση από την ακατάπαυστη κίνηση για την κίνηση.

Παραμένει δύσκολο να φαντασθούμε τον ηθελημένο θάνατο της συνείδησης των Ελλήνων. Αποτελεί γεγονός ότι η ψυχική και ηθική κληρονομιά από τις προηγούμενες γενιές, -για την ακρίβεια ό,τι απέμεινε απ’ αυτή- δεν ευνοεί την παραίτηση και το βύθισμα στην απραξία. Κατά τις δηλώσεις τους οι Έλληνες εξακολουθούν να θέλουν να είναι κύριοι του εαυτού τους, πράγμα που μπορεί να χαρακτηρισθεί βαυκάλημα ως ένα βαθμό ή, αντίθετα, μια ενδόμυχη αντίσταση απέναντι στις αρρώστιες της ψυχής στις οποίες, κατά τ’ άλλα, παραδίδονται. Ας μείνουμε στο τελευταίο. Η χειρότερη πάθηση για έναν λαό που κρατήθηκε επί αιώνες στη ζωή με το οξυγόνο της γλώσσας, είναι να μην έχει λόγια για να εκφράσει αυτό που βλέπει ή αυτό που σκέπτεται. Οι θαμώνες του καφενείου, αυτοί που άλλοτε διηγούνταν ιστορίες, σχολίαζαν πράξεις ή καμώματα συντοπιτών ή και δημοσίων προσώπων, ή φιλονικούσαν επιστρατεύοντας ό,τι πιο εύστοχο μπορούσε να βγει από τα αυλάκια του μυαλού τους, τώρα μένουν βουβοί, ή το πολύ-πολύ να μηρυκάσουν κάτι που το δανείσθηκαν από τα δελτία ειδήσεων. Άλλοτε, μέσα στα σπίτια, στα μαγαζιά και στις πλατείες, η γλώσσα ανασκεύαζε τα συμβάντα. Ήταν μια παράδοση, ένα καθημερινό τελετουργικό, ένα πάθος με το οποίο η προφορικότητα εμπλούτιζε τον δημόσιο βίο, κι έφερνε τον λαϊκό άνθρωπο εκεί απ’ όπου τον έδιωχνε η εξουσία. Σήμερα, με την υποχώρηση της γλωσσικής έκφρασης, αυτό το δυναμικό αχρηστεύεται. Προφανώς, αυτό δεν μπορεί να μείνει χωρίς γενικότερες συνέπειες.

Είναι αντιφατικό να λέγεται ότι η χώρα έχει επείγουσα ανάγκη από την ενεργοποίηση του πληθυσμού και από την άλλη ο πληθυσμός να αναλώνεται σε θεάματα και ακροάματα σε βαθμό που να φαίνεται ότι τα εννοεί ως «φάρμακα» για τη δυστυχία ή και για την πλήξη του. Θα ήταν εντελώς ανεδαφικό να περιμένουμε να περιορίσει ο ίδιος δραστικά και σε σύντομο διάστημα αυτή την εξάρτηση, που είναι ταυτόχρονα και αυθυποβολή. Η τηλεόραση, όπως και το διαδίκτυο, είναι πλέον οργανικό μέρος της τοξινωμένης σύγχρονης ζωής. Δεν έχει νόημα να εξαντλείται κανείς σε μομφές εναντίον του ψυχαγωγικού και ψευδο-ιαματικού μηχανισμού που αιχμαλώτισε δολίως τα πλήθη, ούτε και σε ελεεινολογίες για τους ευάλωτους «χρήστες», προδομένους από τη μαλθακή τους θέληση. Πολύ πιο γόνιμο θα ήταν να αναπτυχθεί μια δραστηριότητα αντιπερισπασμού. Να αναληφθούν πρωτοβουλίες ώστε η μουδιασμένη γλώσσα να αρχίσει και πάλι να δημιουργεί εικασίες, συλλογισμούς, προτάσεις. Κατά πάσα πιθανότητα το εκφραστικό απόθεμα δεν έχει καταστραφεί εντελώς (παρά τους αγγλισμούς και παρά τα εικονίδια που εκτοπίζουν τις λέξεις στα ψηφιακά μέσα). Αν ανοίξουν κάποια περιθώρια στη συνομιλία –με συνάξεις οργανωμένες για κοινούς σκοπούς, με τη φυσική παρουσία των συμμετεχόντων να τους διεγείρει έτσι ώστε να διατυπώνουν τη γνώμη τους πιο στέρεα και πιο πειστικά- είναι βέβαιο ότι η εξέλιξη αυτή ,καθιστώντας ζωηρότερους τους πολίτες, θα έχει αποτελέσματα πιο ευεργετικά ακόμη και από μια μεγάλη εισροή χρηματικού κεφαλαίου στην πτωχευμένη χώρα μας. Δεν υπάρχει μεγαλύτερο κεφάλαιο από την προθυμία για δράση. Αλλά στον τόπο μας είναι ένας όρος αρχέγονος –από την ησιόδεια εποχή– πως δεν δρα κανείς χωρίς να μπορεί να στολίσει με λόγια τη δράση του. Η ομιλία προεκτείνει την ύπαρξη. Ας ελπίσουμε πως δεν θα συμβιβαστούμε μόνο να υπάρχουμε.


* Ομότιμος Καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας Πανεπιστημίου Αθηνών

*Το τελευταίο βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη είναι το «Όταν η Γνώση είναι Ζωή». Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη.

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα είναι έργο του Παναγιώτη Μπελντέκου

Παρασκευή 25 Απριλίου 2025

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ, “ΟΤΑΝ Η ΓΝΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΖΩΗ”

 

ΒΙΒΛΙΑ ΠΟΥ ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ 162- ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΑΠΟΣΤΟΛΗΣ, “ΟΤΑΝ Η ΓΝΩΣΗ ΕΙΝΑΙ ΖΩΗ”, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ

Ο Βασίλης Καραποστόλης, ομότιμος καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, είναι ένας από τους λίγους διανοουμένους της εποχής μας ο οποίος αναφέρεται στην πραγματικότητα με όρους ήθους. Δεν κάνει ηθικολογία. Βλέπει τη ζωή και τις προοπτικές της στα πλαίσια της γνώσης της αλήθειας, η οποία καθιστά τον άνθρωπο όχι μόνο χρήσιμο στη ζωή, αλλά ενεργό μέλος μιας κοινωνίας της συλλογικότητας και του “εμείς”. Δεν διστάζει να ασχοληθεί και με θέματα της τρέχουσας επικαιρότητας, όπως είναι τα Τέμπη και οι πυρκαγιές, μόνο που η έγνοια του είναι πώς οι νέοι άνθρωποι θα πάρουν τη ζωή στα χέρια τους, όχι με τον λαϊκισμό ότι το μέλλον τους ανήκει και δικαιούνται να κάνουν ό,τι θέλουν, αλλά με την προτροπή να παλέψουν ενεργοποιώντας τα χαρίσματά τους, ώστε να οικοδομήσουν το μέλλον! Το πλαίσιο αυτό διαφαίνεται ξεκάθαρα στο τελευταίο βιβλίο του “Όταν η γνώση είναι ζωή”, που κυκλοφορείται από τις εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ, όπου προτρέπει τη νέα γενιά και, κατ’ επέκτασιν, τον καθένα μας να υπερβεί την παθητικότητα της αναμονής, όσο κι αν αυτή οφείλεται και στις συνθήκες με τις οποίες η πολιτεία μάς αντιμετωπίζει, χωρίς να ζητά την ενεργοποίησή μας, και να πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας.
“Κάθε γενιά οφείλει να δώσει τη δική της απάντηση σε βασικά ζητήματα που βασάνισαν τις προηγούμενες γενιές. Αναξιοκρατία, ευνοιοκρατία, κομματισμός, πάντα τα ίδια αγκάθια, οι ίδιες πληγές. Είναι άραγε υπερβολικό να καλούμε τις νέες γενιές να ξεριζώσουν τα αγκάθια; Το πρόβλημα έχει δύο όψεις. Η μια αφορά τις ικανότητες των νεότερων και η άλλη τη θέλησή τους. Βέβαιο είναι ότι οι ικανότητες δεν τους λείπουν. Τα πτυχία, τα μεταπτυχιακά διπλώματα, οι δεξιότητες, η γλωσσομάθεια αυξάνονται, σωρεύονται. Μέχρι το σημείο να πιέζουν εσωτερικά τους κατόχους τους. Μια φωνή μέσα τους ξεσπά: ,,δώστε μας , επιτέλους, διέξοδο!,,Αλλά τι συμβαίνει; Συμβαίνει στις μέρες μας οι νεότεροι να έχουν όλα τα προσόντα εκτός από το προσόν να τα βάλουν στην πράξη” (σ. 55). Για να μπούνε όμως τα προσόντα σε πράξη, χρειάζεται ωρίμανση. Κι αυτή έρχεται μέσα από μία διαφορετική παιδεία και μέσα από μία άλλη αποφασιστικότητα, στην οποία πρωταγωνιστικό ρόλο καλείται να διαδραματίσει ο καθένας μας.
Σε ένα εξαιρετικό κείμενο ο Καρασποστόλης διαπιστώνει το ότι η ελληνική οικογένεια βρίσκεται σε παραίτηση. Αυτό έρχεται ως συνέπεια ενός φόβου οι γονείς να αναλάβουν την ευθύνη για τα παιδιά τους, να αποδεχτούν τον τίτλο του καθοδηγητή, κάτι που το παιδί το αντιλαμβάνεται και εύκολα πέφτει στον πειρασμό να αυτοδικαιώνεται. Την ίδια στιγμή, οι γονείς δεν θέλουν να εμπιστευθούν το σχολείο, ενώ απαιτούν από αυτό την καθοδήγηση για τα παιδιά τους. Όμως καθοδήγηση χωρίς συνέπεια, χωρίς όρια, χωρίς τιμωρία αν χρειαστεί, δεν μπορεί να υπάρξει. Κι εδώ οι γονείς αισθάνονται την ανάγκη να υπερασπιστούν το παιδί τους που ποτέ δεν φταίει, προσπαθώντας έτσι να συγκυβερνήσουν στο σχολείο, κάτι που είναι καταστροφικό και οδηγεί σε συγκρούσεις. Τότε “τι να διδαχθούν τα ανήλικα βλέποντας τη διαμάχη ανάμεσα στις δύο μεγάλες ενήλικες δυνάμεις που τα επιβλέπουν; Μάλλον θα αισθανθούν πως στη χώρα αυτή έχεις το ελεύθερο να μη μεγαλώσεις ποτέ” (σ.22).
Για τον συγγραφέα, για να φτάσουμε να γίνουμε ενεργά μέλη της κοινωνίας, χρειάζεται να μάθουμε και να αισθανόμαστε την ανάγκη να γίνουμε χρήσιμοι: “Στο τέλος του μυθιστορήματος ,,Το πορτρέτο του καλλιτέχνη,, ο Τζαίημς Τζόυς βάζει τον νεαρό ήρωά του, τον Στήβεν, να συνοψίζει όλη του τη φιλοδοξία και τα όνειρά του σε μία φράση. Δεν ποθεί να γίνει οπωσδήποτε κάποιος σπουδαίος, ένας επιφανής. Εύχεται απλώς να γίνει χρήσιμος. Το λέει μέσα του και το καταλαβαίνει πως σ’ αυτή τη λέξη - ,,χρήσιμος,,- περιέχεται το μεγαλύτερο στοίχημα που μπορεί κάποιος να βάλει με τη ζωή. Αν μιλήσουν έτσι στον εαυτό τους αρκετοί νέοι, το μέλλον όλων μας θα είναι καλύτερο” (σ. 181). Μπορεί η χρησιμότητα να μην είναι το στοιχείο που χαρακτηρίζει τον πλήρως ελεύθερο άνθρωπο, κατά την φιλοσοφία των αρχαίων, όμως σε μια εποχή στην οποία η στόχευση είναι η αναγνωρισιμότητα, η δημοσιότητα, το “φαίνεσθαι”, και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης κάνουν τον νέο να ασχολείται όλη την ημέρα με το εγώ του, την εμφάνισή του, το σώμα του, την άκοπη ή επιφανειακή αποδοχή του από τους άλλους, το να εμφυσήσουμε στη νέα γενιά την αξία της χρησιμότητας είναι μία σπουδαία αλλαγή και πρόοδος, καθότι πλέον ο νέος θα αισθάνεται ότι συμμετέχει στη ζωή, ότι μπορεί και πρέπει να γίνει “υπερασπιστής του κοινού καλού” (σ.45) και “να αγαπήσει τον τόπο του αφού τον γνωρίσει” (σ. 47).
Όλο αυτό το πλαίσιο προϋποθέτει μία άλλη θέαση στην εκπαίδευση. “Ο άνθρωπος δεν είναι καταδικασμένος σε ολοσχερή αφανισμό, εάν η ψυχή και ο νους του πειθαρχήσουν σε ορισμένους κανόνες, εάν δεχθούν να υποβληθούν σε μια ειδική αγωγή. Είναι μια άλλη πρόταση αυτή, που ξενίζει και ενοχλεί τις συνήθειες του καιρού μας. Τι πάει να πει αγωγή; Τι πάει να πει πειθάρχηση; Απέναντι σ’ αυτές τις έννοιες ο σύγχρονος πολιτισμός ορθώνει στα γρήγορα τα ερωτήματά του και αμέσως μετά τα αποσύρει, γιατί βιάζεται να δώσει ο ίδιος την απάντηση: δεν έχει νόημα γι’ αυτόν να αποδυθεί κανείς σε μια προσπάθεια μεταμόρφωσης του εαυτού του, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο απαιτεί, οπωσδήποτε, αρκετό χρόνο και κόπο. Ο μεν χρόνος πνίγεται μες στο αβέβαιο, ο δε κόπος θυμίζει παλιά και αφόρητα βάρη. Ούτε προς τα εμπρός ενθαρρύνεται να κατευθυνθεί ο άνθρωπος ούτε να επανασυνδεθεί με όσα ζωτικά και χρήσιμα του παραδίδει το παρελθόν. Έτσι, μοιραία, απομένει η καταφυγή στο παρόν σαν μια επιχείρηση που λέει ναι στο ,,εδώ και τώρα,,, επειδή το να πει ναι στο ,,αλλού’’, στο ,,μετά’’,, ή και στο ,,πάντα’’, θα έβαζε τον καθένα σε πολλές σκοτούρες. Θα έπρεπε να αναρωτηθεί όχι για το πώς γίνεται το ένα ή το άλλο πράγμα, αλλά για το τι είναι το ένα ή το άλλο, και επίσης για το ποιος είναι ο άνθρωπος που θέλει να γνωρίσει και να πράξει” (σσ. 222-223). Για τον συγγραφέα η εκπαίδευση χρειάζεται εκπαιδευτικούς και σύστημα που θα στηρίζονται στην προοπτική ότι στο σχολείο παρέχεται αγωγή, δηλαδή ο μαθητής δεν θεωρείται προσωπικότητα που είναι διαμορφωμένη, αλλά επιδέχεται καθοδήγησης, δηλαδή υπόκειται σε ηγεσία και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ίσος προς ίσον. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει ακόμη όρια, κανόνες, πειθαρχία. Προφανώς και αυτά δεν μπορεί να είναι η βία, ο αυταρχισμός και η απόρριψη της διαφορετικής γνώμης. Η άρνηση του σεβασμού και της ιεραρχίας, όπως επίσης και της αυθεντίας του δασκάλου ως ηγέτη, ως οδηγού στη γνώση και στην καλλιέργεια του ήθους της ψυχής του μαθητή όμως είναι προαπαιτούμενα για να αλλάξει ο τρόπος λειτουργίας του σχολείου και ο προσανατολισμός του όχι ως βάση για την επαγγελματική αποκατάσταση του μαθητή, αλλά για την καλλιέργεια του ήθους του πολίτη και του ανθρώπου που θα κάνει τη γνώση ζωή.
Και θα συμπληρώσει κάτι σημαντικό ο συγγραφέας: “Μπορούμε να πούμε πως στον πυρήνα της αρχαίας ελληνικής βιοθεωρίας βρίσκεται η απόφανση του Αριστοτέλη ότι το εἰδέναι, η απόκτηση δηλαδή γνώσης, είναι αντικείμενο μιας φυσικής όρεξης. Ίδιον του ανθρώπου είναι να πλησιάζει με όρεξη αυτό που αντίκρυ του στέκει αινιγματικό και προκλητικό. Διαισθάνεται, ωστόσο, ότι, αν και κλειστό έως τότε μέσα στον εαυτό του, το αντικείμενο της νόησής του είναι κατ’ αρχάς προσπελάσιμο. Γι’ αυτό εκδηλώνεται η όρεξη. Γιατί είναι σαν το άγνωστο να προκαλεί τον άνθρωπο να αποδείξει τις δυνάμεις του. Την ευκαιρία και τη διέγερση αυτή την παρέχει κατεξοχήν η κλασική παιδεία. Στο πεδίο της το στοίχημα που τίθεται είναι πολύ πιο βαθύ, από υπαρξιακή άποψη, απ’ ό,τι στις θετικές επιστήμες. Ελέγχεται εδώ όχι το πόσο επαρκής είναι η γνώση ενός αντικειμένου, αλλά κυρίως το τι αποκαλύπτεται με τη γνωστική προσπάθεια σχετικά με το ποιον του υποκειμένου” (σ.223). Αν υπάρχει η όρεξη για γνώση, ξεκινά η αυτοδιάπλαση. Ο άνθρωπος, που είναι το υποκείμενο, δεν μαθαίνει το τι για να βρει δουλειά ή για να πάρει βαθμούς ή για να περάσει στο πανεπιστήμιο ή για να αναγνωριστεί η αξία του, αλλά για να μορφώσει τον εαυτό του, τον χαρακτήρα του, να βρει το νόημα της ζωής. Γι’ αυτό και είναι τελικά εσφαλμένη η αντίληψη πολλών ότι η κλασική παιδεία είναι νεκρή και άχρηστη. Όσο υπάρχει ανάγκη για άνθρωπο με ήθος, επομένως για άνθρωπο που θα προσφέρει στο σύνολο, θα δίνει και θα παίρνει, η γνώση είναι ζωή και δίνει ζωή.
Υπάρχει ένα τελικό ερώτημα: καλά όλα αυτά, αλλά σήμερα ο κόσμος πορεύεται αλλιώς. Υπάρχει, κατά τη γνώμη μας, ένα κλειδί: είμαστε ελεύθεροι σήμερα να πορευτούμε κατά τη δική μας προοπτική, να μην απορροφηθούμε από τον θόρυβο του πολιτισμού μας, αλλά να ακούσουμε τη συνείδησή μας, να παλέψουμε επιμελούμενοι τον εαυτό μας, αρνούμενοι να είμαστε όπως οι πολλοί, εάν δεν μας εκφράζει. Κι εδώ η ευθύνη του δασκάλου είναι μεγάλη. Δεν είναι αρκετή η γνώση ενός αντικειμένου, αν ο δάσκαλος δεν ζητά να μεταλαμπαδεύσει ζωή. Αντίστοιχες είναι οι προοπτικές για τους γονείς, τους πολιτικούς, τους εκκλησιαστικούς, όσοι έχουν κληθεί να παρέχουν αγωγή. Ο καθένας ας προβληματιστεί.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Νια Πέμπτη 24 Απριλίου 2025

Τρίτη 1 Απριλίου 2025

Η ελληνική οικογένεια υπό παραίτηση

Βασίλης Καραποστόλης

Άλλοτε στην Ελλάδα, ενώ η κοινωνία διαμελιζόταν, μέσα στα σπίτια η συσπείρωση των ατόμων κρατούσε καλά. Την ώρα που τα κόμματα, οι παρατάξεις, τα συμφέροντα συγκρούονταν μεταξύ τους, η οικογένεια, μαζεμένη γύρω από το τραπέζι, επιβεβαίωνε πως τα μέλη της θα ζούσαν συνασπισμένα και με οδηγό τους ένα ομαδικό ένστικτο επιβίωσης. Την εγγύηση την έδιναν οι γονείς, και τα παιδιά δεν είχαν παρά να τη δεχτούν. Να όμως που οι καιροί άλλαξαν τόσο πολύ ώστε σήμερα οι γονείς μπροστά στα παιδιά τους μασάνε τα λόγια τους. Φοβούνται μήπως κάνουν κάποιο ασυγχώρητο λάθος. Μήπως προτείνουν κάτι που θα θυμίζει συμβουλές γιαγιάδων. Διστάζουν να πουν στα ανήλικα τι είναι ωφέλιμο και τι βλαβερό, αφού οι ίδιοι αμφιβάλλουν για όλα και αφού βλέπουν πως στο κάτω- κάτω η αμφιβολία είναι εντελώς της μόδας. Κι όταν είσαι με τη μόδα, υποτίθεται ότι είσαι με το μέρος της νεότητας. Ωστόσο, δεν αποφεύγονται τα εμπόδια. Αν ως γονιός μιμείσαι τους νέους, δεν μπορείς να επιδράσεις πάνω τους. Εκεί είναι το πρόβλημα.

Πασχίζοντας να φανούν «ανοικτοί σε όλα», πολλοί γονείς αφήνουν τελικά την πόρτα του σπιτιού ορθάνοιχτη σε κάθε ρεύμα, σε κάθε σύνθημα απ’ έξω, σε κάθε συγκεχυμένη ιδέα. Έστω και έτσι όμως, θα μπορούσαν όλα αυτά τα ετερόκλητα και θορυβώδη να εξεταστούν και να κριθούν. Προϋπόθεση θα ήταν να μάθουν τα παιδιά από τον πατέρα και τη μητέρα να θέτουν τις κατάλληλες ερωτήσεις απέναντι στις καταστάσεις και στα πράγματα. Το παιδί ρωτά συχνά: «Τι κάνουμε μ’ αυτό;» Ο γονιός πρέπει να το βοηθήσει να προχωρήσει στο «τι χρειάζεται αυτό;», και έπειτα στο σχολείο αναμένεται να κάνει ένα βήμα πιο πέρα, ρωτώντας: «Πού οδηγεί η χρήση του;». Είναι απαραίτητη μια σειρά από βήματα πριν φθάσουμε στο αν κάτι είναι καλό ή κακό και για ποιους.

Όμως, πώς να ξεκινήσει η διαδικασία αυτή, όταν οι κηδεμόνες έχουν οι ίδιοι παραλύσει από τα ερωτήματα που τους βάζει η ζωή τους; Προσποιούνται τους αδογμάτιστους, για να μην ομολογήσουν πως δεν έχουν τη διάθεση να ριψοκινδυνεύσουν μια άποψη, ακόμη κι αν πρόκειται για τον προσανατολισμό των παιδιών τους. Εξάλλου, ο χρόνος τους είναι πάντα λιγοστός. Είναι τόσες οι δουλειές που τους κυνηγούν- και που τις κυνηγούν επίσης-, που δεν προλαβαίνουν να κατασταλάξουν σε μια γνώμη, σε μια υπόδειξη. Στο μεταξύ, τα ανήλικα περιμένουν. Και χωρίς συνήθως να το αντιληφθούν οι γονείς, καταλαβαίνουν πώς εδώ δεν υπάρχει τίποτα για να αντισταθεί στις ορέξεις τους. Περίμεναν τον πατέρα ή τη μητέρα να τους πουν τι πρέπει να κάνουν, και εκείνα στη συνέχεια να αντιδράσουν αρνητικά, γιατί στην ηλικία τους η αρνητική αντίδραση είναι συχνά αυτόματη. Όταν λες στο παιδί τι να κάνει, στα μάτια του προβάλλει η δική σου θέληση. Και είναι πάντα ενοχλητικό να έρχεται η θέληση κάποιου- ακόμα κι αν είναι των γονιών- να σου πει να την ακολουθήσεις. Η λύση θα ήταν αν, αντί για τη θέλησή του, ο γονιός προέτασσε την ανάγκη. «Είναι ανάγκη να τα πας καλά στο σχολείο, και δεν είναι επειδή στο λέω εγώ».

