Συνέχεια από Πέμπτη 13. Αυγούστου 2026
Οι Πατέρες και οι αιρετικοί 22
Του George Prestige
Τίτλος πρωτοτύπου:
Fathers and heretics: Six studies in dogmatic faith, with prologue and epilogue, being the Bampton Lectures for 1940
Εκδόσεις S. P. C. K London, 1977
Διάλεξη 6-Νεστόριος: ή, η λυτρωμένη ανθρωπότητα
Ο Νεστόριος έμοιαζε κατά ορισμένους τρόπους εκπληκτικά με τον Χρυσόστομο, ενώ κατά άλλους διέφερε από αυτόν ριζικά. Ήταν μοναχός, όπως υπήρξε και ο Χρυσόστομος έως ότου κλονίστηκε η υγεία του. Είχε γεννηθεί μέσα στα όρια του πατριαρχείου Αντιοχείας και είχε διαμορφωθεί υπό την επίδραση των μεγάλων διδασκάλων του. Ήταν δεινός ρήτορας του άμβωνα, τον οποίο χρησιμοποιούσε, όπως και ο Χρυσόστομος, για να ερμηνεύει τις Γραφές στον λαό. Ήταν ευσεβής, σοβαρός, ικανός και εργατικός.
Από την άλλη πλευρά, διέθετε πολύ βαθύτερο διανοητικό και θεωρητικό ενδιαφέρον για τη θεολογία· ο νους του δεν ήταν καθόλου τέτοιος ώστε να υποτάσσει την αλήθεια της σκέψεως στην αλήθεια της πράξεως· και είχε σε σημαντικό βαθμό εκείνη τη λαμπρή διαλεκτική και ερευνητική διάθεση που τόσο έντονα ερεθίζει τους ηθικολόγους και τους πολιτικούς εναντίον των διανοουμένων, τους Βερνάρδους εναντίον των Αβελάρδων. Ακόμη και ως κήρυκας ήταν επιχειρηματολογικός· και μπορεί δικαίως να λεχθεί ότι πέθανε επιχειρηματολογώντας. Η δύναμή του βρισκόταν στην κριτική λογική· η αδυναμία του ήταν η σχεδόν πλήρης έλλειψη δημιουργικής φαντασίας.
Από τις λεπτομέρειες της ζωής του σχεδόν τίποτε δεν είναι γνωστό, εκτός από τα τρία χρόνια κατά τα οποία βρέθηκε στο εκτυφλωτικό φως της θεολογικής διαμάχης, ενώ τα περισσότερα από τα πολυάριθμα συγγράμματά του κάηκαν. Ωστόσο, χάρη σε μια σχεδόν μυθιστορηματική περιπέτεια της χειρόγραφης παραδόσεως, ένα συριακό χειρόγραφο του τελευταίου και εκτενούς έργου του, στο οποίο εξηγούσε και υπερασπιζόταν τον εαυτό του, του «Παζαριού του Ηρακλείδη» (The Bazaar of Heracleides), που είχε αρχικά γραφεί στα ελληνικά και αργότερα μεταφραστεί, ανακαλύφθηκε εκ νέου στο Κουρδιστάν στα τέλη του περασμένου αιώνα. Διαπιστώθηκε πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ήταν δικό του και μεταφράστηκε εκ νέου σε σύγχρονες ευρωπαϊκές γλώσσες.
Από αυτό το ατελείωτο αλλά ανεκτίμητης αξίας έργο μπορούμε να γνωρίσουμε τη δική του εκδοχή τόσο για τη διδασκαλία του όσο και για την καταδίκη του, καθώς και να αντλήσουμε λεπτομέρειες σχετικά με τις ύστερες απόψεις του για την εκκλησιαστική ιστορία της εποχής του.
Μετά την εγκατάστασή του στον θρόνο, ο Νεστόριος δεν έχασε χρόνο για να καταστήσει γνωστή τη γενική πολιτική του. Θεωρούσε τον εαυτό του μια νέα δύναμη κάθαρσης και σκόπευε να προχωρήσει σε έναν αδιάλλακτο «καθαρισμό». Την ημέρα της χειροτονίας του ζήτησε δημόσια από τον αυτοκράτορα πλήρη ελευθερία δράσεως για την καταστολή της αιρέσεως, υποσχόμενος ως αντάλλαγμα για μια τέτοια υπηρεσία προς τη Βασιλεία των ουρανών την πλήρη συνδρομή του πνευματικού βραχίονα για τη συντριβή των επίγειων εχθρών της αυτοκρατορίας.
Η διωκτική του διάθεση εκδηλώθηκε στην πράξη μέσα στην πρώτη κιόλας εβδομάδα. Άρχισε να κατεδαφίζει ένα ιδιωτικό παρεκκλήσιο στο οποίο οι τοπικοί Αρειανοί τελούσαν τη λατρεία τους· οι ιδιοκτήτες, σε απόγνωση, το πυρπόλησαν, και ακολούθησε μεγάλη πυρκαγιά. Από τότε ο αρχιεπίσκοπος έγινε γνωστός με το προσωνύμιο «Πυρπολητής» (Firebrand), τόσο στους αιρετικούς κύκλους όσο και μεταξύ των ίδιων των οπαδών του. Ήταν προμήνυμα της μελλοντικής του συμπεριφοράς.
Καταδίωξε με αμείλικτη ενεργητικότητα κάθε ομάδα ή παράταξη που διατηρούσε ανεξάρτητες απόψεις, τόσο μέσα όσο και έξω από τη νόμιμη σφαίρα της δικαιοδοσίας του, και δημιούργησε αντιπάλους ακόμη και ανάμεσα στους καλύτερους κληρικούς του.
