Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ - Αγ. Γρηγόριος Παλαμάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 24 Μαΐου 2020

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ (23)

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

ΠΡΟΣ ΤΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΕΙΩΣ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ


Συνέχεια από: Σάββατο, 23 Μαΐου 2020

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23
Σύνοψις των δυσσεβημάτων του Ακίνδυνου, αν και όχι όλων, σε σχήμα επιλόγου· και περί της μεγαλαυχίας του για το εύφημο του ονοματός του

105. Εσύ όμως παρά την άγνοιά σου υποθέτεις ότι αυτά τα πράγματα εισάγουν μερισμό στη θεία φύσιν. Αν και πολλές φορές άκουσες από εμάς την αλήθεια και ενώπιον πολλών μαρτύρων συμφώνησες με αυτήν, ώστε και με ιδιόχειρα γράμματα να επιβεβαιώσεις φανερά την ακριβή συμφωνία των άγιων και ημών. Έπειτα από αυτό επιάσθηκες πάλι ο ίδιος, ώστε να υποστείς ακόμη και διασυρμό συνοδικού θριάμβου (Αύγουστος του 1341)· και μολονότι εντροπιάσθηκες δημοσία, πάλι από εθελοκακία, προσπαθείς να μας διαβάλλεις προς τους αφελεστέρους, με ποικίλα σοφίσματα και ψεύδη παραπλανώντας όσους μπορείς, με την αποτελεσματική σύμπραξη σε τούτα τα έργα σου της εμφύλιας στάσεως.

Ενθαρρυμένος από την εμφύλια στάση παραδίδεις την πονηριά σου και σε γραφή, στην οποία τέμνοντας νέα οδό θεολογίας δογματίζεις την θεότητα τού Θεού κτιστή και άκτιστη, αναιρείς τη διαφορά της θείας ουσίας και ενεργείας, λέγεις ότι ο Θεός είναι μόνο σε ουσία χωρίς ενέργεια, διατείνεσαι ότι πλην της θείας ουσίας κάθε άλλο θείο και νοούμενο γύρω από αυτήν είναι κτιστό, διισχυρίζεσαι ότι τα πάντα μετέχουν της ουσίας του Θεού, θεωρείς μόνο τον Υιό και το Πνεύμα άκτιστη ενέργεια και ουσία του Πατρός, όλες δε τις κοινές δυνάμεις και ενέργειες του Πατρός και τού Υιού και του άγιου Πνεύματος κτιστές, ονομάζεις κτιστές ουσίες και υποστάσεις όλα τα γύρω από τον θεό ουσιωδώς θεωρούμενα, κτισμένες πριν από τους αγγέλους στον αιώνα και θεωρούμενες γύρω από τον Θεό, και με όλα αυτά τα πράγματα διενεργείς κατάτμηση (κατατομήν) και μερισμό της θεότητος, σύγχυσιν και συμφυρμό και φαίνεσαι και φρονείς καθαρότατα ότι ο Θεός ο ίδιος είναι από τον εαυτό του, όχι κατά το αίτιο και αιτιατό, αλλά κατά τη φύσιν, μεγαλύτερος και μικρότερος, υφειμένος και υπερκείμενος, μάλλον δε καλύτερος και χειρότερος, κτίστης και κτίσμα ο ίδιος, αλλοίμονο στην αφροσύνη!

106. Αλλ’ ο Ακίνδυνος, που εκινδύνευσε να περιπέσει σε τόσο μεγάλο κίνδυνο ασεβείας, όπως διά πολλών λόγων και πολλές φορές αποδείξαμε και θ’ αποδείξουμε από τα συγγράμματά του, μεγαλοφρονεί και για το εύφημο του ονόματος του, όπως νομίζει, και είναι φανερό ότι καμαρώνει και προσπαθεί και με αυτό να παραπλανήσει τους ακροατές, λέγοντας ότι αυτές οι γνώμες είναι της «ακίνδυνου» διανοίας, σαν να μην ήταν δυσσεβής ο ονομαζόμενος Ευσέβιος ή δυστυχής ως προς τον σεβασμό ο Ευτυχής και κακόδοξος ο Ευδόξιος και συγγραφεύς των παρανομωτάτων δογμάτων ο Ευνόμιος, αν και αυτός τούτο το όνομα δεν το έχει παρμένο από τους πατέρες του. Διότι το όνομα που του άρμοζε από εκεί, την οικογένειά του, το παιδί τους το εκράτησε εδώ ανήκουστο, με τη σκέψιν ότι δεν ταιριάζει στην πρόσφατη αποκτημένη σεμνότητα· εκείνο δε που είχε επίκτητο μαζί και ιδιαίτερο, παίρνοντάς το μόνος του, για να κρύψει, όπως φαίνεται, και την προηγουμένη τύχη και τα τωρινά πονηρά δόγματα και συγγράμματα, το χρησιμοποιεί ως όνομά του μ’ ευχαρίστηση τώρα, ενώ άφησε κατά μέρος το μοναχικό του όνομα, με το oποίο κατά το έθος άλλαξε το όνομά του στην κουρά (το πατρικό όνομα του Ακινδύνου δεν ήταν αυτό, αλλ’ άλλο, το οποίο αυτός απέκρυπτε, χωρίς να χρησιμοποιεί ούτε το μοναχικό του όνομα Γρηγόριος), καλώς κάνοντας σ’ αυτό, αν και όχι με δίκαιη προαίρεση· διότι, αφού πολεμεί τους μοναχούς και την κοινή τους ελπίδα, δεν ήταν σωστό να κοινωνεί με αυτούς ούτε κατά το όνομα.


Αλλ’ αυτός μεν δέχεται ότι είναι γνώρισμα «ακινδύνου» διανοίας το να προσπαθεί και να σπεύδει με κάθε τρόπο να καταστήσει αφανή τη φανέρωσιν του Θεού, την οποία ο ίδιος ο Θεός ευδόκησε να τελέσει και δια της οποίας, όπως λέγει ο πολύς στα θεία Μάξιμος, εκπαιδευόμαστε σε κάθε είδος ορθής θεολογίας και στους πνευματικούς λόγους των μυστηρίων. Εμείς πάντως, με βάση αυτούς τους πνευματικούς λόγους στους οποίους εκπαιδευτήκαμε, θα εξελέγξουμε και την επόμενη προσβολή και κακόνοια, εξ αιτίας της οποίας ο Ακίνδυνος έγινε πολυκίνδυνος.


ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΥ ΛΟΓΟΥ 

Σάββατο 23 Μαΐου 2020

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ (22)

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

ΠΡΟΣ ΤΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΕΙΩΣ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ


Συνέχεια από: Δευτέρα, 27 Απριλίου 2020

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22
Παραπέρα απόδειξις ότι δεν μπορεί να είναι αλλοιώς σε μια θεότητα ο Θεός παρά μόνο όπως διδάσκει ο Παλαμάς ακολουθώντας τους Πατέρες· όπου υπάρχει και λύσις (διασάφηση) μερικών αντιθέσεων

102. Εμπρός λοιπόν να μυηθείς τώρα ακουσίως και να αποκτήσεις όλη την αλήθεια, αποβαλλόμενος όλες τις ψευδείς δοξασίες. Ένας Θεός ομολογείται και προσκυνείται από εμάς, αλλά τρισυπόστατος, ενεργής φυσικώς και παντοδύναμος. Καθ’ όσο λοιπόν τον θεωρούμε ένα ως μίαν έχοντα φύσιν, τον δεχόμαστε και τον προσκυνούμε και τον σεβόμαστε ένα· διότι, αφού η φύσις είναι απλή και αμέριστη εντελώς, πώς θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει διπλόη στον Θεό; Καθ’ όσο δε η μία φύσις είναι τρισυπόστατη, καθώς επίσης ενεργής και παντοδύναμη, ως τρισυπόστατη έχει διάφορες τις υποστάσεις, ως ενεργής δε και παντοδύναμη έχει διάφορες τις φυσικές δυνάμεις και ενέργειες, αδιαιρέτως διαιρουμένη, ενώ η ευσεβής διάκρισις γνωρίζει τη διαφορά, αλλά δεν διαχωρίζει τα ηνωμένα σε μία και αδιάρρηκτη συμφυΐα.

103. Αλλά οι επινοητικώτατοι από όλους σε μάταιες ενστάσεις λέγουν, «από το ότι δύναται τα πάντα είναι παντοδύναμος, όχι από το ότι έχει δυνάμεις· και από το ενεργείν είναι ενεργής, όχι από το ότι κατέχει ενέργειες». Επομένως, ω σοφοί, και από το ότι υφίσταται τρισσώς είναι τρισυπόστατη, αλλ’ όχι από το ότι έχει τρεις υποστάσεις, μολονότι, αν αυτά ήταν κατ’ αυτόν τον τρόπο, το πάντα δύνασθαι και το διαφόρως (διαφορετικά) ενεργείν δεν θα διέφερε λιγότερο από το κατ’ ουσίαν ενιαίο του Θεού, και προσίσταται (τοποθετείται δίπλα) κατά τον ίσον τρόπον προς εκείνους που λέγουν ότι το θειο υφίσταται σε ουσία μόνο.  Αλλά βέβαια, όπως σαν τρισυπόστατος έχει τρεις προσκυνητές υποστάσεις, έτσι και σαν ενεργής έχει θείες ενέργειες, και σαν παντοδύναμος έχει όλες τις δυνάμεις. Γι’ αυτό o μέγας Διονύσιος στο όγδοο κεφάλαιο των Θεωνυμιών λέγει, «δύναμις λέγεται ο Θεός διότι έχει από πριν (προέχων) και έχει με το παραπάνω (υπερέχων) κάθε δύναμιν μέσα του (εν εαυτώ)». Και ο μέγας Αθανάσιος γράφοντας κατά Ελλήνων λέγει, «ο παντοδύναμος και παντέλειος άγιος Λόγος του Πατρός, αφού επέβηκε στα πάντα και εφάπλωσε παντού τις δυνάμεις του, συνέχει και συσφίγγει στον εαυτό του όλα, τόσο τα φαινόμενα όσο και τα αόρατα»· και πάλι, «μόνο ο Υιός είναι απαράλλακτη εικόνα τού Πατρός· ποιός λοιπόν θα μπορούσε να μετρήσει τον Πατέρα, για να εύρει τις δυνάμεις και του Λόγου τούτου;». Ο πολύς στα θεία Μάξιμος πάλι λέγει, «δεν υφίσταται ενεργείν χωρίς ενέργεια, όπως δεν υφίσταται υπάρχειν χωρίς ύπαρξι».

104. Αλλά οι περιττοί (πολυπράγμονες) στα σοφιστικά λέγουν πάλι, «ενεργείται και η ενέργεια, επομένως δεν θα ενεργηθεί χωρίς ενέργεια· κι’ αυτή πάλι ομοίως και πριν από αυτήν μία άλλη και τούτο επ’ άπειρο». Τί κούφιες φλυαρίες! Πράγματι αυτοί, όπως είπα και πρωτύτερα, εύκολα θα επισώρευαν για τους εαυτούς τους και λόγους άπειρους και βουλές και γραφές, ή μάλλον, το παραδοξότερο, αυτή τη μία τους γραφή και βουλή και τον ένα λόγο θα ειπούν ότι είναι άπειροι· διότι κανένα από τα λεγόμενα πράγματι δεν θα μπορούσε να λεχθεί χωρίς λόγο. Ισχυριζόμαστε δε ότι και ο ίδιος ο λόγος λέγεται, όχι όμως κατά τον ίδιο τρόπο, ω σοφώτατοι. Βουλευόμαστε για κάτι και βουλευόμαστε βουλή, αλλά δεν είναι ούτε σ’ αυτά ο ίδιος τρόπος. Αυτός μεν που λέγει και αυτός που βουλεύεται έχουν προς τον λόγο και προς την βουλή τη σχέσιν που έχει ο κινούμενος προς την έμφυτη κίνησιν, το δε πράγμα περί του οποίου λέγει ή βουλεύεται κάποιος δεν είναι τίποτα από αυτά, διότι είναι διάφορο (έτερον) από τη βουλή και το λόγο, καθώς και από τον λέγοντα και τον βουλευόμενο• και στη γραφή το ίδιο, όποια γραφή ειπεί κανείς. Τούτο λοιπόν θα παρατηρήσεις και επί της ενεργείας, αν εξετάσεις με προσοχή (με νου).

