Συνέχεια από Σάββατο 10. Οκτωβρίου 2026

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης
.....Το να νομίζουμε ότι είμαστε κάτι σπουδαίο, αυτό ονομάζεται οίηση, η οποία είναι ένα πάθος, που γεννιέται μεν από την φιλαυτία, γεννά δε αυτό πάλι και γίνεται ρίζα και αρχή και αιτία όλων των άλλων παθών. Είναι δε, τόσο λεπτό και κρυφό πάθος είναι η οίηση αυτή, σε τρόπο πού, για την πολλή λεπτότητα του, ούτε το αισθάνονται καθόλου εκείνοι που το έχουν. Όσο όμως λεπτό και κρυφό είναι, τόσο είναι και μεγάλο κακό. Γιατί, την πρώτη εκείνη πόρτα του νου, από την οποία πρόκειται να μπει η χάρη του Θεού και να κατοικήσει στον άνθρωπο, αυτό το καταραμένο πάθος στέκεται και την κλείνει και δεν αφήνει την χάρη να εισέλθει. Η οποία δίκαια αναχωρεί. Γιατί πως μπορεί να έρθει η χάρη να φωτίσει ή να βοηθήσει τον άνθρωπο εκείνο, που νομίζει πως είναι κάτι μεγάλο; πως είναι σοφός; και πως δεν έχει ανάγκη από άλλον για βοήθεια; Ο Κύριος να μας λυτρώσει από τέτοιο εωσφορικό πάθος και αρρώστια. Αυτούς που έχουν το πάθος αυτό της οίησης· ταλανίζει ο Θεός με τον προφήτη, λέγοντας· «Αλοίμονο σ’ εκείνους που νομίζουν ότι είναι σοφοί και πιστεύουν για τον εαυτό τους, ότι τα ξέρουν όλα» (Ήσ. 5,21). Και ο Απόστολος μας παραγγέλνει αυτό· «Μην φαντάζεστε ότι είσθε σοφοί» (Ρωμ. 12,16)· και ο Σολομώντας «Μη νομίζεις σοφό τον εαυτό σου» (Παρ. 3,7).....
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ´. Περί της ελπίδας και πεποίθησης στον Θεό.
Αν και είναι τόσο αναγκαίο σε αυτό τον πόλεμο, το να μην εμπιστευόμαστε τον εαυτόν μας, όπως είπαμε· παρόλα αυτά, εάν απελπισθούμε μόνο, δηλαδή, εάν αποβάλουμε, μόνον κάθε πεποίθηση του εαυτού μας, βέβαια, ή θα τραπούμε σε φυγή, ή θα νικηθούμε, και θα κυριευθούμε από τους εχθρούς.
Γι’ αυτό, κοντά στη τέλεια απάρνηση του εαυτού μας, χρειάζεται ακόμη και η πλήρης ελπίδα και πεποίθηση στον Θεό, ελπίζοντας δηλαδή από αυτόν μόνο κάθε καλόν και κάθε βοήθεια και νίκη. Γιατί, καθώς από τον εαυτό μας, όπου είμαστε το τίποτα, τίποτα άλλο δεν περιμένουμε, παρά γκρεμίσματα και πτώσεις, για τα οποία και πρέπει να έχουμε απελπισία στον εαυτό μας τελείως, κατά αυτό τον τρόπο δε, θα απολαύσουμε οπωσδήποτε από τον Θεόν κάθε νίκη, αμέσως μόλις οπλίσουμε την καρδιά μας με μίαν ζωντανή ελπίδα σε αυτόν, ότι θα λάβουμε την βοήθεια του σύμφωνα με εκείνο το ψαλμικό «σ’ αυτόν έλπισε η καρδιά μου και βοηθήθηκα» (Ψαλμ. κζ΄. 9).
Αυτή την ελπίδα, μαζί και βοήθεια, μπορούμε να πετύχουμε για τέσσερις λόγους:
Α΄. Γιατί την ζητάμε από ένα Θεό, ο οποίος με το να είναι Παντοδύναμος, ότι θέλει μπορεί να το κάνει και στη συνέχεια μπορεί να βοηθήσει και μας.
Β΄. Γιατί, την ζητάμε από ένα Θεό ο οποίος, όντας άπειρα σοφός, όλα, τα πάντα γνωρίζει με άκρα τελειότητα, και επομένως γνωρίζει όλο εκείνο που ταιριάζει στη σωτηρία μας.
Γ΄. Γιατί ζητάμε αυτή την βοήθεια, από ένα Θεό, ο οποίος, για να είναι απείρως αγαθός, με μία άρρητη αγάπη και θέληση, στέκεται πάντα έτοιμος για να δώσει από ώρα σε ώρα, και από στιγμή σε στιγμή, όλη τη βοήθεια που μας χρειάζεται, για την πνευματική και ολοκληρωτική νίκη του εαυτού μας, αμέσως όταν τρέξουμε στην αγκαλιά του με βέβαιη ελπίδα.
Και πως είναι δυνατόν, ο καλός εκείνος Ποιμένας μας, που έτρεχε τριαντατρία χρόνια αναζητώντας το χαμένο πρόβατο, με τόσο δυνατές φωνές, που βράχνιασε ο λάρυγγας, που περπάτησε δρόμο τόσο κοπιαστικό και ακανθώδη, που έχυσε όλο του το αίμα και έδωσε τη ζωή, πως είναι δυνατόν, λέω, τώρα που αυτό το πρόβατο ακολουθεί πίσω του, και με επιθυμία φωνάζει, και τον παρακαλεί, να μη γυρίσει σε αυτό τους οφθαλμούς του; πως μπορεί να μην το ακούσει; και να μην το βάλει στους θείους του ώμους, κάνοντας γιορτή με όλους τους Αγγέλους του ουρανού; Και αν ο Θεός μας δεν παύει από το να γυρεύει με μεγάλη επιμέλεια και αγάπη, να βρει κατά την ευαγγελική [παραβολή, τη χαμένη] δραχμή, τον τυφλό και κωφό αμαρτωλό, πως γίνεται τώρα να εγκαταλείψει αυτόν, που σαν χαμένο πρόβατο, φωνάζει και καλεί τον δικό του Ποιμένα; Και ποιος θα πιστέψει ποτέ, πως ο Θεός, που χτυπάει πάντα την καρδιά του ανθρώπου, επιθυμώντας να μπει μέσα και να δειπνήσει, σύμφωνα με την ιερή Αποκάλυψη (1), κοινωνώντας σε αυτόν τα χαρίσματά του, πως, όταν του ανοίγει την καρδιά ο άνθρωπος και τον προσκαλεί, αυτός να κάνει εκουσίως τον κωφό και να μη θέλει να μπει;
Ο Δ΄. τρόπος για ν’ αποκτήσει κάποιος αυτήν την ελπίδα και βοήθεια στον Θεό, είναι το να τρέξει με την μνήμη του στην αλήθεια των θείων Γραφών, οι οποίες, σε τόσα μέρη μας δείχνουν φανερά, ότι δεν έμεινε ποτέ ντροπιασμένος και αβοήθητος, όποιος έλπισε στον Θεό. «Κοιτάξτε τις αρχαίες γενεές και στοχασθείτε· ποιος εμπιστεύθηκε στον Κύριο και καταντροπιάσθηκε;» (Σειράχ β΄. 9) (2).
Με τα τέσσερα λοιπόν αυτά όπλα οπλίσου, αδελφέ μου, και άρχισε το έργο, και πολέμησε για να νικήσεις. Και βέβαια από αυτά θα αποκτήσεις, όχι μόνον την τέλεια ελπίδα στον Θεό, αλλά και την τέλεια απελπισία στον εαυτό σου. Για την οποία απελπισία δεν παραλείπω να σου υπενθυμίσω και σε αυτό το κεφάλαιο, ότι έχεις πολλή ανάγκη από την γνώση της, επειδή, στον άνθρωπο είναι τόσο πολλή προσκολλημένη η υπόληψη του εαυτού του, ότι είναι κάτι τι, και τόσο λεπτή, που σχεδόν πάντα ζει κρυφά μέσα στην καρδιά μας, αν και μας φαίνεται πως έχουμε την απελπισία στον εαυτό μας και την ελπίδα στον Θεό.
Οπότε, για να φεύγεις εσύ, όσο μπορείς, αυτή την μάταιη υπόληψη, και να εργάζεσαι με την απελπισία του εαυτού σου και με την ελπίδα στον Θεό, είναι ανάγκη να προπορεύεται η σκέψη της αδυναμίας σου, πιο πριν από την σκέψη της παντοδυναμίας του Θεού, και πάλι αυτές οι δύο μαζί να προπορεύονται πριν από κάθε μας πράξη.
Σημειώσεις
(1) Τα λόγια της Αποκαλύψεως είναι αυτά: «Νά, στέκομαι μπροστά στην πόρτα και κτυπώ. Εάν κάποιος ακούσει την φωνή μου και ανοίξει την πόρτα, θα μπω στο σπίτι του και θα δειπνήσω μαζί του κι αυτός μαζί μου» (γ΄. 20).
(2) Για αυτό και ο βασιλεύς Αύγαρος, αφού αναστήλωσε την αχειροποίητη εικόνα του Κυρίου μας, επάνω στην Πόρτα της πόλης της Έδεσσας, έγραψε και αυτά τα λόγια σε αυτή: «Χριστέ ο Θεός, ο εις σε ελπίζων, ουκ αποτυγχάνει ποτέ» (από τον Συναξαριστή της ις’ του Αυγούστου).
(1) Τα λόγια της Αποκαλύψεως είναι αυτά: «Νά, στέκομαι μπροστά στην πόρτα και κτυπώ. Εάν κάποιος ακούσει την φωνή μου και ανοίξει την πόρτα, θα μπω στο σπίτι του και θα δειπνήσω μαζί του κι αυτός μαζί μου» (γ΄. 20).
(2) Για αυτό και ο βασιλεύς Αύγαρος, αφού αναστήλωσε την αχειροποίητη εικόνα του Κυρίου μας, επάνω στην Πόρτα της πόλης της Έδεσσας, έγραψε και αυτά τα λόγια σε αυτή: «Χριστέ ο Θεός, ο εις σε ελπίζων, ουκ αποτυγχάνει ποτέ» (από τον Συναξαριστή της ις’ του Αυγούστου).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου