Συνέχεια από Παρασκευή 17. Ιουλίου 2026
ΦΙΛΑΥΤΙΑ 14
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή
IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών
Από την τρυφερότητα προς τον εαυτό έως την αγάπη κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή
IRÉNÉE HAUSHERR S. I.
Καθηγητής στο Ποντιφικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών
ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ
III. ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ
2. ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ
«Όταν λείπει η ορθή αντίληψη περί Θεού, υπάρχουν πολλοί ειδωλολάτρες και αυτολάτρες» (27). Θα έλεγε κανείς ότι ο M. Blondel είχε μελετήσει τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. Ο τελευταίος δεν παύει να επαναλαμβάνει ότι, για να καταστραφεί η φιλαυτία και ολόκληρη η γενιά της, υπάρχει ένα μόνο μέσο: η αληθινή γνώση του Θεού.
Πώς όμως μπορεί κανείς να φθάσει σε αυτήν; Σύμφωνα με την υπόθεση από την οποία ξεκινούμε, είμαστε δούλοι, τυραννούμενοι από τους δαίμονες με την ανόητη συνεργία της φιλαυτίας μας. Έχει παρατηρηθεί ότι ο Μάξιμος μιλά λιγότερο για τους δαίμονες από άλλους πνευματικούς συγγραφείς, αρχαιότερους ή μεταγενέστερους από αυτόν. Τους αποδίδει, ωστόσο, πρωταρχικό ρόλο στην ανθρώπινη διαστροφή. «Ο διάβολος είναι εκείνος που, μέσω της φιλαυτίας, μας χώρισε από τον Θεό και τον έναν από τον άλλο, δελεάζοντάς μας με την ηδονή» (26).
Το ερωτηματολόγιο του Θαλασσίου που διαβάσαμε προέρχεται από έναν άνθρωπο πολύ καλά καταρτισμένο στη δαιμονολογία του Ευαγρίου, και ο Μάξιμος δεν την αντικρούει. Λέει ο ίδιος: «Ολόκληρος ο αγώνας που διεξάγει ο μοναχός εναντίον των δαιμόνων» (29). «Οι δαίμονες πολεμούν ακόμη και εκείνους που έχουν φθάσει στις κορυφές της προσευχής» (30). Καταγράφει απλώς τη θεωρία εκείνων που υποστηρίζουν ότι «οι δαίμονες επεμβαίνουν ακόμη και κατά τη διάρκεια του ύπνου, για να διεγείρουν τα πάθη» (31). Γνωρίζει πέντε λόγους για τους οποίους ο Θεός επιτρέπει στους δαίμονες να μας επιτίθενται (32). Και υπάρχουν πολλές άλλες παρόμοιες διατυπώσεις.
Παραμένει όμως αληθές ότι συχνά αφήνει να περάσει η ευκαιρία να τους κατονομάσει. Άλλωστε, τι σημασία έχει; Εκείνο που ενδιαφέρει αυτόν —και εμάς— είναι το δικό μας κακό και το μέσο για να απελευθερωθούμε από αυτό. Αιχμαλωσία στον διάβολο —έτσι εξακολουθεί να μιλά η λειτουργική γλώσσα— ή δουλεία στη φιλαυτία, είναι ένα και το αυτό. Και πρόκειται για μια παρά φύσιν κατάσταση, από την οποία πρέπει να εξέλθουμε, διαφορετικά μας περιμένει δυστυχία πρόσκαιρη και αιώνια.
Παρά φύσιν. «Τα πάθη δεν δημιουργήθηκαν εξαρχής μαζί με τη φύση. Διαφορετικά θα αποτελούσαν μέρος του ορισμού της.
»Υποστηρίζω, λοιπόν, επειδή το διδάχθηκα από τον μεγάλο Γρηγόριο Νύσσης, ότι εισήχθησαν και κατά κάποιον τρόπο εμβολιάστηκαν στο άλογο μέρος της ψυχής εξαιτίας της εκπτώσεως από την τελειότητα. Εξαιτίας αυτής, αντί της μακαρίας θείας εικόνας, φανερώθηκε και αποκαλύφθηκε στον άνθρωπο, αμέσως μετά την παράβαση, η ομοιότητα προς τα άλογα ζώα.
»Διότι, από τη στιγμή που συσκοτίστηκε η αξία του λόγου, έπρεπε η ανθρώπινη φύση να φέρει, ως δίκαιη τιμωρία, τα γνωρίσματα της αλογίας που η ίδια εκουσίως είχε επισύρει επάνω της» (33).
Το «παρά φύσιν» ισοδυναμεί, επομένως, με το «παρά λόγον». Από την εποχή του Κλήμεντος Αλεξανδρέως, οι χριστιανοί ηθικοδιδάσκαλοι υιοθέτησαν τον στωικό ορισμό του πάθους: «Αυτός είναι, λοιπόν, ο ορισμός του Ζήνωνος: η διατάραξη, την οποία εκείνος ονομάζει πάθος, είναι κίνηση της ψυχής που απομακρύνεται από τον ορθό λόγο και αντιβαίνει στη φύση» (*). Ο Μάξιμος ο Ομολογητής θα απορούσε πολύ αν μας έβλεπε να αμφιβάλλουμε γι’ αυτόν τον ορισμό ή αν μας άκουγε να υπερασπιζόμαστε τα πάθη στο όνομα της ανθρώπινης φύσεως. Και εδώ ακόμη θα μας κατηγορούσε για σύγχυση.
Δεν είναι όμως γι’ αυτό στωικός. Δέχεται τον ορισμό των ανθρώπων της Στοάς· δεν αποδέχεται όμως τον κατάλογό τους των παθών με τη σημασία που εκείνοι του έδιναν· και γνωρίζει μια μεταστροφή, θα μπορούσε να πει κανείς μια πνευματοποίηση των παθών. Μολονότι δεν χρησιμοποιεί αυτούς τους όρους, διακρίνει απολύτως την ψυχολογική από την ηθική σημασία, ενώ οι Στωικοί, όπως θα πει ο άγιος Θωμάς, τις συγχέουν.
Οι δύο ορεκτικές δυνάμεις, το επιθυμητικό και το θυμικό, μπορούν να υπηρετήσουν είτε το αγαθό είτε το κακό. Είναι δυνατόν «να εκλογικεύσουμε τις άλογες δυνάμεις της ψυχής, να τις εναρμονίσουμε με τον νου μέσω του λόγου —εννοώ την οργή και την επιθυμία—, μεταβάλλοντας τη μία σε αγάπη και την άλλη σε χαρά» (3). Τα τέσσερα πάθη —επιθυμία, φόβος, ηδονή και λύπη— είναι αντιδράσεις των οποίων η αξία εξαρτάται από την αιτία και την κατάληξή τους. «Τα ίδια τα πάθη γίνονται αγαθά στους ενάρετους» (3)· η συνέχεια δείχνει με ποιον τρόπο.