Αλλά βέβαια, επειδή o Θεός έχει διάφορες υποστάσεις και πολλές δυνάμεις και ενέργειες, αν δεν είναι ένα το αίτιο σ’ αυτές, οι αρχές της θεότητος θα είναι πολλές και διάφορες, πράγμα που είναι γνώρισμα μάλλον των ελληνικών μύθων παρά των ευσεβών φρονημάτων. Στο δε αίτιο πού υπάρχει σ’ αυτές ακολουθεί αναγκαίως και το αιτιατό που είναι σ’ αυτές· και στο αιτιατό και στο αίτιο ακολουθούν τα προειρημένα ολίγο παραπάνω και όλα τα παραπλήσια με τούτα. Ο Υιός λοιπόν και το Πνεύμα είναι εκ του Πατρός. Κι’ αφού έχουν τούτον ως αίτιον, σαν αίτιον, και άλλον (έτερον) και μεγαλύτερον (μείζονα) έχουν εαυτών· σαν δε και διαφόρως αίτιον, κατά τούτο και διαφέρουν μεταξύ τους κατά τις υποστάσεις και επιδέχονται διαφορετική δήλωσιν των υποστατικών ιδιοτήτων από τους ευσεβείς θεολόγους. Ο Υιός λοιπόν και το Πνεύμα είναι εκ του Πατρός, οι δε δυνάμεις και ενέργειες εκ της μίας τρισυποστάτου φύσεως· «και διότι δεν είναι η ουσία εκ της σοφίας, αλλά η σοφία εκ της ουσίας»· λέγει ο Χρυσόστομος θεολόγος, «δεν είναι η ουσία από την ενέργεια, αλλά η ενέργεια από την ουσία»· και πάλι, «ανέκφραστη είναι η θεία δύναμις, πόσο περισσότερο η φύσις από την οποία προέρχεται η δύναμις» . Επειδή λοιπόν είναι εκ της φύσεως, κατ’ ανάγκην έχουν και τη φύσιν αιτία· αν δε έχουν αιτία, έχουν και κάτι άλλο κατά τούτο υπερκείμενο εαυτών, ποικίλλονται και μερίζονται διαφόρως μετεχόμενες από τον καθένα αναλόγως κατά τούς αληθινούς θεολόγους· διότι κατά τον βαπτιστή μόνο ο Χριστός δεν επήρε με μέτρο την ενέργεια του Πνεύματος.

Συνεχίζεται

Αμέθυστος

Δευτέρα 27 Απριλίου 2020

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ (21)

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

ΠΡΟΣ ΤΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΕΙΩΣ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21
Κι' άλλη απόδειξις ότι ο Ακίνδυνος λέγει πολυθέους και νεωτεριστές θεολόγους τους ίδιους τούς αγίους, διότι διδάσκουν ότι το θείο κατ' ουσίαν είναι ανώτερο και υψηλότερο από την παραπάνω αναφερομένη άκτιστη κληρονομίαν.

95. Ο Ακίνδυνος όμως, τί δυσσεβής και αλλόκοτη τόλμη, παραθέτοντας κι’ αυτήν την δεσποτική φωνή, «έλθετε οι ευλογημένου τού Πατρός μου, κληρονομήσατε την ετοιμασμένη για σάς βασιλεία από την καταβολή τού κόσμου», έπειτα προσθέτει πάλι, γράφοντας· «αν αυτά τα μέλλοντα κι’ αυτή η κληρονομία τών αγίων είναι άκτιστη, φρονείς και δογματίζεις ενάντια στους άγιους και πολυθέους, ω καινή θεολογία». Πράγματι η ασέβεια είναι εφευρέτης κακών και είναι πολύ τολμηρό πράγμα η εμπιστοσύνη σ’ αυτήν. Διότι ο ταλαίπωρος χαρακτηρίζει κτιστή την ίδια τη βασιλεία τού Θεού και καλεί καθαρά καινοφωνία αυτούς που την θεωρούν άκτιστη και διατείνεται ότι είναι πολύθεοι, τον εαυτό του δε και τη συμμορία του αποκαλεί άγιους και παλαιόφρονες θεολόγους, προς τους όποιους φρονούν και θεολογούν αντιθέτως οι Παύλος, Διονύσιος, Αθανάσιος, Γρηγόριος, και όλοι οι εξέχοντες και κορυφαίοι του χορού των αγίων και ο ίδιος ο των άγιων Θεός.

96. Και αλήθεια αυτά τα πράγματα δεν τα προφέρομε τώρα πρώτοι εμείς, άλλα μερικά από αυτά τα αναφέραμε προηγουμένως χωρίς να προσθέσουμε τίποτε δικό μας και χωρίς να απευθυνόμαστε προς αυτόν. Τότε αυτός (ο Ακίνδυνος) ήλθε αυτόκλητος (αυτεπάγγελτος) για να υπερασπισθεί τη δυσσέβεια του Βαρλαάμ, και προέβαλε τέτοιες αντιρρήσεις, υποκρινόμενος ότι τις προβάλλει εναντίον μας, εναντίον της ίδιας της βασιλείας του Θεού και εξυβρίζοντας τους αγίους του Θεού υπερβολικώς. Επειδή δε συμπεριελάβαμε κι εκείνα τα λόγια των αγίων, ότι «αν η ενέργεια του Θεού είναι αμέτρητη πολύ περισσότερο η ουσία» και «αν η σοφία είναι ακατάληπτη πόσο περισσότερο η φύσις;» και «αν τα κρίματά του δεν μπορούν να εξερευνηθούν κι’ οι δρόμοι δεν εξιχνιάζονται και η επαγγελία των αγαθών ευρίσκεται επάνω από κάθε αντίληψη των στοχασμών, πόσο περισσότερο ανώτερο και υψηλότερο είναι το ίδιο το θείο από τα γύρω από αυτό απαντώμενα κατά το άφραστο και άπροσπέλαστο;» (Γρ. Νύσσης). Αφού εμείς προεβάλαμε τούτα μαζί με τα προηγούμενα, πάλι λέγει ο ίδιος πολυκίνδυνος, «αν το θείο είναι ανώτερο και υψηλότερο από αυτήν την κληρονομία των αγίων που είναι άκτιστη, τότε ο ίδιος ο Θεός είναι υψηλότερος εαυτού· και τί θα μπορούσε κανείς να ειπεί ασεβέστερο απ’ αυτό;» (Περί θείων ενεργειών: παράγραφοι 28-30).

97. Και όμως ο άγιος (Γρ. Νύσσης) λέγει εδώ ότι η κληρονομία των αγίων, από την οποία εθεολόγησε ότι το θείο είναι υψηλότερο, υπέρκειται κάθε εικασίας στοχασμών. Ο ίδιος είπε προηγουμένως ότι αυτή είναι το υπερκείμενο του παντός. Αλλά την συνέταξε εδώ μαζί με τους ανεξιχνίαστους δρόμους του Θεού -υπάρχει λοιπόν κανένα κτίσμα ανεξιχνίαστο;- αλλά και με τα ανεξερεύνητα κρίματα, δηλαδή με τους θείους προορισμούς και τα θεία βουλήματα, αλλά όχι με τα κριθέντα και βουληθέντα. Δεν εθεολόγησε λοιπόν ότι «το θείο κατά το άφραστο και απροσπέλαστο είναι ανώτερο και υψηλότερο» από τα υστερογενή αυτά πράγματα, αλλά από εκείνα τα προαιώνια, έχοντας φρονήματα αδελφά με τον αδελφό (Μ. Βασίλειο), ο οποίος ομιλώντας περί των προαιωνίων ενεργειών λέγει ότι «κι αν σκεφτείς κάτι πέρα (επέκεινα) από τους αιώνες, και τούτο είναι κατώτερο του Πνεύματος». Αποφαίνεται φανερά ότι οι άκτιστες ενέργειες του Πνεύματος είναι κατώτερες του Πνεύματος, δηλαδή της ουσίας του Πνεύματος.

98. O δε Ακίνδυνος με το όνομα «Θεός» παραπλανά σοφιστικά τους απλούστερους. Αλλά και ο ίδιος ο θειος Γρηγόριος Νύσσης, ο οποίος εδώ εχαρακτήρισε το θείο ως ανώτερο και υψηλότερο από τα γύρω από αυτό απαντώμενα, στους ίδιους λόγους Προς Ευνόμιον λέγει «κάθε τι πού νοείται γύρω από τον θεό, ήταν πριν από τη σύστασιν του κόσμου, αλλά λέγομε ότι τούτα ονομάζονται μετά τη γένεση τού ονομάζοντος». Όσα λοιπόν είναι γύρω από τον θεό πριν από όλον τον κόσμο, ανάμεσα στα οποία είναι και η επαγγελία των αγαθών πού υπέρκειται κάθε εικασία στοχασμών και οι ανεξιχνίαστοι δρόμοι και τα ανεξερεύνητα κρίματα, και με λίγα λόγια η υπέρσοφη πρόνοια του θεού, πώς θα ήσαν κτίσματα;

99. Και λοιπόν, αν αυτήν την άφραστη και απερινόητη επαγγελία και κληρονομία των αγαθών, της οποίας ο σοφός στα θεία Γρηγόριος είπε ότι το θείο είναι ανώτερο και υψηλότερο· αν αυτήν εμείς όχι εκείνος πάλι την έλεγε το υπερκείμενο του παντός και την συγκαταριθμούσε μαζί με τα προαιώνια, θα έκαμες εναντίον μας κατάχρηση της λοίδωρης γλώσσας σου και για τούτο, αν δεν μπορούσαμε ν’ αποδείξουμε και να παραστήσουμε από άλλους άγιους ότι, «αυτά που οφθαλμός δεν είδε και αυτί δεν άκουσε, που δεν ανέβηκαν σε καρδιά ανθρώπου, αυτά που ετοίμασε ο Θεός για όσους τον αγαπούν» δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο ίδιος ο Θεός που τότε γίνεται κατά χάριν τα πάντα σε όλους. Αν δε αυτός ο ίδιος ο θειος Γρηγόριος Νύσσης, από συμφώνου με το χορό όλων των θεηγόρων θεολογεί με αυτόν τον τρόπο, σαφώς εσύ εκείνον τον ίδιο μαζί με όλους εκείνους (ας είναι ίλεως σ’ εμάς που και τα δικά σου λόγια εναντίον εκείνων τα προφέρομε με τη γλώσσα, διότι εμείς ομιλούμε υπέρ εκείνων)· εσύ λοιπόν αποκαλείς εκείνους φανερά πολυθέους και νεωτεριστές (καινούς) θεολόγους και αντικειμένους προς τους άγιους, δεν γνωρίζω ποιους, ασεβέστατους και στοπωτάτους, αφού τάχα λέγουν τον Θεό υψηλότερο εαυτού, μεγαλύτερο και μικρότερο, υφειμένο και υπερκείμενο, υποβιβάζοντας αυτόν σε κτίσμα και δεχομένους τα κτίσματα ως Θεόν.

100. Νομίζω μάλιστα ότι θα μπορούσες εύκολα ν’ αποδείξεις και καθεμιά από τις προσκυνητές και θείες υποστάσεις σύνθετη από τέτοια στοιχεία, θέτοντας την ίδια μεγαλύτερη και μικρότερη εαυτής, πρώτη και δευτερεύουσα, αξιολογότερη και κατώτερη. Κατά τον πολύ στα θεία Κύριλλο, «ο Θεός και Πατήρ κατά τη φύσι, υπάρχων, Πατήρ μεν του Υιού, Θεός δε δικός μας, πρώτα είναι Πατήρ κι’ έπειτα Θεός, έστω κι’ αν συγχρόνως και συνημμένως» κι’ εκείνος που τον καλεί Πατέρα «του απονέμει το μεγαλύτερο και όχι το μικρότερο». Γι’ αυτό λέγει και περί του Αρείου και του Ευνομίου και των έπειτα από αυτούς, «αν οι χριστομάχοι νομίζουν ότι χαρίζουν κάτι μεγάλο στο Θεό, που δεν τον ομολογούν Πατέρα από την αρχή, αλλά δέχονται ότι είναι Θεός, ας ακούσουν ότι υβρίζουν, αφού αποστερούν τη θεία φύσιν από ένα αξιολογότερο πράγμα· διότι ο όρος Θεός δηλώνει σχέσιν ως προς τα δούλα, ο όρος Πατήρ ως προς τον Υιό· αποδίδουν λοιπόν στο Θεό τη σχέσιν προς τα δούλα αποστερώντας τον το μεγαλύτερο». Αλλά και ο Υιός, μαζί με το ότι είναι και Υιός και Θεός, έχει και τη γνώσιν του παντός και τη γνώσιν του Πατρός, η οποία κατά τους θεοφόρους είναι ανώτερη από εκείνην ως κατώτερη, όπως προαποδείξαμε στο δεύτερο λόγο. Γι’ αυτό κι’ εκείνος που έκαμε τη σύνοψιν της ευαγγελικής διασαφήσεως, ενώ ο Κύριος είπε ότι «ούτε τον Πατέρα επιγινώσκει κανείς εκτός από τον Υιό», αυτό ερμηνεύοντας επιφέρει, «το μεγαλύτερο λέγει, διότι δεν είναι θαυμαστό αν είμαι δεσπότης όλων, αφού έχω και το ανώτερο, το να γνωρίζω τον Πατέρα». Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και περί του Πνεύματος· διότι αυτό δεσπόζοντας των πάντων και γνωρίζοντας τα πάντα, «ερευνά και τα βάθη του Θεού». Είναι λοιπόν έργο σου να λέγεις ότι, επειδή το καθένα τους έχει και τα μικρότερα εκ φύσεως, δηλαδή το γινώσκειν το παν και δεσπόζειν του παντός, αλλά και τα μεγαλύτερα, δηλαδή το γινώσκειν άλληλα και ενούσθαι φυσικώς προς άλληλα, το ίδιο είναι και μεγαλύτερο και μικρότερο εαυτού.