Στα τέλη του έτους, πιθανότατα στο πλαίσιο μιας εκστρατείας εναντίον των επιζώντων οπαδών του Απολλιναρίου, ξεκίνησε έναν πόλεμο κηρυγμάτων εναντίον της χρήσεως του τίτλου Θεοτόκος, δηλαδή «Μητέρα του Θεού», για την Παρθένο Μαρία — τίτλου που είχε ήδη καθιερωθεί από παράδοση δύο αιώνων και είχε αγιασθεί από τη λαϊκή ευσέβεια.
Οι απλοί πιστοί της Εκκλησίας υπέθεσαν, με ένα συμπέρασμα τόσο φυσικό όσο και στην πραγματικότητα λανθασμένο, ότι θεωρούσε τον Λυτρωτή απλώς έναν θεόπνευστο άνθρωπο και ότι σκόπευε να αρνηθεί πως ήταν αληθινά Θεός. Στην πραγματικότητα, ο Νεστόριος εννοούσε μόνο ότι η θεότητα προϋπήρχε πριν από την Ενανθρώπηση και ότι, κατά την ίδια της τη φύση, δεν επηρεαζόταν ούτε από αυτήν ούτε από οποιοδήποτε άλλο γεγονός μέσα στη χρονική τάξη.
Ένας από τους ίδιους του τους κληρικούς αποδέχθηκε την πρόκληση. Οι άμβωνες αντήχησαν από τη διαμάχη. Ο Κύριλλος στην Αλεξάνδρεια διαμαρτυρήθηκε· ο πάπας της Ρώμης, στον οποίο ο Νεστόριος απέστειλε αντίγραφα των κηρυγμάτων του, άρχισε να διερευνά την υπόθεση.
Για άλλη μια φορά ήταν πλέον ολοφάνερο ότι η Κωνσταντινούπολη διατάρασσε την ειρήνη της Χριστιανοσύνης.
Αν ο Νεστόριος ήταν συνετός —πράγμα που δεν ήταν—, θα μπορούσε να είχε αναλογιστεί τις διαφορετικές στάσεις που είχε υιοθετήσει η Ρώμη απέναντι στον Χρυσόστομο και στον Απολλινάριο. Η Ρώμη είχε υποστηρίξει τον Χρυσόστομο, του οποίου τα σφάλματα ήταν πρακτικού χαρακτήρα και προέρχονταν από αυστηρό ζηλωτισμό. Στην περίπτωση όμως του Απολλιναρίου, η Ρώμη είχε προχωρήσει ακόμη περισσότερο από ό,τι ζητούσε η καταγγελτική επιστολή του Βασιλείου και είχε καταδικάσει τον παραβάτη όχι για τις παρανομίες του αλλά για την εσφαλμένη διδασκαλία του. Η Ρώμη δεν ανεχόταν ποτέ κάτι που θεωρούσε αίρεση· αν και δεν διέθετε πολλά δικά της δημιουργικά θεολογικά χαρίσματα, ασκούσε πιστή φρούρηση πάνω στα θεολογικά επιτεύγματα των άλλων.
Ο Νεστόριος θα έπρεπε να είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να εξηγήσει τη δική του διδασκαλία, για την οποία υπήρχαν άφθονες αυθεντίες στην Ανατολή, και να είχε αποφύγει περαιτέρω παράδοξες διατυπώσεις· σε αντίθεση με τον Χρυσόστομο, δεν είχε μια εξοργισμένη αυτοκράτειρα να τον καταδιώκει, και εφόσον δεν μπορούσε να αποδειχθεί εις βάρος του δογματική πλάνη που να ικανοποιεί έντιμα την κρίση του πάπα, ήταν απολύτως ασφαλής. Ήταν όμως προφανώς υπερβολικά βέβαιος για την ορθότητα της δικής του θέσεως, ώστε να θεωρήσει τις δογματικές κατηγορίες εναντίον του σοβαρή απειλή. Αντί γι’ αυτό, έγραψε στη Ρώμη μάλλον επιπόλαιες επιστολές, παρουσιάζοντας επιχειρηματολογικά τη δική του θεολογική δραστηριότητα και ζητώντας να πληροφορηθεί για ποιο λόγο ορισμένοι επιφανείς Πελαγιανοί, οι οποίοι είχαν καταδικαστεί ως αιρετικοί στη Ρώμη δέκα ή περισσότερα χρόνια νωρίτερα και βρίσκονταν τώρα ως πρόσφυγες στην Κωνσταντινούπολη, δεν θα έπρεπε να γίνουν δεκτοί σε εκκλησιαστική κοινωνία.
Από πλευράς τακτικής, οι επιστολές αυτές υπήρξαν μοιραίο σφάλμα. Όχι μόνο επιβεβαίωναν τις ενδείξεις που προέκυπταν από τα κηρύγματα τα οποία ο ίδιος ο Νεστόριος είχε στείλει στη Ρώμη, και από τα οποία ήδη συναγόταν το συμπέρασμα ότι πράγματι ήταν αιρετικός, αλλά φανέρωναν και μια επιλήψιμη τάση να θέτει υπό αμφισβήτηση τις δογματικές αποφάσεις της ρωμαϊκής έδρας σχετικά με άλλους αιρετικούς.