Πρέπει όμως να προσέξουμε ότι παρόμοιες διαβεβαιώσεις ισχύουν για τα τέσσερα πάθη σύμφωνα με τους Στωικούς και καθόλου για τα οκτώ του ευαγριανού καταλόγου. Οι θεολόγοι και οι λόγιοι που κατηγόρησαν τους Ανατολικούς για τη διδασκαλία τους περί απάθειας δεν έδωσαν αρκετή προσοχή σε αυτή τη διάκριση. Δεν πρέπει να υποτιμάται η σημασία του καταλόγου των «οκτώ κακών λογισμών» ούτε να αντιμετωπίζονται με συγκατάβαση οι προσπάθειες που κατέβαλαν οι χριστιανοί ηθικοδιδάσκαλοι για να τον καταρτίσουν.
Η απάθεια την οποία καλούμαστε να κατακτήσουμε είναι απλώς η νίκη επί των κεφαλαιωδών αμαρτημάτων. Η οδύνη και η ηδονή, η επιθυμία και ο φόβος, είναι ψυχολογικές πραγματικότητες· σε αυτές δεν επαληθεύεται ο ορισμός του κακού ως μη όντος. Το κακό μπορεί να τις επηρεάσει, δεν τις επηρεάζει όμως αναγκαστικά. Όπως παντού, θα συνίσταται στην κατάχρηση, δηλαδή στη χρήση που αντιβαίνει στον λόγο ή στη φύση.
Αντιθέτως, η γαστριμαργία, η φιλαργυρία, η κενοδοξία και τα παράγωγά τους δεν επιδέχονται καμία νόμιμη χρήση, καμία μεταστροφή, καμία πνευματοποίηση, επειδή αποτελούν κατ’ ουσίαν καταχρήσεις, εκτροπή προς όφελος της φιλαυτίας των κτισμάτων που δημιουργήθηκαν για να μας οδηγήσουν στον Θεό. Τα πάντα, εκτός από αυτό, είναι αγαθά. Και αυτό ακριβώς ο Μάξιμος, όπως και όλοι οι άλλοι Έλληνες πνευματικοί συγγραφείς, ονομάζει συνήθως πάθος. Είναι μεγάλοι ψυχολόγοι, αλλά στην υπηρεσία της ηθικής. Οι έννοιές τους είναι σαφείς, ακόμη και αν οι λέξεις τους είναι μερικές φορές αμφίσημες.
Μπορούμε τώρα να προσεγγίσουμε τη διδασκαλία περί απελευθερώσεως.
α) Αξίωμα: Να διαχωριστεί η παράσταση από το πάθος
Ας διαβάσουμε πρώτα ορισμένα κείμενα.
«Άλλο πράγμα είναι ένα αντικείμενο, άλλο μια παράσταση και άλλο ένα πάθος. Ένας άνδρας, μια γυναίκα, χρήματα: αυτά είναι αντικείμενα· η απλή ανάμνηση αυτών των αντικειμένων είναι παράσταση· μια παράλογη έλξη ή ένα τυφλό μίσος προς τα ίδια αυτά αντικείμενα είναι πάθος. Ο αγώνας, λοιπόν, που διεξάγει ο μοναχός στρέφεται εναντίον του πάθους» (37).
«Ο φίλος του Θεού δεν πολεμά τα αντικείμενα ούτε τις παραστάσεις τους, αλλά τα πάθη που συνδέονται με αυτές τις παραστάσεις. Δεν επιτίθεται, επομένως, στις γυναίκες ούτε σε εκείνον που τον λύπησε ούτε στις εικόνες που τους παριστάνουν, αλλά στα πάθη που συνδέονται με αυτές τις εικόνες» (38).
«Ολόκληρος ο αγώνας που διεξάγει ο μοναχός εναντίον των δαιμόνων αποβλέπει στο να χωρίσει τα πάθη από τις παραστάσεις· διαφορετικά, είναι αδύνατον να διατηρήσει την εσωτερική του ελευθερία κατά τη θέα των αντικειμένων» (39).
«Να χωριστούν τα πάθη από τις παραστάσεις»: αυτό είναι, με λίγα λόγια, το πρόγραμμα, το μυστικό της απελευθερώσεως.
Τι σημαίνει αυτό;
Γιατί, προπάντων, είναι αναγκαίο;
Πώς μπορεί να επιτευχθεί;
β) Αποδέσμευση…
Η λέξη αυτή δεν υπάρχει στο Ευαγγέλιο. Η ευαγγελική λέξη είναι «απελευθέρωση»: «Ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (40). Η λέξη «αποδέσμευση» μπορεί να μη μας αρέσει· έχει το μειονέκτημα ότι φαίνεται να υποδηλώνει μια απάνθρωπη αδιαφορία, αντίθετη προς την αγάπη, ενώ ακριβώς η αγάπη είναι ο ίδιος ο σκοπός της αποδεσμεύσεως.
Ο Μάξιμος ο Ομολογητής διαθέτει σχετικά με αυτό το θέμα ένα εξαιρετικά πλούσιο λεξιλόγιο· απόδειξη της σημασίας που του αποδίδει. Αναφερόμενος στην έξοδο του Αβραάμ από τη χώρα και τη συγγένειά του, γράφει, για παράδειγμα:
«Ο Αβραάμ γίνεται πνευματικός, εξερχόμενος από τη χώρα του, από τη συγγένειά του και από τον πατρικό του οίκο και πορευόμενος προς τη γη που του είχε δείξει ο Θεός· διαρρηγνύει τη σχέση με τη σάρκα (41), εξέρχεται από αυτήν μέσω του χωρισμού από τα πάθη, εγκαταλείπει τις αισθήσεις και δεν δέχεται πλέον μέσω αυτών καμία απατηλή υποβολή της αμαρτίας· υπερβαίνει όλα τα αισθητά αντικείμενα, μέσω των οποίων συμβαίνει να εξαπατάται και να προσκόπτει η ψυχή· και μόνο με τον νου, ελεύθερο από κάθε υλικό δεσμό, εισέρχεται στη θεία και μακαρία γη της γνώσεως» (42).
Ο όρος ἀποδιάθεσις απολαμβάνει ιδιαίτερη προτίμηση (43): δηλώνει μια αμυντική ή αρνητική στάση απέναντι στο αισθητό. Απαντούν ακόμη οι όροι ἀναίσθησις (44), αναισθησία· διάστασις, απόσταση (45)· ἀπόλειψις, εγκατάλειψη (46)· ἀποφυγή, φυγή (47)· ἐλευθεροῦσθαι, απελευθερώνομαι (48)· ἀκινησία και νέκρωσις, ακινησία και νέκρωση (49) κ.λπ.
Στα χωρία αυτά φαίνεται συχνά ότι πρόκειται για εγκατάλειψη του ίδιου του αισθητού κόσμου και όχι μόνο των παθών. Κατά μία έννοια, αυτή η εντύπωση ανταποκρίνεται πράγματι στη σκέψη του Μαξίμου. Πρέπει να εγκαταλείψει κανείς τον κόσμο, ακόμη και αν δεν έχει καμία κλήση προς τον αναχωρητισμό, όπως εγκαταλείπει κανείς τον δρόμο όταν φθάσει στον προορισμό του. Μέχρι τότε πρέπει να πορεύεται, δηλαδή να διασχίζει τον κόσμο των αισθήσεων για να φθάσει στον Θεό (50).
Για έναν νου, όμως, το να διασχίζει δεν μπορεί να γίνεται χωρίς θεωρία. Δεν πρόκειται να κλείσει κανείς τα μάτια μπροστά στην ορατή φύση, αλλά να την παρατηρεί με τέτοιον τρόπο ώστε να εκπληρώνει τη λειτουργία της, η οποία είναι να μας ανυψώνει στη γνώση του Θεού. Η λεγόμενη φυσική θεωρία αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της πνευματικότητας του αγίου Μαξίμου.
…Αναγκαία για τη φυσική θεωρία
Και γι’ αυτό ακριβώς επιβάλλεται η αποδέσμευση: επειδή πρέπει να θεωρούμε και επειδή, χωρίς την αποδέσμευση, αυτή η θεωρία μάς παραπλανά και μας εξευτελίζει.
Γι’ αυτό, κατά τον καιρό της εξεγέρσεως των παθών, ο γνωστικός νους λέει στις δυνάμεις του:
«Ας παύσουμε να παραδινόμαστε στη φυσική θεωρία και ας αφοσιωθούμε μόνο στην προσευχή και στη σωματική αυστηρότητα που επιτάσσει η πρακτική φιλοσοφία…, μήπως μαζί με τις αισθητές παραστάσεις κατορθώσει ο Πονηρός να συγκαλέσει δολίως και τις μορφές και τα σχήματα των αισθητών αντικειμένων, τα οποία είναι ικανά να οικοδομήσουν πάθη επάνω στην επιφανειακή και ορατή όψη των πραγμάτων· αυτό θα ανέκοπτε την κίνηση της λογικής μας δυνάμεως, η οποία μέσω της αισθήσεως κατευθύνεται προς τα νοητά, και θα επέτρεπε στον διάβολο να λεηλατήσει την πόλη, δηλαδή την ψυχή, και να μας οδηγήσει στη Βαβυλώνα, εννοώ στον συρφετό των παθών».
Εκείνος, λοιπόν, ο οποίος κατά τον καιρό της εξεγέρσεως των παθών κλείνει γενναία τις αισθήσεις του· ο οποίος απορρίπτει ολοκληρωτικά τη φαντασία και τη μνήμη των αισθητών πραγμάτων και συγκρατεί τελείως τις φυσικές κινήσεις του νου από κάθε ενασχόληση με τον εξωτερικό κόσμο· αυτός, όπως ο Εζεκίας, θα έχει φράξει τη δίοδο στα ύδατα των πηγών που βρίσκονται έξω από την πόλη και θα έχει ανακόψει τον ποταμό που διαιρεί την πόλη στη μέση, με τη συνεργία των δυνάμεων που προαναφέρθηκαν και του πολυάριθμου λαού που συγκεντρώθηκε· εννοώ με τη συνεργία των αγίων λογισμών που προσιδιάζουν σε κάθε δύναμη.
Με αυτόν τον τρόπο θα έχει νικήσει, με το χέρι του Θεού, την εξέγερση των κακών και τυραννικών δυνάμεων —κατά λέξη: της δυναστείας—· και, σύμφωνα με την εντολή του Θεού, θα έχει θανατώσει, μέσω του λόγου που είναι πλασμένος για την καταστροφή των παθών και ενεργεί σαν άγγελος, τις εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδες· δηλαδή εκείνη την έξη, την ποιητική αιτία του κακού, η οποία εμφυτεύεται σαν παράσιτο στις τρεις δυνάμεις της ψυχής με αφορμή τα αισθητά αντικείμενα, καθώς και την αντίστοιχη ενέργεια των αισθήσεων».
«Πρέπει, λοιπόν, ο νους, γνωρίζοντας να διακόπτει με σύνεση τις αόρατες περιπλοκές, να μην παραδίδεται στη φυσική θεωρία ούτε να πράττει οτιδήποτε κατά τον καιρό της διαβολικής επιθέσεως, παρά μόνο να προσεύχεται, να υποτάσσει το σώμα με σκληρούς μόχθους, να καταβάλλει όλο του τον ζήλο για την ανατροπή του γήινου φρονήματος και να επαγρυπνεί, μέσω των έμφυτων αγαθών λογισμών, επάνω στα τείχη της πόλεως· εννοώ τις αρετές που φυλάσσουν την πόλη ή τα μέσα με τα οποία διατηρούνται αυτές οι αρετές: την εγκράτεια και την υπομονή.
»Και δεν πρέπει ποτέ να αποκρίνεται νοερά σε κανέναν από τους αόρατους εχθρούς που εμφανίζονται από έξω· διότι αυτός θα μπορούσε να εξαπατήσει εκ δεξιών —υπό την εμφάνιση του αγαθού—, να απομακρύνει από τον Θεό αιχμαλωτίζοντας την επιθυμία και, μέσω απατηλών αγαθών, να παρασύρει προς το κακό τον νου που αναζητεί το αγαθό. Ο Ραψάκης, ο αρχιστράτηγος του βασιλιά της Ασσυρίας Σενναχηρείμ, μπορούσε να μιλήσει εβραϊκά. Το όνομα Ραψάκης μεταφράζεται: “Ισχυρός στο να ποτίζει με φιλήματα” ή “Εκείνος που έχει μεγάλα φιλήματα”.
»Διότι ο πονηρός δαίμονας, συνηθισμένος να επιτίθεται στον νου εκ δεξιών, μιλά εβραϊκά, για να προσφέρει στην ψυχή, σαν μολυσμένο ποτό, την απατηλή αρετή που δεν είναι αρετή· για να της επιδείξει μια νοθευμένη και ολέθρια φιλία. Καλύτερες είναι οι πληγές που προέρχονται από τα χτυπήματα ενός φίλου…» (1).
Ήταν προτιμότερο να μεταγραφεί ολόκληρο αυτό το χωρίο —το οποίο συνεχίζεται εκτενώς με το ίδιο ύφος—, μολονότι δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο παρόν ζήτημα. Θα μας χρησιμεύσει ξανά σε λίγο. Υπάρχουν και πολλά άλλα παρόμοια χωρία, τα οποία αποσκοπούν στο να εντυπώσουν την ίδια ιδέα: δεν έχει κανείς το δικαίωμα να παραδίδεται στη θεωρία της φύσεως, ούτε καν νοερά, ούτε ακόμη και μέσα στις Άγιες Γραφές, όσο αυτή απειλεί να προκαλέσει εμπαθείς κινήσεις.