101. Εσύ όμως, που εξ αίτιας των θείων ενεργειών και των προσόντων που νοούνται γύρω στη θεία φύσιν ή γύρω στην καθεμιά από τις υποστάσεις, αϊδίως σκέπτεσαι τέτοια πράγματα και διακηρύσσεις ανοικτά, τί δεν θα μπορούσες με συνέπεια να πεις και για το τρισυπόστατο της φύσεως, όπως σημειώσαμε και προηγουμένως; Τί δηλαδή; Επειδή ο Πατήρ είναι μεγαλύτερος και αίτιος του Υιού, όπως είπε ο ίδιος ο Κύριος, και επειδή ο Υιός απεστάλη από τον Πατέρα και καθώς ακούει κρίνει, και επειδή το Πνεύμα υπόκειται στον Υιό κατά την τάξι, αφού φανερώθηκε έπειτα από αυτόν και δι’ αυτού στέλλεται και χορηγείται, όπως βεβαιώνουν οι μεγάλοι Βασίλειος και Κύριλλος, λαμβάνει από εκείνον και αναγγέλλει, και όσα ακούσει λαλεί, λέγομε ανώτερον εαυτού τον ένα Θεό και τον ίδιο πάλι διαφορετικόν εαυτού και δεύτερο, και κατώτερο και ανώτερο, αποστελλόμενο και αποστέλλοντα, διδάσκοντα εαυτόν και διδασκόμενον από τον εαυτό του; Τί λέγεις; Εσύ που με το λόγο αποτρέπεις να πολυπραγμονούμε και με όσα πάλι γράφεις συνιστάς και πιέζεις να πολυπραγμονούμε, μπορείς να μάς λύσεις την απορία τούτη; Αλλ’ αν μπορούσες, δεν θα μας κατηγορούσες γι’ αυτά τα πράγματα.
συνεχίζεται

ΓΙΑ ΤΟΥΤΗ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΩΣΟΥΜΕ ΑΙΜΑ.

Κυριακή 26 Απριλίου 2020

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ (20)

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

ΠΡΟΣ ΤΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΕΙΩΣ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20
Απόδειξη ότι τα ετοιμασμένα από τον Θεό γι’ αυτούς πού
τον αγαπούν, «τα οποία οφθαλμός δεν είδε και αυτί δεν
άκουσε, τα οποία δεν ανέβηκαν σε καρδιά ανθρώπου»,
είναι άκτιστα· και έλεγχος των ρητών του Ακίνδυνου
που τα παρουσιάζουν κτιστά

86. Ούτε θα συνέτασσες αφρόνως με τα κτίσματα όσα «ετοίμασε ο θεός γι’ αυτούς που τον αγαπούν, τα οποία οφθαλμός δεν είδε και αυτί δεν άκουσε, τα οποία δεν ανέβηκαν σε καρδιά ανθρώπου». Αν δηλαδή ο Κύριος εδώ υπόσχεται στους επιδείξαντες δια της εκτελέσεως των θείων εντολών την προς αυτόν αγάπη, σαν με αρραβώνα την παρουσία και παραμονή και εμφάνεια εαυτού και του Πατρός του, πώς η επαγγελία των μελλοντικών αγαθών, στην οποία ανήκει τούτος ο αρραβών, είναι κτίσμα, και μάλιστα ενώ τα επαγγελλόμενα κατ’ αυτήν υπερβαίνουν την αίσθησιν και τον νου, όπως δίδαξε ο του επαγγελομένου μύστης και απόστολος Παύλος αποδίδοντας τον λόγο συνοπτικά και προσθέτοντας, «σε μάς απεκάλυψε ο Θεός διά του Πνεύματός του, διότι το Πνεύμα ερευνά και τα βάθη του Θεού»; Πώς λοιπόν τα εναποκείμενα στα βάθη του Θεού, τα επάνω από κάθε αίσθησιν και κάθε νου, που είναι γνωστά μόνο στο Πνεύμα που έρευνα και τα βάθη του Θεού, που αποκαλύπτονται μόνο στους άγιους, και σ’ αυτούς μάλιστα δια του ιδίου του Πνεύματος, πώς αυτά θα μπορούσαν να είναι κτιστά;

87. «Αλλά», λέγει ο Ακίνδυνος, «λέγεται ότι και ο ίδιος ο Θεός είναι κληρονομιά των άγιων· λέγεται ότι και άλλα αγαθά απόκεινται στην απόλαυση των αγίων, που έγιναν από τον Θεό, διαφορετικά (έτερα όντα) από αυτόν, “τα oποια ετοίμασε ο θεός γι’ αυτούς που τον αγαπούν”. Να μη θεωρείς λοιπόν ούτε τον ίδιο τον Θεό διαφορετικού εαυτού και μεγαλύτερον εαυτού και μικρότερον, και υπερκείμενον και υφειμένον, ούτε τα διαφορετικά από αυτόν και από αυτόν γενόμενα ως άκτιστα και άναρχα· όποιο από τα δύο κι’ αν ειπεί κανείς, δεν αφήνει καμμιά υπερβολή ατοπίας». Και τα δύο τα θεωρεί υπερβολικά άτοπα· και το να λέγει κανείς ότι είναι άκτιστα αυτά τα ετοιμασμένα από τον Θεό για εκείνους που τον αγαπούν και το να λέγει τον Θεό υψηλότερο από αυτά, ενώ είναι άκτιστα. Κι’ εκείνους που δέχονται ένα από τα δύο θεωρεί ότι δεν τους λείπει καμμιά υπερβολή ασεβείας, πολύ περισσότερο εκείνους που δέχονται και τα δύο. Ας δούμε λοιπόν ποιοί είναι αυτοί που τα δέχονται· διότι τούτοι θα είναι εκείνοι που αυτός (ο Ακίνδυνος) θεωρεί υπερβολικότατα ασεβείς. Πρώτος λοιπόν ο θείος Παύλος λέει, «όταν υποταγούν στον Υιό τα πάντα, τότε και ο ίδιος ο Υιός θα υποταγή στον υποτάξαντα σ’ αυτόν τα πάντα, για να είναι ο Θεός τα πάντα εις όλους». Άραγε μας άφησε κάτι γι’ απόλαυση ο Παύλος πλην του Θεού; Αυτόν ακολουθώντας κατά βήμα ο Γρηγόριος θεολόγος λέγει «θα είναι δε ο Θεός τα πάντα εις όλους κατά τον καιρό της αποκαταστάσεως, όταν δεν θα είμαστε πλέον πολλά, όπως τώρα πού με τα κινήματα και τα πάθη δεν φέρουμε μέσα μας τίποτε εντελώς από τον Θεό, ή φέρουμε λίγο, αλλά θα είμαστε θεοειδείς, χωρητικοί όλου του Θεού και μόνο (του Θεού)· διότι τούτο είναι η τελείωσις προς την οποία σπεύδουμε». Αν λοιπόν είμαστε όλοι θεοειδείς και χωρητικοί μόνο του Θεού, πώς θα είναι άλλη, διαφορετική από εκείνον, η ετοιμασμένη γι’ αυτούς απόλαυσις;

88. Ο δε μέγας Αθανάσιος λέγει, «ενώ οι προφήτες λέγουν τον Κύριο κληρονομιά των άγιων, ο Παύλος τον Πνεύμα το άγιον είπε ότι είναι κληρονομιά των άγιων, “στον οποίον”, λέγει, “αφού πιστεύσατε, εσφραγισθήκατε με το άγιο Πνεύμα της επαγγελίας, που είναι αρραβώνας της κληρονομιάς μας”, όπως και o Μωυσής εσφραγίσθηκε στο πρόσωπο με το άγιο Πνεύμα, όταν έλαβε το νόμο από το Θεό, και κανένας από τους υιούς του Ισραήλ δεν μπορούσε ν’ ατενίσει σ’ αυτόν, διότι ήταν σημειωμένο σ’ αυτόν το φως του προσώπου Κυρίου, και όπως έχει γραφή στο ευαγγέλιο, “τότε οι δίκαιοι θα λάμψουν σαν o ήλιος στη βασιλεία του Πατέρα τους”». Βλέπεις ότι το απόρρητο εκείνο φως είναι η κληρονομιά των αγίων, το οποίο είναι φως του προσώπου Κυρίου, όπως υπέδειξε κι’ ο ίδιος επάνω στο όρος, με το οποίο εσημειώθη στο πρόσωπο και ο Μωυσής, κατά το οποίο θα λάμψουν και οι δίκαιοι στον μέλλοντα χρόνο; Το οποίο εσύ μεν συγκαταριθμείς με τα κτιστά, ο δε Παύλος όμως λέγει ότι είναι το άγιο Πνεύμα, οι δε προφήτες βεβαιώνουν τον Κύριον, όχι άλλον, αλλ’ αυτόν τον κατ’ αυτό λάμποντα και της κατ’ αυτό λαμπρότητας κοινωνούντα με τους άγιους.

89. Αλλ’ ας προσέλθει και τέταρτος μάρτυς για να καταθέσει τρανότερα περί τού ζητήματος τούτου· διότι, λέγει ο θείος Γρηγόριος Νύσσης, «επειδή η παρούσα ζωή ενεργεί σ' εμάς ποικίλως και πολυειδώς, υπάρχουν πολλά των οποίων μετέχομε, όπως ο χρόνος και ο αέρας και ο τόπος, το φαγητό και το ποτό και τα σκεπάσματα, ο ήλιος και το λυχνάρι και πολλά άλλα αναγκαία στο βίο, από τα οποία κανένα δεν είναι Θεός. Η δε προσδοκώμενη μακαριότης δεν χρειάζεται τίποτα από αυτά· διότι η θεία φύσις θα αντικαταστήσει για εμάς αυτά και όλα γενικώς, επιμερίζοντας εαυτήν αρμοδίως για κάθε ανάγκη της ζωής εκείνης». Ποιά λοιπόν είναι εδώ η σημασία της θείας φύσεως, το διευκρινίσαμε στον προηγούμενο λόγο.

90. Αλλ’ αν η προσδοκώμενη μακαριότης δεν στερείται κανένα από τα απαριθμημένα παραπάνω, αντί γι’ αυτά δε και αντί για όλα θα γίνει σ' εμάς η θεία φύσις, η οποία επιμερίζεται προς κάθε ανάγκη της ζωής εκείνης, πώς είναι διαφορετικά από τον θεό τα ετοιμασμένα γι’ απόλαυση από εκείνους που τον αγαπούν; Πώς, αφού είναι εμπρός το μόνο αληθινά ποθητό, θα είναι ποθητό κάτι άλλο; Όλα θα παρέρχονταν· διότι, όταν ανατέλλει ο ήλιος, η σελήνη και το πλήθος των αστέρων δεν μεταβαίνουν στην ανυπαρξία, αλλά δεν χρειαζόμαστε να μάς φέγγουν ούτε τα αστέρια ούτε η σελήνη, είτε ολόφωτη είτε πανσέληνος είναι, αφού επάνω από τη γη είναι ο ήλιος. Αλλ’ όπως φαίνεται o άθλιος τούτος βάζει το χέρι του και επάνω στους υιούς του μέλλοντος αιώνος, εκβάλλοντας κι’ εκείνους από την αγάπη τού Θεού· αυτός ευρίσκεται εμπρός για ελεύθερη απόλαυση από αυτούς, αυτοί όμως θέτουν άλλη απόλαυση πριν από τον Θεό, εφ’ όσον δεν τον αγαπούν σύμφωνα βέβαια με τους μυστικούς τούτους λόγους τού Ακινδύνου περί των μελλόντων. Αλλά και κάθε πράγμα παίρνει την επωνυμία του από το ανώτερο, και μάλιστα για τους προθύμους να ευφημούν· επομένως κι’ αν τα κτιστά προέρχονται για τους κληρονόμους του Θεού και τους συγκληρονόμους του Χριστού, αλλ’ από το ανώτερο η κληρονομιά τους είναι δίκαιο να ονομάζεται. Ο Ακίνδυνος όμως πολεμεί εκείνους πού θεωρούν άξιο να την αποκαλούν από τούτο, ζητώντας ο ίδιος, όπως φαίνεται, να μνημονεύεται από το κατώτερο προσβλητικά.

91. Ότι δε ο Θεός θα παραθέσει εαυτόν προς μετουσίαν από τους άγιους, ας το διδάξει πάλι ο ίδιος (Γρηγόριος Νύσσης). Πράγματι, ερμηνεύοντας εκείνο το αποστολικό, «σπείρεται σε φθορά, εγείρεται σε αφθαρσία· σπείρεται σε ατιμία, εγείρεται σε δόξα· σπείρεται σε ασθένεια, εγείρεται σε δύναμη· σπείρεται σώμα ψυχικό, εγείρεται σώμα πνευματικό», λέγει, «η δε αφθαρσία και η δόξα και η τιμή και η δύναμις αναγνωρίζονται ότι είναι γνωρίσματα της θείας φύσεως, τα όποια προηγουμένως ήσαν γύρω από τον δημιουργηθέντα κατ’ εικόνα και ελπίζεται πάλι στο μέλλον να υπάρξουν»· και έπειτα από λίγο «σ’ όλους τους καθαρμένους από την κακία θα παραθέσει ο θεός τα καλά του για μετουσίαν, για τα οποία λέγει η Γραφή ότι ούτε οφθαλμός είδε ούτε ακοή δέχθηκε ούτε σε λογισμούς έγιναν εφικτά». Και τούτο δεν είναι τίποτε άλλο, κατά δικό μου τουλάχιστο λόγο, παρά να γίνουμε ένα με τον ίδιο τον Θεό (το εν αυτώ τω Θεώ γενέσθαι)· διότι το αγαθό, που είναι επάνω από οφθαλμό και ακοή και καρδιά, αυτό είναι το ίδιο το υπερκείμενο του παντός. Αν λοιπόν «αυτά που ετοίμασε ο Θεός στους αγαπώντες αυτόν» είναι επάνω από θέα και ακοή και διάνοια, τούτο δε είναι το υπερκείμενο του παντός, αυτός που λέγει κτιστά «αυτά που ετοίμασε ο Θεός στους αγαπώντες αυτόν», δεν λέγει άραγε φανερά κτίσμα το υπερκείμενο του παντός; Πώς δε είναι ο Θεός και κληρονομιά των άγιων, αν τα ετοιμασμένα γι’ απόλαυσιν από αυτούς είναι κτίσματα; ή λέγονται μεν αλλά δεν υπάρχουν; Διότι τέτοια είναι η πίστις και θεοσέβειά σου. Γι’ αυτό και επιχειρείς να δείξεις ότι οι άγιοι από όσα θεολογούν δεν παραλείπουν καμμιά υπερβολή ατοπίας, ότι τάχα κατά σε και τούτοι λέγονται μεν αλλά δεν είναι, σύμφωνα με την κατά την άποψή σου θεία κληρονομία.

92. Αλλά επειδή λέγει κτιστή εκείνη την κληρονομία, «που ετοίμασε ο Θεός σ’ αυτούς που τον αγαπούν», αύτη όμως είναι επέκεινα κάθε νου και αισθήσεως, πάλι ο δυστυχής βλασφήμει μ’ αυτούς τους λόγους στο θειότατο εκείνο φως. Και όμως ο Δαμασκηνός θεολόγος διδάσκει παρρησία περί αυτού με τρανότατη γλώσσα· «τούτα είναι “αυτά πού οφθαλμός δεν είδε κι’ αυτί δεν άκουσε, αυτά πού δεν ανέβηκαν στην καρδιά ανθρώπου”· έτσι θα δούμε στο μέλλοντα αιώνα τον Χριστό ν’ αστράπτει με το φώς της θεότητος». Και o ένθεος Γρηγόριος Νύσσης μαρτυρεί το πλήρωμα των αγαθών με τη θέα του Θεού· διότι, λέγει, «όποιος είδε τον Θεό διά της θέας επήρε κάθε τι που υπάρχει στον κατάλογο των αγαθών την ατελεύτητη ζωή, την αίδια αφθαρσία, την αθάνατη μακαριότητα, την ατελεύτητη βασιλεία, την ατελείωτη ευφροσύνη, το αληθινό φώς, την πνευματική και γλυκειά τροφή, την απρόσιτη δόξα, το συνεχές αγαλλίαμα, τo παν αγαθό». Πριν δε από αυτούς και ο ίδιος ο από τον Άρειο Πάγο θεοφάντωρ Διονύσιος λέγει, «όχι με αίσθηση, ούτε από τα όντα, αλλά επάνω από όλα τα όντα θα είμαστε γεμάτοι από ορατή θεοφάνεια, όπως κατά την θειοτάτη μεταμόρφωσιν οι μαθητές του Σωτήρος, όταν φθάσουμε στη χριστοειδή και μακαριωτάτη κληρονομία».

93. Πρέπει δε να πληροφορηθούμε και από τον ίδιο τον Σωτήρα, τί είναι τα ετοιμασμένα και ποια η επαγγελία. Ακούομε λοιπόν να λέγει τώρα, και θα γίνει ακουστή και τότε από εμάς η επαγγελία, «έλθετε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ετοιμασμένη για εσάς από την καταβολή του κόσμου βασιλεία». Ποιου λοιπόν τη βασιλεία θα κληρονομήσουν οι κατά τον Παύλο κληρονόμοι τού Θεού, οι συγκληρονόμοι του Χριστού; Του Θεού βέβαια. Κτιστή λοιπόν είναι η ετοιμασμένη για τους αγαπώντας τον Θεό βασιλεία του Θεού, «την οποία δεν είναι θεμιτό να φθάνουν αιώνες ή χρόνοι», κατά τον θειο Μάξιμο, «η οποία πιστεύομε ότι είναι η κληρονομία των σωζομένων», η οποία κατά τον ίδιο πάλι, «είναι κατά χάριν μετάδοσις των αγαθών που προσυπάρχουν φυσικώς στο Θεό» και «το ίδιο το είδος της θεϊκής ωραιότητος»; Πώς θα ήταν κτιστό αυτό που από την καταβολή του κόσμου δεν είναι κτισμένο αλλά ετοιμασμένο; Και όμως ο Κύριος, αφού δεν προσδιόρισε τίποτε με τα λόγια του, συμπεριέλαβε βέβαια και τον νοητό κόσμο της ετοιμασμένης για εμάς βασιλείας, κι’ αυτόν έπειτα τοποθετώντας.

94. Ας διδάξει όμως πάλι ο Παύλος πότε και με ποιό τρόπο ετοιμάσθηκε για εμάς η χάρις της αιώνιας ζωής· διότι όλα αυτά έχουν συμπεριληφθεί στη βασιλεία τού θεού. Λέγει λοιπόν γράφοντας Προς Τιμόθεον «κατά την πρόθεσίν του και χάριν του την δοθείσα σε εμάς εν Χριστώ Ιησού προ χρόνων αιωνίων». Βλέπεις ότι η χάρις μας ετοιμάσθηκε προαιωνίως; Πώς λοιπόν είναι κτιστό το ετοιμασμένο προ αιώνων; Αλλά για τους νέους τούτους Σέξτους και Πύρωνες, οι οποίοι μετέφεραν τις εφεκτικές και πυρώνειες ενστάσεις, ας διευκρινίσει αυτήν την αποστολική θεορρημοσυνη ο μέγας Αθανάσιος. Διότι λέγει, «πώς ελαμβάναμε προ αιωνίων χρόνων, ενώ δεν είχαμε γίνει αλλ’ εγίναμε σε χρόνο, αν δεν ήταν αποκειμένη στον Χριστό η χάρις που φθάνει σ’ εμάς; Πράγματι η ζωή μας δεν ταίριαζε να θεμελιωθεί σε τίποτε άλλο, παρά στον Κύριο που υπάρχει προ αιώνων, διά του οποίου έγιναν και οι αιώνες, ώστε, αφού αυτή η ζωή είναι μέσα σ’ αυτόν, να μπορέσουμε κι’ εμείς να κληρονομήσουμε αιώνια ζωή». Γι’ αυτό ο μεν θειος Κύριλλος λέγει, «ο Πατήρ θα είναι δι’ Υιού κατά τον μέλλοντα αιώνα τα πάντα σε όλους, και ζωή και αφθαρσία, και χαρά και αγιότης, και δύναμις και ο,τιδήποτε υπάρχει εν υποστάσει αποκείμενο για τους αγίους». Ο δε Θαλάσσιος, ο εφάμιλλος με αυτούς σε σύνεση, λέγει, «τα αποκείμενα για τους κληρονόμους της επαγγελίας αγαθά είναι υπεραιώνια και πριν από κάθε αιώνα, και επάνω από νου και λόγο». Ο δε σεπτός Επιφάνιος εισάγει και τον ίδιο τον Κύριο να λέγει προς τους ευρισκομένους στον άδη, «σηκωθείτε, ας πηγαίνουμε, διότι οι θησαυροί των αγαθών ανοίχθηκαν και η βασιλεία των ουρανών έχει ετοιμασθεί προ αιώνων».

συνεχίζεται
Αμέθυστος

Κυριακή 19 Απριλίου 2020

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ (19)

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

ΠΡΟΣ ΤΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΕΙΩΣ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ




ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19
Ότι από όσα λέγει ο Παλαμάς ένας θεός αποδεικνύεται σε μια απλή και ίση άκτιστη θεότητα, από όσα δε λέγει ο Ακίνδυνος αποδεικνύονται δυο θεοί και δυο θεότητες, άνισοι και ανόμοιοι και πράγματι υπερκείμενοι και υφειμένοι

83. Εσύ όμως από πού μας έπιασες και με ποιους τρόπους μάς αποδεικνύεις διθεΐτες, επειδή λέγομε τού αυτού (ιδίου) Θεού και ορατή μάλλον δε και νοητή τήν θεότητα, όπως διδάσκουν οι θεόληπτοι θεολόγοι; Και θα εγκαταλείψουμε τώρα τούτο, διότι το λέγουν εκείνοι, των οποίων νόμος ευσεβείας είναι ο λόγος, των οποίων κάθε απόφθεγμα περιήλθε όλη τη γη και έγινε σεβαστό από όλη την ιερή Εκκλησία, οι οποίοι τίποτε άλλο δεν ανέπνευσαν εκτός από λόγο ευσεβή και σωτήριο για όλο τον κόσμο; Αλλά επειδή λέγομε τού αυτού (ιδίου) Θεού (την θεότητα), και μάλιστα ούτε χωριστή από εκείνον (διότι τούς επιτυχόντες αυτής ενώνει περισσότερο θεώνοντάς τους με το Θεό, θεοειδείς γενόμενοι, αλλά δεν διασπάται αυτή από εκείνον πού προς τον εαυτό του από φιλανθρωπία ανασύρει και συνδέει με άφθαρτες κλωστές το ανθρώπινο φύλο)· επειδή λοιπόν λέγομε τού αυτού (ιδίου), πως ο αυτός (ο ίδιος) είναι άλλος ή πώς ο ένας είναι δύο; Ή μήπως κι’ εσύ για τον εαυτό σου δεν είσαι ο ίδιος αλλά κάποιος άλλος; Μάλλον δε έγινες και άλλος, κι’ έτσι διπλάσιος, ένα παράξενο και διπρόσωπο τέρας, όπως ήταν κάποτε κατά τους μύθους ο άνθρωπος («αρσενοθήλυ ον», στο Συμπόσιο του Πλάτων), ώστε ίσως κι’ εσύ να φοβείσαι τους πολύ καλυτέρους από σένα σε αλήθεια και ευσέβεια, όπως κατά τους ίδιους μύθους φοβήθηκαν αυτούς οι ανώτεροι από αυτούς. 

84. Αλλά λέγει ο Ακίνδυνος, «βλέποντας να συνάγεται από τα λόγια σας άκτιστη θεότης από άκτιστη θεότητα, αντιλαμβάνομαι ότι εσείς σέβεσθε δύο θεούς». Τί λοιπόν, ώ μονοθεΐτη καθ’ όλα εσύ, δεν βλέπεις ότι οι ευσεβείς δέχονται Θεό άκτιστο και τον Υιό, γεννηθέντα από άκτιστο Θεό, τον Πατέρα; Πώς λοιπόν, όταν ο Υιός είναι άκτιστος από άκτιστο Θεό τον Πατέρα, ένας είναι Θεός, όταν δε η ενέργεια είναι άκτιστη θεότης από την άκτιστη ουσία, συνάγονται δυο θεότητες ή, ακόμη παραδοξότερα, δύο θεοί; Όπως δηλαδή ο Υιός, όντας Θεός από Θεό Πατέρα, δεν είναι άλλος μεν σαν άκτιστος Θεός, άλλος δε σαν Υιός· και σαν άκτιστος Θεός είναι ίσος καθ’ όλα με τον Πατέρα, σαν Υιός δε που είχε τον Πατέρα μείζονα ώς αίτιο, δεύτερος υπάρχει του Πατρός (όχι δεύτερος Θεός, καθόλου, αλλά δεύτερος κατά την τάξι, όπως λέγει ο μέγας Βασίλειος), έτσι και η άκτιστη ενέργεια είναι από άκτιστη θεότητα, την ουσία∙ όχι άλλη σαν άκτιστη θεότητα και άλλη σαν ενέργεια, μη διαφέροντας κατά το άκτιστο της ουσίας μήτε διαιρουμένη καθόλου, καθ’ όσον ως αιτία εαυτής υπερκειμένη έχουσα. Και όμως ο μεν Υιός είναι σε ιδιαίτερη υπόσταση, η δε ενέργεια, περί της οποίας ομιλούμε, δεν είναι σε ιδιαίτερη υπόσταση. Ο μέγας Βασίλειος, αφού συνέλαβε κατά το δυνατό και απαρίθμησε κάθε ενέργεια, και μεταξύ των ενεργειών κατά την απαρίθμηση των χαρισμάτων κάλεσε και τον φόβο ασφάλεια, εναρμονιζόμενος θείως με το θείο Πνεύμα, έπειτα επαναλαμβάνοντας γράφει∙ «όλα αυτά τα έχει αιδίως το άγιο Πνεύμα, ως Πνεύμα θεού που προήλθε από αυτόν, αλλά αυτό μεν πηγάζοντας από τον Θεό είναι ενυπόστατο, ενώ τα πηγάζοντα από αυτό είναι ενέργειές του». Αν λοιπόν και ο Πατήρ υφίσταται καθ’ εαυτόν και ο Υιός ωσαύτως και το Πνεύμα ως Θεός που επήρε υπόσταση από τον Θεό, και τα τρία ένας Θεός είναι και αυτούς που έχουν αυτή τη γνώμη κανείς φρόνιμος δεν θα τους κατηγορήσει για διθεΐα ή τριθεΐα, πολύ περισσότερο αυτούς που καλούν άκτιστη θεότητα και την θεία ουσία και την από αυτήν χορηγουμένη έλλαμψιν, την οποία κανένας ποτέ δεν θεώρησε ότι έχει καθ’ εαυτήν υπόσταση.

