Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Γρηγόριος Δοχειαρίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γέροντας Γρηγόριος Δοχειαρίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 15 Μαΐου 2025

«Ταπείνωσε την σάρκα, για να ἔχεις γλυκό Παράδεισο» (Συζητώντας με τον γέροντα Τύχωνα τον Ρώσο)

Η συνάντηση του ηγουμένου της Δοχειαρίου με τον παπα-Τύχωνα τον Ρώσο
                                   Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο και κείμενο 
Ορισμένοι ἄνθρωποι εἶναι μόνον νὰ τοὺς βλέπουμε, ἀλλὰ να μὴν τοὺς ἀκοῦμε. Καὶ ἄλλοι μόνον νὰ τοὺς ἀκοῦμε, ἀλλὰ νὰ μὴν τοὺς βλέπουμε. Σπάνιοι αὐτοὶ ποὺ συνδυάζουν καὶ τὰ δυό: καὶ νὰ τοὺς βλέπουμε καὶ νὰ τοὺς ἀκοῦμε.
Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ μακαριστὸς Γέροντας Τύχων ὁ Ῥῶσος.
Ἦταν σχετικὰ ὑψίκορμος ἄνδρας, μὲ μακριὰ γενειάδα, ποὺ τὴν εἶχε πάντοτε δεμένη κόμπο, γιὰ νὰ εἶναι πιὸ ἄνετος στὴν διακονία, καὶ δασιὰ φρύδια, ποὺ τοῦ σκέπαζαν τὸ ἥμισυ τῶν μεγάλων του ὀφθαλμῶν.
Στὶς ἀρχὲς Ἰουλίου τοῦ 1967 ἔνας ταπεινὸς λευΐτης μᾶς ὡδήγησε στὴν Καλύβα τοῦ Γέροντος Τύχωνος.
Ἦταν τὸ Κελλί του ἀληθινὸ ἀσκητήριο, κρυμμένο μέσα στὰ ἀδιαπέραστα δάση καὶ φυλλώματα τοῦ κατάσκιου Ἁγίου Ὄρους. Προσιτὸ μόνο σ’ αὐτοὺς ποὺ γνώριζαν.
Ἤτανε στὴν κυριολεξία Καλύβα ἀπέριττη, ποὺ ἔδειχνε περισσότερο ἐρειπωμένη παρὰ κατοικημένη.
Κρούσαμε τὴν θύρα βαστάζοντας τὴν ἀναπνοή μας.
«Τί λογῆς ἀσκητὴς εἶναι αὐτός, ποὺ ἔπρεπε νὰ διανύσουμε τόσο δρόμο, γιὰ νὰ πάρουμε τὴν εὐχή του;»
Ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ φάνηκε μία μεγαλοπρεπὴς μορφὴ τῶν παλαιῶν καιρῶν.
Μᾶς ὑποδέχθηκε μέσα σὲ χίλια «δόξα τῷ Θεῷ», χωρὶς νὰ φανῆ ἐνοχλημένος, ποὺ τοῦ χαλάσαμε τὴν ἡσυχία ἢ τοῦ διακόψαμε τὴν προσευχή.
Μᾶς ὡδήγησε στὴν μικρή του ἐκκλησία ψάλλοντας τὸ«Ἄξιόν Ἐστι».
Φόρεσε τὸ τριμμένο του καὶ ὄχι ἰδιαίτερα καθαρὸ πετραχήλι. Ἔκανε δέηση ζητώντας τὰ ὀνόματά μας νὰ τὰ μνημονεύσει. Δεσποτικῆς ὑποδοχῆς ἀξιωθήκαμε! Ἀλλά, ὅλα αὐτὰ ἁπλᾶ καὶ ἀπροσποίητα, ὄπως ὑπαγορεύει ἡ ἀληθινὴ ἁγιότητα.
Τέτοια πανέμορφη ὑποδοχὴ μὲ ἀπέραντη ἀγαπητικὴ διάθεση δὲν ξαναγνώρισα στὸ πέρασμα τῆς βιοτῆς μου.
Τίποτα δὲν σκέπτεσαι αὐτὴν στιγμή. Μόνον μένεις μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα.
Μετά, μᾶς οδήγησε ἔξω ἀπὸ τὴν κέλλα του, στὸ ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι. Ἐκεῖ ὑπῆρχε μικρὴ πέτρινη σκάλα. Καθίσαμε. Πήραμε θέση ἀκροατοῦ καὶ ὁ Γέροντας ὄρθιος ἐφθέγγετο τῶν Πατέρων τοὺς λόγους. Δὲν προτιμοῦσε δικές του διηγήσεις, ἀποκαλύψεις καὶ ὁράματα. Ὁ λόγος του ἤτανε καθαρὰ πατερικός, εὐαγγελικός· θύμιζε παχωμιανὴ διδασκαλία. Προτιμοῦσε τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, τὸν ὁποῖο διάβαζε καὶ μελετοῦσε στὰ Καρούλια 17 χρόνια, ὅπως ἔλεγε.
Μάλιστα ἐλυπεῖτο ποὺ δὲν εἶχε ἀνθρώπους νὰ τοὺς μεταδώσει αὐτὰ ποὺ πραγματικὰ ἐνστερνίσθηκε καὶ ἀφομοίωσε σὰν στερεὰ τροφή.
Κάποιος ἀπὸ μᾶς τοῦ ζήτησε διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου. Ὁ προσγειωμένος στὴν πραγματικότητα Γέροντας ἀπήντησε εὐγενικά:
-Ἐσεῖς στὸν κόσμο τὴν χρυσοστομικὴ διδασκαλία νὰ χρησιμοποιῆτε. Ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς μοναχούς.
Ὁ Γέροντας Τύχωνας εἶχε τὴν μεγίστη τῶν ἀρετῶν, τὴν διάκριση. Ἔλεγε:
-Δὲν θὰ βάλω τὸ ἴδιο φορτίο στὸν ἵππο καὶ στὸ γαϊδουράκι· θὰ τὸ ξεκάνω γρήγορα.
Οὔτε περὶ νοερᾶς ἀθλήσεως ἔκανε βιτρίνα. Ἡ δική του προθήκη εἶχε μόνον, γιὰ μᾶς τοῦ κόσμου, τὴν χρυσοστομικὴ διδαχὴ καὶ παράκληση.
Ὁ Γερο-Τύχων ἤτανε Γέροντας ἀληθινός. Ἔφεγγε σὲ ἕναν καὶ φώτιζε πολλούς.
Ἀφοῦ εἴδαμε πὼς δὲν παρασύρεται ὁ γέρος στὶς δικές μας ἄκαρπες καὶ ἀτυχεῖς ἀπογειώσεις, ποὺ ἤτανε πλήρεις φιλοδοξίας καὶ ἐξωπραγματικότητας, τὸν ῥωτήσαμε γιὰ τὴν νέκρωση τῆς σάρκας, ποὺ ἤτανε τὸ πιὸ καυτὸ πρόβλημά μας.
Ὁ Γέρων σὰν νὰ χάρηκε ποὺ τοῦ ζητήσαμε κάτι προσγειωμένο καὶ μίλησε μὲ πολὺ ὅμορφο τρόπο, σὰν νὰ ἦταν ὁ ἴδιος δεκαοκτάχρονο παλληκάρι καὶ πάλευε μὲ τὴν ἀδυσώπητη σάρκα του:
-Ἡ σάρκα, ὅσο θάλλει, ἀπὸ τὶς παχυντικὲς τροφὲς καὶ τὴν ἀνάπαυση, ζητᾶ ὄχι ἁπλῶς τὴν μερίδα της, ἀλλὰ ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο νὰ καταβροχθίσει καὶ χορτασμὸ δὲν ἔχει.
Ταπείνωσε τὴν σάρκα σου μὲ κόπους καὶ νηστεῖες, καὶ γυναίκα δὲν θὰ θέλει καὶ γλυκὸ παράδεισο θὰ κληρονομήσεις.
(Ἐμεῖς, στρουμπουλοὶ καὶ ἀφρᾶτοι ἀπὸ τῆς μεγαλούπολης τὴν τρυφή, νιώσαμε ντροπιασμένοι. Δὲν ξέραμε ποῦ νὰ κρύψουμε τὰ ἄσπρα πρόσωπα καὶ τὰ ῥοδοκόκκινα μάγουλά μας.)
Εἶπε ὁ Γέροντας πολλά. Δὲν τὰ βάσταξε ὁ νοῦς μου, ἀλλ’ ἡ καρδιά μου τὰ κράτησε φυλακτικὸ κατὰ τῶν δαιμόνων.
Κάποια στιγμὴ εἶπε στὸν παπᾶ νὰ φτιάξει καφέ, κάτι νὰ προσφέρει στοὺς ξένους. Ψωμὶ δὲν φαίνεται νὰ ὑπῆρχε.
Κάποιες φέτες εἶχε ἁπλώσει στὸν ἥλιο νὰ γίνουν παξιμάδι, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὲς τὸ περισσότερο τὸ ἔπαιρναν τὰ μυρμήγκια. Ὅταν τοῦ εἶπα:
-Τὰ μυρμήγκια θὰ πάρουν τὸ ψωμι.
Μοῦ ἀπήντησε:
-Θὰ μείνει καὶ γιὰ μένα. Ὅσο εἶναι τρυφερό, τὸ παίρνουν. Ὅταν ξηρανθῆ ἀπὸ τὸν ἥλιο, θὰ τὸ ἀφήσουν.
Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ παπᾶς πῆγε νὰ πλύνει τὰ «φλιτζάνια τῆς Βοημίας» -μερικὰ τενεκάκια ἀπὸ γάλα, γεμᾶτα κατακάθια ἀπὸ καφὲ ποὺ εἶχε προσφέρει κάποια ἄλλη φορά.
-Ἄφησέ τα, Πάτερ μου· αὐτὰ εἶναι κοσμικά. Βάλε τὸν καφὲ νὰ πιοῦνε οἱ ἄνθρωποι.
Θαύμασα πόσο βαθιὰ μπῆκε στὴν καρδιά μου τὸ ἐρευνητικό του βλέμμα. Ἐγώ, πράγματι, εἶχα δεῖ μὲ ἀπόλυτη ἀποστροφὴ τὰ κεσεδάκια τοῦ Γέροντα. Σκέφθηκα νὰ τὸν ξεγελάσω καὶ νὰ ῥίξω τὸν καφὲ στὸ πεζούλι, ἀλλὰ ποῦ νὰ γλιτώσω ἀπὸ τὴν ματιά του. Τὸν ἤπια καὶ μαθήτευσα στὴν ἁπλότητα τοῦ ἀσκητοῦ μιὰ γιὰ πάντα.
«Μὴν αὐτοεμπαίζεσαι», εἶπα στὸν ἑαυτό μου, «δὲν μπορεῖς νὰ γίνεις ἀσκητής. Στὸ Κοινόβιο καὶ πολὺ θὰ σοῦ εἶναι.»
Ἕνας ἄλλος ἀδελφός, μὲ δική μας παρότρυνση, διακριτικὰ προσπαθοῦσε νὰ τὸν φωτογραφίσει.
-Ἄστο παιδί μου, αὐτὸ τὸ κουτί, καὶ ἄκου τοῦ Χρυσοστόμου τὰ λόγια. Καθόλου δὲν εἶναι δικά μου.
Ὁ Γέροντας ζοῦσε πολὺ ὑστερημένα, ὅπως ἄκουσα ἀπὸ μαθητή μου. Ἔβραζε νερὸ καὶ βουτοῦσε τὸ ψαροκόκκαλο τῆς ῥέγγας δύο-τρεῖς φορὲς καὶ ἔφτιαχνε «ψαρόσουπα» τὶς μεγάλες μέρες τῶν ἑορτῶν. Τὸ ξύλινο κρεββάτι του ἤτανε γυρτό, σκέτη κατρακύλα. Μόλις τὸν ἔπαιρνε ὁ ὕπνος, κυλοῦσε καὶ ἔπεφτε.
Λειτουργοῦσε κάθε μέρα καὶ μάλιστα σὲ περίοδο χειμῶνα τὸ ῥιψοκινδύνευε καὶ ἄρχιζε μόνος του, προτοῦ φθάσει κάποιος ψάλτης.
Κάποτε, ὁ ἐπίσκοπος Λένιγκραντ Νικόδημος τὸν ἐπεσκέφθηκε καὶ γονάτισε νὰ τὸν εὐλογήσει. Τοῦ εἶπε:
«Σήκω ἐπάνω· εἶσαι δεσπότης».
Πάντα ζοῦσε ἔξω ἀπὸ κάθε ἄνεση καὶ γνωριμία τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ. Τὸ δειλινὸ ἔπαιρνε τὸ κομποσχοίνι καὶ ἔφερνε ἄπειρες βόλτες στὸν κήπό του, λέγοντας τὴν εὐχὴ στὰ ῥωσικά. Μόνον τὸ«ἐλέησόν με» ἀκουγόταν ὑπόκωφα.
Φεύγαμε καὶ ὅλοι ἐπαναλαμβάναμε τὸν φθόγγο του τὸν ἱερό:«Ταπείνωσε τὴν σάρκα, γιὰ νὰ ἔχεις γλυκὸ Παράδεισο».
πηγή«Μορφές που γνώρισα να ασκούνται στο σκάμμα της Εκκλησίας»
του + Γέροντα Γρηγορίου Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου(Έκδοση Ι.Μ.Δοχειαρίου.Άγιο Όρος 2010.)

Παρασκευή 11 Απριλίου 2025

Μια μικρή συνέχεια από τα ανήκουστα...