Αυτό δεν θα ήταν αληθινή θεωρία, διότι θα προσκολλούνταν στο επιφανειακό, αντί να το διαπερνά για να συλλάβει τον λόγο. Μόνο ο λόγος —είπαμε προηγουμένως τι είναι— τρέφει τον νου, ενώ η μελέτη του αισθητού ως αισθητού υποδαυλίζει το πάθος· μόνο ο λόγος οδηγεί προς τη γνώση του Θεού, ενώ η αίσθηση προκαλεί οπισθοδρόμηση προς την ύλη· μόνο ο λόγος, ως ενοποιητικός, οδηγεί στην αγάπη, ενώ η αίσθηση, ως διαιρετική, αναπτύσσει τη φιλαυτία.
Ακόμη και «η γνώση είναι διπλή: η μία, η επιστημονική, συλλέγει τους λόγους των όντων μόνο κατά την έξη· αυτή δεν έχει καμία χρησιμότητα, επειδή δεν φθάνει μέχρι την τήρηση των εντολών. Η άλλη περνά στην πράξη και γίνεται πρακτική· αυτή περιέχει την αληθινή σύλληψη των όντων μέσω της εμπειρίας» (*2).
Δηλαδή δεν πρέπει να μένουμε στην καθαρά διανοητική γνώση, ακόμη και όταν αυτή είναι άμεμπτη και καθαρή. Η θεωρία έχει σωτηριώδη αξία μόνο όταν μεταβάλλεται σε ενεργό αγάπη.
«Αν ποτέ οι άγιοι συγκατατέθηκαν στη θέαση των όντων, δεν στράφηκαν προς τη θεωρία και τη γνώση τους, όπως εμείς, κυρίως από προσκόλληση στην ύλη, αλλά για να δοξάσουν με πολλούς τρόπους τον Θεό, ο οποίος είναι παρών και φανερώνεται μέσα σε όλα και παντού· για να συγκεντρώσουν μεγάλους θησαυρούς θαυμασμού και πολυάριθμες αφορμές δοξολογίας» (53).
Εδώ ακριβώς συλλαμβάνουμε καλύτερα την ολέθρια ενέργεια της φιλαυτίας και κατανοούμε πόσο δικαιολογημένος είναι ο ορισμός της ως κλίσεως προς το σώμα. Αυτή μας εμποδίζει να φανούμε αντάξιοι του ονόματος του ανθρώπου, επειδή αναστέλλει τη φυσική κίνηση του νου προς τα ύψη της θεωρίας. Διότι, όπως μας λέει ο Μάξιμος με μια σύντομη και περιεκτική φράση:
«Ο νους ενεργεί κατά φύσιν όταν διατηρεί τα πάθη υποταγμένα, θεωρεί τους λόγους των όντων και μέσω αυτών προχωρεί προς τον Θεό» (5).
γ) Ειδικά μέσα απελευθερώσεως
«Να χωριστεί το πάθος από τον λογισμό»: γνωρίζουμε πλέον πόσο αναγκαίο είναι αυτό. Αλλά πώς και με ποια μέσα μπορεί να πραγματοποιηθεί;
Διαβάζοντας μια ορισμένη φράση του Μαξίμου, σχηματίζει κανείς αρχικά την εντύπωση ότι θεωρεί εύκολη αυτή την ενέργεια της διαιρέσεως:
«Ο εμπαθής λογισμός είναι μια σύνθετη σκέψη, αποτελούμενη από πάθος και παράσταση. Ας χωρίσουμε, λοιπόν, το πάθος από την παράσταση, και εκείνο που απομένει θα είναι ο απλός λογισμός» (*5).
Τίποτε λιγότερο περίπλοκο. Η συνέχεια του κεφαλαίου φαίνεται μάλιστα να λέει ότι αρκεί να το θελήσουμε:
«Τα χωρίζουμε με την πνευματική αγάπη και την εγκράτεια, εφόσον το θέλουμε».
Αλλά τι σημαίνει «θέλω»; Σημαίνει προφανώς ότι προσκολλάται κανείς τόσο πολύ στον σκοπό, ώστε να μη διστάζει να χρησιμοποιήσει τα μέσα: την πνευματική αγάπη και την εγκράτεια.
Στη σελίδα που παρατέθηκε προηγουμένως —σ. 98 κ.ε.— διαβάσαμε ότι, όταν τα πάθη βρίσκονται σε αναταραχή, πρέπει να προσφεύγουμε αποκλειστικά στην προσευχή και στη σωματική αυστηρότητα ή άσκηση. Το κατανοούμε εύκολα: εκείνος που δεν βρίσκεται ακόμη σε κατάσταση να παραδοθεί στη θεωρία βρίσκεται στην πρώτη οδό, η οποία ονομάζεται αρετές, πράξη, εντολές, άσκηση ή εγκράτεια.
Αρκεί, λοιπόν, να θέλει κανείς όλα αυτά, για να δώσει στους λογισμούς του εκείνη την απλότητα ή καθαρότητα ή απάθεια που απαιτείται για την άνοδο στη δεύτερη οδό. Θα θέλαμε, ωστόσο, λίγο περισσότερο φως σχετικά με αυτά τα τρία πράγματα —την πνευματική αγάπη, την εγκράτεια και την προσευχή—, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τη φύση τους, τον λόγο της αναγκαιότητάς τους και την αποτελεσματικότητά τους.
α) Πνευματική αγάπη
Σημειώσεις:
III. ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ
2. ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ
«Όταν λείπει η ορθή αντίληψη περί Θεού, υπάρχουν πολλοί ειδωλολάτρες και αυτολάτρες» (27). Θα έλεγε κανείς ότι ο M. Blondel είχε μελετήσει τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. Ο τελευταίος δεν παύει να επαναλαμβάνει ότι, για να καταστραφεί η φιλαυτία και ολόκληρη η γενιά της, υπάρχει ένα μόνο μέσο: η αληθινή γνώση του Θεού.
Πώς όμως μπορεί κανείς να φθάσει σε αυτήν; Σύμφωνα με την υπόθεση από την οποία ξεκινούμε, είμαστε δούλοι, τυραννούμενοι από τους δαίμονες με την ανόητη συνεργία της φιλαυτίας μας. Έχει παρατηρηθεί ότι ο Μάξιμος μιλά λιγότερο για τους δαίμονες από άλλους πνευματικούς συγγραφείς, αρχαιότερους ή μεταγενέστερους από αυτόν. Τους αποδίδει, ωστόσο, πρωταρχικό ρόλο στην ανθρώπινη διαστροφή. «Ο διάβολος είναι εκείνος που, μέσω της φιλαυτίας, μας χώρισε από τον Θεό και τον έναν από τον άλλο, δελεάζοντάς μας με την ηδονή» (26).