85. Γιατί άλλωστε λέγομε ότι και ο Άρειος διέπραξε κατάτμηση της θεότητος; Όχι διότι τον ένα έλεγε άκτιστο, τον άλλο κτιστό θεό; Επομένως δεν είναι το άκτιστο -διότι τούτο μάλλον ενώνει- αλλά το κτιστό και το άκτιστο που διαιρεί κακώς τη θεότητα και καθιστά πολυθέους και άθεους συγχρόνως τους λέγοντες τη θεότητα, όπως εσύ, κτιστή και άκτιστη, και μάλιστα τη λαμπρότητα του ιδίου του Θεού∙ τους δε λέγοντες άκτιστη και την ουσία τού Θεού και την από αυτόν προερχομένη απορρήτως έλλαμψιν καθιστά πραγματικούς προσκυνητές ενός ακτίστου θεού. Εσύ και για εκείνους που πράγματι είδαν και έπαθαν τη λαμπρότητα τού Θεού και εδιδάχθηκαν από την ένωσιν με τον Θεό, ότι αυτός, ό,τι κι’ αν είναι κατά την ουσία, είναι επάνω από κάθε όραση και μέθεξη, γνώση και έκφραση, ενώ κατά τις προόδους και φανερώσεις, δυνάμεις και ενέργειες, και μετέχεται και νοείται και ονομάζεται, είναι πολυώνυμος και υπερώνυμος, λέγεις ότι συνθέτουν τον Θεό από υπερκείμενον και υφειμένον και ότι τον ίδιο τον κάμουν άλλον από τον εαυτό του και δεύτερον εαυτού και μείζονα και υψηλότερον εαυτού. Δεν μπορείς να καταλάβεις ότι αυτά τα πράττει κυρίως εκείνος που, όπως εσύ, λέγει κτιστή και άκτιστη θεότητα του Θεού και πολύ περισσότερο εκείνος που, όπως τώρα εσύ, από ανόητο φόβο μήπως ειπεί δήθεν πολλά άκτιστα αποφαίνεται ότι είναι κτιστές όλες οι δυνάμεις και ενέργειες της άκτιστης φύσεως. Εκείνος δε πού θεωρεί άκτιστα και την ουσία και τις υποστάσεις και τις δυνάμεις και τις ενέργειες του Θεού και όλα όσα διαθέτει ο Θεός αυτός θεωρεί αυτόν αδιαίρετον με τον εαυτό του και ίσον και ασύνθετον ευσεβώς και ασφαλώς· διότι το άκτιστο είναι πάντοτε ίσο με το άκτιστο και είναι ενωμένο αδιαιρέτως και είναι ένα, ως άκτιστο, και οι τρόποι των ιδιωμάτων των φυσικών και υποστατικών ελάχιστα καταστρέφουν το ενιαίο τούτο. Και εσύ βέβαια, αν δεν ήσουν όλος ψυχικός άνθρωπος, για τον όποιο λέγει ο απόστολος δεν μπορεί να δέχεται τα του Πνεύματος, θα αναγνώριζες και θα υποδεχόσουν τους λόγους του Πνεύματος και συγκρίνοντας τα πνευματικά με τα πνευματικά, δηλαδή αναγνωρίζοντας τα θεία με τα θεία διά της παραθέσεως, δεν θα τολμούσες να λέγεις τέτοια πράγματα κατά του Θεού και των αγίων του Θεού και των ομολογούντων ομοφρόνως με αυτούς.

συνεχίζεται

Αμέθυστος

Κυριακή 12 Απριλίου 2020

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ (18)

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

ΠΡΟΣ ΤΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΕΙΩΣ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ


Συνέχεια από: Κυριακή, 15 Μαρτίου 2020


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18
Στη συνέχεια ρήσις του ίδιου, μετά τον έλεγχο της οποίας δεικνύεται ότι αντινομοθετεί στο ευαγγέλιο του Χριστού, συνηγορώντας με τον Βαρλαάμ και όλους τους αιρετικούς, κι’ είναι άθεος και αντίθετος προς τους άγιους, και ότι κατασκευάζει ότι ο θεός έχει δύο ουσίες ενάντιες μεταξύ τους

72. Αλλά, αφού στο μεταξύ απέδειξε τούτο, προσθέτει πάλι (ο Ακίνδυνος)· «αν πρέπει ν’ αφήσουμε τούτο ανέγγιχτο και απολυπραγμόνητο, πράγμα που νομίζω καλύτερο, γιατί όχι και τα άλλα που ελέχθηκαν από τους αγίους στη θεία μεταμόρφωση, ώστε να είναι πράγματι μυστήριο Θεού το τότε γενόμενο, όπως και είναι άλλωστε, και ώστε να μην παραδεχόμαστε δυο θεούς και θεότητες άκτιστους, υπερκειμένη και υφειμένη, ορατή και αόρατη, το πολυθεϊστικό τούτο και σαφώς ελληνικό δόγμα;». Δεν μου αρέσει να ανταγωνίζομαι με τόσο φαύλα επιχειρήματα, μάλιστα με τα τώρα λεχθέντα, αλλά ας σκύψουμε σ’ αυτό το χαμερπές διανόημα, διότι είναι ίσως δυνατό ν’ ανορθώσουμε κάποιον από αυτούς που συγκαταρρίφθηκαν σ’ αυτήν την φαυλότητα, που έχει δυσθέατο αίσχος, σαν να περιβάλλεται τεχνητή εύχροια (ωραιότητα), από τα ονόματα της πλαστής ευλαβείας και τα σκώμματα του ψεύδους. Γιατί λοιπόν δεν λέγεις εσύ στον εαυτό σου αυτά τα πράγματα και δεν απευθύνεις αυτές τις μομφές, αφού προ ολίγου εξέτασες κάθε βιβλίο και όλα τα παρερμήνευσες και τα κακομεταχειρίσθηκες πολυτρόπως, ώστε να αποδείξεις φάσμα (φάντασμα) και ευτελέστερο από όλα τα φάσματα την επί τους όρους παραδειχθείσα θεότητα; Γιατί δεν γράφεις αυτά τα πράγματα προς τον Βαρλαάμ; Ο οποίος (είναι δυνατό όποιος θέλει να το ιδεί παρατεθειμένο και σ’ εκείνου τα συγγράμματα), ενώ κανείς ακόμη από τους σημερινούς ανθρώπους δεν είπε τίποτε για τούτο το φώς, αυτός με δική του πρωτοβουλία, θέλοντας να διαβάλει κάθε θεία φωτοφάνεια, λέγει, «αν χρησιμοποιήσουμε τώρα τη χαριέστερη από όλες τις φωτοφάνειες που είναι η με το Θαβώριο φώς, θα επιδείξουμε ότι δεν έχει τίποτε υψηλότερο από τα αισθητώς ορώμενα». Τί πρέπει να σκεπτόμαστε για τις άλλες φωτοφάνειες, το αφήνουμε σ’ αυτούς που έχουν νου.

73. Γιατί λοιπόν δεν γράφει προς εκείνον και για εκείνον αυτές τις σοβαρές εισηγήσεις και τις αποτρεπτικές σκέψεις αλλά προς εμάς που αποφασίσαμε να αντείπουμε σ’ εκείνον υπέρ της μυστικώς παραδειχθήσεις θεότητος στο Θαβώρ; Ή μήπως έτσι δικαιολογείς να είναι μυστήρια τα θεία μυστήρια, αν κανένας δεν αντικρούει αυτούς που τα ατιμάζουν, τα εξευτελίζουν και τα καταλύουν διά μακρών συγγραμμάτων; Νομίζεις λοιπόν ότι εμείς είμαστε εκείνοι που επιδεικνύουμε πολυπραγμοσύνη, την οποία διασύρεις, διότι συνελάβαμε εκείνον τον βέβηλο (τον Βαρλαάμ) κακώς φρονούντα και να έχει πονηρή δοξασία και αφού ερευνήσαμε τις ευαγγελικές και αποστολικές και πατερικές γραφές κατά τη θεσπέσια δεσποτική εισήγηση, και παραβάλλοντάς τες με τις καμωμένες από εκείνον, απεδείξαμε αυτόν ότι είναι βλάσφημος ενώπιον συνόδου δικαστικής (τον Ιούνιο του 1341), την οποία αυτός προεκάλεσε και όχι εμείς; Τούτο ισχυρίζεσαι ότι είναι πολυπραγμοσύνη, υποστηρίζοντας εσύ τώρα τις απόψεις εκείνου;

74. Επειδή λοιπόν τούτο θεωρείς πολυπραγμοσύνη, το να παρουσιάζουμε την αλήθεια συνάγοντάς την από τη Γραφή κατόπιν εξετάσεως και δι’ αυτής να καθαιρούμε και να φιμώνουμε όσους απευθύνουν αδικία προς το ύψος, άλλο ευαγγέλιο μας φέρεις και άλλη διδασκαλία αντίθετη προς την του Χριστού και των μαθητών του, των οποίων παράγγελμα που προσπορίζει την αιώνια ζωή είναι να ερευνούμε τις Γραφές και να καθαιρούμε «κάθε ύψωμα που επαίρεται εναντίον της γνώσεως τού Θεού». Νομίζω ότι αναγνωρίζουν πολλή ευγνωμοσύνη στη σοφία σου όλοι οι προστάτες των πονηρών αιρέσεων από όλους τους αιώνες γι’ αυτήν την εισήγηση. Τί θα συνέβαινε πράγματι, αν ο Σαβέλλιος, για να παραμερίσουμε τους πριν από αυτόν, έλεγε αυτές τις ρήσεις, ότι δεν πρέπει να πολυπραγμονούμε για τις διάφορες επιφάνειες τού Θεού, όπως λέγεις εσύ τώρα για την επί του όρους μεταμόρφωση, αλλά ούτε για τα ρηθέντα σε καθεμιά τους από τους άγιους, για να είναι πράγματι μυστήρια, όπως και είναι, και για να μην πιστεύουμε σε τρεις θεούς άκτιστους κατωτέρους και ανώτερο (διότι αυτός κατηγορούσε τους ορθοδόξους, όπως εσύ τώρα τις δυο θεότητες)· αν λοιπόν ο Σαβέλλιος εισηγείτο αυτά τα πράγματα, κι’ εμείς του απλώναμε πειθήνιο αυτί, από που θα μπορούσαμε να μυηθούμε το τρισυπόστατο της θεότητος; Αλλ’ ούτε σ’ εκείνον ούτε σ’ εσένα θα μπορούσε να πεισθεί κανείς έχοντας νουν. Διότι ευθύς αμέσως θα επιπηδήσει ο Άρειος, λέγοντας, τί μυστικότερο υπάρχει από τη γέννησιν του Υιού; Ας τιμάται με πλήρη σιωπή και ας μη δεικνύει Θεόν γεννητοαγέννητον, συντεθειμένο από υπερκείμενο και υφειμένο, ή δύο θεούς, τον ένα μεγαλύτερον από τον άλλο, λέγοντας σύμφωνα με σένα σαφώς το ελληνικό τούτο δόγμα.

75. Ή ο Μακεδόνιος δεν θα έλεγε κάτι τέτοιο περί του Πνεύματος; Διότι αν εσύ λέγοντας τέτοια πράγματα περί της θεοφανείας νομίζεις ότι κάτι λέγεις, κατά την οποία ο ίδιος ο Θεός εφανέρωσε εαυτόν περισσότερο από κάθε άλλη φορά και δια της οποίας, όπως λέγει ο άγιος Μάξιμος, «κάθε είδος και μυστήριο θεολογίας εδίδαξε ασφαλώς και τρανώς», τί δεν θα μπορούσαν να ειπούν εκείνοι ομιλώντας για τις υποστάσεις και για τη θεία φύσιν; Ο δε Νεστόριος και ο Ευτυχής, τα αντίθετα κακά αλλά ομότιμα κατά την κακία, πώς δεν θα ευχαριστηθούν με τούτους τους λόγους σου, αν είναι μυστήριο και η κατά σάρκα γέννησις του Χριστού; Διότι θα μας ειπεί ο καθένας από τους δυο τους, «παύσετε να ζητείτε και να πολυπραγμονείτε τα πριν από τη γέννησιν, τα κατά τη γέννησιν, τα έπειτα από τη γέννησιν, για να είναι πραγματικό μυστήριο η γέννησις του Χριστού και για να μη γίνετε διθεΐτες, συνδέοντας με δυο τον έναν Θεόν και λέγοντας τον ίδιο και κατά τον ένα και κατά τον άλλο, ή δυο διαφόρους υιούς του Θεού, ορατόν οπωσδήποτε και αόρατον». Διότι ο δυστυχής Ευτυχής αυτά κατηγορούσε τους δεχομένους δύο φύσεις στο Χριστό, όπως τώρα ο κινδυνεύσας να συλληφθεί από τα βρόχια της ασεβείας Ακίνδυνος ονομάζει διθεΐτες αυτούς που δέχονται ότι ο Θεός είναι άκτιστος, και κατ’ ουσία και κατ’ ενέργεια, αυτός ο ταλαίπωρος συναθροίζοντας όλα και τα αντίθετα σχεδόν δυσσεβήματα σε μία ψυχή, τη δική του, αν και τώρα δεν θα μας αρκέσει ο χρόνος να τα ειπούμε όλα.

76. Το εξαίρετο δόγμα του μάλιστα και περισσότερο από όλα περισπούδαστο είναι η αθεΐα και το ότι σπρώχνει τους πολλούς προς την τελεία αγνωσία του Θεού, μάλλον δε ο ίδιος σπρώχνεται από τα λόγια και τα συγγράμματά του. Διότι δεν υπάρχει, δεν υπάρχει κανείς, ο όποιος έχει καταλάβει το είναι (την ύπαρξη) του Θεού από την ουσία του· εκείνη πράγματι είναι εντελώς ανέπαφη από όλα τα όντα, «και από όλες τις επίνοιες ανεπινόητος, ως υπερεδραιωμένη επάνω από κάθε θεωρητική έξη και δύναμη και αυθυπερουσίως σε άβατα, και κατά τον τρόπο της υπερφυούς υπεροχής», κατά τον θεοφάντορα Διονύσιο είναι αλογία και ανωνυμία και αγνωσία. Αφού λοιπόν αυτή, η ουσία, είναι εντελώς απερινόητη και ακοινώνητη σε όλα τα όντα, αν δεν εγνωρίζαμε τον Θεό ως έλλαμψιν των φωτιζομένων θείως και των εκθεουμένων υπό της θείας ελλάμψεως θεαρχίαν, κι αν δεν αναγνωρίζαμε την ιερή και υπερκόσμια προς αυτόν κοινωνία, είτε ζώντας με την πείρα κατά το ευαγγέλιο είτε ερευνώντας με πίστη τα λεχθέντα περί αυτής από τους αγίους, άραγε έχουμε από πουθενά αλλού να επιγνώσουμε αληθινά τον Θεό; Όχι βέβαια.

77. Αν πράγματι έλεγε κανείς ότι μπορούμε να επιγνώσουμε από την αρμονία της κτίσεως, αλλ’ όπως έχει λεχθεί, από αυτή καυχώνται και οι σοφοί του αιώνος τούτου για τη θεία επίγνωση, για τους οποίους λέγει ο Παύλος ότι «δεν εγνώρισε ο κόσμος δια της σοφίας τον Θεό». Πάλι λοιπόν ο Βαρλαάμ και ο Ακίνδυνος επιστρέφουν στον έμετό τους κι’ εκείνη μόνο τη θεογνωσία αποδέχονται, η οποία δεν είναι λιγότερο αγνωσία Θεού· ενώ από την αληθινή θεογνωσία, που στηρίζεται στη θεία επιφάνεια και κοινωνία, απομακρύνουν και τούς εαυτούς τους και τους οπαδούς τους βλασφημώντας σ’ αυτήν πολυτρόπως. Διότι πώς δεν είναι και τούτο γνώρισμα ανθρώπων που φανερά βλασφημούν και προς το μέγα εκείνο φώς και προς τους αγίους που ακόμη διαμένουν κοντά μας με τα συγγράμματά τους, το να νομίζουν ότι διδάσκουν ότι, οποίος εξετάζει τούτο και τα συγγράμματα των πατέρων που γράφουν για τούτο, θα περιπέσει σε διθεΐα, και αυτό που έχει θησαυρισμένη όλη τη θεολογία, εξεταζόμενο από τούς επιθυμούντες να αναθεωρούν, όπως υπαγορεύουν οι θείοι Πατέρες, γίνεται πρόξενο πολυθεΐας και σκότους και ψεύδους γι’ αυτούς που βλέπουν, αλλοίμονο, προς το ίδιο το φώς της αληθείας;

78. Φοβούμαι μήπως τυχόν η ψυχή που βουλεύεται τέτοια πράγματα συζεύχθηκε τελείως με τον πάντοτε αντικείμενο στις βουλές του Θεού, ακούοντας τον λέγοντα· «ο Θεός θέλει από εμάς, αντιλαμβανόμενοι το βάθος των κατ’ αυτό πράξεων, με τη γνώσι να εξασφαλίσουμε δραστικώτερη χάριν, κατά μίμησιν του μεταμορφωθέντος, που να ενεργεί μέσα μας τούτο το θαυμαστό και ξένο μυστήριο», το οποίο και από τα αμέσως προηγούμενα ο αντιλέγων δεν διαφεύγει την προσοχή ότι το κατεβάζει προς τα κτιστά. Επειδή δηλαδή αντιτάσσεται προς τους αποδεικνύοντες δια των ιερών Γραφών ότι τούτο είναι άκτιστο και ισχυρίζεται ότι αυτοί περιπίπτουν σε πολλά άτοπα για τούτο, φανερώνει ότι ο ίδιος το συγκαταλέγει στα κτίσματα, όχι δε ολιγότερο με το ότι παραινεί «να μην πολυπραγμονούμε τα λεχθέντα από τους άγιους στο φώς εκείνο, για να μην πιστεύουμε σε δυο θεούς και δυο θεότητες άκτιστες, υπερκειμένη και υφειμένη, ορατή και αόρατη». Δεν λέγει πράγματι δυσσεβές το να πιστεύουμε σε δυο θεότητες, αλλά το να πιστεύουμε σε δυο άκτιστες, ούτε το να λέγουμε υπερκειμένη και υφειμένη. Διότι, αν η μία είναι κτιστή, και το άλλο θα είναι, και θα έχει το υφειμένο όχι μόνο κατά το αιτιατό αλλά αναγκαίως και κατ’ ουσίαν. Δεν είναι λοιπόν δυσσεβές απλώς το να πιστεύουμε σε δυο, αλλά το μαζί με τη φύσιν εκείνη να θεωρούμε και το φώς εκείνο άκτιστο, και προς τούτο αναρριπίζει τον άσπονδο πόλεμο· κατά τα άλλα εκφοβίζοντας τους απλουστέρους τους προσελκύει.

79. Ενώ όλοι οι θεηγόροι θεωρούν το φώς εκείνο άναρχο και αΐδιο, όπως πολλές φορές και δια πολλών λόγων δείξαμε, επίσης δε το ονομάζουν και θεότητα, διότι είναι θέωσις, ορατή απορρήτως μόνο από τους καταξιωμένους, για μερικούς μάλιστα και νοητή, διότι η θεία εκείνη έλλαμψις εγγίνεται απερινοήτως όχι μόνο στου σώματος τους οφθαλμούς, αλλά και στης ψυχής των αξιωμένων αυτής, τούτος παραινεί να μην πολυπραγμονούμε τις γραφές των άγιων γι’ αυτήν, για να μην πιστεύσουμε ότι η έλλαμψις τούτη είναι άκτιστη μαζί με την ουσία που την χορηγεί. Αν λοιπόν δεν θεολογούσαν φανερά οι Πατέρες αυτήν ως θεότητα ορατή με τη δύναμιν του θείου Πνεύματος από μόνους τους άγιους και ως φυσική ακτίνα της θεότητος, άκτιστη και άναρχη, αλλά καθώς εμείς ερευνούσαμε, παρουσιαζόταν αυτός να παραγγέλλει κάπως να μην πολυπραγμονούμε,  θα φαινόταν να εμποδίζει την περιεργότερη έρευνα. Τώρα όμως που οι Πατέρες φανερά θεολογούν αυτά με τέτοιον τρόπο, τούτος δεν λέγει τίποτε άλλο σαφώς παρά ότι, «αφού αθετήσετε τις πατερικές παραδόσεις και τη διδασκαλία τού Πνεύματος, να πείθεσθε όλοι σ’ εμένα και να ακολουθείτε τις δικές μου καινοφωνίες ανεξέταστα και παραμερίζοντας τις γνώμες των άγιων να υποδεχθείτε εμένα ηγέτη νέας θεοσεβείας, ως ανώτερο από όλους εκείνους και εξαιρετικώς ακριβέστερο θεολόγο».

80. Με τέτοια παράκρουση ισχυρίζεται ότι πρέπει ν’ απορρίπτονται και οι φωτεινότατες σαν το φώς εκθέσεις των άγιων περί τού φωτός, εισηγούμενος τέτοια, «ώστε», λέγει, «να μην πρεσβεύουμε δυο άγιες θεότητες λέγοντας θεότητα και την άκτιστη έλλαμψιν, που οπωσδήποτε είναι ορατή, και την ουσία που είναι υπερκειμένη και αόρατη». Λοιπόν εσύ λέγεις κτιστή αυτήν την έλλαμψιν  -πώς όχι;- καθώς δε προχωρεί ο λόγος και εκφράζεσαι φανερά ότι έτσι φρονείς. Τίνος λοιπόν είναι αυτή η θεότης και λαμπρότης, η ορατή μέν μόνο στους αγίους και καθιστώσα τους θεουμένους θεοειδείς με μόνη τη μέθεξη, κτιστή δε κατά σε; Όχι του Θεού και της θείας του φύσεως, όπως υπέδειξε ο ίδιος όταν άστραψε επάνω στο όρος κατ’ αυτήν και όπως εδιδαχθήκαμε από τους κατά καιρούς αξιωμένους αυτής της λαμπρότητος; Επομένως και εσύ δυο θεότητες του Θεού δέχεσαι, την μια άκτιστη, την άλλη κτιστή· και δεν μπορεί η κτιστή να είναι άκτιστης ουσίας και η άκτιστη κτιστής. Άρα, αυτός που εσύ λέγεις ένα Θεόν σύγκειται από άκτιστη και κτιστή ουσία.

81. Ή μάλλον, επειδή είναι αδύνατο να συνδεθούν αυτά σε ένα, πρεσβεύεις δύο θεούς και δύο αρχές ενάντιες μεταξύ τους, προσβληθείς από τη μανία του Μάνεντος, ή μάλλον έχεις διαμορφώσει δοξασία χειρότερη ακόμα από την δική του αλλόκοτη και εντελώς ανακόλουθη, όπως αποδείξαμε στον Κατάλογο του πλήθους των ατοπημάτων σου. Ώστε εμείς συμβιβάζομε και συναρμόζουμε και συνάγουμε σ’ ένα τις γνώμες που έχουν διατυπωθεί από τούς άγιους Πατέρες, όχι για να κατασκευάσουμε διθεΐα, όπως διαβάλλεις και συκοφαντείς, αλλά για ν’ απαλλάξουμε εσένα από τη διθεΐα, την πραγματικά αισχρή και δυσσεβή, ή, όπως θα ελέγαμε καταλληλότερα, ασεβή.

82. Ο Άρειος, παραφρονώντας, έλεγε κτιστά τον Υιό και το άγιο Πνεύμα, εσύ όμως σαν να αγωνίζεσαι να υπερβάλεις την αφροσύνη εκείνου, καταρρίπτεις και τον Πατέρα προς την κτίσιν. Διότι αυτή η έλλαμψις και λαμπρότης και ενέργεια είναι κοινή του Πατρός, του Υιού και του Πνεύματος· αυτός δε, του οποίου η ενέργεια είναι κτιστή, δεν είναι άκτιστος αυτός ο ίδιος κατά τους θεοσόφους θεολόγους. Έτσι με το να διαβάλλεις και συκοφάντεις τους προσκυνητές της μιας και μόνης άκτιστης τρισυπόστατης και παντοδύναμης θεότητος, παρουσιάζεσαι εσύ ο ίδιος διθεΐτης και άθεος συγχρόνως, πράγμα παραδοξότατο, μάλλον δε πολύ συνεπές. Διότι εκείνος που νομίζει ότι ξεπερνά την ευσέβεια των αγίων και υψηλοφρονεί απέναντι στους ομόφρονες των καθ’ όλα, ως δήθεν πολυθέους, εκπεσών ευλόγως του ενός Θεού, έπαθε τελεία αγνωσία Θεού και δεν αντιλαμβάνεται ότι περιπίπτει στους αντιθέτους και όμοιους κατά την κακοφροσύνη.



Κυριακή 15 Μαρτίου 2020

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ (17)

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

ΠΡΟΣ ΤΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΕΙΩΣ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ


Συνέχεια από: Σάββατο, 14 Μαρτίου 2020

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17
Στη συνέχεια άλλη ρήσις του Ακίνδυνου, δια του ελέγχου της οποίας αναφαίνεται πάλι άκτιστο το θείο φως, ενώ αυτός φαίνεται να εξουθενώνει πολυειδώς και τα συγγράμματα των θείων πατέρων μας και να τα λέγει φανερώς αδόκιμα

64. Αλλ’ αυτός που αναίρεσε με αυτόν τον τρόπο την μια θεότητα (διότι χωρίς την κατάλληλη λαμπρότητα, δηλαδή υπεριδρυμένη των κτιστών, δεν θα μπορούσε να υπάρχει θεία και αρχίφωτη φύσις, αλλ’ ούτε άκτιστη φύση χωρίς άκτιστη λαμπρότης), αυτός λοιπόν που αναίρεσε τη μια θεότητα και την διαίρεσε σε δύο, και μάλιστα σε τέτοια δύο που να μην είναι δυνατό να συνέλθουν σε ένα (διότι από κτιστή και άκτιστη θεότητα δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει μια θεότητα)∙ αυτός που ετόλμησε να πράξει τούτο μάλλον δε που το έπαθε αθλίως, λέγει, «για να μην πάθουμε τούτο, είναι γνώρισμα ευσεβούς και ακίνδυνης ευλαβείας ν’ αφήνουμε ανεξέταστο το φως πού έλαμψε στο Θαβώρ σε ανερμήνευτο μυστήριο».

65. Παρατηρήσατε την ευλάβεια του Ακινδύνου, αν και ούτε αυτήν δεν την τηρεί στη συνέχεια∙ παρατηρήσατε όμως το προσωπείο τούτο της ευλαβείας και το ευσεβές σέβας του. Δεν είναι τίποτε άλλο παρά ψεύδος και άπατη (φενακισμός), ενέδρα και καταδρομή πάλι κρυφή και πράγματι ανευλαβής κατά του Θεού και των άγιων. Διότι δεν έχει λησμονήσει την τέχνη εαυτού και των λόγων του, ούτε τα στολίσματα και την ολέθρια διπλόη (διπλή κίνηση), ώστε με την υπόκριση ανυψώσεως να καθαιρεί το θείο και με την πλαστή ευσέβεια ν’ αναιρεί την ευσέβεια. Γι’ αυτό κι’ εδώ στο σχηματισμό του λόγου και στα ονόματα παρατηρείται πολλή ευλάβεια προς το φως. Λέγει «είναι μυστήριο ανερμήνευτο, ανεξερεύνητο»∙ και ο φόβος, επικρεμάμενος και ανατεινόμενος από εκεί σαν κοπτερό ξίφος, και το ακίνδυνο της ακρίβειας προσαρτημένο και προτεινόμενο από εδώ σαν δέλεαρ. Άραγε λοιπόν, άνθρωπε, εκείνο το φως, που ωράθηκε από τους κορυφαίους αποστόλους σε μυστήριο ανερμήνευτο και μη επιδεχόμενο καθόλου πολυπραγμοσύνη, είναι κτίσμα; Διότι τούτο διακηρύσσεις εσύ αδιάντροπα τόσο στους προηγουμένους όσο και στους έπειτα λόγους. Πώς όμως είναι μυστήριο ανερμήνευτο η θέα του κτιστού φωτός, και μάλιστα όχι μόνο για μάς, αλλά και για τους άγιους και τους αποστόλους και τους προκρίτους των αποστόλων;

66. Αλλά δεν είναι ούτε κτιστό ούτε άκτιστο, πράγμα που είναι και τούτο δικός σου λόγος και δόγμα, μάλλον δε και γράμμα, ενός ανθρώπου που θέλει με κάθε τρόπο να ξεφύγει την πίστη στο άκτιστο; Επομένως δεν είναι μόνο φάσμα ανυπόστατο, όπως κακώς εδόξασε ο Βαρλαάμ, αλλά ούτε υπάρχει καν κατά την άποψή σου τέτοιο φώς ούτε εφάνηκε ποτέ. Και τί λέγω ότι ποτέ δεν υπήρξε ούτε εφάνηκε; Διότι τέτοιο φώς δεν είναι δυνατό ούτε κατά διάνοια να αναπλάσουμε, αφού ο επώνυμος της θεολογίας Γρηγόριος λέγει, ότι «κάτι ενδιάμεσο μεταξύ κτιστού και άκτιστου δεν θα μπορούσαν να αναπλάσουν ούτε οι πλάσσοντες τους τραγελάφους». Ομολόγησε λοιπόν τούτο, ότι το φώς εκείνο είναι πράγματι άκτιστο, βγάζοντας τα πολύμορφα προσωπεία και τις απάτες, το να νομίζεις και να λέγεις ότι δεν είναι καθ’ εαυτό αλλά ομωνύμως άκτιστο, να θέτεις μερικές φορές σε απόκρυφο μέρος των λογισμών την δυσσεβή προσθήκη, να προφέρεις δε δολίως προς εξαπάτηση των ακροατών την χωρίς υποκρισία και πονηρή περιέργεια ευσέβεια, την οποία σαν να υποδύεσαι εσύ τώρα επισκιάζεις το σαθρό της δοξασίας σου, όταν δεν συνδιαλέγεσαι με τους γνησίους μύστες σου∙ διότι είναι των αδυνάτων να είναι κτιστό το φως εκείνο ή κανένα από τα δύο (ούτε κτιστό ούτε άκτιστο).

67. Αφού λοιπόν συμφωνήσεις κατά τούτο με την αλήθεια και μ’ εμάς, άφησε τα άλλα ανεξερεύνητα (απολυπραγμόνητα) σε ανερμήνευτο μυστήριο. Πώς εθεάθηκε από τους συνοδούς (συνανεβαίνοντες), ενώ ήταν άκτιστο; Πώς δεν εθεάθηκε και από τους μύστες που είχαν παραμείνει στην υπώρεια (στους πρόποδες) του όρους, αφού έλαμψε περισσότερο από τον ήλιο; Πώς δεν αποτέφρωσε μαζί με τους ορώντες και το σύμπαν, αφού φλόγιζε κατά τέτοιον τρόπο; Πώς δεν τύφλωσε τους οφθαλμούς των ορώντων, αφού επέλαμψε πέρα από τα μέτρα εκείνων, ενώ παρέλυσε τον τόνο της ψυχής και του σώματος, ώστε να πέσουν πρηνείς, αν και ήταν άυλο φώς, όπως μπορεί ν’ αντιληφθούμε από τα έργα και όπως διδασκόμαστε από τη Γραφή; Διατηρώντας λοιπόν αυτά τα πράγματα με ιερή ευλάβεια ανεξερεύνητα, κράτα τον θαυμασμό (το θαύμα) στα απόρρητα της διανοίας, παραμερίζοντάς τα όλα και υποτάσσοντας τον εαυτό σου με πίστη στην εξουσία και δύναμη του Πνεύματος.

68. Η δική σου όμως ευλαβής και ακίνδυνη εισήγηση ποια είναι τώρα; Ν’ αφήνουμε ανεξερεύνητο (απολυπραγμόνητο) εκείνο το φώς, για να μην νομίσουμε ότι η λαμπρότης της φύσεώς του προσυπάρχει φυσικώς στο Θεό κι’ έτσι να την θεωρήσουμε άκτιστη, αλλά να πεισθούμε από σένα ότι είναι κτιστή κι’ έτσι να την διαχωρίσουμε από την μια και άκτιστη θεότητα. Αλλά εμείς, ώ σοφέ σύμβουλε της απωλείας, τούτο το γνωρίζομε και το πιστεύομε απολυπραγμόνητα, μυημένοι από τους θείους πατέρες· διότι λέγει ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «ο Υιός γεννημένος ανάρχως από τον Πατέρα έχει άναρχη την φυσική ακτίνα της θεότητος και δεν προσέλαβε ύστερα το είναι ούτε τη δόξα ακόμη∙ και η δόξα της θεότητος γίνεται και δόξα τού σώματος». Επομένως η ευλάβεια σου δεν είναι ακίνδυνη ευλάβεια, είναι απιστία και απείθεια και πρόξενος του μεγίστου κινδύνου, ενώ ψευδώς κατηγορείς εμάς για πολυπραγμοσύνη. Επιπλέον υβρίζεις τους αγίους του Θεού ότι από πολυπραγμοσύνη χαρακτήρισαν άναρχο εκείνο το φως, παρασύρεις δε τους πολλούς αρπάζοντάς τους παραπλανητικώς, και αποσπώντας τους από τη σωτήρια πειθώ προς τους αγίους τους ετοιμάζεις ευχερώς να είναι ακατάρτιστοι στα θεία, πείθοντάς τους δολίως για να τούς υπαγάγεις εύκολα στους νεωτερισμούς σου.

69. Ότι δε τούτος (ο Ακίνδυνος) δεν θεωρεί ούτε τους αγίους αξιόπιστους και όσους νομίζουν ότι πρέπει να πιστεύουμε σε όλες τις θεολογίες τους τούς θεωρεί ότι εκτρέπονται από την ασφαλή πίστη στο θεό (αφού τάχα εκείνοι βάλλουν πέρα από το στόχο)· τούτο λοιπόν, ότι οι Πατέρες, μη υπολογίζοντας καλά την Αλήθεια στέλλουν τις ρίψεις μακρότερα και πλανούν τις γνώμες των ορώντων σ’ αυτούς πιστώς, το εξαγγέλλει τούτος στους φοιτητές του που θεωρεί γνησίους, από τους όποιους ακούσαμε κι’ εμείς, αφού μερικοί το ανακοίνωσαν σε πολλά μέρη, ενώ ομιλώντας στους άλλους το κρύπτει κάτω από τα δόντια του υποκρινόμενος το αντίθετο. Στα συγγράμματά του δε δεν το θέτει πολύ φανερά, αλλά ύπουλα, και σ’ όλη την έκταση του ποιήματος το επεξεργάζεται, άλλοτε με το να υποδηλώνει ότι γράφουν αντιφατικά προς εαυτόν και αλλήλους, άλλοτε με το να επισημαίνει ότι παρέχουν όχι μικρές αφορμές για μεγάλα άτοπα, σε όσους πείθονται στα κείμενά τους∙ άλλοτε με το να προβάλλουν τις απόψεις εκείνων σαν δικές μας και να τις αναιρούν.

70. Αλλά παρ’ ολίγο θα μου διέφευγε ότι αυτός και φανερά το γράφει και πολύ φανερά το προβάλλει∙ διότι λίγο παραπάνω προέτρεπε γράφοντας, ότι δεν πρέπει να προσέχουμε στα εγκώμια που έχουν συνταχθεί από τους άγιους για τη θεία μεταμόρφωση ούτε να δεχόμαστε τα λεγόμενα από αυτούς περί του φωτός της μεταμορφώσεως του Κυρίου, αποκηρύττοντας φανερώς τα συναγόμενα από όσα λέγουν εκείνοι. Εξ άλλου παρερμηνεύοντας τα Κεφάλαια του σεπτού Μαξίμου, στα οποία λέγει άναρχα όλα τα θεωρούμενα ουσιωδώς γύρω από τον Θεό, σε άλλα σημεία των λόγων του και τραβώντας τα προς τη δική του δοξασία, μόλις είδε ότι αυτά αντίκεινται φανερά σε τούτην (διότι αυτός ένα άναρχο δέχεται, την ουσία του Θεού, ο δε θείος Μάξιμος λέγει άναρχα και τα φυσικώς θεωρούμενα γύρω από αυτήν, κι’ έτσι δέχεται ένα άναρχον, τον ίδιο τον Θεό, αναγνωρίζοντάς τον καθ' όλα άναρχον, αλλά μη διαιρώντας τον σε άκτιστη φύσιν και κτιστές δυνάμεις)∙ μόλις λοιπόν είδε ο Ακίνδυνος ότι αυτά ήσαν αντίθετα σε τούτο ολοφάνερα, εκτράπηκε σε άλλα εφευρήματα∙ έπειτα τόλμησε να ειπεί και τούτο, ότι «είναι καταφανές ότι πολλά παρατηρούνται στα συγγράμματα των ιερών πατέρων που απεδοκίμασαν οι θείες σύνοδοι και οι έπειτα από εκείνους θεοειδείς πατέρες».


71. Τί παράτολμη και βλάσφημη γλώσσα! Τί από τα συγγράμματα του θείου Μαξίμου και των πριν απ’ αυτόν μεγάλων και των μετά απ’ αυτόν ομοφρόνων με αυτόν και με εκείνους, και μάλιστα περί θεότητος και κτιστού και άκτιστου απεδοκίμασαν οι μετά από εκείνους θεοειδείς, έκτος αν ως θεοειδείς πατέρες εννοεί τον Βαρλαάμ και τον εαυτό του; Σ’ εκείνα λοιπόν χαρακτηρίζει φανερά εσφαλμένη τη θεολογία των άγιων, ενώ εδώ το θέμα περί του θειοτάτου φωτός, το οποίο σε μερικά σημεία των θεωριών του σεπτού Μαξίμου διατυπώνεται καλώς, αυτός το πολυεξετάζει, και μάλιστα πολύ κακώς, αυτός που προ ολίγου απαγόρευσε να πολυεξετάζουμε περί του φωτός τούτου τελείως, και υποδεικνύει ότι οι άγιοι εναντιώνονται ο ένας προς τον άλλον, διότι φρονεί ότι μερικοί, όπως αυτός ενόμισε, δεν λέγουν ότι το φώς εκείνο είναι λαμπρότης του Θεού. Ως προς αυτό με τη βοήθεια τού φωτός της αληθείας θα τον ελέγξουμε στους κατοπινούς Περί φωτός λόγους ότι είναι λαμπρότατος ψεύτης.



Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ (16)

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

ΠΡΟΣ ΤΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΕΙΩΣ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16

Ότι, όποιος λέγει ότι τούτο το φώς είναι κτιστό δεν μπορεί  να δέχεται  μια θεότητα, και ότι από όσα ισχυρίζεται ο Παλαμάς όντως κηρύσσεται μια θεότης

59. Εμείς στην αρχή δεν εκάμαμε καθόλου λόγο περί θεότητος, αλλά συνετάξαμε λόγους αντιρρητικούς προς εκείνον που διέβαλλε κάθε θεοφάνεια και μαζί με τις θεοφάνειες διέβαλλε κι εκείνο το φώς· εκεί εξυμνήσαμε την υπέροχη του θείου τούτου φωτός, επιδιώκοντας να συγκρατήσουμε την πονηρή ορμή εκείνου (του Βαρλαάμ). Τόσο δε δεν εντράπηκαν εκείνος και μετά από εκείνον αυτός εδώ (ο Ακίνδυνος) ούτε εσεβάσθηκαν το φωτεινότατο εκείνο φώς της θεότητος και το υπερυψωμένο από κάθε άλλο αξίωμα της θείας βασιλείας, ώστε να συγγράφει έως τώρα με παρρησία και να βοά και να διατείνεται ότι, αν το φώς εκείνο είναι άκτιστο, τότε δεν υπάρχει πλέον μια θεότης αλλά δύο αντίθετες, και από δύο αντίθετες μια σύνθετη. Λέγουν, «αν η θεότης είναι εκ θεότητος, από αμέθεκτη μεθεκτή, πώς δεν πρόκειται για διθεΐα;». 

60. Προς αυτούς απαντούμε· «αν, ώ άνθρωποι, είσθε μαζί μας προσκυνητές της ανωτάτης Τριάδος, εξηγήστε, πώς λέγοντας Θεόν εκ Θεού, γεννητόν από αγέννητο, σεβόμαστε ένα Θεό»; Διότι με όποια αιτία αποκρούσαμε αυτήν την διθεΐα, αυτή θα αρκέσει με το παραπάνω και για την από σάς εναντίον μας πλασσόμενη διθεΐα. Αν σεβόμαστε ένα Θεό για τον λόγο ότι δεν μερίζεται από τον Πατέρα ο εξ αυτού Θεός, και εδώ ποιός θα μπορούσε να ειπεί, αν θέλει να είναι ευσεβής, ότι η λαμπρότης της θείας φύσεως είναι χωριστή από τη θεία φύσιν; Διότι δεν θα μπορούσε κάνεις να διαχωρίσει ούτε τη δύναμιν και ενέργεια από τον δυνάμενο και ενεργούντα. Σ’ αυτά και το ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί σε ιδιαίτερη υπόσταση η ενέργεια καθώς και η λαμπρότης που παριστάνει εναργώς το αχώριστο προς τη φύσιν.

61. Αν δε κανείς από εκείνους δεν προηγείται ούτε έπεται χρονικώς, εμείς λέγουμε ότι και από τις ενέργειες δεν είναι καμιά αρκτή, σύμφωνα με τούς θεοφόρους πατέρες, αν δεχθείς την αρχή χρονικώς∙ αν πάλι την δεχθείς κατά το αίτιο και το αιτιατό, αλλ’ όχι κατά το κτιστό και το άκτιστο, μεγαλύτερος είναι ο ένας από τον άλλο τόσο κατά την τάξι όσο και κατά το αξίωμα πού ορίζει αυτή, όπως λέγει ο μέγας Βασίλειος (Κατ’ Ευνομίου 3,1), και γενικώς κατά όσα δεν διαιρούν την άκτιστη φύσιν. Κι’ εδώ ό λόγος μας, μάλλον δε οι θεολογίες των θεοσόφων πατέρων, δεικνύει τούτο, ότι το υπερέχον και το υποβεβηκός  δεν νοούνται κατά το κτιστό και το άκτιστο, αλλά κατά το αίτιο και το αιτιατό και κατά τα άλλα, όσα δεν καταστρέφουν σε τίποτε το άκτιστο.

62. Αλλά με τον Υιό συνυπακούεται ο Πατήρ, και ο Υιός είναι σ’ αυτόν; Και πώς τότε δεν συνυπακούεται και η έλλαμψις και η λαμπρότης της φύσεως με αυτήν που τις εκπέμπει αφ’ εαυτής; Επιπλέον και η θεία και αρχίφωτη φύσις θα έπρεπε να συνυπακούεται με την από αυτήν εκπεμπομένη έλλαμψιν για όσους έχουν αυτιά. Βλέπεις ότι το άκτιστο είναι εκείνο που περισσότερο από κάθε άλλο συντηρεί την ενότητα της θεότητος; Διότι το άκτιστο είναι ένα με το άκτιστο κι’ είναι ενωμένα πάντοτε και οι τρόποι των ιδιωμάτων δεν τα διασπούν αναμεταξύ τους. Επομένως, αν πει κανείς και τούτο, ότι όπως εκείνος που είπε περί του Πατρός ότι «ένας είναι Θεός αληθινός και μόνος άκτιστος και μόνος αγαθός», θεολογεί ευσεβώς και νουνεχώς μαζί, μόνο αν ομολόγει και τον Υιόν ως αληθινό Θεό και ομοίως ως άκτιστο και αγαθό (διότι στον Πατέρα συμπεριέλαβε αυτόν και το άγιο Πνεύμα, γι’ αυτό λέγοντας για το καθένα τους τα ίδια, δεν ζημιώνει καθόλου το λόγο της ευσέβειας)∙ έτσι κι’ αν πει κάνεις «μια αληθινή και μόνη άκτιστη θεότης», είτε για τη θεία λαμπρότητα το πει αυτό είτε για τη φύσιν που την έχει, αρκεί μόνο να μη συντάσσει ούτε το ένα ούτε το άλλο με τα κτίσματα, ευσεβώς εκφράζεται. Διότι μαζί με τη μια συνεξυμνεί την άλλη.

63. Όταν ο Άρειος λέγει ένα και μόνο Θεό αληθινό και άκτιστο, τον Πατέρα του Κυρίου, εμείς θα φωνάξουμε «άπαγε». Διότι δεν είναι μόνο αυτός άκτιστος, επειδή Θεός αληθινός και άκτιστος πραγματικά είναι και ο εκ Θεού Θεός. Έτσι λοιπόν, και όταν ο Βαρλαάμ και ο Ακίνδυνος λέγουν μια άκτιστη θεότητα, την ουσία του Θεού, δεν το ανεχόμαστε, διότι αποσπούν από εκείνην, την έμφυτη λαμπρότητά της, την απαλλοτριώνουν και την συντάσσουν μαζί με τα κτιστά. Διαβεβαιώνουμε επίσης ότι κι’ αυτή είναι άκτιστη και αληθινή θεότης κι’ έτσι μια θεότητα δεχόμαστε κι’ εμείς κυρίως, η οποία δεν ευρίσκεται μόνο στην ουσία, αλλά και στην καθ’ όλα θεωρούμενη τελειότητα· διότι δεν είναι ατελής ούτε ακαλλής ούτε στερημένη λαμπρότητας ή ενεργείας και δυνάμεως θεατικής και δημιουργικής και θεοποιού.

Συνεχίζεται

ΤΙ ΕΧΕΙ ΝΑ ΠΕΙ Ο ΑΣΕΒΗΣ ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΑΙΤΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΤΙΑΤΟ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΓΓΕΝΕΨΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΕΙΟ;

Αμέθυστος


Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2020

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ - ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ (15)

ΠΡΟΣ ΑΚΙΝΔΥΝΟΝ ΛΟΓΟΣ ΑΝΤΙΡΡΗΤΙΚΟΣ ΤΡΙΤΟΣ

ΠΡΟΣ ΤΑ ΣΥΓΓΡΑΜΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΧΑΡΙΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΘΕΙΩΣ ΧΑΡΙΤΩΜΕΝΩΝ ΑΠΟ ΑΥΤΗΝ



ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15

Έκθεσις περί άλλης ρήσεως του Ακίνδυνου, από την οποία ελέγχεται να ομολογεί ότι οι άγιοι λέγουν άκτιστη θεότητα και το φως της θείας μεταμορφώσεως, αλλ’ ο ίδιος να παραινεί να μην προσέχουν σ’ αυτούς ως διθεΐτες και ψευδομάρτυρες



56. Λέγει λοιπόν (ο Ακίνδυνος) ότι απέτρεψε να λέγεται θεότης τούτο το ορατό φως, και το έκαμε, για να μην υπάρχουν δύο άκτιστες θεότητες, αλλά δεν εδίδαξε περί του φωτός που έλαμψε στο Θαβώριο όρος. Επειδή λοιπόν δεν είπε ακόμη για τούτο, τώρα μεταφέρει προς αυτό τον λόγο γράφοντας· «δεν πρέπει λοιπόν να εκλαμβάνουμε το φως της μεταμορφώσεως στο όρος Θαβώρ και τα εγκώμια των αγίων σ’ αυτήν ως αποδείξεις για την ύπαρξη δύο θεοτήτων· το να δεχόμαστε δύο θεότητες, ή μία από δύο θεότητες, είναι έξω από το λόγο της ευσεβείας που παραδόθηκε σ’ εμάς».
Τί λέγεις; Δεν θα χρησιμοποιούμε τους ύμνους των αγίων στο φως της μεταμορφώσεως του Κυρίου για να εξυμνούμε τούτο κι’ εμείς σύμφωνα με τους αγίους, ως «δόξα προτέλεια και υπερτέλεια και επέκεινα πάντων», ως «δόξα διηνεκή και διαιωνίζουσα της βασιλείας του Θεού», ως «αθέατη και θεϊκή του Θεού Λόγου δόξα, της οποίας ο Χριστός έδειξε επάνω στο όρος μικρό μέρος κι’ έτσι εφανέρωσε απορρήτως τον ενοικούντα στη σάρκα Θεό και την θεία και ουσιώδη του ευπρέπεια», ως «ανεκλάλητη και αγένητον θέωσιν», ως «φυσική άναρχη ακτίνα της θεότητος», ως «φως θεότητος», «αστραπήν θεότητος», «αίγλης θείας χύσιν απεριόριστον», «θεότητα Θεού», «βασιλείαν Θεού»,  «φως άυλο», «αΐδιο», «ασύγκριτο», «άκτιστο»;
Αυτά και τα παρόμοια με αυτά δεν παραλείπουν ν’ αναφωνούν δια των αιώνων οι επόπτες και μύστες και εραστές του αληθινού φωτός, μυημένοι να το υμνούν έτσι από την προς αυτό μυστικήν ένωσιν.

57. Και μάλιστα το ότι οι άγιοι κηρύττουν ότι τούτο το φως είναι άκτιστο και το καλούν θεότητα, το μαρτυρείς εδώ και εσύ. Αλλιώς πώς θα προέτρεπες να μην εκλαμβάνουμε τα εγκώμια των αγίων στη θεια μεταμόρφωση, για ν’ αποδειχτεί ως άκτιστη θεότητα και το φως που εφάνηκε σ’ εκείνη, αν δεν περιεχόταν τούτο (το φως) μέσα στα εγκώμια σ’ αυτήν (την θεία μεταμόρφωση); Αν λοιπόν εκείνοι εγκωμιάζοντας είπαν τέτοια πράγματα περί του φωτός της μεταμορφώσεως και δεν ήταν όμως αληθινά τέτοιο το φως, θα ευρεθούν ψευδομάρτυρες οι άγιοι του Θεού, αφού μαρτυρούντες αυτόν έδειξαν τέτοιο φως που δεν υπέδειξε εκείνος και συνθέτουν και αναπέμπουν ψευδείς ύμνους στον Χριστό, την αλήθεια. Και πώς τότε είναι άγιοι; Μάλλον δε πώς δεν είναι, κατά σε, πολέμιοι και αντίπαλοι της αυτοαλήθειας;
Αν εκείνοι είπαν, όπως βέβαια είπαν, και το αληθές είπαν, διότι πώς μπορούσε αλλιώς, απ’ αυτό δε συνάγονται δύο άκτιστες θεότητες, όπως μαρτυρείς εσύ ο ίδιος και τούτο, έπειτα λέγεις ότι τούτο είναι δυσσεβές, άρα δεν παρουσιάζεις φανερά δυσσεβείς τους αγίους;
Διότι το συναγόμενο δεν είναι μάλλον αυτού που το συνάγει (συναγόντος), αλλά τούτων που λέγουν τα πράγματα από τα οποία συνάγεται εκείνο.

58. Θα μπορούσαμε όμως εμείς επικαίρως να σου ειπούμε μαζί με τον Θεολόγο Γρηγόριο, ότι «δεν θ’ αποφεύγαμε να το ομολογήσουμε, φοβούμενοι εσένα το συκοφάντη, αν κάτι ευρίσκαμε να μην λέγεται σαφώς από τη Γραφή ή να μην εννοείται εύκολα από τους πολλούς».
Και το λέγω τούτο τώρα, λαμβάνοντας υπ’όψιν μου το εριστικό ήθος σου, επειδή εκείνοι που προσφέρουν αφιλόνεικο αυτί ακούουν να κηρύσσεται από τη Γραφή άκτιστο και θεότης το φώς εκείνο, καθώς και η λαμπρότης της θείας φύσεως και η φύσις της οποίας ήταν αυτή η λαμπρότης, μαζί δε με αυτήν και η θεατική του Θεού δύναμις και η φύσις της οποίας η δύναμις «και η μεν φύσις είναι άφραστη και ανεκφώνητη, υπερβαίνει όλη την διά της φωνής σημασία», η δε θεατική δύναμίς της και η αυτεξουσιότης και η λαμπρότης και τα παρόμοια με τούτα, υποδεικνύονται, έστω και αμυδρώς, και ονομάζονται δια του ονόματος της θεότητος. Αλλά συνυπακούεται και τούτο κηρυττόμενο, ότι αυτά δεν εμποδίζουν να είναι μια η άκτιστη θεότης, τελεία καθ’ όλα και προσκυνουμένη από τους φρονίμους σε ουσία και δύναμι και ενέργεια άκτιστη.
Ώστε το ότι δεν χρειάζεται εξ αίτιας του φωτός στο Θαβώριο όρος ν’ αναιρέσουμε την μία θεότητα, και ο ίδιος ο Ακίνδυνος το διεκήρυξε εδώ.


Συνεχίζεται

Αμέθυστος