Όλη η τέχνη της διαπαιδαγώγησης βρίσκεται εδώ- το είχε διακρίνει καθαρά ο Ρουσσώ. Είναι το πώς να οδηγήσεις το παιδί μέσα σε μια συνήθεια, αποφεύγοντας τις πολλές συζητήσεις, αφού δεν είναι για την ηλικία του το να συμφωνεί ή να διαφωνεί με επιχειρήματα. Δυστυχώς, η σκεπτικιστική εποχή μας νόμιζε πως και τα παιδιά θα πρέπει να εισαχθούν σε ατέρμονους «διαλόγους», με αποτέλεσμα να γίνουν μικροί σοφιστές. Φυσικά, δεν εννοούμε πως είναι άκαρπο να γίνεται συζήτηση μαζί τους. Αλλά το καθετί στην ανατροφή τους είναι καλύτερα να γίνεται στην ώρα του. Πώς μπορεί να διδαχθεί η εντιμότητα, η συμπόνια προς τους αδύναμους, η συνέπεια στις σχέσεις τους; Είναι δυνατόν ναι έχουν τέτοια συναισθήματα προτού η ίδια η ζωή τούς δείξει τι σημαίνει ηθική;

Συνέπεια όλων αυτών είναι οι γονείς να αποσύρονται από τις ευθύνες τους. Από αβεβαιότητα ή και φυγοπονία ψάχνουν να βρουν τον τρόπο να διώξουν το βάρος από τους ώμους τους. Ο τίτλος του καθοδηγητή τούς τρομάζει .Είναι ένας τρόμος που το παιδί τον διαβάζει στην όψη και στη συμπεριφορά τους και που αμέσως του δίνει το δικαίωμα να τους απαντήσει με την πιο τυφλή, την πιο πεισματάρικη ανυπακοή. Το ατίθασο παιδί τιμωρεί τους κηδεμόνες για υπεκφυγές, για την αβουλία τους, ακόμη και για τη στοργή τους, που είναι του αδύναμου, και όχι του πραγματικού προστάτη. Ακολουθούν οι γνωστές εκρήξεις. Κάθε μέρα πληροφορούμαστε για περιστατικά παραβατικότητας και εγκληματικότητας ανηλίκων. Καθώς τα κρούσματα αυξάνονται ραγδαία, η ελληνική κοινωνία δείχνει ξαφνιασμένη που συμβαίνουν στους κόλπους της έκτροπα απέναντι στα οποία νόμιζε ότι ήταν θωρακισμένη. Η συνοχή της, στον τομέα αυτό, φαινόταν δεδομένη. Αποδείχθηκε πως δεν ήταν. Πανικόβλητη τώρα, η οικογένεια φλυαρεί νευρικά για την ανάγκη «κοινωνικοποίησης» των παιδιών, μια ανάγκη όμως που θεωρεί ότι ξεπερνά τις δυνάμεις της. Ποιος θα αναλάβει λοιπόν το δύσκολο έργο;

Μα δεν υπάρχουν σχολεία, και δεν λειτουργούν κανονικά; Αυτά δεν έπρεπε να απορροφήσουν την ένταση; Πράγματι, αυτό έκαναν μέχρι πριν από λίγα χρόνια. Παρά τις ελλείψεις, παρά τις προκαταλήψεις, μάθαιναν στο παιδί τι σημαίνει να τηρεί κανόνες, να πειθαρχεί σε προγράμματα, να ξέρει πότε να μιλά και πότε να κρατά το στόμα του κλειστό. Για μερικούς η αγωγή αυτή αποδείχτηκε καταπιεστική. Και ήταν ώς ένα βαθμό. Αλλά τουλάχιστον στις συνειδήσεις των ανηλίκων είχε ριζώσει η ιδέα ότι υφίσταται κανείς τις συνέπειες αν με μία πράξη του ζημιώνει το κοινωνικό σύνολο. Αυτό ήταν ευεργετικό, και αυτό ακριβώς σήμερα πάει να χαθεί.

Ποιος θα αναλάβει να πείσει τον μικρό βάνδαλο να μη μουτζουρώνει τις πινακίδες στους δρόμους, να μην επιτίθεται σε συνομηλίκους του για να τους κλέψει ή να τους κακοποιήσει; Στις πιο οργανωμένες δυτικές κοινωνίες, η οικογένεια έσπευσε να παραδώσει τα ηνία της κατάστασης σε ψυχολόγους, γιατρούς, κοινωνικούς λειτουργούς ή δικαστικούς επιτηρητές. Στη χώρα μας δεν έχουν λειτουργήσει τόσο εντατικά αυτοί οι επαγγελματικοί «μηχανισμοί υποβοήθησης», γεγονός που έχει και μια θετική πλευρά. Η οικογένεια εξακολουθεί να θέλει να παίζει κάποιον ρόλο στο έργο της διαπαιδαγώγησης. Επιχειρεί όμως να τον παίξει με παράδοξο τρόπο. Απαιτεί από το σχολείο να καλύψει εσπευσμένα τα δικά της κενά. Έχει στείλει μέσα στις αίθουσες παιδιά δύστροπα, γαλουχημένα με επιείκειες αδικαιολόγητες, με καπρίτσια που οι μπαμπάδες και οι μαμάδες τα ικανοποιούσαν βιαστικά για να μην μπλέκουν σε καυγάδες. Ήταν μια ειρηνοφιλία για την οποία η οικογένεια δεν ήταν στο βάθος υπερήφανη. Γι’ αυτό και μετακυλίει το βάρος στο σχολείο. Αξιώνει από τους δασκάλους να κουμαντάρουν τα παιδιά που η ίδια τα έθρεψε με ανυπακοή, αλλά και να μην τα «τραυματίσουν», γιατί μετά, στο σπίτι, δεν θα ’χει την υπομονή να περιποιηθεί τις πληγές τους. Οι συχνές αντιδικίες ανάμεσα σε συλλόγους γονέων και κηδεμόνων και συλλόγους δασκάλων ή καθηγητών έχουν την αιτία τους στο ότι οι γονείς επιθυμούν να συγκυβερνήσουν στο σχολείο, μολονότι στο σπίτι τους η λέξη «κυβερνώ» θα ηχούσε σαν βαρβαρισμός. Τι να διδαχθούν τα ανήλικα βλέποντας τη διαμάχη ανάμεσα στις δύο μεγάλες ενήλικες δυνάμεις που τους επιβλέπουν; Μάλλον θα αισθανθούν πως στη χώρα αυτή έχεις το ελεύθερο να μη μεγαλώσεις ποτέ.

Από το βιβλίο του συγγραφέα, «Όταν η γνώση είναι ζωή» εκδ. Πατάκης, Νοεμβριος 2024.

Η ελληνική οικογένεια υπό παραίτηση - Αντίφωνο

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2024

Βασίλης Καραποστόλης: Σκέψεις για την πολιτισμική ανασυγκρότηση της χώρας


Θα σας εκθέσω μερικές σκέψεις μου σχετικά με το πολιτισμικό απόθεμα της χώρας μας και τις δημιουργικές δυνάμεις που μας απομένουν μετά την καταστροφική κρίση που έπληξε τον τόπο και ακόμη διαρκεί. Ήδη με τη χρησιμοποίηση του όρου απόθεμα ξεπροβάλλει δυσοίωνο ένα πρόβλημα. Ένα απόθεμα πόρων, αξιών και δυνάμεων για να λειτουργεί πραγματικά ως τέτοιο προϋποθέτει ότι υπάρχει μια θέληση και μια ανάγκη ανθρώπινη που προσφεύγει σ’ αυτό και ζητά ενίσχυση. Πρέπει να υπάρχει από τη μεριά εκείνου ο οποίος δοκιμάζεται μια κίνηση συνειδητή προς τις διαθέσιμες εφεδρείες, ώστε αυτές οι εφεδρείες να δράσουν τονωτικά.

Κι εδώ ακριβώς προβάλλει η δυσκολία: είναι μια από τις κύριες συνέπειες των κρίσεων –που ποτέ δεν περιορίζονται στον οικονομικό τομέα– να παραλύει η θέληση, πιο συγκεκριμένα, να τραυματίζεται η ικανότητα των πληγέντων να επιλέγουν. Τι τους χρειάζεται πιο πολύ; Τι είναι πρωτεύον και τι δευτερεύον; Τι να αφήσουν στην άκρη και τι να επιδιώξουν με επιμονή; Όλα αυτά μοιάζουν περίπου μάταια. Σε μια πτώχευση εκείνο ακριβώς που κυριαρχεί είναι η εντύπωση πως σχεδόν εκλείπουν τα περιθώρια επιλογών: ό,τι έχεις να κάνεις το ορίζουν οι περιστάσεις και πίσω από τις περιστάσεις διακρίνεται εύκολα η βούληση κάποιων άλλων, αυτών που έχουν τη δύναμη να επωφεληθούν εις βάρος σου.

Υπό τέτοιες συνθήκες το να μιλά κανείς για πολιτισμική ανασυγκρότηση ηχεί παράδοξο, εφόσον πολιτισμός χωρίς την αυτενέργεια των δημιουργών δεν νοείται. Ο δημιουργός έχει εξ ορισμού να προκρίνει και να αποκλείσει, να θέσει όρια ο ίδιος στον εαυτό του, να ασκηθεί εφαρμόζοντας μια ορισμένη οικονομία στα μέσα που διαθέτει. Η δημιουργία γεννιέται πάντα μέσα στους περιορισμούς, είναι μια πράξη εκούσια στους κόλπους της αναγκαιότητας. Αν, αντιθέτως, οι περιορισμοί επιβληθούν απ’ έξω, τα πράγματα αλλάζουν πολύ. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για μια συμφορά του κράτους που θίγει τις τύχες καθενός, κι όχι ειδικά των επίδοξων δημιουργών. Τότε οι στερήσεις και η δυστυχία εκτός από το να πιέζουν υλικά τους πολίτες φαίνεται ότι και τους ταπεινώνουν. Είναι σαν να τους λένε ότι οι όποιες αποφάσεις τους δεν έχουν στο εξής κανένα βάρος· το αν εξαθλιωθούν περαιτέρω ή θα κρατηθούν σε μια υποφερτή κατάσταση, δεν εξαρτάται καθόλου από τι σκέπτονται και το αν θα δράσουν. Το θέμα είναι εάν και πώς θα αντιδράσει σ’ έναν τέτοιο υποβιβασμό ένα άτομο ή ένας λαός.

Αξίζει εδώ να θυμηθούμε την προειδοποίηση του Περικλή όταν απευθύνεται στους συμπολίτες του που χειμάζονται από τον λοιμό, στα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου. Τους λέει ότι «αίσχιον δε έχοντας αφαιρεθήναι ή κτωμένους ατυχήσαι» (είναι μεγαλύτερη ντροπή να αφήνεις να σου αφαιρούν αυτό που έχεις από το να μην αποκτάς αυτό που επιδιώκεις). Κρατώντας το στο νου μας αυτό, ας σκεφτούμε τη δική μας κατάσταση σήμερα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι: τι είναι στ’ αλήθεια αυτό που «έχουμε»; Ή καλύτερα: τι είναι αυτό που θέλουμε να «έχουμε» και να είναι τόσο σίγουρο μέσα μας ώστε να είναι δύσκολο ή αδύνατο να μας το στερήσουν; Το ερώτημα αυτό μας φέρνει κατ’ ευθείαν στο ζήτημα του πολιτισμικού αποθέματος. 

