Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Δεκεμβρίου 2012

ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (4)

Συνέχεια από Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Ο ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΟΥ ΣΗΜΑΣΙΑ
Ο διάσημος μαθητής του Πλωτίνου, εκτός από μεγάλος φιλόλογος, χάρη στην επιστήμη του οποίου διαθέτουμε το έργο του Πλωτίνου, υπήρξε και πρωτοπόρος Νεοπλατωνικός φιλόσοφος ο οποίος επηρέασε τον μετέπειτα Νεοπλατωνισμό, περισσότερο και από τον πλωτίνο, ιδιαιτέρως στην Δύση.
Κατ’αρχάς λοιπόν, το Είναι, η Ζωή και η Νόηση, που είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία του Νού, στον Πλωτίνο, στον Πορφύριο γίνονται αληθινές υποστάσεις. Προχώρησε δε στον δρόμο αυτό, τοποθετώντας στην κορυφή της θεολογίας μία ενεάδα, δηλαδή τρείς υποστάσεις οι οποίες αποτελούνται η καθεμία τους από μία τριάδα, δηλαδή από τρείς διαφορετικές στιγμές. Αποτελούντο, αυτές οι τρείς Τριάδες, η καθεμία τους, από τους ίδιους ακριβώς όρους και διακρίνονται μεταξύ τους από την υπεροχή του ενός όρου στον άλλον! Το ένα, ο Πατήρ ή η ύπαρξη, προηγείτο στην πρώτη τριάδα της ζωής και της νοήσεως, η ζωή ή η δύναμις, προηγείτο της υπάρξεως και της νοήσεως στην δεύτερη και η νόηση, στην Τρίτη!
Στο επίπεδο του Πατρός, η νόηση μειώνεται σε καθαρή ύπαρξη, αλλά βγαίνοντας από την ύπαρξη η νόηση καθίσταται ζωή και αποκτά διαφορετικότητα, ετερότητα από τον Πατέρα. Ολοκληρώνεται όμως η νόηση, στην Τρίτη Τριάδα, όπου υπερέχει της ζωής και της υπάρξεως. Περιγράφει μίαν αυτογένεση της νοήσεως! (Εδώ στηρίζονται και όσοι καταργούν την ουσία στην Αγία Τριάδα για να περιγράψουν την ίδια την αναγκαιότητα της υπάρξεως Τριάδος).

«Από το Αγαθό, με έναν υπέρλογο τρόπο γεννήθηκε στους ανθρώπους η νόηση, ολόκληρη η νόηση, που υφίσταται καθεαυτή, στην οποία βρίσκονται τα όντα που υπάρχουν στα αλήθεια και όλες οι ουσίες των όντων. Αυτό είναι στα αλήθεια όχι τόσο το πρωτογενές κάλλος, αλλά και το καθαυτό κάλλος, διότι αντλεί από τον εαυτό του την μορφή του κάλλους και προοδεύει προηγούμενο του χρόνου, ξεκινώντας την κίνηση του από την αιτία του, Θεός, διότι είναι Υιός και Πατήρ του εαυτού του (αυτογέννετος και αυτοπάτωρ). Πράγματι, η πρόοδος συνέβη όχι επειδή εκείνο (ο Θεός αιτία) κινείται στην γέννεση ετούτου (του Νού), αλλά διότι αυτό προόδευσε, γεννώμενο από τον εαυτό του, από τον Θεό, και δεν προόδευσε από μία χρονική αρχή-διότι ο χρόνος δεν υπήρχε ακόμη-αλλά ούτε και όταν ο χρόνος υπήρξε, ο χρόνος είναι κάτι γι’αυτό, διότι ο Νούς είναι πάντοτε έξω από τον χρόνο, και μόνον αυτός είναι αιώνιος. Και καθόσον ο Πρώτος Θεός είναι πάντοτε μοναδικός και μόνος, ακόμη και αν όλα τα πράγματα γεννώντας από αυτόν, επειδή δεν μπορεί να απαριθμηθεί μαζί μ’αυτά, ούτε να ταξινομηθεί μ’αυτά όσον αφορά την αξία τους, έτσι και ο Νούς ο οποίος ήλθε στο αιώνιο Είναι, είναι μόνον έξω από τον χρόνο, αλλά  είναι και αυτός ο ίδιος ο χρόνος των όντων που βρίσκονται στον χρόνο, διότι κατοικεί στην ταυτότητα της υποστάσεως του»  (Πορφύριος, ιστορία της φιλοσοφίας απόσπασμα XXII).
Αυτή η θέση του Πορφύριου, ενώ απερρίφθη από τους Έλληνες Νεοπλατωνικούς, έτυχε λαμπρής υποδοχής από τους Δυτικούς Χριστιανούς στοχαστές οι οποίοι την εκμεταλλεύθηκαν για την επεξεργασία του Τριαδικού δόγματος! Ακόμη δε περισσότερο φανερώνεται, το φαινόμενο της αφομοιώσεως της φιλοσοφίας του Πορφύριου από τους Λατίνους, από την ιδιαίτερη εξέλιξη στην φιλοσοφία του Πορφύριου, της φιλοσοφίας του Πλωτίνου  στο χωρίο που παρουσιάζουμε πιο κάτω, τόσο δε που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε τον Πορφύριο τον φιλόσοφο της Ενότητος, ή της Ενώσεως.

«Πρόσεξε τώρα μήπως ο Πλάτων δεν αφήνει να εννοηθεί τούτο δηλαδή, πώς το Ένα που είναι επέκεινα της Ουσίας και του όντος, δεν είναι ούτε όν ούτε ουσία, ούτε δραστηριότης, αλλά πώς αντιθέτως ενεργεί και πώς Αυτό το ίδιο είναι η καθαρή ενέργεια. Και επομένως Αυτό το ίδιο, μήπως είναι Το ΕΙΝΑΙ που είναι ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΟ ΟΝ; Μετέχοντας αυτού του Είναι, λοιπόν, το δεύτερο ΕΝΑ διαθέτει Ένα παράγωγο Είναι, και αυτό είναι η «μετοχή του Είναι»  Συμπεραίνεται πώς το Είναι, είναι διπλό: το πρώτο προϋπάρχει του όντος, το δεύτερο είναι εκείνο που παράγεται από το ΈΝΑ και το οποίο είναι επέκεινα του όντος: και το ΕΝΑ είναι απολύτως αυτό το ίδιο ΕΙΝΑΙ, κατά κάποιο τρόπο δηλαδή η ιδέα του όντος»
Σχόλιο στον Παρμενίδη, Προρφυρίου : XII 22-23!  Όρα δε μη και αινισσομένω έοικεν ο Πλάτων, ότι το εν τω επέκεινα ουσίας και όντος όν μέν ούκ έστιν ουδέ ουσία ουδέ ενέργεια, ενεργεί δε μάλλον και αυτό το ενεργείν καθαρόν ώστε και αυτό το Είναι το προ του όντος ού μετασχόν το εν άλλο εξ’αυτού έχει εκλινόμενον το είναι, Όπερ εστί μετέχειν όντος. Ώστε διττόν το είναι, το μέν προϋπάρχει του όντος το δε ο επάγεται εκ του όντος του επέκεινα ενός του είναι όντος το απόλυτον και ώσπερ-ιδέα του όντος.

Η διάκριση λοιπόν ανάμεσα στο Είναι και στο όν, του Πορφύριου, αντιπροσωπεύει μία στροφή στην ιστορία της οντολογίας. Για πρώτη φορά το ρήμα «Είναι» συλλαμβάνεται σαν ενέργεια και αυτή η καθαρή ενέργεια ταυτίζεται με την πρώτη αιτία. Το ΕΙΝΑΙ αντιπροσωπεύει το Μέγιστο της δραστηριότητος, της ενέργειας, το Μέγιστο της απλότητος και το Μέγιστο της ακαθοριστίας. Ο Πορφύριος λοιπόν ταυτίζει την ύπαρξη μόνο με το Είναι, με την καθαρή ουσία, στην απόλυτή της ακαθοριστία. Η ουσία, μειωμένη στην απόλυτη καθολικότητα στην ολοκληρωτική απλότητα, είναι μόνον ένα είδος κινήσεως που γεννά μορφή. Δεν υπάρχει λοιπόν διάκριση ανάμεσα στην ύπαρξη και στην ουσία. Το Είναι, είναι καθαρή ενέργεια και ιδέα. Το άπειρο-είναι διακρίνεται για πρώτη φορά από το μετερχόμενο.