Ο συγγραφέας των επιστολών πρέπει να φάνηκε στον πάπα —ο οποίος ούτε γνώριζε ούτε ενδιαφερόταν για τις ιδιαίτερες ευαισθησίες των θεολόγων της Αντιοχείας— ως ένας άνθρωπος που αναμειγνυόταν αδιάκριτα σε θεολογικές έριδες και ως γενικός υποστηρικτής εσφαλμένων απόψεων. Τον Αύγουστο του 430 συγκλήθηκε σύνοδος στη Ρώμη, στην οποία καταδικάστηκε η διδασκαλία του Νεστορίου, ενώ ο ίδιος διατάχθηκε να την ανακαλέσει μέσα σε δέκα ημέρες, διαφορετικά να θεωρήσει τον εαυτό του καθαιρεμένο και αφορισμένο.
Ο Κύριλλος έλαβε την εντολή να εκτελέσει την απόφαση με την κοινή εξουσιοδότηση Αλεξανδρείας και Ρώμης· η Αντιόχεια και άλλες σημαντικές έδρες προσκλήθηκαν να ακολουθήσουν την ίδια πολιτική. Στην πραγματικότητα, ο Νεστόριος είχε υπερβεί κατά πολύ τα όρια· ακόμη και πριν φθάσουν τα νέα από τη Ρώμη, ο φίλος του Ιωάννης, επίσκοπος Αντιοχείας, τον συμβούλευσε να ανακαλέσει.
Στο μεταξύ, ο Κύριλλος είχε δημοσιεύσει πλήθος επιδέξια γραμμένων φυλλαδίων και επιστολών σχετικά με το θεολογικό ζήτημα, τρεις από τις οποίες απευθύνονταν σε διαφορετικά μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας. Προς το τέλος του έτους συγκάλεσε τοπική σύνοδο στην Αλεξάνδρεια και δημοσίευσε δώδεκα αναθεματισμούς εναντίον συμπερασμάτων που θεωρούσε ότι προέκυπταν από τη διδασκαλία του Νεστορίου· ο Νεστόριος απάντησε με δικούς του αντι-αναθεματισμούς εναντίον του Κυρίλλου.
Ποτέ δύο θεολόγοι δεν παρεξήγησαν τόσο ολοκληρωτικά ο ένας το νόημα του άλλου. Προσέγγιζαν το θέμα από εντελώς διαφορετικές οπτικές γωνίες, αλλά ως προς την ουσία δεν βρίσκονταν σε πλήρη και ασυμφιλίωτη αντίθεση. Η δυσκολία προέκυψε κυρίως επειδή, αντί να συνεννοηθούν μεταξύ τους για τον σκοπό, το νόημα και τις συνδηλώσεις των όρων που χρησιμοποιούσαν, ο καθένας εξήγαγε τα δικά του συμπεράσματα και υπέθετε ότι ο άλλος εννοούσε αυτό που θα εννοούσε ο ίδιος, εάν χρησιμοποιούσε παρόμοια γλώσσα.
Έτσι, ο Νεστόριος συμπέρανε ότι ο Κύριλλος ήταν Απολλιναριστής, ενώ ο Κύριλλος συμπέρανε ότι ο Νεστόριος ήταν Υιοθεσιανός. Σήμερα είναι δυνατόν να διακρίνουμε πόσο λανθασμένο ήταν καθένα από αυτά τα συμπεράσματα. Εκείνη την εποχή όμως ολόκληρη η σχολή της Αντιοχείας συσπειρώθηκε αμυντικά κάτω από τη σημαία του Νεστορίου, ενώ η Δύση, φοβούμενη μια νέα περίοδο μισού αιώνα ημιαρειανικών αντιπαραθέσεων, με την Κωνσταντινούπολη να λειτουργεί και πάλι ως κέντρο παραγωγής αιρέσεως, έριξε όλο το βάρος της υπέρ της Αλεξανδρείας.
Ό,τι άλλο και αν είχε επιτύχει, ο Νεστόριος είχε ασφαλώς κατορθώσει να διαιρέσει την ενότητα της Χριστιανοσύνης, η οποία μόλις είχε αποκατασταθεί. Και η διαίρεση αυτή δεν ήταν λιγότερο πραγματική επειδή η αιτία της ήταν μια διπλή διανοητική πλάνη, της οποίας πατέρας ήταν η αυταρχική ανυπομονησία και μητέρα η εκκλησιαστική ζηλοτυπία.
Ο αυτοκράτορας ίσως υποψιαζόταν ότι η σύγκρουση περιείχε περισσότερο παρεξήγηση παρά αίρεση· ασφαλώς δεν μπορούσε να μην αντιληφθεί τις καταστροφικές συνέπειες που θα προκαλούσε η διάσπαση. Έτσι, σε συνεννόηση με τον δυτικό συνάδελφό του, υιοθέτησε την πατροπαράδοτη αυτοκρατορική πολιτική της συγκλήσεως μιας Οικουμενικής Συνόδου, η οποία θα συνερχόταν στην Έφεσο το καλοκαίρι του 431 για να επιληφθεί της διαφοράς. Μέχρι να αποφασίσει η Σύνοδος, η απειλούμενη από τη Ρώμη ακοινωνησία του Νεστορίου έπρεπε κατ’ ανάγκην να παραμείνει σε αναστολή.
Όταν ήλθε η ώρα, ο Νεστόριος έφθασε με δέκα υποστηρικτές και ο Κύριλλος με πενήντα· οι επίσκοποι του πατριαρχείου Αντιοχείας καθυστέρησαν περισσότερο από δεκαπέντε ημέρες. Το διάστημα αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να είχε αξιοποιηθεί για συναντήσεις ανάμεσα στις κύριες πλευρές. Αντί γι’ αυτό, ο Μέμνων, ο τοπικός επίσκοπος, πείσθηκε να αντιμετωπίσει τον Νεστόριο σαν να είχε ήδη αφοριστεί, κλείνοντας τις εκκλησίες σε αυτόν και στους οπαδούς του· ο Κύριλλος δεν είχε έλθει στην Έφεσο για να συζητήσει τις διαφορές αλλά για να εφαρμόσει την πολιτική που είχε ήδη συμφωνηθεί ανάμεσα στον ίδιο και στον πάπα της Δύσεως.
Συνομιλίες πράγματι πραγματοποιήθηκαν, αλλά ο Κύριλλος δεν ήταν παρών. Δύο από τους οπαδούς του συζήτησαν με τον Νεστόριο· εκείνος έθετε ακαδημαϊκές δυσκολίες και διατύπωνε επιγραμματικά παράδοξα, τα οποία απλώς επιδείνωναν την κατάσταση· διότι οι συνομιλητές του δεν περίμεναν να ακούσουν τη διευκρίνιση των διανοητικών του αιχμών, αλλά τον κατηγόρησαν ότι εξέφερε αιρετικές θέσεις και έσπευσαν να αναφέρουν στον Κύριλλο την αδιαλλαξία του.
Σε μία από αυτές τις συναντήσεις ο Νεστόριος έκανε την περίφημη παρατήρηση με την οποία αρνήθηκε ότι ήταν ορθό να λέγεται πως ο Θεός ήταν τριών μηνών. Η φράση αυτή έχει συχνά παρατεθεί εσφαλμένα, σαν να αρνήθηκε ο Νεστόριος ότι ένα παιδί τριών μηνών μπορούσε να ονομαστεί Θεός· έτσι ακριβώς την αναφέρει λανθασμένα ακόμη και ο σύγχρονός του και συμπολίτης του στην Κωνσταντινούπολη, ο ιστορικός Σωκράτης (Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία 7.34).
Ο Νεστόριος όμως ασφαλώς δεν είπε αυτό, και όσα πράγματι είπε μπορούσαν απολύτως να ερμηνευθούν με ορθόδοξο τρόπο. Εννοούσε ότι, μολονότι ο Χριστός ήταν Θεός, μόνο η ανθρώπινη σωματική Του ύπαρξη, και όχι η θεία Του ύπαρξη, άρχισε να υπάρχει μέσα στον χρόνο και υπέστη τις μεταβολές της ανθρώπινης αναπτύξεως. Ωστόσο, αμέσως συνήχθη το συμπέρασμα ότι υιοθετούσε υιοθεσιανική θέση και ότι, κατά τη γνώμη του, ο Χριστός ήταν απλώς ένας αγαθός άνθρωπος προικισμένος με εξαιρετικά χαρίσματα θείας χάριτος.
Οι κατήγοροί του ήταν ειλικρινείς και πραγματικά θλίβονταν για την υποτιθέμενη αποστασία του. Το περιστατικό δείχνει απλώς την ανοησία τού να εκτοξεύει κανείς διανοητικά ευφυολογήματα εναντίον αντιπάλων που μιλούν διαφορετική θεολογική γλώσσα. Το μόνο που κατάφερε ήταν να πείσει την άλλη πλευρά για την αμετακίνητη στάση του και να ενισχύσει την απόφασή της να μη συνεχίσει τη συζήτηση αλλά να προχωρήσει σε κρίση.
Ύστερα από δεκαπέντε ημέρες, ο Κύριλλος έλαβε μηνύματα από τον Ιωάννη Αντιοχείας, ο οποίος δήλωνε ότι ήλπιζε να φθάσει στην Έφεσο μέσα σε πέντε ή έξι ημέρες και ότι, αν καθυστερούσε περισσότερο από αυτό, ο Κύριλλος μπορούσε να προχωρήσει στη Σύνοδο. Όμως η υπομονή του Κυρίλλου, ποτέ ιδιαίτερα μεγάλη όταν έφθανε η στιγμή της δράσεως, είχε πλέον εξαντληθεί πλήρως, και διέπραξε ένα σοβαρό σφάλμα.
Παρά τις διαμαρτυρίες του αυτοκρατορικού επιτρόπου, άνοιξε αμέσως τη Σύνοδο, επικαλούμενος όχι την εξουσία του αυτοκράτορα, ο οποίος επιθυμούσε να διεξαχθεί μια σοβαρή θεολογική διάσκεψη, αλλά την εξουσία της Ρώμης και της Αλεξανδρείας, οι οποίες σκόπευαν να καθαιρέσουν έναν επίμονο αιρετικό. Ο Νεστόριος αρνήθηκε να παραστεί και αποφασίστηκε η καθαίρεσή του.
Τέσσερις ημέρες αργότερα έφθασε ο Ιωάννης Αντιοχείας, συγκάλεσε δική του σύνοδο, στην οποία συμμετείχαν ο αυτοκρατορικός επίτροπος και οι φίλοι του Νεστορίου, και με τη σειρά του αποφάσισε την καθαίρεση του Κυρίλλου και του Μέμνονος.
Ήταν πλέον τα τέλη Ιουνίου. Τον Ιούλιο η σύνοδος του Κυρίλλου ενισχύθηκε με την άφιξη των Ρωμαίων λεγάτων, οι οποίοι επικύρωσαν τις αποφάσεις που είχαν ήδη ληφθεί και ανακοίνωσαν τη συγκατάθεση του πάπα στην καταδίκη του Νεστορίου· πέρα όμως από αυτό, τα γεγονότα στην Έφεσο είχαν οδηγηθεί σε αδιέξοδο, και το κρίσιμο πεδίο της αντιπαραθέσεως μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.
Συνεχίζεται 129
Του George Prestige
Τίτλος πρωτοτύπου:
Fathers and heretics: Six studies in dogmatic faith, with prologue and epilogue, being the Bampton Lectures for 1940
Εκδόσεις S. P. C. K London, 1977
Διάλεξη 6-Νεστόριος: ή, η λυτρωμένη ανθρωπότητα
Ο Νεστόριος έμοιαζε κατά ορισμένους τρόπους εκπληκτικά με τον Χρυσόστομο, ενώ κατά άλλους διέφερε από αυτόν ριζικά. Ήταν μοναχός, όπως υπήρξε και ο Χρυσόστομος έως ότου κλονίστηκε η υγεία του. Είχε γεννηθεί μέσα στα όρια του πατριαρχείου Αντιοχείας και είχε διαμορφωθεί υπό την επίδραση των μεγάλων διδασκάλων του. Ήταν δεινός ρήτορας του άμβωνα, τον οποίο χρησιμοποιούσε, όπως και ο Χρυσόστομος, για να ερμηνεύει τις Γραφές στον λαό. Ήταν ευσεβής, σοβαρός, ικανός και εργατικός.
Από την άλλη πλευρά, διέθετε πολύ βαθύτερο διανοητικό και θεωρητικό ενδιαφέρον για τη θεολογία· ο νους του δεν ήταν καθόλου τέτοιος ώστε να υποτάσσει την αλήθεια της σκέψεως στην αλήθεια της πράξεως· και είχε σε σημαντικό βαθμό εκείνη τη λαμπρή διαλεκτική και ερευνητική διάθεση που τόσο έντονα ερεθίζει τους ηθικολόγους και τους πολιτικούς εναντίον των διανοουμένων, τους Βερνάρδους εναντίον των Αβελάρδων. Ακόμη και ως κήρυκας ήταν επιχειρηματολογικός· και μπορεί δικαίως να λεχθεί ότι πέθανε επιχειρηματολογώντας. Η δύναμή του βρισκόταν στην κριτική λογική· η αδυναμία του ήταν η σχεδόν πλήρης έλλειψη δημιουργικής φαντασίας.
Από τις λεπτομέρειες της ζωής του σχεδόν τίποτε δεν είναι γνωστό, εκτός από τα τρία χρόνια κατά τα οποία βρέθηκε στο εκτυφλωτικό φως της θεολογικής διαμάχης, ενώ τα περισσότερα από τα πολυάριθμα συγγράμματά του κάηκαν. Ωστόσο, χάρη σε μια σχεδόν μυθιστορηματική περιπέτεια της χειρόγραφης παραδόσεως, ένα συριακό χειρόγραφο του τελευταίου και εκτενούς έργου του, στο οποίο εξηγούσε και υπερασπιζόταν τον εαυτό του, του «Παζαριού του Ηρακλείδη» (The Bazaar of Heracleides), που είχε αρχικά γραφεί στα ελληνικά και αργότερα μεταφραστεί, ανακαλύφθηκε εκ νέου στο Κουρδιστάν στα τέλη του περασμένου αιώνα. Διαπιστώθηκε πέρα από κάθε αμφιβολία ότι ήταν δικό του και μεταφράστηκε εκ νέου σε σύγχρονες ευρωπαϊκές γλώσσες.
Από αυτό το ατελείωτο αλλά ανεκτίμητης αξίας έργο μπορούμε να γνωρίσουμε τη δική του εκδοχή τόσο για τη διδασκαλία του όσο και για την καταδίκη του, καθώς και να αντλήσουμε λεπτομέρειες σχετικά με τις ύστερες απόψεις του για την εκκλησιαστική ιστορία της εποχής του.
Μετά την εγκατάστασή του στον θρόνο, ο Νεστόριος δεν έχασε χρόνο για να καταστήσει γνωστή τη γενική πολιτική του. Θεωρούσε τον εαυτό του μια νέα δύναμη κάθαρσης και σκόπευε να προχωρήσει σε έναν αδιάλλακτο «καθαρισμό». Την ημέρα της χειροτονίας του ζήτησε δημόσια από τον αυτοκράτορα πλήρη ελευθερία δράσεως για την καταστολή της αιρέσεως, υποσχόμενος ως αντάλλαγμα για μια τέτοια υπηρεσία προς τη Βασιλεία των ουρανών την πλήρη συνδρομή του πνευματικού βραχίονα για τη συντριβή των επίγειων εχθρών της αυτοκρατορίας.
Η διωκτική του διάθεση εκδηλώθηκε στην πράξη μέσα στην πρώτη κιόλας εβδομάδα. Άρχισε να κατεδαφίζει ένα ιδιωτικό παρεκκλήσιο στο οποίο οι τοπικοί Αρειανοί τελούσαν τη λατρεία τους· οι ιδιοκτήτες, σε απόγνωση, το πυρπόλησαν, και ακολούθησε μεγάλη πυρκαγιά. Από τότε ο αρχιεπίσκοπος έγινε γνωστός με το προσωνύμιο «Πυρπολητής» (Firebrand), τόσο στους αιρετικούς κύκλους όσο και μεταξύ των ίδιων των οπαδών του. Ήταν προμήνυμα της μελλοντικής του συμπεριφοράς.
Καταδίωξε με αμείλικτη ενεργητικότητα κάθε ομάδα ή παράταξη που διατηρούσε ανεξάρτητες απόψεις, τόσο μέσα όσο και έξω από τη νόμιμη σφαίρα της δικαιοδοσίας του, και δημιούργησε αντιπάλους ακόμη και ανάμεσα στους καλύτερους κληρικούς του.
Στα τέλη του έτους, πιθανότατα στο πλαίσιο μιας εκστρατείας εναντίον των επιζώντων οπαδών του Απολλιναρίου, ξεκίνησε έναν πόλεμο κηρυγμάτων εναντίον της χρήσεως του τίτλου Θεοτόκος, δηλαδή «Μητέρα του Θεού», για την Παρθένο Μαρία — τίτλου που είχε ήδη καθιερωθεί από παράδοση δύο αιώνων και είχε αγιασθεί από τη λαϊκή ευσέβεια.
Οι απλοί πιστοί της Εκκλησίας υπέθεσαν, με ένα συμπέρασμα τόσο φυσικό όσο και στην πραγματικότητα λανθασμένο, ότι θεωρούσε τον Λυτρωτή απλώς έναν θεόπνευστο άνθρωπο και ότι σκόπευε να αρνηθεί πως ήταν αληθινά Θεός. Στην πραγματικότητα, ο Νεστόριος εννοούσε μόνο ότι η θεότητα προϋπήρχε πριν από την Ενανθρώπηση και ότι, κατά την ίδια της τη φύση, δεν επηρεαζόταν ούτε από αυτήν ούτε από οποιοδήποτε άλλο γεγονός μέσα στη χρονική τάξη.
Ένας από τους ίδιους του τους κληρικούς αποδέχθηκε την πρόκληση. Οι άμβωνες αντήχησαν από τη διαμάχη. Ο Κύριλλος στην Αλεξάνδρεια διαμαρτυρήθηκε· ο πάπας της Ρώμης, στον οποίο ο Νεστόριος απέστειλε αντίγραφα των κηρυγμάτων του, άρχισε να διερευνά την υπόθεση.
Για άλλη μια φορά ήταν πλέον ολοφάνερο ότι η Κωνσταντινούπολη διατάρασσε την ειρήνη της Χριστιανοσύνης.
Αν ο Νεστόριος ήταν συνετός —πράγμα που δεν ήταν—, θα μπορούσε να είχε αναλογιστεί τις διαφορετικές στάσεις που είχε υιοθετήσει η Ρώμη απέναντι στον Χρυσόστομο και στον Απολλινάριο. Η Ρώμη είχε υποστηρίξει τον Χρυσόστομο, του οποίου τα σφάλματα ήταν πρακτικού χαρακτήρα και προέρχονταν από αυστηρό ζηλωτισμό. Στην περίπτωση όμως του Απολλιναρίου, η Ρώμη είχε προχωρήσει ακόμη περισσότερο από ό,τι ζητούσε η καταγγελτική επιστολή του Βασιλείου και είχε καταδικάσει τον παραβάτη όχι για τις παρανομίες του αλλά για την εσφαλμένη διδασκαλία του. Η Ρώμη δεν ανεχόταν ποτέ κάτι που θεωρούσε αίρεση· αν και δεν διέθετε πολλά δικά της δημιουργικά θεολογικά χαρίσματα, ασκούσε πιστή φρούρηση πάνω στα θεολογικά επιτεύγματα των άλλων.
Ο Νεστόριος θα έπρεπε να είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να εξηγήσει τη δική του διδασκαλία, για την οποία υπήρχαν άφθονες αυθεντίες στην Ανατολή, και να είχε αποφύγει περαιτέρω παράδοξες διατυπώσεις· σε αντίθεση με τον Χρυσόστομο, δεν είχε μια εξοργισμένη αυτοκράτειρα να τον καταδιώκει, και εφόσον δεν μπορούσε να αποδειχθεί εις βάρος του δογματική πλάνη που να ικανοποιεί έντιμα την κρίση του πάπα, ήταν απολύτως ασφαλής. Ήταν όμως προφανώς υπερβολικά βέβαιος για την ορθότητα της δικής του θέσεως, ώστε να θεωρήσει τις δογματικές κατηγορίες εναντίον του σοβαρή απειλή. Αντί γι’ αυτό, έγραψε στη Ρώμη μάλλον επιπόλαιες επιστολές, παρουσιάζοντας επιχειρηματολογικά τη δική του θεολογική δραστηριότητα και ζητώντας να πληροφορηθεί για ποιο λόγο ορισμένοι επιφανείς Πελαγιανοί, οι οποίοι είχαν καταδικαστεί ως αιρετικοί στη Ρώμη δέκα ή περισσότερα χρόνια νωρίτερα και βρίσκονταν τώρα ως πρόσφυγες στην Κωνσταντινούπολη, δεν θα έπρεπε να γίνουν δεκτοί σε εκκλησιαστική κοινωνία.
Από πλευράς τακτικής, οι επιστολές αυτές υπήρξαν μοιραίο σφάλμα. Όχι μόνο επιβεβαίωναν τις ενδείξεις που προέκυπταν από τα κηρύγματα τα οποία ο ίδιος ο Νεστόριος είχε στείλει στη Ρώμη, και από τα οποία ήδη συναγόταν το συμπέρασμα ότι πράγματι ήταν αιρετικός, αλλά φανέρωναν και μια επιλήψιμη τάση να θέτει υπό αμφισβήτηση τις δογματικές αποφάσεις της ρωμαϊκής έδρας σχετικά με άλλους αιρετικούς.