Αν ξεκινήσουμε από την καθόλα εύλογη παραδοχή ότι σε περιόδους κλονισμού μιας κοινωνίας θα ήταν ευεργετικό να υπάρχουν κάποια σταθερά αντερείσματα για την κοινή συνείδηση, παρατηρούμε ότι, παραδόξως, στη σύγχρονη Ελλάδα, τη συνεχώς ταρασσόμενη λίγο ως πολύ, ό,τι μοιάζει ανθεκτικό στον χρόνο φαντάζει μέσα στους κύκλους πολλών καλλιτεχνών και λογίων, σαν υστέρηση, σαν δεσμευτικό κατάλοιπο που τάχα εμποδίζει την ελευθερία των κινήσεών τους, τη φαντασία, τους πειραματισμούς Εξετάζοντας πιο προσεκτικά αυτή την άποψη, βλέπει κανείς πόσες υπεκφυγές και πόση υποκρισία κρύβει. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την εκδήλωση μιας έπαρσης, γεννημένης από την πιο χοντροκομμένη επιπολαιότητα. Επαίρονται διάφοροι απέναντι στο παρελθόν, ωσάν οι ίδιοι να ξεπετάχτηκαν από το μηδέν –κι ακόμη χειρότερο· ωσάν ο κόσμος μέσα στον οποίο κυκλοφορούν και χρησιμοποιούν τα κατασκευάσματά του, να μην έχει προέλευση, να μην έχει ίχνη από τη δράση προηγούμενων γενεών.

Το φαινόμενο βέβαια δεν σας είναι άγνωστο. Στέκομαι όμως περισσότερο σ’ αυτό γιατί αποτελεί στην επέκτασή του ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στην ανασύνταξη των εθνικών πολιτισμικών δυνάμεων. Είναι ένα εμπόδιο εσωτερικό, προϊόν μιας εξέλιξης που στον διεθνή χώρο πήρε τα φιγουράτα ονόματα της μετα-νεωτερικότητας ή της αποδόμησης και κατέληξε να είναι, τόσο στις κεντρικές δυτικές χώρες όσο και στις περιφερειακές, μια ακόμη μόδα, μια μόδα όμως που δεν χαριεντίζεται μόνο, αλλά θέλει και να επιτίθεται, όποτε μπορεί. Ο αντίπαλός της είναι η ίδια η παράδοση, η έννοια της καθ’ εαυτήν. Παλιά ιστορία θα πείτε. Όμως σήμερα, υπό το κράτος της δυσπραγίας στην οποία περιήλθε η χώρα, με δεδομένο ότι οι κινήσεις προς τα εμπρός μοιάζουν τυφλές αν δεν προηγηθεί μια ανασκόπηση, το να αγνοείται, να παραμελείται ή να αποκηρύσσεται η κληρονομιά των αιώνων μέσα στους οποίους ο τόπος μας απέκτησε τη φυσιογνωμία του, ισοδυναμεί με πράξη παραίτησης από τη δυνατότητα να ευρεθεί το πώς το κατώτερο σ’ ένα λαό μπορεί να επηρεασθεί θετικά από το ανώτερο. Δεν είναι μακριά η τάση αυτή από την πνευματική αυτοκτονία.

Όταν παρατηρούν τα σχετικά συμπτώματα οι ξένοι απορούν, πράγμα που συμβαίνει πολύ σπανιότερα στους αυτόχθονες. Τους παραξενεύει, και δικαιολογημένα, το γεγονός ότι οι Έλληνες, μολονότι περιβάλλονται από τόσα έργα άξια θαυμασμού, από τόσα στοιχεία μεγαλοσύνης, δυσκολεύονται να συνάψουν μαζί τους σχέσεις που θα τους εξύψωναν. Δεν αποκαθηλώνουν το μνημειώδες, όχι, εκεί δεν φθάνουν, δεν είναι ποτέ τόσο βλάσφημοι ούτε και τόσο ριζοσπάστες. Αχρηστεύουν όμως τα υψηλά επιτεύγματα, με το να περνούν δίπλα τους αδιάφορα, σίγουροι ότι τα αρχαία τεκμήρια είναι εκεί, βουβά και νεκρά, ενώ η δουλειά των συγχρόνων υποτίθεται πως είναι άλλη: να ζήσουν και να ζήσουν με ό,τι έχουν. Μα γιατί να μην περιληφθούν και τα αρχαία αυτά σε ό,τι έχουν, ποιος ο λόγος; Ο λόγος είναι η άγνοια, η μόδα και ας προστεθεί και η χαρακτηριστική, δυστυχώς, δυσκολία μας να στέλνουμε τη σκέψη μας μακριά, προς ένα εθνικό πεπρωμένο, έναν προορισμό.

Η δυσκολία αυτή να σχεδιαστεί, ακόμη και στοιχειωδώς, το μέλλον αγγίζει μερικές φορές το όριο του σκανδάλου. Ένα μόνο παράδειγμα θα αναφέρω, που είναι αρκετά διαφωτιστικό. Πριν από ένα χρόνο περίπου, όταν ανακηρύχθηκε η πόλη της Ελευσίνας πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης για το έτος 2021, η εκπρόσωπος της ομάδας σχεδιασμού των σχετικών εκδηλώσεων από τον Δήμο ρωτήθηκε από δημοσιογράφους, τι θέση θα είχε στο πρόγραμμα το θέμα των Μυστηρίων που τελούνταν στην πόλη τους κατά τους αρχαίους χρόνους. Η απάντηση δόθηκε χωρίς κανένα ενδοιασμό: η υπεύθυνη δήλωσε ότι τα Μυστήρια δεν θα τους απασχολήσουν και ότι στο κέντρο του προγράμματός τους είναι η ανάδειξη της πολυπολιτισμικότητας! Όπως καταλαβαίνετε, το περιστατικό δεν μπορεί να καταχωριστεί απλώς στην ανεκδοτολογία και τα ευτράπελα της απαιδευσίας. Αν γίνουν πράξη οι υπερφίαλες αυτές δηλώσεις, η Ευρώπη, μετά από δύο χρόνια, θα δει μια μικρή και ταλαιπωρημένη πόλη, να προβάλλει ως –έμβλημα δικό της και ταυτόχρονα ευρωπαϊκό– την αντιμετώπιση των φυλετικών και θρησκευτικών μειονοτήτων, ζήτημα που θα μπορούσε, φυσικά, να τεθεί πολύ πιο αδρά σ’ ένα προάστιο του Λονδίνου, του Παρισιού ή του Βερολίνου.

Βλέπουμε με πόση ελαφρότητα είναι δυνατόν μια κακή Διοίκηση να υποβιβάσει ένα μεγάλο πολιτισμό και να το θεωρήσει μάλιστα αυτό σαν μια ακόμη από τις τόσες καινοτομίες για τις οποίες χτυπάνε σήμερα όλα τα τύμπανα. Ωστόσο, από την άλλη μεριά η φασαρία των τυμπάνων δεν εμποδίζει κάποιους ξένους να ερευνούν και να αξιοποιούν τους θησαυρούς τους οποίους οι ντόπιοι τους κατατάσσουν στα αζήτητα. Την ίδια περίοδο που η Ελευσίνα καταστρώνει προγράμματα για τους μετανάστες, το Πανεπιστήμιο του Yale παράγει και διανέμει ανά τον πλανήτη ειδικές σειρές στο διαδίκτυο με θέμα τους «Έλληνες Ήρωες». Η ανταπόκριση του μορφωμένου κοινού διεθνώς είναι τεράστια, οι συνδρομές των χρηστών αυξάνονται ραγδαία, τα σχόλια πληθαίνουν επίσης και, εννοείται, με τα χρήματα που εισπράττονται προχωρούν γρηγορότερα και σε ευρύτερα πεδία τόσο οι ανασκαφές σε διάφορα μέρη όσο και οι σχετικές μελέτες.

Ας μην προχωρήσουμε όμως περισσότερο σε τέτοιες συγκρίσεις. Ανέφερα το περιστατικό μόνο και μόνο για να δείξω πως η κρίση και οι δυσκολίες που ενέσκηψαν δεν έχουν ακόμη συνταράξει τις τάξεις των ιθυνόντων, έτσι ώστε να εμφανιστούν εγκαίρως τα σημάδια κάποιας εγρήγορσης, κάποιας θέλησης για ενέργειες διορθωτικές. Στο μεταξύ η αποδυνάμωση του εθνικού οργανισμού συνεχίζεται. Το μυαλό μπορεί μεν να πασχίζει να βρει μια λύση, τα χέρια μπορεί να θέλουν να ξεκουνηθούν, όμως αν λείπει η αίσθηση ότι μυαλό, χέρια, καρδιά και κορμί αποτελούν ένα όλο, τότε από έλλειψη συντονισμού η προσπάθεια ζωογόνησης θα αποτύχει. Απαιτείται λοιπόν μια αίσθηση ενότητας με την οποία πιστοποιείται πως ό,τι ζωντανό υπήρξε συνδέεται με ό,τι ζωντανό υπάρχει. Ο πολιτισμός δεν είναι άλλο απ’ αυτόν τον δεσμό που ανανεώνεται συνεχώς. Όχι, ασφαλώς, αυτομάτως. Χρειάζεται συνειδητή προσπάθεια, μεθόδευση και δεν θα διστάσω να πω μια πολιτική που θα ξέρει τα μέσα της και τους σκοπούς της. Για μας, για την Ελλάδα, εκεί όπου βρίσκεται σήμερα, αυτή η πολιτική καλείται να πάει πολύ βαθύτερα απ’ αυτό που θα ονομάζαμε διεθνές γόητρο· θα ήταν, πρέπει να είναι, μια εθνική πολιτική αναγέννησης.

Πώς θα γινόταν εφικτό κάτι τέτοιο; Μπορούμε, στο πλαίσιο της σημερινής μας συζήτησης, να θέσουμε τουλάχιστον κάποια ζητήματα αρχής. Το πρώτο είναι να αναγνωρίσουμε πως γενικά κάτι στρεβλό υπάρχει στον τρόπο με τον οποίο οι νεώτεροι πλησιάζουν το παρελθόν και όσα αυτό περικλείνει. Εξαιτίας της διάχυτης μικρολογίας που τους περιβάλλει, από τη διαφήμιση, από τα μέσα ενημέρωσης, από τις φτηνές φωνασκίες των πολιτικών, από όλα τα ψιλολογήματα μέσα στα οποία βουλιάζει η κάθε ημέρα –εξαιτίας όλων αυτών, είναι δύσκολο η συνείδηση των νέων να σκαρφαλώσει προς το υψηλό, όπως φανερώνεται μέσα στον φιλοσοφικό και ποιητικό λόγο, στην αρχιτεκτονική, στη γλυπτική. Το τοποθετημένο στο βάθρο του άγαλμα μένει ασάλευτο και οι μαθητές, οι φοιτητές, οι νέοι ίσα-ίσα που το περιεργάζονται για λίγο σε μια επίσκεψη στο μουσείο, κι ύστερα θα φύγουν για να παρασυρθούν από τις κινούμενες εικόνες στα tablet και να αποκτήσουν την αίσθηση ότι τρέχουν προς τα κάπου μαζί τους.

Είναι ανάγκη να ερμηνεύσουμε σωστά τα δεδομένα αυτά και να επιχειρήσουμε μια επέμβαση άκρως επείγουσα. Καιρός είναι να παραδεχθούμε πως το μεγαλείο δεν είναι δυνατόν σήμερα να εκπέμπει την ακτινοβολία του, αφού είναι τόσα τα φίλτρα που παρεμβάλλονται ανάμεσα σ’ αυτό και τους δέκτες του. Δεύτερο βήμα: επιβάλλεται να χρησιμοποιήσουμε τα καλύτερα διαθέσιμα αντίδοτα στο πλαίσιο αυτής της φιλτραρισμένης και παραζαλισμένης πραγματικότητας. Και δεν φαίνεται άλλο πιο πρόσφορο αντίδοτο από το να μελετηθεί και εφαρμοσθεί, κυρίως στην εκπαίδευση, η παρουσίαση του μεγαλείου όχι με τρόπο μεγαλόπρεπο, αλλά με τρόπο υποβλητικό. Εφόσον η διδαχή, η υπόδειξη, οι νουθεσίες σκοντάφτουν στην απροσεξία των νέων και στο πολυυμνημένο δικαίωμα που τους έδωσε η κοινωνία να μην υπακούουν σ’ αυτό που έρχεται «άνωθεν», η διαπαιδαγώγησή τους θα πρέπει να γίνει διαφορετικά. Δεν θα τους έλθει μια οδηγία από ψηλά, αλλά θα νιώσουν πως περιβάλλονται από όντα αινιγματικά, γοητευτικά, έτοιμα να συνομιλήσουν μαζί τους, εφόσον τα πλησιάσουν περισσότερο.

Είναι θέμα, πρώτα απ’ όλα των δασκάλων, των γονέων, των συγγραφέων και μελετητών το αν θα απευθυνθούν πειστικά και παραστατικά στους αμύητους. Εξαρτάται κατ’ αρχάς από το πόσο μέσα στη ψυχή των πρεσβυτέρων δίπλα στη κόπωση, εξακολουθεί να υπάρχει αρκετή ακόμη αγάπη για την πατρίδα τους, έστω θλιμμένη αγάπη. Γιατί μόνο χάρη σ’ αυτή θα μπορούσαν να δείξουν στις νέες γενιές ότι ένα επιτύμβιο του 3ου π.Χ. αιώνα, μια Ταναγραία του 1ου π.Χ. αιώνα, ένα ψηφιδωτό στον νάρθηκα της μονής του Οσίου Λουκά ή ένας ηπειρώτικος σκάρος μπορούν να τους εμπνεύσουν πιο άμεσα και πιο ανανεωτικά απ’ ό,τι ένα πλάσμα στις οθόνες, ιπτάμενο πάνω από το Τόκυο ή τη Νέα Υόρκη, αν είναι να πασχίσουν να δημιουργήσουν κάτι που να μετρά πραγματικά στη ζωή τους όσο και στη ζωή άλλων, σε άλλες χώρες. Να δείξουν στους νεώτερους πως το άνοιγμα στην οικουμένη δεν γίνεται αν δεν σκάψεις πρώτα το δικό σου χώμα, όπως σκάβει κανείς όχι για να θάψει ή να κρύψει, αλλά για να βρει κάτι που μαντεύει πως είναι φυλαγμένο γι’ αυτόν.


*Καθηγητή φιλοσοφίας ΕΚΠΑ, από το Άρδην τ. 112

ΠΗΓΗ:https://cognoscoteam.gr/archives/45143
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Σάββατο 27 Ιουλίου 2024

Ένας τόπος γεμάτος πνεύματα

Ανάμεσα σε έναν λαό και στον τόπο όπου κατοικεί συνάπτονται πάντα σχέσεις αμοιβαίας επίδρασης. Η φυσιογνωμία του τόπου διαπλάθει αργά και σταθερά τον χαρακτήρα των κατοίκων και αντιστρόφως, με τον μόχθο και τα έργα τους οι κάτοικοι σημαδεύουν και μεταβάλλουν τους όγκους από πέτρα και άργιλο, τις υδάτινες ροές, τον αιγιαλό και τις λίμνες, ό,τι περιβάλλει την ανθρώπινη παρουσία και της δίνει έδαφος για να σταθεί. Στην ελληνική περίπτωση το πρώτο που παρατηρεί σήμερα κανείς είναι ότι η ανθρώπινη παρουσία δείχνει να μην έχει την παραμικρή επίγνωση για το τι οφείλει στο περιβάλλον της. Τώρα που το καλοκαίρι ξανάρχεται, όχι τόσο ως διακριτή εποχή του χρόνου(μια και από μετεωρολογική άποψη οι διαφορές ανάμεσα στις εποχές πάνε να καταργηθούν) όσο ως μία περίοδος όπου απλώς θα αλλάξουν για λίγο οι συνήθειες των ανθρώπων, γίνεται πιο φανερό ότι αυτά που η φύση σμίλεψε μες στις ψυχές επί αιώνες εξαλείφονται με ραγδαίο ρυθμό. Τι προσέφερε το ελλαδικό τοπίο; Απαλότητα στις γραμμές, συχνές εναλλαγές στη μορφολογία της στεριάς και των θαλάσσιων περιοχών, διαύγεια στην ατμόσφαιρα. Και τι ανταπέδωσε ο πληθυσμός; Συνήθως ανυπόμονες, σπασμωδικές και βίαιες επεμβάσεις, μια έφοδο κατά κύματα της προχειρότητας εναντίον της γης που κάποτε ονομαζόταν τροφός. Να στρέφεσαι εναντίον της τροφού σου είναι, βέβαια, αχαριστία σε βαθμό ωμότητας. Πώς όμως να μην είναι κάποιος αχάριστος όταν αγνοεί αυτά που χρωστά;

Οι καταπατητές δημοσίων εκτάσεων, οι κατασκευαστές εξαμβλωματικών κτισμάτων, οι ακόρεστοι επιχειρηματίες για τους οποίους οι παραλίες δεν είναι παρά προαύλια των ξενοδοχείων τους όπου το θαλάσσιο λουτρό σερβίρεται πριν από τα αναψυκτικά και τις μπύρες, ίσα-ίσα για να ανοίξει η όρεξη στους πελάτες για περισσότερο φαγητό και χαύνωση μισοξαπλωμένη μπροστά σε γαλάζιο φόντο, όλα αυτά και άλλα πολλά κατέληξαν να είναι αντιπροσωπευτικά του πώς αντιλαμβάνονται πολλοί στην χώρα μας το φυσικό αγαθό. Ασφαλώς, υπάρχουν και εκείνοι που ενοχλούνται από τη στάση αυτή. Το μεγάλο όμως όπλο της παράταξης των αδηφάγων είναι η υπόσχεση ότι, όπως όλα τα τερπνά πράγματα, έτσι και η φύση μπορεί να μας έλθει στο πιάτο και χωρίς προσπάθεια ο κατάκοπος και αγχωμένος κάτοικος της πόλης να απολαύσει αυτή τη γεύση και τη δροσιά που, άλλοτε, κερδιζόταν μόνο αν κάποιος περιδιάβαζε αρκετά σ’έναν αγρό, έστριβε σ’ ένα μονοπάτι, ξεδιψούσε από μια πηγή στο ξέφωτο ενός δάσους ή βουτούσε στα νερά ενός κολπίσκου κρυμμένου στα ριζά των βράχων.

Είναι αλήθεια ότι η πρόταση των εμπόρων της θερινής αναψυχής είναι δελεαστική. Όταν νιώθει κανείς κουρασμένος τείνει να ζητήσει την ξεκούραση, χωρίς να σκέπτεται μήπως το φάρμακο επιδεινώσει την πάθηση. Γιατί, στην πραγματικότητα, η πάθηση δεν είναι άλλη από την ανία που έρχεται όταν κάποιος έχει αφεθεί ακριβώς στην εντύπωση ότι «έρχονται» όλα απ’έξω προς το μέρος του, και τα καλά και τα κακά. Το να είσαι πανδέκτης στη ζωή είναι αρρώστια, αν δεν έχεις τη διάθεση να μετασχηματίσεις τίποτα. Αλλά αυτό δεν είναι που πιο πολύ από όλα τιμωρεί η φύση; Με κάθε τρόπο, με κάθε μήνυμα μας λέει πως αν δεν ενεργήσουμε, εκφυλιζόμαστε. Υποχρεωμένο το ζώο να αναζητήσει την τροφή του, το ίδιο και το φυτό που απλώνει τις ρίζες του εκεί όπου οι χυμοί στο υπέδαφος είναι πλουσιότεροι. Το ότι λείπουν τα αναγκαία στο έμβιο όν δεν είναι έλλειψη καθηλωτική, είναι όρος για να αναπτυχθεί και να φθάσει σ’ αυτό που έχει τη δυνατότητα να γίνει. Η φύση λοιπόν απευθύνει πάντα ένα κάλεσμα προς τον άνθρωπο. Δεν βρίσκεται αντίκρυ και γύρω του για να πλαισιώνει μεγαλοπρεπώς την ύπαρξη του. Ούτε είναι απλώς το θέατρο της δράσης του. Τον καλεί να δράσει, αλλά αφού προηγουμένως έχει μαθητεύσει κοντά της και έχει αρχίσει να καταλαβαίνει ότι πίσω από τις συντυχίες υπάρχουν αιτίες, πίσω από τα συμβάντα υπάρχουν νόμοι, νόμοι, ωστόσο, που αφήνουν μερικές φορές και ορισμένα κενά. Σε κάθε περίπτωση έργο του ανθρώπου είναι να ενεργήσει στους κόλπους της φύσης με τη συνείδηση ότι υπόκειται σε κάποιες αρχές που τον υπερβαίνουν, χωρίς να τον δυναστεύουν υποχρεωτικά. Εκεί έγινε το μεγάλο λάθος.

Νόμισε η ανθρωπότητα ότι έπρεπε να δαμάσει τη φύση, όπως θα δάμαζε ένα αγρίμι για να το μετατρέψει σε κατοικίδιο. Η φύση όμως δεν θα φθάσει ποτέ στην κατάσταση να εξαρτάται απόλυτα από το αν την ταΐζει και την συντηρεί ο άνθρωπος. Την εκπροσωπεί περισσότερο το γεράκι παρά η όρνιθα. Αυτό άλλωστε δεν δηλώνει και το μούδιασμα της ανθρωπότητας σήμερα μπροστά στο φαινόμενο της κλιματικής κρίσης; Είναι σαν να της επιτίθεται, ορμώντας μέσα απ’τα σύννεφα, κάτι κακόβουλο και νοσηρό, μια εκδικητική δύναμη που πάει να ακυρώσει οτιδήποτε επινόησαν οι ανθρώπινοι εγκέφαλοι με την ακράδαντη πεποίθηση ότι, όπως ο πλανήτης γη, έτσι και οι γαλαξίες είναι ένα πεδίο ανοιχτό για αυτούς, χωρίς μυστικά. Και κυρίως χωρίς έναν Νου πολύ πιο σύνθετο και πολύ πιο πλατύ από τον δικό τους για να τους κρίνει, όπως έκρινε, κάποτε, το πέταγμα του Ικάρου και τον φρενήρη καλπασμό του Βελλεροφόντη.

Στη διάθεση των Ελλήνων, κατά την αρχαιότητα, υπήρχε πάντα αυτή η προειδοποίηση. Την έστελναν οι χρησμοί, οι μύθοι, οι ιδέες. Χάρη στα τοπία της χώρας τους γινόταν ανάγλυφη και προσιτή-την άγγιζες- η έννοια της αρμονίας, της ισορροπίας, το ζύγισμα των δυνάμεων. Πόσα διδάγματα δεν πήρε η σκέψη και η τέχνη από τις καμπύλες των λόφων και των βουνών, από τον καμβά τον σχηματισμένο με πέλαγα και νησιά, από τη διαφάνεια στην ατμόσφαιρα χάρη στην οποία το ανθρώπινο μάτι μπορούσε να διασχίζει απρόσκοπτα την απόσταση ανάμεσα στα επίγεια άχθη και την αιώνια ηρεμία των αστεριών; Δεν ήταν μόνο ο ποιητής, ο στοχαστής, ο γλύπτης που μπορούσαν να αναβλέψουν σε όσα υπάρχουν πολύ πάνω από τα κεφάλια τους. Για τον ταπεινό χωρικό ήταν επίσης μία διέξοδος που την γνώριζε καλά. Υπήρχαν στιγμές που καθισμένος στο κατώφλι του σπιτιού του το σούρουπο ανέβαινε με το βλέμμα του ως εκείνα τα αιθέρια ύψη όπου για λίγο τα λαντευόταν, έπειτα ισορροπούσε, και κατέβαινε πάλι στη γη με το αίσθημα πως δεν τα ρυθμίζει όλα η αδυσώπητη Ανάγκη. Πάνω στα πράγματα αφήνει το ανεξίτηλο ίχνος του και κάτι άλλο που, όπως το διαισθάνθηκε πρώτος ο πρόγονος του, ο βοσκός Ησίοδος, αγκαλιάζει ερωτικά το κάθε πλάσμα, το κάθε άνθος, το κάθε θαλάσσιο κύμα, το κάθε φύσημα του ανέμου. Ό,τι υπάρχει παρουσιάζεται για να αγαπηθεί. Υπό τον όρο ότι ο άνθρωπος θα αποσπάσει το αξιαγάπητο από το βλαβερό και απεχθές στον κόσμο. Το καλό πρέπει να αποτραβηχτεί, να γλυτώσει από το κακό. Πράγμα που σημαίνει πως απαιτείται θέληση, απόφαση και γνώση. Είναι αυτό που θα’ θελαν να αποφύγουν οι σύγχρονοι άνθρωποι, αυτό που κάνει επίσης τους Έλληνες ,τόσο ασκημένους κατά τα άλλα στην προσπάθεια, να οπισθοχωρούν. Δεν έχουν το κουράγιο να δράσουν, γιατί δεν διακρίνουν πια μέσα στη φύση ένα πνεύμα με το οποίο θα ήταν δυνατόν να συνομιλήσουν.

Κάποτε, ένα τέτοιο «πνεύμα του τόπου» αναγνωριζόταν από τους αυτόχθονες χωρίς δυσκολία. Το μαρτυρούν οι μύθοι, οι θρύλοι, τα τραγούδια. Επειδή εξέλιπαν αυτά, διαλύθηκε και η πεποίθηση ότι η φύση είναι η έδρα ενός είδους ψυχής. Τι είναι λοιπόν; Μήπως μια μάζα από φυτά, ορυκτά και ύδατα δαρμένη από τους ανέμους και λουσμένη από το φως ενός ανεξήγητου ήλιου; Την στείρα αυτή ιδέα δεν μπορούσε να την αντέξει η ευαισθησία ορισμένων ανθρώπων σε άλλες εποχές. Έτσι, τα χώματα της Ελλάδας είδαν προσκυνητές από ξένα μέρη να έρχονται και να σκύβουν πάνω τους. Ακούστηκαν προσευχές και ύμνοι και όχι μόνο από τα χείλη ενός Σατωμπριάν, ενός Φλωμπέρ, ενός Ρενάν. Δεν έλειψαν και μερικοί αυτόχθονες δημιουργοί που έδειξαν πόσο ευγνώμονες ήταν στον τόπο όπου ήπιαν το πρώτο τους γάλα, όπου είδαν την πρώτη χαραυγή, όπου με τη μυρωδιά των θάμνων άρχισαν να οσμίζονται τα μυστήρια εκείνα στα οποία πρόσβαση έχει μόνο η λύρα.

Όμως, σήμερα, το ζήτημα δεν αφορά ειδικά το μέλλον της τέχνης, αφορά το κατά πόσον οι Έλληνες είναι ικανοί να περνούν πότε-πότε, με κάποια φευγαλέα σκέψη, με την αφύπνιση της παρατηρητικότητάς τους ή και με μια ανάμνηση, πίσω από τις διάφορες όψεις του περιβάλλοντός τους. Δεν εννοώ ότι χρειάζεται να γίνουν ονειροπόλοι, πράγμα που δεν γίνεται, κι ούτε ,εξάλλου, θα ήταν εφικτό να προσδιοριστεί η σωστή αναλογία μεταξύ του τι «βλέπουν» και τι θα ήταν καλό να «οραματίζονται», αναλογία απαραίτητη πάντως για την επιβίωση τους. Εννοείται πως ο κοινωνικός βίος δεν υπακούει σε αισθητικές συνταγές. Δεν πρόκειται όμως εδώ για την απουσία καλαισθησίας, πρόκειται για την διατήρηση της ύπαρξης ενός λαού. Το πρόβλημα πηγαίνει πολύ βαθιά από την επικράτηση μιας «κακογουστιάς» που διαψεύδει συνεχώς τις προσδοκίες τις γεννημένες, ευλόγως, από την παροχή εκπαίδευσης ,κατά τις τελευταίες δεκαετίες, σε ένα ολοένα και μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού. Αν πλήττεται το ωραίο είναι γιατί έχει κλονιστεί η έννοια του αληθινού. Δεν υπάρχει πιο σταθερό θεμέλιο για την αλήθεια απ’ αυτό που προσφέρει η φύση. Δεν το αντιλαμβανόμαστε συνήθως, ισχύει όμως. Με την κανονικότητα της, με τους κύκλους της, με τους αθέατους πλην εσωτερικά αισθητούς λεπτοδείκτες και ωροδείκτες της η φύση βεβαιώνει πως ό,τι σχηματίστηκε μέσα στην πρόοδο των αιώνων έχει έναν λόγο που σχηματίστηκε, και απομένει σε μας να τον αναλογιστούμε. Όπως και να’ ναι, και μόνο το ότι ο χρόνος , παρά την επίδραση που ασκεί, δεν επιβάλλεται στη φύση και δεν είναι ικανός να τη μετατρέψει σε μια διαδοχή συμπτώσεων, στα μάτια του ανθρώπου την τοποθετεί ψηλά. Να μη σε καταδυναστεύει ο χρόνος! Υπάρχει μεγαλύτερος τίτλος, μεγαλύτερη απόδειξη ότι σου αξίζει ο σεβασμός από εκείνους για τους οποίους συχνά η ζωή τους μοιάζει ,αντίθετα, με αδιάκοπο πέρασμα της μιας στιγμής στην επόμενη;

Λογικά, θα έπρεπε η φύση, λόγω του μεγαλείου της, να χαίρει τιμών από τους ανθρώπους που εφόσον δέχονται ότι το είδος τους είναι ένα τμήμα της, μεγεθύνονται και αυτοί, και έχουν την ευκαιρία να νιώσουν κάποιες φορές πως δεν είναι θνητοί πέρα για πέρα. Η προοπτική αυτή εκλείπει όταν το φυσικό μεγαλείο καθαιρείται βίαια και χωρίς ενδοιασμούς. Από την ώρα που ένα «αυθαίρετο» καταπατά μιαν ακτή, μια χαράδρα μετατρέπεται σε σκουπιδότοπο, ένα συνονθύλευμα από λαμαρίνες, σύρματα, λάστιχα και μαδέρια νομιμοποιείται να μένει εσαεί είτε μέσα είτε και έξω από κάποιο οικόπεδο, λες και το ασυμάζευτο κατάλοιπο μιας χειρωνακτικής εργασίας να μη θεωρείται πως θίγει στο ελάχιστο το κύριο μέρος της, από την ώρα που οι γυαλιστερές επιφάνειες των φωτοβολταϊκών περιζώνουν ανεμπόδιστα έναν χώρο με αρχαία μνημεία ή που μια σειρά ανεμογεννήτριες, απογυμνώνοντας τις κορυφές του Κιθαιρώνα, σκορπίζουν ατιμωτικά στον αέρα όλους τους μύθους για τον Διόνυσο και τις τελετές του, τότε λοιπόν δεν είναι πλέον η φύση-μαζί με τον πολιτισμό- σε θέση να κρατηθεί στο ύψος της. Καταρρέει υπό το βάρος της τσιμεντένιας και μεταλλικής αναίδειας προς το πρόσωπό της.

Τις συνέπειες δεν τις έχουμε εκτιμήσει. Μιλούν μερικοί για φθηνότερη ενέργεια με έναν τρόπο που δείχνει πως είναι ανίκανοι να συλλάβουν ότι εκείνο που διατρέχει τον μεγαλύτερο κίνδυνο είναι το απόθεμα της ανθρώπινης ενέργειας. Από εκεί ξεκινά και το πρόβλημα της οριοθέτησης για τις διάφορες μηχανικές εργασίες στην ύπαιθρο. Είναι έτοιμοι να εγείρουν όπου μπορούν κατασκευάσματα -πύργους, πυλώνες, ικριώματα- για να αντλήσουν από τη φύση ότι χρειάζεται ώστε να συνεχίσουν να επιδίδονται σε κατασκευές έως εσχάτων, με τη διαφορά πως η λέξη: έσχατα τους τρομάζει. Ο τρόμος θα κατευναζόταν κάπως αν ένα τμήμα τουλάχιστον της φύσης απολάμβανε τα προνόμια που είχαν κάποτε οι χώροι με το έμβλημα της ιερότητας στην είσοδό τους. Παρά τα όσα λέγονται, δεν ήταν πιο εύπιστες ή πιο αφελείς σε όλα οι προηγούμενες εποχές. Δεν ήταν υποχρεωτικά προκατάληψη ή δεισιδαιμονία η αντίληψη σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος δεν πρέπει να θεωρεί ότι είναι η αποκλειστική αιτία του εαυτού του. Η αλήθεια είναι ότι είναι γέννημα του τόπου του- και ας αφήσουμε το ζήτημα αν είναι ή όχι πλάσμα βγαλμένο από τη βούληση ενός Δημιουργού. Αν λοιπόν γεννιέται και διαμορφώνεται σε έναν τόπο, αυτό σημαίνει πως αργότερα το πιο σίγουρο έρεισμα στη ζωή του, όταν έρθουν τα ανεπιθύμητα κάθε λογής, θα είναι το λίκνο του. Ό,τι μας δόθηκε από τα σπάργανα θα συνεχίσει να μας δίνεται, εφόσον βέβαια το ζητήσουμε. Αλλά πώς να ζητήσουν οι Έλληνες αρωγή από τη γη και από τον ουρανό τους όταν τα βλέπουν καθημαγμένα και όταν ξέρουν πως τα κατέστρεψαν με τα ίδια τα χέρια τους; Σήμερα βρίσκονται στο χείλος αυτής της αγωνίας και αυτής της ανάγκης για εσωτερική ενδυνάμωση την οποία ντρέπονται να εκφράσουν, όπως θα ντρεπόταν κάποιος που βεβήλωσε, από άκρα επιπολαιότητα ή εγκληματική αμέλεια, την κατοικία ενός ευεργέτη του. Πώς να κοιτάξουν οι Αθηναίοι προς τον αττικό ορίζοντα όταν αρχίσουν να τον τέμνουν, κατακόρυφα, μεγαθήρια στην παραλία του Σαρωνικού, και αλλού; Για να ασκήσει την γαληνευτική της επίδραση η περιλάλητη αττική αιθρία πρέπει να μπορεί να υποβάλλει στους κατοίκους την αίσθηση μιας αγνότητας πάνω από όλες τις δολιότητες και μικρότητες. Με δύο λόγια, το τοπίο για να αντισταθμίσει τις ταραχές της καθημερινότητας οφείλει να μένει ατάραχο. Το ίδιο ισχύει για κάθε επιμέρους στοιχείο: για τον ουράνιο θόλο, για τις βουνοπλαγιές, τις ακρογιαλιές, τις σπηλιές, τα ποτάμια. Από όλα τούτα σχηματίστηκε από πολύ παλιά μια ορισμένη Μορφή. Την ατενίζουμε στα αρχαία αγάλματα, όπως την ατενίζουμε και στο τοπίο. Είναι η κατορθωμένη γαλήνη, αυτή η υπέροχη κατάσταση όταν κανείς έχει αγωνιστεί για μια υπόθεση που θεωρεί πως άξιζε και πως για αυτήν αφιέρωσε όλη του την ικμάδα –κι αυτό τον ησυχάζει, ως και στα μύχια της συνείδησής του. Όχι επειδή πέτυχε, αλλά επειδή δόθηκε ολόκληρος σε κάτι που τον ξεπερνά.

Αυτή η αίσθηση είναι βέβαια ένα επίτευγμα που δεν είναι καθόλου εύκολο να το προτείνουμε σήμερα στις νέες γενιές. Μπορούμε πάντως να διεγείρουμε τη φαντασία τους και να τη στρέψουμε προς τα εκεί. Είναι θέμα εθνικής διαπαιδαγώγησης να έρθουν οι νεότεροι σε επαφή με τη χλωρίδα και την πανίδα του τόπου τους, με την ανόργανη ύλη που καθώς θα την πλησιάζουν θα παίρνει στα μάτια τους μια άλλη όψη, σαν να ραγίζει μια πέτρα και από τη σχισμή να ακούγεται κάποια φωνή, πολύ σιγανή και από πολύ παλιά. Θα τους διηγείται μια ιστορία ή θα τους λέει κάποιο τραγούδι. Θα πει ίσως κάποιος πως δεν επιτρέπεται να συγχέουμε την αγωγή των παιδιών με τον υπνωτισμό. Πως με τα παραμύθια δεν ακονίζονται ούτε οι σκέψεις ούτε οι αποφάσεις. Η απάντηση σε αυτό πρέπει να είναι σαφής. Εκείνο που λείπει σήμερα δεν είναι η δυνατότητα να γυρίζουν οι έλικες της διανοίας. Είναι το ότι οι έλικες κοπανάνε στον αέρα- δεν έχουν να δουλέψουν με τίποτα που να πηγαίνει αρκετά πίσω, προς το παρελθόν και αρκετά μπροστά, προς το μέλλον. Απαιτείται επομένως να ενισχυθεί τόσο η γνώση όσο και η φαντασία. Θα ήταν ευοίωνο σημάδι σε μια εκδρομή οι μαθητές να μπορούν να φαντάζονται πλησιάζοντας μια σπηλιά τη σιλουέτα μιας νύμφης στο βάθος ή ενός ασκητή ή ενός μάντη ή ενός οπλαρχηγού. Ο ελλαδικός τόπος είναι γεμάτος πνεύματα και τα πνεύματα δεν είναι φαντάσματα. Για να προχωρήσουμε πρέπει να μετατρέψουμε τα άυλα σε υλικά και τα υλικά σε άυλα. Όπως έγινε και παλαιότερα, και απέδωσε σε κρίσιμες ώρες.


Από το Άρδην, τεύχος 130-131, Ιούνιος-Αύγουστος 2024, Αφιέρωμα: Επ-ανακαλύπτοντας το Βυζάντιο

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα (Δελφοί, στο ναό της Αθηνάς Προναίας) είναι έργο του Κωνσταντίνου Μαλέα.


ΠΗΓΗ:https://antifono.gr/enas-topos-gematos-pnevmata/?fbclid=IwZXh0bgNhZW0CMTEAAR0fSb2wo-uSPIBKLZAMlOZdyUL8fsZ9BfzNNEoZxcDIJmoncq-M6O1uHzY_aem__vuTV7W-scAjgH24PxbEGw
Ανάρτηση από:geromorias.blogspot.com

Κυριακή 9 Ιουνίου 2024

Άνθρωποι με μισή καρδιά

  Βασίλης Καραποστόλης

Πάει πολύς καιρός από τότε που οι Έλληνες ένιωσαν την ανάγκη να υμνήσουν κάτι.
Καταπιεσμένα συναισθήματα και ο φόβος της βίωσης των συναισθημάτων. Ο σύγχρονος σκεπτικισμός που υποκρύπτει συναισθηματική αναπηρία.

Χωρίς αμφιβολία ορισμένα αισθήματα στις μέρες μας βαίνουν προς εξαφάνιση. Όπως μερικά είδη πεταλούδων ή πτηνών που, άλλοτε, πετούσαν ή χόρευαν στους αιθέρες. Πάρτε τον ενθουσιασμό. Υπάρχει άραγε κάτι περισσότερο σπάνιο από το να συνεπάρει την ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου μια ιδέα, ένα πρόσωπο ή μια προοπτική; Οπωσδήποτε δεν λείπουν μερικά κεντρίσματα. Αλλά, μόλις δυναμώσουν, ο άνθρωπος του καιρού μας σαν να διστάζει, και προτιμά να προφυλαχθεί απέναντι σε ό,τι αρχικά τον ελκύει. Φοβόμαστε μήπως «χαθούμε» μέσα στο ίδιο μας το αίσθημα. Γιατί αυτό; Γιατί τα πάντα γύρω μας επιτάσσουν μια στάση αμυντική. Κάθε μέρα μάς εκπαιδεύει να αποτρέπουμε δεινά, κακουχίες, καταστροφές. Οφείλουμε να περιορίσουμε τη μόλυνση της ατμόσφαιρας και των υδάτων, να ελέγξουμε τις χρήσεις της πυρηνικής ενέργειας, να προλάβουμε τις μεταλλαγές ιών, να συγκρατήσουμε την ξενοφοβία, να χαλιναγωγήσουμε τη βία των ανηλίκων – μια ατελείωτη σειρά από ενέργειες που έχουν μπροστά τους πολύ καθαρότερα την εικόνα ενός «κακού» που δεν ξεριζώνεται, παρά ενός «καλού» που μπορεί κάπου να φυτευτεί.

Άλλοτε, εκτός από το να εργάζονται για να προλαβαίνουν τις συμφορές οι άνθρωποι τις ξόρκιζαν, έκαναν λιτανείες, προσεύχονταν. Σήμερα, βασίζονται αποκλειστικά στα τεχνικά τους μέσα. Στο μεταξύ όμως διαβρώνονται εσωτερικά. Όταν κάποιος συνεχώς οχυρώνεται, στο τέλος ούτε ξέρει πώς να επιχειρήσει κάποια στιγμή την έξοδο από το οχυρό, ούτε και το θέλει, άλλωστε. Έχοντας μάθει να λογαριάζει τις πιθανότητες να αποφεύγει τα χειρότερα, ξέμαθε και να προσδοκά τα καλύτερα. Το αποτέλεσμα είναι ορατό: ελάχιστα πλέον περιθώρια υπάρχουν για να δοθεί πραγματικά το άτομο σε κάτι που η λογική του το κρίνει σημαντικό και ωφέλιμο. Η λογική λέει «ναι», αλλά η καρδιά μένει στο «ίσως». Εξαιτίας της έλλειψης καυσίμων για να ανάψει η φλόγα, επιλέγεται μια πορεία στη ζωή που δεν τη φωτίζει κανένας πυρσός.

Και τι με αυτό; Θα αντιτείνουν μερικοί. Το να ενθουσιάζεται κάποιος μπορεί να εγκυμονεί κινδύνους: της αδιαλλαξίας, της παραζάλης, του φανατισμού. Καλύτερα, λένε, να κυλάνε οι μέρες μας δίχως εξάρσεις, με μικρές διορθώσεις, με μικρούς ισολογισμούς, με μικρά καλάθια στο χέρι. Εδώ όμως πρέπει να αρχίσουμε να υποψιαζόμαστε. Μήπως πίσω απ’ αυτή τη συνταγή της μετριοπάθειας και της επιφύλαξης κρύβεται μια ανικανότητα; Μήπως ένα είδος δειλίας μεταμφιέζεται σε «ρεαλισμό» και δήθεν σύνεση; Η απάντηση είναι πως, ναι, πίσω απ’ όλα αυτά λανθάνει μια καχεξία της θέλησης και της καρδιάς που δύσκολα ομολογείται.

Είναι πολλοί αυτοί που μολονότι θα ήθελαν να διεγερθούν από κάτι δυνατό, υπαναχωρούν άπαξ και εμφανιστεί στον ορίζοντα. Αναδιπλώνονται και κατά βάθος λυπούνται που μένουν, έτσι, μόνοι με τον εαυτό τους, μόνοι με τις σκέψεις τους και τα υποτονικά τους αισθήματα. Είναι η μεγάλη πλειονότητα, οι άνθρωποι με μισή καρδιά. Ωστόσο, αυτοί δίνουν τον τόνο. Με τα δικά τους λόγια και έργα παγιώνονται συνήθειες, συμβάσεις, κώδικες συμπεριφοράς. Αυτοί που δεν μπορούν να ενθουσιαστούν φυσικό είναι να μην μπορούν να μιλήσουν, να γράψουν ή να πράξουν με ύφος που θα ταίριαζε σε αισθήματα με τα οποία οι ψυχές κάνουν πανιά ή φτεροκοπούν. Η ανάταση είναι για αυτούς συνώνυμη με το όνειρο. Νομίζουν ότι μόνο στα όνειρα είναι δυνατόν ένας άνθρωπος να θέλει να υψωθεί πάνω από τη γη, και να κάνει βόλτες κοιτάζοντας από ψηλά όλες τις κακομοιριές και τις αθλιότητες εκεί κάτω. Επόμενο είναι και σε κάθε άλλο τομέα της ζωής την ίδια πρακτική να ακολουθούν. Σφιχτά λόγια, μασημένες κουβέντες, κουμπωμένες κρίσεις: ο σύγχρονος σκεπτικισμός σε εφαρμογή. Στην πραγματικότητα, δεν πρόκειται για σκεπτικισμό. Πρόκειται για αναπηρία. Είναι αδύνατο να βγει από το στόμα τους και την ψυχή τους οτιδήποτε που να δείχνει πως τους μαγνήτισε μια αξία, πως τους έγνεψε από κάπου μια αλήθεια που δεν φθείρεται εύκολα.

Αν όλοι οι νόμοι παραβιάζονται σήμερα λίγο ως πολύ, ένας μόνο μένει άθικτος: ο νόμος της χθαμαλότητας. Ορίζεται να είναι ο καθένας προσγειωμένος, να είναι ο καθένας όπως ο καθένας, να μένει ισοβίως κολλημένος στο έδαφος, με κλειστά τα αυτιά, όμως, για να μην ακούει από κάτω, βαθιά, τη βραχνή και ανήσυχη φωνή της Γαίας.

Τι ποθούσε η Γαία σύμφωνα με τον μύθο; Να βγει από τα σπλάχνα της μια κόρη που στη συνέχεια θα γεννούσε έναν θεό ικανό να εγκατασταθεί στις κορυφές του Ολύμπου. Όταν πατάει κανείς το χώμα και δεν αφουγκράζεται αυτόν τον πόθο, ατιμάζει τόσο τη γη που τον τρέφει όσο και τους ουρανούς που τον περιμένουν να σηκώσει το βλέμμα του ψηλά.

Δεν δικαιούμαστε, ειδικά σε τούτο τον τόπο, να είμαστε τόσο πεζοί. Μπορεί να κάνουμε λάθη προσπαθώντας να ανυψωθούμε. Μπορεί να παραδοθούμε για ένα διάστημα σε φαντασιώσεις. Είναι πάντα επικίνδυνες αυτές οι καταστάσεις. Πολύ χειρότερο όμως είναι να μην μπορεί μέσα μας να ακουστεί ποτέ μια νότα έξαρσης, κάποια στροφή από έναν διθύραμβο, οι πρώτες έστω λέξεις ενός εγκώμιου σε ό,τι υπάρχει γύρω μας που να μας θυμίζει ή να μας υπόσχεται το καλύτερο δυνατόν. Πάει πολύς καιρός από τότε που οι Έλληνες ένιωσαν την ανάγκη να υμνήσουν κάτι.

Ο ζωγραφικός πίνακας που συμπληρώνει τη σελίδα ("Αναμένοντας", 2014) είναι έργο του Λεωνίδα Γιαννακόπουλου.

 https://antifono.gr/anthropoi-me-misi-kardia/

Σάββατο 23 Μαρτίου 2024

Η ελληνική οικογένεια υπό παραίτηση (Βασίλης Καραποστόλης, Ομότ. Καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας τού Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών)

Οι γονείς σήμερα διστάζουν να πουν στο ανήλικο παιδί τι είναι ωφέλιμο και τι βλαβερό, αφού οι ίδιοι αμφιβάλλουν για όλα, κάτι που είναι εντελώς της μόδας. Αν όμως ως γονιός μιμείσαι τους νέους, δεν μπορείς να επιδράσεις πάνω τους. Κι εκεί είναι το πρόβλημα


Άλλοτε στην Ελλάδα, ενώ η κοινωνία διαμελιζόταν, μέσα στα σπίτια η συσπείρωση των ατόμων κρατούσε καλά. Την ώρα που τα κόμματα, οι παρατάξεις, τα συμφέροντα συγκρούονταν μεταξύ τους, η οικογένεια μαζεμένη γύρω από το τραπέζι επιβεβαίωνε πως τα μέλη της θα ζούσαν συνασπισμένα και με οδηγό τους ένα ομαδικό ένστικτο επιβίωσης.

Την εγγύηση την έδιναν οι γονείς, και τα παιδιά δεν είχαν παρά να τη δεχτούν. Να όμως που οι καιροί άλλαξαν τόσο πολύ ώστε σήμερα οι γονείς μπροστά στα παιδιά τους μασάνε τα λόγια τους. Φοβούνται μήπως κάνουν κάποιο ασυγχώρητο λάθος.

Μήπως προτείνουν κάτι που θα θυμίζει συμβουλές γιαγιάδων. Διστάζουν να πουν στο ανήλικο τι είναι ωφέλιμο και τι βλαβερό, αφού οι ίδιοι αμφιβάλλουν για όλα και αφού βλέπουν πώς στο κάτω κάτω η αμφιβολία είναι εντελώς της μόδας.

Κι όταν είσαι με τη μόδα υποτίθεται ότι είσαι με το μέρος της νεότητας. Ωστόσο, δεν αποφεύγονται τα εμπόδια. Αν ως γονιός μιμείσαι τους νέους, δεν μπορείς να επιδράσεις πάνω τους. Εκεί είναι το πρόβλημα.

Πασχίζοντας να φανούν «ανοικτοί σε όλα», πολλοί γονείς αφήνουν τελικά την πόρτα του σπιτιού ορθάνοιχτη σε κάθε ρεύμα, σε κάθε σύνθημα απ’ έξω, σε κάθε συγκεχυμένη ιδέα. Εστω κι έτσι όμως, θα μπορούσαν όλα αυτά τα ετερόκλητα και θορυβώδη να εξεταστούν και να κριθούν.

Προϋπόθεση θα ήταν να μάθουν τα παιδιά από τον πατέρα και τη μητέρα να θέτουν τις κατάλληλες ερωτήσεις απέναντι στις καταστάσεις και στα πράγματα.

Το μικρό παιδί ρωτά συχνά «τι κάνουμε μ’ αυτό;». Ο γονιός πρέπει να το βοηθήσει να προχωρήσει στο «τι χρειάζεται αυτό;» και έπειτα στο σχολείο αναμένεται να κάνει ένα βήμα πιο πέρα ρωτώντας «πού οδηγεί η χρήση του;». Μια σειρά από βήματα πριν φθάσουμε στο αν κάτι είναι καλό ή κακό και για ποιους.

Όμως, πώς να ξεκινήσει η διαδικασία αυτή όταν οι κηδεμόνες έχουν οι ίδιοι παραλύσει από τα ερωτήματα που τους βάζει η ζωή τους;

Προσποιούνται τους αδογμάτιστους για να μην ομολογήσουν πως δεν έχουν τη διάθεση να ριψοκινδυνεύσουν μια άποψη, ακόμη κι αν πρόκειται για τον προσανατολισμό των παιδιών τους. Εξάλλου, ο χρόνος τους είναι πάντα λιγοστός.

Είναι τόσες οι δουλειές που τους κυνηγούν – και που τις κυνηγούν επίσης – που δεν προλαβαίνουν να κατασταλάξουν σε μία γνώμη, σε μία υπόδειξη. Στο μεταξύ, τα ανήλικα περιμένουν. Και χωρίς συνήθως να το αντιληφθούν οι γονείς, καταλαβαίνουν πως εδώ δεν υπάρχει τίποτα για να αντισταθεί στις ορέξεις τους.

Περίμεναν τον πατέρα ή τη μητέρα να τους πει τι πρέπει να κάνουν και εκείνα στη συνέχεια να αντιδράσουν αρνητικά, γιατί στην ηλικία τους η αρνητική αντίδραση είναι συχνά αυτόματη.

Όταν λες στο παιδί τι να κάνει, στα μάτια του προβάλλει η δική σου θέληση. Και είναι πάντα ενοχλητικό να έρχεται η θέληση κάποιου – ακόμα κι αν είναι των γονιών – να σου πει να την ακολουθήσεις. Η λύση θα ήταν αν αντί για τη θέλησή του ο γονιός προέτασσε την ανάγκη. «Είναι ανάγκη να τα πας καλά στο σχολείο, και δεν είναι επειδή σ’ το λέω εγώ».

Όλη η τέχνη της διαπαιδαγώγησης βρίσκεται εδώ – το είχε διακρίνει καθαρά ο Ρουσό. Είναι το πώς να οδηγήσεις το παιδί μέσα σε μια συνήθεια, αποφεύγοντας τις πολλές συζητήσεις, αφού δεν είναι για την ηλικία του το να συμφωνεί ή να διαφωνεί με επιχειρήματα. Δυστυχώς, η σκεπτικιστική εποχή μας νόμιζε πως και τα παιδιά θα πρέπει να εισαχθούν σε ατέρμονους «διαλόγους», με αποτέλεσμα να γίνουν μικροί σοφιστές. Φυσικά, δεν εννοούμε πως είναι άκαρπο να γίνεται συζήτηση μαζί τους. Αλλά το καθετί στην ανατροφή τους είναι καλύτερα να γίνεται στην ώρα του. Πώς μπορεί να διδαχθεί η εντιμότητα, η συμπόνια προς τους αδύναμους, η συνέπεια στις σχέσεις τους; Είναι δυνατόν να έχουν τέτοια συναισθήματα προτού η ίδια η ζωή τούς δείξει τι σημαίνει ηθική;

Συνέπεια όλων αυτών είναι οι γονείς να αποσύρονται από τις ευθύνες τους. Από αβεβαιότητα ή και φυγοπονία ψάχνουν να βρουν τον τρόπο να διώξουν το βάρος από τους ώμους τους. Ο τίτλος του καθοδηγητή τούς τρομάζει.

Είναι ένας τρόμος που το παιδί τον διαβάζει στην όψη και στη συμπεριφορά τους και που αμέσως του δίνει το δικαίωμα να τους απαντήσει με την πιο τυφλή, την πιο πεισματάρικη ανυπακοή. Το ατίθασο παιδί τιμωρεί τους κηδεμόνες για υπεκφυγές, για την αβουλία τους, ακόμη και για τη στοργή τους που είναι του αδύναμου, και όχι του πραγματικού προστάτη. Ακολουθούν οι γνωστές εκρήξεις. Κάθε μέρα πληροφορούμαστε για περιστατικά παραβατικότητας και εγκληματικότητας ανηλίκων.

Καθώς τα κρούσματα αυξάνονται ραγδαία, η ελληνική κοινωνία δείχνει ξαφνιασμένη που συμβαίνουν στους κόλπους της έκτροπα απέναντι στα οποία νόμιζε ότι ήταν θωρακισμένη. Η συνοχή της, στον τομέα αυτό, φαινόταν δεδομένη. Αποδείχθηκε πως δεν ήταν.

Πανικόβλητη τώρα η οικογένεια φλυαρεί νευρικά για την ανάγκη «κοινωνικοποίησης» των παιδιών, μία ανάγκη όμως που θεωρεί ότι ξεπερνά τις δυνάμεις της. Ποιος θα αναλάβει λοιπόν το δύσκολο έργο;

Μα δεν υπάρχουν σχολεία, και δεν λειτουργούν κανονικά; Αυτά δεν έπρεπε να απορροφήσουν την ένταση; Πράγματι, αυτό έκαναν μέχρι πριν από λίγα χρόνια. Παρά τις ελλείψεις, παρά τις προκαταλήψεις, μάθαιναν στο παιδί τι σημαίνει να τηρεί κανόνες, να πειθαρχεί σε προγράμματα, να ξέρει πότε να μιλά και πότε να κρατά το στόμα του κλειστό. Για μερικούς η αγωγή αυτή αποδείχτηκε καταπιεστική. Και ήταν ως έναν βαθμό. Αλλά τουλάχιστον στις συνειδήσεις των ανηλίκων είχε ριζώσει η ιδέα ότι υφίσταται κανείς τις συνέπειες αν με μία πράξη του ζημιώνει το κοινωνικό σύνολο. Αυτό ήταν ευεργετικό και αυτό ακριβώς σήμερα πάει να χαθεί.

Ποιος θα αναλάβει να πείσει τον μικρό βάνδαλο να μη μουντζουρώνει τις πινακίδες στους δρόμους, να μην επιτίθεται σε συνομηλίκους του για να τους κλέψει ή να τους κακοποιήσει;

Στις πιο οργανωμένες δυτικές κοινωνίες η οικογένεια έσπευσε να παραδώσει τα ηνία της κατάστασης σε ψυχολόγους, γιατρούς, κοινωνικούς λειτουργούς ή δικαστικούς επιτηρητές. Στη χώρα μας δεν έχουν λειτουργήσει τόσο εντατικά αυτοί οι επαγγελματικοί «μηχανισμοί υποβοήθησης», γεγονός που έχει και μία θετική πλευρά. Η οικογένεια εξακολουθεί να θέλει να παίζει κάποιο ρόλο στο έργο της διαπαιδαγώγησης.

Επιχειρεί όμως να τον παίξει με παράδοξο τρόπο. Απαιτεί από το σχολείο να καλύψει εσπευσμένα τα δικά της κενά. Έχει στείλει μέσα στις αίθουσες παιδιά δύστροπα, γαλουχημένα με επιείκειες αδικαιολόγητες, με καπρίτσια που οι μπαμπάδες και οι μαμάδες τα ικανοποιούσαν βιαστικά για να μην μπλέκουν σε καβγάδες.

Ήταν μια ειρηνοφιλία για την οποία η οικογένεια δεν ήταν στο βάθος υπερήφανη. Γι’ αυτό και μετακυλίει το βάρος στο σχολείο. Αξιώνει από τους δασκάλους να κουμαντάρουν τα παιδιά που η ίδια τα έθρεψε με ανυπακοή, αλλά και να μην τα «τραυματίσουν», γιατί μετά, στο σπίτι, δεν θα ‘χει την υπομονή να περιποιηθεί τις πληγές τους.

Οι συχνές αντιδικίες ανάμεσα σε συλλόγους γονέων και κηδεμόνων και συλλόγους δασκάλων ή καθηγητών έχουν την αιτία τους στο ότι οι γονείς επιθυμούν να συγκυβερνήσουν στο σχολείο, μολονότι στο σπίτι τους η λέξη «κυβερνώ» θα ηχούσε σαν βαρβαρισμός.

Τι να διδαχθούν τα ανήλικα βλέποντας τη διαμάχη ανάμεσα στις δύο μεγάλες ενήλικες δυνάμεις που τους επιβλέπουν; Μάλλον θα αισθανθούν πως στη χώρα αυτή έχεις το ελεύθερο να μη μεγαλώσεις ποτέ.

 

(Πηγή: tanea.gr)


Η ελληνική οικογένεια υπό παραίτηση (Βασίλης Καραποστόλης, Ομότ. Καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας τού Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών) | Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ (alopsis.gr)