Ας προχωρήσουμε όμως λίγο πιο πέρα για να δούμε την σημασία της αγνωσίας του Θεού. Πορφυρίου, Σχόλιο στον Παρμενίδη, III, X, «ΑΡ, ούν ανόμοιος ο Θεός τω νέο και έτερος; Και εάν δεν υπάρχει δε ετερότητος μετουσία, οφείλεται και στο ότι δεν Είναι, ο Νούς. Επί του Θεού πάσα μέν ετερότης και ταυτότης και ομοιότης εκβέβληται και ανομοιότης. ΑΣΧΕΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΟΝΤΟΣ ΑΕΙ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΤ’ΑΥΤΟΝ. Ουδέν γάρ ο Θεός επεκτήσατο (προστίθεται), διότι θα ήταν προηγουμένως, πρίν την  προσθέση (ή την σχέση) Ελλειπής και θα εβλάπτετο η τελειότης του. Εκείνοι λοιπόν που λένε τι δεν είναι ο Θεός είναι καλύτεροι όσων διδάσκουν τι είναι. Διότι πάσαι αι γνωστικαί δυνάμεις το ποιόν μας προσφέρουν, όχι το τι έστι. Και επομένως δεν μπορούν να μας δώσουν αυτό που ψάχνουμε. Διότι ο Θεός όχι μόνον δεν διαθέτει καμμία ποιότητα, αλλά επιπλέον επειδή είναι προούσιος, είναι ξένος από κάθε Είναι και από κάθε έστιν. Η ψυχή δεν διαθέτει κανένα κριτήριο για την γνώση του Θεού. Και πρέπει να μείνει ευχαριστημένη με το της αγνωσίας αυτού εικόνισμα, που δεν είναι γνώσις του Θεού, ο οποίος είναι έξω από κάθε μορφή γνώσεως.
[Εδώ στηρίζεται η θεολογία της εικόνος του Ζηζιούλα. Στην αγνωσία του Θεού! Ο Θεός ανελήφθη στους Ουρανούς και δεν συμμετέχει πλέον άμεσα, στην ζωή μας. Έμμεσα όμως ζούμε την παρουσία του διά του Επισκόπου, που είναι εικών του αγνώστου Θεού. Ποιού όμως. Εφόσον ενσαρκώθηκε; Του εσχατολογικού Θεού της δόξης].

Ο Θεός όμως για τον Πορφύριο, δεν διαθέτει ούτε σχέσεις! Ούτε είναι σχέσεις (όπως διδάσκει εύθαρσως ο Γιανναράς). Διότι, λέει ο Πορφύριος, εμείς προβάλλουμε στον Θεό την σχέση μας με Αυτόν. Πορφύριου Σχόλιο στον Παρμενίδη ΙΙΙ 14 «ώσπερ ούν ει περί δύσεων ηλίου ζητοίμεν. Εάν κάποιος λέγοι ότι δεν είναι του ηλίου η δύσις, διότι η δύσις δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο σκοτισμός του Φωτός και ο ερχομός (επαγωγή) της νυκτός, καθότι η ήλιος ουδέποτε σκοτίζεται, αλλά οι επί της γής εισέρχονται στην σκοτεινιά, τότε αυτός λέγει την αλήθεια, ονομάζοντας  πάθημα των επί της γής την δύσιν. Παρομοίως δεν μπορούμε να μιλήσουμε και για την ανατολή του ήλιου, καθότι η ανατολή είναι ο φωτισμός του αέρος που υπάρχει περί την γήν, το δε φώς υπάρχει πάντοτε. Ο ήλιος ούτε φωτίζεται ούτε σκοτίζεται, αλλά το καθένα από αυτό αυτά είναι πάθημα των επί της γής και αυτό που ισχύει για τους εαυτούς τους το μεταφέρουν (το προβάλλουν) στον ήλιο, επειδή αγνοούν αυτό που συμβαίνει. Το ίδιο περίπου συμβαίνει και σε όσους ταξιδεύουν δίπλα στην ακτή, καθώς νομίζουν πώς η Γή κινείται. Το ίδιο συμβαίνει και επί του Θεού, διότι κάθε ετερότης και ταυτότης και ομοιότης είναι ξένα προς τον Θεό, ο οποίος είναι αιωνίως άσχετος (χωρίς σχέση) προς όσα γεννήθηκαν από αυτόν, παρά μόνον όσα υπέστησαν την ανομοίωση από αυτόν και αγωνίζονται να επιστρέψουν σ'αυτόν πιστεύουν πώς οι σχέσεις που εγκαθιδρύονται για την επιστροφή είναι αμοιβαίες και ισχύουν και γι'αυτόν, απλώς αντιστρέφοντας τες.
Όσον αφορά τις κατηγορίες του Αριστοτέλη, το σχόλιο του σ'αυτές, η διάσημη "Εισαγωγή". Έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πνευματική μοίρα της Δύσεως. Ενώ δηλαδή, ο Πλωτίνος, έκανε μία πολύ σοβαρή κριτική στις κατηγορίες του Αριστοτέλη, διότι τις εξέλαβε από την οντολογική άποψη, ο Πορφύριος τις τοποθετεί στο λογικό επίπεδο. Στην εισαγωγή λοιπόν ερευνώνται με συντομία τα πέντε κατηγορήματα : "Αγαπητέ, δεδομένου πώς για να γίνουν κατανοητές οι κατηγορίες του Αριστοτέλη, είναι αναγκαίο να γνωρίζουμε τι πράγμα είναι το γένος, η διαφορά, το είδος, το ίδιον και το συμβεβηκός και δεδομένου πώς αυτή η ανάλυση είναι βασική για την σύσταση των εννοιών, θα κάνω μία μικρή εισαγωγή σ'αυτές, με όλα όσα μας παρέδωσαν οι αρχαίοι, αναφερόμενος όμως περισσότερο στα πιο απλά θέματα. Δεν θα ερευνήσω το πρόβλημα των γενών και των ειδών. Εάν υπάρχουν δηλαδή αυθυπάρητα ή είναι απλώς διανοητικές έννοιες. Και στην περίπτωση που υφίστανται αν είναι σωματικά ή ασώματα και τέλος αν είναι ξεχωρισμένα ή εάν βρίσκονται μέσα στα αισθητά πράγματα, συναφή μ'αυτά. Αυτή είναι μία πολύπλοκη έρευνα ή οποία θα απαιτούσε έναν άλλον τύπο έρευνας, πολύ πιο βαθύ.

Θα σου εξηγήσω όμως τις κατηγορίες από μία λογική οπτική γωνία και όλα όσα οι αρχαίοι ισχυρίστηκαν πάνω σ'αυτά τα θέματα, και ιδιαιτέρως οι περιπατητικοί.
Από εδώ ξεκίνησε στη Δύση και η μάχη των καθόλου. Ακόμη και σήμερα μερικοί ερμηνεύουν τις κατηγορίες σαν "λογικές μορφές" ενώ στον Αριστοτέλη είναι πάνω απ'όλα "οντολογικά σχήματα". Και ας κλείσουμε αυτή την σύντομη αναφορά μας στον Πορφύριο αναφερόμενος στο διάσημο "λογικό δένδρο"  που επινόησε: "Το μέγιστο γένος είναι εκείνο πάνω από το οποίο δεν μπορεί να υπάρχει κανένα άλλο ανώτερο γένος, ενώ το ελάχιστο είδος είναι εκείνο κάτωθι του οποίου δεν μπορεί να υπάρξει κανένα άλλο κατώτερο είδος. Ενδιάμεσα είδη είναι άλλα τα οποία είναι ταυτοχρόνως είδος και γένος, σε σχέση φυσικά με κάποιο υποκείμενο.
Ας ξεκαθαρίσουμε αυτόν τον λόγο παίρνοντας  σαν παράδειγμα μία κατηγορία. Η "ουσία" είναι αυτή η ίδια ένα γένος, στο οποίο υπάγεται το είδος "σώμα". Εξαρτημένο από το σώμα είναι το ζωντανό όν και σε αυτόν υπάγεται το λογικό ζώο, όπου σ'αυτό υπάγεται με την σειρά του ο άνθρωπος και στον άνθρωπο τέλος υπάγονται ο Σωκράτης, ο Πλάτων και οι υπόλοιποι άνθρωποι (άτομα). Ανάμεσα σε όλους αυτούς τους όρους, η ουσία είναι το μέγιστο γένος, διότι είναι μόνον γένος, ενώάνθρωπος είναι ελάχιστο είδος, διότι είναι μόνον είδος. Το σώμα όμως είναι είδος ουσίας και ταυτοχρόνως και γένος του ζωντανού όντος. Με την σειρά του ζωντανό όν είναι είδος του σώματος και γένος του ζώου και έτσι ζώον είναι είδος του ζωντανού όντος και γένος του λογικού ζώου. Λογικό ζώο είναι είδος του ζώου και γένος του ανθρώπου και άνθρωπος τέλος είναι είδος του λογικού ζώου αλλά δεν είναι γένος των ξεχωριστών ανθρώπων αλλά είναι μόνον είδος".
                                             ΤΕΛΟΣ
Αμέθυστος

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (3)

Συνέχεια από Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΠΟΛΛΑΠΛΟΤΗΤΟΣ
 
Η πολλαπλότης γεννήθηκε σαν φιλοσοφικό πρόβλημα μετά την άρνηση του μη-Είναι, του Παρμενίδη και την μείωση όλων των πραγμάτων στην απόλυτη ενότητα. Ο Πλάτων ελευθέρωσε την φιλοσοφία από αυτό το πρόβλημα, εννοώντας το μη-Είναι σαν ετερότητα ή διαφορετικότητα! [Αυτή την φιλοσοφία προώθησε στις ημέρες μας ο Ζηζιούλας για να πετύχει την ένωση των Εκκλησιών. Έφτασε να ορίσει τις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος με την ετερότητα ή διαφορετικότητα της πολλαπλότητος. Έφτασε να πει πως στην Αγία Τριάδα έχουμε την αρχή του ενός και των πολλών και κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε, από άγνοια. Και ενώ ορίζει την ετερότητα στην ίδια την Αγία Τριάδα, απαιτεί την απόλυτη ενότητα των ιστορικών Εκκλησιών, διότι στην φαντασία του είναι εντολή του Κυρίου. Για να είναι όλοι ένα, όπως εμείς είμαστε ένα. Αφού τα πρόσωπα είναι Ένα, δεν καταργείται η πολλαπλότης;! Αυτές οι αντιφάσεις όμως δεν ενοχλούν τους μαθητές του Χέγκελ, τον Ζηζιούλα, τον Γιανναρά παρότι δείχνουν α-λογία. Σήμερα οι άνθρωποι ζητούν την άγνοια του Κυρίου, όπως στην αληθινή Εκκλησία ζητούσαν την Γνώση του Κυρίου]. Ο Πλάτων λοιπόν δικαιώνει την πολλαπλότητα με την θεωρία των ιδεών. Και ο Αριστοτέλης οριστικοποιεί το κέρδος με την θεωρία του όντος πολλαπλώς λεγόμενου. [Γι' αυτό το λόγο, αντίθετα από τις βλακείες του Ζηζιούλα περί Μονισμού της αρχαίας Σκέψης, η αρχαία φιλοσοφία δεν είναι μονιστική. Μάλλον διάβασε λάθος βιβλία]

Λέει λοιπόν ο Αριστοτέλης (Μεταφυσική N2 1088b,14): «Πρέπει να εξετάσουμε αν γενικώς είναι δυνατόν τα αιώνια να αποτελούν σύνθεση στοιχείων. Διότι αν ήταν αλήθεια, θα είχαν ύλη, διότι ο,τιδήποτε προέρχεται από ύλη είναι σύνθετο» (Ἁπλῶς δὲ δεῖ σκοπεῖν, ἆρα δυνατὸν τὰ ἀΐδια ἐκ στοιχείων συγκεῖσθαι; ὕλην γὰρ ἕξει· σύνθετον γὰρ πᾶν τὸ ἐκ στοιχείων). Γι' αυτό λοιπόν ο Ζηζιούλας και οι οπαδοί του, μέχρι τον Κλιματσάκη, κατήργησαν την ουσία, για να πετύχουν την υπερουσιότητα θεού και ανθρώπου, την αναλογία του τρόπου ζωής της Αγίας Τριάδος και της Εκκλησίας. Και αντί της ουσίας, από την φιλοσοφία του Αριστοτέλη, υιοθέτησαν μόνον το δυνάμει και ενεργεία, με το οποίο απαιτούν να ερμηνεύσουν και να καταργήσουν ακόμη και ιδιαιτέρως τις άκτιστες ενέργειες.

Μεταφυσική N2 1088b,16: «Εάν είναι αναγκαίο ένα πράγμα που αποτελείται από στοιχεία να προέρχεται από αυτά τα στοιχεία, είτε πρόκειται για αιώνια, είτε για πεπερασμένα, γεννητά, και εάν κάθε πράγμα γίνεται αυτό που γίνεται από αυτό που είναι εν δυνάμει και εάν αυτό που είναι εν δυνάμει μπορεί να περάσει εν ενεργεία, αλλά μπορεί και να μην περάσει, τότε το Ένα, ακόμη και αν είναι αιώνιο θα μπορούσε να μην είναι» (εἰ τοίνυν ἀνάγκη, ἐξ οὗ ἐστιν, εἰ καὶ ἀεὶ ἔστι, κἄν, εἰ ἐγένετο, ἐκ τούτου γίγνεσθαι, γίγνεται δὲ πᾶν ἐκ τοῦ δυνάμει ὄντος τοῦτο ὃ γίγνεται (οὐ γὰρ ἂν ἐγένετο ἐκ τοῦ ἀδυνάτου οὐδὲ ἦν), τὸ δὲ δυνατὸν ἐνδέχεται καὶ ἐνεργεῖν καὶ μή, εἰ καὶ ὅτι μάλιστα ἀεὶ ἔστιν ὁ ἀριθμὸς ἢ ὁτιοῦν ἄλλο ὕλην ἔχον, ἐνδέχοιτ' ἂν μὴ εἶναι)! Σε αυτή την απορία παγιδεύονται όλοι οι αγνοούντες, ορίζοντας την γέννηση του Υιού εκ της θελήσεως του Πατρός.

Οι Πλατωνιστές λοιπόν για να λύσουν το πρόβλημα της πολλαπλότητος σκέφτηκαν πως πρέπει να ανασκευάσουν την θέση του Παρμενίδη «δεν θα κατορθώσεις ποτέ να αποδείξεις πως το μη-Είναι υπάρχει» (οὐ γὰρ μήποτε τοῦτο δαμῇ, εἶναι μὴ ἐόντα). Όμως ακόμη και το μη-Είναι έχει πολλές σημασίες. Υπάρχουν κατ' αρχάς τόσες σημασίες του μη-Είναι όσες και οι κατηγορίες. Υπάρχει το μη-Είναι με την σημασία του ψεύδους. Υπάρχει το μη-Είναι με την σημασία δυνάμει. Το πρόβλημα δημιουργήθηκε λοιπόν επειδή περιόρισαν την έρευνα, μόνον στο πλαίσιο της ουσίας. Αλλά είναι παράλογο να ερευνούμε πως το Είναι, μπορεί να είναι πολλές ουσίες, και να μην ερευνήσουμε κατ' αρχάς πως μπορεί να είναι πολλαπλές ποιότητες ή ποσότητες. Διότι δεν μπορεί ένας αριθμός να εξηγήσει την πολλαπλότητα των χρωμάτων των λουλουδιών, διότι τότε και αυτά θα ήταν νούμερα. Και έπεσαν σε μεγάλο λάθος. Διότι ψάχνοντας την αντίθετη αρχή από το Είναι, το ον, βρήκαν το σχετικό ή το ανόμοιο. Τα οποία όμως δεν είναι αντίθετα του όντος αλλά κατηγορίες του όντος. Το πολύ-πολύ με την σχέση να εξηγείται η πολλαπλότης στο εσωτερικό μιας και μόνης κατηγορίας.

Συμπερασματικά λοιπόν μπορούμε να πούμε πως εάν επιθυμούμε να εξηγήσουμε την πολλαπλότητα των πραγμάτων, πρέπει να δεχθούμε το εν δυνάμει Είναι για κάθε πράγμα, δηλαδή την ύλη (η οποία είναι ακριβώς διαφορετική για κάθε πράγμα και είναι αυτό πoυ το πράγμα είναι  εν δυνάμει). Ο Πλάτων προσπάθησε να εισάγει αυτή την εν δυνάμει αρχή, αλλά δεν την εντόπισε αποτελεσματικά. Διότι απαίτησε να είναι το σχετικό, η σχέση η οποία αντί να είναι μια εν δυνάμει αρχή, είναι μία από τις κατηγορίες του όντος, όπως η ποιότης, η ποσότης κ.τ.λ.

Επιπλέον έπρεπε να εξηγηθεί, όχι μόνον πως τα πράγματα μπορούν να είναι πολλά σύμφωνα με μία κατηγορία, αλλά ήταν αναγκαία και μια έρευνα για το γεγονός της πολλαπλότητος των ιδίων των κατηγοριών. Διότι δεν υπάρχει μια πολλαπλότης μόνον σύμφωνα με μία κατηγορία, αλλά υπάρχει μια κατηγορική πολλαπλότης επίσης και μία πολλαπλότης ακόμη στο εσωτερικό της κάθε κατηγορίας.

Όσον αφορά τώρα την πολλαπλότητα των κατηγοριών υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα από το γεγονός πως όσες κατηγορίες είναι άλλες από την ουσία, δεν έχουν χωριστή από την ουσία ύπαρξη. Είναι πολλές διότι το υπόστρωμά τους είναι ή γίνεται πολλαπλό.

Η πολλαπλότης των Ουσιών εξηγείται μόνον εάν κατανοήσουμε πως από το ένα μέρος είναι μορφή και από το άλλο ύλη και πως η πολλαπλότης οφείλεται ακριβώς στην ύλη. Η μόνη δυσκολία στο πρόβλημα παραμένει η λύση που προτείνουν οι πλατωνικοί, πως η αρχή της πολλαπλότητος είναι η σχετικότης, η σχέση. Μόνο που μ' αυτή τηνεξήγηση, κατορθώνουν να εξηγήσουν την πολλαπλότητα της ποσότητος, διότι οι αριθμοί, τα σώματα, οι γραμμές είναι προσδιορισμοί ποσοτικοί, και οπωσδήποτε δεν μπορούμε να ταυτίσουμε την ποσότητα με την ουσία, καθότι παραλογισμός.

Ας δούμε όμως τώρα πως έλυσε το πρόβλημα των πολλών και της ενότητός των ο Πλωτίνος! Διότι το πιο δύσκολο μεταφυσικό πρόβλημα είναι αυτό ακριβώς!

Γιατί και πώς από το Ένα προήλθαν όλα τα πράγματα; Γιατί το ΕΝΑ, πλήρες και ολοκληρωμένο, δεν έμεινε στο εαυτό του;

Εννεάδες, V, 1, 6: «πῶς ἐξ ἑνὸς τοιούτου ὄντος, οἷον λέγομεν τὸ ἓν εἶναι, ὑπόστασιν ἔσχεν ὁτιοῦν εἴτε πλῆθος εἴτε δυὰς εἴτε ἀριθμός, ἀλλ᾽ οὐκ ἔμεινεν ἐκεῖνο ἐφ᾽ ἑαυτοῦ, τοσοῦτον δὲ πλῆθος ἐξερρύη, ὃ ὁρᾶται μὲν ἐν τοῖς οὖσιν, ἀνάγειν δὲ αὐτὸ πρὸς ἐκεῖνο ἀξιοῦμεν;» (Πώς το Ένα, εννοείται το Ένα όπως εμείς λέμε είναι, δεν παρέμεινε στον εαυτό του εκείνο που ήταν, και αντιθέτως ξεκίνησε ένα πράγμα, την πολλαπλότητα, την Δυάδα, ή τον αριθμό, εξορύσσοντας από τον εαυτό του εκείνη την πολλαπλότητα που φανερώνεται στα πράγματα, αλλά για την οποία εμείς σκεπτόμαστε πως πρέπει να επιστρέψει σ' Αυτό;).

Ο Πλωτίνος έδωσε μια ιδιοφυή και μοναδική απάντηση στο πρόβλημα, χρησιμοποιώντας λαμπρές εικόνες για εξήγηση, που έμεινε κληρονομιά όλων. Η πιο διάσημη είναι η εικόνα του Φωτός. Εννεάδες, ΙV, 3, 17: «Η προέλευση των πραγμάτων από το Ένα αναπαρίσταται σαν την λάμψη ενός Φωτός από μία φωτεινή πηγή, σε μορφή κύκλων επάλληλων οι οποίοι σιγά-σιγά χάνουν την φωτεινότητά τους, ενώ η πηγή διατηρεί χωρίς να φτωχαίνει, παρότι εξαπλώνεται τριγύρω. Ο πρώτος κύκλος μετά την πηγή είναι ο Νους, η δεύτερη υπόσταση, ο επόμενος είναι η ψυχή, η τρίτη υπόσταση! Στον τρίτο κύκλο που ακολουθεί, που είναι η ύλη, το φως σβήνει και το σκότος που βασιλεύει έχει ανάγκη φωτισμού!

Αλλού παρομοιάζει το Ένα σαν την πηγή των ποταμών ή σαν την ρίζα των δέντρων. Από αυτές τις εικόνες πάντως γεννήθηκε η λανθασμένη έννοια της απορροής διότι δεν έγινε κατανοητό αυτό που φαίνεται αντιφατικό: πηγή και ρίζα είναι ταυτόχρονα, τόσο εις εαυτόν όσο και εκτός εαυτού. Πηγή και ρίζα μπορούν να ενεργήσουν, να πραγματοποιηθούν έξω τους, μόνον επειδή παραμένουν εις εαυτόν, διατηρώντας την ουσία τους σαν πηγή και σαν ρίζα! Ας ξεκαθαρίσουμε όμως κάτι πριν συνεχίσουμε! Εδώ ακριβώς φανερώνεται και η αβυσσαλέα διαφορά φιλοσοφίας και Εκκλησίας, κτιστού και ακτίστου! Ο Κύριος μας προτρέπει να χάσουμε την ψυχή μας, και την παρομοιάζει σαν σπόρο, όχι σαν ρίζα! Μια ερμηνεία του σπόρου βεβαίως είναι αυτή που δώσαμε ήδη όλοι μας! Αλλά εάν προσθέσουμε στην εικόνα του σπόρου, την απαίτηση από τον Κύριό μας, της Μεταμορφώσεώς μας, της Αναγεννήσεώς μας, δηλαδή της Μετανοίας μας, τότε μπορούμε να καταλάβουμε πως η εικόνα που φανερώνει το Χριστιανικό Μυστήριο, μόνον σαν εικόνα όμως, είναι του αυγού που δέχεται τον σπόρο και γεννά ένα καινούριο πλάσμα. Αυτή είναι η Χριστιανική ψυχή που δέχεται τον Λόγο, στο κέντρο της, στον Νου, και μεταμορφώνεται και Αναγεννάται σε σώμα Χριστού.

Τέλος ο Πλωτίνος προτείνει και την εικόνα των ομόκεντρων κύκλων, όπου το Ένα είναι το κέντρο, η δεύτερη υπόσταση είναι σαν ένας ακίνητος κύκλος ενώ η ψυχή είναι σαν ένας κινούμενος κύκλος (Εννεάδες, ΙV, 4, 16).

Και τώρα έρχεται κάτι πολύ σημαντικό, που επηρέασε όλες τις θεολογίες περί της Αγίας Τριάδος, αρχίζοντας από τον Βησσαρίωνα και τελειώνοντας στον Ζηζιούλα και τον Γιανναρά. Από εδώ προέρχεται η πλανεμένη τους διδασκαλία περί Πατρός (Εννεάδες, V, 3, 12): Η αρχή μένει και μένοντας γεννά, δηλαδή δεν φτωχαίνει, δεν αλλοιώνεται, δεν επηρεάζεται. Αυτό που γεννιέται είναι κατώτερο από τον γεννήτορα και δεν του είναι απαραίτητο. Αλλά όμως ο γεννήτωρ δεν είναι αναγκασμένος να δημιουργήσει; Μπορεί η πηγή του φωτός να μην φωτίσει ή η πηγή του νερού να μην τρέξει νερό;

Ο Πλωτίνος λοιπόν διακρίνει δύο ενέργειες του ΕΝΟΣ! Όπως και των υπολοίπων υποστάσεων (Εννεάδες, V, 4, 2).

Την ενέργεια του όντος και την ενέργεια που προέρχεται από το ον. Η πρώτη ενυπάρχει στο ον, η δεύτερη εξέρχεται του όντος και κατευθύνεται προς τα έξω! Η ενέργεια του όντος συμπίπτει με την ξεχωριστή πραγματικότητα, ενώ η ενέργεια που προέρχεται από το ον, κατευθύνεται σε άλλο. Η ενέργεια από το ον, ή από το ΕΝΑ, εξαρτάται δομικά από την ίδια την ενέργεια του ΕΝΟΣ.
Έτσι λοιπόν ναι μεν τα πράγματα ξεχειλίζουν από το ΕΝΑ, διότι είναι άπειρη δύναμις, αλλά το ΕΝΑ συνίσταται επίσης και από την Βούληση.


Αμέθυστος 

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (2)

Συνέχεια από Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Οι κατηγορίες λοιπόν είναι πρώτα απ'όλα σχήματα της μεταφυσικής και όχι της λογικής. Έτσι λοιπόν η κατηγορία δέν έχει μόνον την σημασία τού κατηγορουμένου τής κρίσεως, αλλά ο όρος αυτός αγκαλιάζει μία πλατύτερη σημασία. Η έκφραση κατηγορίαι τού όντος εκφράζει την ίδια έννοια που εκφράζει  επίσης  πολύ συχνά ο Αριστοτέλης, με την διάσημη διατύπωση: πολλαχώς λέγεται το όν ή ποσαχώς λέγεται το όν. Το πρόβλημα που προκύπτει ξανά μετά το ξεκαθάρισμα των κατηγοριών σαν μεταφυσικών αξιών, είναι ο Ορισμός, ή ο καθορισμός αυτού του όντος του οποίου οι κατηγορίες είναι γένη, σχήματα, πτώσεις, διαιρέσεις. Στον καθορισμό αυτό λοιπόν οι περισσότεροι στοχαστές συμφωνούν πώς στο πλαίσιο των κατηγοριών υπεισέρχονται ταυτόχρονα όντα και σκέψεις. Ότι οι κατηγορίες συμπεριλαμβάνουν και τα περιεχόμενα των αναπαραστάσεών μας και τα αντικείμενα τής εμπειρίας μας.
            Ο Αριστοτέλης λοιπόν, αυτές τις πολλές σημασίες του όντος, προσπάθησε να τις συγκεντρώσει σε τέσσερις θεμελιώδεις : (Μετα Γ2, 1003 b Δ7, 1017 α 7). (1) Το όν κατά τα σχήματα των κατηγοριών. (2) Το όν κατά δυνάμει και ενεργεία. (3) Το όν κατά συμβεβηκός. (4) Το όν ώς αληθές και το μή-όν ώς ψεύδος.
            Ακόμη και αυτή η οργάνωση όμως δέν καλύπτει όλες τις σημασίες τού όντος. Οι τρείς τελευταίες σημασίες είναι δυνατές και γίνονται κατανοητές μόνον αναφορικώς με την πρώτη σημασία του όντος. Με την ουσία συγκεκριμένα και μάλιστα με την αισθητή ουσία. Το όν σαν δύναμις δέν κατανοείται παρά σαν ουσία έχουσα ύλη! (Μετ. Ν1, 1088 b 1) : ανάγκη τε εκάστου ύλην είναι το δυνάμει  τοιούτον. Το ίδιο ισχύει και για το όν κατά συμβεβηκός. Το οποίο αφορά τα όντα τα οποία δέν υπάρχουν αναγκαίως, δηλ, τα αισθητά (Μετ. Ε2, 1027 α13) : ώστε η ύλη έσται αιτία η ενδεχομένη  παρά το ώς επί το πολύ άλλως του συμβεβηκότος. Το ίδιο ισχύει και για το όν ώς αληθές και το μή-όν ώς ψεύδος: (Μετ. Ε 4,1027 b 25) : Ού γάρ έστι το ψεύδος και το αληθές εν τοις πράγμασιν...αλλ'έν διανοία!
            Έτσι λοιπόν οι κατηγορίες στο σύνολο τους δέν μας δίνουν πρώτως όν, το όν ή όν, την ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΟΝΤΟΣ, που δίνεται με την έρευνα της ουσίας: (Μετ Ζ1 1028 b 2): Και δή και το παλαι τε και νυν και αει ζητούμενον και αει απορούμενον, τι το ον, τουτο έστι τις η ουσία! Δηλ το αισθητό όν καλύπτει την ολότητα του όντος ή όχι: (Μετ. Ζ2, 1028 b 27) : Σχετικά λοιπόν με αυτά τί λέγεται καλά ή άσχημα και ποιές είναι ουσίες και αν υπάρχουν κάποιες ουσίες παράπλευρα απο τις αισθητές ή δεν υπάρχουν, και αυτές τί είδους ύπαρξη έχουν και αν υπάρχει κάποια αυθύπαρκη ξεχωριστή ουσία, και γιατί και πώς, ή δέν υπάρχει παράπλευρα απο τις αισθητές καμία, για όλα αυτά τα ζητήματα πρέπει να γίνει σκέψη (σκεπτέον), αφού δώσουμε προτύτερα σε γενική υποτύπωση τί είναι η ουσία.
            Και συνεχίζει : (Μετ. Λ1 1069 Α 30) : Ουσίαι δέ τρείς, μία μέν αισθητή -ης η μέν αΐδιος ή δέ φθαρτή ήν πάντες ομολογούσι οιον τα φυτά και τα ζώα...άλλη δέ ακίνητος και ταυτην φασί τίνες είναι χωριστήν (Μετ Λ6, 1071 b 3): Επει δ’ ήσαν τρείς ουσίαι, δύο μέν αι φυσικαί, μία δέ η ακίνητος, περί ταύτης λεκτέον ότι ανάγκη είναι αΐδιον τινα ουσίαν ακίνητον.
            Τρείς είναι λοιπόν οι σφαίρες του Είναι: εκείνη της αισθητής ουσίας ή οποία χωρίζεται σε φθαρτή και αΐδιο και η σφαίρα του αιωνίου όντος, του ακινήτου και υπερβατικού (αΐδιος και ακίνητος και κεχωρισμένη ουσία)
            Οι κατηγορίες λοιπόν δέν ισχύουν για το όν ή όν, αλλά μόνον για το αισθητό όν. Δέν καλύπτουν όλο το όν και αφήνουν την αΐδιο και ακίνητο και κεχωρισμένη ουσία απέξω. Οι κατηγορίες υπάρχουν μόνον σε ένα σύνολο ύλης και μορφής, ενώ η κεχωρισμένη ουσία, το υπερβατικό όν είναι άνευ ύλης, είναι ενέργεια, καθαρή μορφή δηλ, είδος. Το δέ τι ήν είναι ουκ έχει ύλην το πρώτον (Μετ 18 1074 α36). Στο κεχωρισμένο όν, στο υπερβατικό λείπει ακριβώς η σύνθεση είδους και ύλης [δέν είναι σύνθεση ψυχής και σώματος, όπως λέει ο Γιανναράς], στο οποίο και για το οποίο εμφανίζονται οι κατηγορίες και ολόκληρο το όν αφομοιώνεται στο τί ήν είναι.
            Οι κατηγορίες είναι οι τρόποι με τους οποίους πραγματοποιείται η συνάντηση ύλης και μορφής, οι τρόποι με τους οποίους αυτή η συνάντηση πρέπει να πραγματοποιηθεί: Κανένα αισθητό δέν υφίσταται έξω των κατηγοριών. Οι κατηγορίες είναι τα καθ'αυτά των συμβεβηκότων. Διότι όσα μή ουσίαν σημαίνει συμβεβηκότητα! Καθ'αυτά δέν είναι λέγεται όσαπερ σημαίνει τα σχήματα της κατηγορίας.
            Η ουσία λοιπόν προηγείται των κατηγοριών με όλες τις σημασίες του όρου: (Μετ Ζ1, 1028 α 32). Πάντως η ουσία πρώτον, και λόγω και γνώσει και χρόνο των μεν γαρ άλλων κατηγορημάτων των ουδέν χωριστόν, αύτη δέ μόνη. Τα κατηγορήματα είναι για την ουσία και δέν υπάρχουν έξω απο την ουσία. Είναι δηλαδή δομικά εξαρτημένες απο την ουσία, είναι εν ουσία δηλαδή εν υποκειμένω σε υπόστρωμα! (Κατηγορίες 5,2, α 34): τα δ'άλλα πάντα ήτοι καθ'υποκειμένων λέγεται των πρώτων ουσιών ή έν υποκειμέναις αυταίς έστιν ! Και στην Μετ Ζ3 1029 α 7, δίνει τον ορισμό της ουσίας : νυν μέν ουν τύπω είρηται τι ποτ'εστίν η ουσία, ότι το μή καθυποκειμένου αλλά καθου τα άλλα! Δηλ ουσία είναι αυτό το οποίο δέν λέγεται δεν εκφωνείται πάνω σε άλλο αλλά πάνω σ'αυτό εκφωνούνται τα άλλα!
Διότι η υπερβατική ουσία είναι αΐδιος και κινεί τον άπειρον χρόνον και επομένως αποκλείει την κατηγορία του πότε, που σημαίνει χρόνο πεπερασμένο. Και σαν κινητό ακίνητο και ουσία πάντοτε ενεργεία, αποκλείει απο τον εαυτό της τόσο την κατηγορία της κινήσεως δηλαδή του πάθους (ο Θεός είναι ακίνητος και απαθής) όπως και την κατηγορία της πράξεως και της κινήσεως που συνεπάγεται: (Μετ Λ7, 1072 b 3). Έστι γαρ τινί το ου ένεκα και τινός ων το μεν έστι το δ΄ουκ έστι κινεί δη ως ερώμενον κινούμενα  δε τάλλα κινεί. ει μεν ούν τι κινείται, ενδέχεται και άλλως έχειν (Είναι γνωστό ότι το τέλος ένεκα του οποίου σημαίνει τον ίδιο τον σκοπό κάποιου πράγματος και επομένως στην δεύτερη σημασία το τέλος μπορεί να βρεθεί ανάμεσα στα ακίνητα όντα, στο άριστο όν (Αριστοτέλης), στην πρώτη όμως σημασία όχι, διότι κινεί ώς ερώμενον, καθότι εάν κάτι κινείται είναι εδεχόμενο να υπάρχει και κατά έναν άλλον τρόπο.
            Οι κατηγορίες λοιπόν ξεκαθαρίζουν για τον Αριστοτέλη σαν πάθη της ουσίας. Σαν κινήσεις της ουσίας, διότι η καθ'αυτή ουσία δέν έχει συμβεβηκότητα, καθώς τα συμβεβηκότα εξαρτώνται απο τα πάθη. Οι κατηγορίες λοιπόν δείχνουν πεπερασμένο και πολλαπλότητα ενω αποκλείεται ξεκάθαρα το Απόλυτο να έχει όλους εκείνους τους χαρακτήρες που είναι δεμένοι με τις κατηγορίες. Η Θεία ουσία δέν έχει μέγεθος, είναι αμερής, είναι αδιαίρετος και επομένως είναι παντελώς άνευ σημασίας οι κατηγορίες του ποσού και τού πού. (Μετ Λ7 1073 Α 3).
            Ας δούμε και ένα ενδιαφέρον απόσπασμα απο το τέταρτο βιβλίο όπου λέγεται ότι η σφαίρα του αισθητού είναι μόνον ένα μικρό τμήμα του όντος και δεν μετρά σχεδόν καθόλου: Μετ γ5 ,1010 α 25. Επιπλέον δέ είναι άξιο να επιτιμήσουμε όσους (τους οπαδούς του Ηράκλειτου) σκέπτονται έτσι, πώς επειδή παρατήρησαν ότι τα αισθητά όντα και μάλιστα σε έναν ελάχιστο αριθμό εξ'αυτών, ότι συμπεριφέρονται μ'αυτόν τον τρόπο, τοιουτοτρόπως απεφάνθησαν και επεξέτειναν την παρατήρηση τους και για ολόκληρο τον ουρανό. Γιατί ο τόπος του αισθητού, που βρίσκεται γύρω μας διατελεί μέσα στην φθορά και στην γένεση μόνον, και αυτός ο τόπος μπορούμε να πούμε δεν είναι ούτε ένα τιποτένιο μόριο του παντός και θα ήταν δικαιώτερο άν χάριν εκείνων αθώωναν τα πράγματα εδώ κάτω, παρά να καταδικάσουν εκείνα χάριν ετούτων εδώ, Πρέπει λοιπόν να τους αποδείξουμε ότι υπάρχει μία ακίνητη φύσις και αυτοί πρέπει να πεισθούν.
            Όπερ και εγένετο! Μόνον που δέν κατόρθωσε να πείση τύπους σαν τον Χιούμ και τον Κάντ, οι οποίοι με την σειρά τους έπεισαν τύπους σαν τον Χέγκελ και τον Χάϊντεγτκερ και τον Γιανναρά και τον Κλιματσάκη και απολυτοποίησαν το πεπερασμένο.
            Ας είναι όμως και τούτο υπόψη Γιανναρά και Ζηζιούλα και Σία, οι οποίοι μας προτείνουν να υπερβούμε την ανάγκη (Μετ 1072 b 11) Το αναγκαίον έχει ώς εξής: άλλοτε σημαίνει το βίαιο εξ'αιτίας εναντίωσης προς την ορμή, αλλοτε τον απαραίτητο όρο για την ύπαρξη του καλού και άλλοτε ότι δέν μπορεί να υπάρχει αλλιώς, αλλά υπάρχει κατά ένα μοναδικό τρόπο. "Το γάρ αναγκαίον τοσαυταχώς, το μέν βία, ότι παρά την ορμήν, το δέ ου ούκ άνευ το ευ, το δέ μή ενδεχόμενον άλλως αλλ'απλώς!"
            Και συνεχίζει ο Αριστοτέλης αγνοημένος απο όλους. Το πρώτο κινούν είναι λοιπόν κατ'απόλυτη αναγκαιότητα όν και το χαρακτηριστικό τής αναγκαιότητος τού δίνει και την ιδιότητα του καλού και έτσι είναι αρχή:( εξ ανάγκης έστιν όν και η ανάγκη καλώς και ούτως αρχή!).
            Απο μία τέτοια Αρχή εξαρτώνται ο ουρανός και η Φύση. Και ο τρόπος της ζωής της είναι η άριστη και είναι εκείνος ο τρόπος ζωής που μας επιτρέπεται να ζήσουμε και εμείς για σύντομο χρονικό διάστημα. Όμως εκείνα βρίσκονται σ'αυτή την κατάσταση για πάντα. Για μας είναι αδύνατον, αλλά για εκείνη  είναι δυνατόν, καθότι η ενέργεια της είναι η ευχάριστη ηδονή. Και γι'αυτό και για μας η εγρήγορση, η αίσθηση και η νόηση είναι ύψιστη ηδονή και λόγω αυτών έχουμε καί τις μνήμες και τις ελπίδες! Και μας αποκαλύπτει και τον χαμένο θησαυρό μας, τον Νού, ακριβώς σ'αυτό το σημείο (Μεταφ 1072 b 18) "Η καθαυτή νόηση έχει αντικείμενό της το καθαυτό άριστο και όσο σε ύψιστο βαθμό είναι αυτή νόηση σε ανάλογο υπέρτατο βαθμό είναι και το αντικείμενο της άριστο, αυτόν δέ νοεί ο νούς κατά μετάληψιν του νοητού (και τον εαυτό του νοεί ο νούς πέρνοντας μέσα του ώς περιεχόμενο του το νοητό), διότι γίνεται νοητός ζυμώνοντας και νοόντας (και νοών), ώστε ταυτόν νούς και νοητόν. ΤΟ ΓΑΡ ΔΕΚΤΙΚΟΝ ΤΟΥ ΝΟΗΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ, ΝΟΥΣ. Ενεργεί δέ έχων (και είναι εν ενεργεία όταν τα κατέχει) ώστε περισσότερο απο εκείνη την Ικανότητα είναι αυτή η ενεργητική κατοχή που αποτελεί το θεϊκό στοιχείο στον νού (ώστ'εκείνου μάλλον τούτο ο δοκεί ο νούς θείον έχειν), και η θεωρία το ήδιστον και άριστον!
            Εάν λοιπόν ο Θεός έχει πάντοτε αυτή την μακαριότητα, εμείς δέ την απολαμβάνουμε μόνον μερικές φορές, αυτό είναι θαυμαστό και μάλιστα είναι ακόμη θαυμαστότερο το ότι έχει ζωή, είναι και ζωή. ΔΙΟΤΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ ΕΙΝΑΙ ΖΩΗ ΚΑΙ ΕΚΕΙΝΟΣ ΔΕ, ΕΙΝΑΙ Η ΕΝΕΡΓΕΙΑ. Η καθαυτή όμως ενέργεια είναι η άριστη και αΐδιος ζωή του Θεού. Διότι λέμε στ'αλήθεια ότι ο Θεός είναι ζώον αΐδιον άριστον. Ώστε συνεχής ζωή και αΐδιος και αιών υπάρχει στον Θεό, ΤΟΥΤΟ ΓΑΡ Ο ΘΕΟΣ!
Στην συνέχεια θα δούμε με συντομία την παραγωγή της πολλαπλότητος απο το Εν!
(Συνεχίζεται)
Αμέθυστος

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (1)


Η προβληματική των κατηγοριών γεννιέται στον Σοφιστή του Πλάτωνος, όπου εισάγονται πέντε ανώτατα γένη του Είναι, της κινήσεως, της στάσεως, του ιδίου και του διαφορετικού! Πέντε γενικότατες ιδέες, ή μετα-ιδέες, οι οποίες όμως είναι μερικές από τις ιδέες που θεωρούνται οι πιο μεγάλες. Ο Πλωτίνος σκίασε την σωστή θεώρηση των κατηγοριών, καθότι παρουσίασε τις ιδέες του Σοφιστή σαν μια ολοκληρωμένη σειρά των υπέρτατων καθόλου δηλαδή σαν την παρουσίαση των κατηγοριών του νοητού κόσμου (Εν. VI, 1-3).

Για τον Αριστοτέλη όμως οι κατηγορίες χωρίζονται σε τρεις σημασίες: Μία οντολογική, μία λογική και μία γλωσσική-γραμματική. Στο οντολογικό επίπεδο οι κατηγορίες είναι οι πρωταρχικές διαιρέσεις του Είναι (αυτό στο οποίο το Είναι πρωταρχικώς διακρίνεται ή τα σχήματα του Είναι). Στο λογικό επίπεδο είναι τα μέγιστα γένη στα οποία καταλήγουν, επιστρέφουν κατά κάποιο τρόπο, οι όροι στους οποίους αποσυντίθενται η κρίση και η πρόταση!

Για την ιστορία λοιπόν του πράγματος, ας αναφέρουμε πως οι ίδιες λύσεις οι οποίες χώριζαν τους αρχαίους σχολιαστές του Αριστοτέλη, εάν δηλαδή οι κατηγορίες είναι φωνές (λέξεις), νοήματα (έννοιες) ή πράγματα, χωρίζουν και τους σημερινούς κριτικούς της φιλοσοφίας.

O Brentano χωρίζει τις προτάσεις των συγχρόνων σχολιαστών σε τρεις κατηγορίες:

1) Στην πρώτη οι κατηγορίες δεν είναι αληθινές έννοιες αλλά μόνον απόψεις για την συστηματοποίηση των εννοιών, εκείνη η δομή δηλαδή στην οποία κατανέμονται όλες οι έννοιες. Δεν είναι λοιπόν κατηγορούμενα αλλά ένας τόπος για τα κατηγορούμενα.

2) Στην δεύτερη πρόταση οι κατηγορίες δεν είναι μόνον μορφές ή τρόποι κατηγορήσεως των εννοιών, αλλά είναι αυτές οι ίδιες έννοιες, όχι με την γενική έννοια (καθότι κάθε αναπαράσταση του πνεύματος είναι μια έννοια), αλλά με την σημασία πως αυτές οι ίδιες μπορούν να είναι μέρη της κρίσεως: και έτσι λοιπόν οι κατηγορίες θα είχαν γεννηθεί από την αποσύνθεση της προτάσεως και της κρίσεως και επομένως θα έπρεπε να είναι τα μέγιστα κατηγορήματα! [κατηγόρημα της προτάσεως λέγεται εκείνο το αποδίδεται στο υποκείμενό της: ο Σωκράτης είναι σοφός]. Δηλαδή οι κατηγορίες είναι καθολικές έννοιες στις οποίες ανήκουν τα κατηγορήματα της απλής προτάσεως. Οι κατηγορίες είναι τα πιο καθολικά κατηγορήματα! Αυτή η λογική ερμηνεία των κατηγοριών, που επικράτησε τελικώς στη Δύση, οφείλεται στον Βοήθιο.

3) Στην τρίτη πρόταση ανήκουν όσοι υπογραμμίζουν την πλευρά των κατηγοριών σαν των πραγματικών εννοιών: οι κατηγορίες είναι οι υπέρτατες έννοιες, οι οποίες χαρακτηρίζονται με το όνομα Ον. Αυτή είναι η οντολογική πλευρά των κατηγοριών.

Οι δύο πρώτες προτάσεις ανήκουν στην λογική ερμηνεία των κατηγοριών διότι εμμέσως και σταθερώς ορίζει τα πράγματα, στα κείμενα του Αριστοτέλη, η θεωρία της προθέσεως της σκέψεως (που είναι η ρίζα της λογικής) και οι κατηγορίες. Επομένως, τα λογικά σχήματα, περιέχουν μια ουσιώδη αναφορά στην πραγματικότητα και προϋποθέτουν, στον ίδιο τον ορισμό τους, μια καθορισμένη μεταφυσική θεωρία της ίδιας της πραγματικότητος.

 Ακόμη και οι αρχαίοι λοιπόν, εννοούσαν τις τρεις λύσεις εξίσου ισχύουσες, χωρίς να περιέχουν καμιά αντίθεση καθότι μια λέξη δεν μπορεί παρά να εκφράζει μια έννοια, και μια έννοια δεν μπορεί παρά να αναφέρεται σε μια πραγματικότητα ή σε μια πλευρά της.

Στην οντολογική διάσταση των κατηγοριών πάντως, ο Αριστοτέλης επιμένει τόσο πολύ στην Μεταφυσική του που δεν αφήνει καμιά αμφιβολία της ερμηνείας. Μεταφυσική Δ7, 1017α,22: «καθ' αυτά δε είναι λέγεται όσαπερ σημαίνει τα σχήματα της κατηγορίας· οσαχώς γαρ λέγεται, τοσαυταχώς το είναι σημαίνει» (Λέμε όμως ότι καθαυτό είναι έχουν όλα ακριβώς όσα σημαίνονται από τα σχήματα της κατηγορίας, γιατί κατά όσους τρόπους λέγεται το είναι τόσες και σημασίες έχει).

Μεταφυσική Ε2, 1026α,33: «Ἀλλ' ἐπεὶ τὸ ὂν τὸ ἁπλῶς λεγόμενον λέγεται πολλαχῶς, ὧν ἓν μὲν ἦν τὸ κατὰ συμβεβηκός, ἕτερον δὲ τὸ ὡς ἀληθές, καὶ τὸ μὴ ὂν ὡς τὸ ψεῦδος, παρὰ ταῦτα δ' ἐστὶ τὰ σχήματα τῆς κατηγορίας (οἷον τὸ μὲν τί, τὸ δὲ ποιόν, τὸ δὲ ποσόν, τὸ δὲ πού, τὸ δὲ ποτέ, καὶ εἴ τι ἄλλο σημαίνει τὸν τρόπον τοῦτον), ἔτι παρὰ ταῦτα πάντα τὸ δυνάμει καὶ ἐνεργείᾳ·» (Αφού όμως το ον υπό την απόλυτη έννοια έχει διαφορετικές σημασίες, από τις οποίες μία ήταν το συμβεβηκός (κατά σύμπτωση), άλλη το ον ως αληθές (και το μη ον ως ψεύδος) και, εκτός από αυτά, υπάρχουν τα σχήματα της κατηγορίας (όπως το τι, η ποιότητα, η ποσότητα, το πού, το πότε και ό,τι άλλο δηλώνει το ον με τον τρόπο αυτό) και ακόμη δίπλα σε όλες αυτές τις σημασίες υπάρχει και η σημασία του δυνάμει και ενεργεία)!

Για το συμβεβηκός (ο Αριστοτέλης) έχει να μας πει σπουδαία πράγματα όμως και ας τα ακούσουμε με συντομία! Μεταφυσική Ε2, 1026b : «Για το συμβεβηκός δεν υπάρχει καμία θεωρία. Διότι καμία επιστήμη, ούτε πρακτική, ούτε ποιητική, ούτε θεωρητική, δεν ενδιαφέρεται γι' αυτό. Γιατί όποιος φτιάχνει σπίτι, δεν φτιάχνει και τα συμβεβηκότα που εμφανίζονται όταν το σπίτι γίνει. Γιατί αυτά είναι άπειρα. Γιατί τίποτε δεν εμποδίζει να είναι το σπίτι σ' αυτούς ευχάριστο, στους άλλους βλαβερό, στους άλλους ωφέλιμο, δηλαδή να είναι διαφορετικό από κάθε άλλο πράγμα. Από αυτά τα συμβεβηκότα η οικοδομική δεν είναι αρμόδια στην κατασκευή τους. Γι' αυτό ο Πλάτων, σωστά, τοποθέτησε την σοφιστική στην περιοχή του μη-όντος. Διότι όλων των σοφιστών οι προτάσεις ασχολούνται με το συμβεβηκός (σήμερα ονομάζεται ψυχολογία), αν είναι δηλαδή το αυτό ή έτερο το μουσικό και το γραμματικό και ο μουσικός Κορίσκος και ο Κορίσκος. Γι' αυτό το συμβεβηκός είναι πολύ κοντά στο μη ον... »

Ποια είναι όμως η αρχή της σοφιστικής και του συμβεβηκότος; Μεταφυσική Ε2, 1026b,27 : « Ἐπεὶ οὖν ἐστὶν ἐν τοῖς οὖσι τὰ μὲν ἀεὶ ὡσαύτως ἔχοντα καὶ ἐξ ἀνάγκης, οὐ τῆς κατὰ τὸ βίαιον λεγομένης ἀλλ' ἣν λέγομεν τῷ μὴ ἐνδέχεσθαι ἄλλως, τὰ δ' ἐξ ἀνάγκης μὲν οὐκ ἔστιν οὐδ' ἀεί, ὡς δ' ἐπὶ τὸ πολύ, αὕτη ἀρχὴ καὶ αὕτη αἰτία ἐστὶ τοῦ εἶναι τὸ συμβεβηκός·» (Επειδή ανάμεσα στα όντα, μερικά την αυτή κρατούν κατάσταση εξαιτίας της αναγκαιότητος, όχι αυτής που της δίνουμε την σημασία της βιαιότητος, αλλά αυτής που σημαίνει ότι δεν μπορεί να συμβαίνει διαφορετικά, άλλα όμως δεν υπάρχουν εξαιτίας της αναγκαιότητος, ούτε πάντοτε, αλλά η ύπαρξή τους παρουσιάζει μια επαναληπτική συχνότητα, αυτό λέμε ότι είναι συμβεβηκός).

Σε τούτο το πρόβλημα είναι βυθισμένη η νεο-ορθοδοξία και η μετα-πατερική θεολογία που μας οδηγούν στον Οικουμενισμό. Διότι αρνήθηκαν την ουσία και ερμήνευσαν την ανάγκη μόνον σαν βίαιη ανάγκη! Το ίδιο πρόβλημα παρουσιάζει και ο ιστορικισμός. Και για να το λύσει στηρίζεται στην υπόθεση της εξελίξεως και του χρόνου, αναγκαζόμενος να αρνηθεί τον αιώνα σαν διάσταση, πρωταρχική, του χρόνου! Αυτά τα δύο προβλήματα ενωμένα μας δίνουν την εκκλησιολογική πλάνη του Ζηζιούλα.

Και συνεχίζουμε: Μεταφυσική Ν2, 1089α,7: «εἰ τὸ ὂν πολλαχῶς (τὸ μὲν γὰρ οὐσίαν σημαίνει, τὸ δ' ὅτι ποιόν, τὸ δ' ὅτι ποσόν, καὶ τὰς ἄλλας δὴ κατηγορίας)...» [αν το ον λέγεται με πολλές σημασίες (διότι άλλοτε σημαίνει ουσία, άλλοτε ότι είναι κάποια ποιότητα, άλλοτε ότι είναι κάποια ποσότητα και άλλοτε οι υπόλοιπες κατηγορίες)...]

Ολοκληρώνοντας όπως θα δούμε: Μεταφυσική Θ1, 1045b,27: «περὶ μὲν οὖν τοῦ πρώτως ὄντος καὶ πρὸς ὃ πᾶσαι αἱ ἄλλαι κατηγορίαι τοῦ ὄντος ἀναφέρονται εἴρηται, περὶ τῆς οὐσίας (κατὰ γὰρ τὸν τῆς οὐσίας λόγον λέγεται τἆλλα ὄντα, τό τε ποσὸν καὶ τὸ ποιὸν καὶ τἆλλα τὰ οὕτω λεγόμενα: πάντα γὰρ ἕξει τὸν τῆς οὐσίας λόγον)» [Διαπραγματευθήκαμε περί του όντος που είναι πρώτον, και στο οποίο αναφέρονται όλες οι άλλες κατηγορίες του όντος, δηλαδή περί της ουσίας. (Διότι κατά τον λόγον της ουσίας λέγονται και τα υπόλοιπα όντα. Όπως το ποσόν και το ποιόν κ.τ.λ. Διότι όλα αυτά θα αποκτήσουν τον λόγον της ουσίας)]. Είναι ιδιαιτέρως σημαντικό λοιπόν το γεγονός πως δεν γίνεται πλέον κατανοητός ο λόγος, το θεμέλιο της αρχαίας φιλοσοφίας και μεταφράζεται πλέον σαν σχέση ή σαν αναλογία!

Και για την σχέση ο Αριστοτέλης έχει να πει τα εξής: Μεταφυσική Ν1, 1088α,21: «ἔτι δὲ πρὸς ταύτῃ τῇ ἁμαρτίᾳ καὶ πρός τι ἀνάγκη εἶναι τὸ μέγα καὶ τὸ μικρὸν καὶ ὅσα τοιαῦτα·» Επιπλέον λοιπόν σ' αυτό το λάθος προστίθεται και το άλλο: το μέγα και το μικρό και όλα τα άλλα πράγματα, είναι αναγκαίως σχέσεις. Αλλά όμως η σχέση ανάμεσα στις κατηγορίες είναι εκείνη η οποία έχει την λιγότερη ουσία και την λιγότερη πραγματικότητα (ἥκιστα φύσις τις ἢ οὐσία [τῶν κατηγοριῶν] ἐστι και έπεται τοῦ ποιοῦ καὶ ποσοῦ·) Και είναι πάθος του ποσού (καὶ πάθος τι τοῦ ποσοῦ τὸ πρός τι) η σχέση.  

Διότι η σχέση δεν υπάρχει, εάν δεν υπάρχει κάτι άλλο που χρησιμεύει σαν υπόστρωμα σ' αυτή. Επιπλέον ενώ για την ουσία υπάρχει γέννησις και φθορά, (για την ποιότητα, για την ποσότητα και για τον τόπο υπάρχει η κίνηση), για την σχέση δεν υπάρχει τίποτε! Διότι η σχέση απαιτεί πάντοτε δύο όρους Χ και Υ. Αρκεί λοιπόν ένας εκ των δύο αυτών όρων να αλλάξει για να αλλάξει και η σχέση και ο όρος παρότι δεν άλλαξε καθεαυτός και παρότι ο ένας μπορεί να παρέμεινε σταθερός. Διότι η σχέση δεν είναι ύλη! Διότι η ύλη κάθε πράγματος, κάθε ουσίας, είναι εν δυνάμει αυτό του οποίου είναι ύλη και τα σχεσιακά δεν είναι ουσίες ούτε εν δυνάμει ούτε εν ενεργεία! Έτσι τα σχεσιακά δεν είναι ύλη της ουσίας. Και είναι γενικώς παρανοϊκό να πούμε πως μια σχέση είναι ύλη και στοιχείο της ουσίας, καθότι τα στοιχεία της ουσίας προηγούνται της ουσίας, ενώ οι σχέσεις όχι μόνον έπονται της ουσίας, αλλά έπονται ακόμη και του ποσοῦ και του ποιοῦ!

Ας σκεφτούμε λοιπόν σ' αυτό το σημείο όλα τα ανούσια δόγματα που εισήγαγαν στην θεολογία μας, περί σχέσεων των προσώπων της Αγίας Τριάδος, οι Ζηζιούλας και Γιανναράς και τα οποία επαναλαμβάνει τελευταίως ο κ. Κλιματσάκης.

Υπάρχει ζουμερή συνέχεια στην συνέχεια!

Αμέθυστος