Ο συγγραφέας των επιστολών πρέπει να φάνηκε στον πάπα —ο οποίος ούτε γνώριζε ούτε ενδιαφερόταν για τις ιδιαίτερες ευαισθησίες των θεολόγων της Αντιοχείας— ως ένας άνθρωπος που αναμειγνυόταν αδιάκριτα σε θεολογικές έριδες και ως γενικός υποστηρικτής εσφαλμένων απόψεων. Τον Αύγουστο του 430 συγκλήθηκε σύνοδος στη Ρώμη, στην οποία καταδικάστηκε η διδασκαλία του Νεστορίου, ενώ ο ίδιος διατάχθηκε να την ανακαλέσει μέσα σε δέκα ημέρες, διαφορετικά να θεωρήσει τον εαυτό του καθαιρεμένο και αφορισμένο.
Ο Κύριλλος έλαβε την εντολή να εκτελέσει την απόφαση με την κοινή εξουσιοδότηση Αλεξανδρείας και Ρώμης· η Αντιόχεια και άλλες σημαντικές έδρες προσκλήθηκαν να ακολουθήσουν την ίδια πολιτική. Στην πραγματικότητα, ο Νεστόριος είχε υπερβεί κατά πολύ τα όρια· ακόμη και πριν φθάσουν τα νέα από τη Ρώμη, ο φίλος του Ιωάννης, επίσκοπος Αντιοχείας, τον συμβούλευσε να ανακαλέσει.
Στο μεταξύ, ο Κύριλλος είχε δημοσιεύσει πλήθος επιδέξια γραμμένων φυλλαδίων και επιστολών σχετικά με το θεολογικό ζήτημα, τρεις από τις οποίες απευθύνονταν σε διαφορετικά μέλη της αυτοκρατορικής οικογένειας. Προς το τέλος του έτους συγκάλεσε τοπική σύνοδο στην Αλεξάνδρεια και δημοσίευσε δώδεκα αναθεματισμούς εναντίον συμπερασμάτων που θεωρούσε ότι προέκυπταν από τη διδασκαλία του Νεστορίου· ο Νεστόριος απάντησε με δικούς του αντι-αναθεματισμούς εναντίον του Κυρίλλου.
Ποτέ δύο θεολόγοι δεν παρεξήγησαν τόσο ολοκληρωτικά ο ένας το νόημα του άλλου. Προσέγγιζαν το θέμα από εντελώς διαφορετικές οπτικές γωνίες, αλλά ως προς την ουσία δεν βρίσκονταν σε πλήρη και ασυμφιλίωτη αντίθεση. Η δυσκολία προέκυψε κυρίως επειδή, αντί να συνεννοηθούν μεταξύ τους για τον σκοπό, το νόημα και τις συνδηλώσεις των όρων που χρησιμοποιούσαν, ο καθένας εξήγαγε τα δικά του συμπεράσματα και υπέθετε ότι ο άλλος εννοούσε αυτό που θα εννοούσε ο ίδιος, εάν χρησιμοποιούσε παρόμοια γλώσσα.
Έτσι, ο Νεστόριος συμπέρανε ότι ο Κύριλλος ήταν Απολλιναριστής, ενώ ο Κύριλλος συμπέρανε ότι ο Νεστόριος ήταν Υιοθεσιανός. Σήμερα είναι δυνατόν να διακρίνουμε πόσο λανθασμένο ήταν καθένα από αυτά τα συμπεράσματα. Εκείνη την εποχή όμως ολόκληρη η σχολή της Αντιοχείας συσπειρώθηκε αμυντικά κάτω από τη σημαία του Νεστορίου, ενώ η Δύση, φοβούμενη μια νέα περίοδο μισού αιώνα ημιαρειανικών αντιπαραθέσεων, με την Κωνσταντινούπολη να λειτουργεί και πάλι ως κέντρο παραγωγής αιρέσεως, έριξε όλο το βάρος της υπέρ της Αλεξανδρείας.
Ό,τι άλλο και αν είχε επιτύχει, ο Νεστόριος είχε ασφαλώς κατορθώσει να διαιρέσει την ενότητα της Χριστιανοσύνης, η οποία μόλις είχε αποκατασταθεί. Και η διαίρεση αυτή δεν ήταν λιγότερο πραγματική επειδή η αιτία της ήταν μια διπλή διανοητική πλάνη, της οποίας πατέρας ήταν η αυταρχική ανυπομονησία και μητέρα η εκκλησιαστική ζηλοτυπία.
Ο αυτοκράτορας ίσως υποψιαζόταν ότι η σύγκρουση περιείχε περισσότερο παρεξήγηση παρά αίρεση· ασφαλώς δεν μπορούσε να μην αντιληφθεί τις καταστροφικές συνέπειες που θα προκαλούσε η διάσπαση. Έτσι, σε συνεννόηση με τον δυτικό συνάδελφό του, υιοθέτησε την πατροπαράδοτη αυτοκρατορική πολιτική της συγκλήσεως μιας Οικουμενικής Συνόδου, η οποία θα συνερχόταν στην Έφεσο το καλοκαίρι του 431 για να επιληφθεί της διαφοράς. Μέχρι να αποφασίσει η Σύνοδος, η απειλούμενη από τη Ρώμη ακοινωνησία του Νεστορίου έπρεπε κατ’ ανάγκην να παραμείνει σε αναστολή.
Όταν ήλθε η ώρα, ο Νεστόριος έφθασε με δέκα υποστηρικτές και ο Κύριλλος με πενήντα· οι επίσκοποι του πατριαρχείου Αντιοχείας καθυστέρησαν περισσότερο από δεκαπέντε ημέρες. Το διάστημα αυτό θα μπορούσε κάλλιστα να είχε αξιοποιηθεί για συναντήσεις ανάμεσα στις κύριες πλευρές. Αντί γι’ αυτό, ο Μέμνων, ο τοπικός επίσκοπος, πείσθηκε να αντιμετωπίσει τον Νεστόριο σαν να είχε ήδη αφοριστεί, κλείνοντας τις εκκλησίες σε αυτόν και στους οπαδούς του· ο Κύριλλος δεν είχε έλθει στην Έφεσο για να συζητήσει τις διαφορές αλλά για να εφαρμόσει την πολιτική που είχε ήδη συμφωνηθεί ανάμεσα στον ίδιο και στον πάπα της Δύσεως.