Του μακαριστού Γέροντα Γρηγόριου Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου

Πιστεύω πως η πίστη μας είναι εξ αποκαλύψεως. Έτι πιστεύω πως η κατανόηση της θείας αποκαλύψεως είναι έλλαμψη του Αγίου Πνεύματος. Η ευχή προ των θείων αναγνωσμάτων στην θεία Λειτουργία αυτό μας λέγει: «Έλλαμψον εν ταίς καρδίαις ημών το της σης θεογνωσίας ακήρατον φως». Συνεπώς, δεν είναι ούτε γνώμες δικές μας, ούτε συστήματα και τρόποι μεταφράσεως.
Οι σημερινοί μεγάλοι θεολόγοι, σίγουρα μετά από πολλή άσκηση, νηστεία και προσευχή, και σπουδή εις την Εσπερίαν και νούν πλούσιον, μας παρουσιάζουν ότι γνώρισαν τις σχέσεις των προσώπων της Αγίας Τριάδος! Και η ενότητα έπαυσε πιά να είναι στην απρόσιτη και ακατάληπτη ουσία του Θεού, αλλά στο πρωτείο του Πατρός! Και ότι η Εκκλησία είναι εικόνα της Αγίας Τριάδος! Κατά συνέπειαν, όπως στην Αγία Τριάδα υπάρχει ένας πρώτος, έτσι και στην Εκκλησία πρέπει να υπάρχη ένας πρώτος!
Αυτά ούτε στην θεία αποκάλυψη τα βρίσκουμε, ούτε στην θεία παράδοση. Είναι πάνυ άγνωστα και στους αγίους Αποστόλους και στους αγίους Πατέρες. Και όλα αυτά, για να φθάσουμε στην επάρατη διδασκαλία του πρωτείου και του αλαθήτου του παπισμού!
Ένας παλιός καρδινάλιος έλεγέ μας: «Θα βρούμε εμείς τρόπο να σας παρουσιάσουμε το πρωτείο έτσι που να το αποδεχθήτε». Και να, που είχε και προφητικά χαρίσματα ο Τιμπρέ. Ορίστε λοιπόν, να καταργηθή το δημοκρατικό πολίτευμα της Εκκλησίας και να θεσπιστή ο ένας με πρωτείο και αλάθητο. «Άκουε ουρανέ και ενωτίζου η γη» (ας επικαλεσθώ τον προφήτη Ησαία) «Η Οικουμενική Σύνοδος δεν είναι θεσμός της Εκκλησίας, αλλά είναι ένα συμπτωματικό γεγονός»! Αν οι Οικουμενικές Σύνοδοι δεν ήτανε θεσμός, πως θεσπίσανε νόμους και Κανόνες;
Ακούστε κι άλλα: Η Εκκλησία τον Αυγουστίνο τον επίσκοπο Ιππώνος τον είπε ιερό Αυγουστίνο, δεν τον είπε άγιο. Η διάκριση της Εκκλησίας δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία. Τον Ισαάκ τον Σύρο δεν τον είπε άγιο, τον είπε αββά. Ο πρώτος έχει φοβερές αποκλίσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται όλο το κατασκεύασμα της δυτικής θεολογίας. Και ο αββά Ισαάκ κάπου παρεκκλίνει. Σήμερα στον πρώτο κτίσαμε και ναούς και μοναστήρια και στον δεύτερο κατά θείαν αποκάλυψη που είχε ένας σύγχρονος ασκητής και προφήτης του Αγίου Όρους, του κολλήσαμε το «άγιος».
Έτσι, έχει πλήρη πιά εφαρμογή το «τα μεν οπίσω επιλανθανόμενοι, τοις δε έμπροσθεν επεκτεινόμενοι», μέχρι του να γνωρίζουμε τις σχέσεις των προσώπων της Αγίας Τριάδος και να απορρίπτουμε ο,τι η Εκκλησία θέσπισε εν τη μεγίστη αυτής διακρίσει.
Όλα αυτά, να το πω λαικά, ίσως και λίγο άπρεπα, είναι κωλοτούμπες, που έχουνε δυστυχώς και θεατές και ακροατές. Ο Χριστός, που κρατάει το πηδάλιο της Εκκλησίας, και ουχί κάποιος πρώτος και αλάθητος, παρακαλούμε και δεόμεθα και ικετεύομε να το κρατήση σε σταθερή ρότα πορείας μέσα στα πελάγη του κόσμου. Ναυτία μας έπιασε και ζητούμε αντίδοτο, για να σταματήσουμε να αντραλιζώμαστε, και που; μέσα στο καράβι της Εκκλησίας.
Δεν έχω όραση, για να επεκτείνω τον λόγο. Γι᾽ αυτό σας δίνω, αγαπητοί μου χριστιανοί, αυτήν την φορά αυτά τα ολίγα, απλά και κατανοητά. Δεν τα παρουσιάζω στους καθηγητές των Πανεπιστημίων, αλλά στον λαό, τον θεματοφύλακα της πίστεως. Και σας παρακαλώ εύχεσθε στις καρδιές των νέων θεολόγων να υπάρχη έλλαμψη του Αγίου Πνεύματος και όχι εκλάμψεις του νού που ουδέποτε ηγεμόνευσε των παθών τους.
«Κατάστησον, Κύριε, τον νούν μας ηγεμόνα.»
Για να γίνη όμως αυτό, πρέπει να υπάρχη η προϋπόθεση της αγίας ασκήσεως…

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2024

ΤΟ ΚΑΘΑΡΤΙΚΟΝ ΚΑΙ Ο ΟΜΟΦΥΛΟΦΥΛΟΣ (ανέκδοτο του μακαριστού Γέροντος Γρηγορίου)

ΛΑΒΡΟΣ αμέρωτος προς την σοδομική διαβολοκρατία της εποχής μας ,ο λεβεντόψυχος και αδούλωτος μακαριστός Γρηγόριος ,ο και Ηγούμενος χρηματίσας της Μονής Δοχειαρίου, κάποιο πρωινό καθήμενος στον αρσανά βλέπει έναν προσκυνητή να φορεί πολύχρωμα αθλητικά παπούτσια του αρλεκίνου .
Αμέσως λοιπόν ετοιμόλογος και ευθύς, του βάζει τις φωνές ...
-Ρε συ,τί παπούτσια είναι αυτά που φοράς; Αδέλφή έγινες;
-Βρε Πατέρες σύρτε και φέρτε ένα ζευγάρι μαύρες αρβλυλες στον ευλογημένο...Ενω μυστικά με το κομβοσχοίνι στο χέρι προσεύχονταν για εκείνον τον άνθρωπο έστω και αν τον είχε φαινομενικά αποπάρει.

Τότε σαν την θάλασσα που σκάει αποφασισμένη και αγανακτισμένη το κυμμα στην ακτή, άρχισε να μας μιλά με ιερό θυμό για την κατάντια της εποχής μας, όπου γυρνάει νοσταλγώντας στην αυτοκαταστροφική σοδομική εποχή,ενώ στο τέλος έκλεισε με ένα έξυπνο και διδακτικο ανέκδοτο...

"Πάει ένας αμετανόητος gay σε κάποιον γιατρό και του αναφέρει μία από τις πολλές ασθένειες που είχε αποκτήσει από την ακόλαστη ζωή του.
Τονε ακούει με προσοχή ο Γιατρός καθισμένος στο γραφείο του και κουνώντας το κεφάλι του και στο τέλος του συνταγογραφεί το απαραίτητο φάρμακο για την αρρώστια του.
Παίρνει αυτή την δυσανάγνωστη συνταγή ο παθών και πηγαίνει αμμέσως στο πλησιέστερο φαρμακείο για να την εκτελέσει.
Όμως εξανίσταται διαβάζοντάς την ο Φαρμακοποιός και απορημένος τηλεφωνεί στον Γιατρό:
-Γιατρέ μου,στα σοβαρά έγραψες αυτή την αγωγή; Εδώ γράφεις πως πρέπει ο άνθρωπος να πάρει ένα κιλό καθαρτικά! Θα τονε τσιμεντώσεις ένα μηνα στην λεκάνη του καμπινέ.
Και του απαντά αμέσως στωικά και λακωνικά ο Γιατρός :

-Τόσο το καλύτερο για να μάθει τί δουλειά κάνει ο κω...ς του".


-ΑΘΩΝΙΤΗΣ-

Τετάρτη 24 Ιανουαρίου 2024

Αυτή η γιαγιά με εδίδαξε με την ζωή της και τον λόγο της το πατρώον σέβας.«Η νηστεία είναι, παιδί μου, η βάσις κάθε σωματικής ασκήσεως».

 Μπορεί να είναι εικόνα 2 άτομα

Όλες τις Σαρακοστές άλαδο η γιαγιά και ολόκληρο το σπίτι. Μ᾽ έμαθε ν᾽ ανάβω το καντήλι, να θυμιάζω, να ανάπτω κερί μπροστά στα εικονίσματα και να προσεύχωμαι στον όρθρο και στο δείλι. Μου υπέδειξε τις μετάνοιες σαν προσευχή που την δέχεται ο Θεός. Με δίδαξε ότι αν τρεις Κυριακές δεν ακούσουμε τον εξάψαλμο, σταματάμε να είμαστε χριστιανοί. «Σήκω, παιδί μου, ο παπάς πέρασε, ανέβηκε στην Παναγία· μη ξεχνάς ότι και την προηγούμενη Κυριακή τον χάσαμε τον εξάψαλμο.» Μ᾽ έμαθε να τον ακούω όρθιος και σεβίζων, υποκλινόμενος. Την ώρα που διαβαζότανε το Ευαγγέλιο έβαζε κερί στο μανάλι, γιατί πίστευε ότι το Ευαγγέλιο είναι η διαθήκη που άφησε ο Χριστός στον κόσμο, και στην σύνταξη και ανάγνωση των διαθηκών, που γινότανε πάντοτε το εσπέρας, όλοι βαστούσαν κερί, για να βλέπη ο συντάκτης. Μ᾽ έμαθε πως το «Δόξα Πατρί» είναι η μεγαλύτερη δοξολογία και ιστάμενος όρθιος να σταυροσημειούμαι. Μ᾽ έμαθε την Μεγάλη Σαρακοστή, εισερχόμενος στον ναό, να κάνω τρεις μετάνοιες, για τον προηγιασμένο Άρτο που βρίσκεται στην αγία Τράπεζα.
Μου υπέδειξε, περνώντας μπροστά από κάθε εκκλησία, να σταυροσημειούμαι και να επικαλούμαι τον Άγιο της εκκλησιάς. Όπου και να βρίσκωμαι, την ημέρα των Θεοφανείων να την τιμώ όπως την Κυριακή του Πάσχα. Μου διηγήθηκε ότι πολλοί ευλαβείς άνθρωποι είδαν τα ξημερώματα της εορτής της Μεταμορφώσεως το άκτιστον φως. Μου υπέδειξε την Κυριακή να μη γονατίζω, γιατί οι άγιοι Κολλυβάδες τους δίδαξαν ότι η Κυριακή είναι Πάσχα. Μ᾽ έμαθε το πρόσφορο το καλοζυμωμένο να το προσφέρω στην εκκλησία όχι με γυμνά τα χέρια, αλλά σε άσπρη καθαρή πετσέτα. Μ᾽ έμαθε όταν φτιάχνω τα κόλλυβα, να ᾽χω κερί και λιβάνι. Μου υπέδειξε στο Ιερό που διακονώ, ποτέ τα ενδύματά μου να μην αγγίξουνε την αγία Τράπεζα, γιατί -όπως έλεγε- είναι ο θρόνος του Θεού.
Κι έτσι δώνω συχώριο σε όλους τους παππούδες και τις γιαγιάδες που μου είπαν: «Πρόσεχε τους μορφωμένους. Από αυτούς θα χαλάση ο Θεός τον κόσμο». «Τα υπέρμετρα των δαιμόνων εισιν» έλεγε ο όσιος Αμφιλόχιος ο Πάτμιος. Οδήγησέ τον τον άλλον στην στράτα του Θεού και ο Θεός θα τον κατευθύνη και θα τον διδάξη. Όχι μεγαλοστομίες. Εμείς μένουμε σ᾽ αυτά που διδαχθήκαμε από τους προγόνους μας, ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι οι ακολουθίες, το κερί και το λιβάνι και το καντήλι που ανάβει μπροστά στα άγια εικονίσματα. Και πιο πέρα δεν πηγαίνω. Αν θέλη, ας με πάη ο Θεός.
Κύριε, βοήθα. Θόλωσαν τα νερά και δεν βλέπουμε την ομορφιά του βυθού της θάλασσας. Κύριε, συγκράτησε τους μεγαλοδιανοούμενους. Φρενάρισε το κακό που μας βρίσκει τα τελευταία χρόνια. Και εμείς, λάτρεις σου αμετάθετοι και αμετακίνητοι.
Μακαριστός Γρηγόριος ο Αρχιπελαγίτης.
Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου.
+2018

Τρίτη 23 Ιανουαρίου 2024

ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΗΜΕΡΑ...;

 Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο

 
[...] Μὲ αὐτὸν τὸν νόμο κορυφώνεις τὸ κακό, σταματᾶς τὰ καυχήματα τῶν γονιῶν, τοὺς βάζεις στὴν ἀμφισβήτηση ἂν ἀναθρέφουν ἄνδρα ἢ γυναίκα, σταματᾶς τὸ νανούρισμα τῆς μάννας...... [...] Ὄχι τὸ Ὄρος δὲν πρέπει νὰ σὲ δέχεται, ἀλλ᾽ οὔτε ἡ μάννα ποὺ σὲ γέννησε. Ἡ φουρτούνα ποὺ σήκωσες αὐτὴ θὰ σὲ πνίξη. Μέριασε. [...]
 

 Κάποτε, όταν ο Τσίπρας έφερνε το σύμφωνο συμβίωσης, ο πατέρας Γρηγόριος του έγραφε (μεταξύ άλλων) και τα παρακάτω. Σε έναν άθεο, πολιτικό. Σε έναν επίσκοπο της Εκκλησίας που μπαίνει σε ναούς με ΛΟΑΤ σημαίες και τους δέχεται και κανονικότατα, άραγε τι θα έλεγε;

Ολόκληρο το κείμενο που και είναι τόσο επίκαιρο και σήμερα. Δυστυχώς οι σημερινοί ηγούμενοι φάνηκαν …«διακριτικότεροι».

«Ὡς ἄνθρωπος τῆς ὑπαίθρου καὶ τῶν θαλασσοδαρμένων νησιῶν, ἔπρεπε νὰ σπουδάσω τοὺς καιρούς, ὄχι ἁπλὰ νὰτοὺς μάθω. Ἡ κυβέρνησή σου ταξίδεψε μὲ μπάτη. Σιγά-σιγὰ ὅμως ἔγινε μαϊστράλι καὶ τώρα μαΐστρος μὲ τὰ μάγγανα, ποὺ ξερριζώνει τὰ κλαδιὰ καὶ ἐκσφενδονίζει πέτρες, καὶ ἀπὸ τὴν στεριὰ καὶ ἀπὸ τὴν θάλασσα.
Τὰ χρόνια τῆς σκλαβιᾶς ὁ ραγιᾶς τραγουδοῦσε: «Μέριασε, βράχε, νὰ διαβῶ». Μὲ αὐτὸ τὸ μικρὸ τραγουδάκι, ποὺ τὸ ἔλεγε ἄλλοτε ψιθυριστὰ καὶ ἄλλοτε δυνατά, ἀναγνώριζε ὅτι οἱ κρατοῦντες ἦταν βράχος. Ἀλλὰ κι ἐγώ, ὁ ραγιᾶς, εἶμαι φουρνέλο, κι ἂς μὴ φαίνωμαι. Αἰσθάνομαι κι ἐγὼ τὴν ρώμη τῶν δυνάμεών μου. Δὲν μπορῶ νὰ σὲ ἀφανίσω, ἀλλὰ μπορῶ νὰ σὲ μεριάσω, γι᾽ αὐτὸ σοῦ λέω «μέριασε», δὲν σοῦ λέω «ἐξαφανίσου». Δὲν σοῦ συνιστῶ, λοιπόν, οὔτε νὰ πέσης οὔτε νὰ παραιτηθῆς, ἀλλὰ νὰ παραμερίσης μὲ ἀξιοπρέπεια καὶ τιμή.
Ἀνέβηκες σὲ μιὰ πίστα καὶ χορεύεις, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν μπορεῖς νὰ παρακολουθήσης τὰ ὄργανα καὶ μπερδεύονται τὰ βήματά σου. Δὲν μπορεῖς νὰ ἀκούσης τὴν θλιμμένη σήμερα φωνὴ τοῦ κότσυφα, ποὺ λέγει: «Θέλω τὸν Σταυρὸ στοὺς τρούλλους, στὰ καμπαναριὰ τῶν ἐκκλησιῶν, στὰ ἱστία τῶν καραβιῶν καὶ στὸν ἱστὸ τῆς σημαίας. Τὴν μπάλα ποὺ μοῦ ἔβαλες δὲν μπορῶ νὰ τὴν σιγουρευτῶ, ἐνῶ τὰ σκέλη τοῦ σταυροῦ χρόνια τὰ ἔχω βῆμα καὶ τραγουδῶ καὶ ἀνακοινώνω τῆς ἄνοιξης τὶς ὀμορφιὲς καὶ τοῦ χειμῶνα τὶς κακοκαιριές». Ὅποιος τόλμησε στὴν ἱστορία νὰ ρίξη τὸν Σταυρό, τοῦ ᾽ρθε ἡ μπάλα στὸ κεφάλι. Ὄχι τὰ σύμβολα τῆς πίστεως καὶ τοῦ Γένους μας ἀφανισμένα καὶ ἀλογάριαστα ἀπὸ τοὺς κρατοῦντες. Ὄχι οἱ ἀνακοινώσεις τῆς λατρείας ἀπὸ τοὺς κράχτες τῶν τηλεοπτικῶν καναλιῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν παρηγορήτρα καμπάνα. (Βρέθηκα σὲ νοσηλευτήριο τοῦ Βερολίνου. Ἡ μόνη μου παρηγοριὰ ἤτανε κάθε βράδυ ὁ ἦχος μιᾶς καμπάνας, ἴσως ἀπὸ κάποιο μοναστήρι.) Κυριολεκτικὰ δαπανᾶσθε νὰ ὑψώσετε μιναρέδες σ᾽ αὐτὸν τὸν τόπο τὸν ἅγιο καὶ ἀφήνετε τὰ μνημεῖα τοῦ Ἔθνους, τοῦ Γένους καὶ τῆς Ἐκκλησίας νὰ γκρεμίζωνται.
Ἀπόσυρε τὰ θρησκευτικὰ ποὺ διδάσκονται σήμερα τὰ παιδιὰ στὰ σχολεῖα. Δὲν μιλᾶνε αὐτὰ γιὰ τὸν Θεό, ἀλλὰ γιὰ τὰ βδελύγματα τῶν ἐθνῶν. Ἀναπιάνεται τὸ προζύμι χωρὶς νερό; Στὰ χέρια κολλᾶ καὶ τὸ δέρμα βγάζει. Νυμφεύσου στὴν ἐκκλησία, ὅπως καὶ οἱ πρόγονοί σου. Βάπτισε τὰ παιδιά σου, ὅπως βαπτίστηκες κι ἐσύ. Συμμάζεψε κάθε ὑβριστὴ τῆς πίστεως. Ἡ Ἑλλάδα θεμελιώθηκε πάνω στὴν ἀρχὴ τῆς θεοκρατίας. Πρέπει κάθε μέρα νὰ ἀναπλάθεται καὶ νὰ φρεσκάρεται τὸ φύραμά της. Ἂν εἶσαι χριστιανὸς καὶ παρασύρθηκες σὲ ὅσα ἔπραξες μέχρι τώρα, μετανόησε. Ἂν συνειδητὰ δὲν πιστεύεις, παραμέρισε.
Δὲν σὲ γνωρίζω, οὔτε τὸ κάλλος τοῦ προσώπου σου εἶδα ποτέ. Καὶ δὲν θέλω νὰ συναντηθοῦμε, γιατὶ δὲν εἶμαι ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος νὰ σοῦ ἀλλάξω πορεία. Σὲ βλέπω ποὺ τρέχεις σὰν τὸν εἰδωλολάτρη παπᾶ ποὺ ξυλοκόπησε τὸν μοναχό, καὶ τὰ χρόνια τῆς κυβέρνησής σου στριφογυρίζεις τὸ ραβδί σου στὸν ἀέρα. Οὔτε τὸ ραβδί σου θέλω νὰ πάρω οὔτε ἐσένα νὰ πιάσω. Ἀλλὰ ἡ ὀρθόδοξη Ἑλλάδα δὲν διαθέτει τέτοιον ἄνεμο, νὰ ἀνεμίζη ὁ κάθε ἄπιστος καὶ εἰδωλολάτρης τὴν βέργα ποὺ κρατάει στὰ χέρια του. Θέλεις νὰ ἔρθης καὶ στὸ Ἅγιον Ὄρος νὰ στριφογυρίσης τὸ ραβδί σου. Ἀλλὰ θὰ περπατήσης τόσο μόνος, ὅσο ἡ ἐλαφίνα στ᾽ ἀπόσκια τῶν βουνῶν. Ὁ τόπος θὰ σὲ δεχθῆ; Ἀλλὰ οἱ μοναχοί, μόλις σὲ δοῦνε, θὰ σὲ πάρουνε γιὰ παγωμένο μαΐστρο καὶ θ᾽ ἀρχίσουν νὰ φτερνίζωνται.
Ἀπόσυρε τοὺς νόμους ποὺ κατέβασαν τὸν Σταυρό, ποὺ σταμάτησαν τὶς προσευχὲς στὰ σχολεῖα. Ὁ Τοῦρκος, μὲ τὸν ὁποῖο καυκαλίζεσαι, τρεῖς φορὲς τὴν ἡμέρα γονατίζει στὸν θεό του, καὶ τὸ ὀρθόδοξο σχολειὸ θὰ συνάγεται στὶς αἴθουσες ὅπως τὰ μοσχάρια στὰ βοσκοτόπια; Ὅσο ὁ Τοῦρκος μᾶς βάζει χέρι, τόσο ἐμεῖς πρέπει νὰ τοῦ πατᾶμε πόδι. Δὲν μπορεῖς; Μέριασε. Μόνος σου ὡδήγησες τὸν ἑαυτό σου στὸ φρύδι τοῦ βουνοῦ. Προτοῦ πέσης, μέριασε.
Ἡ Ἑλλάδα πρέπει νὰ ἀναπνέη Χριστὸ καὶ ὄχι τὴν μπόχα τῆς βενζίνης καὶ τοῦ καμένου λαδιοῦ. Ὁ Θεὸς σ᾽ αὐτὴν τὴν χώρα ἔδωσε πλούσια τὰ ἀγαθὰ γιὰ τὰ δῶρα τῆς λατρείας· τὸ σιτάρι, τὸ λάδι καὶ τὸ κρασί. Δὲν μᾶς τά ᾽δωσε γιὰ νὰ τὰ τρῶμε στὰ μπαράκια καὶ νὰ τὰ ρουφοῦμε στὰ ποτήρια, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἱερουργοῦμε τὸ ἱλαστήριο μυστήριο. Μὴ καταργῆς τὴν Κυριακή. Πολλοὶ ἔδωσαν τὸ αἷμα τους, γιὰ νὰ μείνη αὐτὴ ἡ ἡμέρα «τοῦ Κυρίου». Καὶ μὴ φέρνης στὸ προσκήνιο τὸ Σάββατο. Μὴν ἀμνηστεύης τὴν μοιχεία καὶ ὅλες τὶς ἄλλες παραμέτρους τῆς ἁμαρτίας αὐτῆς. Μὴ θεσπίζης τὰ ζευγαρώματα ποὺ δὲν κάνουν οὔτε τὰ ζῶα, γιατὶ ὁ Θεὸς τὰ κατέκαυσε. Ἄναψες φωτιὲς ποὺ καῖνε ὄχι μόνον τὰ ξερά, ἀλλὰ καὶ τὰ χλωρά. Μὲ αὐτοὺς τοὺς νόμους σάρωσες τὴν οἰκογένεια καὶ τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ κοινωνία. Δὲν σὲ θεωρῶ κούσουλο, γιὰ νὰ σὲ φυσήξω νὰ παραμερίσης, ἀλλὰ ἄνδρα σπουδαῖο, μὲ δυνάμεις ὅμως καταστρεπτικές.
Πληροφοροῦμαι ὅτι δόγμα θὰ ἐξέλθη ἀπὸ τὴν βουλή σας, ποὺ θὰ δηλώνη ὁ ἄνθρωπος τὸ φύλο του στὰ δεκαπέντε του χρόνια. Δηλαδή, μέχρι δεκαπέντε ἐτῶν θὰ ψάχνωμαι, γιὰ νὰ προσδιορίσω τὴν δύναμη τῆς ψυχῆς ποὺ λέγεται «ἐπιθυμητικόν». Αὐτὸ εἶναι ἐπέμβαση τοῦ ἀνθρώπου στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς δὲν θὰ ὑπνώση· θὰ ἐξεγερθῆ καὶ δὲν θὰ βρεθῆ ὁ οἶκος σου εἰς τὸν αἰῶνα. Μετὰ ἀπὸ ἕνα τέτοιο νόμο, ἡ Ἑλλάδα θὰ γίνη κρανίου τόπος.
Μὴ παλεύης τὸν Ἰσραήλ, μὴ τὰ βάζης μὲ τὸν Ἰσχυρό, μὴ καθυβρίζης τὸν Δημιουργό. Ἐμεῖς ποὺ ἐμακρύναμε ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ φυγαδευθήκαμε στὶς ἐρήμους, ζοῦμε μέσα στὸν κόσμο περισσότερο ἀπὸ σένα ποὺ ζῆς στὸ κέντρο τῆς Ἀθήνας. Βδελυκτὰ καὶ παράνομα πράγματα κατεργάζεσαι. Ὁ ἄνθρωπος ἀγωνίζεται γιὰ τὴν ἐλευθερία του, κι ἐσὺ νομοθέτησες τὴν σκλαβιὰ στὴν ζωή του. Ὁ σκλαβωμένος στὰ πάθη του δὲν εἶναι ἐλεύθερος. Συλλογίσου τα αὐτὰ καὶ παραμέρισε.
Ἄφησε τὶς τόλμες τὶς ἄτολμες. Ἄφησε τοὺς ἀνδρισμούς, ἀφοῦ ἔγινες γυναίκα. Εἴτε πιστεύεις εἴτε δὲν πιστεύεις, εἶσαι ἀπόγονος τοῦ Ἀδάμ, καὶ ἐσὺ καὶ τὸ σινάφι σου, καὶ ὑπάρχει κρίση καὶ ἀνταπόδοση. Φρενάρισε, γιατὶ σκούνταψες καὶ δὲν ὑπάρχει κανένας νὰ σοῦ φέξη, σὲ λίγο θὰ στερῆσαι καὶ δὲν θὰ ἔχης τὸν ἐλεοῦντα.
Μὲ αὐτὸν τὸν νόμο κορυφώνεις τὸ κακό, σταματᾶς τὰ καυχήματα τῶν γονιῶν, τοὺς βάζεις στὴν ἀμφισβήτηση ἂν ἀναθρέφουν ἄνδρα ἢ γυναίκα, σταματᾶς τὸ νανούρισμα τῆς μάννας. Τί θὰ λέη ὅταν κουνάη τὸ παιδί της; «Παιδούλα μου» ἢ «Ἀγόρι μου»; Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὶς δαιμονικὲς δυνάμεις κλίνει πρὸς τὸ κακό. Ἂν τὸ κατοχυρώσης καὶ μὲ νόμο, τότε ἦρθε ἡ ἐποχὴ νὰ ψάχνουμε «ὁ διάβολος θηλυκὸς εἶναι ἢ ἀρσενικός;» Ἡ ἱστορία τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων τέτοια φοβερὴ ἀπόκλιση δὲν εἶχε ποτέ. Ὄχι τὸ Ὄρος δὲν πρέπει νὰ σὲ δέχεται, ἀλλ᾽ οὔτε ἡ μάννα ποὺ σὲ γέννησε. Ἡ φουρτούνα ποὺ σήκωσες αὐτὴ θὰ σὲ πνίξη. Μέριασε.

Χριστιανοί, μὴ θροῆσθε. Δὲν θὰ μείνουμε μόνοι μας. Θὰ φύγουμε ἀπὸ τὴν σκιὰ τοῦ θανάτου καὶ θὰ κοιτασθοῦμε κάτω ἀπὸ εὐσκιόφυλλα δένδρα. Ἐμεῖς, οἱ βαπτισθέντες καὶ Θεὸν ὁμολογοῦντες, λέμε:
Ἐξεγέρθητι, Κύριε, ἐν τῇ δυνάμει σου καὶ σῶσον πάντας ἡμᾶς ἀπὸ τὰ ἔθνη τὰ φρυαττόμενα. Κύριε τῶν δυνάμεων, τὸ παρασόλι σου ζητοῦμε, τὸ ἀλεξίβροχό σου. Οὔτε σταγόνα βροχῆς νὰ μὴ μᾶς εὕρη ἀπὸ τὴν καταιγίδα τοῦ ΣΥΡΙΖΑ. Ἄστραψε καὶ βρόντηξε καὶ σκόρπισε τὰ φρυάγματα τῶν ἐθνῶν καὶ διάλυσε τὶς βουλὲς τῶν ἀσεβῶν.
Συντηρητικοὺς μᾶς λέτε. Τὸ Ὄρος εἶναι συντηρητικό, ἀλλὰ μὲ διάκριση. Οὔτε νεοζηλωτὲς εἴμαστε οὔτε φανατικοὶ φονταμενταλιστές. Ἁπλῶς διακρίνουμε ποιὰ πράγματα χρειάζονται συντήρηση καὶ ποιὰ πέταμα. Ἐσεῖς βάζετε τὰ σάπια πράγματα στὴν συντήρηση; Ἐμεῖς τὰ θεωροῦμε θανατικὰ καὶ γιὰ τὰ ζῶα μας ἀκόμη καὶ λέμε «θάψτε τα· ἂν τὰ φᾶνε, θὰ ψοφήσουν». Θαφτῆτε μόνοι σας, γιατὶ βρωμᾶτε πτωμαΐνη. Ἡ μοσχοβολιὰ τοῦ φθινοπώρου δὲν μπορεῖ νὰ ὑπερνικήση τὴν δυσοσμία σας. Σὲ τοποθέτησαν νὰ ἀροτριᾶς τὴν γῆ καὶ ὄχι νὰ τὴν καταστρέφης. Παραμέρισε.»
 

