Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παρενθέσεις στο βιβλίο του Μπουλγκάκοφ - Ο παράκλητος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παρενθέσεις στο βιβλίο του Μπουλγκάκοφ - Ο παράκλητος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2024

Περί ταυτίσεως ΕΙΝΑΙ και θεού!

 Συνέχεια από ΠΑΡΑΣΚΕΥH, 2 ΜΑΡΤIΟΥ 2012

Η Λατινική, Αυγουστινιανή εκδοχή των πραγμάτων.
Η Αυτοκρατορία της ταυτίσεως ΕΙΝΑΙ και θεού!
Κατά Ζηζιούλα

Ο Ακινάτης μιλά για εικόνα, όταν στο αποτέλεσμα βρίσκεται παρούσα μία αναπαράσταση της αιτίας, μέσω μίας μορφής που της ομοιάζει. Έτσι όπως το άγαλμα του Ερμή αναπαριστά τον Ερμή! Έτσι και η σχέση κτιστού και ακτίστου συγκρίνεται, μέχρι σήμερα, με εκείνη που υπάρχει ανάμεσα στον Πατέρα και στα άλλα θεία πρόσωπα. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Γνωρίζουμε το όνομα του Θεού, όπως μας το έδωσε ο ίδιος: Εγώ ειμί ο ών! Το οποίο μετεφράσθη στην Δύση μέσω του Αυγουστίνου ως εξής: εγώ είμαι αυτός που είμαι! Έτσι το όνομα του Θεού κατέληξε να καθορίζεται ως εξής: «Εγώ είμαι». Η ερμηνεία του Αυγουστίνου είναι πολύ γνωστή: αυτός τού οποίου το όνομα είναι «Εγώ είμαι», είναι ΤΟ ΕΙΝΑΙ το ίδιο, προσωπικώς. Ετσι συνάγεται πως το πρώτο όν πρέπει να είναι πρόσωπο. Διότι μόνο ένα πρόσωπο μπορεί να δημιουργήσει, δηλ. να μεταφράσει σε ύπαρξη την θέλησή του. Έτσι λοιπόν και η ενέργεια της πρώτης αιτίας δεν είναι διαφορετική από την ελεύθερη πράξη, διότι κάθε πράξη η οποία δεν είναι μία ελεύθερη ενέργεια, είναι αιτιατή, και γι’αυτό δεν είναι η πρώτη αιτία. Εξάλλου η ίδια η λογική τάξη και η σκοπιμότης του κόσμου μάς παραπέμπουν σε ένα πρόσωπο-δημιουργό. Μόνον μία νοερή ουσία, προικισμένη με θέληση, μπορεί να θέσει σκοπούς και να υιοθετήσει τα μέτρα που είναι απαραίτητα για την πραγματοποίησή τους. Νόηση και ελευθερία είναι τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του προσώπου.
Το όνομα με το οποίο κάθε πρόσωπο ορίζει τον εαυτό του, είναι «ΕΓΩ». Σαν «Εγώ» μπορεί να ορισθεί μόνον ένα όν, το οποίο στο Είναι του είναι εσωτερικό στο δικό του είναι, και ταυτόχρονα μπορεί να ορισθεί στο είναι του σαν διακεκριμένο από τα άλλα όντα. Κάθε Εγώ είναι μοναδικό, έχει κάτι που δεν μοιράζεται με κανένα άλλο όν, κάτι που είναι «ακοινώνητο» (αυτό είναι εξάλλου και το νόημα που δίνει ο Ακινάτης στην ατομικότητα). Αυτό όμως δεν σημαίνει πως είναι μοναδικό, πως δεν μετέχει δηλ. σε κανένα άλλο υπαρκτό. Ο όρος Εγώ έχει μία καθολική σημασία, έτσι ώστε να μπορεί νά πληρούται σε κάθε περίπτωση που εφαρμόζεται σωστά.
Το ακοινώνητο που ανήκει σε κάθε Εγώ σαν Εγώ, είναι μία ιδιαιτερότης του όντος. Κάθε  Εγώ έχει το Είναι του, το οποίο ονομάζουμε ζωή, και η οποία εκτυλίσσεται λεπτό προς λεπτό, και γίνεται εν τέλει ένα όν κλειστό εις εαυτόν.
Όπως ακριβώς περιέγραψε την μονάδα πρώτος ο Λάϊμπνιτς. Και κάθε εγώ είναι με τον τρόπο του καθ’αυτό έτσι διαγεγραμμένο, όπως δεν είναι κανένα άλλο όν και όπως κανένα άλλο δεν είναι καθ’αυτό.
Κάθε άνθρωπος είναι ένα «Εγώ». Κάθε ένας αρχίζει να ονομάζει τον εαυτό του «Εγώ» και μετά μαθαίνει το όνομά του. Αντίθετα όμως από το Εγώ που κρύβεται πίσω από το βίωμα της ζωής, του οποίου και έχουμε άμεση συνείδηση, υπάρχει το ΚΑΘΑΡΟ ΕΓΩ. Αυτό το Εγώ ζεί σε κάθε «εγώ αντι-λαμβάνομαι», «Εγώ σκέπτομαι», «Εγώ βγάζω συμπέρασμα», «Εγώ επιθυμώ». Αυτό το Εγώ ζεί σε κάθε εμπειρία, και είναι γι’αυτό  αναπόφευκτο. Είναι αχώριστο από κάθε περιεχόμενο των βιωμάτων μας, αλλά δεν μπορούμε να το θεωρήσουμε  σαν μέρος αυτών των βιωμάτων. Αντιθέτως, κάθε εμπειρία τού ανήκει. Το Εγώ είναι αυτό που ζεί σε κάθε εμπειρία, που ζεί την εμπειρία. Το Εγώ ζεί, και η ζωή είναι το ΕΙΝΑΙ του. Το Εγώ όμως είναι, πριν από το περιεχόμενό του, κενό, είναι τίποτα, εάν δεν πληρωθεί ακριβώς από περιεχόμενα τα οποία έρχονται πέρα από την ηγεμονία του, είτε εξωτερικά είτε εσωτερικά. Η ζωή του είναι σε κάθε στιγμή παρούσα. Ενώ τα περιεχόμενά του υπάρχουν μόνον σε μία στιγμή του παρόντος. Μία άπειρη απόσταση το χωρίζει από το Θείο Είναι, και παρ'όλα αυτά τού μοιάζει περισσότερο από κάθε άλλο πράγμα, διότι είναι ένα «Εγώ», είναι δηλ. ένα πρόσωπο.
Το δόγμα του Μ.Αθανασίου  λοιπόν, για να επανέλθουμε στην σχέση Δημιουργού και Δημιουργίας και να την συγκρίνουμε με την σχέση του Πατρός προς τα υπόλοιπα πρόσωπα, ορίζει τον Υιό γεννημένο, όχι δημιουργημένο. Δεν εισέρχεται ο Υιός στην ύπαρξη, είναι αιώνιος, όπως ο Πατήρ. Είναι μία μόνον ουσία με τον Πατέρα και έτσι, επειδή στον Θεό Είναι και ουσία συμπίπτουν, είναι επίσης και ένα μόνον Είναι. Δεν είναι μία μερική εικόνα, αλλά το όλον. Είναι μία τέλεια εικόνα του Πατρός. Διότι ο Θεός είναι πνεύμα, και ο Πατήρ και ο Υιός είναι ένα. Αντιθέτως στον άνθρωπο, ακόμη και η εικόνα του στον καθρέφτη είναι διαφορετική από τον ίδιο.
Και το ερώτημα λοιπόν, το οποίο καθίσταται πλέον απαραίτητο ερεύνης, αφού επισημάνθηκε αυτή η τελειότης της εικόνος του Πατρός, είναι : Τί πράγμα είναι η τέλεια ενότης του «Εγώ είμαι» σε τρία πρόσωπα; Το Θείο Είναι-πρόσωπο είναι το αρχέτυπο όλων των πεπερασμένων όντων-προσώπων. Στο πεπερασμένο Εγώ όμως αντιτίθεται ένα Εσύ, σαν ένα άλλο Εγώ, ίσο μ’αυτό, σαν ένα όν στο οποίο μπορούμε να απευθυνθούμε ζητώντας κατανόηση και απάντηση, και με το οποίο ζεί αυτό το Εγώ, λόγω της κοινωνίας του Είναι-Εγώ, στην ενότητα ενός Εμείς. Το εμείς είναι η μορφή στην οποία πειραματιζόμαστε ως προς το Είναι-Ένα, μίας πολλαπλότητος δηλ. προσώπων. Το Είναι-Ένα δεν καταργεί την πολλαπλότητα και την διαφορετικότητα των προσώπων. Η διαφορετικότης είναι πάνω απ’όλα μία διαφορετικότης του Είναι, η οποία ανήκει στην ουσία του Εγώ: το Είναι εισαγμένο σε μία ανώτερη ενότητα δεν εκμηδενίζει το συμπαγές της μοναδικότητος της ζωής του Εγώ.
Υπάρχει όμως και μία διαφορά της ουσίας: η κοινότης, που είναι το θεμέλιο του Είναι-Εμείς, αφήνει περιθώριο σε έναν τρόπο προσωπικής υπάρξεως, που το Εγώ δεν τη συμμερίζεται με κανένα άλλο. Μία τέτοια διαφορά ουσίας δεν παρατηρείται στα Θεία πρόσωπα. Στον Θεό δεν υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στο καθολικό και στο ιδιαίτερο, ούτε ανάμεσα στο ουσιώδες είναι και στο πραγματικό. Ολόκληρη η ουσία είναι κοινή στα τρία πρόωπα. Έτσι απομένει μόνον η διαφορετικότης των προσώπων καθ’εαυτών: μία τέλεια ενότης στο εμείς, όπως δεν μπορεί να συναντηθεί σε καμμία κοινότητα πεπερασμένων προσώπων.
Και όμως, παρ’όλα αυτά, σ’αυτή την ενότητα είναι εφικτή η διάκριση ανάμεσα στο Εγώ και στο Εσύ, χωρίς την οποία δεν είναι δυνατό το Εμείς. Κοντά λοιπόν στην αποκάλυψη του ονόματος του Θεού «Εγώ είμαι», υπάρχει στην Παλαιά Διαθήκη η εξής έκφραση: «Ας δημιουργήσουμε τον άνθρωπο κατ’εικόνα μας», που αποτελεί και την πρώτη εμφάνιση της Τριάδος. Όπως υπάρχει και ο Λόγος: «Εγώ και ο Πατήρ είμαστε Ένα». Το Εμείς, καθότι ενότης του Εγώ και του Εσύ, είναι μία ανώτερη ενότης από εκείνη του Εγώ. Είναι μία ενότης της αγάπης. Και η αγάπη είναι δώρο του εαυτού σε ένα Εσύ, και είναι στην τελειότητά της -λόγω της αμοιβαιότητος της δωρεάς του εαυτού- ένα Είναι-ΕΝΑ. Καθότι ο Θεός είναι αγάπη. Έτσι το όνομα του Θεού «Εγώ είμαι» εξισούται με το «Εγώ δίνομαι ολοκληρωτικώς σ’ένα Εσύ», είμαι ένα μ’ένα Εσύ, επομένως και με ένα «εμείς είμαστε». Η αγάπη λοιπόν δεν μπορεί να αντικατασταθεί από την αγάπη ανάμεσα στον Θεό και στην κτίση, διότι είναι η θεία εσωτερική ζωή.
Η υπέρτατη αγάπη είναι αμοιβαία, αιώνια αγάπη. Ο Θεός αγαπά την δημιουργία του από την αιωνιότητα. Αλλά δεν αγαπάται από αυτήν από την αιωνιότητα! Η αγάπη ανάμεσα στον Θεό και στην κτίση παραμένει πάντοτε μία ατελής αγάπη, διότι παρότι μπορεί να δεχθεί, στην δωρεά του εαυτού χωρίς διακοπή της θείας ζωής, ο Θεός στον εαυτό του την δημιουργία, κανένα κτίσμα δεν μπορεί να συλλάβει τον Θεό.
Τα θεία πρόσωπα προφέρουν αμοιβαίως την μοναδική αιώνια και άπειρη ουσία. Ο Πατήρ την δωρίζει στον Υιό, από την αιωνιότητα, γενώντας Τον, και ενώ ο Πατήρ και ο Υιός προσφέρονται αμοιβαίως, από την προσφορά τους και την αγάπη τους εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα.
Έτσι λοιπόν το Είναι του δευτέρου και του τρίτου προσώπου είναι ένα Είναι που έχει προσληφθεί, αλλά δεν είναι δημιουργημένο όπως η κτίση, είναι το μοναδικό Θείο Είναι που δωρίζεται και προσλαμβάνεται, καθώς η δωρεά και η πρόσληψη ανήκουν στο Μυστήριο της Αγίας Τριάδος.(Συνεχίζεται)


Αμέθυστος

Πέμπτη 1 Ιουνίου 2023

Η ΕΝΟΤΗΣ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ!

 Κατά τού Μπουλγκάκοφ καί τής Ακαδημίας Βόλου τού Δημητριάδος

Η ΕΝΟΤΗΣ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ!
Οι Καππαδόκες εννοούσαν για ουσία ένα ξεχωριστό και συγκεκριμένο αντικείμενο απο την οπτική γωνία της μεταφυσικής πραγματικότητος και δέν περιοριζόντουσαν μόνον στην ομοιότητα του ουσιώδους δηλαδή της Φύσεως. Επέμεναν όμως περισσότερο απο τον Μ.Αθανάσιο στην Τριπλή αντικειμενικότητα του Θεού. Δέχθηκαν αυτή την αντικειμενική τριπλότητα σαν βάση των στοχασμών τους και ξεκίνησαν απο αυτή την θέση για να βεβαιώσουν πώς λόγω της ισότητος των υποστάσεων, οι υποστάσεις πρέπει να συστήσουν και μία μοναδική και ταυτόσημη ουσία. Ήταν πολύ σταθεροί στην πίστη τους στην ενότητα του Θεού για να ικανοποιηθούν με την έννοια τριών όμοιων υποστάσεων. Το θεμελιώδες γεγονός της σκέψης των ήταν η τριαδικότης ίσων υποστάσεων,  ενώ η ταυτότης της ουσίας ερχόταν σε δεύτερη μοίρα σπουδαιότητος. Ανάμεσα σε ουσία και υπόσταση υπάρχει η ίδια σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε ένα πράγμα γενικώς και ένα συγκεκριμένο, ανάμεσα σε ένα ζωντανό όν και οποιονδήποτε άνθρωπο.
Είναι ύβρεις οι πεποιθήσεις πώς υπάρχει μία ουσία προγενέστερη, μοιρασμένη ανάμεσα στα τρία πρόσωπα καί η βεβαίωση της ανισότητος των προσώπων, που ισχυρίζονται οι οπαδοί του Ευνόμιου [και οι οπαδοί του Ζηζιούλα]. Το γεγονός της κοινής ουσίας φανερώνεται πλήρως εάν ομιλούμε γιά ένα πρόσωπο μέ τόν ίδιο τρόπο με τον οποίο μιλούμε και για το άλλο. Έτσι εάν υπολογίζουμε πώς ο Πατήρ διαθέτει αυτό που συστήνει το Φώς (είναι υποκείμενον) και η ουσία του Υιού τότε είναι Φώς. Η θεότης δηλαδή είναι Μία. Τα διαφορετικά ονόματα εξάλλου δέν συνεπάγονται και διαφορετική ουσία! Όπως ο Πέτρος και ο Παύλος έχουν διαφορετικά ονόματα, αλλά την ίδια ουσία.
Η υπόσταση λοιπόν είναι το σημείο της προσωπικής ατομικότητος, ενώ η ουσία είναι υπεύθυνη για την Αρχή της κοινωνίας (Μ.Βασίλειος Επιστολή 38,5). Επειδή δέ ολόκληρη και αναλλοίωτη η ουσία του Υιού είναι ίση με ολόκληρη την ουσία του Πατρός, ομιλούμε για ταυτότητα ουσίας. Διότι ο Θεός είναι απλός ενώ ο άνθρωπος σύνθετος και γι’αυτό κυριολεκτικά δέν μπορούμε να ισχυρισθούμε κοινή ανθρώπινη ουσία, αλλά ότι ανήκουμε στο ίδιο γένος. Έτσι όταν ομιλούμε για ατομικότητα εννοούμε τον τρόπο με τον οποίο η ταυτόσημη ουσία παρουσιάζεται αντικείμενικά σε κάθε πρόσωπο [και δέν εννοούμε τον τρόπο του υποκειμένου. Εδώ μάλιστα η παράδοσις μας προσθέτει την έννοια της υπερούσιας ουσίας δηλαδή μίας ουσίας που δέν παρουσιάζει καμμία αναλογία με την ουσία των κτισμάτων η οποία γειτονεύει επικίνδυνα καί με το γένος!]
Τα ατομικά χαρακτηριστικά των υποστάσεων ονομάζονται λοιπόν ιδιότητες ή ιδιαιτερότητες. Η υπόσταση του Υιού είναι η «μορφή» ή ο τρόπος που παρουσιάζεται (πρόσωπον) με τον οποίο αναγνωρίζεται ο Πατήρ και η υπόσταση του Πατρός αναγνωρίζεται στη μορφή του Υιού. Απομένει μόνον μία προσθετική ιδιαιτερότης που διακρίνει τις υποστάσεις (γνωριστικές ιδιότητες) και είναι η αγενησία, η γένεσις και η εκπόρευσις.
ΕΙΝΑΙ ΤΡΟΠΟΙ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ. Λίγο αργότερα με τον Κύριλλο ονομάστηκαν υποστατικες ιδιότητες. Η φράση ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ, εξέφρασε το γεγονός πώς αυτές οι τρείς ιδιότητες αντιπροσώπευαν απλώς τους τρόπους με τους οποίους η Θεία ουσία κοινωνείται και παρουσιάζεται. Η ύπαρξις σημαίνει ουσία, αλλά και την ιδέα της αρχής! Π.χ. η ύπαρξις της ζωής, λέει ο Ειρηναίος επιτυγχάνεται μετέχοντας στον Θεό.
Ο όρος αγένητος δέν εκφράζει την ουσία του Θεού, αλλά τον τρόπο υπάρξεως του. Διότι τα ονόματα Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα δέν αναπαριστούν την ουσία καθεαυτή, αλλά έναν τρόπο υπάρξεως ή σχέσεως. Μία διαφορετική ύπαρξις του είναι των όντων σημαίνει και διαφορετική ουσία, μόνον όσον αφορά την κτίση. Διότι η καταγωγή της υπάρξεως προσδιορίζει και τον τρόπο. Οι σχέσεις ανάμεσα στα Θεία προσώπα δέν έχουν κανένα χρονικό σημείο αναφοράς, αλλά εκφράζουν αιώνιες προόδους που συμβαίνουν συνεχώς στο εσωτερικό του Θείου Είναι. Με τον τρόπο αυτό καθορισμού των σχέσεων ουσίας και υποστάσεως, η θεολογία γλίτωσε απο την υποταγή του Υιού, ο Θεός είναι ένα μοναδικό αντικείμενο εις εαυτόν και είναι τρία αντικείμενα καθ’αυτός.
Η Μοναρχία του Πατρός όταν πρωτοεμφανίστηκε ήθελε να χωρίση την τριάδα σε τρείς ξεχωριστές οντότητες. Τελείωσε όμως στον Μ.Αθανάσιο και με την βοήθεια της ενέργειας του Θεού κατόρθωσε να στηρίξη την ενότητα του Θεού! Αυτή η Μοναρχία είναι υπεύθυνη και για την αίρεση του Filioque της Λατινικής Εκκλησίας, διότι εκφράστηκε για πρώτη φορά απο τον Ωριγένη σαν διπλή εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Ακόμη και ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής υποστήριξε την διπλή εκπόρευση εκ του Πατρός και εκ του Υιού. Μόνο που διευκρίνισε ότι δέν σημαίνει ότι ο Υιός είναι αιτία του Αγίου Πνεύματος αλλά ότι εκπορεύεται διά του Υιού. Ο σκοπός αυτής της θεωρίας υπήρξε η επιθυμία της διακηρύξεως του Χριστιανισμού ώς μονοθεϊσμού, στην προσπάθεια του να διακριθεί απο τον ειδωλολατρικό πολυθεϊσμό. Ένα χαρακτηριστικό δείγμα Μοναρχίας είναι ο Γρηγόριος Νύσσης: ο Υιός συνάπτεται με τον Πατέρα το πνεύμα έχεται, είναι ενωμένο με τον Υιό τον Μονογενή. Ο Πατήρ, ο Υίος και το Άγιο Πνεύμα είναι πάντοτε το ένα με το άλλο σε μία τέλεια τριαδικότητα ακολούθως και συνημμένως.