Συνομιλίες πράγματι πραγματοποιήθηκαν, αλλά ο Κύριλλος δεν ήταν παρών. Δύο από τους οπαδούς του συζήτησαν με τον Νεστόριο· εκείνος έθετε ακαδημαϊκές δυσκολίες και διατύπωνε επιγραμματικά παράδοξα, τα οποία απλώς επιδείνωναν την κατάσταση· διότι οι συνομιλητές του δεν περίμεναν να ακούσουν τη διευκρίνιση των διανοητικών του αιχμών, αλλά τον κατηγόρησαν ότι εξέφερε αιρετικές θέσεις και έσπευσαν να αναφέρουν στον Κύριλλο την αδιαλλαξία του.
Σε μία από αυτές τις συναντήσεις ο Νεστόριος έκανε την περίφημη παρατήρηση με την οποία αρνήθηκε ότι ήταν ορθό να λέγεται πως ο Θεός ήταν τριών μηνών. Η φράση αυτή έχει συχνά παρατεθεί εσφαλμένα, σαν να αρνήθηκε ο Νεστόριος ότι ένα παιδί τριών μηνών μπορούσε να ονομαστεί Θεός· έτσι ακριβώς την αναφέρει λανθασμένα ακόμη και ο σύγχρονός του και συμπολίτης του στην Κωνσταντινούπολη, ο ιστορικός Σωκράτης (Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία 7.34).
Ο Νεστόριος όμως ασφαλώς δεν είπε αυτό, και όσα πράγματι είπε μπορούσαν απολύτως να ερμηνευθούν με ορθόδοξο τρόπο. Εννοούσε ότι, μολονότι ο Χριστός ήταν Θεός, μόνο η ανθρώπινη σωματική Του ύπαρξη, και όχι η θεία Του ύπαρξη, άρχισε να υπάρχει μέσα στον χρόνο και υπέστη τις μεταβολές της ανθρώπινης αναπτύξεως. Ωστόσο, αμέσως συνήχθη το συμπέρασμα ότι υιοθετούσε υιοθεσιανική θέση και ότι, κατά τη γνώμη του, ο Χριστός ήταν απλώς ένας αγαθός άνθρωπος προικισμένος με εξαιρετικά χαρίσματα θείας χάριτος.
Οι κατήγοροί του ήταν ειλικρινείς και πραγματικά θλίβονταν για την υποτιθέμενη αποστασία του. Το περιστατικό δείχνει απλώς την ανοησία τού να εκτοξεύει κανείς διανοητικά ευφυολογήματα εναντίον αντιπάλων που μιλούν διαφορετική θεολογική γλώσσα. Το μόνο που κατάφερε ήταν να πείσει την άλλη πλευρά για την αμετακίνητη στάση του και να ενισχύσει την απόφασή της να μη συνεχίσει τη συζήτηση αλλά να προχωρήσει σε κρίση.
Ύστερα από δεκαπέντε ημέρες, ο Κύριλλος έλαβε μηνύματα από τον Ιωάννη Αντιοχείας, ο οποίος δήλωνε ότι ήλπιζε να φθάσει στην Έφεσο μέσα σε πέντε ή έξι ημέρες και ότι, αν καθυστερούσε περισσότερο από αυτό, ο Κύριλλος μπορούσε να προχωρήσει στη Σύνοδο. Όμως η υπομονή του Κυρίλλου, ποτέ ιδιαίτερα μεγάλη όταν έφθανε η στιγμή της δράσεως, είχε πλέον εξαντληθεί πλήρως, και διέπραξε ένα σοβαρό σφάλμα.
Παρά τις διαμαρτυρίες του αυτοκρατορικού επιτρόπου, άνοιξε αμέσως τη Σύνοδο, επικαλούμενος όχι την εξουσία του αυτοκράτορα, ο οποίος επιθυμούσε να διεξαχθεί μια σοβαρή θεολογική διάσκεψη, αλλά την εξουσία της Ρώμης και της Αλεξανδρείας, οι οποίες σκόπευαν να καθαιρέσουν έναν επίμονο αιρετικό. Ο Νεστόριος αρνήθηκε να παραστεί και αποφασίστηκε η καθαίρεσή του.
Τέσσερις ημέρες αργότερα έφθασε ο Ιωάννης Αντιοχείας, συγκάλεσε δική του σύνοδο, στην οποία συμμετείχαν ο αυτοκρατορικός επίτροπος και οι φίλοι του Νεστορίου, και με τη σειρά του αποφάσισε την καθαίρεση του Κυρίλλου και του Μέμνονος.
Ήταν πλέον τα τέλη Ιουνίου. Τον Ιούλιο η σύνοδος του Κυρίλλου ενισχύθηκε με την άφιξη των Ρωμαίων λεγάτων, οι οποίοι επικύρωσαν τις αποφάσεις που είχαν ήδη ληφθεί και ανακοίνωσαν τη συγκατάθεση του πάπα στην καταδίκη του Νεστορίου· πέρα όμως από αυτό, τα γεγονότα στην Έφεσο είχαν οδηγηθεί σε αδιέξοδο, και το κρίσιμο πεδίο της αντιπαραθέσεως μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη.
Συνεχίζεται 129
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου