Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Giorgio Agamben - Ο άνθρωπος χωρίς περιεχόμενο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Giorgio Agamben - Ο άνθρωπος χωρίς περιεχόμενο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

Ο άνθρωπος χωρίς περιεχόμενο

  Ο άνθρωπος χωρίς περιεχόμενο

Του Giorgio Agamben

Μετάφραση από τη γερμανική έκδοση: edition Suhrkamp, 2012

Τίτλος πρωτοτύπου: L`uomo senza contenuto, Rizzoli (Milano), 1970



Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο του Agamben. Προς το τέλος της δεκαετίας του ’60 παρακολούθησε σεμινάρια του Martin Heidegger στην γαλλική πόλη Le Thor. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1970. Με αυτοπεποίθηση και ριζοσπαστικότητα καταπιάνεται με κλασσικές τοποθετήσεις της αισθητικής και αντιπαραθέτει τον Πλάτωνα, τον Kant και τον Hegel με καλλιτέχνες και συγγραφείς της κλασσικής νεωτερικότητας. Σε μια εποχή, που η τέχνη δεν έχει πλέον την λειτουργία να φανερώνει την ουσία της πραγματικότητας, μεταβάλλεται σε μια αυτοκαταστροφική δύναμη, και ο καλλιτέχνης καθίσταται σύμφωνα με τον Agamben «Άνθρωπος χωρίς περιεχόμενο».

Περιεχόμενα

Κεφάλαιο 1: Αυτό που είναι το πιο τρομακτικό
Κεφάλαιο 2: Ο Frenhofer και ο σωσίας του
Κεφάλαιο 3: Ο άνθρωπος με γούστο και η διαλεκτική της διάσπασης
Κεφάλαιο 4: Η συλλογή περίεργων αντικειμένων
Κεφάλαιο 5: «Οι κριτικές για την τέχνη της ποίησης είναι πιο πολύτιμες από την τέχνη της ποίησης»
Κεφάλαιο 6: Ένα τίποτα που καταστρέφει τον εαυτό του
Κεφάλαιο 7: Η στέρηση είναι σαν ένα πρόσωπο
Κεφάλαιο 8: Ποίηση και πράξη
Κεφάλαιο 9: Η πρωταρχική δομή του έργου τέχνης
Κεφάλαιο 10: Οι άγγελοι της μελαγχολίας




Κεφάλαιο 1: Αυτό που είναι το πιο τρομακτικό

Στο τρίτο δοκίμιο της «Γενεαλογίας της Ηθικής», ο Nietzsche υποβάλλει σε μια ριζική κριτική τον ορισμό του ωραίου κατά τον Kant, ως ευχαρίστηση χωρίς ενδιαφέρον. Γράφει λοιπόν, πως ο Kant: «θέλησε να αποδώσει τιμή στην τέχνη, όταν από τις ιδιότητες που χαρακτηρίζουν το ωραίο προτίμησε και προέβαλε εκείνες, που αποτελούν απόδοση τιμής στην γνώση: το απρόσωπο και η γενική ισχύς. Αν αυτό δεν ήταν εν γένει ένα σφάλμα, δεν είναι εδώ ο τόπος να το διαπραγματευτούμε. Αυτό που θέλω να υπογραμμίσω, είναι πως ο Kant, όπως όλοι οι φιλόσοφοι, αντί να δει το πρόβλημα της αισθητικής από τη σκοπιά της εμπειρίας του καλλιτέχνη (του δημιουργού), συλλογίστηκε περί της τέχνης και του ωραίου μόνο από τη σκοπιά του «θεατή», και χωρίς να το αντιληφθεί έβαλε τον «θεατή» στην έννοια «ωραίο». Να ήταν τουλάχιστον αυτός ο «θεατής» επαρκώς γνωστός στον φιλόσοφο του ωραίου!-δηλαδή ως μια μεγάλη προσωπική πραγματικότητα και εμπειρία, ως μια πληρότητα με μοναδικά δικές του τις δυνατές εμπειρίες, επιθυμίες, εκπλήξεις, συγκινήσεις πάνω στο πεδίο του ωραίου! Το αντίθετο όμως, όπως φοβάμαι, ήταν σε όλους η περίπτωση: και έτσι λαμβάνουμε από αυτούς από την αρχή ορισμούς, στους οποίους, όπως και σε εκείνο τον διάσημο ορισμό του Kant για το ωραίο, λόγω έλλειψης πιο εκλεπτυσμένης εμπειρίας του εαυτού, κάθεται ένα θεμελιώδες με τη μορφή ενός χοντρού σκουληκιού. «Το ωραίο είναι, είχε πει ο Kant, αυτό που αρέσει χωρίς ενδιαφέρον». Χωρίς ενδιαφέρον! Ας συγκρίνουμε με αυτόν τον ορισμό εκείνο τον άλλο, που έδωσε ένας πραγματικός «θεατής» και καλλιτέχνης-ο Stendhal, που ονόμασε μια φορά το ωραίο une promesse de bonheur (υπόσχεση ευτυχίας). Εδώ είναι ακριβώς που απορρίπτεται και διαγράφεται, το μοναδικό πράγμα που ο Kant επισημαίνει για την αισθητική κατάσταση: le désintéressement. Ποιος έχει δίκαιο, ο Kant ή ο Stendhal;-Αφού οι αισθητικοί μας δεν κουράζονταν να προσθέτουν στη ζυγαριά υπέρ του Kant, πως υπό την επήρεια της ομορφιάς μπορεί να παρατηρήσει κανείς «χωρίς ενδιαφέρον» γυμνά γυναικεία αγάλματα, τότε μπορούμε να γελάσουμε λίγο εις βάρος τους: - οι εμπειρίες των καλλιτεχνών ως προς το δύσκολο αυτό σημείο «πιο ενδιαφέρουσες», και ο Πυγμαλίων δεν ήταν οπωσδήποτε ένας «άνθρωπος χωρίς αισθητική».

Η εμπειρία της τέχνης, όπως την περιγράφει με τα λόγια αυτά ο Nietzsche, δεν έχει τίποτα κοινό με την αισθητική. Έχει μάλλον τον σκοπό να καθαρίσει την έννοια του «ωραίου» από την αίσθηση, τον αισθησιασμό του παρατηρητή, ώστε να παρατηρήσει την τέχνη από τη σκοπιά του δημιουργού. Ο καθαρισμός αυτός προκύπτει από την αντιστροφή αυτού που είναι το έργο τέχνης από την προοπτική της παραδόσεως: στη θέση της διάστασης του αισθητικού-της αισθητηριακής οικειοποίησης του ωραίου αντικειμένου από τον παρατηρητή-μπαίνει η δημιουργική εμπειρία του καλλιτέχνη, ο οποίος αναγνωρίζει στο έργο του une promesse de bonheur. Στο εξώτερο σημείο της μοίρας της-«την ώρα της πιο κοντής σκιάς»-η τέχνη εγκαταλείπει τον ουδέτερο ορίζοντα της αισθητικής, για να αναγνωρίσει πάλι τον εαυτό της στην «χρυσή πλάκα» της βούλησης για δύναμη. Ο Πυγμαλίων, εκείνος ο γλύπτης, που παραδόθηκε με τέτοιο τρόπο στην αγάπη για το δημιούργημα του, ώστε εύχεται να μην ανήκει πια στη σφαίρα της τέχνης, αλλά της ζωής, είναι το σύμβολο αυτής της στροφής στην περιοχή του παρονομαστή της τέχνης, της μετάβασης από την ιδέα μιας αδιάφορης ομορφιάς στην ιδέα της ευτυχίας, της απεριόριστης επέκτασης και ανύψωσης των αξιών της ζωής. Μετατοπίζεται ταυτόχρονα το κέντρο βάρους του αναστοχασμού περί της τέχνης, από τον αδιάφορο παρατηρητή στον-ενδιαφερόμενο-καλλιτέχνη.

Το ότι προέβλεψε αυτή την μεταβολή, είναι μια μαρτυρία επιπλέον για την ορθότητα προρρήσεων του Nietzsche. Αν συγκρίνουμε αυτό το σημείο του τρίτου δοκιμίου της «Γενεαλογίας της ηθικής» με τις εκφράσεις που χρησιμοποιεί ο Antonin Artaud στον πρόλογο του έργου «Το θέατρο και τό διπλό του», για να περιγράψει τον επιθανάτιο αγώνα της δυτικής κουλτούρας, θα παρατηρήσουμε στο σημείο αυτό μια εκπληκτική συμφωνία. «Η αντίληψη που έχουμε εμείς στη Δύση περί τέχνης και περί του κέρδους που αποκομίζουμε από αυτήν, ευθύνεται για την απώλεια της κουλτούρας μας», γράφει ο Artaud: «Στη δική μας αμέτοχη αντίληψη περί τέχνης, μια αυθεντική κουλτούρα αντιπαραθέτει μια μαγική και άκρως εγωιστική, δηλαδή συμμετέχουσα αντίληψη». Η άποψη πως η τέχνη δεν είναι με κανένα τρόπο μια αδιάφορη εμπειρία, ήταν σε άλλες εποχές μια προφανώς γενική γνώση. Όταν ο Artaud επισημαίνει στο «Το θέατρο και η πανώλη» την απόφαση του Pontifex Maximus Scipio Nasica, να ισοπεδώσει όλα τα θέατρα της Ρώμης, όπως και (όταν επισημαίνει) τις επιθέσεις, στις οποίες ο άγιος Αυγουστίνος αφήνει ελεύθερο τον θυμό του κατά του θεάτρου, το οποίο προκαλεί το θάνατο της ψυχής, τότε στα λόγια του Artaud εκφράζεται ολόκληρη εκείνη η νοσταλγία, την οποία θα έπρεπε να νιώσει ένα πνεύμα, για το οποίο το θέατρο έχει σημασία «μόνο σε μια μαγική, τρομακτική σύνδεση με την πραγματικότητα και τον κίνδυνο», νοσταλγία για μια εποχή που κατείχε μια τέτοιου είδους συγκεκριμένη και πλήρους ενδιαφέροντος ιδέα για το θέατρο, ώστε να θεωρεί απαραίτητη την καταστροφή τους για τη σωτηρία της ψυχής και της πόλεως. Το ότι σήμερα μάταια θα ψάχναμε για τέτοιες απόψεις-ακόμα και ανάμεσα στους υποστηρικτές της λογοκρισίας-δεν χρειάζεται να το εξηγήσουμε ξεχωριστά. Το ότι όμως εκεί που εμφανίζεται για πρώτη φορά η αυτόνομη θεώρηση του αισθητικού φαινομένου-στην κοινωνία του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα-, αυτή λαμβάνει την μορφή μιας εκστρατείας μίσους κατά της τέχνης, είναι λιγότερο προφανές. Και όμως αυτό διαβάζουμε σε επισκοπικές εγκυκλίους, με τις οποίες απαγορεύονται από τις λειτουργίες οι μουσικές καινοτομίες της ars nova, δηλαδή η μετατροπία του άσματος και η χρήση του fractio vocis, καθώς αποσπούσαν την προσοχή των πιστών. Ο Nietzsche θα μπορούσε να είχε παραθέσει και ένα απόσπασμα από την Πολιτεία του Πλάτωνος, ανάμεσα στις μαρτυρίες για την τέχνη, που προκαλεί το ενδιαφέρον,- ένα απόσπασμα το οποίο επαναλαμβάνεται συχνά, όταν γίνεται λόγος για την τέχνη, χωρίς η στάση που εκφράζεται εκεί μέσα να είναι λιγότερο αποκρουστική στα μοντέρνα αυτιά. Όπως είναι γνωστό, ο Πλάτων βλέπει στον ποιητή μια απειλή για την κοινότητα και μια πιθανή αιτία για την παρακμή της. Γράφει λοιπόν, πως «Σε ένα άνδρα, … εάν ερχόταν στην πόλη και ήθελε να μας παρουσιάσει τα ποιήματα του, θα του δείχναμε τιμή σαν σε κάποιον ιερό και θαυμάσιο και ευγενή άνδρα, θα του λέγαμε όμως πως ένας τέτοιος δεν υπάρχει στην πόλη μας και ούτε του επιτρέπεται να μπει, και θα του αλείφαμε το κεφάλι με πολύ αλοιφή και θα το στεφανώναμε με μαλλί, και θα τον συνοδεύαμε σε μια άλλη πόλη» (Πολιτεία, ΙΙΙ, 398a). [Σημείωση του συγγραφέως: Ο Πλάτων προσδιορίζει αυτόν τον άνθρωπο ακριβέστερα ως κάποιον που «μπορεί να παρουσιαστεί με πολλές μορφές και να μιμηθεί όλα τα πράγματα». Το σημείο λοιπόν αυτό δεν αναφέρεται στην διηγηματική ποίηση (διήγησις), αλλά στην μιμητική ποίηση (η οποία προσπαθεί μέσω της μίμησης των παθών, να προκαλέσει τα ίδια πάθη στις ψυχές των ακροατών). Εάν η καταδίκη των ποιητών εκ μέρους του Πλάτωνα δεν συνδέεται με μια θεωρία των σχέσεων μεταξύ γλώσσας και εξουσίας, η βάση της θα παραμείνει ακατανόητη. Γιατί εκείνη η καταδίκη βασίζεται στην ανακάλυψη, πως μια αρχή, η οποία εθεωρείτο μέχρι και την σοφιστική ως αληθής, έχασε την ισχύ της: Δηλαδή, πως η γλώσσα καθ’ εαυτή αποκλείει τη δυνατότητα εξουσίας. Η εξουσία ανήκε από την στιγμή εκείνη πλήρως στην περιοχή της ποιητικής χρήσης της γλώσσας. Μετά την ανακάλυψη αυτή όμως, ο Πλάτων κινήθηκε με συνέπεια, όταν όρισε πως οι μορφές της ποίησης, και οι ρυθμοί μάλιστα και οι διαστάσεις των στίχων, έπρεπε να επιβλέπονται από τους ελεγκτές που όριζε η Πολιτεία. Πρέπει επίσης να επισημανθεί, πως η εισβολή της εξουσίας στη γλώσσα, την οποία διαπίστωσε ο Πλάτων κατά τη διάρκεια του λεγόμενου ελληνικού Διαφωτισμού, φάνηκε επί τω έργω στο τέλος του 18ου αιώνα, την εποχή δηλαδή του μοντέρνου Διαφωτισμού, ως συγκεκριμένο μάλιστα πρόγραμμα στους libertins. Από αυτή την σκοπιά, η πρόθεση να «διαφωτιστούν» οι συνειδήσεις, και η μεγάλη σημασία της ελευθερίας της γνώμης, δε θα έπρεπε να χωριστεί από την αντίδραση (Rekurs) στην γλωσσική εξουσία.].

Και με μια στροφή, η οποία μόνο τρόμο μπορεί να προκαλέσει στην ευαισθησία μας, ο Πλάτων συμπληρώνει αργότερα, πως αυτό πρέπει να γίνει, γιατί «στην Πολιτεία μπορεί να γίνει αποδεκτό μόνο εκείνο το μέρος της ποιητικής τέχνης, που δημιουργεί ύμνους για τους Θεούς και εγκώμια για τους ενάρετους άνδρες» (Πολιτεία, X 607a).

Αλλά και πριν από τον Πλάτωνα βρίσκουμε μια τέτοια απόρριψη ή τουλάχιστον υποψία, που σχτίζεται με την τέχνη, και μάλιστα στο λόγο ενός ποιητή. Στο τέλος του πρώτου στάσιμου της «Αντιγόνης», ο Σοφοκλής βάζει τον χορό να χαρακτηρίσει τον άνθρωπο, εφόσον κατέχει τέχνη (με την ευρεία έννοια, την οποία οι Έλληνες προσέδιδαν στον όρο, τέχνη σημαίνει την ικανότητα να δημιουργήσεις ένα πράγμα, να το φέρεις από το μη είναι στο είναι), ως το «το πιο τρομακτικό πράγμα». Η δύναμη αυτή, εξηγεί παρακάτω ο χορός, μπορεί να οδηγήσει στη σωτηρία, αλλά και στην καταστροφή επίσης, προτού (ο χορός) συμπυκνώσει την θέση του σε ένα απόφθεγμα, που προλαμβάνει την εκδίωξη των ποιητών εκ μέρους του Πλάτωνα:

«Ποτέ να μην είναι φιλοξενούμενος στο κοπάδι μου,
Ποτέ φίλος με τον οποίο μοιράζομαι τη στάση ζωής
Όποιος κάνει τέτοια πράγματα». (Σοφοκλέους Αντιγόνη, 372-375)


Συνεχίζεται

Μιά ζωή χωρίς περιεχόμενο

"Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η κηδεία είναι πιο σημαντική από τον νεκρό, ο γάμος είναι πιο σημαντικός από την αγάπη και η εμφάνιση είναι πιο σημαντική από το μυαλό. Ζούμε σε μια κουλτούρα συσκευασίας που περιφρονεί το περιεχόμενο."

 Σερ Άντονι Χόπκινς 

Ο άνθρωπος χωρίς περιεχόμενο Roberto Pecchioli


Τώρα πιά προωθημένοι στην Τρίτη χιλιετία της χριστιανικής εποχής -την τελευταία, αν πιστεύουμε μόνο σε υλικά σημάδια- βρισκόμαστε στην παρουσία ενός ανθρώπου χωρίς περιεχόμενο, έτοιμο να υπερβαθεί, να ξεπεραστεί από την ανησυχητική φιγούρα του υπερανθρώπου, του υβριδοποιημένου κυβερνοανθρώπου, καθοδηγούμενο από το μηχάνημα, εισβολή από τεχνητές συσκευές. Ο Άνθρωπος Χωρίς Περιεχόμενο είναι ένα δοκίμιο για τη φιλοσοφία της τέχνης του Giorgio Agamben που εξερευνά τη σύγχρονη αισθητική μέσα από το πρίσμα της αυτοεξόντωσης της τέχνης.

Ένας αυτοεκμηδενισμός που εκτείνεται σε ολόκληρη την κατάσταση του δυτικού ανθρώπου: χωρίς περιεχόμενο γιατί, έχοντας γίνει υγρός (η τυχερή διαίσθηση του Μπάουμαν) έχασε την ικανότητα να παραμένει αυτόνομος, συμπαγής, προικισμένος με ταυτότητα. Η φύση των υγρών είναι να εξατμίζονται αν δεν είναι κλεισμένα σε δοχείο, του οποίου το σχήμα παίρνουν προσωρινά. Η κυρίαρχη κουλτούρα της Δύσης έκανε πρώτα τα παιδιά της ρευστά, μετά η μεταμοντέρνα Πανδώρα άνοιξε το κουτί. Το υγρό έχει εξαπλωθεί: ένα μέρος, που υποβάλλεται σε θερμότητα, έχει εξατμιστεί πιο γρήγορα ή έχει περάσει σε αέρια κατάσταση. Πιστός στη σύγχρονη αντιστροφή και απόρριψη της φύσης, ο αέριος άνθρωπος εξατμίζεται προς τα κάτω χωρίς να παρατηρεί την παρακμή, τη διακηρυγμένη σάν πρόοδο, την απελευθέρωση, την αφύπνιση (woke: ξύπνημα).

Οι περισσότεροι έχουν μετατραπεί σε αχυράνθρωπους του Thomas S. Eliot. «Είμαστε οι άδειοι άνθρωποι/είμαστε οι λούτρινοι/ που ακουμπάμε ο ένας στον άλλο/ τα κεφάλια μας γεμάτα άχυρα». Και μετά: «φιγούρα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα / παράλυτη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση. (…) Τα μάτια δεν είναι εδώ. Δεν υπάρχουν μάτια εδώ. / Σε αυτή την κοιλάδα των αστεριών που πεθαίνουν. / Σε αυτήν την άδεια κοιλάδα». Ακόμα πιο κρύο είναι το τέλος, με τη γραμμή να επαναλαμβάνεται τρεις φορές: «έτσι τελειώνει ο κόσμος. Όχι με συντριβή, αλλά με θρήνο». Έκανε λάθος: ο κόσμος μας δεν τελειώνει με θρήνο, αλλά με χειροκρότημα, ανάμεσα σε έναν μακάβριο χορό στον Τιτανικό και σε ένα ακατανόητο άγχος/λαχτάρα αυτοδιάλυσης.

Χωρίς περιεχόμενο, σβησμένοι από ένα επίμονο έργο αποδόμησης, οι άνδρες της Δύσης καθισμένοι στην άβυσσο θυμούνται έναν στίχο του Antonio Machado για την παρακμή της Καστίλλης, την περιοχή που έκανε την Ισπανία αυτοκρατορία: "Castilla miserable, un dia dominadora, envuelta en sus andrajos, desprecia cuanto ignore". Η άθλια (ταλαίπωρη) Καστίλλη, άλλοτε κυρίαρχος, τυλιγμένη στα κουρέλια της, περιφρονεί όσα αγνοεί. Και στους δύο ποιητές, πολύ διαφορετικούς ως προς τη θεματολογία, τη φύση και τις ιδέες, υπάρχει το προαίσθημα της ματαίωσης, της απουσίας περιεχομένου, μεταξύ κενών ανθρώπων και η άγνοια του εαυτού που επιδεικνύεται με τρελή περηφάνια. Χωρίς άλλο περιεχόμενο εκτός από τα άχυρα, τα τεχνάσματα ή το αυτομαστίγωμα, έχουμε θυσιάσει τα πάντα «σε μια εργαζόμενη ευφυΐα, οικοδόμο ενός κόσμου, μιας κοινωνίας, ενός τεχνητού τύπου ανθρώπου» (Marcel De Corte).

Η κουλτούρα της ακύρωσης εισχωρεί, καθιστώντας τη διάλυση ένα θετικό είδωλο: όχι μόνο οι ετεροφυλόφιλοι, δηλαδή οι κανονικοί, λευκοί άντρες πρέπει να απολογηθούν - προνομιούχοι κληρονόμοι της ιστορίας - αλλά είναι ολόκληρη η ανθρώπινη παρουσία στη γη που πρέπει να αποσυρθεί, να εξαφανιστεί λόγω παραβίασης της Γαίας και του τρυματισμού των ταμπού τού φύλου και τού πράσινου. Μια αυτοκαταστροφική παρόρμηση που δεν μπορούν πια να την συλλάβουν οι φορείς της γιατί ορισμένες διαδικασίες, μόλις ξεκινήσουν, καταλήγουν να βαδίζουν μόνες τους, δηλαδή - τρομερό παράδοξο - να παράγουν θάνατο που πέρασε (πλασάρεται) ως πολιτισμός, τελική απελευθέρωση, αγάπη για το «περιβάλλον», στο οποίο καταβάλλεται μια ανιμιστική λατρεία.

Στον αγγλοσαξονικό κόσμο υπάρχουν κινήματα ανδρικής γνώμης που πρεσβεύουν και εξασκούν τις βαζεκτομές (στείρωση) για να μην κινδυνεύουν να «κάνουν» παιδιά, αυτό το φρικτό μηχανικό ρήμα εφαρμόζεται στη ζωή. Αυτοτρόμος, λαχτάρα για εξαφάνιση, cupio dissolvi (επιθυμία να σβήσει κανείς τον εαυτό του). Ίσως θα δούμε μαζικές αυτοκτονίες «αφυπνισμένων» ανθρώπων (προσωρινά), πεπεισμένοι ότι σώζουν τον κόσμο καταστρέφοντας τον εαυτό τους, τη φυλή και το είδος στο οποίο ανήκουν, το φύλο και τον πολιτισμό στον οποίο γεννήθηκαν. Η ιστορία είναι μάρτυρας των μαζικών αυτοκτονιών της λατρείας του Τζιμ Τζόουνς στο Γουάκο και των οπαδών του Τσαρλς Μάνσον, του δολοφόνου της ηθοποιού Σάρον Τέιτ.

Η αυτοκτονία συνιστάται έντονα στην αγγλοσαξονική περιοχή και σε ορισμένες χώρες της Βόρειας Ευρώπης σε ηλικιωμένους, ασθενείς, καταθλιπτικούς και τώρα και σε φτωχούς. Είναι η Μαλθουσιανή λύση που προτάθηκε πριν από μισό αιώνα από τη Λέσχη της Ρώμης του Aurelio Peccei, ανθρώπου εμπιστοσύνης του Ροκφέλερ. Αδύναμες, εύθραυστες, φοβισμένες γενιές. Μισός αιώνας κατήχησης και καταστροφής ταυτοτήτων -ακόμη και των πιο οικείων και προσωπικών- σε συνδυασμό με μια προκαλούμενη αδυναμία χαρακτήρα, θέλησης, ικανότητας. Ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1960 με τα μαζικά ναρκωτικά στο όνομα του "ταξιδιού", του ταξιδιού που τους απομάκρυνε από την πραγματικότητα και στο μεταξύ αποδυνάμωσε το σώμα σκοτώνοντας το πνεύμα, με το soundtrack της κατάλληλης μουσικής και έναν παγκόσμιο ύμνο, Imagine του John Lennon, κορυφαίου μηδενισμού για τη χρήση των μαζών της νεολαίας. Το όπιο που χορηγείται στους ανθρώπους: αυτό δεν είναι καινούργιο για την αγγλοσαξονική δύναμη, η οποία εξαπέλυσε πολέμους για τον έλεγχο της αγοράς ναρκωτικών τον 19ο αιώνα τών λαών τής Ανατολής, με σκοπό να τους αποδυναμώσει και να τους αποικίσει. 

Το λαμπρό σύγχρονο κόλπο ήταν να αντικαταστήσει την πραγματικότητα με επιθυμίες που προκλήθηκαν σε έναν τυποποιημένο κόσμο, που κυριαρχούσε η ίδια ιδεολογία. Λειτουργεί η συμμαχία ενός τραγέλαφου που σχηματίστηκε από τον παγκοσμιοποιητικό καπιταλισμό και τον ιδεολογικό προοδευτισμό. Οι μεν το αποκαλούν χειραφέτηση, απελευθέρωση. Οι άλλοι - οι εμπνευστές - ανάπτυξη, κατανάλωση, εκσυγχρονισμός. Κοινός τόπος είναι ο ξεριζωμός: ελεύθερος είναι αυτός που ξεφορτώνεται τους δεσμούς και τα υπάρχοντα, ρευστός στον υγρό κόσμο, βυθισμένος στις επιθυμίες και όχι αγκυροβολημένος και πιστός στη φύση. Ο ψεύτικος πολίτης του κόσμου, ένας άνθρωπος χωρίς σύνορα (συμπεριλαμβανομένων των σεξουαλικών), το χειραφετημένο και παγκόσμιο άτομο.

Η εξαιρετική νίκη του φιλελεύθερου καπιταλισμού - που έγινε φιλελεύθερος μηδενισμός - ήταν να πείσει τις επαναστατημένες γενιές να πολεμήσουν τον Θεό, τη χώρα και την οικογένεια σε μια αντικαπιταλιστική λειτουργία. Ένα μοιραίο λάθος: αυτά ήταν τα εμπόδια από τα οποία ήθελε -η υλική θρησκεία του χρήματος και η απουσία ορίων- να απελευθερωθεί για να αναπτύξει όλη την καταστροφική της δύναμη. Ο μαρξιστικός κόσμος έχει παραμελήσει το μάθημα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, στο οποίο ο ιδρυτής είχε ταυτίσει το καπιταλιστικό συμφέρον να διαλύσει «όλες τις σταθερές και αμετακίνητες κοινωνικές σχέσεις, με τη συνέχιση των παραδοσιακών και αξιοσέβαστων αντιλήψεων και ιδεών». Αποτέλεσμα: μια μειωμένη ανθρωπότητα, που αποτελείται από καταναγκαστικούς καταναλωτές.

Ένας αριστερός αιρετικός, ο Cristopher Lasch, το κατάλαβε: «απελευθερώνεται κανείς από την παράδοση μόνο για να υποκύψει στην τυραννία της μόδας». Ελευθερία που περιορίζεται στην ικανοποίηση συνεχών επιθυμιών, ανεξάρτητα από το πόσο παράλογη ή παράξενη είναι, η επιλογή μεταξύ προϊόντων, επωνυμιών, προσυσκευασμένων απόψεων, που διαδίδονται από influencers, που υιοθετούνται - εδώ βρίσκεται η δολοπλοκία - πείθοντας ολόκληρες γενιές ότι είναι οι πρωταγωνιστές αυτών τών επιλογών. Πώς πέτυχε ένα τέτοιο αποτέλεσμα μετά από έναν βομβαρδισμό μέσων ενημέρωσης και πολιτισμού άνω του μισού αιώνα με επίκεντρο τη δογματική της ισότητας και τον μύθο της προόδου;

Για το τελευταίο, η ανάλυση του Michel Onfray στη Θεωρία της Δικτατορίας είναι αξεπέραστη: «αυτό που μας παρουσιάζεται ως πρόοδος είναι στην πραγματικότητα μια πορεία προς τον μηδενισμό, μια πρόοδος προς το τίποτα, μια κίνηση προς την καταστροφή. (…). Η λατρεία ότι σήμερα όλοι οι άνθρωποι που διεκδικούν για τους εαυτούς τους το προσόν της προοδευτικής ψήφου για την πρόοδο για το απλό γεγονός και μόνο ότι είναι πρόοδος μοιάζει με γονυκλισία (γενναιοδωρία) μπροστά στην άβυσσο (...) Η πρόοδος έχει γίνει φετίχ και ο προοδευτισμός έχει μετατραπεί σε θρησκεία μιας εποχής χωρίς εμπειρίες του ιερού, έχει γίνει η ελπίδα αυτών των απελπισμένων καιρών, η πίστη ενός πολιτισμού χωρίς πίστη».

Ο ρόλος της ιδεολογίας του ίδιου είναι τεράστιος, δηλαδή η μετατροπή της ισότητας - αρχής που ασκεί ισχυρή γοητεία - σε μια αφηρημένη έννοια της αδιαφορίας και της γενικευμένης ισοδυναμίας. Η συνέπεια, επισημαίνει ο De Benoist, "είναι ότι αν όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, όλες οι απόψεις τους είναι επίσης ισοδύναμες". Εξ ου και ο σχετικισμός και η επιβολή της αξιολογικής ουδετερότητας του κράτους, που γίνεται ηθική αδιαφορία και κυριαρχία των κυρίαρχων ιδεών - κατέστησαν τέτοιες από τη δύναμη των μέσων ενημέρωσης και του πολιτιστικού μηχανισμού της κοινωνίας του θεάματος, που κατευθύνεται, προσανατολίζεται και ανήκει στην ολιγαρχία.

Η επιλογή της ουδετερότητας, εξάλλου, κάθε άλλο παρά ουδέτερη είναι: κερδίζει αυτός που μπορεί να φωνάξει πιο δυνατά, ο πιο δυνατός επειδή ο πιο πλούσιος, κερδίζει. Επιπλέον, οι λεγόμενες ανοιχτές φιλελεύθερες κοινωνίες, όπως θεωρούσε ο Karl Popper, «δεν παραδέχονται ότι οι αντιφιλελεύθερες θεωρίες μπορούν να έχουν την ίδια αξία με τις φιλελεύθερες. Και η άποψη σύμφωνα με την οποία όλες οι απόψεις είναι ίσες δεν μας εμποδίζει να κινητοποιηθούμε εναντίον ορισμένων από αυτές, ξεκινώντας από την άποψη ότι δεν είναι όλες οι απόψεις ίσες». (A. De Benoist)

Και αν το ξερίζωμα εξαφανίζει τα πάντα εκτός από την ανάγκη για ρίζες, που είναι εγγενείς στον άνθρωπο, ακόμη και η ιδέα της ισότητας αντιμετωπίζει μια διπλή αντίρρηση. Δεν αντέχει στη δοκιμασία των γεγονότων επειδή οι άνθρωποι είναι προφανώς διαφορετικοί και επειδή ακόμη και σε κοινωνίες με προγραμματική ισότητα υπάρχει πάντα κάποιος πιο ίσος από τους άλλους -δηλαδή προνομιούχος ή σε ανώτερη θέση- όπως έδειξε ο George Orwell στο Animal Farm, όπου, σημειωτέον, την εξουσία τήν παίρνουν τα γουρούνια.

Ομοίως, η ισότητα καταρρέει στον «μιμητικό ανταγωνισμό», που θεωρεί ο ο René Girard. «Η έννοια της επιθυμίας είναι τελείως διαφορετική από αυτή της όρεξης: θέλεις κάτι επειδή το θέλει και ο άλλος, είναι η μιμητική αρχή που κινεί το άτομο στην κοινωνικότητά του». Η ιδεολογία του ίδιου επιτείνει την επιθυμία να διακρίνει κανείς τον εαυτό του ακόμη πιο δυναμικά, επειδή απαγορεύει τη διάκριση. Οι άνθρωποι φοβούνται την αδιαφοροποίηση, σημάδι και προϊόν κοινωνικής αποσύνθεσης. Είναι η ισότητα, αν και φαίνεται να είναι παράδοξο, που προκαλεί αμοιβαίο φόβο καθώς αρνείται τις διαφορές κατ' αρχήν. Φοβόμαστε περισσότερο το Ίδιο παρά τον Άλλο.

Η ανταλλαγή προϋποθέτει τον Άλλο, διαφορετικά κάποιος απλά απαγγέλλει έναν γλυκανάλατο μονόλογο σατανικό. Ο διάλογος προϋποθέτει ετερότητα. Στη συνέχεια, υπάρχει, στην κυρίαρχη κουλτούρα, η τάση να τίθεται η διαφορά, που θεωρείται πολεμική και αποκλειστική, ενάντια στη διαφορετικότητα. Η τελευταία δεν είναι η εριστική, ανταγωνιστική σημαία των ένοπλων μειονοτήτων μεταξύ τους, αλλά η εναρμονισμένη σύνθεση των διαφορών. Μια κοινωνία όπου όλοι είναι "σαν όλους τους άλλους", είναι μια αποπνικτική έρημος στην οποία όλοι είναι ανταλλάξιμοι, διαθέσιμοι, χωρίς το δικό τους περιεχόμενο: το όνειρο των ολοκληρωτισμών κάθε προσήμου και χρώματος.

Ασυνείδητα, ακόμη και ο σύγχρονος homo aequalis, παρά την κατήχηση, εξακολουθεί να βρίσκει τρόπους να διακρίνεται, για να μην είναι, τουλάχιστον κατά κάποιο τρόπο, «όπως όλοι οι άλλοι». Η διαφήμιση - ο μάστερ της κοινωνικής ψυχολογίας - το γνωρίζει αυτό και δρα με διακριτικότητα σε αυτήν την αναπόδραστη πτυχή της ανθρώπινης ψυχής. Την ώρα που είναι υποχρεωτικό να είσαι «inclusive: μη αποκλειστικός», πολλαπλασιάζονται τα μηνύματα για υιοθέτηση «αποκλειστικών» συνηθειών και γεύσεων, δηλαδή ατομικών, κατά προτίμηση προσανατολισμένων στην ευδιάκριτη κατανάλωση. Η έκφραση επινοήθηκε από τον Αμερικανό κοινωνιολόγο Thorsten Veblen για να υποδηλώσει τρόπους ζωής και συμπεριφορές που ευνοούν την κατοχή προϊόντων και αντικειμένων που προορίζονται να μας στολίσουν, αλλά κυρίως να μας διακρίνουν.

Τα σημερινά τατουάζ φαίνεται να ανταποκρίνονται στην ίδια λογική: ακόμα και αν για τη μόδα, κάποιος θέλει να γίνει μοναδικός, να δημιουργήσει μια διάκριση, να σηματοδοτήσει μια προσωπική διαφορά. Η ισότητα περιλαμβάνει τα πάντα (εκτός από τα χρήματα), αλλά το αντίθετό της πηγαίνει πίσω από το παράθυρο. Άλλωστε η διαφορά είναι παράγοντας αντίστασης, άρα ελευθερίας. Όσο πιο ίσοι είμαστε, τόσο πιο εύπλαστοι είμαστε, απειλούμενοι από την προπαγάνδα, από εξαρτήσεις, από συλλογική, μη στοχαστική συμπεριφορά. Αυτός που σκέφτεται έχει περιεχόμενο, είναι και ο ίδιος περιεχόμενο. Γι' αυτό μας θέλουν άδειους, παραγεμισμένους, μαζικά παραγόμενους, εξαρτημένους από την παιδική ηλικία, αδύναμους, νωθρούς, πλαδαρούς. Ο άνθρωπος με περιεχόμενο είναι ένα ελεύθερο, αυτόνομο ον, εν δυνάμει εχθρός της εξουσίας γιατί είναι φίλος του εαυτού του και αναζητητής της αλήθειας.

Κάθε ανθρώπινο μάτι κοιτάζει, βλέπει και αντιλαμβάνεται διαφορετικά από όλα τα άλλα: αυτή είναι η υπέρτατη ομορφιά της κατάστασής μας. Επομένως μας θέλουν χωρίς περιεχόμενο και χωρίς μάτια να βλέπουμε. Είναι η λυρική διαίσθηση του ποιητή: άνθρωποι στερημένοι από περιεχόμενο, γεμάτοι άχυρα, άδειασαν τά μάτια για να δουν καιτήν ψυχή για να νιώσουν: περαστικοί στην έρημο.

L’uomo senza contenuto – Ricognizioni

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2024

Μιά ζωή χωρίς περιεχόμενο

"Ζούμε σε έναν κόσμο όπου η κηδεία είναι πιο σημαντική από τον νεκρό, ο γάμος είναι πιο σημαντικός από την αγάπη και η εμφάνιση είναι πιο σημαντική από το μυαλό. Ζούμε σε μια κουλτούρα συσκευασίας που περιφρονεί το περιεχόμενο."

 Σερ Άντονι Χόπκινς 

 https://anastasiosk.blogspot.com/2024/07/blog-post_277.html

Τετάρτη 8 Μαΐου 2024

Ο άνθρωπος χωρίς περιεχόμενο Roberto Pecchioli

Τώρα πιά προωθημένοι στην Τρίτη χιλιετία της χριστιανικής εποχής -την τελευταία, αν πιστεύουμε μόνο σε υλικά σημάδια- βρισκόμαστε στην παρουσία ενός ανθρώπου χωρίς περιεχόμενο, έτοιμο να υπερβαθεί, να ξεπεραστεί από την ανησυχητική φιγούρα του υπερανθρώπου, του υβριδοποιημένου κυβερνοανθρώπου, καθοδηγούμενο από το μηχάνημα, εισβολή από τεχνητές συσκευές. Ο Άνθρωπος Χωρίς Περιεχόμενο είναι ένα δοκίμιο για τη φιλοσοφία της τέχνης του Giorgio Agamben που εξερευνά τη σύγχρονη αισθητική μέσα από το πρίσμα της αυτοεξόντωσης της τέχνης

Ένας αυτοεκμηδενισμός που εκτείνεται σε ολόκληρη την κατάσταση του δυτικού ανθρώπου: χωρίς περιεχόμενο γιατί, έχοντας γίνει υγρός (η τυχερή διαίσθηση του Μπάουμαν) έχασε την ικανότητα να παραμένει αυτόνομος, συμπαγής, προικισμένος με ταυτότητα. Η φύση των υγρών είναι να εξατμίζονται αν δεν είναι κλεισμένα σε δοχείο, του οποίου το σχήμα παίρνουν προσωρινά. Η κυρίαρχη κουλτούρα της Δύσης έκανε πρώτα τα παιδιά της ρευστά, μετά η μεταμοντέρνα Πανδώρα άνοιξε το κουτί. Το υγρό έχει εξαπλωθεί: ένα μέρος, που υποβάλλεται σε θερμότητα, έχει εξατμιστεί πιο γρήγορα ή έχει περάσει σε αέρια κατάσταση. Πιστός στη σύγχρονη αντιστροφή και απόρριψη της φύσης, ο αέριος άνθρωπος εξατμίζεται προς τα κάτω χωρίς να παρατηρεί την παρακμή, τη διακηρυγμένη σάν πρόοδο, την απελευθέρωση, την αφύπνιση (woke: ξύπνημα).

Οι περισσότεροι έχουν μετατραπεί σε αχυράνθρωπους του Thomas S. Eliot. «Είμαστε οι άδειοι άνθρωποι/είμαστε οι λούτρινοι/ που ακουμπάμε ο ένας στον άλλο/ τα κεφάλια μας γεμάτα άχυρα». Και μετά: «φιγούρα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα / παράλυτη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση. (…) Τα μάτια δεν είναι εδώ. Δεν υπάρχουν μάτια εδώ. / Σε αυτή την κοιλάδα των αστεριών που πεθαίνουν. / Σε αυτήν την άδεια κοιλάδα». Ακόμα πιο κρύο είναι το τέλος, με τη γραμμή να επαναλαμβάνεται τρεις φορές: «έτσι τελειώνει ο κόσμος. Όχι με συντριβή, αλλά με θρήνο». Έκανε λάθος: ο κόσμος μας δεν τελειώνει με θρήνο, αλλά με χειροκρότημα, ανάμεσα σε έναν μακάβριο χορό στον Τιτανικό και σε ένα ακατανόητο άγχος/λαχτάρα αυτοδιάλυσης.

Χωρίς περιεχόμενο, σβησμένοι από ένα επίμονο έργο αποδόμησης, οι άνδρες της Δύσης καθισμένοι στην άβυσσο θυμούνται έναν στίχο του Antonio Machado για την παρακμή της Καστίλλης, την περιοχή που έκανε την Ισπανία αυτοκρατορία: "Castilla miserable, un dia dominadora, envuelta en sus andrajos, desprecia cuanto ignore". Η άθλια (ταλαίπωρη) Καστίλλη, άλλοτε κυρίαρχος, τυλιγμένη στα κουρέλια της, περιφρονεί όσα αγνοεί. Και στους δύο ποιητές, πολύ διαφορετικούς ως προς τη θεματολογία, τη φύση και τις ιδέες, υπάρχει το προαίσθημα της ματαίωσης, της απουσίας περιεχομένου, μεταξύ κενών ανθρώπων και η άγνοια του εαυτού που επιδεικνύεται με τρελή περηφάνια. Χωρίς άλλο περιεχόμενο εκτός από τα άχυρα, τα τεχνάσματα ή το αυτομαστίγωμα, έχουμε θυσιάσει τα πάντα «σε μια εργαζόμενη ευφυΐα, οικοδόμο ενός κόσμου, μιας κοινωνίας, ενός τεχνητού τύπου ανθρώπου» (Marcel De Corte).

Η κουλτούρα της ακύρωσης εισχωρεί, καθιστώντας τη διάλυση ένα θετικό είδωλο: όχι μόνο οι ετεροφυλόφιλοι, δηλαδή οι κανονικοί, λευκοί άντρες πρέπει να απολογηθούν - προνομιούχοι κληρονόμοι της ιστορίας - αλλά είναι ολόκληρη η ανθρώπινη παρουσία στη γη που πρέπει να αποσυρθεί, να εξαφανιστεί λόγω παραβίασης της Γαίας και του τρυματισμού των ταμπού τού φύλου και τού πράσινου. Μια αυτοκαταστροφική παρόρμηση που δεν μπορούν πια να την συλλάβουν οι φορείς της γιατί ορισμένες διαδικασίες, μόλις ξεκινήσουν, καταλήγουν να βαδίζουν μόνες τους, δηλαδή - τρομερό παράδοξο - να παράγουν θάνατο που πέρασε (πλασάρεται) ως πολιτισμός, τελική απελευθέρωση, αγάπη για το «περιβάλλον», στο οποίο καταβάλλεται μια ανιμιστική λατρεία.

Στον αγγλοσαξονικό κόσμο υπάρχουν κινήματα ανδρικής γνώμης που πρεσβεύουν και εξασκούν τις βαζεκτομές (στείρωση) για να μην κινδυνεύουν να «κάνουν» παιδιά, αυτό το φρικτό μηχανικό ρήμα εφαρμόζεται στη ζωή. Αυτοτρόμος, λαχτάρα για εξαφάνιση, cupio dissolvi (επιθυμία να σβήσει κανείς τον εαυτό του). Ίσως θα δούμε μαζικές αυτοκτονίες «αφυπνισμένων» ανθρώπων (προσωρινά), πεπεισμένοι ότι σώζουν τον κόσμο καταστρέφοντας τον εαυτό τους, τη φυλή και το είδος στο οποίο ανήκουν, το φύλο και τον πολιτισμό στον οποίο γεννήθηκαν. Η ιστορία είναι μάρτυρας των μαζικών αυτοκτονιών της λατρείας του Τζιμ Τζόουνς στο Γουάκο και των οπαδών του Τσαρλς Μάνσον, του δολοφόνου της ηθοποιού Σάρον Τέιτ.

Η αυτοκτονία συνιστάται έντονα στην αγγλοσαξονική περιοχή και σε ορισμένες χώρες της Βόρειας Ευρώπης σε ηλικιωμένους, ασθενείς, καταθλιπτικούς και τώρα και σε φτωχούς. Είναι η Μαλθουσιανή λύση που προτάθηκε πριν από μισό αιώνα από τη Λέσχη της Ρώμης του Aurelio Peccei, ανθρώπου εμπιστοσύνης του Ροκφέλερ. Αδύναμες, εύθραυστες, φοβισμένες γενιές. Μισός αιώνας κατήχησης και καταστροφής ταυτοτήτων -ακόμη και των πιο οικείων και προσωπικών- σε συνδυασμό με μια προκαλούμενη αδυναμία χαρακτήρα, θέλησης, ικανότητας. Ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1960 με τα μαζικά ναρκωτικά στο όνομα του "ταξιδιού", του ταξιδιού που τους απομάκρυνε από την πραγματικότητα και στο μεταξύ αποδυνάμωσε το σώμα σκοτώνοντας το πνεύμα, με το soundtrack της κατάλληλης μουσικής και έναν παγκόσμιο ύμνο, Imagine του John Lennon, κορυφαίου μηδενισμού για τη χρήση των μαζών της νεολαίας. Το όπιο που χορηγείται στους ανθρώπους: αυτό δεν είναι καινούργιο για την αγγλοσαξονική δύναμη, η οποία εξαπέλυσε πολέμους για τον έλεγχο της αγοράς ναρκωτικών τον 19ο αιώνα τών λαών τής Ανατολής, με σκοπό να τους αποδυναμώσει και να τους αποικίσει. 

Το λαμπρό σύγχρονο κόλπο ήταν να αντικαταστήσει την πραγματικότητα με επιθυμίες που προκλήθηκαν σε έναν τυποποιημένο κόσμο, που κυριαρχούσε η ίδια ιδεολογία. Λειτουργεί η συμμαχία ενός τραγέλαφου που σχηματίστηκε από τον παγκοσμιοποιητικό καπιταλισμό και τον ιδεολογικό προοδευτισμό. Οι μεν το αποκαλούν χειραφέτηση, απελευθέρωση. Οι άλλοι - οι εμπνευστές - ανάπτυξη, κατανάλωση, εκσυγχρονισμός. Κοινός τόπος είναι ο ξεριζωμός: ελεύθερος είναι αυτός που ξεφορτώνεται τους δεσμούς και τα υπάρχοντα, ρευστός στον υγρό κόσμο, βυθισμένος στις επιθυμίες και όχι αγκυροβολημένος και πιστός στη φύση. Ο ψεύτικος πολίτης του κόσμου, ένας άνθρωπος χωρίς σύνορα (συμπεριλαμβανομένων των σεξουαλικών), το χειραφετημένο και παγκόσμιο άτομο.

Η εξαιρετική νίκη του φιλελεύθερου καπιταλισμού - που έγινε φιλελεύθερος μηδενισμός - ήταν να πείσει τις επαναστατημένες γενιές να πολεμήσουν τον Θεό, τη χώρα και την οικογένεια σε μια αντικαπιταλιστική λειτουργία. Ένα μοιραίο λάθος: αυτά ήταν τα εμπόδια από τα οποία ήθελε -η υλική θρησκεία του χρήματος και η απουσία ορίων- να απελευθερωθεί για να αναπτύξει όλη την καταστροφική της δύναμη. Ο μαρξιστικός κόσμος έχει παραμελήσει το μάθημα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, στο οποίο ο ιδρυτής είχε ταυτίσει το καπιταλιστικό συμφέρον να διαλύσει «όλες τις σταθερές και αμετακίνητες κοινωνικές σχέσεις, με τη συνέχιση των παραδοσιακών και αξιοσέβαστων αντιλήψεων και ιδεών». Αποτέλεσμα: μια μειωμένη ανθρωπότητα, που αποτελείται από καταναγκαστικούς καταναλωτές.

Ένας αριστερός αιρετικός, ο Cristopher Lasch, το κατάλαβε: «απελευθερώνεται κανείς από την παράδοση μόνο για να υποκύψει στην τυραννία της μόδας». Ελευθερία που περιορίζεται στην ικανοποίηση συνεχών επιθυμιών, ανεξάρτητα από το πόσο παράλογη ή παράξενη είναι, η επιλογή μεταξύ προϊόντων, επωνυμιών, προσυσκευασμένων απόψεων, που διαδίδονται από influencers, που υιοθετούνται - εδώ βρίσκεται η δολοπλοκία - πείθοντας ολόκληρες γενιές ότι είναι οι πρωταγωνιστές αυτών τών επιλογών. Πώς πέτυχε ένα τέτοιο αποτέλεσμα μετά από έναν βομβαρδισμό μέσων ενημέρωσης και πολιτισμού άνω του μισού αιώνα με επίκεντρο τη δογματική της ισότητας και τον μύθο της προόδου;

Για το τελευταίο, η ανάλυση του Michel Onfray στη Θεωρία της Δικτατορίας είναι αξεπέραστη: «αυτό που μας παρουσιάζεται ως πρόοδος είναι στην πραγματικότητα μια πορεία προς τον μηδενισμό, μια πρόοδος προς το τίποτα, μια κίνηση προς την καταστροφή. (…). Η λατρεία ότι σήμερα όλοι οι άνθρωποι που διεκδικούν για τους εαυτούς τους το προσόν της προοδευτικής ψήφου για την πρόοδο για το απλό γεγονός και μόνο ότι είναι πρόοδος μοιάζει με γονυκλισία (γενναιοδωρία) μπροστά στην άβυσσο (...) Η πρόοδος έχει γίνει φετίχ και ο προοδευτισμός έχει μετατραπεί σε θρησκεία μιας εποχής χωρίς εμπειρίες του ιερού, έχει γίνει η ελπίδα αυτών των απελπισμένων καιρών, η πίστη ενός πολιτισμού χωρίς πίστη».

Ο ρόλος της ιδεολογίας του ίδιου είναι τεράστιος, δηλαδή η μετατροπή της ισότητας - αρχής που ασκεί ισχυρή γοητεία - σε μια αφηρημένη έννοια της αδιαφορίας και της γενικευμένης ισοδυναμίαςΗ συνέπεια, επισημαίνει ο De Benoist, "είναι ότι αν όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, όλες οι απόψεις τους είναι επίσης ισοδύναμες". Εξ ου και ο σχετικισμός και η επιβολή της αξιολογικής ουδετερότητας του κράτους, που γίνεται ηθική αδιαφορία και κυριαρχία των κυρίαρχων ιδεών - κατέστησαν τέτοιες από τη δύναμη των μέσων ενημέρωσης και του πολιτιστικού μηχανισμού της κοινωνίας του θεάματος, που κατευθύνεται, προσανατολίζεται και ανήκει στην ολιγαρχία.

Η επιλογή της ουδετερότητας, εξάλλου, κάθε άλλο παρά ουδέτερη είναι: κερδίζει αυτός που μπορεί να φωνάξει πιο δυνατά, ο πιο δυνατός επειδή ο πιο πλούσιος, κερδίζει. Επιπλέον, οι λεγόμενες ανοιχτές φιλελεύθερες κοινωνίες, όπως θεωρούσε ο Karl Popper, «δεν παραδέχονται ότι οι αντιφιλελεύθερες θεωρίες μπορούν να έχουν την ίδια αξία με τις φιλελεύθερες. Και η άποψη σύμφωνα με την οποία όλες οι απόψεις είναι ίσες δεν μας εμποδίζει να κινητοποιηθούμε εναντίον ορισμένων από αυτές, ξεκινώντας από την άποψη ότι δεν είναι όλες οι απόψεις ίσες». (A. De Benoist)

Και αν το ξερίζωμα εξαφανίζει τα πάντα εκτός από την ανάγκη για ρίζες, που είναι εγγενείς στον άνθρωπο, ακόμη και η ιδέα της ισότητας αντιμετωπίζει μια διπλή αντίρρηση. Δεν αντέχει στη δοκιμασία των γεγονότων επειδή οι άνθρωποι είναι προφανώς διαφορετικοί και επειδή ακόμη και σε κοινωνίες με προγραμματική ισότητα υπάρχει πάντα κάποιος πιο ίσος από τους άλλους -δηλαδή προνομιούχος ή σε ανώτερη θέση- όπως έδειξε ο George Orwell στο Animal Farm, όπου, σημειωτέον, την εξουσία τήν παίρνουν τα γουρούνια.

Ομοίως, η ισότητα καταρρέει στον «μιμητικό ανταγωνισμό», που θεωρεί ο ο René Girard«Η έννοια της επιθυμίας είναι τελείως διαφορετική από αυτή της όρεξης: θέλεις κάτι επειδή το θέλει και ο άλλος, είναι η μιμητική αρχή που κινεί το άτομο στην κοινωνικότητά του». Η ιδεολογία του ίδιου επιτείνει την επιθυμία να διακρίνει κανείς τον εαυτό του ακόμη πιο δυναμικά, επειδή απαγορεύει τη διάκριση. Οι άνθρωποι φοβούνται την αδιαφοροποίηση, σημάδι και προϊόν κοινωνικής αποσύνθεσης. Είναι η ισότητα, αν και φαίνεται να είναι παράδοξο, που προκαλεί αμοιβαίο φόβο καθώς αρνείται τις διαφορές κατ' αρχήν. Φοβόμαστε περισσότερο το Ίδιο παρά τον Άλλο.

Η ανταλλαγή προϋποθέτει τον Άλλο, διαφορετικά κάποιος απλά απαγγέλλει έναν γλυκανάλατο μονόλογο σατανικό. Ο διάλογος προϋποθέτει ετερότητα. Στη συνέχεια, υπάρχει, στην κυρίαρχη κουλτούρα, η τάση να τίθεται η διαφορά, που θεωρείται πολεμική και αποκλειστική, ενάντια στη διαφορετικότητα. Η τελευταία δεν είναι η εριστική, ανταγωνιστική σημαία των ένοπλων μειονοτήτων μεταξύ τους, αλλά η εναρμονισμένη σύνθεση των διαφορών. Μια κοινωνία όπου όλοι είναι "σαν όλους τους άλλους", είναι μια αποπνικτική έρημος στην οποία όλοι είναι ανταλλάξιμοι, διαθέσιμοι, χωρίς το δικό τους περιεχόμενο: το όνειρο των ολοκληρωτισμών κάθε προσήμου και χρώματος.

Ασυνείδητα, ακόμη και ο σύγχρονος homo aequalis, παρά την κατήχηση, εξακολουθεί να βρίσκει τρόπους να διακρίνεται, για να μην είναι, τουλάχιστον κατά κάποιο τρόπο, «όπως όλοι οι άλλοι». Η διαφήμιση - ο μάστερ της κοινωνικής ψυχολογίας - το γνωρίζει αυτό και δρα με διακριτικότητα σε αυτήν την αναπόδραστη πτυχή της ανθρώπινης ψυχής. Την ώρα που είναι υποχρεωτικό να είσαι «inclusive: μη αποκλειστικός», πολλαπλασιάζονται τα μηνύματα για υιοθέτηση «αποκλειστικών» συνηθειών και γεύσεων, δηλαδή ατομικών, κατά προτίμηση προσανατολισμένων στην ευδιάκριτη κατανάλωση. Η έκφραση επινοήθηκε από τον Αμερικανό κοινωνιολόγο Thorsten Veblen για να υποδηλώσει τρόπους ζωής και συμπεριφορές που ευνοούν την κατοχή προϊόντων και αντικειμένων που προορίζονται να μας στολίσουν, αλλά κυρίως να μας διακρίνουν.

Τα σημερινά τατουάζ φαίνεται να ανταποκρίνονται στην ίδια λογική: ακόμα και αν για τη μόδα, κάποιος θέλει να γίνει μοναδικός, να δημιουργήσει μια διάκριση, να σηματοδοτήσει μια προσωπική διαφορά. Η ισότητα περιλαμβάνει τα πάντα (εκτός από τα χρήματα), αλλά το αντίθετό της πηγαίνει πίσω από το παράθυρο. Άλλωστε η διαφορά είναι παράγοντας αντίστασης, άρα ελευθερίας. Όσο πιο ίσοι είμαστε, τόσο πιο εύπλαστοι είμαστε, απειλούμενοι από την προπαγάνδα, από εξαρτήσεις, από συλλογική, μη στοχαστική συμπεριφορά. Αυτός που σκέφτεται έχει περιεχόμενο, είναι και ο ίδιος περιεχόμενο. Γι' αυτό μας θέλουν άδειους, παραγεμισμένους, μαζικά παραγόμενους, εξαρτημένους από την παιδική ηλικία, αδύναμους, νωθρούς, πλαδαρούς. Ο άνθρωπος με περιεχόμενο είναι ένα ελεύθερο, αυτόνομο ον, εν δυνάμει εχθρός της εξουσίας γιατί είναι φίλος του εαυτού του και αναζητητής της αλήθειας.

Κάθε ανθρώπινο μάτι κοιτάζει, βλέπει και αντιλαμβάνεται διαφορετικά από όλα τα άλλα: αυτή είναι η υπέρτατη ομορφιά της κατάστασής μας. Επομένως μας θέλουν χωρίς περιεχόμενο και χωρίς μάτια να βλέπουμε. Είναι η λυρική διαίσθηση του ποιητή: άνθρωποι στερημένοι από περιεχόμενο, γεμάτοι άχυρα, άδειασαν τά μάτια για να δουν καιτήν ψυχή για να νιώσουν: περαστικοί στην έρημο.

L’uomo senza contenuto – Ricognizioni

ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΙΜΕΝΕΣ ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ; ΔΕΝ ΗΤΤΗΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ ΠΟΥ ΕΣΕΡΝΕ Ο ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΟΣ; ΔΕΝ ΕΒΑΖΑΝ ΤΟΥΣ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΥΣ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ ΝΑ ΚΗΡΥΤΤΟΥΝ ΤΟΝ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΜΒΩΝΕΣ, ΣΕ ΕΝΑ ΥΠΝΩΤΙΣΜΕΝΟ ΚΟΠΑΔΙ ΠΡΟΒΑΤΑ;

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2024

Ο άνθρωπος χωρίς περιεχόμενο(2)

 Συνέχεια από:  Τετάρτη 20 Μαρτίου 2024

Ο άνθρωπος χωρίς περιεχόμενο

Του Giorgio Agamben



Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο του Agamben. Προς το τέλος της δεκαετίας του ’60 παρακολούθησε σεμινάρια του Martin Heidegger στην γαλλική πόλη Le Thor. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1970. Με αυτοπεποίθηση και ριζοσπαστικότητα καταπιάνεται με κλασσικές τοποθετήσεις της αισθητικής και αντιπαραθέτει τον Πλάτωνα, τον Kant και τον Hegel με καλλιτέχνες και συγγραφείς της κλασσικής νεωτερικότητας. Σε μια εποχή, που η τέχνη δεν έχει πλέον την λειτουργία να φανερώνει την ουσία της πραγματικότητας, μεταβάλλεται σε μια αυτοκαταστροφική δύναμη, και ο καλλιτέχνης καθίσταται σύμφωνα με τον Agamben «Άνθρωπος χωρίς περιεχόμενο».

Κεφάλαιο 1: Αυτό που είναι το πιο τρομακτικό β


Ο Edgar Wind είχε επισημάνει, πως η καταδικαστική κρίση του Πλάτωνα, που μας φαίνεται τόσο απρόσμενη, οφείλεται στο ότι η τέχνη δεν ασκεί πάνω μας την ίδια επίδραση, την οποία είχε στον Πλάτωνα. Η τέχνη λοιπόν γίνεται από μας τόσο φιλάνθρωπα αποδεκτή, γιατί βγήκε από την σφαίρα του ενδιαφέροντος, και μπήκε στη σφαίρα όπου είναι απλώς «ενδιαφέρουσα». Σε ένα προσχέδιο για το μυθιστόρημα «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες», όταν ακόμα η κεντρική μορφή δεν είχε για τον Μούζιλ ακόμα ξεκάθαρα διαμορφωθεί, ο Ulrich (στο προσχέδιο έχει το όνομα Anders) καταλαμβάνεται από μια ακατανίκητη επιθυμία την στιγμή που μπαίνει στο δωμάτιο όπου η Αγάθη παίζει πιάνο, και η επιθυμία αυτή τον ωθεί να πυροβολήσει με το περίστροφο το πιάνο, το οποίο γέμιζε το σπίτι με μια τόσο άχαρη ομορφιά. Και εμείς μάλλον θα συμφωνούσαμε με τον Nietzsche-εάν κάναμε αντικείμενο μιας αμείλικτης ανάλυσης την ειρηνόφιλη προσοχή μας, που χαρακτηρίζει την στάση μας προς την τέχνη-σύμφωνα με τον οποίο, η εποχή του δεν έχει απολύτως κανένα δικαίωμα δώσει απάντηση στην ερώτηση του Πλάτωνα περί της ηθικής επιρροής της τέχνης, για τον εξής λόγο: «Αν είχαμε εμείς τέχνη-που έχουμε την επιρροή, οποιαδήποτε επιρροή της τέχνης;» (Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο).

Ο Πλάτων, όπως και ολόκληρος ο κλασσικός-ελληνικός κόσμος, είχε ένα άλλο είδος εμπειρίας με την τέχνη-μια εμπειρία, που είχε λίγα κοινά με το ενδιαφέρον και την αισθητική απόλαυση. Η εξουσία την οποία ασκούσε η τέχνη πάνω στην ψυχή, του φαινόταν αρκετή για να καταστρέψει τις βάσεις της πολιτείας του. Την απαγόρευσε όμως απρόθυμα και αναγκαστικά, «καθώς γνωρίζουμε, ότι και εμάς μας ελκύει» ( ὡς σύνισμέν γε ἡμῖν αὐτοῖς κηλουμένοις ὑπ᾽ αὐτῆς). Για να προσδιορίσει τις επιρροές της τέχνης πάνω στην ψυχή, ο Πλάτων χρησιμοποιεί τη διατύπωση «θείος φόβος»-μια έκφραση που σήμερα δεν μας φαίνεται καθόλου κατάλληλη για να προσδιορίσει φόρμες, μέσα στις οποίες στρεφόμαστε προς την τέχνη ως προσεκτικοί-διαθέσιμοι παρατηρητές. Και όμως, βρισκόμαστε αντιμέτωποι ακριβώς με αυτό, και από ένα σημείο και μετά, όλο και συχνότερα: Πρέπει απλώς να δούμε τις σημειώσεις, στις οποίες οι καλλιτέχνες της νεωτερικότητας κατέγραψαν τις εμπειρίες τους με την τέχνη.

Παράλληλα προς τη διαδικασία, στην πορεία της οποίας ο παρατηρητής εισχώρησε κρυφά στην έννοια της τέχνης (με αποτέλεσμα η τέχνη να προσλάβει την αξία ως ‘τόπος ουράνιος’ του αισθητικού), στη σφαίρα του καλλιτέχνη συνέβη η εντελώς αντίθετη εξέλιξη. Για εκείνον που τη δημιουργεί, η τέχνη καθίσταται μια όλο και πιο τρομακτική εμπειρία. Έχοντας υπόψιν την εμπειρία αυτή, η έννοια μιας με ενδιαφέρον παρατήρησης της τέχνης, μπορεί στην καλύτερη περίπτωση να γίνει αποδεκτή μόνο ως ευφημισμός. Γιατί αυτό που διακυβεύεται εδώ δεν είναι σε καμιά περίπτωση η δημιουργία ενός ωραίου έργου. Για εκείνον που το δημιουργεί, το έργο τέχνης είναι μάλλον μια υπόθεση, στην οποία πρόκειται περί ζωής ή θανάτου του δημιουργού του, ή όπου διακυβεύεται η πνευματική του αρτιμέλεια. Η αυξανόμενη έλλειψη κινδύνου που χαρακτηρίζει τη συνάντηση του παρατηρητή της τέχνης με το έργο, συνοδεύει την εμπειρία του καλλιτέχνη, για τον οποίο η υπόσχεση ευτυχίας, la promesse de bonheur, που δίνει η τέχνη, παίρνει τον ρόλο ενός δηλητηρίου, το οποίο μολύνει και καταστρέφει την ύπαρξη του, και πάει χέρι-χέρι με την αυξανόμενη επικινδυνότητα. Η δράση του καλλιτέχνη αποδεικνύεται πως συνδέεται με ένα ακραίο και διαρκώς αυξανόμενο ρίσκο, λες και πρόκειται για μονομαχία, κατά την οποία ο καλλιτέχνης-όπως το εκφράζει ο Baudelaire-«ουρλιάζει από τρόμο, πριν ηττηθεί». Σε τι μικρό βαθμό πρόκειται περί μεταφοράς σε αυτή την έκφραση-μια από τις πολλές μεταφορές που ανήκουν στα «εκθέματα του λογοτεχνικού ιστρίωνος» (Edgar Allan Poe, Μέθοδος της σύνθεσης)- εκφράζεται με τα λόγια του Hölderlin, ο οποίος «χτυπημένος από τον Απόλλωνα», βρίσκεται στα πρόθυρα της τρέλας: «..φοβάμαι… μήπως στο τέλος περάσω σαν τον γέρο Τάνταλο, που πήρε από τους Θεούς περισσότερα, απ’ όσα μπορούσε να χωνέψει». Η εμπειρία αυτή μιλά και μέσα από το απόκομμα που βρέθηκε στη τσέπη του Vincent van Gogh μετά το θάνατο του, όπου ο ζωγράφος είχε σημειώσει: «Και η δουλειά μου, τώρα, παίζω με τη ζωή μου, και η λογική μου ΄χαθηκε κατά το ήμισυ». Παρομοίως εξήγησε και ο Rilke στην επιστολή του προς την Κλάρα: «Τα έργα τέχνης είναι πάντα το αποτέλεσμα ενός ρίσκου που πήραμε, μιας εμπειρίας που οδηγήθηκε στα άκρα, μέχρι ενός σημείου, από το οποίο ο άνθρωπος δεν μπορεί να πάει παραπέρα».

Μια άλλη αντίληψη, την οποία βρίσκουμε όλο και πιο συχνά στους καλλιτέχνες, είναι πως η τέχνη είναι θεμελιωδώς επικίνδυνη-όχι μόνο για τον καλλιτέχνη, αλλά και για την κοινωνία. Στις σημειώσεις του, όπου προσπαθεί να επισημάνει το νόημα της ανολοκλήρωτης τραγωδίας του «Ο θάνατος του Εμπεδοκλή», ο Hölderlin καταλήγει σε μια στενή σύνδεση, σε μια ενιαία αρχή μάλιστα, που βρίσκεται τόσο στη βάση της μη επιδεκτικότητας μαθήσεως των Ακραγαντινών, όσο και στην τιτανική ποίηση του Εμπεδοκλή. Σε ένα μη εκδοθέν προσχέδιο για την ποίηση των ύμνων, αντιλαμβάνεται στην τέχνη και την ουσιαστική αιτία της παρακμής της Ελλάδας:

«Ήθελαν δηλαδή να ιδρύσουν
Ένα βασίλειο της τέχνης. Και με αυτό
Το της πατρίδος
Χάθηκε και αξιολύπητα
Η Ελλάδα, ό, τι πιο όμορφο, καταστράφηκε».

Μπορεί να το απορρίψει κανείς αυτό, αλλά τότε πρέπει να αποδεχθεί, πως στην μοντέρνα λογοτεχνία δεν θα υπήρχε ένας κύριος Teste, ούτε Werf Rönne, ούτε Adrian Leverkühn-το πολύ-πολύ ένας Jean-Christophe Romain Rollands, μια απελπιστικά άνοστη μυθιστορηματική μορφή.

Όλα φαίνεται να υποδεικνύουν, πως αν επιτρεπόταν στους καλλιτέχνες να κρίνουν, αν θα άφηναν την τέχνη να μπει στην πόλη, θα συμφωνούσαν με τον Πλάτωνα, και στην ανάγκη θα απαγόρευαν την τέχνη.

Αν είναι όμως έτσι τα πράγματα, αυτό σημαίνει πως, κατά την είσοδο της τέχνης στη διάσταση της αισθητικής και στην φαινομενική δυνατότητα, να κατανοηθεί η τέχνη κατά το μέτρο της αίσθησης του παρατηρητή, δεν έχουμε να κάνουμε με αθώα και φυσικά φαινόμενα, τα οποία είμαστε συνηθισμένοι να βλέπουμε μέσα σε αυτά. Και για τον λόγο αυτό- εάν παίρνουμε στα σοβαρά την υπόθεση, να θέσουμε το περί τέχνης ερώτημα στην εποχή μας-δεν υπάρχει τίποτα πιο επείγον από την αποδόμηση της αισθητικής, η οποία (αποδόμηση) συνήθως θα εκθρόνιζε αυτό που βιώνεται ως δεδομένο και θα ήταν διαθέσιμη να αμφισβητήσει την περιοχή ευθύνης της αισθητικής ως επιστήμης περί του έργου τέχνης. Είναι όμως αμφίβολο, αν ο καιρός είναι ώριμος για μια τέτοια αποδόμηση, και μήπως μια τέτοια αποδόμηση θα επέφερε απλώς την απώλεια ενός πιθανού ορίζοντα, ενώπιον του οποίου θα μπορούσε να κατανοηθεί το έργο τέχνης-και με τον τρόπο αυτό θα άνοιγε ένα χάσμα, το οποίο μόνο ένα ριζοσπαστικό άλμα θα μπορούσε να υπερβεί. Ίσως όμως αυτή η απώλεια και αυτό το χάσμα να είναι ότι πιο αναγκαίο για μας, εάν θέλουμε το έργο τέχνης να αναλάβει και πάλι τον πρωταρχικό του ρόλο. Και αν είναι αλήθεια, πως η θεμελιώδης αρχιτεκτονική έλλειψη ενός σπιτιού εμφανίζεται όταν αυτό βρίσκεται στις φλόγες, θα μπορούσαμε σήμερα να βρισκόμαστε σε μια ιδιαιτέρως προνομιούχο κατάσταση, για να κατανοήσουμε το αισθητικό πρόγραμμα της Δύσεως.

Δεκατέσσερα χρόνια προτού ο Nietzsche δημοσιεύσει το τρίτο δοκίμιο της «Γενεαλογίας της Ηθικής», ένας ποιητής, ο λόγος του οποίου στέκεται σαν το κεφάλι της Γοργόνας πάνω από την μοίρα της δυτικής τέχνης, δεν απαίτησε από την ποίηση να δημιουργήσει όμορφα έργα ή να ικανοποιήσει ένα αδιάφορο αισθητικό ιδανικό, αλλά να αλλάξει τη ζωή και να ανοίξει στους ανθρώπους τις πύλες της Εδέμ. Η συνάντηση του Rimbaud με την τρομοκρατία λαμβάνει χώρα μέσα σε αυτή την εμπειρία στην la magique étude du bonheur, στην μαγική σπουδή της ευτυχίας, και όλοι οι άλλοι σκοποί συσκοτίζονται, για να τοποθετήσει τον εαυτό της ως η μοναδική μοίρα της ποίησης και της ζωής.

Η ναύλωση για τα Κύθηρα-τα Κύθηρα της μοντέρνας τέχνης-δεν έχει σκοπό να οδηγήσει τον καλλιτέχνη στην υποσχεθείσα ευτυχία. Πρέπει μάλλον να του δώσει πρόσβαση σε ότι πιο τρομακτικό, σε εκείνο τον θείο φόβο, ο οποίος οδήγησε τον Πλάτωνα να αποκλείσει τους ποιητές από την Πολιτεία του. Η προειδοποίηση του Nietzsche από τον πρόλογο στην «Χαρούμενη Επιστήμη»- «Όχι, εάν… χρειαζόμαστε έστω κάποια τέχνη, είναι μια άλλη τέχνη!... Πάνω απ’ όλα, μια τέχνη για τους καλλιτέχνες, μόνο για τους καλλιτέχνες!»-αποκτά και πάλι το αινιγματικό της νόημα, όταν διαπιστώνεται πως είναι η τελευταία στιγμή εκείνης της διαδικασίας, κατά την οποία η τέχνη καθαρίζεται από τον παρατηρητή, ώστε αλώβητη, αφού έχει αποκτήσει και πάλι την ολότητα της, να βρεθεί ενώπιον της απόλυτης απειλητικότητας που βγαίνει από την ίδια.


Τέλος κεφαλαίου. Συνεχίζεται με «Ο Frenhofer και ο σωσίας του»

Τετάρτη 20 Μαρτίου 2024

Ο άνθρωπος χωρίς περιεχόμενο

 Ο άνθρωπος χωρίς περιεχόμενο

Του Giorgio Agamben

Μετάφραση από τη γερμανική έκδοση: edition Suhrkamp, 2012

Τίτλος πρωτοτύπου: L`uomo senza contenuto, Rizzoli (Milano), 1970



Πρόκειται για το πρώτο βιβλίο του Agamben. Προς το τέλος της δεκαετίας του ’60 παρακολούθησε σεμινάρια του Martin Heidegger στην γαλλική πόλη Le Thor. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1970. Με αυτοπεποίθηση και ριζοσπαστικότητα καταπιάνεται με κλασσικές τοποθετήσεις της αισθητικής και αντιπαραθέτει τον Πλάτωνα, τον Kant και τον Hegel με καλλιτέχνες και συγγραφείς της κλασσικής νεωτερικότητας. Σε μια εποχή, που η τέχνη δεν έχει πλέον την λειτουργία να φανερώνει την ουσία της πραγματικότητας, μεταβάλλεται σε μια αυτοκαταστροφική δύναμη, και ο καλλιτέχνης καθίσταται σύμφωνα με τον Agamben «Άνθρωπος χωρίς περιεχόμενο».

Περιεχόμενα

Κεφάλαιο 1: Αυτό που είναι το πιο τρομακτικό
Κεφάλαιο 2: Ο Frenhofer και ο σωσίας του
Κεφάλαιο 3: Ο άνθρωπος με γούστο και η διαλεκτική της διάσπασης
Κεφάλαιο 4: Η συλλογή περίεργων αντικειμένων
Κεφάλαιο 5: «Οι κριτικές για την τέχνη της ποίησης είναι πιο πολύτιμες από την τέχνη της ποίησης»
Κεφάλαιο 6: Ένα τίποτα που καταστρέφει τον εαυτό του
Κεφάλαιο 7: Η στέρηση είναι σαν ένα πρόσωπο
Κεφάλαιο 8: Ποίηση και πράξη
Κεφάλαιο 9: Η πρωταρχική δομή του έργου τέχνης
Κεφάλαιο 10: Οι άγγελοι της μελαγχολίας




Κεφάλαιο 1: Αυτό που είναι το πιο τρομακτικό

Στο τρίτο δοκίμιο της «Γενεαλογίας της Ηθικής», ο Nietzsche υποβάλλει σε μια ριζική κριτική τον ορισμό του ωραίου κατά τον Kant, ως ευχαρίστηση χωρίς ενδιαφέρον. Γράφει λοιπόν, πως ο Kant«θέλησε να αποδώσει τιμή στην τέχνη, όταν από τις ιδιότητες που χαρακτηρίζουν το ωραίο προτίμησε και προέβαλε εκείνες, που αποτελούν απόδοση τιμής στην γνώση: το απρόσωπο και η γενική ισχύς. Αν αυτό δεν ήταν εν γένει ένα σφάλμα, δεν είναι εδώ ο τόπος να το διαπραγματευτούμε. Αυτό που θέλω να υπογραμμίσω, είναι πως ο Kant, όπως όλοι οι φιλόσοφοι, αντί να δει το πρόβλημα της αισθητικής από τη σκοπιά της εμπειρίας του καλλιτέχνη (του δημιουργού), συλλογίστηκε περί της τέχνης και του ωραίου μόνο από τη σκοπιά του «θεατή», και χωρίς να το αντιληφθεί έβαλε τον «θεατή» στην έννοια «ωραίο». Να ήταν τουλάχιστον αυτός ο «θεατής» επαρκώς γνωστός στον φιλόσοφο του ωραίου!-δηλαδή ως μια μεγάλη προσωπική πραγματικότητα και εμπειρία, ως μια πληρότητα με μοναδικά δικές του τις δυνατές εμπειρίες, επιθυμίες, εκπλήξεις, συγκινήσεις πάνω στο πεδίο του ωραίου! Το αντίθετο όμως, όπως φοβάμαι, ήταν σε όλους η περίπτωση: και έτσι λαμβάνουμε από αυτούς από την αρχή ορισμούς, στους οποίους, όπως και σε εκείνο τον διάσημο ορισμό του Kant για το ωραίο, λόγω έλλειψης πιο εκλεπτυσμένης εμπειρίας του εαυτού, κάθεται ένα θεμελιώδες με τη μορφή ενός χοντρού σκουληκιού. «Το ωραίο είναι, είχε πει ο Kant, αυτό που αρέσει χωρίς ενδιαφέρον». Χωρίς ενδιαφέρον! Ας συγκρίνουμε με αυτόν τον ορισμό εκείνο τον άλλο, που έδωσε ένας πραγματικός «θεατής» και καλλιτέχνης-ο Stendhal, που ονόμασε μια φορά το ωραίο une promesse de bonheur (υπόσχεση ευτυχίας). Εδώ είναι ακριβώς που απορρίπτεται και διαγράφεται, το μοναδικό πράγμα που ο Kant επισημαίνει για την αισθητική κατάσταση: le désintéressement. Ποιος έχει δίκαιο, ο Kant ή ο Stendhal;-Αφού οι αισθητικοί μας δεν κουράζονταν να προσθέτουν στη ζυγαριά υπέρ του Kant, πως υπό την επήρεια της ομορφιάς μπορεί να παρατηρήσει κανείς «χωρίς ενδιαφέρον» γυμνά γυναικεία αγάλματα, τότε μπορούμε να γελάσουμε λίγο εις βάρος τους: - οι εμπειρίες των καλλιτεχνών ως προς το δύσκολο αυτό σημείο «πιο ενδιαφέρουσες», και ο Πυγμαλίων δεν ήταν οπωσδήποτε ένας «άνθρωπος χωρίς αισθητική».

Η εμπειρία της τέχνης, όπως την περιγράφει με τα λόγια αυτά ο Nietzsche, δεν έχει τίποτα κοινό με την αισθητικήΈχει μάλλον τον σκοπό να καθαρίσει την έννοια του «ωραίου» από την αίσθηση, τον αισθησιασμό του παρατηρητή, ώστε να παρατηρήσει την τέχνη από τη σκοπιά του δημιουργού. Ο καθαρισμός αυτός προκύπτει από την αντιστροφή αυτού που είναι το έργο τέχνης από την προοπτική της παραδόσεως: στη θέση της διάστασης του αισθητικού-της αισθητηριακής οικειοποίησης του ωραίου αντικειμένου από τον παρατηρητή-μπαίνει η δημιουργική εμπειρία του καλλιτέχνη, ο οποίος αναγνωρίζει στο έργο του une promesse de bonheur. Στο εξώτερο σημείο της μοίρας της-«την ώρα της πιο κοντής σκιάς»-η τέχνη εγκαταλείπει τον ουδέτερο ορίζοντα της αισθητικής, για να αναγνωρίσει πάλι τον εαυτό της στην «χρυσή πλάκα» της βούλησης για δύναμη. Ο Πυγμαλίων, εκείνος ο γλύπτης, που παραδόθηκε με τέτοιο τρόπο στην αγάπη για το δημιούργημα του, ώστε εύχεται να μην ανήκει πια στη σφαίρα της τέχνης, αλλά της ζωής, είναι το σύμβολο αυτής της στροφής στην περιοχή του παρονομαστή της τέχνης, της μετάβασης από την ιδέα μιας αδιάφορης ομορφιάς στην ιδέα της ευτυχίας, της απεριόριστης επέκτασης και ανύψωσης των αξιών της ζωής. Μετατοπίζεται ταυτόχρονα το κέντρο βάρους του αναστοχασμού περί της τέχνης, από τον αδιάφορο παρατηρητή στον-ενδιαφερόμενο-καλλιτέχνη.

Το ότι προέβλεψε αυτή την μεταβολή, είναι μια μαρτυρία επιπλέον για την ορθότητα προρρήσεων του Nietzsche. Αν συγκρίνουμε αυτό το σημείο του τρίτου δοκιμίου της «Γενεαλογίας της ηθικής» με τις εκφράσεις που χρησιμοποιεί ο Antonin Artaud στον πρόλογο του έργου «Το θέατρο και τό διπλό του», για να περιγράψει τον επιθανάτιο αγώνα της δυτικής κουλτούρας, θα παρατηρήσουμε στο σημείο αυτό μια εκπληκτική συμφωνία. «Η αντίληψη που έχουμε εμείς στη Δύση περί τέχνης και περί του κέρδους που αποκομίζουμε από αυτήν, ευθύνεται για την απώλεια της κουλτούρας μας», γράφει ο Artaud: «Στη δική μας αμέτοχη αντίληψη περί τέχνης, μια αυθεντική κουλτούρα αντιπαραθέτει μια μαγική και άκρως εγωιστική, δηλαδή συμμετέχουσα αντίληψη». Η άποψη πως η τέχνη δεν είναι με κανένα τρόπο μια αδιάφορη εμπειρία, ήταν σε άλλες εποχές μια προφανώς γενική γνώση. Όταν ο Artaud επισημαίνει στο «Το θέατρο και η πανώλη» την απόφαση του Pontifex Maximus Scipio Nasica, να ισοπεδώσει όλα τα θέατρα της Ρώμης, όπως και (όταν επισημαίνει) τις επιθέσεις, στις οποίες ο άγιος Αυγουστίνος αφήνει ελεύθερο τον θυμό του κατά του θεάτρου, το οποίο προκαλεί το θάνατο της ψυχής, τότε στα λόγια του Artaud εκφράζεται ολόκληρη εκείνη η νοσταλγία, την οποία θα έπρεπε να νιώσει ένα πνεύμα, για το οποίο το θέατρο έχει σημασία «μόνο σε μια μαγική, τρομακτική σύνδεση με την πραγματικότητα και τον κίνδυνο», νοσταλγία για μια εποχή που κατείχε μια τέτοιου είδους συγκεκριμένη και πλήρους ενδιαφέροντος ιδέα για το θέατρο, ώστε να θεωρεί απαραίτητη την καταστροφή τους για τη σωτηρία της ψυχής και της πόλεως. Το ότι σήμερα μάταια θα ψάχναμε για τέτοιες απόψεις-ακόμα και ανάμεσα στους υποστηρικτές της λογοκρισίας-δεν χρειάζεται να το εξηγήσουμε ξεχωριστά. Το ότι όμως εκεί που εμφανίζεται για πρώτη φορά η αυτόνομη θεώρηση του αισθητικού φαινομένου-στην κοινωνία του ευρωπαϊκού Μεσαίωνα-, αυτή λαμβάνει την μορφή μιας εκστρατείας μίσους κατά της τέχνης, είναι λιγότερο προφανές. Και όμως αυτό διαβάζουμε σε επισκοπικές εγκυκλίους, με τις οποίες απαγορεύονται από τις λειτουργίες οι μουσικές καινοτομίες της ars nova, δηλαδή η μετατροπία του άσματος και η χρήση του fractio vocis, καθώς αποσπούσαν την προσοχή των πιστών. Ο Nietzsche θα μπορούσε να είχε παραθέσει και ένα απόσπασμα από την Πολιτεία του Πλάτωνος, ανάμεσα στις μαρτυρίες για την τέχνη, που προκαλεί το ενδιαφέρον,- ένα απόσπασμα το οποίο επαναλαμβάνεται συχνά, όταν γίνεται λόγος για την τέχνη, χωρίς η στάση που εκφράζεται εκεί μέσα να είναι λιγότερο αποκρουστική στα μοντέρνα αυτιά. Όπως είναι γνωστό, ο Πλάτων βλέπει στον ποιητή μια απειλή για την κοινότητα και μια πιθανή αιτία για την παρακμή της. Γράφει λοιπόν, πως «Σε ένα άνδρα, … εάν ερχόταν στην πόλη και ήθελε να μας παρουσιάσει τα ποιήματα του, θα του δείχναμε τιμή σαν σε κάποιον ιερό και θαυμάσιο και ευγενή άνδρα, θα του λέγαμε όμως πως ένας τέτοιος δεν υπάρχει στην πόλη μας και ούτε του επιτρέπεται να μπει, και θα του αλείφαμε το κεφάλι με πολύ αλοιφή και θα το στεφανώναμε με μαλλί, και θα τον συνοδεύαμε σε μια άλλη πόλη» (Πολιτεία, ΙΙΙ, 398a). [Σημείωση του συγγραφέως: Ο Πλάτων προσδιορίζει αυτόν τον άνθρωπο ακριβέστερα ως κάποιον που «μπορεί να παρουσιαστεί με πολλές μορφές και να μιμηθεί όλα τα πράγματα». Το σημείο λοιπόν αυτό δεν αναφέρεται στην διηγηματική ποίηση (διήγησις), αλλά στην μιμητική ποίηση (η οποία προσπαθεί μέσω της μίμησης των παθών, να προκαλέσει τα ίδια πάθη στις ψυχές των ακροατών)Εάν η καταδίκη των ποιητών εκ μέρους του Πλάτωνα δεν συνδέεται με μια θεωρία των σχέσεων μεταξύ γλώσσας και εξουσίας, η βάση της θα παραμείνει ακατανόητη. Γιατί εκείνη η καταδίκη βασίζεται στην ανακάλυψη, πως μια αρχή, η οποία εθεωρείτο μέχρι και την σοφιστική ως αληθής, έχασε την ισχύ της: Δηλαδή, πως η γλώσσα καθ’ εαυτή αποκλείει τη δυνατότητα εξουσίας. Η εξουσία ανήκε από την στιγμή εκείνη πλήρως στην περιοχή της ποιητικής χρήσης της γλώσσας. Μετά την ανακάλυψη αυτή όμως, ο Πλάτων κινήθηκε με συνέπεια, όταν όρισε πως οι μορφές της ποίησης, και οι ρυθμοί μάλιστα και οι διαστάσεις των στίχων, έπρεπε να επιβλέπονται από τους ελεγκτές που όριζε η Πολιτεία. Πρέπει επίσης να επισημανθεί, πως η εισβολή της εξουσίας στη γλώσσα, την οποία διαπίστωσε ο Πλάτων κατά τη διάρκεια του λεγόμενου ελληνικού Διαφωτισμού, φάνηκε επί τω έργω στο τέλος του 18ου αιώνα, την εποχή δηλαδή του μοντέρνου Διαφωτισμού, ως συγκεκριμένο μάλιστα πρόγραμμα στους libertins. Από αυτή την σκοπιά, η πρόθεση να «διαφωτιστούν» οι συνειδήσεις, και η μεγάλη σημασία της ελευθερίας της γνώμης, δε θα έπρεπε να χωριστεί από την αντίδραση (Rekurs) στην γλωσσική εξουσία.].

Και με μια στροφή, η οποία μόνο τρόμο μπορεί να προκαλέσει στην ευαισθησία μας, ο Πλάτων συμπληρώνει αργότερα, πως αυτό πρέπει να γίνει, γιατί «στην Πολιτεία μπορεί να γίνει αποδεκτό μόνο εκείνο το μέρος της ποιητικής τέχνης, που δημιουργεί ύμνους για τους Θεούς και εγκώμια για τους ενάρετους άνδρες» (Πολιτεία, X 607a).

Αλλά και πριν από τον Πλάτωνα βρίσκουμε μια τέτοια απόρριψη ή τουλάχιστον υποψία, που σχτίζεται με την τέχνη, και μάλιστα στο λόγο ενός ποιητή. Στο τέλος του πρώτου στάσιμου της «Αντιγόνης», ο Σοφοκλής βάζει τον χορό να χαρακτηρίσει τον άνθρωπο, εφόσον κατέχει τέχνη (με την ευρεία έννοια, την οποία οι Έλληνες προσέδιδαν στον όρο, τέχνη σημαίνει την ικανότητα να δημιουργήσεις ένα πράγμα, να το φέρεις από το μη είναι στο είναι), ως το «το πιο τρομακτικό πράγμα». Η δύναμη αυτή, εξηγεί παρακάτω ο χορός, μπορεί να οδηγήσει στη σωτηρία, αλλά και στην καταστροφή επίσης, προτού (ο χορός) συμπυκνώσει την θέση του σε ένα απόφθεγμα, που προλαμβάνει την εκδίωξη των ποιητών εκ μέρους του Πλάτωνα:

«Ποτέ να μην είναι φιλοξενούμενος στο κοπάδι μου,
Ποτέ φίλος με τον οποίο μοιράζομαι τη στάση ζωής
Όποιος κάνει τέτοια πράγματα». (Σοφοκλέους Αντιγόνη, 372-375)


Συνεχίζεται

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2024

Ο άνθρωπος χωρίς περιεχόμενο Roberto Pecchioli

Τώρα πιά προωθημένοι στην Τρίτη χιλιετία της χριστιανικής εποχής -την τελευταία, αν πιστεύουμε μόνο σε υλικά σημάδια- βρισκόμαστε στην παρουσία ενός ανθρώπου χωρίς περιεχόμενο, έτοιμο να υπερβαθεί, να ξεπεραστεί από την ανησυχητική φιγούρα του υπερανθρώπου, του υβριδοποιημένου κυβερνοανθρώπου, καθοδηγούμενο από το μηχάνημα, εισβολή από τεχνητές συσκευές. Ο Άνθρωπος Χωρίς Περιεχόμενο είναι ένα δοκίμιο για τη φιλοσοφία της τέχνης του Giorgio Agamben που εξερευνά τη σύγχρονη αισθητική μέσα από το πρίσμα της αυτοεξόντωσης της τέχνης.

Ένας αυτοεκμηδενισμός που εκτείνεται σε ολόκληρη την κατάσταση του δυτικού ανθρώπου: χωρίς περιεχόμενο γιατί, έχοντας γίνει υγρός (η τυχερή διαίσθηση του Μπάουμαν) έχασε την ικανότητα να παραμένει αυτόνομος, συμπαγής, προικισμένος με ταυτότητα. Η φύση των υγρών είναι να εξατμίζονται αν δεν είναι κλεισμένα σε δοχείο, του οποίου το σχήμα παίρνουν προσωρινά. Η κυρίαρχη κουλτούρα της Δύσης έκανε πρώτα τα παιδιά της ρευστά, μετά η μεταμοντέρνα Πανδώρα άνοιξε το κουτί. Το υγρό έχει εξαπλωθεί: ένα μέρος, που υποβάλλεται σε θερμότητα, έχει εξατμιστεί πιο γρήγορα ή έχει περάσει σε αέρια κατάσταση. Πιστός στη σύγχρονη αντιστροφή και απόρριψη της φύσης, ο αέριος άνθρωπος εξατμίζεται προς τα κάτω χωρίς να παρατηρεί την παρακμή, τη διακηρυγμένη σάν πρόοδο, την απελευθέρωση, την αφύπνιση (woke: ξύπνημα).

Οι περισσότεροι έχουν μετατραπεί σε αχυράνθρωπους του Thomas S. Eliot. «Είμαστε οι άδειοι άνθρωποι/είμαστε οι λούτρινοι/ που ακουμπάμε ο ένας στον άλλο/ τα κεφάλια μας γεμάτα άχυρα». Και μετά: «φιγούρα χωρίς μορφή, σκιά χωρίς χρώμα / παράλυτη δύναμη, χειρονομία χωρίς κίνηση. (…) Τα μάτια δεν είναι εδώ. Δεν υπάρχουν μάτια εδώ. / Σε αυτή την κοιλάδα των αστεριών που πεθαίνουν. / Σε αυτήν την άδεια κοιλάδα». Ακόμα πιο κρύο είναι το τέλος, με τη γραμμή να επαναλαμβάνεται τρεις φορές: «έτσι τελειώνει ο κόσμος. Όχι με συντριβή, αλλά με θρήνο». Έκανε λάθος: ο κόσμος μας δεν τελειώνει με θρήνο, αλλά με χειροκρότημα, ανάμεσα σε έναν μακάβριο χορό στον Τιτανικό και σε ένα ακατανόητο άγχος/λαχτάρα αυτοδιάλυσης.

Χωρίς περιεχόμενο, σβησμένοι από ένα επίμονο έργο αποδόμησης, οι άνδρες της Δύσης καθισμένοι στην άβυσσο θυμούνται έναν στίχο του Antonio Machado για την παρακμή της Καστίλλης, την περιοχή που έκανε την Ισπανία αυτοκρατορία: "Castilla miserable, un dia dominadora, envuelta en sus andrajos, desprecia cuanto ignore". Η άθλια (ταλαίπωρη) Καστίλλη, άλλοτε κυρίαρχος, τυλιγμένη στα κουρέλια της, περιφρονεί όσα αγνοεί. Και στους δύο ποιητές, πολύ διαφορετικούς ως προς τη θεματολογία, τη φύση και τις ιδέες, υπάρχει το προαίσθημα της ματαίωσης, της απουσίας περιεχομένου, μεταξύ κενών ανθρώπων και η άγνοια του εαυτού που επιδεικνύεται με τρελή περηφάνια. Χωρίς άλλο περιεχόμενο εκτός από τα άχυρα, τα τεχνάσματα ή το αυτομαστίγωμα, έχουμε θυσιάσει τα πάντα «σε μια εργαζόμενη ευφυΐα, οικοδόμο ενός κόσμου, μιας κοινωνίας, ενός τεχνητού τύπου ανθρώπου» (Marcel De Corte).

Η κουλτούρα της ακύρωσης εισχωρεί, καθιστώντας τη διάλυση ένα θετικό είδωλο: όχι μόνο οι ετεροφυλόφιλοι, δηλαδή οι κανονικοί, λευκοί άντρες πρέπει να απολογηθούν - προνομιούχοι κληρονόμοι της ιστορίας - αλλά είναι ολόκληρη η ανθρώπινη παρουσία στη γη που πρέπει να αποσυρθεί, να εξαφανιστεί λόγω παραβίασης της Γαίας και του τρυματισμού των ταμπού τού φύλου και τού πράσινου. Μια αυτοκαταστροφική παρόρμηση που δεν μπορούν πια να την συλλάβουν οι φορείς της γιατί ορισμένες διαδικασίες, μόλις ξεκινήσουν, καταλήγουν να βαδίζουν μόνες τους, δηλαδή - τρομερό παράδοξο - να παράγουν θάνατο που πέρασε (πλασάρεται) ως πολιτισμός, τελική απελευθέρωση, αγάπη για το «περιβάλλον», στο οποίο καταβάλλεται μια ανιμιστική λατρεία.

Στον αγγλοσαξονικό κόσμο υπάρχουν κινήματα ανδρικής γνώμης που πρεσβεύουν και εξασκούν τις βαζεκτομές (στείρωση) για να μην κινδυνεύουν να «κάνουν» παιδιά, αυτό το φρικτό μηχανικό ρήμα εφαρμόζεται στη ζωή. Αυτοτρόμος, λαχτάρα για εξαφάνιση, cupio dissolvi (επιθυμία να σβήσει κανείς τον εαυτό του). Ίσως θα δούμε μαζικές αυτοκτονίες «αφυπνισμένων» ανθρώπων (προσωρινά), πεπεισμένοι ότι σώζουν τον κόσμο καταστρέφοντας τον εαυτό τους, τη φυλή και το είδος στο οποίο ανήκουν, το φύλο και τον πολιτισμό στον οποίο γεννήθηκαν. Η ιστορία είναι μάρτυρας των μαζικών αυτοκτονιών της λατρείας του Τζιμ Τζόουνς στο Γουάκο και των οπαδών του Τσαρλς Μάνσον, του δολοφόνου της ηθοποιού Σάρον Τέιτ.

Η αυτοκτονία συνιστάται έντονα στην αγγλοσαξονική περιοχή και σε ορισμένες χώρες της Βόρειας Ευρώπης σε ηλικιωμένους, ασθενείς, καταθλιπτικούς και τώρα και σε φτωχούς. Είναι η Μαλθουσιανή λύση που προτάθηκε πριν από μισό αιώνα από τη Λέσχη της Ρώμης του Aurelio Peccei, ανθρώπου εμπιστοσύνης του Ροκφέλερ. Αδύναμες, εύθραυστες, φοβισμένες γενιές. Μισός αιώνας κατήχησης και καταστροφής ταυτοτήτων -ακόμη και των πιο οικείων και προσωπικών- σε συνδυασμό με μια προκαλούμενη αδυναμία χαρακτήρα, θέλησης, ικανότητας. Ξεκίνησαν τη δεκαετία του 1960 με τα μαζικά ναρκωτικά στο όνομα του "ταξιδιού", του ταξιδιού που τους απομάκρυνε από την πραγματικότητα και στο μεταξύ αποδυνάμωσε το σώμα σκοτώνοντας το πνεύμα, με το soundtrack της κατάλληλης μουσικής και έναν παγκόσμιο ύμνο, Imagine του John Lennon, κορυφαίου μηδενισμού για τη χρήση των μαζών της νεολαίας. Το όπιο που χορηγείται στους ανθρώπους: αυτό δεν είναι καινούργιο για την αγγλοσαξονική δύναμη, η οποία εξαπέλυσε πολέμους για τον έλεγχο της αγοράς ναρκωτικών τον 19ο αιώνα τών λαών τής Ανατολής, με σκοπό να τους αποδυναμώσει και να τους αποικίσει. 

Το λαμπρό σύγχρονο κόλπο ήταν να αντικαταστήσει την πραγματικότητα με επιθυμίες που προκλήθηκαν σε έναν τυποποιημένο κόσμο, που κυριαρχούσε η ίδια ιδεολογία. Λειτουργεί η συμμαχία ενός τραγέλαφου που σχηματίστηκε από τον παγκοσμιοποιητικό καπιταλισμό και τον ιδεολογικό προοδευτισμό. Οι μεν το αποκαλούν χειραφέτηση, απελευθέρωση. Οι άλλοι - οι εμπνευστές - ανάπτυξη, κατανάλωση, εκσυγχρονισμός. Κοινός τόπος είναι ο ξεριζωμός: ελεύθερος είναι αυτός που ξεφορτώνεται τους δεσμούς και τα υπάρχοντα, ρευστός στον υγρό κόσμο, βυθισμένος στις επιθυμίες και όχι αγκυροβολημένος και πιστός στη φύση. Ο ψεύτικος πολίτης του κόσμου, ένας άνθρωπος χωρίς σύνορα (συμπεριλαμβανομένων των σεξουαλικών), το χειραφετημένο και παγκόσμιο άτομο.

Η εξαιρετική νίκη του φιλελεύθερου καπιταλισμού - που έγινε φιλελεύθερος μηδενισμός - ήταν να πείσει τις επαναστατημένες γενιές να πολεμήσουν τον Θεό, τη χώρα και την οικογένεια σε μια αντικαπιταλιστική λειτουργία. Ένα μοιραίο λάθος: αυτά ήταν τα εμπόδια από τα οποία ήθελε -η υλική θρησκεία του χρήματος και η απουσία ορίων- να απελευθερωθεί για να αναπτύξει όλη την καταστροφική της δύναμη. Ο μαρξιστικός κόσμος έχει παραμελήσει το μάθημα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, στο οποίο ο ιδρυτής είχε ταυτίσει το καπιταλιστικό συμφέρον να διαλύσει «όλες τις σταθερές και αμετακίνητες κοινωνικές σχέσεις, με τη συνέχιση των παραδοσιακών και αξιοσέβαστων αντιλήψεων και ιδεών». Αποτέλεσμα: μια μειωμένη ανθρωπότητα, που αποτελείται από καταναγκαστικούς καταναλωτές.

Ένας αριστερός αιρετικός, ο Cristopher Lasch, το κατάλαβε: «απελευθερώνεται κανείς από την παράδοση μόνο για να υποκύψει στην τυραννία της μόδας». Ελευθερία που περιορίζεται στην ικανοποίηση συνεχών επιθυμιών, ανεξάρτητα από το πόσο παράλογη ή παράξενη είναι, η επιλογή μεταξύ προϊόντων, επωνυμιών, προσυσκευασμένων απόψεων, που διαδίδονται από influencers, που υιοθετούνται - εδώ βρίσκεται η δολοπλοκία - πείθοντας ολόκληρες γενιές ότι είναι οι πρωταγωνιστές αυτών τών επιλογών. Πώς πέτυχε ένα τέτοιο αποτέλεσμα μετά από έναν βομβαρδισμό μέσων ενημέρωσης και πολιτισμού άνω του μισού αιώνα με επίκεντρο τη δογματική της ισότητας και τον μύθο της προόδου;

Για το τελευταίο, η ανάλυση του Michel Onfray στη Θεωρία της Δικτατορίας είναι αξεπέραστη: «αυτό που μας παρουσιάζεται ως πρόοδος είναι στην πραγματικότητα μια πορεία προς τον μηδενισμό, μια πρόοδος προς το τίποτα, μια κίνηση προς την καταστροφή. (…). Η λατρεία ότι σήμερα όλοι οι άνθρωποι που διεκδικούν για τους εαυτούς τους το προσόν της προοδευτικής ψήφου για την πρόοδο για το απλό γεγονός και μόνο ότι είναι πρόοδος μοιάζει με γονυκλισία (γενναιοδωρία) μπροστά στην άβυσσο (...) Η πρόοδος έχει γίνει φετίχ και ο προοδευτισμός έχει μετατραπεί σε θρησκεία μιας εποχής χωρίς εμπειρίες του ιερού, έχει γίνει η ελπίδα αυτών των απελπισμένων καιρών, η πίστη ενός πολιτισμού χωρίς πίστη».

Ο ρόλος της ιδεολογίας του ίδιου είναι τεράστιος, δηλαδή η μετατροπή της ισότητας - αρχής που ασκεί ισχυρή γοητεία - σε μια αφηρημένη έννοια της αδιαφορίας και της γενικευμένης ισοδυναμίαςΗ συνέπεια, επισημαίνει ο De Benoist, "είναι ότι αν όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι, όλες οι απόψεις τους είναι επίσης ισοδύναμες". Εξ ου και ο σχετικισμός και η επιβολή της αξιολογικής ουδετερότητας του κράτους, που γίνεται ηθική αδιαφορία και κυριαρχία των κυρίαρχων ιδεών - κατέστησαν τέτοιες από τη δύναμη των μέσων ενημέρωσης και του πολιτιστικού μηχανισμού της κοινωνίας του θεάματος, που κατευθύνεται, προσανατολίζεται και ανήκει στην ολιγαρχία.

Η επιλογή της ουδετερότητας, εξάλλου, κάθε άλλο παρά ουδέτερη είναι: κερδίζει αυτός που μπορεί να φωνάξει πιο δυνατά, ο πιο δυνατός επειδή ο πιο πλούσιος, κερδίζει. Επιπλέον, οι λεγόμενες ανοιχτές φιλελεύθερες κοινωνίες, όπως θεωρούσε ο Karl Popper, «δεν παραδέχονται ότι οι αντιφιλελεύθερες θεωρίες μπορούν να έχουν την ίδια αξία με τις φιλελεύθερες. Και η άποψη σύμφωνα με την οποία όλες οι απόψεις είναι ίσες δεν μας εμποδίζει να κινητοποιηθούμε εναντίον ορισμένων από αυτές, ξεκινώντας από την άποψη ότι δεν είναι όλες οι απόψεις ίσες». (A. De Benoist)

Και αν το ξερίζωμα εξαφανίζει τα πάντα εκτός από την ανάγκη για ρίζες, που είναι εγγενείς στον άνθρωπο, ακόμη και η ιδέα της ισότητας αντιμετωπίζει μια διπλή αντίρρηση. Δεν αντέχει στη δοκιμασία των γεγονότων επειδή οι άνθρωποι είναι προφανώς διαφορετικοί και επειδή ακόμη και σε κοινωνίες με προγραμματική ισότητα υπάρχει πάντα κάποιος πιο ίσος από τους άλλους -δηλαδή προνομιούχος ή σε ανώτερη θέση- όπως έδειξε ο George Orwell στο Animal Farm, όπου, σημειωτέον, την εξουσία τήν παίρνουν τα γουρούνια.

Ομοίως, η ισότητα καταρρέει στον «μιμητικό ανταγωνισμό», που θεωρεί ο ο René Girard«Η έννοια της επιθυμίας είναι τελείως διαφορετική από αυτή της όρεξης: θέλεις κάτι επειδή το θέλει και ο άλλος, είναι η μιμητική αρχή που κινεί το άτομο στην κοινωνικότητά του». Η ιδεολογία του ίδιου επιτείνει την επιθυμία να διακρίνει κανείς τον εαυτό του ακόμη πιο δυναμικά, επειδή απαγορεύει τη διάκριση. Οι άνθρωποι φοβούνται την αδιαφοροποίηση, σημάδι και προϊόν κοινωνικής αποσύνθεσης. Είναι η ισότητα, αν και φαίνεται να είναι παράδοξο, που προκαλεί αμοιβαίο φόβο καθώς αρνείται τις διαφορές κατ' αρχήν. Φοβόμαστε περισσότερο το Ίδιο παρά τον Άλλο.

Η ανταλλαγή προϋποθέτει τον Άλλο, διαφορετικά κάποιος απλά απαγγέλλει έναν γλυκανάλατο μονόλογο σατανικό. Ο διάλογος προϋποθέτει ετερότητα. Στη συνέχεια, υπάρχει, στην κυρίαρχη κουλτούρα, η τάση να τίθεται η διαφορά, που θεωρείται πολεμική και αποκλειστική, ενάντια στη διαφορετικότητα. Η τελευταία δεν είναι η εριστική, ανταγωνιστική σημαία των ένοπλων μειονοτήτων μεταξύ τους, αλλά η εναρμονισμένη σύνθεση των διαφορών. Μια κοινωνία όπου όλοι είναι "σαν όλους τους άλλους", είναι μια αποπνικτική έρημος στην οποία όλοι είναι ανταλλάξιμοι, διαθέσιμοι, χωρίς το δικό τους περιεχόμενο: το όνειρο των ολοκληρωτισμών κάθε προσήμου και χρώματος.

Ασυνείδητα, ακόμη και ο σύγχρονος homo aequalis, παρά την κατήχηση, εξακολουθεί να βρίσκει τρόπους να διακρίνεται, για να μην είναι, τουλάχιστον κατά κάποιο τρόπο, «όπως όλοι οι άλλοι». Η διαφήμιση - ο μάστερ της κοινωνικής ψυχολογίας - το γνωρίζει αυτό και δρα με διακριτικότητα σε αυτήν την αναπόδραστη πτυχή της ανθρώπινης ψυχής. Την ώρα που είναι υποχρεωτικό να είσαι «inclusive: μη αποκλειστικός», πολλαπλασιάζονται τα μηνύματα για υιοθέτηση «αποκλειστικών» συνηθειών και γεύσεων, δηλαδή ατομικών, κατά προτίμηση προσανατολισμένων στην ευδιάκριτη κατανάλωση. Η έκφραση επινοήθηκε από τον Αμερικανό κοινωνιολόγο Thorsten Veblen για να υποδηλώσει τρόπους ζωής και συμπεριφορές που ευνοούν την κατοχή προϊόντων και αντικειμένων που προορίζονται να μας στολίσουν, αλλά κυρίως να μας διακρίνουν.

Τα σημερινά τατουάζ φαίνεται να ανταποκρίνονται στην ίδια λογική: ακόμα και αν για τη μόδα, κάποιος θέλει να γίνει μοναδικός, να δημιουργήσει μια διάκριση, να σηματοδοτήσει μια προσωπική διαφορά. Η ισότητα περιλαμβάνει τα πάντα (εκτός από τα χρήματα), αλλά το αντίθετό της πηγαίνει πίσω από το παράθυρο. Άλλωστε η διαφορά είναι παράγοντας αντίστασης, άρα ελευθερίας. Όσο πιο ίσοι είμαστε, τόσο πιο εύπλαστοι είμαστε, απειλούμενοι από την προπαγάνδα, από εξαρτήσεις, από συλλογική, μη στοχαστική συμπεριφορά. Αυτός που σκέφτεται έχει περιεχόμενο, είναι και ο ίδιος περιεχόμενο. Γι' αυτό μας θέλουν άδειους, παραγεμισμένους, μαζικά παραγόμενους, εξαρτημένους από την παιδική ηλικία, αδύναμους, νωθρούς, πλαδαρούς. Ο άνθρωπος με περιεχόμενο είναι ένα ελεύθερο, αυτόνομο ον, εν δυνάμει εχθρός της εξουσίας γιατί είναι φίλος του εαυτού του και αναζητητής της αλήθειας.

Κάθε ανθρώπινο μάτι κοιτάζει, βλέπει και αντιλαμβάνεται διαφορετικά από όλα τα άλλα: αυτή είναι η υπέρτατη ομορφιά της κατάστασής μας. Επομένως μας θέλουν χωρίς περιεχόμενο και χωρίς μάτια να βλέπουμε. Είναι η λυρική διαίσθηση του ποιητή: άνθρωποι στερημένοι από περιεχόμενο, γεμάτοι άχυρα, άδειασαν τά μάτια για να δουν καιτήν ψυχή για να νιώσουν: περαστικοί στην έρημο.

L’uomo senza contenuto – Ricognizioni

ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΙΜΕΝΕΣ ΤΙ ΕΚΑΝΑΝ; ΔΕΝ ΗΤΤΗΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ ΠΟΥ ΕΣΕΡΝΕ Ο ΣΥΝΤΗΡΗΤΙΚΟΣ; ΔΕΝ ΕΒΑΖΑΝ ΤΟΥΣ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΟΥΣ ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ ΝΑ ΚΗΡΥΤΤΟΥΝ ΤΟΝ ΜΗΔΕΝΙΣΜΟ ΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΜΒΩΝΕΣ, ΣΕ ΕΝΑ ΥΠΝΩΤΙΣΜΕΝΟ ΚΟΠΑΔΙ ΠΡΟΒΑΤΑ;