Όταν όμως οι Πατέρες είδαν στον Θεό μία μοναδική θέληση και μία μοναδική ενέργεια, έγινε κατανοητή η ενότης διαφορετικά, χωρίς την βοήθεια της Μοναρχίας. Και αυτή η θεωρία ξεκινά απο τον Ωριγένη, ο οποίος γράφοντας εναντίον του Κέλσου ισχυρίζεται πώς το θέλημα του Πατρός είναι παρόν στο θέλημα του Υιού και πώς το θέλημα του Υιού δέν απομακρύνεται καθόλου απο το θέλημα του Πατρός. Έτσι εξηγείται ο Λόγος: εγώ και ο Πατήρ είμαστε ένα. Και ο Μ.Βασίλειος διευκρινίζει ακόμη καλύτερα πώς το Θείο θέλημα ακολουθεί την Θεία ουσία και επομένως το βλέπουμε όμοιο και ίσο, ταυτόσημο, στον Πατέρα και στον Υιό.
Το θέλημα αναφέρεται στο αποτέλεσμα μία πράξεως της θελήσεως παρά στην πράξη την ίδια ή στην ικανότητα απο την οποία η πράξη πραγματοποιήθηκε. Το θέλημα λοιπόν ισχυροποιεί την ενότητα και την κοινωνία της Αγίας Τριάδος. Και αποκορυφώνεται στον Μ.Αθανάσιο ο οποίος μας λέει πώς ο Υιός με την θέληση με την οποία τον θέλησε ο Πατήρ με αυτή την ίδια ο Ίδιος αγαπά, θέλει και δοξάζει τον Πατέρα. Διότι υπάρχει μία μόνον θέληση που προοδεύει απο τον Πατέρα και είναι στον Υιό έτσι ώστε να μπορούμε να δούμε τον Υιό στον Πατέρα και τον Πατέρα στον Υιό.
Όπως είναι ένας ο Θεός στην θέληση, έτσι είναι ένας και στην πράξη, δηλαδή στην Ενέργεια. Ο Μέγας Αθανάσιος (πρός Σεραπίωνα 1,19 και 28) μας βεβαιώνει πώς υπάρχει μία Αγία και τέλεια Τριάδα η οποία εκφράζεται στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, η οποία δέν περιέχει τίποτε ξένο και έτερο η προερχόμενο απο μία εξωτερική πηγή απο αυτή και η Φύση της είναι όμοια με τον εαυτό της και αμέριστη και η ενέργεια της είναι μοναδική. Έτσι λοιπον ο Πατήρ δρά αναλλοιώτως μέσω του Λογου μέσα στο Άγιο Πνεύμα. Μ’αυτόν τον τρόπο διατηρείται η ενότης της Τριάδος και έτσι η Εκκλησία κηρύττει έναν μοναδικό Θεό ο οποίος είναι πάνω απο όλους ανάμεσα σε όλους και σε όλους. Πάνω σε όλους καθότι ο Πατήρ, αρχή και πρωταρχική πηγή, ανάμεσα σε όλους μέσω του Λόγου και σε όλους στο Άγιο Πνεύμα. Η ΕΝΟΤΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ή Η ΘΕΙΑ ΜΟΝΑΡΧΙΑ, όπως βλέπουμε δέν στηρίζεται πλέον στο γεγονός πώς το πρώτο πρόσωπο, ο Πατήρ είναι αρχή. Αντιθέτως βεβαιώνεται πώς ο μοναδικός Θεός φανερώνεται σαν Πατήρ πάνω απο όλους σαν Υιός ανάμεσα σε όλους και σαν Πνεύμα μέσα σε όλους έτσι η Αγία Τριάδα πράττει με μία και  μοναδική ενέργεια.
Τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δέν ξεχωρίζουν το ένα απο το άλλο ούτε στον χρόνο, ούτε στον χώρο, ούτε στον σκοπό, ούτε στις προϋποθέσεις ούτε στις πράξεις. Ενώ ανάμεσα στους ανθρώπους, κάθε άτομο παρότι ανήκει σε ένα είδος, ενεργεί ξεχωριστά και γι’αυτό τους εκλαμβάνουμε σαν πολλούς. Καθένας απο τους ανθρώπους είναι μία ατομική οντότης ξεχωριστή, λόγω της ανεξαρτησίας της ενέργειάς του.
Αντιθέτως η Θεία ενέργεια όσο και άν η ανθρώπινη νόηση μπορεί να την διαφοροποιήσει εννοιολογικώς αρχίζει πάντοτε απο τον Πατέρα, προοδεύει μέσω του Υιού και ολοκληρώνεται στο Άγιο Πνεύμα. Δέν υφίσταται μία ξεχωριστή, μοναδικη ενέργεια, κάποιου απο τα πρόσωπα, αλλά η ενέργεια περνά πάντοτε μέσω και των τριών προσώπων και παρόλα αυτά δέν έχουμε τρείς πράξεις αλλά μία και μοναδική.
Ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός συμπληρώνει : (Λόγος 31,16) κάθε ένα απο τα θεία πρόσωπα έχει με τα άλλα (πρόσωπα) μία ενότητα τόσο πραγματική με εκείνη που το ενώνει με τον εαυτό του! Λόγω της ταυτότητος της ουσίας και της δυνάμεως. Αυτό είναι ακριβώς και το θεμέλιο της Θείας ενότητος.
Μία μοναδική ουσία λοιπόν μία αληθινή και αυθεντική, φυσική θεότης, σε τρείς αντικειμενικές παρουσιάσεις! Και ο ψευδο-Κύριλλος, στις αρχές του ογδόου αιώνος, ολοκληρώνει τον θεολογικό μόχθο: στην άγνωστη Τριάδα, στην άρρητη, η κοινωνία και η ενότης εκφράζονται συγκεκριμένα στην συναιωνιότητα, στην ταυτότητα της ουσίας της ενέργειας και της θελήσεως, στην συμφωνία σκοπών, στην συμφωνία αυθεντίας, κυριότητος της δυνάμεως και αγαθότητος (και δέν ομιλούμε για ομοιότητα αλλά για ταυτότητα) και στην μοναδικότητα της δυναμικής πρωτοβουλίας (έξαλμα κινήσεως)
Όταν κυττάζουμε στην θεότητα, στην πρώτη αιτία και μοναρχία, στην μοναδική και ταυτόσημη κίνηση και στον σκοπό της θεότητος, τότε αυτό που μας παρουσιάζεται είναι μία ξεχωριστή ενότης. Αλλά όταν κυττάμε τα αντικείμενα (τα πράγματα) στα οποία η θεότης εκφράζεται, τα αντικείμενα που η θεότης είναι και αυτό που προέρχεται άχρονα, έν δοξα και αχώριστα απο την πρώτη αιτία, τότε υπάρχουν τρία αντικείμενα λατρείας.
Αμέθυστος