Το ερωτηματολόγιο του Θαλασσίου που διαβάσαμε προέρχεται από έναν άνθρωπο πολύ καλά καταρτισμένο στη δαιμονολογία του Ευαγρίου, και ο Μάξιμος δεν την αντικρούει. Λέει ο ίδιος: «Ολόκληρος ο αγώνας που διεξάγει ο μοναχός εναντίον των δαιμόνων» (29). «Οι δαίμονες πολεμούν ακόμη και εκείνους που έχουν φθάσει στις κορυφές της προσευχής» (30). Καταγράφει απλώς τη θεωρία εκείνων που υποστηρίζουν ότι «οι δαίμονες επεμβαίνουν ακόμη και κατά τη διάρκεια του ύπνου, για να διεγείρουν τα πάθη» (31). Γνωρίζει πέντε λόγους για τους οποίους ο Θεός επιτρέπει στους δαίμονες να μας επιτίθενται (32). Και υπάρχουν πολλές άλλες παρόμοιες διατυπώσεις.
Παραμένει όμως αληθές ότι συχνά αφήνει να περάσει η ευκαιρία να τους κατονομάσει. Άλλωστε, τι σημασία έχει; Εκείνο που ενδιαφέρει αυτόν —και εμάς— είναι το δικό μας κακό και το μέσο για να απελευθερωθούμε από αυτό. Αιχμαλωσία στον διάβολο —έτσι εξακολουθεί να μιλά η λειτουργική γλώσσα— ή δουλεία στη φιλαυτία, είναι ένα και το αυτό. Και πρόκειται για μια παρά φύσιν κατάσταση, από την οποία πρέπει να εξέλθουμε, διαφορετικά μας περιμένει δυστυχία πρόσκαιρη και αιώνια.
Παρά φύσιν. «Τα πάθη δεν δημιουργήθηκαν εξαρχής μαζί με τη φύση. Διαφορετικά θα αποτελούσαν μέρος του ορισμού της.
»Υποστηρίζω, λοιπόν, επειδή το διδάχθηκα από τον μεγάλο Γρηγόριο Νύσσης, ότι εισήχθησαν και κατά κάποιον τρόπο εμβολιάστηκαν στο άλογο μέρος της ψυχής εξαιτίας της εκπτώσεως από την τελειότητα. Εξαιτίας αυτής, αντί της μακαρίας θείας εικόνας, φανερώθηκε και αποκαλύφθηκε στον άνθρωπο, αμέσως μετά την παράβαση, η ομοιότητα προς τα άλογα ζώα.
»Διότι, από τη στιγμή που συσκοτίστηκε η αξία του λόγου, έπρεπε η ανθρώπινη φύση να φέρει, ως δίκαιη τιμωρία, τα γνωρίσματα της αλογίας που η ίδια εκουσίως είχε επισύρει επάνω της» (33).
Το «παρά φύσιν» ισοδυναμεί, επομένως, με το «παρά λόγον». Από την εποχή του Κλήμεντος Αλεξανδρέως, οι χριστιανοί ηθικοδιδάσκαλοι υιοθέτησαν τον στωικό ορισμό του πάθους: «Αυτός είναι, λοιπόν, ο ορισμός του Ζήνωνος: η διατάραξη, την οποία εκείνος ονομάζει πάθος, είναι κίνηση της ψυχής που απομακρύνεται από τον ορθό λόγο και αντιβαίνει στη φύση» (*). Ο Μάξιμος ο Ομολογητής θα απορούσε πολύ αν μας έβλεπε να αμφιβάλλουμε γι’ αυτόν τον ορισμό ή αν μας άκουγε να υπερασπιζόμαστε τα πάθη στο όνομα της ανθρώπινης φύσεως. Και εδώ ακόμη θα μας κατηγορούσε για σύγχυση.
Δεν είναι όμως γι’ αυτό στωικός. Δέχεται τον ορισμό των ανθρώπων της Στοάς· δεν αποδέχεται όμως τον κατάλογό τους των παθών με τη σημασία που εκείνοι του έδιναν· και γνωρίζει μια μεταστροφή, θα μπορούσε να πει κανείς μια πνευματοποίηση των παθών. Μολονότι δεν χρησιμοποιεί αυτούς τους όρους, διακρίνει απολύτως την ψυχολογική από την ηθική σημασία, ενώ οι Στωικοί, όπως θα πει ο άγιος Θωμάς, τις συγχέουν.
Οι δύο ορεκτικές δυνάμεις, το επιθυμητικό και το θυμικό, μπορούν να υπηρετήσουν είτε το αγαθό είτε το κακό. Είναι δυνατόν «να εκλογικεύσουμε τις άλογες δυνάμεις της ψυχής, να τις εναρμονίσουμε με τον νου μέσω του λόγου —εννοώ την οργή και την επιθυμία—, μεταβάλλοντας τη μία σε αγάπη και την άλλη σε χαρά» (3). Τα τέσσερα πάθη —επιθυμία, φόβος, ηδονή και λύπη— είναι αντιδράσεις των οποίων η αξία εξαρτάται από την αιτία και την κατάληξή τους. «Τα ίδια τα πάθη γίνονται αγαθά στους ενάρετους» (3)· η συνέχεια δείχνει με ποιον τρόπο.
Πρέπει όμως να προσέξουμε ότι παρόμοιες διαβεβαιώσεις ισχύουν για τα τέσσερα πάθη σύμφωνα με τους Στωικούς και καθόλου για τα οκτώ του ευαγριανού καταλόγου. Οι θεολόγοι και οι λόγιοι που κατηγόρησαν τους Ανατολικούς για τη διδασκαλία τους περί απάθειας δεν έδωσαν αρκετή προσοχή σε αυτή τη διάκριση. Δεν πρέπει να υποτιμάται η σημασία του καταλόγου των «οκτώ κακών λογισμών» ούτε να αντιμετωπίζονται με συγκατάβαση οι προσπάθειες που κατέβαλαν οι χριστιανοί ηθικοδιδάσκαλοι για να τον καταρτίσουν.
Η απάθεια την οποία καλούμαστε να κατακτήσουμε είναι απλώς η νίκη επί των κεφαλαιωδών αμαρτημάτων. Η οδύνη και η ηδονή, η επιθυμία και ο φόβος, είναι ψυχολογικές πραγματικότητες· σε αυτές δεν επαληθεύεται ο ορισμός του κακού ως μη όντος. Το κακό μπορεί να τις επηρεάσει, δεν τις επηρεάζει όμως αναγκαστικά. Όπως παντού, θα συνίσταται στην κατάχρηση, δηλαδή στη χρήση που αντιβαίνει στον λόγο ή στη φύση.
Αντιθέτως, η γαστριμαργία, η φιλαργυρία, η κενοδοξία και τα παράγωγά τους δεν επιδέχονται καμία νόμιμη χρήση, καμία μεταστροφή, καμία πνευματοποίηση, επειδή αποτελούν κατ’ ουσίαν καταχρήσεις, εκτροπή προς όφελος της φιλαυτίας των κτισμάτων που δημιουργήθηκαν για να μας οδηγήσουν στον Θεό. Τα πάντα, εκτός από αυτό, είναι αγαθά. Και αυτό ακριβώς ο Μάξιμος, όπως και όλοι οι άλλοι Έλληνες πνευματικοί συγγραφείς, ονομάζει συνήθως πάθος. Είναι μεγάλοι ψυχολόγοι, αλλά στην υπηρεσία της ηθικής. Οι έννοιές τους είναι σαφείς, ακόμη και αν οι λέξεις τους είναι μερικές φορές αμφίσημες.