πηγή

+Γέροντας Γρηγόριος Ι Μ Δοχειαρίου

Μάχη είπε...

Αυτά είπε τότε ο γέροντας μας και του επιτέθηκαν οι δαίμονες την ώρα της μεταμεσονύκτιας προσευχής του ρίχνοντας τον από το σκαμνί που προσευχόταν με φόρα κι έπειτα από τα τραύματα και λόγω ζαχάρου υπέκυψε..να δούμε όμως και τι απέγινε ο Τσίπρας..

ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ: ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΓΕΡΟΝΤΑ ΣΗΜΕΡΑ...; (trelogiannis.blogspot.com)

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2022

Το Μέγα Κηποταφείον

 

Διάβασα στὸ Γεροντικό, ἕνα ἀπὸ τὰ πιὸ ἀρχαῖα βιβλία τοῦ μοναχικοῦ θεσμοῦ, ὅτι ὁ ἀββᾶς Μακάριος περπάτησε μέρες καὶ μέρες μέσα στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ βρῆ τὸ κηποταφεῖο τοῦ Ἰαννῆ καὶ τοῦ Ἰαμβρῆ. Κι ἐγὼ χρόνια τώρα ψάχνω μὲ τὸν νοῦ μου νὰ βρῶ τὸ μεγαλύτερο νεκροταφεῖο τοῦ κόσμου.

Εἶναι στὴν πολυάνθρωπη Ρωσσία; 
Εἶναι στοὺς ἀρχαίους λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς; 
Εἶναι στὴν εὐδαίμονα Ἀμερική; 
Καὶ μετὰ ἀπὸ πολλοὺς συλλογισμούς, καλοὺς καὶ κακούς, κατέληξα σὲ ἕνα πολὺ πικρὸ συμπέρασμα. Εἶναι, μὴ τρομάξετε, οἱ ἐπίσκοποί μας στὴν Ἑλλάδα! 

Χαλάει ὁ κόσμος, γκρεμίζονται τὰ πάντα (ἀκόμη καὶ εὐκτήριοι οἶκοι Ἰεχωβάδων καὶ δαιμονολατρῶν γίνονται μὲ τὶς εὐλογίες τῶν κρατούντων!)• οὔτε μιλιὰ οὔτε λαλιά. Κατήντησαν σὰν τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν• μήτε βλέπουσι μήτε ἀκούουσι μήτε λαλοῦσι! 

Οἱ τάφοι τῶν μαρτύρων καὶ τῶν ὁσίων πάντα λαλοῦν, θαυματουργοῦν, πληροφοροῦν, εὐωδιάζουν. Ἔχουμε σήμερα, δυστυχῶς, στὴν Ἐκκλησία ἕνα ζωντανὸ κοιμητήριο, ὅπου οὐκ εἰσὶ λαλιαὶ οὐδὲ λόγοι. Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὑπερδύναμη στὸν κόσμο. Τὰ πολιτεύματα ὅλα θὰ καταστραφοῦν, ἀλλὰ ἡ Ἐκκλησία ποτέ. 
Λαλῆστε. 
Μιλῆστε. 
Φωνάξτε! 
Κουραστήκαμε νὰ περιμένουμε. Χαθήκαμε μέσα στὴν σιωπή σας. Σαχάρα ἡ Ἐκκλησία; 
Οὔτε βότανο φυτρώνει οὔτε ὀσμὴ εὐωδιᾶς ὑπάρχει. Ἀναμένουμε ὁμολογία καὶ λόγο ἀφυπνιστικό. Ζητοῦμε τὰ θεϊκὰ σημεῖα τοῦ ὄρους Σινᾶ. Θεοφανία ζητοῦμε. Μόνον ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ μᾶς τὴν δώση. Ὁ Μωυσῆς, ποὺ καθωδηγοῦσε τὸν λαὸ τὸν ἐκλεκτό, δὲν ἦταν μόνον πολιτικός, ἀλλὰ καὶ θρησκευτικὸς ὁδηγός. 

Αὐτὴν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐξουσία βγάλτε την πρὸς τὰ ἔξω μὲ διάθεση μαρτυρική, γιὰ ἀνάψυξη τῶν κουρασμένων καὶ πεφορτισμένων Χριστιανῶν καὶ ὀρθοδόξων Ἑλλήνων.

 Ἐὰν δὲν σμίξη καὶ σήμερα ἡ Ἐκκλησία τὸ αἷμα της μὲ τὸ αἷμα τῶν ὁμολογητῶν καὶ μαρτύρων τῆς Εἰκονομαχίας καὶ τῶν ἁγίων Νεομαρτύρων, δὲν θὰ φέξη σ᾽ αὐτὸν τὸν τόπο. 

Ἔλεγε ὁ μακαριστὸς ἐπίσκοπος Ἀττικῆς Ἰάκωβος: «Προσέχετε, αὐτοὶ θὰ σᾶς βγάλουν τὰ ράσα καὶ θὰ σᾶς βάλουν νὰ περπατᾶτε στοὺς δρόμους μὲ παντελόνια». Στὸν Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, ὅταν οἱ πολιτικοὶ καὶ οἱ ἀρχηγοὶ ἐγκατέλειψαν τὴν Ἑλλάδα, ὁ δεσπότης καὶ ὁ παπᾶς κράτησαν τὸν λαὸ αὐτόν. Ἀπὸ τὴν βρακοζώνη τοῦ πολιτικοῦ μόνον οἱ ὀπαδοί του μποροῦν νὰ κρατηθοῦν καὶ ἂν μποροῦν κι αὐτοί. Τὸ φλάμπουρο ὅμως τοῦ ράσου ζωοποιεῖ τὸν λαό, τὸν ἡρωοποιεῖ, τὸν σώζει μὲ τὴν δύναμη τοῦ ἐσταυρωμένου καὶ ἀναστημένου Χριστοῦ. 
Βίρα τὶς ἄγκυρες, Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καὶ βάλε πλώρη. Χαθήκαμε. 
Κυριολεκτικὰ ἀπωλεσθήκαμε. 
Ἱερὲ κλῆρε τοῦ Θεοῦ, ἐπίσκοποι καὶ ἱερεῖς, συνειδητοποιῆστε ὅτι ἡ πασχαλιάτικη λαμπάδα, μὲ τὴν ὁποία προσκαλεῖτε τὸν λαὸ στὸ ἀνέσπερο φῶς, τρεμοσβήνει.

 Ὄχι μόνον τὸ φῶς θὰ σβήσουν, ἀλλὰ καὶ τὴν λαμπάδα θὰ σᾶς πάρουν μέσα ἀπὸ τὰ χέρια σας. 
Κρατῆστε την σφικτὰ καὶ ἀναμμένη καὶ βροντοφωνῆστε: «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτὸς καὶ δοξάσατε Χριστὸν τὸν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν». 


+Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης


                       ΤΗΝ ΠΗΡΑΝ ΗΔΗ

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2022

Γέροντας Γρηγόριος:" Ὅπου καὶ νὰ βρίσκωμαι, τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων νὰ τὴν τιμῶ ὅπως τὴν Κυριακή τοῦ Πάσχα!"

Μακαριστοῦ Γέροντος Γρηγορίου, 
Ἡγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Δοχειαρίου † 2018
Αὐτὴ ἡ γιαγιὰ μὲ ἐδίδαξε μὲ τὴν ζωή της καὶ τὸν λόγο της τὸ πατρῶον σέβας. «Ἡ νηστεία εἶναι, παιδί μου, ἡ βάσις κάθε σωματικῆς ἀσκήσεως.» Ὅλες τὶς Σαρακοστὲς ἄλαδο ἡ γιαγιὰ καὶ ὁλόκληρο τὸ σπίτι. Μ΄ ἔμαθε ν΄ ἀνάβω τὸ καντήλι, νὰ θυμιάζω, νὰ ἀνάπτω κερὶ μπροστὰ στὰ εἰκονίσματα καὶ νὰ προσεύχωμαι στὸν ὄρθρο καὶ στὸ δείλι. Μοῦ ὑπέδειξε τὶς μετάνοιες σὰν προσευχὴ ποὺ τὴν δέχεται ὁ Θεός. Μὲ δίδαξε ὅτι ἂν τρεῖς Κυριακὲς δὲν ἀκούσουμε τὸν ἑξάψαλμο, σταματᾶμε νὰ εἴμαστε χριστιανοί. «Σήκω, παιδί μου, ὁ παπὰς πέρασε, ἀνέβηκε στὴν Παναγία· μὴ ξεχνᾶς ὅτι καὶ τὴν προηγούμενη Κυριακὴ τὸν χάσαμε τὸν ἑξάψαλμο.» Μ΄ ἔμαθε νὰ τὸν ἀκούω ὄρθιος καὶ σεβίζων, ὑποκλινόμενος. Τὴν ὥρα ποὺ διαβαζότανε...τὸ Εὐαγγέλιο ἔβαζε κερὶ στὸ μανάλι, γιατί πίστευε ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ἡ διαθήκη ποὺ ἄφησε ὁ Χριστὸς στὸν κόσμο, καὶ στὴν σύνταξη καὶ ἀνάγνωση τῶν διαθηκῶν, ποὺ γινότανε πάντοτε τὸ ἑσπέρας, ὅλοι βαστοῦσαν κερί, γιὰ νὰ βλέπη ὁ συντάκτης. Μ΄ ἔμαθε πὼς τὸ «Δόξα Πατρὶ» εἶναι ἡ μεγαλύτερη δοξολογία καὶ ἱστάμενος ὄρθιος νὰ σταυροσημειοῦμαι. Μ΄ ἔμαθε τὴν Μεγάλη Σαρακοστή, εἰσερχόμενος στὸν ναό, νὰ κάνω τρεῖς μετάνοιες, γιὰ τὸν προηγιασμένο Ἄρτο ποὺ βρίσκεται στὴν ἁγία Τράπεζα.

Μοῦ ὑπέδειξε, περνώντας μπροστὰ ἀπὸ κάθε ἐκκλησία, νὰ σταυροσημειοῦμαι καὶ νὰ ἐπικαλοῦμαι τὸν Ἅγιο τῆς ἐκκλησιᾶς. Ὅπου καὶ νὰ βρίσκωμαι, τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων νὰ τὴν τιμῶ ὅπως τὴν Κυριακή τοῦ Πάσχα. Μοῦ διηγήθηκε ὅτι πολλοὶ εὐλαβεῖς ἄνθρωποι εἶδαν τὰ ξημερώματα τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως τὸ ἄκτιστον φῶς. Μοῦ ὑπέδειξε τὴν Κυριακὴ νὰ μὴ γονατίζω, γιατί οἱ ἅγιοι Κολλυβάδες τοὺς δίδαξαν ὅτι ἡ Κυριακὴ εἶναι Πάσχα. Μ΄ ἔμαθε τὸ πρόσφορο τὸ καλοζυμωμένο νὰ τὸ προσφέρω στὴν ἐκκλησία ὄχι μὲ γυμνὰ τὰ χέρια, ἀλλὰ σὲ ἄσπρη καθαρὴ πετσέτα. Μ΄ ἔμαθε ὅταν φτιάχνω τὰ κόλλυβα, νὰ ΄χω κερὶ καὶ λιβάνι. Μοῦ ὑπέδειξε στὸ Ἱερὸ ποὺ διακονῶ, ποτὲ τὰ ἐνδύματά μου νὰ μὴν ἀγγίξουνε τὴν ἁγία Τράπεζα, γιατί -ὅπως ἔλεγε- εἶναι ὁ θρόνος τοῦ Θεοῦ. 

Κι ἔτσι δώνω συχώριο σὲ ὅλους τούς παπποῦδες καὶ τὶς γιαγιάδες πού μοῦ εἶπαν: «Πρόσεχε τοὺς μορφωμένους. Ἀπὸ αὐτοὺς θὰ χαλάση ὁ Θεὸς τὸν κόσμο». «Τὰ ὑπέρμετρα τῶν δαιμόνων εἰσιν» ἔλεγε ὁ ὅσιος Ἀμφιλόχιος ὁ Πάτμιος. Ὁδήγησέ τον τὸν ἄλλον στὴν στράτα τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ Θεὸς θὰ τὸν κατευθύνη καὶ θὰ τὸν διδάξη. Ὄχι μεγαλοστομίες. Ἐμεῖς μένουμε σ΄ αὐτὰ ποὺ διδαχθήκαμε ἀπὸ τοὺς προγόνους μας, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι οἱ ἀκολουθίες, τὸ κερὶ καὶ τὸ λιβάνι καὶ τὸ καντήλι ποὺ ἀνάβει μπροστὰ στὰ ἅγια εἰκονίσματα. Καὶ πιὸ πέρα δὲν πηγαίνω. Ἂν θέλη, ἂς μὲ πάη ὁ Θεός. 

Κύριε, βοήθα. Θόλωσαν τὰ νερὰ καὶ δὲν βλέπουμε τὴν ὀμορφιὰ τοῦ βυθοῦ τῆς θάλασσας. Κύριε, συγκράτησε τοὺς μεγαλοδιανοούμενους. Φρενάρισε τὸ κακὸ ποὺ μᾶς βρίσκει τὰ τελευταία χρόνια. Καὶ ἐμεῖς, λάτρεις σου ἀμετάθετοι καὶ ἀμετακίνητοι. 

Μακαριστὸς Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης.

Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Δοχειαρίου.

† 2018

Ῥωμαίϊκο Ὁδοιπορικό: Γέροντας Γρηγόριος:" Ὅπου καὶ νὰ βρίσκωμαι, τὴν ἡμέρα τῶν Θεοφανείων νὰ τὴν τιμῶ ὅπως τὴν Κυριακή τοῦ Πάσχα!" (orthodoxia-ellhnismos.gr)

Κυριακή 31 Μαΐου 2020

«Μην είστε κότες». Σχολείο ανδρείας του Γέροντα Γρηγορίου του Δοχειαρίτη

Γέροντας Γρηγόριος (Ζούμης)
«Μην είστε κότες». Σχολείο ανδρείας του γέροντα Γρηγορίου
Οι αναμνήσεις για τον Γέροντα Γρηγόριο (Ζούμη) από τον πνευματικό της Μονής Ντονσκόι στη Μόσχα και άλλων ανθρώπων, που ήξεραν τον Γέροντα από κοντά.


Μαθήματα για σύγχρονους άνδρες
Αλεξάντρ Αρταμόνοβ, βηματάρης, Μόσχα:
– Θυμάμαι που κάποτε πήγα στη Μονή Δοχειαρίου και ο Γέροντας καθόταν, όπως πάντα, περικυκλωμένος από σκυλάκια. Το ίδιο, σε κύκλο, αλλά σε μεγαλύτερη απόσταση, κάθονταν Ρώσοι και Ουκρανοί προσκυνητές. Ο Γέροντας τους μιλούσε και ξαφνικά παίρνει το μπαστούνι του και χτυπά έναν γεροδεμένο άνδρα πάνω στους ωμούς του! Εκείνος βρέθηκε σε αμηχανία, δεν κατάλαβε για ποιο λόγο του «επιτέθηκε».
– Δεν πρέπει ένας άνδρας να φορά γυναικεία ρούχα! – μετέφρασε ο διερμηνέας.
Εκείνος ο άνδρας φορούσε τότε ένα χτυπητό πουκάμισο με φοίνικες. Ο Γέροντας το θεωρούσε απαράδεκτο. Έλεγε ότι ο άνδρας πρέπει να ντύνεται πιο σεμνά.
Ο Γέροντας μιλούσε και χειρονομούσε σαν τους διά Χριστού σαλούς. Και με το μπαστούνι χτυπούσε, μάλλον, για... καλύτερη κατανόηση.
Εάν έστω και το πέτο του πουκάμισού σου ήταν κόκκινου χρώματος, ο Γέροντας αμέσως σε πλησίαζε με το... διδακτικό του μπαστούνι...
– Κομμουνιστή! Κι εμένα μια φορά μου έτυχε να φάω ξύλο, για μια τέτοια ελευθεριότητα στην ενδυμασία.
Γενικώς, ο Γέροντας, για κάποιο λόγο, όλους τους Ρώσους τους αποκαλούσε συχνά κομμουνιστές.
Κάποτε εμείς οι προσκυνητές συνομιλούσαμε με τον Γέροντα κι ένας ιερέας, που καθόταν μαζί μας, έβγαλε φωτογραφική μηχανή και φωτογράφισε τον Γέροντα Γρηγόριο... Έπειτα συνέβη κάτι απρόοπτο. Ο Γέροντας σηκώθηκε, μας κοίταξε με λύπη, είπε κάτι στα Ελληνικά κι έφυγε. Όλοι βρέθηκαν σε σύγχυση. «Τι συνέβη;» – ρωτήσαμε τον διερμηνέα. «Παπά, παπά, έλεγε ο Γέροντας, όταν κουνούσε το κεφάλι του, δεν θα μπεις στον Παράδεισο...». Ο Γέροντας θεωρούσε ότι η ιεροσύνη και η φωτογραφική μηχανή είναι δύο ασυμβίβαστα πράγματα. Εάν είσαι λειτουργός στο Ιερό Βήμα, δεν πρέπει να ενδιαφέρεσαι για εξωτερικά εφέ.

Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2019

Γέροντας Γρηγόριος: «Εκκλησία και Ελλάδα. Συμπορευθείτε. Μην αποκάμετε. Όλα δικά μας είναι»

Σχετική εικόνα
-ΠΩΣ ΘΩΡΩ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ-
~ Περνώντας τὰ χρόνια, ἐννόησα ὅσο κανένα ἄλλο πρᾶγμα, ὅτι ἡ Ὀρθόδοξη Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία εἶναι –μὴ θεωρηθῆ ὑπερβολή– τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ εἰσοδεύεται μέσα στὸν κόσμο ἀπὸ τοὺς ἔχοντες ἀκώλυτο τὴν ἱερωσύνη.
Βλέποντας στὴν μία ὄψη τοῦ Εὐαγγελίου τὸν Σταυρὸ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν Ἀνάσταση, λέγω καθ᾽ ἑαυτόν: «Ἡ ὡραιότερη σύζευξη ποὺ ἔγινε στὸν κόσμο εἶναι τοῦ Ἑλληνισμοῦ μὲ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία». Ἂν δὲν δοῦμε ἔτσι τὰ πράγματα, καθόλου δὲν θὰ πονέση ἡ ψυχή μας γιὰ ὅσα γίνονται στὸν κόσμο καὶ στὴν Ἐκκλησία.
Οἱ μουσουλμάνοι ὑψώνουν τὸ κοράνιο καὶ οἱ χριστιανοὶ τὸ Εὐαγγέλιο. Τὸ κοράνιο δὲν εἶναι μόνον ἡ διδασκαλία τοῦ Μωάμεθ, ἀλλὰ καὶ ἡ σύσταση τῶν ἰσλαμικῶν χωρῶν. Ποτὲ δὲν θὰ μπορέση ἡ καρδιά μου νὰ βάλη τὸ Εὐαγγέλιο δίπλα στὸ κοράνιο καὶ ποτὲ δὲν θὰ πιστέψω ὅτι θὰ ὑπάρξη βιβλίο ποὺ θὰ ἔχη ὑψηλότερη καὶ ἀληθινότερη διδασκαλία ἀπὸ τοῦ Εὐαγγελίου. Ἂν ὁ Ἕλληνας δὲν θεωρήση τὰ πράγματα αὐτὰ ὅπως εἶναι στὴν πραγματική τους διάσταση, δὲν θὰ μπορέση νὰ πονέση γιὰ τὰ σημερινὰ τεκταινόμενα, οὔτε θὰ κατανοήση γιατὶ ἕνας καλόγερος σηκώνει μαῦρες σημαῖες γιὰ τοὺς ἀντιχρίστους, καὶ θὰ τὸν χαρακτηρίση περιθωριακὸ καὶ ἐχθρὸ καὶ πολέμιο τῶν κρατούντων. Ἔτσι ὅμως, εἶμαι σίγουρος ὅτι δὲν θὰ μπορέσουμε νὰ ἐπιβιώσουμε ὡς ὀρθόδοξο Ἔθνος καὶ Ἐκκλησία.
Τὸ Εὐαγγέλιο ποὺ εἰσοδεύουμε στὴν ἐκκλησία, πρέπει νὰ τὸ λατρεύουμε, νὰ τὸ προσκυνοῦμε καὶ νὰ τὸ ἐγκολπωνώμαστε ὡς τὸν θησαυρὸ τὸν ἀδαπάνητο, ποὺ μᾶς τὸν δώρησε ὁ ἴδιος ὀ ἀληθινὸς Θεὸς ὡς ἀληθινὸ κώδικα τῆς ζωῆς μας. Οἱ παλιοὶ ἱερεῖς ποὺ βίωναν αὐτὴν τὴν διδασκαλία, στὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία», τὸ σήκωναν πολὺ ψηλὰ τὸ Εὐαγγέλιο ἐπὶ τῆς ἁγίας Τραπέζης καὶ μετὰ σταυροσημείωναν μὲ αὐτὸ τὴν ἁγία Τράπεζα. Τώρα, μὲ τὸ «Εὐλογημένη ἡ βασιλεία», εὐθὺς σταυροσημειώνουν, χωρὶς νὰ τὸ ὑψώνουν, γιατὶ ἔπαυσαν νὰ πιστεύουν ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Δὲν εἶναι λεπτομέρειες αὐτές, ἀλλ᾽ ἡ οὐσία ποὺ ὑπογραμμίζει τὴν ζωή μας. Παρακαλῶ ἂς σταθοῦμε σ᾽ αὐτὴν τὴν θεώρηση τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ νὰ μὴ κλαύσουμε καὶ θρηνήσουμε σὰν τὸν Ἱερεμία μετὰ τὴν βαβυλώνια αἰχμαλωσία, ποὺ ἤδη τὴν προγευόμαστε, τοῦ ΣΥΡΙΖΑ μεσουρανοῦντος. Ἡ ἄρνηση αὐτῆς τῆς πίστης θὰ ἐπιθέση ἐπὶ τοὺς τραχήλους μας τὴν χειρότερη σκλαβιὰ ποὺ ἐδοκίμασαν ἄνθρωποι ποτὲ στὴν γῆ.
Δὲν εἶμαι οὔτε πάνω ἀπὸ κάθε Ἕλληνα οὔτε πάνω ἀπὸ κάθε ὀρθόδοξο χριστιανὸ. Εἶμαι ὁ ἐλάχιστος τῶν ἐλαχιστοτέρων, ποὺ προσπαθῶ νὰ ζῶ μέσα σ᾽ αὐτὸ τὸ κλίμα, ποὺ δημιούργησε τὸ Εὐαγγέλιο καὶ ὁ Ἑλληνισμός. Χρόνια προσπαθοῦνε νὰ διαλύσουν αὐτὸν τὸν δεσμό, νὰ καταστρέψουν αὐτὴν τὴν ἁγιασμένη συμπόρευση. Γι᾽ αὐτό, κι ἂν δὲν ὑπάρχει παπᾶς νὰ τὸ εἰσοδεύη στὴν πόλη σας καὶ στὸ χωριό σας, ἔχετε δικαίωμα νὰ τὸ εἰσοδεύσετε ἐσεῖς. Ὄχι ὅμως ὑπὸ μάλης τὸ Εὐαγγέλιο, ὅπως τὸ ἔχουν οἱ Ἰεχωβάδες, ἀλλὰ ἐπὶ τῶν βραχιόνων μας νὰ τὸ ὑψώνουμε καὶ στὸ ὕψος τῆς κεφαλῆς μας, λέγοντας τὴν εὐχὴ τῆς Ἐκκλησίας «Εὐλογημένη ἡ εἴσοδος τῶν ἁγίων σου πάντοτε, νῦν καὶ ἀεί…». Τὸ τονίζω αὐτό, γιατὶ μερικοὶ ἱερεῖς εἰσοδεύουν τὸ Εὐαγγέλιο στὸ ὕψος τῆς κοιλιᾶς τους, σὰν νὰ εἶναι κάτι ποὺ τὸ βαρέθηκαν. Ἔλεγε ἡ μάμμη μου: «Ἐτοῦτος ὁ παπᾶς σὰν νὰ βαριέται νὰ λειτουργήση». Ὁ ζωντανὸς τρόπος λειτουργίας τοῦ παπᾶ ἐξεγείρει ὅλο τὸν κόσμο σὲ ἀληθινὴ λατρεία τοῦ Θεοῦ.
Ὅπου εἰσοδεύεται τὸ Εὐαγγέλιο, ἐκεῖ ὑπάρχουν ἅγιοι, ὑπάρχει αὐτὴ ἡ μεγάλη δημιουργία τῆς ἁγιότητος. Μὴ χαμηλώσετε ποτὲ τὰ χέρια σας καὶ ἀφήσετε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν ἄκρη καὶ καταπιαστεῖτε μὲ ἄκαρπες φιλοσοφίες.
Ἐκμεταλλευθεῖτε, ἀγαπημένοι μου χριστιανοί, τὸ γεγονὸς ὅτι εἴμαστε «βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον», καὶ κάμνετε ὅ,τι κάνει ὁ παπᾶς, πλὴν τῶν μυστηρίων. Αὐτὰ θέλουν εἰδικὴ ἱερωσύνη. Ἀλλὰ μὲ τὴν γενικὴ ἱερωσύνη ποὺ ἔχουμε ὅλοι, μποροῦμε πολλὰ πράγματα νὰ ἱερουργοῦμε μέσα στὸν κόσμο.
Γίνετε ἱερεῖς καὶ προφῆτες καὶ διδάσκαλοι, καὶ συνεχῶς στοχάζεστε ὅ,τι ἡ Ἐκκλησία μᾶς παρέδωσε. Εἴτε τὸ θέλουμε εἴτε ὄχι, ἡ Ἐκκλησία ἔχει τὸν δικό της κόσμο, τὴν δική της πορεία. Ἡ Ἐκκλησία μᾶς σιτίζει καὶ ἐν τῇ ἐρήμῳ. Ἡ Ἐκκλησία ζητᾶ νὰ ζοῦμε ὑπὸ τὸ κράτος της. Ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ συντελοῦνται εἴτε φανερὰ εἴτε μυστικὰ καὶ ἐν παραβύστῳ, εἶναι τὰ ἀγκάθια ποὺ ἔσπειρε ὁ ἐχθρὸς διάβολος, ὅταν ὁ σπορέας ἀποκοιμήθηκε. Βάλτε δρεπάνι, κλῆρος καὶ λαός, καὶ κάποιο χειρόβολο θὰ θερίσετε ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, γιὰ νὰ φτιάξετε δεμάτια, γιὰ νὰ γεμίσετε τοὺς σιτοβολῶνες σας. Φτωχὸς εἶναι μόνον ὁ διάβολος. Ἡ χρηστότητα ἐνέπλησε τὰ σύμπαντα. Ἐργαστεῖτε νὰ κάνετε τοὺς κρατοῦντες φτωχούς, ἄκαρπα στάχυα. Ἀδειάστε τοὺς σιτοβολῶνες τῆς ἀπιστίας, τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἀκολασίας.
Ὅταν ρώτησα τὸν παπα-Δαμιανό, τὸν οἰκονόμο τῆς Μονῆς Λογγοβάρδας, στὰ τέλη τῆς ζωῆς του,
–Τί θὰ γίνη μὲ τὸν παράδεισο; μοῦ ἀπήντησε
–Ὅλος δικός μας.
Βεβαία ἀπάντηση πίστεως καὶ ἀγάπης πρὸς τὸν Θεό. «Ὅλος δικός μας.» Σ᾽ αὐτὴν τὴν περίπτωση δὲν ψάχνουμε γωνιὲς καὶ καντούνια τοῦ παραδείσου, ἀλλὰ τὴν θέα τοῦ Θεοῦ.
Τελειώνοντας αὐτοὺς τοὺς ταπεινούς μου στοχασμούς, παρακαλῶ ὅλοι νὰ εἰσοδεύουμε τὸ Εὐαγγέλιο, γιὰ νὰ εἶναι μεθ᾽ ἡμῶν ὁ Θεὸς ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Στὸν κάβο τῆς Μονῆς Δοχειαρίου μπορεῖ νὰ δῆτε δυὸ σημαῖες, οἱ ὁποῖες κυματίζουν, γιὰ νὰ ἐκφράζουν στὸν κόσμο ὅλα αὐτὰ ποὺ γράψαμε σ᾽ αὐτὸ τὸ ἀρθρίδιο. Πιστὲ λαέ, φωτογράφισέ τες καὶ ἀνάρτησέ τες στὸν τόπο τῆς ἐργασίας σου. Ἐκκλησία καὶ Ἑλλάδα. Συμπορευθῆτε. Μὴν ἀποκάμετε. Ὅλα δικά μας εἶναι.
(†) Γρηγόριος ὁ Ἀρχιπελαγίτης
*Αναδημοσίευση παλαιότερου άρθρου του Μακαριστού Γέροντα Γρηγορίου

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2018

Ο Γέροντας Γρηγόριος Αρχιπελαγίτης και οι δύο μεγάλες θαυμαστές αποκαλύψεις


Ὁ Γέροντας Γρηγόριος

 Ἱερ. Φιλόθεος Δοχειαρίτης
Στίς 9/21 Ὀκτωβρίου τοῦ 2018, τήν 10.44μ.μ. περίπου, κοιμήθηκε ὁ γέροντας Γρηγόριος, ὁ ἐπί 38 ἔτη Καθηγούμενος τῆς Μονῆς Δοχειαρίου. Ἀγωνιστής μοναχός, χαρισματοῦχος ἡγέτης, φωτισμένος νοῦς μέ κριτικό πνεῦμα, στοργικός πνευματικός πατέρας, δόκιμος χειριστής τοῦ λόγου, ἀνακαινιστής καί νέος κτίτορας τῆς παλαίφατης Μονῆς του.
Ὁ γέροντας Γρηγόριος μαθήτευσε παρά τούς πόδας τοῦ ὁσίου Ἀμφιλοχίου τοῦ Πατμίου ἀλλά καί τοῦ ὁσίου Φιλοθέου Ζερβάκου, ἡγουμένου τῆς Μονῆς Λογγοβάρδας Πάρου. Στά 29 του χρόνια ἔγινε ἡγούμενος τῆς Μονῆς Μυρτιᾶς Αἰτωλοακαρνανίας καί κατόπιν τῆς Μονῆς Προυσοῦ Εὐρυτανίας. Ἀπό τό 1980 ἀνέλαβε τήν ἡγουμενεία τῆς Μονῆς Δοχειαρίου, μετατρέποντάς την ἀπό ἰδιόρρυθμη σέ κοινοβιακή Μονή. Καί οἱ τρεῖς Μονές πού παρέλαβε βρίσκονταν σέ ἐρειπιώδη κατάσταση, ἰδιαίτερα ἡ τοῦ Δοχειαρίου. Ἐδῶ προσέφερε τόν ἑαυτό του ὁλόκληρο στήν ἀνακαίνιση καί τή σωστή λειτουργία μιᾶς ἁγιορειτικῆς Μονῆς, πράγμα ἐξαιρετικά ἐπίπονο.

Τά μέτωπα πολλά. Ἐμπόδια ἀπανωτά. Ἔσοδα ἀπό πουθενά. Περιουσιακἀ στοιχεῖα ἀνύπαρκτα. Ὑποτιμητικά σχόλια ἀπό παλαιούς. Παρ᾽ ὅλ᾽ αὐτά δέν ἐπιδίωξε γνωριμίες μέ πλούσιους φίλους, πολιτικούς συμμάχους καί ἰσχυρούς μέντορες. Ζοῦσε ταπεινά καί ἀπέριττα μέ τό βρισκούμενο, ὅ,τι εἶχε τό μοναστήρι, καί τά ἐλέη τῶν πιστῶν. Ἕνα μόνο ὑποστηρικτή εἶχε καί ἐκεῖ ἀκουμποῦσε ὅλα τά προβλήματά του: τήν Παναγία τή Γοργοϋπήκοο. Ἦρθε στή Μονή Δοχειαρίου γιατί ἔχει Παναγία, ἔλεγε. Ξεκίνησε νά παιανίζει μέ πολύ πόθο τήν Παράκλησή της, μεταφέροντας στήν ψαλμωδία του νησιώτικα μουσικά ἀκούσματα. Ἀπό τότε ἔγινε ἡ Παράκληση θρησκευτικός θούριος στά στόματα ὅλων, εἰς τά πέρατα ἅπαντα. Ξεκίνησε νά τελεῖ τήν ξεχασμένη ἀγρυπνία πρός τιμήν της. Ἀπό τότε πλήθη προσκυνητῶν συρρέουν στή χάρη της, εὐγνωμονώντας γιά τίς εὐεργεσίες της.
Δύο ἦταν οἱ θαυμαστές ἀποκαλύψεις στή ζωή τοῦ γέροντα: ἡ εὕρεση τῶν λειψάνων τοῦ ἁγίου νεομάρτυρα Ἰωάννου ἀπό τήν Κόνιτσα στήν κρύπτη τοῦ ναοῦ τῆς Μονῆς Προυσοῦ ἐπί ἡγουμενείας του, τό 1974 (ὅπου ἐπί ἑκατόν πενῆντα χρόνια ἦταν θαμμένος) καί ἡ ἀποκάλυψη τῆς παλαιᾶς πρωτότυπης τοιχογραφίας τῆς Παναγίας Γοργοϋπηκόου στή Μονή Δοχειαρίου, τό 1997 (πού πάλι ἐπί ἑκατόν πενῆντα χρόνια ἦταν κρυμμένη πίσω ἀπό τή νεώτερη εἰκόνα μέ ρωσική τεχνοτροπία).
Ὁ γέροντας ἔφερε ἀκούσια διά βίου στούς ὤμους του ἕνα μεγάλο σταυρό: τὀ νεανικό διαβήτη, κληρονομιά ἀπό τή μάνα του, ἀπό τά 27 του χρόνια. Στήν ἀρχή προσπάθησε μέ τούς γιατρούς στό νοσοκομεῖο, μήπως μπορέσουν νά τό ρυθμίσουν  ἰατρικά. Μάταια ὅμως. Κατόπιν ἀγωνίστηκε νά τό κρατᾶ σέ χαμηλά μέτρα μέ δίαιτα, σωματική ἐργασία καί κίνηση. Πολύ συχνά ὅμως ἀπό τίς στενοχώριες καί τίς εὐθύνες ἀπορρυθμιζόταν. Ἔτσι συνήθισε ὁ ὀργανισμός του σέ ὑψηλές τιμές ζαχάρου. Περίπου τά τελευταῖα 25 χρόνια, ὅταν ἡ μέση του ἄρχισε νά διαμαρτύρεται ἔντονα καί ἡ σωματική του ἐργασία μειώθηκε πολύ, ξεκίνησε νά κάνει ἐνέσεις ἰνσουλίνης, πού ὅμως ἐπέφεραν δυσάρεστα ἀποτελέσματα στήν ὐγεία του. Ἦταν ἕνας διαρκής ἀγώνας, χωρίς ἀνάπαυλα, πού χρειαζόταν ἀφάνταστη ὑπομονή καί ψυχικό σθένος, καί μάλιστα, ἄν σκεφτεῖ κανείς πώς εἶχε ὅλη τήν εὐθύνη γιά τή Μονή πού διοικοῦσε καί τά πρόσωπα πού ποίμαινε.
Δύο πτέρυγες, δίδασκε, ἔχει ὁ μοναχός γιά νά πετάει στά οὐράνια: τή λατρεία καί τή διακονία. Ἡ φροντίδα γιά τή λατρεία καί τήν εὐπρέπεια τοῦ ναοῦ ἦταν ἀκόρεστη. Ἤθελε καθαρή καί εὐδιάκριτη ἀνάγνωση, σύμμετρη ψαλμωδία καί συμμετοχή ὅλων. Συχνές οἱ λειτουργικές παρατηρήσεις στούς κληρικούς. Μετέδιδε ζωντάνια, σχολίαζε, σ᾽ ἔκανε πάντα πιό προσεκτικό. Στάση ἤθελε καί ὄχι κάθισμα στήν ἐκκλησία. Ὅταν ὅμως ἀργότερα ἄρχισαν μεγάλα ἔργα-ἀνακαινίσεις στή Μονή, πού συμμετείχαμε κατά δύναμιν καί ὑπέρ δύναμιν, δἐν μάλωνε ὅταν κοιμόμαστε στό στασίδι.
Ἦταν ὁ πρῶτος στό Ἅγιον Ὄρος πού κρέμασε καινούργια καντήλια στίς πανηγύρεις τῆς Μονῆς καί τό Πάσχα. Στόλισε τά προσκυνητάρια μέ ἀνακαινισμένες τίς παλιές καί μέ νέες ποδιές. Φρόντισε νά φτιάξει νέα ἄμφια γιά τούς κληρικούς, καλύμματα καί σκεύη τῆς Ἁγίας Τραπέζης, νέα ξυλόγλυπτα προσκυνητάρια καί ἀργυρούς πολυελαίους. Καί ὄχι μόνο στό Καθολικό τῆς Μονῆς, ἀλλά ἀτέλειωτη φροντίδα κατέβαλε γιά ἀνακαίνιση καί στολισμό ὅλων τῶν παλαιῶν παρεκκλησίων-ἐξωκλησίων καί θεμελίωση νέων. Ὅλα αὐτά πληρώνονταν ὄχι βέβαια ἀπό τό φτωχικό βαλάντιο τῆς Μονῆς -οὔτε γιά ἀστεῖο! Εἶχε ἕνα δικό του τρόπο νά παρακινεῖ ἄλλους νά συμμετέχουν στή λατρεία καί τό στολισμό τῆς Ἐκκλησίας, ὅσον ἐδύνατο ἕκαστος, πού δέ μποροῦσαν νά τοῦ φέρουν ἀντίρρηση.
Ὁ γέροντας ἀγαποῦσε τήν κοινή ἐργασία τῶν μοναχῶν, τήν παγκοινιά, στόν κῆπο, στήν οἰκοδομή, στό δάσος, στά ἀμπέλια, στό μαγειρεῖο. Ἔλεγε πώς ἐκεῖ, μπροστά σέ ὅλους, φαίνεται καί ὁ ἐργατικός καί ὁ ράθυμος, καί ὁ ὑπάκουος καί ὁ δύστροπος, καί ὁ πρόθυμος καί ὁ γογγυστής. Ἔτσι, ντρεπόμενος ὁ ἕνας τόν ἄλλον, πιέζει τόν ἑαυτό του καθένας νά  δείξει κάτι καλύτερο. Ζήταγε ἀκόμα τήν ὥρα τῆς διακονίας νά τηροῦμε σιωπή, ἔλλογη ὄχι ἄλογη, ὥστε ἡ διακονία νά συμβαδίζει μέ τήν προσευχή. Ὁ ἴδιος ἔλεγε κάποιο ἀστεῖο, πείραζε τό λωλο-Χαράλαμπο, ἤ σχολίαζε κάτι, ἀλλά ἀπό μᾶς ἀπαιτοῦσε ἡσυχία καί σιωπή.
Δίδασκε ὅτι ὁ μοναχός πρέπει νά ἐργάζεται γιά τή συντήρησή του, γιά τή συντήρηση τῆς Μονῆς καί γιά νά ἐλεεῖ τούς φτωχούς. Ἰδιαίτερα ἡ νεότητα θέλει κόπους. Ὁ ἴδιος πρῶτος παρών παντοῦ. Ἀτελείωτες οἱ ὧρες ἐργασίας στή Μονή. Τήν ἑσπέρα «ὁ ἥλιος ἔγνω τήν δύσιν αὐτοῦ», ἀλλά ὁ ἡγούμενος οὐκ ἔγνω τήν δύσιν αὐτοῦ. Ὅταν τό φῶς τῆς ἡμέρας δέν ἔφτανε γιά νά τελειώσει ἡ δουλειά, ἄναβαν τά λούξ ἀσετυλίνης καί οἱ προβολεῖς αὐτοκινήτων ἤ λάμπες μέ ἠλεκτρογεννήτρια. Ὅταν ἔπιανε τό τσαπί στούς κήπους, ἀλλοίμονο σέ ὅσους ἦσαν κοντά του. Σταματοῦσε μόνο γιά λίγο κολατσό τό μεσημέρι καί μόνο ὅταν τό φῶς ἐγκατέλιπε τό Ἅγιον Ὄρος τή νύχτα. Ὅταν μᾶς καλοῦσε γιά νά μαζέψουμε πέτρες γιά χτίσιμο, δέν προλαβαίναμε νά κουβαλᾶμε στό αὐτοκίνητο τίς πέτρες πού μᾶς ὑποδείκνυε.  Ἀεικίνητος νοῦς, πιό γρήγορος ἀπό τήν ἀστραπή, γένναγε λύσεις ἀκούραστα σέ κάθε πρόβλημα. Πρίν τελειώσει μία δουλειά, εἶχε ἕτοιμη τήν ἑπόμενη καί τή μεθεπόμενη στό νοῦ του. Κάθε βράδυ σκεπτόταν πῶς καί ποῦ θά ἀπασχοληθοῦν τήν ἑπομένη οἱ μοναχοί του. Καί κάθε πρωΐ εἶχε ἕτοιμη δουλειά γιά τόν καθένα. Ποτέ δέν ἀναπαυόταν μέ ἀργό μοναχό.
«Πῆρα γριά γυναίκα ἀλλά ὄμορφη», ἔλεγε μεταφορικά γιά τή Μονή Δοχειαρίου. Νησιώτικο μοναστήρι, μέ ἀσβεστωμένους τοίχους, μικρές γειτονιές ἐδῶ κι ἐκεῖ, σαχνισιά καί μπαλκόνια, πεζοῦλες καί καλντερίμια, ἁπλωμένα ὅλα ἀνάλαφρα πάνω στήν πλαγιά τοῦ βουνοῦ.  Κάθε γωνιά ξεχωριστή, κάθε μαχαλάς ζωγραφικός πίνακας. Δέν ἄφησε γωνιά πού νά μήν τήν περιποιηθεῖ,. Δέν ἄφησε πεζούλα πού νά μή φυτέψει, νά μή βγάλει τ᾽ ἀγριόχορτα, νά μήν ποτίσει τά νέα βλαστάρια. Πρίν τίς πανηγύρεις, μέ ἀνασκουμπωμένο τό ζωστικό ἔπλενε μέ τό μεγάλο λάστιχο τίς αὐλές, ἀπό τό ἀρχονταρίκι μέχρι κάτω τό μουράγιο. Ὅλα ἔπρεπε νά εἶναι λάμποντα κι ἀστράπτοντα. Πάντα ἤθελε λάστιχα γιά πότισμα στίς βρύσες τῆς αὐλῆς κι ἀλλοίμονο σ᾽ ὅποιον τά ἔπαιρνε γιά ἄλλες χρήσεις. Γεννημένος καί μεγαλωμένος στήν ὕπαιθρο ἀπό ἀγροτική οἰκογένεια, ἀγαποῦσε τή φύση, τά δέντρα, τά λουλούδια, τά ζῶα, τίς ἀγροτικές δουλιές, τό μαγείρεμα στόν ἔξω φοῦρνο, τήν περιποίηση τοῦ χώρου πού ζοῦσε. Κάποτε ἐπισκέπτης τόν ρώτησε:
- Γέροντα, ἀπό ποῦ εἶσαι;
- Γιατί ρωτᾶς;
- Μήπως εἶσαι Μικρασιάτης; Οἱ Μικρασιάτες ἀγαποῦν καί περιποιοῦνται τό χῶρο τους τόσο πολύ.
- Οἱ παποῦδες μου κατάγονταν ἀπό τήν Ὀδησσό, ἀπήντησε.
Πάντα τόνιζε, αὐτό πού μποροῦμε νά κάνουμε μόνοι μας, νά μήν τό ζητᾶμε ἀπό ἄλλους. Γι᾽ αὐτό, ἔσπρωχνε νά μάθουμε τέχνες ἀπαραίτητες γιά τήν ἀνακαίνιση καί λειτουργία τῆς Μονῆς, ἀφήνοντας ἐλεύθερη τήν πρωτοβουλία τοῦ διακονητῆ στή λεπτομέρεια καί τήν ἀπόδοση τῆς μορφῆς. Δέν ἐνοχλοῦσε μέ παρατηρήσεις, ὅταν ἔβλεπε πρόθυμη διακονία καί ἱλαρά πρόσωπα. Μάλιστα τότε ἦταν πού ἔδινε τήν ἑπόμενη κατεύθυνση, χωρίς νά περιμένει τήν ὁλοκλήρωση τῆς προηγούμενης. Τό παντέφορο βλέμμα του διείσδυε παντοῦ. Διέκρινε τίς ἀνάγκες καί ἔβαζε προτεραιότητες. Ἡ συνεπής διακονία ἐπαινεῖτο πάντοτε διακριτικά ἀλλά σέ τρίτους. Ποτέ στόν ἴδιο ἀδελφό. Ἦταν ὅμως κεραυνοβόλος, ὅταν συναντοῦσε ραθυμία καί προφάσεις ἐν ἁμαρτίαις. Ἡ καθυστέρηση τό πρωΐ στήν παγκοινιά, χωρίς ἰδιαίτερο λόγο, συνιστοῦσε «ἔγκλημα καθοσιώσεως»! Ποιός δέν τόν φοβήθηκε τίς ὧρες ἐκεῖνες, πού οἱ φωνές του ἀκούγονταν μέχρι τό μουράγιο!
Κάθε βράδυ ὅμως μέ ξεκλείδωτη τήν πόρτα τοῦ Ἡγουμενείου δεχότανε καθένα πού ἐρχότανε λίγο νά χαλαρώσει ἤ νά ζεσταθεῖ κοντά στή μοναδική σόμπα πού ἔκαιγε τό χειμώνα, ἤ νά ρωτήσει κάτι. Κάθε βράδυ ρωτοῦσε καθένα (ἄν ἐργαζόταν μακρυά του) πῶς πέρασε τή μέρα, τί ἔφτιαξε, ποῦ ἀπασχολήθηκε. Λίγο τσίπουρο ἤ ἕνα γλυκό πού πρόσφερε ὁ διακονητής, ἕνας ζεστός λόγος, μία διήγηση ἤ ἀναμνήσεις τοῦ γέροντα ἀπό τήν Πάτμο καί τό γέροντα Ἀμφιλόχιο ἤ ἀναγνώσεις, μᾶς ἔκαναν νά ξεχνᾶμε τόν κόπο τῆς ἡμέρας, τίς φωνές, τίς δυσκολίες καί τόν ὄγκο τῆς ἐργασίας πού βλέπαμε μπροστά μας. Ἦταν κυριολεκτικά δοσμένος στήν ἀδελφότητα. Ὅλα τά ἄλλα ἦταν πάρεργα. Ἐκεῖνες τίς ὧρες, πού συνήθως ἔτρωγε τό βραδυνό του, βλέπαμε ἕναν ἄλλο Γέροντα, τρυφερό καί στοργικό πατέρα, μέ κατανόηση καί συμπάθεια γιά τόν καθένα. Μάλιστα ἐκεῖνες τίς ὧρες τόν ἀκούγαμε συχνά ὅλοι νά μιλᾶ στό τηλέφωνο μέ πνευματικοπαίδια του, (διότι μόνο τότε τόν εὕρισκαν εὔκαιρο) ὅπου ἔδινε προσωπικά συμβουλές, μάλωνε, στήριζε καί ἐνίσχυε τούς ἀνθρώπους, χωρίς νά μᾶς πεῖ ποτέ: -Περάστε ἔξω, ἔχω κάτι ἰδιαίτερο νά πῶ. Ἔτσι, μαθαίναμε τόν τρόπο τῆς ποιμαντικῆς του χωρίς διδασκαλία.
Ποίμαινε μέ διάκριση καί ἐλευθερία τούς μοναχούς του, σεβόμενος τόν χαρακτήρα καθενός. Δέν ἔβαζε μπροστά μας καλούπια. Τόνιζε τά ἀγαθά στοιχεῖα καθενός καί ὁδηγοῦσε πρός μίμηση, χωρίς νά ἐπιβάλλει. Ἔδινε μοναχικά πρότυπα ἀπό παλαιούς πατέρες πού εἶχε γνωρίσει ἤ συναναστραφεῖ, χωρίς νά ἀπαιτεῖ τέλεια ἀντιγραφή. Ἤθελε νά βλέπει ἕστω καί μικρή προσπάθεια καί τότε ἔκανε στραβά μάτια σέ ἀνθρώπινες ἑλλείψεις καί ἀδυναμίες. Ἄκουε καί ὑπάκουε στή συνετή κι ἐμπεριστατωμένη γνώμη τοῦ ἀδελφοῦ πάνω στή διακονία του, ἐφ᾽ ὅσον ἐκεῖνος τοῦ γεννοῦσε ἐμπιστοσύνη. Μᾶς μετέδιδε θάρρος, ὅτι ὁ ἀγώνας μας -ὅσο μικρός κι ἄν εἶναι- ἀναγνωρίζεται, γίνεται ἀποδεκτός χωρίς ἐπαίνους καί κούφια λόγια, πάντα ὅμως ἤθελε κι ἄλλο.  Ποτέ δέν εἶπε, φτάνει ὅσο ἔκανες. Πάντα περίμενε τό ἑπόμενο βῆμα. Αὐτό μᾶς ἔδινε φτερά νά συνεχίσουμε, χωρίς νά λογαριάζουμε καθόλου τόν ἑαυτό μας. Ρίχναμε τόν ἑαυτό μας στή διακονία τοῦ κοινοβίου, χωρίς θέλω, νομίζω, ἔχω τή γνώμη, κουράστηκα, κρυώνω…
Ἀκόμα, δέν ἐφείδετο νά μαλώσει μεγαλύτερους ἀδελφούς μπροστά σέ νεώτερους, ὁσάκις τό ἔκρινε δίκαιο, ἤ νά ὑπερασπιστεῖ νεώτερο μπροστά σέ παλαιότερο ἀδελφό, πράγμα πού μᾶς ἐφιστοῦσε τήν προσοχή, ὅτι κι ὅταν γίνεις παλαιότερος, μήν πάψεις νά προσέχεις. Ὅταν μεγαλύτεροι ἀδελφοί τοῦ μιλοῦσαν ἰδιαίτερα γιά θέματα διοίκησης τῆς Μονῆς παρουσίᾳ νεωτέρων, δέν ἀπαντοῦσε σιγανά, μήν ἀκούσουν οἱ νεώτεροι, ἀλλά μέ παρρησία καί ἄφοβα εἰς ἐπήκοον ὅλων.
Στήν Τράπεζα μιλοῦσε συχνά γιά τήν ἀπαλλαγή τῶν παθῶν, τά ὁποῖα ἀνέλυε μέ θαυμαστή λεπτομέρεια καί μάλιστα πάντοτε μέ εἰκόνες ἀπό τήν καθημερινή ζωή καί τή φύση ἀλλά καί μέ τήν ἀθυροστομία τοῦ νησιώτη. Ἡ ὁμιλία ἄρχιζε γλαφυρά μέ κάποια παλιά ἱστορία ἤ ἕνα φυσικό γεγονός καί ὅλοι ἀναρωτιόμαστε ποῦ θά καταλήξει, ποῦ θά σύρει τό λόγο, γιά ποιόν χτυπᾶ ἡ καμπάνα σήμερα. Μήπως γιά μένα; Ἔχτιζε τόσο ὄμορφα τό λόγο, πέτρα-πέτρα, πού δέν ἄφηνε περιθώρια ἐρωτήσεων ἤ κενά ἀναπάντητα, χωρίς ποτέ νά θίγει δημόσια κανέναν. Ὅποιος εἶχε παρασυρθεῖ σέ λάθος, ἤ στήν διακονία ἤ στήν ἐξομολόγηση, καταλάβαινε μόνος του γιά ποιόν τά λέει. Ἔδειχνε τό δρόμο γιά τή μετάνοια καί τήν ταπείνωση, πάντοτε ἀποδεχόμενος τόν εἰλικρινῶς μετανοοῦντα, κάθε Σάββατο στό Ἡγουμενεῖο, καί δίς καί τρίς καί ἑβδομηκοντάκις ἑπτά.
Διακριτικά καί προσεκτικά παρακινοῦσε στήν προσευχή, ὄχι ὅμως εἰς βάρος τῆς διακονίας. Δέν θά προσεύχομαι ἐγώ στό κελλί μου, ὅταν οἱ ἄλλοι διακονοῦν, διότι «μείζων πασῶν ἀρετῶν ἡ ἀγάπη». Ὅταν οἱ κόποι ὑπερῆρον τάς κεφαλάς ἡμῶν, δέν μάλωνε γιά τήν ἀμέλεια στήν προσευχή, ἤ στό «μέ πῆρε ὁ ὕπνος». «Τό ἐρειπωμένο μοναστήρι ἔχει ἀνάγκη τή διακονία ὅλων. Ἀργότερα θά βροῦμε ὥρα γιά προσευχή», ἔλεγε.
Κατά τήν ἵδρυση τοῦ γυναικείου Μετοχίου στό Σοχό Λαγκαδᾶ κάθε μέρα μπροστά ἀπό τό πρωί μέχρι τό βράδυ. Διάλεγε τίς πιό ταπεινωτικές δουλιές, νά σκουπίζει καί νά καθαρίζει μέ σκεπάρνι τά ξύλα ἀπό τίς πρόκες. Χιλιάδες πρόκες… - Ποιός κάρφωσε τόσες πρόκες; Ἐκεῖνος ὅμως σκεφτόταν τά ἑπόμενα βήματα. Μέ καθαρό νοῦ ἀπαντοῦσε στίς ἐρωτήσεις τῶν μαστόρων περί τοῦ πρακτέου, χωρίς νά μᾶς ἐπιβαρύνει ἐκ τῶν προτέρων μέ τόν ὄγκο τῆς δουλειᾶς πού ἀπαιτεῖτο. Κάθε φορά χάραζε τόν ἑπόμενο στόχο, ἀνάλογα μέ τό χρόνο καί τίς δυνατότητές μας. (Κάποιοι πού δέν ἄντεξαν στό πρόγραμμά του ἀναχώρησαν…) Οἱ κόποι γιά ἕνα κοινό σκοπό ἀδελφώνουν τούς ἀνθρώπους. Ὅλοι χαιρόμαστε σήμερα κι ἀπολαμβάνουμε τούς κόπους ἐκείνους, ἐνθυμούμενοι τήν ὑπερβολική πίεση στόν ἑαυτό μας, κάποιες στιγμιαῖες ἐσωτερικές ἀντιδράσεις, ἀλλά καί εὐχάριστες στιγμές πάνω στή δουλειά, ἀδελφικά πειράγματα, σκωπτικές φιλοφρονήσεις(!), τίς ἀγελάδες τοῦ Νικόλα τοῦ γείτονα πού γκρέμιζαν τά ὑπαίθρια κουζινικά μας, καί τόσα ἄλλα…  Πάντα ὅμως τή μορφή τοῦ γέροντα δίπλα μας, σάν τή κλῶσσα  πού ταΐζει, προστατεύει καί φροντίζει μέ κάθε τρόπο τά πουλιά της!
Στήν Ἱερά Κοινότητα (δηλαδή στίς Διπλές Συνάξεις) ἡ παρουσία του ποτέ δέν πέρναγε ἀπαρατήρητη. Ρωτοῦσαν σιγανόφωνα κυτάζοντας δεξιά κι ἀριστερά: - Ἦρθε σήμερα; Πάντοτε μέ τό ἀστεῖο, μέ τό πείραγμα καί μέ τήν ἐπιμονή του ἔδειχνε τό δρόμο πού θεωροῦσε σωστόν, ἀκόμα κι ἄν πήγαινε ἀντίθετα στό ρεῦμα τῶν πολλῶν ἤ στό κύρος παλαιότερων γεροντάδων. Μέ σθένος καί διακριτικότητα δέ δίσταζε νά θίξει τά κακῶς κείμενα εἴτε ἐνώπιον πολιτικῶν εἴτε ἐνώπιον ἐκκλησιαστικῶν ἀρχόντων. Πολλές φορές ἔβγαλε τό ἱερό Σῶμα ἀπό δύσκολες καταστάσεις, μεταβάλλοντας τή γνώμη τῶν ἀντιθέτων. Ἦταν ἀπό ὅλους σεβαστός (ἀκόμα καί ἀπό ἐκείνους πού δέ συμφωνοῦσαν μαζί του) γιά τή σύνεση, γιά τή συνέπειά του στήν τάξη καί τά προνόμια τοῦ Ἁγίου Ὄρους, γιά τούς ἀτελείωτους κόπους στή Μονή του καί γιά τόν ἄφοβο καί τολμηρό χαρακτήρα του.
Τά τελευταῖα πέντε χρόνια πού ξεχείλισε τό ποτήρι τῆς ἀνομίας στήν χώρα μας, πού τό ἀνήθικο, τό πρόστυχο, τό ἄσεμνο, τό ἁμαρτωλό ἔγινε νόμος τοῦ κράτους, ὁ γέροντας ἀποφάσισε νά διαμαρτυρηθεῖ δημόσια, στέλλοντας πύρινα γραπτά ἄρθρα στό διαδίκτυο. Δέ θά προδώσουμε τήν πίστη τῶν πατέρων μας. Δέ θά ποδοπατήσουμε τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ. Δέ θά ξεπουλήσουμε τήν ἱστορία μας, βροντοφώναξε. Πολλοί στηρίχτηκαν μέ τό λόγο του καί δόξασαν τό Θεό πού ἀκούστηκε φωνή ἀντίδρασης ἀπό τό Ἅγιον Ὄρος. Κάποιοι τά φωτοτύπησαν καί τά δίνουν σέ ἄλλους δωρεάν.
Τέλος, ὅταν τό σαρκίο του ἀσθένησε ἕως θανάτου (καί πρίν ἀσθενοῦσε συχνά, ἀλλά τήν ἑπόμενη τόν βλέπαμε ὄρθιο νά κατευθύνει, σά νά μή συνέβη τίποτα τήν προηγούμενη) εἴδαμε τό Γέροντα νά ὑπομένει τόν πόνο καθημερινά μέ ἀτελείωτη ὑπομονή καί ἀντοχή, χωρίς νά ἐκνευρίζεται πρός τούς διακονητές, χωρίς νά ἀπαιτεῖ εἰδική τροφή ἤ περιποίηση, χωρίς νά ζητᾶ ἰατρικές γνωματεύσεις ἤ γιατί αὐτό τό φάρμακο κι ὄχι ἐκεῖνο. Συχνά ἐξωμολογεῖτο μπροστά μας ἤ ἐνώπιον κοσμικῶν λάθη ἤ παραλείψεις του. Εἶχε ἀφήσει ὁλοκληρωτικά τόν ἑαυτό του μέ κάθε ἐμπιστοσύνη σά μικρό παιδί στά χέρια τοῦ διακονητῆ ἰατροῦ, πού τόν συνόδευε ὑπέρ τήν εἰκοσαετία ὡς ἄγγελος στά προβλήματα τῆς ὑγείας του καί τοῦ ἀδελφοῦ νοσοκόμου.
– Γέροντα, θά πᾶμε στόν Παράδεισο; τόν ρωτήσαμε τίς τελευταῖες μέρες του.
– Ἐγώ ἀποκλείεται, γιατί εἶμαι ἁμαρτωλός. Ἐσεῖς θά πᾶτε.
- Εὐχαριστοῦμε, γέροντα. Πρέσβευε γιά μᾶς στόν Κύριο. Καλή ἀντάμωση στήν ἄνω Ἱερουσαλήμ.


ΤΡΕΛΟ-ΓΙΑΝΝΗΣ

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2018

Όταν ο Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου Γέροντας Γρηγόριος συνάντησε τον παπα Τύχωνα τον Ρώσο στο κελλί του.


Ὡρισμένοι ἄνθρωποι εἶναι μόνον νὰ τοὺς βλέπουμε, ἀλλὰ να μὴν τοὺς ἀκοῦμε. Καὶ ἄλλοι μόνον νὰ τοὺς ἀκοῦμε, ἀλλὰ νὰ μὴν τοὺς βλέπουμε. Σπάνιοι αὐτοὶ ποὺ συνδυάζουν καὶ τὰ δυό: καὶ νὰ τοὺς βλέπουμε καὶ νὰ τοὺς ἀκοῦμε. Ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἦταν ὁ μακαριστὸς Γέροντας Τύχων ὁ Ῥῶσος.
Ἦταν σχετικὰ ὑψίκορμος ἄνδρας, μὲ μακριὰ γενειάδα, ποὺ τὴν εἶχε πάντοτε δεμένη κόμπο, γιὰ νὰ εἶναι πιὸ ἄνετος στὴν διακονία, καὶ δασιὰ φρύδια, ποὺ τοῦ σκέπαζαν τὸ ἥμισυ τῶν μεγάλων του ὀφθαλμῶν.
Στὶς ἀρχὲς Ἰουλίου τοῦ 1967 ἔνας ταπεινὸς λευΐτης μᾶς ὡδήγησε στὴν Καλύβα τοῦ Γέροντος Τύχωνος. Ἦταν τὸ Κελλί του ἀληθινὸ ἀσκητήριο, κρυμμένο μέσα στὰ ἀδιαπέραστα δάση καὶ φυλλώματα τοῦ κατάσκιου Ἁγίου Ὄρους. Προσιτὸ μόνο σ’ αὐτοὺς ποὺ γνώριζαν. Ἤτανε στὴν κυριολεξία Καλύβα ἀπέριττη, ποὺ ἔδειχνε περισσότερο ἐρειπωμένη παρὰ κατοικημένη.


Κρούσαμε τὴν θύρα βαστάζοντας τὴν ἀναπνοή μας. «Τί λογῆς ἀσκητὴς εἶναι αὐτός, ποὺ ἔπρεπε νὰ διανύσουμε τόσο δρόμο, γιὰ νὰ πάρουμε τὴν εὐχή του;» Ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ φάνηκε μία μεγαλοπρεπὴς μορφὴ τῶν παλαιῶν καιρῶν. Μᾶς ὑποδέχθηκε μέσα σὲ χίλια «δόξα τῷ Θεῷ», χωρὶς νὰ φανῆ ἐνοχλημένος, ποὺ τοῦ χαλάσαμε τὴν ἡσυχία ἢ τοῦ διακόψαμε τὴν προσευχή. Μᾶς ὡδήγησε στὴν μικρή του ἐκκλησία ψάλλοντας τὸ«Ἄξιόν Ἐστι». Φόρεσε τὸ τριμμένο του καὶ ὄχι ἰδιαίτερα καθαρὸ πετραχήλι. Ἔκανε δέηση ζητώντας τὰ ὀνόματά μας νὰ τὰ μνημονεύσει. Δεσποτικῆς ὑποδοχῆς ἀξιωθήκαμε! Ἀλλά, ὅλα αὐτὰ ἁπλᾶ καὶ ἀπροσποίητα, ὄπως ὑπαγορεύει ἡ ἀληθινὴ ἁγιότητα. Τέτοια πανέμορφη ὑποδοχὴ μὲ ἀπέραντη ἀγαπητικὴ διάθεση δὲν ξαναγνώρισα στὸ πέρασμα τῆς βιοτῆς μου. Τίποτα δὲν σκέπτεσαι αὐτὴν στιγμή. Μόνον μένεις μὲ ἀνοιχτὸ τὸ στόμα.
Μετά, μᾶς ὡδήγησε ἔξω ἀπὸ τὴν κέλλα του, στὸ ὑπαίθριο ἀρχονταρίκι. Ἐκεῖ ὑπῆρχε μικρὴ πέτρινη σκάλα. Καθίσαμε. Πήραμε θέση ἀκροατοῦ καὶ ὁ Γέροντας ὄρθιος ἐφθέγγετο τῶν Πατέρων τοὺς λόγους. Δὲν προτιμοῦσε δικές του διηγήσεις, ἀποκαλύψεις καὶ ὁράματα. Ὁ λόγος του ἤτανε καθαρὰ πατερικός, εὐαγγελικός· θύμιζε παχωμιανὴ διδασκαλία. Προτιμοῦσε τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο, τὸν ὁποῖο διάβαζε καὶ μελετοῦσε στὰ Καρούλια 17 χρόνια, ὅπως ἔλεγε. Μάλιστα ἐλυπεῖτο ποὺ δὲν εἶχε ἀνθρώπους νὰ τοὺς μεταδώσει αὐτὰ ποὺ πραγματικὰ ἐνστερνίσθηκε καὶ ἀφομοίωσε σὰν στερεὰ τροφή. Κάποιος ἀπὸ μᾶς τοῦ ζήτησε διδασκαλία τοῦ Ὁσίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου. Ὁ προσγειωμένος στὴν πραγματικότητα Γέροντας ἀπήντησε εὐγενικά:
-Ἐσεῖς στὸν κόσμο τὴν χρυσοστομικὴ διδασκαλία νὰ χρησιμοποιῆτε. Ὁ Ὅσιος Ἐφραὶμ εἶναι γιὰ μᾶς τοὺς μοναχούς.
Ὁ Γέροντας Τύχωνας εἶχε τὴν μεγίστη τῶν ἀρετῶν, τὴν διάκριση. Ἔλεγε:
-Δὲν θὰ βάλω τὸ ἴδιο φορτίο στὸν ἵππο καὶ στὸ γαϊδουράκι· θὰ τὸ ξεκάνω γρήγορα.
Οὔτε περὶ νοερᾶς ἀθλήσεως ἔκανε βιτρίνα. Ἡ δική του προθήκη εἶχε μόνον, γιὰ μᾶς τοῦ κόσμου, τὴν χρυσοστομικὴ διδαχὴ καὶ παράκληση. Ὁ Γερο-Τύχων ἤτανε Γέροντας ἀληθινός. Ἔφεγγε σὲ ἕναν καὶ φώτιζε πολλούς.
Ἀφοῦ εἴδαμε πὼς δὲν παρασύρεται ὁ γέρος στὶς δικές μας ἄκαρπες καὶ ἀτυχεῖς ἀπογειώσεις, ποὺ ἤτανε πλήρεις φιλοδοξίας καὶ ἐξωπραγματικότητας, τὸν ῥωτήσαμε γιὰ τὴν νέκρωση τῆς σάρκας, ποὺ ἤτανε τὸ πιὸ καυτὸ πρόβλημά μας. Ὁ Γέρων σὰν νὰ χάρηκε ποὺ τοῦ ζητήσαμε κάτι προσγειωμένο καὶ μίλησε μὲ πολὺ ὅμορφο τρόπο, σὰν νὰ ἦταν ὁ ἴδιος δεκαοκτάχρονο παλληκάρι καὶ πάλευε μὲ τὴν ἀδυσώπητοι σάρκα του:
-Ἡ σάρκα, ὅσο θάλλει, ἀπὸ τὶς παχυντικὲς τροφὲς καὶ τὴν ἀνάπαυση, ζητᾶ ὄχι ἁπλῶς τὴν μερίδα της, ἀλλὰ ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο νὰ καταβροχθίσει καὶ χορτασμὸ δὲν ἔχει. Ταπείνωσε τὴν σάρκα σου μὲ κόπους καὶ νηστεῖες, καὶ γυναίκα δὲν θὰ θέλει καὶ γλυκὸ παράδεισο θὰ κληρονομήσεις.
(Ἐμεῖς, στρουμπουλοὶ καὶ ἀφρᾶτοι ἀπὸ τῆς μεγαλούπολης τὴν τρυφή, νιώσαμε ντροπιασμένοι. Δὲν ξέραμε ποῦ νὰ κρύψουμε τὰ ἄσπρα πρόσωπα καὶ τὰ ῥοδοκόκκινα μάγουλά μας.)
Εἶπε ὁ Γέροντας πολλά. Δὲν τὰ βάσταξε ὁ νοῦς μου, ἀλλ’ ἡ καρδιά μου τὰ κράτησε φυλακτικὸ κατὰ τῶν δαιμόνων.
Κάποια στιγμὴ εἶπε στὸν παπᾶ νὰ φτιάξει καφέ, κάτι νὰ προσφέρει στοὺς ξένους. Ψωμὶ δὲν φαίνεται νὰ ὑπῆρχε. Κάποιες φέτες εἶχε ἁπλώσει στὸν ἥλιο νὰ γίνουν παξιμάδι, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτὲς τὸ περισσότερο τὸ ἔπαιρναν τὰ μυρμήγκια. Ὅταν τοῦ εἶπα:
-Τὰ μυρμήγκια θὰ πάρουν τὸ ψωμι.
Μοῦ ἀπήντησε:
-Θὰ μείνει καὶ γιὰ μένα. Ὅσο εἶναι τρυφερό, τὸ παίρνουν. Ὅταν ξηρανθῆ ἀπὸ τὸν ἥλιο, θὰ τὸ ἀφήσουν.
Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ παπᾶς πῆγε νὰ πλύνει τὰ «φλιτζάνια τῆς Βοημίας» -μερικὰ τενεκάκια ἀπὸ γάλα, γεμᾶτα κατακάθια ἀπὸ καφὲ ποὺ εἶχε προσφέρει κάποια ἄλλη φορά.
-Ἄφησέ τα, Πάτερ μου· αὐτὰ εἶναι κοσμικά. Βάλε τὸν καφὲ νὰ πιοῦνε οἱ ἄνθρωποι.
Θαύμασα πόσο βαθιὰ μπῆκε στὴν καρδιά μου τὸ ἐρευνητικό του βλέμμα. Ἐγώ, πράγματι, εἶχα δεῖ μὲ ἀπόλυτη ἀποστροφὴ τὰ κεσεδάκια τοῦ Γέροντα. Σκέφθηκα νὰ τὸν ξεγελάσω καὶ νὰ ῥίξω τὸν καφὲ στὸ πεζούλι, ἀλλὰ ποῦ νὰ γλιτώσω ἀπὸ τὴν ματιά του. Τὸν ἤπια καὶ μαθήτευσα στὴν ἁπλότητα τοῦ ἀσκητοῦ μιὰ γιὰ πάντα. «Μὴν αὐτοεμπαίζεσαι», εἶπα στὸν ἑαυτό μου, «δὲν μπορεῖς νὰ γίνεις ἀσκητής. Στὸ Κοινόβιο καὶ πολὺ θὰ σοῦ εἶναι.»
Ἕνας ἄλλος ἀδελφός, μὲ δική μας παρότρυνση, διακριτικὰ προσπαθοῦσε νὰ τὸν φωτογραφίσει.
-Ἄστο παιδί μου, αὐτὸ τὸ κουτί, καὶ ἄκου τοῦ Χρυσοστόμου τὰ λόγια. Καθόλου δὲν εἶναι δικά μου.
Ὁ Γέροντας ζοῦσε πολὺ ὑστερημένα, ὅπως ἄκουσα ἀπὸ μαθητή μου. Ἔβραζε νερὸ καὶ βουτοῦσε τὸ ψαροκόκκαλο τῆς ῥέγγας δύο-τρεῖς φορὲς καὶ ἔφτιαχνε «ψαρόσουπα» τὶς μεγάλες μέρες τῶν ἑορτῶν. Τὸ ξύλινο κρεββάτι του ἤτανε γυρτό, σκέτη κατρακύλα. Μόλις τὸν ἔπαιρνε ὁ ὕπνος, κυλοῦσε καὶ ἔπεφτε. Λειτουργοῦσε κάθε μέρα καὶ μάλιστα σὲ περίοδο χειμῶνα τὸ ῥιψοκινδύνευε καὶ ἄρχιζε μόνος του, προτοῦ φθάσει κάποιος ψάλτης.
Κάποτε, ὁ ἐπίσκοπος Λένιγκραντ Νικόδημος τὸν ἐπεσκέφθηκε καὶ γονάτισε νὰ τὸν εὐλογήσει. Τοῦ εἶπε: «Σήκω ἐπάνω· εἶσαι δεσπότης».
Πάντα ζοῦσε ἔξω ἀπὸ κάθε ἄνεση καὶ γνωριμία τοῦ σύγχρονου πολιτισμοῦ. Τὸ δειλινὸ ἔπαιρνε τὸ κομποσχοίνι  καὶ ἔφερνε ἄπειρες βόλτες στὸν κήπό του, λέγοντας τὴν εὐχὴ στὰ ῥωσικά. Μόνον τὸ«ἐλέησόν με» ἀκουγόταν ὑπόκωφα.
Φεύγαμε καὶ ὅλοι ἐπαναλαμβάναμε τὸν φθόγγο του τὸν ἱερό:«Ταπείνωσε τὴν σάρκα, γιὰ νὰ ἔχεις γλυκὸ Παράδεισο».



του Γέροντα Γρηγορίου 
Ηγουμένου της Ιεράς Μονής Δοχειαρίου
(Έκδοση Ι.Μ.Δοχειαρίου.Άγιο Όρος 2010.)