Τρίτη 30 Μαΐου 2023

Περί ταυτίσεως ΕΙΝΑΙ και θεού!

Η Λατινική, Αυγουστινιανή εκδοχή των πραγμάτων.

Η Αυτοκρατορία της ταυτίσεως ΕΙΝΑΙ και θεού!
Κατά Ζηζιούλα
Ο Ακινάτης μιλά για εικόνα, όταν στο αποτέλεσμα βρίσκεται παρούσα μία αναπαράσταση της αιτίας, μέσω μίας μορφής που της ομοιάζει. Έτσι όπως το άγαλμα του Ερμή αναπαριστά τον Ερμή! Έτσι και η σχέση κτιστού και ακτίστου συγκρίνεται, μέχρι σήμερα, με εκείνη που υπάρχει ανάμεσα στον Πατέρα και στα άλλα θεία πρόσωπα. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.
Γνωρίζουμε το όνομα του Θεού, όπως μας το έδωσε ο ίδιος: Εγώ ειμί ο ών! Το οποίο μετεφράσθη στην Δύση μέσω του Αυγουστίνου ως εξής: εγώ είμαι αυτός που είμαι! Έτσι το όνομα του Θεού κατέληξε να καθορίζεται ως εξής: «Εγώ είμαι». Η ερμηνεία του Αυγουστίνου είναι πολύ γνωστή: αυτός τού οποίου το όνομα είναι «Εγώ είμαι», είναι ΤΟ ΕΙΝΑΙ το ίδιο, προσωπικώς. Ετσι συνάγεται πως το πρώτο όν πρέπει να είναι πρόσωπο. Διότι μόνο ένα πρόσωπο μπορεί να δημιουργήσει, δηλ. να μεταφράσει σε ύπαρξη την θέλησή του. Έτσι λοιπόν και η ενέργεια της πρώτης αιτίας δεν είναι διαφορετική από την ελεύθερη πράξη, διότι κάθε πράξη η οποία δεν είναι μία ελεύθερη ενέργεια, είναι αιτιατή, και γι’αυτό δεν είναι η πρώτη αιτία. Εξάλλου η ίδια η λογική τάξη και η σκοπιμότης του κόσμου μάς παραπέμπουν σε ένα πρόσωπο-δημιουργό. Μόνον μία νοερή ουσία, προικισμένη με θέληση, μπορεί να θέσει σκοπούς και να υιοθετήσει τα μέτρα που είναι απαραίτητα για την πραγματοποίησή τους. Νόηση και ελευθερία είναι τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του προσώπου.
Το όνομα με το οποίο κάθε πρόσωπο ορίζει τον εαυτό του, είναι «ΕΓΩ». Σαν «Εγώ» μπορεί να ορισθεί μόνον ένα όν, το οποίο στο Είναι του είναι εσωτερικό στο δικό του είναι, και ταυτόχρονα μπορεί να ορισθεί στο είναι του σαν διακεκριμένο από τα άλλα όντα. Κάθε Εγώ είναι μοναδικό, έχει κάτι που δεν μοιράζεται με κανένα άλλο όν, κάτι που είναι «ακοινώνητο» (αυτό είναι εξάλλου και το νόημα που δίνει ο Ακινάτης στην ατομικότητα). Αυτό όμως δεν σημαίνει πως είναι μοναδικό, πως δεν μετέχει δηλ. σε κανένα άλλο υπαρκτό. Ο όρος Εγώ έχει μία καθολική σημασία, έτσι ώστε να μπορεί νά πληρούται σε κάθε περίπτωση που εφαρμόζεται σωστά.
Το ακοινώνητο που ανήκει σε κάθε Εγώ σαν Εγώ, είναι μία ιδιαιτερότης του όντος. Κάθε  Εγώ έχει το Είναι του, το οποίο ονομάζουμε ζωή, και η οποία εκτυλίσσεται λεπτό προς λεπτό, και γίνεται εν τέλει ένα όν κλειστό εις εαυτόν.
Όπως ακριβώς περιέγραψε την μονάδα πρώτος ο Λάϊμπνιτς. Και κάθε εγώ είναι με τον τρόπο του καθ’αυτό έτσι διαγεγραμμένο, όπως δεν είναι κανένα άλλο όν και όπως κανένα άλλο δεν είναι καθ’αυτό.
Κάθε άνθρωπος είναι ένα «Εγώ». Κάθε ένας αρχίζει να ονομάζει τον εαυτό του «Εγώ» και μετά μαθαίνει το όνομά του. Αντίθετα όμως από το Εγώ που κρύβεται πίσω από το βίωμα της ζωής, του οποίου και έχουμε άμεση συνείδηση, υπάρχει το ΚΑΘΑΡΟ ΕΓΩ. Αυτό το Εγώ ζεί σε κάθε «εγώ αντι-λαμβάνομαι», «Εγώ σκέπτομαι», «Εγώ βγάζω συμπέρασμα», «Εγώ επιθυμώ». Αυτό το Εγώ ζεί σε κάθε εμπειρία, και είναι γι’αυτό  αναπόφευκτο. Είναι αχώριστο από κάθε περιεχόμενο των βιωμάτων μας, αλλά δεν μπορούμε να το θεωρήσουμε  σαν μέρος αυτών των βιωμάτων. Αντιθέτως, κάθε εμπειρία τού ανήκει. Το Εγώ είναι αυτό που ζεί σε κάθε εμπειρία, που ζεί την εμπειρία. Το Εγώ ζεί, και η ζωή είναι το ΕΙΝΑΙ του. Το Εγώ όμως είναι, πριν από το περιεχόμενό του, κενό, είναι τίποτα, εάν δεν πληρωθεί ακριβώς από περιεχόμενα τα οποία έρχονται πέρα από την ηγεμονία του, είτε εξωτερικά είτε εσωτερικά. Η ζωή του είναι σε κάθε στιγμή παρούσα. Ενώ τα περιεχόμενά του υπάρχουν μόνον σε μία στιγμή του παρόντος. Μία άπειρη απόσταση το χωρίζει από το Θείο Είναι, και παρ'όλα αυτά τού μοιάζει περισσότερο από κάθε άλλο πράγμα, διότι είναι ένα «Εγώ», είναι δηλ. ένα πρόσωπο.
Το δόγμα του Μ.Αθανασίου  λοιπόν, για να επανέλθουμε στην σχέση Δημιουργού και Δημιουργίας και να την συγκρίνουμε με την σχέση του Πατρός προς τα υπόλοιπα πρόσωπα, ορίζει τον Υιό γεννημένο, όχι δημιουργημένο. Δεν εισέρχεται ο Υιός στην ύπαρξη, είναι αιώνιος, όπως ο Πατήρ. Είναι μία μόνον ουσία με τον Πατέρα και έτσι, επειδή στον Θεό Είναι και ουσία συμπίπτουν, είναι επίσης και ένα μόνον Είναι. Δεν είναι μία μερική εικόνα, αλλά το όλον. Είναι μία τέλεια εικόνα του Πατρός. Διότι ο Θεός είναι πνεύμα, και ο Πατήρ και ο Υιός είναι ένα. Αντιθέτως στον άνθρωπο, ακόμη και η εικόνα του στον καθρέφτη είναι διαφορετική από τον ίδιο.
Και το ερώτημα λοιπόν, το οποίο καθίσταται πλέον απαραίτητο ερεύνης, αφού επισημάνθηκε αυτή η τελειότης της εικόνος του Πατρός, είναι : Τί πράγμα είναι η τέλεια ενότης του «Εγώ είμαι» σε τρία πρόσωπα; Το Θείο Είναι-πρόσωπο είναι το αρχέτυπο όλων των πεπερασμένων όντων-προσώπων. Στο πεπερασμένο Εγώ όμως αντιτίθεται ένα Εσύ, σαν ένα άλλο Εγώ, ίσο μ’αυτό, σαν ένα όν στο οποίο μπορούμε να απευθυνθούμε ζητώντας κατανόηση και απάντηση, και με το οποίο ζεί αυτό το Εγώ, λόγω της κοινωνίας του Είναι-Εγώ, στην ενότητα ενός Εμείς. Το εμείς είναι η μορφή στην οποία πειραματιζόμαστε ως προς το Είναι-Ένα, μίας πολλαπλότητος δηλ. προσώπων. Το Είναι-Ένα δεν καταργεί την πολλαπλότητα και την διαφορετικότητα των προσώπων. Η διαφορετικότης είναι πάνω απ’όλα μία διαφορετικότης του Είναι, η οποία ανήκει στην ουσία του Εγώ: το Είναι εισαγμένο σε μία ανώτερη ενότητα δεν εκμηδενίζει το συμπαγές της μοναδικότητος της ζωής του Εγώ.
Υπάρχει όμως και μία διαφορά της ουσίας: η κοινότης, που είναι το θεμέλιο του Είναι-Εμείς, αφήνει περιθώριο σε έναν τρόπο προσωπικής υπάρξεως, που το Εγώ δεν τη συμμερίζεται με κανένα άλλο. Μία τέτοια διαφορά ουσίας δεν παρατηρείται στα Θεία πρόσωπα. Στον Θεό δεν υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στο καθολικό και στο ιδιαίτερο, ούτε ανάμεσα στο ουσιώδες είναι και στο πραγματικό. Ολόκληρη η ουσία είναι κοινή στα τρία πρόωπα. Έτσι απομένει μόνον η διαφορετικότης των προσώπων καθ’εαυτών: μία τέλεια ενότης στο εμείς, όπως δεν μπορεί να συναντηθεί σε καμμία κοινότητα πεπερασμένων προσώπων.
Και όμως, παρ’όλα αυτά, σ’αυτή την ενότητα είναι εφικτή η διάκριση ανάμεσα στο Εγώ και στο Εσύ, χωρίς την οποία δεν είναι δυνατό το Εμείς. Κοντά λοιπόν στην αποκάλυψη του ονόματος του Θεού «Εγώ είμαι», υπάρχει στην Παλαιά Διαθήκη η εξής έκφραση: «Ας δημιουργήσουμε τον άνθρωπο κατ’εικόνα μας», που αποτελεί και την πρώτη εμφάνιση της Τριάδος. Όπως υπάρχει και ο Λόγος: «Εγώ και ο Πατήρ είμαστε Ένα». Το Εμείς, καθότι ενότης του Εγώ και του Εσύ, είναι μία ανώτερη ενότης από εκείνη του Εγώ. Είναι μία ενότης της αγάπης. Και η αγάπη είναι δώρο του εαυτού σε ένα Εσύ, και είναι στην τελειότητά της -λόγω της αμοιβαιότητος της δωρεάς του εαυτού- ένα Είναι-ΕΝΑ. Καθότι ο Θεός είναι αγάπη. Έτσι το όνομα του Θεού «Εγώ είμαι» εξισούται με το «Εγώ δίνομαι ολοκληρωτικώς σ’ένα Εσύ», είμαι ένα μ’ένα Εσύ, επομένως και με ένα «εμείς είμαστε». Η αγάπη λοιπόν δεν μπορεί να αντικατασταθεί από την αγάπη ανάμεσα στον Θεό και στην κτίση, διότι είναι η θεία εσωτερική ζωή.
Η υπέρτατη αγάπη είναι αμοιβαία, αιώνια αγάπη. Ο Θεός αγαπά την δημιουργία του από την αιωνιότητα. Αλλά δεν αγαπάται από αυτήν από την αιωνιότητα! Η αγάπη ανάμεσα στον Θεό και στην κτίση παραμένει πάντοτε μία ατελής αγάπη, διότι παρότι μπορεί να δεχθεί, στην δωρεά του εαυτού χωρίς διακοπή της θείας ζωής, ο Θεός στον εαυτό του την δημιουργία, κανένα κτίσμα δεν μπορεί να συλλάβει τον Θεό.
Τα θεία πρόσωπα προσφέρουν αμοιβαίως την μοναδική αιώνια και άπειρη ουσία. Ο Πατήρ την δωρίζει στον Υιό, από την αιωνιότητα, γενώντας Τον, και ενώ ο Πατήρ και ο Υιός προσφέρονται αμοιβαίως, από την προσφορά τους και την αγάπη τους εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα.
Έτσι λοιπόν το Είναι του δευτέρου και του τρίτου προσώπου είναι ένα Είναι που έχει προσληφθεί, αλλά δεν είναι δημιουργημένο όπως η κτίση, είναι το μοναδικό Θείο Είναι που δωρίζεται και προσλαμβάνεται, καθώς η δωρεά και η πρόσληψη ανήκουν στο Μυστήριο της Αγίας Τριάδος.

Αμέθυστος

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2023

Αγίου Γρηγορίου Νύσσης - Περί Διαφοράς ουσίας και υποστάσεως

 Αγίου Γρηγορίου Νύσσης.

Περί Διαφοράς ουσίας και υποστάσεως

Κατά Ζηζιούλα.
«Η λέξη άνθρωπος, απ’όλα τα ονόματα, έχει την καθολικώτερη σημασία. Ο συγκεκριμένος άνθρωπος γίνεται γνωστός δια του ονόματός του. Το ιδίως λεγόμενον τω της υποστάσεως δηλούσθαι ρήματι. Για παράδειγμα (Ιωβ 1,1): Ανθρωπος τις ήν εν χώρα τη Αυσίτιδι, ώ όνομα Ιώβ. Και ήν ο άνθρωπος εκείνος αληθινός, άμεμπτος, δίκαιος, Θεοσεβής, απεχόμενος από παντός πονηρού πράγματος». Παρασιωπήθηκε η περιγραφή της ουσίας, επειδή δεν θα απέφερε καμμία ωφέλεια. Γιατί θα δινόταν ο ίδιος ορισμός μ’αυτόν που θα δινόταν και σχετικά με τον Βαλδάδ, τον Σαυχίτη και τον Σοφάρ, στον καθένα από τους ανθρώπους που αναφέρονται στο βιβλίο του Ιώβ. [Τραγική ειρωνία των εκσυγχρονιστών της πίστεως, των χαμένων στην αντίφαση, είναι πως από το ένα μέρος καταργούν την ουσία στην Αγία Τριάδα, για να βάλουν στην θέση της την θέληση, την «ουσία» του προσώπου, από το άλλο ευνοούν την θρησκειολογία, η οποία εκλαμβάνει τον Κύριο σαν Διδάσκαλο, ίσον με τους Βούδες, και τους Κούδες των θρησκειών της γής, δηλ. δέχονται μία γενική ουσία, ισοπεδώνοντας τις Αρχές της θεολογίας τους.]

Αυτόν τον λόγο λοιπόν της διαφοράς ουσίας και υποστάσεως, ας τον μεταφέρουμε και στα θεία δόγματα. Ο,τιδήποτε και αν υποθέσει ο λογισμός σου (όποια έννοια και αν υποθέσεις) σχετικά με το Είναι (την ουσία) του Πατρός (διότι η ψυχή είναι πεισμένη πως ο Πατήρ είναι υπεράνω κάθε νοήματος, δεν μπορεί να υποταχθεί σε έννοιες), το ίδιο λοιπόν θα νοήσεις και σχετικά με τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα [Κορινθ. Β 10,5. Λογισμούς καθαιρούντες και αχμαλωτίζοντες παν νόημα εις την υπακοήν του Χριστού].
Ου γαρ το μεν μάλλον (περισσότερον )ακατάληπτον και άκτιστον, το δέ ήττον (λιγότερο). Όμως χρειάζεται να έχουμε επιπλέον τα ιδιάζοντα σημεία επί της Τριάδος, ασύγχυτον την διάκρισιν.

Μετά από αυτά ας αναζητήσουμε τα ιδιάζοντα της κάθε υποστάσεως στην Αγία Τριάδα, χωρίς να ασχοληθούμε με τα κοινά, δηλ. το άκτιστον, το ακατάληπτον κ.τ.λ. «Κάθε αγαθό, το οποίο έρχεται σε μας από την Θεία δύναμη, υποστηρίζουμε ότι είναι μία ενέργεια της χάριτος, τα πάντα εις πάσιν ενεργούσης», τα τρία ομοούσια πρόσωπα της Αγίας Τριάδος είναι απολύτως ενωμένα ως προς τις ενέργειές τους. «Ταύτα δέ πάντα ενεργεί το έν και το αυτό πνεύμα διαιρούν ιδία εκάστω καθώς βούλεται».

Ίσως μερικοί εννοήσουν πως η δωρεά των αγαθών αυτών έρχεται από το Άγιο Πνεύμα στους άξιους, αφού υποστασιοποιηθεί, και μόνον. Αλλά από την Αγία Γραφή οδηγούμεθα στην πίστη, ότι αίτιος και αρχηγός της χορηγίας των αγαθών προς εμάς είναι ο Μονογενής Θεός. Διότι «όλα τα όντα δημιουργήθηκαν δι’αυτού και όλα από Αυτόν συγκρατούνται και κυβερνώνται» .
«Πάντα δι’αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ έν ο γέγονεν» (Ιωάν. 1,13) και, «Τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε» (Κολ. 1,17).

Ο Υιός λοιπόν, αυτός που καθιστά το Άγιο Πνεύμα, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα, γνωστό δια του εαυτού του και μαζί με τον εαυτό του, είναι ενωμένος με το Άγιο Πνεύμα, με το οποίο κατανοείται πάντα μαζί και αχώριστα, ουδεμίαν κατά το ιδιάζον των γνωρισμάτων την κοινωνίαν έχει προς τον Πατέρα ή προς το Πνεύμα το Άγιον, παρότι δεν είναι δυνατόν να εννοηθεί ο Υιός (εν περινοία του Υιού γενέσθαι), αν προηγουμένως δεν καταυγασθεί απ’ το Άγιο Πνεύμα ο Νούς (μή προκαταυγασθέντα τω πνεύματι). Ακόμη και «ο επί πάντων Θεός» (Ρωμ 9,5) έχει σαν γνώρισμα της υποστάσεώς του το ότι είναι Πατέρας και εκ μηδεμιάς αιτίας έχει την υπόσταση. Από αυτό το σημείο και ο Πατήρ ιδιαζόντως επιγιγνώσκεται.
Γι’ αυτό στη μία και κοινή ουσία της θεότητας λέμε ότι είναι ανεξάρτητα (ασύμβατα) και ακοινώνητα τα υποστατικά χαρακτηριστικά (τη Τριάδι γνωρίσματα), τα επιθεωρούμενα. Και δεν υπάρχει κανένα διάλειμμα μεταξύ Πατρος και Υιού και Αγίου Πνεύματος, που μπορεί να επινοήσει η κενοβατούσα διάνοια (της διανοίας κενεμβατούσης).

Αυτός που φέρνει στον Νού του τον Πατέρα, τον νοεί Αυτόν καθ’εαυτόν, αλλά συγχρόνως συνεννοεί με Αυτόν και τον Υιό του. Αυτός πάλι που φέρνει στο νού του τον Υιό, δεν αποκόπτει απ’ τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, αλλά με καθορισμένη σειρά και τάξη, ομοούσια, εντυπώνει ταυτόχρονα στην διάνοια του την πίστη και των τριών προσώπων συνενωμένων.
Ακόμη και εκείνος που αναφέρει μόνον το πνεύμα, σ’αυτήν του την ομολογία συμπεριλαμβάνει και εκείνον τού οποίου είναι το πνεύμα. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (πνεύμα θεού οικεί εν υμίν, Ρωμ. 8,9), όπως και στην περίπτωση της αλυσσίδος, αυτός που έλκει το πνεύμα, έλκει μαζί του και τον Υιό και τον Πατέρα. Έτσι και εκείνος που έλαβε τον Πατέρα, έλαβε συγχρόνως μαζί του και τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα ως πρός την ενέργεια (τη δυνάμει).

Διαπιστώνεται λοιπόν ότι υπάρχει στα θεία πρόσωπα κάποιος άρρητος και ακατανόητος τρόπος ενότητας και διακρίσεως, χωρίς να διασπά η διαφορά των υποστάσεών τους την συνέχεια της μίας ουσίας, ούτε η ταυτότητα της ουσίας τους να αφήνει να οδηγηθούν σε σύγχυση τα ιδιάζοντα υποστατικά τους ιδιώματα».
Ας σκεφτούμε λοιπόν τώρα, την ονομασία που έδωσε ο Ζηζιούλας στις υποστάσεις, καταργώντας την κοινή ουσία: Ετερότητες... Ιδρύοντας την θεολογία της ετερότητος, δηλ. του πολυπολιτισμικού μοντέλου και της αγάπης του ετέρου, που είναι η βάση για την ένωση των Εκκλησιών, εφόσον δογματική ένωση δεν είναι δυνατόν να επέλθει. Διότι δεν μπορεί να αλλάξει η ιστορία της Δύσεως, η οποία στηρίχθηκε στην αίρεση. Δυστυχώς αυτή είναι η αξία της ιστορίας. Και όμως ο Κύριος άλλαξε την ροή της Ιστορίας, νικώντας τον Φαρισαϊσμό που είχε επιβληθεί ιστορικά, και γι’αυτό δεν έχει και καμμία αξία η έρευνα της ιστορικότητος του Χριστού. Ο Κύριος άλλαξε την ιστορία και ξεκίνησε την ιστορία της Σωτηρίας. Με την ετερότητα λοιπόν και την κατάργηση της ουσίας, καταργεί και τις άκτιστες ενέργειες, την δύναμη του Πατρός. Είναι ο μεγαλύτερος δυνατός εχθρός του Γρηγορίου Παλαμά! Χωρίς ενέργειες η Αγία Τριάδα γίνεται θύμα της Λατινικής θεολογίας, η οποία ήδη διδάσκει το ανυπόστατο του Αγίου Πνεύματος, διότι είναι η αγάπη του Πατρός προς τον Υιό και του Υιού προς τον Πατέρα. Ελευθερώνοντας λοιπόν την αγάπη από τον Πατέρα (καταργώντας τήν δύναμη ή τήν ενέργεια τού Πατρός, πού είναι η κλήση καί η αγάπη τού Πατρός), μπορεί να την χρησιμοποιήσει στην κατηγορία της ετερότητος ή στην διαλεκτική κτιστού και ακτίστου. Ή στην ένωση των Εκκλησιών, χωρίς την ένωση του δόγματος.

Και ενώ ο Ζηζιούλας καταστρέφει ήσυχα την Αγία Τριάδα, εισάγοντας καινούργιο Θεό στην Εκκλησία, η Ορθοδοξία ασχολείται με την παράβαση των κανόνων.

Άγιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ του Έσσεξ

Το μειονέκτημα των σαφώς καθορισμένων κανόνων είναι ότι καθησυχάζουν τη συνείδηση εκείνων που μπορούν να τους τηρούν, και τους δίνουν την αίσθηση ότι είναι σωσμένοι. Αυτό είναι πολύ αφελές. Οι Φαρισαίοι, οι ασκητές και θεολόγοι της Παλαιάς Διαθήκης εγκρατεύονταν επίσης, αλλ’ αυτό δεν ήταν αρκετό. Ο Χριστός είπε: «Εάν μη περισσεύση η δικαιοσύνη υμών πλείον (των αρετών) των Γραμματέων και των Φαρισαίων, ου μη εισέλθητε εις την Βασιλείαν των Ουρανών» (Ματθ. 5,20).

Ο άνθρωπος που κατόρθωσε να υψωθεί πάνω από κάθε νόμο, έφθασε στην κατάσταση της θεώσεως, δηλαδή στη σωτηρία. Σημαντικότερο είναι να έχουμε συνείδηση και υπευθυνότητα για την κάθε κίνηση της καρδιάς και του νου μας, παρά να έχουμε κάποιον κανόνα.

Δεν μπορούμε να θεωθούμε με την άσκησή μας. Η θέωση ενεργείται με την ενοίκηση του Θεού μέσα μας και όχι με τις δικές μας ικανότητες.

Τελώνη και Φαρισαίου_Pharisee and Publican_Притча о мытаре и фарисее_Greek Byzantine Orthodox Icon_z_3f72afc91%82Ο πιο τρομερός εχθρός μας είναι η υπερηφάνεια. Η δύναμη της είναι τεράστια. Η υπερηφάνεια υπονομεύει κάθε φιλοδοξία μας, καταστρέφει κάθε προσπάθεια μας. Πολλοί από μας πέφτουμε στις παγίδες της. Ο υπερήφανος θέλει να κυριαρχεί, να επιβάλλει τη θέληση του στους άλλους, κι έτσι παρουσιάζεται η σύγκρουση ανάμεσα στα αδέλφια. Η πυραμίδα της ανισότητας είναι αντίθετη με την αποκάλυψη που αφορά την Αγία Τριάδα, στην οποία δεν υπάρχει ούτε μεγαλύτερος ούτε μικρότερος, αλλά καθένα πρόσωπο κατέχει την πληρότητα του Θείου Όντος.
Η Βασιλεία του Χριστού βασίζεται στην αρχή ότι όποιος θέλει να είναι πρώτος πρέπει να ‘ναι υπηρέτης όλων (Μαρκ. 9,35). Ο άνθρωπος που ταπεινώνει τον εαυτό του θα υπερυψωθεί (από το Θεό) και, αντίθετα, όποιος υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί. Στον αγώνα μας για προσευχή πρέπει να καθαρίσουμε τον εαυτό μας, το νου και την καρδιά από κάθε επιθυμία να επικρατήσουμε πάνω στον αδελφό μας. Επιθυμία για δύναμη είναι θάνατος για την ψυχή. Ο κόσμος ξεγελιέται από το μεγαλείο της δυνάμεως, λησμονώντας ότι όποιος εκτιμάται υπερβολικά ανάμεσα στους ανθρώπους, αυτόν τον αποστρέφεται ο Κύριος. Η υπερηφάνεια μας παρακινεί να κρίνουμε ή και να περιφρονούμε τους αδύνατους αδελφούς μας, όμως ο Κύριος μας προειδοποίησε: «Οράτε μη καταφρονήσητε ενός των μικρών τούτων» (Ματθ. 18,10). Εάν παρασυρθούμε στην υπερηφάνεια, όλη η άσκησή μας στην ευχή του Χριστού καταντά βεβήλωση του ονόματός Του. «Ο  λέγων εν αυτώ μένειν οφείλει, καθώς εκείνος περιεπάτησεν, και αυτός ούτω περιπατείν» (Α’ Ιωάν. 2,6). Εκείνος που αληθινά αγαπά το Χριστό αφιερώνει όλες τις δυνάμεις του στην υπακοή των λόγων του. Αυτό το τονίζω γιατί είναι στ’ αλήθεια η πραγματική μας «μέθοδος» για να μάθουμε να προσευχόμαστε. Αυτή και όχι καμιά άλλη ψυχοσωματική τεχνική είναι ο ορθός δρόμος.
Στη λαχτάρα μας να κάνουμε τον λόγο του Ευαγγελίου κτήμα όλης της υπάρξεως μας, ελευθερωνόμαστε με τη δύναμη του Θεού από τη δυναστεία των παθών. Ο Ιησούς είναι ο Ένας και μοναδικός σωτήρας με την αληθινή έννοια της λέξεως.

«Κύριε, Ιησού, Υιέ του ζώντος Θεού, ελέησον ημάς και τον κόσμον σου».
Εάν η υπερηφάνεια ενεργεί πάνω μας ή βρίσκουμε τα σφάλματα των άλλων ή ακόμα έχουμε εχθρότητα, τότε ο Κύριος στέκεται μακριά μας.
Πλησιάζουμε το Θεό σαν οι ελεεινότεροι από τους αμαρτωλούς. Κατηγορούμε τον εαυτό μας για όλα τα πράγματα. Δεν σκεφτόμαστε τίποτα. Δεν αναζητούμε τίποτα, παρά συγχώρηση και έλεος. Καταδικάζουμε τον εαυτό μας σαν άξιο της κολάσεως. Και σ’ αυτή την κατάσταση συνεχίζουμε. Παρακαλούμε το Θεό να μας βοηθήσει να μην πικράνουμε το Άγιο Πνεύμα με τα πάθη μας να μην βλάψουμε τον αδελφό μας. Δεν περιμένουμε εξαιρετικά χαρίσματα από ψηλά. Με όση δύναμη έχουμε προσπαθούμε να συλλάβουμε και να εφαρμόσουμε τις εντολές του Χριστού, ζώντας σύμφωνα με αυτές. Τον παρακαλούμε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέησον με τον αμαρτωλόν». Ο Θεός ακούει αυτήν την ευγενή προσευχή και βιάζεται για τη σωτηρία μας. «Και έσται πας, ός αν επικαλέσηται  το όνομα Κυρίου, σωθήσεται» (Ιωήλ 2,32). 

Παρασκευή 3 Σεπτεμβρίου 2021

Περί ταυτίσεως ΕΙΝΑΙ και θεού!

Η Λατινική, Αυγουστινιανή εκδοχή των πραγμάτων.
Η Αυτοκρατορία της ταυτίσεως ΕΙΝΑΙ και θεού!
Κατά Μπουλγκάκοφ, Ζηζιούλα καί τής Ακαδημίας Βόλου.

 Ο Ακινάτης μιλά για εικόνα, όταν στο αποτέλεσμα βρίσκεται παρούσα μία αναπαράσταση της αιτίας, μέσω μίας μορφής που της ομοιάζει. Έτσι όπως το άγαλμα του Ερμή αναπαριστά τον Ερμή! Έτσι και η σχέση κτιστού και ακτίστου συγκρίνεται, μέχρι σήμερα, με εκείνη που υπάρχει ανάμεσα στον Πατέρα και στα άλλα θεία πρόσωπα. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.

Γνωρίζουμε το όνομα του Θεού, όπως μας το έδωσε ο ίδιος: Εγώ ειμί ο ών! Το οποίο μετεφράσθη στην Δύση μέσω του Αυγουστίνου ως εξής: εγώ είμαι αυτός που είμαι! Έτσι το όνομα του Θεού κατέληξε να καθορίζεται ως εξής: «Εγώ είμαι». Η ερμηνεία του Αυγουστίνου είναι πολύ γνωστή: αυτός τού οποίου το όνομα είναι «Εγώ είμαι», είναι ΤΟ ΕΙΝΑΙ το ίδιο, προσωπικώς. Ετσι συνάγεται πως το πρώτο όν πρέπει να είναι πρόσωπο. Διότι μόνο ένα πρόσωπο μπορεί να δημιουργήσει, δηλ. να μεταφράσει σε ύπαρξη την θέλησή του. Έτσι λοιπόν και η ενέργεια της πρώτης αιτίας δεν είναι διαφορετική από την ελεύθερη πράξη, διότι κάθε πράξη η οποία δεν είναι μία ελεύθερη ενέργεια, είναι αιτιατή, και γι’αυτό δεν είναι η πρώτη αιτία. Εξάλλου η ίδια η λογική τάξη και η σκοπιμότης του κόσμου μάς παραπέμπουν σε ένα πρόσωπο-δημιουργό. Μόνον μία νοερή ουσία, προικισμένη με θέληση, μπορεί να θέσει σκοπούς και να υιοθετήσει τα μέτρα που είναι απαραίτητα για την πραγματοποίησή τους. Νόηση και ελευθερία είναι τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του προσώπου.
Το όνομα με το οποίο κάθε πρόσωπο ορίζει τον εαυτό του, είναι «ΕΓΩ». Σαν «Εγώ» μπορεί να ορισθεί μόνον ένα όν, το οποίο στο Είναι του είναι εσωτερικό στο δικό του είναι, και ταυτόχρονα μπορεί να ορισθεί στο είναι του σαν διακεκριμένο από τα άλλα όντα. Κάθε Εγώ είναι μοναδικό, έχει κάτι που δεν μοιράζεται με κανένα άλλο όν, κάτι που είναι «ακοινώνητο» (αυτό είναι εξάλλου και το νόημα που δίνει ο Ακινάτης στην ατομικότητα). Αυτό όμως δεν σημαίνει πως είναι μοναδικό, πως δεν μετέχει δηλ. σε κανένα άλλο υπαρκτό. Ο όρος Εγώ έχει μία καθολική σημασία, έτσι ώστε να μπορεί νά πληρούται σε κάθε περίπτωση που εφαρμόζεται σωστά.
Το ακοινώνητο που ανήκει σε κάθε Εγώ σαν Εγώ, είναι μία ιδιαιτερότης του όντος. Κάθε  Εγώ έχει το Είναι του, το οποίο ονομάζουμε ζωή, και η οποία εκτυλίσσεται λεπτό προς λεπτό, και γίνεται εν τέλει ένα όν κλειστό εις εαυτόν.
Όπως ακριβώς περιέγραψε την μονάδα πρώτος ο Λάϊμπνιτς. Και κάθε εγώ είναι με τον τρόπο του καθ’αυτό έτσι διαγεγραμμένο, όπως δεν είναι κανένα άλλο όν και όπως κανένα άλλο δεν είναι καθ’αυτό.
Κάθε άνθρωπος είναι ένα «Εγώ». Κάθε ένας αρχίζει να ονομάζει τον εαυτό του «Εγώ» και μετά μαθαίνει το όνομά του. Αντίθετα όμως από το Εγώ που κρύβεται πίσω από το βίωμα της ζωής, του οποίου και έχουμε άμεση συνείδηση, υπάρχει το ΚΑΘΑΡΟ ΕΓΩ. Αυτό το Εγώ ζεί σε κάθε «εγώ αντι-λαμβάνομαι», «Εγώ σκέπτομαι», «Εγώ βγάζω συμπέρασμα», «Εγώ επιθυμώ». Αυτό το Εγώ ζεί σε κάθε εμπειρία, και είναι γι’αυτό  αναπόφευκτο. Είναι αχώριστο από κάθε περιεχόμενο των βιωμάτων μας, αλλά δεν μπορούμε να το θεωρήσουμε  σαν μέρος αυτών των βιωμάτων. Αντιθέτως, κάθε εμπειρία τού ανήκει. Το Εγώ είναι αυτό που ζεί σε κάθε εμπειρία, που ζεί την εμπειρία. Το Εγώ ζεί, και η ζωή είναι το ΕΙΝΑΙ του. Το Εγώ όμως είναι, πριν από το περιεχόμενό του, κενό, είναι τίποτα, εάν δεν πληρωθεί ακριβώς από περιεχόμενα τα οποία έρχονται πέρα από την ηγεμονία του, είτε εξωτερικά είτε εσωτερικά. Η ζωή του είναι σε κάθε στιγμή παρούσα. Ενώ τα περιεχόμενά του υπάρχουν μόνον σε μία στιγμή του παρόντος. Μία άπειρη απόσταση το χωρίζει από το Θείο Είναι, και παρ'όλα αυτά τού μοιάζει περισσότερο από κάθε άλλο πράγμα, διότι είναι ένα «Εγώ», είναι δηλ. ένα πρόσωπο.
Το δόγμα του Μ.Αθανασίου  λοιπόν, για να επανέλθουμε στην σχέση Δημιουργού και Δημιουργίας και να την συγκρίνουμε με την σχέση του Πατρός προς τα υπόλοιπα πρόσωπα, ορίζει τον Υιό γεννημένο, όχι δημιουργημένο. Δεν εισέρχεται ο Υιός στην ύπαρξη, είναι αιώνιος, όπως ο Πατήρ. Είναι μία μόνον ουσία με τον Πατέρα και έτσι, επειδή στον Θεό Είναι και ουσία συμπίπτουν, είναι επίσης και ένα μόνον Είναι. Δεν είναι μία μερική εικόνα, αλλά το όλον. Είναι μία τέλεια εικόνα του Πατρός. Διότι ο Θεός είναι πνεύμα, και ο Πατήρ και ο Υιός είναι ένα. Αντιθέτως στον άνθρωπο, ακόμη και η εικόνα του στον καθρέφτη είναι διαφορετική από τον ίδιο.
Και το ερώτημα λοιπόν, το οποίο καθίσταται πλέον απαραίτητο ερεύνης, αφού επισημάνθηκε αυτή η τελειότης της εικόνος του Πατρός, είναι : Τί πράγμα είναι η τέλεια ενότης του «Εγώ είμαι» σε τρία πρόσωπα; Το Θείο Είναι-πρόσωπο είναι το αρχέτυπο όλων των πεπερασμένων όντων-προσώπων. Στο πεπερασμένο Εγώ όμως αντιτίθεται ένα Εσύ, σαν ένα άλλο Εγώ, ίσο μ’αυτό, σαν ένα όν στο οποίο μπορούμε να απευθυνθούμε ζητώντας κατανόηση και απάντηση, και με το οποίο ζεί αυτό το Εγώ, λόγω της κοινωνίας του Είναι-Εγώ, στην ενότητα ενός Εμείς. Το εμείς είναι η μορφή στην οποία πειραματιζόμαστε ως προς το Είναι-Ένα, μίας πολλαπλότητος δηλ. προσώπων. Το Είναι-Ένα δεν καταργεί την πολλαπλότητα και την διαφορετικότητα των προσώπων. Η διαφορετικότης είναι πάνω απ’όλα μία διαφορετικότης του Είναι, η οποία ανήκει στην ουσία του Εγώ: το Είναι εισαγμένο σε μία ανώτερη ενότητα δεν εκμηδενίζει το συμπαγές της μοναδικότητος της ζωής του Εγώ.
Υπάρχει όμως και μία διαφορά της ουσίας: η κοινότης, που είναι το θεμέλιο του Είναι-Εμείς, αφήνει περιθώριο σε έναν τρόπο προσωπικής υπάρξεως, που το Εγώ δεν τη συμμερίζεται με κανένα άλλο. Μία τέτοια διαφορά ουσίας δεν παρατηρείται στα Θεία πρόσωπα. Στον Θεό δεν υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στο καθολικό και στο ιδιαίτερο, ούτε ανάμεσα στο ουσιώδες είναι και στο πραγματικό. Ολόκληρη η ουσία είναι κοινή στα τρία πρόωπα. Έτσι απομένει μόνον η διαφορετικότης των προσώπων καθ’εαυτών: μία τέλεια ενότης στο εμείς, όπως δεν μπορεί να συναντηθεί σε καμμία κοινότητα πεπερασμένων προσώπων.
Και όμως, παρ’όλα αυτά, σ’αυτή την ενότητα είναι εφικτή η διάκριση ανάμεσα στο Εγώ και στο Εσύ, χωρίς την οποία δεν είναι δυνατό το Εμείς. Κοντά λοιπόν στην αποκάλυψη του ονόματος του Θεού «Εγώ είμαι», υπάρχει στην Παλαιά Διαθήκη η εξής έκφραση: «Ας δημιουργήσουμε τον άνθρωπο κατ’εικόνα μας», που αποτελεί και την πρώτη εμφάνιση της Τριάδος. Όπως υπάρχει και ο Λόγος: «Εγώ και ο Πατήρ είμαστε Ένα». Το Εμείς, καθότι ενότης του Εγώ και του Εσύ, είναι μία ανώτερη ενότης από εκείνη του Εγώ. Είναι μία ενότης της αγάπης. Και η αγάπη είναι δώρο του εαυτού σε ένα Εσύ, και είναι στην τελειότητά της -λόγω της αμοιβαιότητος της δωρεάς του εαυτού- ένα Είναι-ΕΝΑ. Καθότι ο Θεός είναι αγάπη. Έτσι το όνομα του Θεού «Εγώ είμαι» εξισούται με το «Εγώ δίνομαι ολοκληρωτικώς σ’ένα Εσύ», είμαι ένα μ’ένα Εσύ, επομένως και με ένα «εμείς είμαστε». Η αγάπη λοιπόν δεν μπορεί να αντικατασταθεί από την αγάπη ανάμεσα στον Θεό και στην κτίση, διότι είναι η θεία εσωτερική ζωή.
Η υπέρτατη αγάπη είναι αμοιβαία, αιώνια αγάπη. Ο Θεός αγαπά την δημιουργία του από την αιωνιότητα. Αλλά δεν αγαπάται από αυτήν από την αιωνιότητα! Η αγάπη ανάμεσα στον Θεό και στην κτίση παραμένει πάντοτε μία ατελής αγάπη, διότι παρότι μπορεί να δεχθεί, στην δωρεά του εαυτού χωρίς διακοπή της θείας ζωής, ο Θεός στον εαυτό του την δημιουργία, κανένα κτίσμα δεν μπορεί να συλλάβει τον Θεό.
Τα θεία πρόσωπα προφέρουν αμοιβαίως την μοναδική αιώνια και άπειρη ουσία. Ο Πατήρ την δωρίζει στον Υιό, από την αιωνιότητα, γενώντας Τον, και ενώ ο Πατήρ και ο Υιός προσφέρονται αμοιβαίως, από την προσφορά τους και την αγάπη τους εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα.
Έτσι λοιπόν το Είναι του δευτέρου και του τρίτου προσώπου είναι ένα Είναι που έχει προσληφθεί, αλλά δεν είναι δημιουργημένο όπως η κτίση, είναι το μοναδικό Θείο Είναι που δωρίζεται και προσλαμβάνεται, καθώς η δωρεά και η πρόσληψη ανήκουν στο Μυστήριο της Αγίας Τριάδος.

Αμέθυστος

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2021

Η ΕΝΟΤΗΣ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ!

 Κατά τού Μπουλγκάκοφ καί τής Ακαδημίας Βόλου τού Δημητριάδος


Η ΕΝΟΤΗΣ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ!
Οι Καππαδόκες εννοούσαν για ουσία ένα ξεχωριστό και συγκεκριμένο αντικείμενο απο την οπτική γωνία της μεταφυσικής πραγματικότητος και δέν περιοριζόντουσαν μόνον στην ομοιότητα του ουσιώδους δηλαδή της Φύσεως. Επέμεναν όμως περισσότερο απο τον Μ.Αθανάσιο στην Τριπλή αντικειμενικότητα του Θεού. Δέχθηκαν αυτή την αντικειμενική τριπλότητα σαν βάση των στοχασμών τους και ξεκίνησαν απο αυτή την θέση για να βεβαιώσουν πώς λόγω της ισότητος των υποστάσεων, οι υποστάσεις πρέπει να συστήσουν και μία μοναδική και ταυτόσημη ουσία. Ήταν πολύ σταθεροί στην πίστη τους στην ενότητα του Θεού για να ικανοποιηθούν με την έννοια τριών όμοιων υποστάσεων. Το θεμελιώδες γεγονός της σκέψης των ήταν η τριαδικότης ίσων υποστάσεων,  ενώ η ταυτότης της ουσίας ερχόταν σε δεύτερη μοίρα σπουδαιότητος. Ανάμεσα σε ουσία και υπόσταση υπάρχει η ίδια σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε ένα πράγμα γενικώς και ένα συγκεκριμένο, ανάμεσα σε ένα ζωντανό όν και οποιονδήποτε άνθρωπο.
Είναι ύβρεις οι πεποιθήσεις πώς υπάρχει μία ουσία προγενέστερη, μοιρασμένη ανάμεσα στα τρία πρόσωπα καί η βεβαίωση της ανισότητος των προσώπων, που ισχυρίζονται οι οπαδοί του Ευνόμιου [και οι οπαδοί του Ζηζιούλα]. Το γεγονός της κοινής ουσίας φανερώνεται πλήρως εάν ομιλούμε γιά ένα πρόσωπο μέ τόν ίδιο τρόπο με τον οποίο μιλούμε και για το άλλο. Έτσι εάν υπολογίζουμε πώς ο Πατήρ διαθέτει αυτό που συστήνει το Φώς (είναι υποκείμενον) και η ουσία του Υιού τότε είναι Φώς. Η θεότης δηλαδή είναι Μία. Τα διαφορετικά ονόματα εξάλλου δέν συνεπάγονται και διαφορετική ουσία! Όπως ο Πέτρος και ο Παύλος έχουν διαφορετικά ονόματα, αλλά την ίδια ουσία.
Η υπόσταση λοιπόν είναι το σημείο της προσωπικής ατομικότητος, ενώ η ουσία είναι υπεύθυνη για την Αρχή της κοινωνίας (Μ.Βασίλειος Επιστολή 38,5). Επειδή δέ ολόκληρη και αναλλοίωτη η ουσία του Υιού είναι ίση με ολόκληρη την ουσία του Πατρός, ομιλούμε για ταυτότητα ουσίας. Διότι ο Θεός είναι απλός ενώ ο άνθρωπος σύνθετος και γι’αυτό κυριολεκτικά δέν μπορούμε να ισχυρισθούμε κοινή ανθρώπινη ουσία, αλλά ότι ανήκουμε στο ίδιο γένος. Έτσι όταν ομιλούμε για ατομικότητα εννοούμε τον τρόπο με τον οποίο η ταυτόσημη ουσία παρουσιάζεται αντικείμενικά σε κάθε πρόσωπο [και δέν εννοούμε τον τρόπο του υποκειμένου. Εδώ μάλιστα η παράδοσις μας προσθέτει την έννοια της υπερούσιας ουσίας δηλαδή μίας ουσίας που δέν παρουσιάζει καμμία αναλογία με την ουσία των κτισμάτων η οποία γειτονεύει επικίνδυνα καί με το γένος!]
Τα ατομικά χαρακτηριστικά των υποστάσεων ονομάζονται λοιπόν ιδιότητες ή ιδιαιτερότητες. Η υπόσταση του Υιού είναι η «μορφή» ή ο τρόπος που παρουσιάζεται (πρόσωπον) με τον οποίο αναγνωρίζεται ο Πατήρ και η υπόσταση του Πατρός αναγνωρίζεται στη μορφή του Υιού. Απομένει μόνον μία προσθετική ιδιαιτερότης που διακρίνει τις υποστάσεις (γνωριστικές ιδιότητες) και είναι η αγενησία, η γένεσις και η εκπόρευσις.
ΕΙΝΑΙ ΤΡΟΠΟΙ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ. Λίγο αργότερα με τον Κύριλλο ονομάστηκαν υποστατικες ιδιότητες. Η φράση ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ, εξέφρασε το γεγονός πώς αυτές οι τρείς ιδιότητες αντιπροσώπευαν απλώς τους τρόπους με τους οποίους η Θεία ουσία κοινωνείται και παρουσιάζεται. Η ύπαρξις σημαίνει ουσία, αλλά και την ιδέα της αρχής! Π.χ. η ύπαρξις της ζωής, λέει ο Ειρηναίος επιτυγχάνεται μετέχοντας στον Θεό.
Ο όρος αγένητος δέν εκφράζει την ουσία του Θεού, αλλά τον τρόπο υπάρξεως του. Διότι τα ονόματα Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα δέν αναπαριστούν την ουσία καθεαυτή, αλλά έναν τρόπο υπάρξεως ή σχέσεως. Μία διαφορετική ύπαρξις του είναι των όντων σημαίνει και διαφορετική ουσία, μόνον όσον αφορά την κτίση. Διότι η καταγωγή της υπάρξεως προσδιορίζει και τον τρόπο. Οι σχέσεις ανάμεσα στα Θεία προσώπα δέν έχουν κανένα χρονικό σημείο αναφοράς, αλλά εκφράζουν αιώνιες προόδους που συμβαίνουν συνεχώς στο εσωτερικό του Θείου Είναι. Με τον τρόπο αυτό καθορισμού των σχέσεων ουσίας και υποστάσεως, η θεολογία γλίτωσε απο την υποταγή του Υιού, ο Θεός είναι ένα μοναδικό αντικείμενο εις εαυτόν και είναι τρία αντικείμενα καθ’αυτός.
Η Μοναρχία του Πατρός όταν πρωτοεμφανίστηκε ήθελε να χωρίση την τριάδα σε τρείς ξεχωριστές οντότητες. Τελείωσε όμως στον Μ.Αθανάσιο και με την βοήθεια της ενέργειας του Θεού κατόρθωσε να στηρίξη την ενότητα του Θεού! Αυτή η Μοναρχία είναι υπεύθυνη και για την αίρεση του Filioque της Λατινικής Εκκλησίας, διότι εκφράστηκε για πρώτη φορά απο τον Ωριγένη σαν διπλή εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος. Ακόμη και ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής υποστήριξε την διπλή εκπόρευση εκ του Πατρός και εκ του Υιού. Μόνο που διευκρίνισε ότι δέν σημαίνει ότι ο Υιός είναι αιτία του Αγίου Πνεύματος αλλά ότι εκπορεύεται διά του Υιού. Ο σκοπός αυτής της θεωρίας υπήρξε η επιθυμία της διακηρύξεως του Χριστιανισμού ώς μονοθεϊσμού, στην προσπάθεια του να διακριθεί απο τον ειδωλολατρικό πολυθεϊσμό. Ένα χαρακτηριστικό δείγμα Μοναρχίας είναι ο Γρηγόριος Νύσσης: ο Υιός συνάπτεται με τον Πατέρα το πνεύμα έχεται, είναι ενωμένο με τον Υιό τον Μονογενή. Ο Πατήρ, ο Υίος και το Άγιο Πνεύμα είναι πάντοτε το ένα με το άλλο σε μία τέλεια τριαδικότητα ακολούθως και συνημμένως.
Όταν όμως οι Πατέρες είδαν στον Θεό μία μοναδική θέληση και μία μοναδική ενέργεια, έγινε κατανοητή η ενότης διαφορετικά, χωρίς την βοήθεια της Μοναρχίας. Και αυτή η θεωρία ξεκινά απο τον Ωριγένη, ο οποίος γράφοντας εναντίον του Κέλσου ισχυρίζεται πώς το θέλημα του Πατρός είναι παρόν στο θέλημα του Υιού και πώς το θέλημα του Υιού δέν απομακρύνεται καθόλου απο το θέλημα του Πατρός. Έτσι εξηγείται ο Λόγος: εγώ και ο Πατήρ είμαστε ένα. Και ο Μ.Βασίλειος διευκρινίζει ακόμη καλύτερα πώς το Θείο θέλημα ακολουθεί την Θεία ουσία και επομένως το βλέπουμε όμοιο και ίσο, ταυτόσημο, στον Πατέρα και στον Υιό.
Το θέλημα αναφέρεται στο αποτέλεσμα μία πράξεως της θελήσεως παρά στην πράξη την ίδια ή στην ικανότητα απο την οποία η πράξη πραγματοποιήθηκε. Το θέλημα λοιπόν ισχυροποιεί την ενότητα και την κοινωνία της Αγίας Τριάδος. Και αποκορυφώνεται στον Μ.Αθανάσιο ο οποίος μας λέει πώς ο Υιός με την θέληση με την οποία τον θέλησε ο Πατήρ με αυτή την ίδια ο Ίδιος αγαπά, θέλει και δοξάζει τον Πατέρα. Διότι υπάρχει μία μόνον θέληση που προοδεύει απο τον Πατέρα και είναι στον Υιό έτσι ώστε να μπορούμε να δούμε τον Υιό στον Πατέρα και τον Πατέρα στον Υιό.
Όπως είναι ένας ο Θεός στην θέληση, έτσι είναι ένας και στην πράξη, δηλαδή στην Ενέργεια. Ο Μέγας Αθανάσιος (πρός Σεραπίωνα 1,19 και 28) μας βεβαιώνει πώς υπάρχει μία Αγία και τέλεια Τριάδα η οποία εκφράζεται στον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, η οποία δέν περιέχει τίποτε ξένο και έτερο η προερχόμενο απο μία εξωτερική πηγή απο αυτή και η Φύση της είναι όμοια με τον εαυτό της και αμέριστη και η ενέργεια της είναι μοναδική. Έτσι λοιπον ο Πατήρ δρά αναλλοιώτως μέσω του Λογου μέσα στο Άγιο Πνεύμα. Μ’αυτόν τον τρόπο διατηρείται η ενότης της Τριάδος και έτσι η Εκκλησία κηρύττει έναν μοναδικό Θεό ο οποίος είναι πάνω απο όλους ανάμεσα σε όλους και σε όλους. Πάνω σε όλους καθότι ο Πατήρ, αρχή και πρωταρχική πηγή, ανάμεσα σε όλους μέσω του Λόγου και σε όλους στο Άγιο Πνεύμα. Η ΕΝΟΤΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ή Η ΘΕΙΑ ΜΟΝΑΡΧΙΑ, όπως βλέπουμε δέν στηρίζεται πλέον στο γεγονός πώς το πρώτο πρόσωπο, ο Πατήρ είναι αρχή. Αντιθέτως βεβαιώνεται πώς ο μοναδικός Θεός φανερώνεται σαν Πατήρ πάνω απο όλους σαν Υιός ανάμεσα σε όλους και σαν Πνεύμα μέσα σε όλους έτσι η Αγία Τριάδα πράττει με μία και  μοναδική ενέργεια.
Τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δέν ξεχωρίζουν το ένα απο το άλλο ούτε στον χρόνο, ούτε στον χώρο, ούτε στον σκοπό, ούτε στις προϋποθέσεις ούτε στις πράξεις. Ενώ ανάμεσα στους ανθρώπους, κάθε άτομο παρότι ανήκει σε ένα είδος, ενεργεί ξεχωριστά και γι’αυτό τους εκλαμβάνουμε σαν πολλούς. Καθένας απο τους ανθρώπους είναι μία ατομική οντότης ξεχωριστή, λόγω της ανεξαρτησίας της ενέργειάς του.
Αντιθέτως η Θεία ενέργεια όσο και άν η ανθρώπινη νόηση μπορεί να την διαφοροποιήσει εννοιολογικώς αρχίζει πάντοτε απο τον Πατέρα, προοδεύει μέσω του Υιού και ολοκληρώνεται στο Άγιο Πνεύμα. Δέν υφίσταται μία ξεχωριστή, μοναδικη ενέργεια, κάποιου απο τα πρόσωπα, αλλά η ενέργεια περνά πάντοτε μέσω και των τριών προσώπων και παρόλα αυτά δέν έχουμε τρείς πράξεις αλλά μία και μοναδική.
Ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός συμπληρώνει : (Λόγος 31,16) κάθε ένα απο τα θεία πρόσωπα έχει με τα άλλα (πρόσωπα) μία ενότητα τόσο πραγματική με εκείνη που το ενώνει με τον εαυτό του! Λόγω της ταυτότητος της ουσίας και της δυνάμεως. Αυτό είναι ακριβώς και το θεμέλιο της Θείας ενότητος.
Μία μοναδική ουσία λοιπόν μία αληθινή και αυθεντική, φυσική θεότης, σε τρείς αντικειμενικές παρουσιάσεις! Και ο ψευδο-Κύριλλος, στις αρχές του ογδόου αιώνος, ολοκληρώνει τον θεολογικό μόχθο: στην άγνωστη Τριάδα, στην άρρητη, η κοινωνία και η ενότης εκφράζονται συγκεκριμένα στην συναιωνιότητα, στην ταυτότητα της ουσίας της ενέργειας και της θελήσεως, στην συμφωνία σκοπών, στην συμφωνία αυθεντίας, κυριότητος της δυνάμεως και αγαθότητος (και δέν ομιλούμε για ομοιότητα αλλά για ταυτότητα) και στην μοναδικότητα της δυναμικής πρωτοβουλίας (έξαλμα κινήσεως)
Όταν κυττάζουμε στην θεότητα, στην πρώτη αιτία και μοναρχία, στην μοναδική και ταυτόσημη κίνηση και στον σκοπό της θεότητος, τότε αυτό που μας παρουσιάζεται είναι μία ξεχωριστή ενότης. Αλλά όταν κυττάμε τα αντικείμενα (τα πράγματα) στα οποία η θεότης εκφράζεται, τα αντικείμενα που η θεότης είναι και αυτό που προέρχεται άχρονα, έν δοξα και αχώριστα απο την πρώτη αιτία, τότε υπάρχουν τρία αντικείμενα λατρείας.
Αμέθυστος