Μπορούμε τώρα να προσεγγίσουμε τη διδασκαλία περί απελευθερώσεως.
α) Αξίωμα: Να διαχωριστεί η παράσταση από το πάθος
Ας διαβάσουμε πρώτα ορισμένα κείμενα.
«Άλλο πράγμα είναι ένα αντικείμενο, άλλο μια παράσταση και άλλο ένα πάθος. Ένας άνδρας, μια γυναίκα, χρήματα: αυτά είναι αντικείμενα· η απλή ανάμνηση αυτών των αντικειμένων είναι παράσταση· μια παράλογη έλξη ή ένα τυφλό μίσος προς τα ίδια αυτά αντικείμενα είναι πάθος. Ο αγώνας, λοιπόν, που διεξάγει ο μοναχός στρέφεται εναντίον του πάθους» (37).
«Ο φίλος του Θεού δεν πολεμά τα αντικείμενα ούτε τις παραστάσεις τους, αλλά τα πάθη που συνδέονται με αυτές τις παραστάσεις. Δεν επιτίθεται, επομένως, στις γυναίκες ούτε σε εκείνον που τον λύπησε ούτε στις εικόνες που τους παριστάνουν, αλλά στα πάθη που συνδέονται με αυτές τις εικόνες» (38).
«Ολόκληρος ο αγώνας που διεξάγει ο μοναχός εναντίον των δαιμόνων αποβλέπει στο να χωρίσει τα πάθη από τις παραστάσεις· διαφορετικά, είναι αδύνατον να διατηρήσει την εσωτερική του ελευθερία κατά τη θέα των αντικειμένων» (39).
«Να χωριστούν τα πάθη από τις παραστάσεις»: αυτό είναι, με λίγα λόγια, το πρόγραμμα, το μυστικό της απελευθερώσεως.
Τι σημαίνει αυτό;
Γιατί, προπάντων, είναι αναγκαίο;
Πώς μπορεί να επιτευχθεί;
β) Αποδέσμευση…
Η λέξη αυτή δεν υπάρχει στο Ευαγγέλιο. Η ευαγγελική λέξη είναι «απελευθέρωση»: «Ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (40). Η λέξη «αποδέσμευση» μπορεί να μη μας αρέσει· έχει το μειονέκτημα ότι φαίνεται να υποδηλώνει μια απάνθρωπη αδιαφορία, αντίθετη προς την αγάπη, ενώ ακριβώς η αγάπη είναι ο ίδιος ο σκοπός της αποδεσμεύσεως.
Ο Μάξιμος ο Ομολογητής διαθέτει σχετικά με αυτό το θέμα ένα εξαιρετικά πλούσιο λεξιλόγιο· απόδειξη της σημασίας που του αποδίδει. Αναφερόμενος στην έξοδο του Αβραάμ από τη χώρα και τη συγγένειά του, γράφει, για παράδειγμα:
«Ο Αβραάμ γίνεται πνευματικός, εξερχόμενος από τη χώρα του, από τη συγγένειά του και από τον πατρικό του οίκο και πορευόμενος προς τη γη που του είχε δείξει ο Θεός· διαρρηγνύει τη σχέση με τη σάρκα (41), εξέρχεται από αυτήν μέσω του χωρισμού από τα πάθη, εγκαταλείπει τις αισθήσεις και δεν δέχεται πλέον μέσω αυτών καμία απατηλή υποβολή της αμαρτίας· υπερβαίνει όλα τα αισθητά αντικείμενα, μέσω των οποίων συμβαίνει να εξαπατάται και να προσκόπτει η ψυχή· και μόνο με τον νου, ελεύθερο από κάθε υλικό δεσμό, εισέρχεται στη θεία και μακαρία γη της γνώσεως» (42).
Ο όρος ἀποδιάθεσις απολαμβάνει ιδιαίτερη προτίμηση (43): δηλώνει μια αμυντική ή αρνητική στάση απέναντι στο αισθητό. Απαντούν ακόμη οι όροι ἀναίσθησις (44), αναισθησία· διάστασις, απόσταση (45)· ἀπόλειψις, εγκατάλειψη (46)· ἀποφυγή, φυγή (47)· ἐλευθεροῦσθαι, απελευθερώνομαι (48)· ἀκινησία και νέκρωσις, ακινησία και νέκρωση (49) κ.λπ.
Στα χωρία αυτά φαίνεται συχνά ότι πρόκειται για εγκατάλειψη του ίδιου του αισθητού κόσμου και όχι μόνο των παθών. Κατά μία έννοια, αυτή η εντύπωση ανταποκρίνεται πράγματι στη σκέψη του Μαξίμου. Πρέπει να εγκαταλείψει κανείς τον κόσμο, ακόμη και αν δεν έχει καμία κλήση προς τον αναχωρητισμό, όπως εγκαταλείπει κανείς τον δρόμο όταν φθάσει στον προορισμό του. Μέχρι τότε πρέπει να πορεύεται, δηλαδή να διασχίζει τον κόσμο των αισθήσεων για να φθάσει στον Θεό (50).
Για έναν νου, όμως, το να διασχίζει δεν μπορεί να γίνεται χωρίς θεωρία. Δεν πρόκειται να κλείσει κανείς τα μάτια μπροστά στην ορατή φύση, αλλά να την παρατηρεί με τέτοιον τρόπο ώστε να εκπληρώνει τη λειτουργία της, η οποία είναι να μας ανυψώνει στη γνώση του Θεού. Η λεγόμενη φυσική θεωρία αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της πνευματικότητας του αγίου Μαξίμου.
…Αναγκαία για τη φυσική θεωρία
Και γι’ αυτό ακριβώς επιβάλλεται η αποδέσμευση: επειδή πρέπει να θεωρούμε και επειδή, χωρίς την αποδέσμευση, αυτή η θεωρία μάς παραπλανά και μας εξευτελίζει.
Γι’ αυτό, κατά τον καιρό της εξεγέρσεως των παθών, ο γνωστικός νους λέει στις δυνάμεις του:
«Ας παύσουμε να παραδινόμαστε στη φυσική θεωρία και ας αφοσιωθούμε μόνο στην προσευχή και στη σωματική αυστηρότητα που επιτάσσει η πρακτική φιλοσοφία…, μήπως μαζί με τις αισθητές παραστάσεις κατορθώσει ο Πονηρός να συγκαλέσει δολίως και τις μορφές και τα σχήματα των αισθητών αντικειμένων, τα οποία είναι ικανά να οικοδομήσουν πάθη επάνω στην επιφανειακή και ορατή όψη των πραγμάτων· αυτό θα ανέκοπτε την κίνηση της λογικής μας δυνάμεως, η οποία μέσω της αισθήσεως κατευθύνεται προς τα νοητά, και θα επέτρεπε στον διάβολο να λεηλατήσει την πόλη, δηλαδή την ψυχή, και να μας οδηγήσει στη Βαβυλώνα, εννοώ στον συρφετό των παθών».
Εκείνος, λοιπόν, ο οποίος κατά τον καιρό της εξεγέρσεως των παθών κλείνει γενναία τις αισθήσεις του· ο οποίος απορρίπτει ολοκληρωτικά τη φαντασία και τη μνήμη των αισθητών πραγμάτων και συγκρατεί τελείως τις φυσικές κινήσεις του νου από κάθε ενασχόληση με τον εξωτερικό κόσμο· αυτός, όπως ο Εζεκίας, θα έχει φράξει τη δίοδο στα ύδατα των πηγών που βρίσκονται έξω από την πόλη και θα έχει ανακόψει τον ποταμό που διαιρεί την πόλη στη μέση, με τη συνεργία των δυνάμεων που προαναφέρθηκαν και του πολυάριθμου λαού που συγκεντρώθηκε· εννοώ με τη συνεργία των αγίων λογισμών που προσιδιάζουν σε κάθε δύναμη.
Με αυτόν τον τρόπο θα έχει νικήσει, με το χέρι του Θεού, την εξέγερση των κακών και τυραννικών δυνάμεων —κατά λέξη: της δυναστείας—· και, σύμφωνα με την εντολή του Θεού, θα έχει θανατώσει, μέσω του λόγου που είναι πλασμένος για την καταστροφή των παθών και ενεργεί σαν άγγελος, τις εκατόν ογδόντα πέντε χιλιάδες· δηλαδή εκείνη την έξη, την ποιητική αιτία του κακού, η οποία εμφυτεύεται σαν παράσιτο στις τρεις δυνάμεις της ψυχής με αφορμή τα αισθητά αντικείμενα, καθώς και την αντίστοιχη ενέργεια των αισθήσεων».
«Πρέπει, λοιπόν, ο νους, γνωρίζοντας να διακόπτει με σύνεση τις αόρατες περιπλοκές, να μην παραδίδεται στη φυσική θεωρία ούτε να πράττει οτιδήποτε κατά τον καιρό της διαβολικής επιθέσεως, παρά μόνο να προσεύχεται, να υποτάσσει το σώμα με σκληρούς μόχθους, να καταβάλλει όλο του τον ζήλο για την ανατροπή του γήινου φρονήματος και να επαγρυπνεί, μέσω των έμφυτων αγαθών λογισμών, επάνω στα τείχη της πόλεως· εννοώ τις αρετές που φυλάσσουν την πόλη ή τα μέσα με τα οποία διατηρούνται αυτές οι αρετές: την εγκράτεια και την υπομονή.
»Και δεν πρέπει ποτέ να αποκρίνεται νοερά σε κανέναν από τους αόρατους εχθρούς που εμφανίζονται από έξω· διότι αυτός θα μπορούσε να εξαπατήσει εκ δεξιών —υπό την εμφάνιση του αγαθού—, να απομακρύνει από τον Θεό αιχμαλωτίζοντας την επιθυμία και, μέσω απατηλών αγαθών, να παρασύρει προς το κακό τον νου που αναζητεί το αγαθό. Ο Ραψάκης, ο αρχιστράτηγος του βασιλιά της Ασσυρίας Σενναχηρείμ, μπορούσε να μιλήσει εβραϊκά. Το όνομα Ραψάκης μεταφράζεται: “Ισχυρός στο να ποτίζει με φιλήματα” ή “Εκείνος που έχει μεγάλα φιλήματα”.
»Διότι ο πονηρός δαίμονας, συνηθισμένος να επιτίθεται στον νου εκ δεξιών, μιλά εβραϊκά, για να προσφέρει στην ψυχή, σαν μολυσμένο ποτό, την απατηλή αρετή που δεν είναι αρετή· για να της επιδείξει μια νοθευμένη και ολέθρια φιλία. Καλύτερες είναι οι πληγές που προέρχονται από τα χτυπήματα ενός φίλου…» (1).
Ήταν προτιμότερο να μεταγραφεί ολόκληρο αυτό το χωρίο —το οποίο συνεχίζεται εκτενώς με το ίδιο ύφος—, μολονότι δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο παρόν ζήτημα. Θα μας χρησιμεύσει ξανά σε λίγο. Υπάρχουν και πολλά άλλα παρόμοια χωρία, τα οποία αποσκοπούν στο να εντυπώσουν την ίδια ιδέα: δεν έχει κανείς το δικαίωμα να παραδίδεται στη θεωρία της φύσεως, ούτε καν νοερά, ούτε ακόμη και μέσα στις Άγιες Γραφές, όσο αυτή απειλεί να προκαλέσει εμπαθείς κινήσεις.
Αυτό δεν θα ήταν αληθινή θεωρία, διότι θα προσκολλούνταν στο επιφανειακό, αντί να το διαπερνά για να συλλάβει τον λόγο. Μόνο ο λόγος —είπαμε προηγουμένως τι είναι— τρέφει τον νου, ενώ η μελέτη του αισθητού ως αισθητού υποδαυλίζει το πάθος· μόνο ο λόγος οδηγεί προς τη γνώση του Θεού, ενώ η αίσθηση προκαλεί οπισθοδρόμηση προς την ύλη· μόνο ο λόγος, ως ενοποιητικός, οδηγεί στην αγάπη, ενώ η αίσθηση, ως διαιρετική, αναπτύσσει τη φιλαυτία.
Ακόμη και «η γνώση είναι διπλή: η μία, η επιστημονική, συλλέγει τους λόγους των όντων μόνο κατά την έξη· αυτή δεν έχει καμία χρησιμότητα, επειδή δεν φθάνει μέχρι την τήρηση των εντολών. Η άλλη περνά στην πράξη και γίνεται πρακτική· αυτή περιέχει την αληθινή σύλληψη των όντων μέσω της εμπειρίας» (*2).
Δηλαδή δεν πρέπει να μένουμε στην καθαρά διανοητική γνώση, ακόμη και όταν αυτή είναι άμεμπτη και καθαρή. Η θεωρία έχει σωτηριώδη αξία μόνο όταν μεταβάλλεται σε ενεργό αγάπη.
«Αν ποτέ οι άγιοι συγκατατέθηκαν στη θέαση των όντων, δεν στράφηκαν προς τη θεωρία και τη γνώση τους, όπως εμείς, κυρίως από προσκόλληση στην ύλη, αλλά για να δοξάσουν με πολλούς τρόπους τον Θεό, ο οποίος είναι παρών και φανερώνεται μέσα σε όλα και παντού· για να συγκεντρώσουν μεγάλους θησαυρούς θαυμασμού και πολυάριθμες αφορμές δοξολογίας» (53).
Εδώ ακριβώς συλλαμβάνουμε καλύτερα την ολέθρια ενέργεια της φιλαυτίας και κατανοούμε πόσο δικαιολογημένος είναι ο ορισμός της ως κλίσεως προς το σώμα. Αυτή μας εμποδίζει να φανούμε αντάξιοι του ονόματος του ανθρώπου, επειδή αναστέλλει τη φυσική κίνηση του νου προς τα ύψη της θεωρίας. Διότι, όπως μας λέει ο Μάξιμος με μια σύντομη και περιεκτική φράση:
«Ο νους ενεργεί κατά φύσιν όταν διατηρεί τα πάθη υποταγμένα, θεωρεί τους λόγους των όντων και μέσω αυτών προχωρεί προς τον Θεό» (5).
γ) Ειδικά μέσα απελευθερώσεως
«Να χωριστεί το πάθος από τον λογισμό»: γνωρίζουμε πλέον πόσο αναγκαίο είναι αυτό. Αλλά πώς και με ποια μέσα μπορεί να πραγματοποιηθεί;
Διαβάζοντας μια ορισμένη φράση του Μαξίμου, σχηματίζει κανείς αρχικά την εντύπωση ότι θεωρεί εύκολη αυτή την ενέργεια της διαιρέσεως:
«Ο εμπαθής λογισμός είναι μια σύνθετη σκέψη, αποτελούμενη από πάθος και παράσταση. Ας χωρίσουμε, λοιπόν, το πάθος από την παράσταση, και εκείνο που απομένει θα είναι ο απλός λογισμός» (*5).
Τίποτε λιγότερο περίπλοκο. Η συνέχεια του κεφαλαίου φαίνεται μάλιστα να λέει ότι αρκεί να το θελήσουμε:
«Τα χωρίζουμε με την πνευματική αγάπη και την εγκράτεια, εφόσον το θέλουμε».
Αλλά τι σημαίνει «θέλω»; Σημαίνει προφανώς ότι προσκολλάται κανείς τόσο πολύ στον σκοπό, ώστε να μη διστάζει να χρησιμοποιήσει τα μέσα: την πνευματική αγάπη και την εγκράτεια.
Στη σελίδα που παρατέθηκε προηγουμένως —σ. 98 κ.ε.— διαβάσαμε ότι, όταν τα πάθη βρίσκονται σε αναταραχή, πρέπει να προσφεύγουμε αποκλειστικά στην προσευχή και στη σωματική αυστηρότητα ή άσκηση. Το κατανοούμε εύκολα: εκείνος που δεν βρίσκεται ακόμη σε κατάσταση να παραδοθεί στη θεωρία βρίσκεται στην πρώτη οδό, η οποία ονομάζεται αρετές, πράξη, εντολές, άσκηση ή εγκράτεια.
Αρκεί, λοιπόν, να θέλει κανείς όλα αυτά, για να δώσει στους λογισμούς του εκείνη την απλότητα ή καθαρότητα ή απάθεια που απαιτείται για την άνοδο στη δεύτερη οδό. Θα θέλαμε, ωστόσο, λίγο περισσότερο φως σχετικά με αυτά τα τρία πράγματα —την πνευματική αγάπη, την εγκράτεια και την προσευχή—, ώστε να κατανοήσουμε καλύτερα τη φύση τους, τον λόγο της αναγκαιότητάς τους και την αποτελεσματικότητά τους.
α) Πνευματική αγάπη
ΙΣΩΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ΝΑ ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ ΠΛΕΟΝ Η ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΛΑΝΗ ΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ Ή ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ!!!
Σημειώσεις:
(27) M. BLONDEL, La philosophie et l’esprit chrétien, τόμ. I, 1944, σ. 2.
(28) Epist. 2, PG 91.396 D.
(29) De Car. III, 41.
(30) II, 90.
(31) II, 85.
(32) II, 62.
(33) Ad Thal. q. 1, PG 90.269 A.
(34) ΚΙΚΕΡΩΝ, Tusc. Disp. IV, 11.
(35) Amb. PG 91.1068 A.
(36) Ad Thal. c. 1, στ. 269 B.
(37) De Car. III, 42.
(38) III, 40.
(39) III, 41.
(40) Ιω. 8,32.
(41) Υποψιάζομαι ότι θα έπρεπε να γραφεί ως μία λέξη katadiathésis, μολονότι η λέξη αυτή δεν υπάρχει σε κανένα λεξικό· θα αποτελούσε το τέλειο αντίστοιχο του apodiathésis.
(42) Amb. PG 91.1145 C.
(43) PG 91.1104 B, 1160 A κ.λπ.
(44) 90.264 A.
(45) Ό.π.
(46) 91.1121 B.
(47) Ό.π.
(48) 1128.
(49) 90.885 A.
(50) Στο ζήτημα της μοναχικής κλήσεως δεν θα βρει κανείς στον Μάξιμο άλλη απάντηση πέρα από εκείνη που έδωσε με την ίδια του τη ζωή. Οι πνευματικές αρχές που εκθέτει ισχύουν, κατά τη σκέψη του, για όλους, μολονότι κατά γράμμα τις απευθύνει σε μοναχούς.
(51) Ad Thal. q. 49, PG 90.452 A–453 A.
(52) Capp. theol. et oecon. I, 22, PG 90.1092 B.
(53) Amb. PG 91.1113 D κ.ε.
(54) De Car. IV, 45.
(55) III, 43.
(28) Epist. 2, PG 91.396 D.
(29) De Car. III, 41.
(30) II, 90.
(31) II, 85.
(32) II, 62.
(33) Ad Thal. q. 1, PG 90.269 A.
(34) ΚΙΚΕΡΩΝ, Tusc. Disp. IV, 11.
(35) Amb. PG 91.1068 A.
(36) Ad Thal. c. 1, στ. 269 B.
(37) De Car. III, 42.
(38) III, 40.
(39) III, 41.
(40) Ιω. 8,32.
(41) Υποψιάζομαι ότι θα έπρεπε να γραφεί ως μία λέξη katadiathésis, μολονότι η λέξη αυτή δεν υπάρχει σε κανένα λεξικό· θα αποτελούσε το τέλειο αντίστοιχο του apodiathésis.
(42) Amb. PG 91.1145 C.
(43) PG 91.1104 B, 1160 A κ.λπ.
(44) 90.264 A.
(45) Ό.π.
(46) 91.1121 B.
(47) Ό.π.
(48) 1128.
(49) 90.885 A.
(50) Στο ζήτημα της μοναχικής κλήσεως δεν θα βρει κανείς στον Μάξιμο άλλη απάντηση πέρα από εκείνη που έδωσε με την ίδια του τη ζωή. Οι πνευματικές αρχές που εκθέτει ισχύουν, κατά τη σκέψη του, για όλους, μολονότι κατά γράμμα τις απευθύνει σε μοναχούς.
(51) Ad Thal. q. 49, PG 90.452 A–453 A.
(52) Capp. theol. et oecon. I, 22, PG 90.1092 B.
(53) Amb. PG 91.1113 D κ.ε.
(54) De Car. IV, 45.
(55) III, 43.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου