Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Νεκτάριος Πενταπόλεως. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγ. Νεκτάριος Πενταπόλεως. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

Άγιος Νεκτάριος_Στα σαράντα τέσσερά μου χρόνια ο Θεός μου φανέρωσε αυτό, που θα με κράταγε μέχρι τέλους της ζωής μου σταθερό στη στενή και τεθλιμμένη οδό, που είχα επιλέξει

                                                                                 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

«Το της «ατιμίας πόμα καθάρσιον» που λέει και ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναϊτης.
Από τότε μέχρι την τελευταία μου αναπνοή ούτε στιγμή δε μ΄ άφησε η συκοφαντία, η προσβολή, η περιφρόνηση.
Δε θέλω να σου μιλήσω ούτε για περιστατικά, ούτε για πρόσωπα.
Μπορεί να σε σκανδαλίσω με λογισμούς αγανάκτησης και κατάκρισης.
Δε θα μπορέσεις έτσι να καταλάβεις, ότι και τη συκοφαντία και την προσβολή και την περιφρόνηση έφτασα να τ΄ αγαπήσω.
Απορείς;
Κι όμως, έμαθα να τα βλέπω σαν τα καρφιά του σταυρού μου.
Αυτή ήταν η οδός της ανάστασής μου.
Να ΄ναι ευλογημένα. Με μάθαν ν΄ αγαπώ, απαλλαγμένος από την αγωνία να αρέσω, να γοητεύω, να τιμώμαι.
Με μάθαν να στρέφω το βλέμμα στους ταπεινούς και καταφρονεμένους, στους απλούς, καθημερνούς και ανώνυμους ανθρώπους, στο χρυσάφι της γης»

ΣΧΟΛΙΟ: Η ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΕΙΧΕ ΗΔΗ ΧΑΣΕΙ ΤΟΝ ΣΚΟΠΟ ΤΗΣ, ΤΗΝ ΑΓΙΟΤΗΤΑ. ΗΤΑΝ ΗΔΗ ΑΓΙΟΜΑΧΟΣ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ. Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΟΛΛΥΒΑΔΕΣ ΑΝΟΙΞΑΝ ΠΑΛΙ ΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΕΙΧΕ ΗΔΗ ΒΑΔΙΣΕΙ ΜΑΡΤΥΡΙΚΑ  Ο ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ]

Τρίτη 11 Νοεμβρίου 2025

Όταν ο ταπεινός Άγιος Νεκτάριος αν και επίσκοπος, επισκέφθηκε τους Δανιηλαίους στο Άγιον Όρος ως απλός....μοναχός !

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο

Οἱ Δανιηλαῖοι δὲν εἶχαν εἰδοποιηθεῖ γιὰ τὴν ἐπίσκεψή του, δὲν ἤξεραν ποιὸς εἶναι. Παρουσιάστηκε μὲ καλογερικὸ σκοῦφο, μὲ τὰ παλαιὰ ράσα ποὺ χρησιμοποιοῦσε στὴν καλλιέργεια τῶν λουλουδιῶν τοῦ κήπου τῆς Ῥιζαρείου, μὲ χοντρὲς καλογερίστικες ἀρβύλες. Εἶπε πὼς ἦταν ἕνας μοναχὸς ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Τὸν ὑποδέχθηκαν ὅμως ὅπως πάντα μὲ ἐγκαρδιότητα, μὲ Ἀβραμιαία, ὅπως εἴπαμε, καλοσύνη καί, ἀφοῦ τὸν ἐκέρασαν νωπὰ σῦκα, φουντούκια μὲ ἀγριόμελο, εὐχαριστήθηκαν ποὺ θὰ ἔμενε μερικὲς μέρες κοντά τους νὰ παρακολουθήσει τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες.
Ἀλλὰ τὰ λίγα λόγια του, περίεργο, εἶχαν οὐσία, τόξευαν ἀκτῖνες «Θείου Φωτός!». Ὅπου καθὼς σὲ μιὰ στιγμὴ ὕστερα ἀπὸ τὶς πρῶτες περιποιήσεις σιγοπερπατοῦσαν μὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς Δανιηλαίους, τὸν πέμπτο της συντροφιᾶς, κατευθυνόμενοι πρὸς τὸ φοβερὸ βράχο τοῦ Καρουλίου, συναπαντοῦν ἕναν ἄγνωστο «περίεργο» ἐρημίτη, μελαμψό, μὲ καταμπαλωμένο κίτρινο ράσο, λιπόσαρκο, μὲ δύο μεγάλα μάτια ποὺ σὲ καθήλωναν...
-Εὐλογεῖτε...ψιθύρισε ὁ Νεκτάριος. Κι ἀπόμεινε ἐκστατικός.
-Ὁ Κύριος, ἀποκρίθηκε αὐτός. Καὶ μονομιᾶς ἔκανε παρατήρηση στὸν ἀδελφὸ Δανιήλ.
-Πῶς προπορεύεσθε, ἀδελφέ, ἀπὸ τὸν Πενταπόλεως, τὸν πρὸ πολλοῦ ἐνταχθέντα μεταξὺ τῶν ἁγίων ἱεραρχῶν; Σὰ νὰ τοὺς κόπηκε ἡ ἀναπνοή. Ὁ Δανιὴλ ἀπόμεινε νὰ κυττάζει χαῦνος. Ἐκεῖνος ἐκύτταζε τὰ μάτια τοῦ ἐρημίτη καὶ σώπαινε. Ἡ καρδιά του γοργοκτυποῦσε. Εἶχε λοιπὸν δίπλα του μίαν ἄγνωστη ἀγωνιστικὴ ψυχή, εὐλογημένη μὲ τὸ ποορατικὸ χάρισμα; Ἄθελά του δάκρυσε.
-Ὑπερευλογημένο τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου μας, ἀδελφέ, ψιθύρισαν τὰ χείλη του. Μὴν ἀναφέρετέ τι διὰ τὸν ταπεινὸν δοῦλον του. Παρακαλῶ... παρακαλῶ, δεχθεῖτε... τὸν ἀσπασμόν μου. Κι ἐπλησίασε κι ἔσκυψε νὰ φιλήσει τὸ ῥοζιασμένο χέρι τοῦ ἐρημίτη.
Ἐκεῖνος τραβήχθηκε μὲ φόβο. Καὶ σκύβοντας μὲ τὴ σειρά του νὰ φιλήσει τὸ χέρι τοῦ ἐπισκέπτη, βρέθηκαν οἱ δύο πρόσωπο μὲ πρόσωπο. Ἀντάλλαξαν ἐγκάρδιο ἀσπασμό.

-Χθὲς οἱ δαίμονες φρύαξαν... ψιθύρισαν τὰ χείλη τοῦ ἀσκητῆ. Μεταβλήθησαν σὲ σμῆνος μεγάλων κωνώπων, μὲ ἔπληττον καὶ προσπαθοῦσαν νὰ μὲ ἀφήσουν χάμου ἀναίσθητον. Πλὴν ὅμως δὲν ἴσχυσαν εἰς τὸ σημεῖον τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Εἰς δὲ τὴν φράσιν «Ἀναστήτω ὁ θεὸς καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ Αὐτοῦ», ἐξηφανίσθησαν.
-Διατί;
-Διότι θὰ μοῦ ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία νὰ γνωρίσω ἕναν φοβερὸ διώκτην των. Τί νέα ἀπὸ τὸν κόσμο;
-Τί νέα... Πόλεμοι, ἀτασθαλίαι, ζυμώσεις καί...

-Καταλαμβάνω, συμπλήρωσε ὁ ἐρημίτης. Κομπασμός, ὑπερηφάνεια, νοησιαρχία.
Ἀκολούθησε σιγή.
Στὸ μεταξὺ ὁ ἀδελφὸς Δανιὴλ παρατηροῦσε μὲ ἔκσταση τὸν ἀπρόσμενο ἐκεῖνο ἐπισκέπτη, ποὺ ἦταν Ἐπίσκοπος, καὶ προσπαθοῦσε μὲ λόγια συντριβῆς νὰ ἐπανορθώσῃ τὴν παράλειψη προσφορᾶς τοῦ ἀνάλογου σεβασμοῦ.
-Σᾶς ἀντιλαμβάνομαι, Σεβασμιώτατε,ἐπίασε νὰ λέει ὁ ἀσκητής. Νοσταλγεῖτε τὴν μόνωσιν. Ἀλλ᾿ ἐφόσον θεωρήσατε καθῆκον νὰ ὑπηρετήσετε αὐτοπροσώπως τὸν λαόν, ἐφόσον ὑπελογίσατε τοὺς συνανθρώπους καὶ τοὺς ἀγαπήσατε ἐκ μέσης καρδίας... Θἄρθει καὶ ἡ μόνωσις.
Τὸν κύτταξε πάλι στὰ μάτια καὶ ξαναδάκρυσε.
-Τί φρονεῖτε διὰ τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα ποὺ ἔρχεται; σιγορώτησε.
Ὁ ἐρημίτης δὲν ἀποκρίθηκε ἀμέσως. Σήκωσε τὸ βλέμμα ψηλά, πῆρε βαθειὰ ἀναπνοὴ καὶ εἶπε:
-Τέλος τὰ βασίλεια. Πόλεμοι... ἀνησυχίαι, σφαγαί, καταστροφαί. Κυρίαρχος ὁ φόβος.
-Ὁ φόβος... ἐπαναλαβαν τὰ χείλη τοῦ Δανιήλ.
Δὲν εἶπαν ἄλλο τίποτα. Προχώρησαν καὶ οἱ τρεῖς γιὰ τὸ φοβερὸ βράχο...

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2025

SCHELLING: ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ (1809) (15)

Συνέχεια από Tρίτη 4 Νοεμβρίου 2025

SCHELLING: ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ (1809) 15
Του Martin Heidegger


ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ


ΓΙΑ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΝΟΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ.
Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΤΟΥ ΣΕΛΛΙΝΓΚ
(Τόμος I, Τμήμα VII, σελ. 336–357)


ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

§ 5. Η νέα αφετηρία στον γερμανικό ιδεαλισμό:
Η φιλοσοφία ως διανοητική εποπτεία του Απολύτου

β) Η εκ νέου ενατένιση του έργου πάνω στο «Σύστημα»

Ο Schelling στοχεύει στο Σύστημα της ελευθερίας.

Για τη διευκρίνιση αυτής της πρόθεσης θέσαμε τέσσερα ενδιάμεσα ερωτήματα:
Τι σημαίνει γενικά «σύστημα»; (σ. 44)
Υπό ποιες προϋποθέσεις προέκυψε η πρώτη συγκρότηση συστήματος στη νεότερη φιλοσοφία; (σ. 50)
Γιατί το σύστημα είναι το «ηγετικό σύνθημα» της φιλοσοφίας του γερμανικού ιδεαλισμού; (σ. 61)

Βρισκόμαστε τώρα στην απάντηση του τρίτου ερωτήματος.

Το σύστημα, στην πρώτη του διαμόρφωση κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, είναι το μαθηματικό σύστημα του λόγου. Ο Kant, με τη νέα του περισυλλογή πάνω στην ουσία του λόγου, έδειξε ότι και με ποιον τρόπο ο λόγος είναι καθ’ εαυτόν “συστηματικός”. Αν η φιλοσοφία δεν είναι τίποτε άλλο παρά teleologia rationis humanae (τελεολογία του ανθρώπινου λόγου), τότε αυτό σημαίνει: το εσώτατο και ουσιαστικό της έργο είναι το σύστημα.

Η φιλοσοφική προσπάθεια του Kant κατά την τελευταία δεκαετία του έργου του αποβλέπει αποκλειστικά στη θεμελίωση αυτού του συστήματος του λόγου.
Αυτή η προσπάθεια απέτυχε — όχι λόγω εξωτερικών αντιστάσεων, αλλά για εσωτερικούς λόγους. Η ενότητα του συστήματος, και μαζί με αυτή το ίδιο το σύστημα, δεν κατέστη δυνατόν να θεμελιωθεί. «Είναι επιτρεπτός ο διαχωρισμός σε Θεό και Κόσμο;»

Οι ίδιες οι Ιδέες — Θεός, Κόσμος, Άνθρωπος — σύμφωνα με τη σκέψη του Kant, δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση του εαυτού τους από εκείνο που αντιπροσωπεύουν.
Οι Ιδέες δεν είναι δεικτικές (ostensiv)· δεν παρουσιάζουν άμεσα αυτό που σημαίνουν, αλλά είναι μόνο — αν και φυσικά αναγκαία — «προοίμιο του λόγου» (Vernunft-Vorspiel). (Κριτική της Κριτικής Δύναμης της Κρίσεως)


Το θεμέλιο των Ιδεών και της ενότητάς τους, δηλαδή το θεμέλιο του συστήματος, παραμένει σκοτεινό. Ο δρόμος προς το σύστημα δεν είναι ασφαλής. Η αλήθεια του συστήματος είναι αμφίβολη. Κι όμως — η απαίτηση για το σύστημα είναι αναπόφευκτη.

Ο Kant, από τη μια πλευρά, απέδειξε την αναγκαιότητα του συστήματος εκ του ίδιου του Είναι του λόγου. Από την άλλη όμως, ο ίδιος ο Kant άφησε το σύστημα βυθισμένο σε ουσιώδεις δυσκολίες. Έτσι, όλα εξαρτώνται από το ερώτημα του συστήματος.
Οι πρώτες φιλοσοφικές δημοσιεύσεις των Fichte, Schelling και Hegel περιστρέφονται, επομένως, γύρω από το ερώτημα του συστήματος.


Σε ποια κατεύθυνση κινείται η προσπάθεια για το σύστημα μέσα στον γερμανικό ιδεαλισμό; Το δείχνουμε αυτό μέσα από τη μεταβολή της θεμελιώδους στάσης της φιλοσοφίας τους — συγκεκριμένα, ακολουθώντας τον οδηγό του ίδιου του ορισμού της φιλοσοφίας τους, σε αντιπαράθεση προς εκείνον του Kant. Η φιλοσοφία είναι τώρα: η διανοητική εποπτεία (intellektuelle Anschauung) του Απολύτου.

Ακόμη και μετά τον Kant — και μάλιστα σύμφωνα με την ίδια του την απαίτηση — η φιλοσοφία στοχεύει στο σύστημα, δηλαδή στην εσωτερική ενότητα των Ιδεών: Θεός, Κόσμος, Άνθρωπος — δηλαδή στο Ον στο σύνολό του.

Μέσα σε αυτό το Ον ως όλο (diesem Seienden im Ganzen) βρίσκεται ο άνθρωπος· γνωρίζει αυτό το όλο. Το πόσο μακριά και καθαρά, πόσο βέβαια και πόσο πλούσια το διαβλέπουμε και το γνωρίζουμε, διαφέρει πολύ και μεταβάλλεται· αλλά πάντοτε και κάθε φορά γνωρίζουμε μ’ αυτόν τον τρόπο το Ον στο σύνολό του. Γνωρίζουμε: Είναι.

Βρισκόμαστε διαρκώς μέσα σ’ αυτή τη γνώση περί του Είναι (Seyn). Άρα, πρέπει να διευκρινιστεί και να θεμελιωθεί αυτή η γνώση — παρά, και μάλιστα εξαιτίας, του κριτικού ορίου που ύψωσε ο Kant. Διότι η κριτική του Kant στηρίζεται, ως προς το αρνητικό της μέρος, στην προϋπόθεση ότι το Ον στο σύνολό του πρέπει να είναι γνωρίσιμο με την έννοια της εμπειρίας — ή καθόλου γνωρίσιμο — και ότι επομένως αυτό το Ον ως όλο είναι αντικείμενο.

Και οι δύο αυτές προϋποθέσεις είναι αθεμελίωτες. Η γνώση δεν χρειάζεται αισθητηριακή εμπειρία, και εκείνο που είναι γνωστό δεν χρειάζεται να είναι αντικείμενο, αλλά είναι ακριβώς γνώση του μη-αντικειμενικού, του Απολύτου. Και αφού κάθε γνώση είναι εποπτεία (Anschauung), ενώ το Απόλυτο δεν μπορεί να εποπτευθεί αισθητά, αυτή η εποπτεία του Απολύτου πρέπει να είναι μη-αισθητή, δηλαδή “διανοητική” (intellektuelle).

Με την απαίτηση για γνώση υπό την έννοια της διανοητικής εποπτείας, φαίνεται ότι ο γερμανικός ιδεαλισμός υποχωρεί στην κατάσταση της φιλοσοφίας πριν από τον Kant.
Αυτήν τη φιλοσοφία προ του Kant, ο ίδιος ο Kant την ονόμασε «δογματισμό» (Dogmatismus), σε διάκριση από τη δική του, που την προσδιόρισε ως «κριτικισμό» (Kritizismus) — δηλαδή τη φιλοσοφία που έχει περάσει μέσα από την Κριτική του Καθαρού Λόγου και στηρίζεται σε αυτή την κριτική. Έπρεπε, επομένως, να ενδιαφέρει τον γερμανικό ιδεαλισμό να προφυλάξει τη φιλοσοφία του από μια ταύτιση με τον προ-καντιανό δογματισμό.


Το γνώρισμα του δογματισμού είναι ότι θεωρεί αυτονόητη τη γνωσιμότητα (Wißbarkeit)του Απολύτου και την υποστηρίζει· από αυτήν τη θέση, το δόγμα, ζει ο δογματισμός γενικά. Πιο συγκεκριμένα: μέσα σε αυτή τη θέση για την αυτονόητη γνωσιμότητα του Απολύτου ενυπάρχει μια ανεξέταστη προκατάληψη ως προς το ίδιο το Απόλυτο. Το απόλυτο Ον είναι το καθ’ εαυτό υπάρχον και το από μόνο του υπάρχον (Substanz). Η γνήσια όμως ουσία (Substanz) είναι, κατά τον Descartes, υποκείμενο, δηλαδή: «εγώ σκέπτομαι» (Ich denke). Το Είναι του Θεού είναι καθαρή νόηση (cogitare), και επομένως πρέπει να είναι προσιτό μέσω της νόησης.

Αυτός ο δογματισμός δεν είναι πλέον δυνατός μετά τον Kant. Αλλά, από την άλλη πλευρά, μετά τον Kant δεν είναι επίσης αναγκαίο να αποκλειστεί το Απόλυτο από την ανθρώπινη γνώση. Αντιθέτως, πρέπει να αναπληρωθεί μια παράλειψη του Kant και να καθοριστεί η ουσία της γνώσης του Απολύτου. Γι’ αυτό ο Schelling λέει: «Δεν διαφέρουμε από τον δογματισμό στο ότι [υποστηρίζουμε ότι] είμαστε μέσα στο Απόλυτο, αλλά στο ότι μέσα στη γνώση υποστηρίζουμε μια απόλυτη ενότητα της σκέψης και του Είναι, και έτσι ένα Είναι του Απολύτου μέσα στη γνώση και της γνώσης μέσα στο Απόλυτο.» (ό.π., σ. 365)

Σε τέτοια γνώση, κατά τον τρόπο της διανοητικής εποπτείας, βρίσκεται το Απόλυτο,
και τέτοια γνώση βρίσκεται μέσα στο Απόλυτο. Ο γνωρίζων δεν έχει το Απόλυτο ούτε έξω από τον εαυτό του ως αντικείμενο (Objekt), ούτε μέσα του ως μια σκέψη στο υποκείμενο (Subjekt), αλλά η απόλυτη γνώση είναι γνώση του Απολύτου, με τη διπλή έννοια ότι το Απόλυτο είναι τόσο το γνωρίζον όσο και το γνωριζόμενο, ούτε μόνο το ένα ούτε μόνο το άλλο, αλλά και τα δύο μαζί μέσα σε μια πρωταρχική ενότητα αυτών των δύο.


Ο φιλόσοφος, ως ο γνωρίζων, δεν αναφέρεται ούτε στα πράγματα, στα αντικείμενα, ούτε στον “εαυτό του”, στο “υποκείμενο”· αλλά γνωρίζοντας, γνωρίζει εκείνο που περιβάλλει και διαπερνά τα πράγματα ως όντα, που περιβάλλει και διαπερνά τον άνθρωπο ως ον, και που κυριαρχεί μέσα σε όλο αυτό το σύνολο ως το είναι του όλου των όντων.

«Η γνώση, ότι εκείνο το “έξω από εαυτόν έχειν” του Απολύτου (και βεβαίως και το άμεσα συναφές προς αυτό απλό “για τον εαυτό του έχειν”, δηλαδή το νοητό είναι του τελευταίου) είναι το ίδιο απλώς μια φαινομενικότητα (Schein, λάμψη, εμφάνιση) — (Γιατί “ φαινομενικότητα ”; Και από πού γενικά η φαινομενικότητα; βλ. τη μεταφυσική του Nietzsche) — και ανήκει στο πεδίο της φαινομενικότητας, αυτή η γνώση είναι το πρώτο αποφασιστικό βήμα εναντίον κάθε δογματισμού,
το πρώτο βήμα προς τον αληθινό ιδεαλισμό και προς τη φιλοσοφία που βρίσκεται μέσα στο Απόλυτο.» (ό.π., σ. 356)


Αυτά τα έγραψε ο Schelling το 1802, δηλαδή πέντε χρόνια πριν από τη Φαινομενολογία του Πνεύματος του Hegel. Όποιος γνωρίζει αυτό το έργο του Hegel, θα κατανοήσει εύκολα ότι η Φαινομενολογία του είναι απλώς μια μεγάλη, εσωτερικά συνεκτική αλληλουχία παραλλαγών πάνω σε αυτό το ίδιο θέμα.

Αυτή η φιλοσοφία του γερμανικού ιδεαλισμού, η διανοητική εποπτεία (intellektuelle Anschauung), δεν είναι κανένα φαντασιοκόπημα, αλλά η πραγματική εργασία του ίδιου του Πνεύματος πάνω στον εαυτό του. Δεν είναι τυχαίο ότι η λέξη «εργασία» (Arbeit) είναι μία από τις αγαπημένες λέξεις του Hegel.


Συνεχίζεται με:

γ) Η Ιστορία ως πορεία της απόλυτης γνώσης προς τον εαυτό της

ΑΛΛΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ, ΑΛΛΟΣ ΤΥΠΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΑΛΛΟ ΠΝΕΥΜΑ, ΑΛΛΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. ΜΟΝΟ Ο ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΒΟΗΘΗΣΕΙ  ΜΕ ΤΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑΤΙΚΟ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ. ΜΙΑ ΓΕΦΥΡΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΣΥΝΔΕΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΠΑΥΛΟ.

Ομιλία περί της αληθούς ελευθερίας (Αγ. Νεκτάριος Επίσκοπος Πενταπόλεως)

Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον Κεφ. Η. 34 – 38, θ. 1. 

«Τω καιρώ εκείνω, προσκαλεσάμενος ο Ιησούς τον όχλον συν τοις μαθηταίς αυτού είπεν αυτοίς: όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν, και αράτω τον σταυρόν αυτού, και ακολουθείτω μοι. Ος γαρ αν θέλη την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ος δ’ άν απολέση την εαυτού ψυχήν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν. Τί γάρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήση τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; Ή τί δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού; Ος γαρ εάν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τη γενεά ταύτη τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ, και ο Υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν όταν έλθη εν τη δόξη του Πατρός αυτού μετά των αγγέλων των αγίων. Και έλεγεν αυτοίς: αμήν λέγω υμίν ότι εισί τινες των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου, έως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει». 

Απόδοση: Ο Ιησούς κάλεσε τότε τον κόσμο μαζί με τους μαθητές του και τους είπε: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθεί. Γιατί όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει· όποιος όμως χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου και εξαιτίας του ευαγγελίου, αυτός θα τη σώσει. Τί θα ωφεληθεί ο άνθρωπος, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο αλλά χάσει τη ζωή του; Τί μπορεί να δώσει ο άνθρωπος αντάλλαγμα για τη ζωή του; Όποιος, ζώντας μέσα σ’ αυτή τη γενιά την άπιστη κι αμαρτωλή, ντραπεί για μένα και για τη διδασκαλία μου, θα ντραπεί γι’ αυτόν και ο Υιός του Ανθρώπου, όταν έρθει με όλη τη λαμπρότητα του Πατέρα του, μαζί με τους αγίους αγγέλους». Τους έλεγε ακόμη ο Ιησούς: «Σας διαβεβαιώνω πως υπάρχουν μερικοί ανάμεσα σ’ αυτούς που βρίσκονται εδώ, οι οποίοι δε .θα γευτούν το θάνατο, πριν δουν να έρχεται δυναμικά η βασιλεία του Θεού» 

 Ο άνθρωπος, πλασμένος για να εικονίζει μικρογραφικώς επί της γης την απειρομεγέθη εικόνα του Θείου Δημιουργού, ήταν απαραίτητο να είναι προικισμένος με τις ιδιότητες του Θεού, ώστε να έχει την αναφορά του σ’ Αυτόν. Ως εικόνα του Θεού, ο άνθρωπος έπρεπε να είναι oν αυτοσυνείδητον, ελεύθερον και αυτεξούσιον, διότι oν χωρίς συνείδηση της υπάρξεώς του, χωρίς ελευθερία, χωρίς εξουσίαν επί του εαυτού του, είναι ανάξιο της υψηλής αυτής κλήσεως, του υψηλού αυτού προορισμού που του επεφύλαξε η μεγάλη βουλή του Θείου Δημιουργού. Η ελευθερία άρα του ανθρώπου είναι αναγκαία συνέπεια της μεγάλης αποστολής του, της διαπλάσεώς του και της παρουσίας του μέσα στον κόσμο, και επομένως προσόν αναγκαίον και σεβαστόν. Χωρίς την ελευθερίαν ο άνθρωπος θα ήταν ισότιμος με τα λοιπά ζώα, η δουλεία θα υπέτασσε τις ενέργειές του, και θα οδηγούσε τις σκέψεις του μέσα σε έναν περιορισμένον κύκλον, όπου θα περιεστρέφετο.Οι ιδέες του καλού και του αγαθού θα ήσαν άγνωστοι σ’ αυτόν, θα αγνοούσε τι είναι αισχρόν, τι κακόν, τι ψευδές, και δεν θα είχε εξουσίαν αυτενεργείας, δυνατότητα να εξέλθει από τον περιορισμένον κύκλο των εμφύτων ορμών. Η άγνοια του καλού, του αγαθού, του αληθινού θα καθιστούσε τον άνθρωπον ένα oν ανήθικον, θα διέγραφε την ηθικήν ως λέξιν εστερημένην νοήματος, αφού οι πράξεις του θα ήσαν ηθικώς αδιάφοροι, και γι’ αυτό, αχαρακτήριστοι. Η αδιαφορία αυτή και ομοιότης του χαρακτήρος των πράξεων δεν θα διήγειρε καμμίαν αίσθησιν ή εντύπωσι στον νου και στην καρδία του ανθρώπου· η έλλειψις αυτή θα καθιστούσε την μενκαρδίαν ασυνείδητον, τον δε νου νωθρό και αδρανή· η ασυνειδησία και η νωθρότης θα επέπιπταν ως σκιερά νέφη και θα εκάλυπταν την θαυμαστήν εικόνα του θείου Δημιουργού, που τόσο λαμπρώς και θαυμασίως εκαλλιτεχνήθη από το δημιουργικόν του χέρι, στην οποία διαλάμπει η αγαθότης, η σοφία και η δύναμίς του και θα τον ημπόδιζαν να ιδή και να γνωρίση τον Πλάστην του και Δημιουργόν του σύμπαντος. Θα αγνοούσε τον Θεόν και τα θεία ιδιώματά του και έτσι η δημιουργία ουδέποτε θα εδόξαζε, θα υμνούσε, θα έψαλλε και θα ευχαριστούσε με επίγνωσι και συνείδησι τον Θεόν. 

Ο άνθρωπος επλάσθη για να εικονίζει τον Θεόν επί της γης.Ο Θεός τον έκαμεν oν νοερόν και αυτεξούσιον για να πράττει το θέλημα Αυτού, το οποίον έγραψε μέσα στην καρδίαν του, και το κατέστησε και ιδικόν του θέλημα. Σκοπός της διαπλάσεώς του ήταν να γνωρίσει η δημιουργία τον Θεόν. Επλάσθη λοιπόν για να γνωρίσει τον Πλάστην και Δημιουργόν του, επλάσθη για να υψούται προς τον Θεόν, για να δοξάζει τον Θεόν· επλάσθη με σκοπόν η δημιουργηθείσα κτίσις να αινή ενσυνειδήτως τον θείον Δημιουργόν της. Το αυτεξούσιόν του λοιπόν, το νοερόν και το ηθικώς ελεύθερον, του εδόθησαν για να εκπληρώνει τον μέγα προορισμόν του, την μεγάλην αποστολή του, να συνδέει την γη με τον Ουρανό και να μην αποκλίνει δεξιά ή αριστερά, αλλά να βαδίζει την ευθείαν οδό, πράττοντας μόνο το αγαθόν, το εγγεγραμμένον στην καρδία του, το οποίον και αυτός ορμεμφύτως αγαπά. Διότι αλλιώς, εάν αποκλίνει από τον προορισμό του, γίνεται ανελεύθερος και «εξομοιούται τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις» (Ψαλμ. μη’ 12, 20). Ο άνθρωπος είναι αληθώς ελεύθερος πριν απομακρυνθεί από το αγαθόν, και ενόσω συνταυτίζει την θέλησή του προς το θέλημα του Θεού. Όμως ευθύς ως αποκλίνει από την ευθείαν, αποβαίνει όντως ανελεύθερος, η ελευθερία του πλέον είναι ψευδής επίδειξις ψευδούς ελευθερίας. Η ελευθερία του ανθρώπου, όταν υποτάσσεται στον νόμο του Θεού, δεν περιορίζεται, διότι Αυτός, ως θείος, είναι άπειρος, το δε άπειρον όχι μόνον δεν περιορίζει την ελευθερία, αλλά την συνεκτείνει και την συναυξάνει, όταν ο άνθρωπος τον ακολουθεί. Αιτιολογώντας το καθήκον που έχει ο άνθρωπος να ακολουθεί το θέλημα του Θεού, ο φιλόσοφος και μάρτυς Ιουστίνος μας συμβουλεύει: «Ο Θεός εποίησε τον άνθρωπον ελεύθερον και αυτεξούσιον, ώστε αυτό που από ιδικήν του υπαιτιότητα έχασε, με την αμέλεια και την παρακοήν του, να του το δωρίσει πάλιν ο Θεός διά φιλανθρωπίας και ελεημοσύνης, εάν ο άνθρωπος υπακούσει σ’ Αυτόν. Όπως δηλαδή ο άνθρωπος παρήκουσε και επέφερε στον εαυτόν του τον θάνατον, έτσι και εάν υπακούσει στο θέλημα του Θεού, ημπορεί να κερδίσει την αιώνιο ζωή. Διότι ο Θεός μας έδωσε εντολές άγιες, τις οποίες όποιος τηρήσει ημπορεί να σωθεί, και επιτυγχάνοντας την ανάσταση, να κληρονομήσει την αφθαρσίαν». Γι’ αυτόν λοιπόν τον λόγον ο άνθρωπος οφείλει να φυλάττει με ευλάβεια τον νόμο του Θεού, και να πράττει το θέλημα Αυτού, διότι ως εικόνα του Θεού είναι υποχρεωμένος να εκπληρώνει τον σκοπόν της επί γης αποστολής του. Αλλιώς μέλλει να κατακριθεί ως παραβάτης των καθηκόντων του, επειδή ελησμόνησε την αποστολήν του, και εξ αιτίας της αμελείας του έκαμε κακήν χρήσιν του αυτεξουσίου, και παρεδόθη στα πάθη και τις επιθυμίες.Το αυτεξούσιον του ανθρώπου είναι βεβαίως ανεπηρέαστον· ο βαθμός της ελευθερίας αυτού καταδεικνύεται από τον τρόπο με τον οποίον ο Κύριος τον προσκαλεί: «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν...». 

Ο Σωτήρ καλεί τον άνθρωπον οπίσω του και τον αφήνει ελεύθερον να αποφασίση περί του σπουδαιότατου τούτου ζητήματος, να τον ακολουθήση ή να πάρη τον ιδικόν του δρόμο. Ήλθε για να σώση τον άνθρωπο και όμως δεν παραβιάζει το αυτεξούσιον αυτού. Τον προσκαλεί να λάβη ενεργόν μέρος  στην σωτηρίαν του και όμως δεν επηρεάζει καθόλου το αυτεξούσιον αυτού. Από την μελέτη της ιστορίας της απολυτρώσεως βλέπουμε τον Υιόν του Θεού γινόμενον άνθρωπον υπέρ της σωτηρίας του ανθρώπου, πορευόμενον προς το εκούσιον Πάθος με σκοπόν να «άρη την αμαρτίαν του κόσμου» (Ιω. α', 29), να βαστάση τους μώλωπες τους ιδικούς μας, να εκπληρώση το μέγα μυστήριον της Οικονομίας και να συμφιλιώση τον άνθρωπον με τον Θεόν, και εν τούτοις δεν παραβιάζει καθόλου το αυτεξούσιον του ανθρώπου. Ιδού η κεκλεισμένη πύλη του Παραδείσου ανοίγεται και η πυρίνη ρομφαία, η οποία φυλάττει την είσοδον αυτού, απομακρύνεται και η φωνή του Δεσπότου προσκαλεί τον άνθρωπο, που ήταν πριν αποκλεισμένος, να εισέλθη δια μέσου αυτής στον τόπο της καταπαύσεως· αυτός όμως αφήνεται ελεύθερος, αν θέλη να εισέλθη ή όχι. 

Η επίσημος αναγνώρισις της ελευθερίας μας εκ μέρους του Σωτήρος, μας διδάσκει ότι η σωτηρία μας δεν πραγματούται μόνον από την απόλυτον ενέργεια της χάριτος του Θεού, αλλά και από την συγκατάθεση και την σύγχρονον ενέργεια του ανθρώπου. Περί της αναγκαιότητος αυτής ιδού τι λέγουν οι σοφοί Πατέρες της Εκκλησίας· ο θείος Χρυσόστομος λέγει: «η χάρις, μολονότι είναι χάρις, σώζει όσους το θέλουν», και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει: «Η σωτηρία πρέπει να προέλθει από την συνεργασία την ιδική μας με τον Θεόν». Ο δε Κλήμης ο Αλεξανδρεύς λέγει: «Όταν οι ψυχές το θέλουν, αποστέλλει και ο Θεός το Πνεύμα, αν όμως λείψει η προθυμία, συστέλλεται και το εκ Θεού Πνεύμα». Αλλά και ο ιερός Ιουστίνος λέγει: «Ο Θεός, ο οποίος έπλασε τον άνθρωπο χωρίς τον άνθρωπον, αδυνατεί να σώσει τον άνθρωπο χωρίς αυτός να το θελήσει».

 Αρα διδασκόμεθα ρητώς και σαφώς ότι οι παράγοντες της σωτηρίας είναι δύο: πρώτον η ελευθέρα θέλησις του ανθρώπου, και δεύτερον η χάρις του Θεού. Επειδή όμως ο άνθρωπος είναι ον υλοπνευματικόν, μέσα του εμφανίζονται δύο θελήσεις με την ιδίαν μορφήν, ως ενδόμυχος έκφρασις του ενιαίου προσώπου, το οποίον θέλει να απολαύσει κάποιο πράγμα. Και μολονότιως προς την μορφήν οι δύο θελήσεις του δεν διακρίνονται μεταξύ τους, διαφέρουν όμως πολύ εξ αιτίας της διαφοράς των υποστάσεων από τις οποίες λαμβάνουν την αρχή. Διότι το πνεύμα επιθυμεί τα του πνεύματος, η δε σάρξ τα της σαρκός . Γι’ αυτό η μία θέλησις εκφράζει το φρόνημα του πνεύματος, ενώ η άλλη το φρόνημα της σαρκός. Η αντίθεσις των φρονημάτων γεννά αμοιβαίαν αντίσταση και σφοδράν διαπάλη, κατά την οποίαν η κάθε μία ζητεί να υπερισχύσει και να επιβάλει την ιδικήν της εξουσία. Στον αγώνα αυτόν, ο μεν έσω άνθρωπος επιθυμεί την νίκη του πνεύματος, ο δε έξω την νίκη του φρονήματος της σαρκός, το οποίον είναι θάνατος. Γι’ αυτό και ο Απόστολος  Παύλος λέγει: «το μεν φρόνημα της σαρκός θάνατος, το δε φρόνημα του πνεύματος ζωή και ειρήνη» (Ρωμ. η', 6). Όθεν σαρξ και πνεύμα πολεμούν μεταξύ τους· γι' αυτό και ο Παύλος λέγει «η γαρ σαρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος και το πνεύμα κατά της σαρκός» (Γαλ., ε', 17)· και «το μεν φρόνημα της σαρκός» είναι «έχθρα προς τον Θεόν τω γαρ νόμω του Θεού ουχ υποτάσσεται· ουδέ γαρ δύναται... το δε φρόνημα του Πνεύματος κατά Θεόν εντυγχάνει υπέρ αγίων (μεσιτεύει υπέρ των χριστιανών)» (Ρωμ. η', 7 και 27).

 Για την συνύπαρξιν αυτή των δύο φρονημάτων και την φυσικήν συμπάθεια του ανθρώπου προς το φρόνημα του πνεύματος, ιδού τι λέγει ο Απόστολος Παύλος· «συνήδομαι γαρ τω νόμω του Θεού κατά τον έσω άνθρωπον (με ευχαριστεί πάρα πολύ)· βλέπω δε έτερον νόμον εν τοις μέλεσί μου, αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός μου και αιχμαλωτίζοντά με τω νόμω της αμαρτίας τω όντι εν τοις μέλεσί μου» (Ρωμ. ζ' 22-23). Αρα ο άνθρωπος εκ φύσεως δέχεται τον νόμο του Θεού, διότι με αυτόν τον νόμον ευχαριστείται ο έσω άνθρωπος, επειδή είναι ο νόμος ο ιδικός του, ο νόμος του νοός του· η δε θέλησις που εκφράζει το φρόνημα του πνεύματος, είναι η αληθής θέλησις του ανθρώπου, επειδή αυτή είναι σύμφωνος με τον νόμο του νοός του, τον σύμμορφον προς τον νόμο του Θεού, ο οποίος ευχαριστεί τον έσω άνθρωπον. Γι' αυτό και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέγει: «το αγαθόν είναι εκ φύσεως εραστόν και επιθυμητόν, φυσικώς πάντοτε αυτό επιθυμούμε. Κακόν δε είναι η παρά φύσιν επιθυμία, όταν επιθυμούμε κάτι διαφορετικόν από το εκ φύσεως επιθυμητόν». Αλλά μολονότι η αληθής θέλησις είναι η θέλησις του πνεύματος, η επιθυμία δηλαδή του αγαθού, που είναι το φύσει επιθυμητόν, παραταύτα πολλές φορές αδυνατεί να υπερισχύση της αντιστάσεως της θελήσεωςτηςσαρκός για τον λόγο που αναφέρει ο Απόστολος Παύλος· δια «τον νόμον της σαρκός, τον αιχμαλωτίζοντα τω νόμω της αμαρτίας». Για την επίδρασιν αυτήν του νόμου της σαρκός ο Απόστολος λέγει· «το θέλειν παράκειταί μοι (είναι στο χέρι μου), το δε κατεργάζεσθαι το καλόν ουχ ευρίσκω· ου γαρ ο θέλω ποιώ αγαθόν, αλλ' ο ου θέλω κακόν τούτο πράσσω» (Ρωμ. ζ', 20). Διότι ο έσω άνθρωπος θέλει μεν και επιθυμεί το αγαθόν ως οικείον, επιθυμητόν, ως συμφυές αγαθόν, ως ιδικόν του νόμον, αλλ' ο νόμος της σαρκός, ο νόμος της αμαρτίας αντιστρατεύεται προς τις ενέργειες της αληθούς ελευθερίας μας και παρεμποδίζει την εμφάνισι του αγαθού και μας υπαγορεύει την εργασία του κακού· γι' αυτό στην συνέχεια λέγει ο Απόστολος· «ει δε ο ου θέλω εγώ τούτο ποιώ, ουκ έτι εγώ κατεργάζομαι αυτό, αλλ' η οικούσα εν εμοί αμαρτία».

 Ώστε όντως το μεν αγαθόν είναι νόμος συμφυής και αληθής θέλησις του ανθρώπου, το δε κακόν είναι νόμος ετεροφυής, είναι κάτι το οποίον δεν έχει δημιουργηθή και είναι αντίθετο προς την αληθή θέλησι του ανθρώπου. Επομένως όταν ο άνθρωπος εργάζεται το αγαθόν, εργάζεται ελευθέρως και  συμφώνως προς την θέλησι του έσω ανθρώπου και είναι αληθώς ελεύθερος· όταν όμως εργάζεται το κακόν, εργάζεται ανελευθέρως, διότι έχει υποταγή στον νόμο της αμαρτίας και είναι ανελεύθερος και δούλος της αμαρτίας. Συμφώνως προς τα ανωτέρω ελεύθερος είναι όποιος πράττει το αγαθόν, δούλος δε όποιος πράττει το κακόν· και αληθής μεν ελευθερία είναι η κυριαρχία του φρονήματος του πνεύματος η εργαζομένη το αγαθόν, ψευδής δε ελευθερία είναι η επικράτησις του φρονήματος της σαρκός, της κατεργαζομένης τα πονηρά. 

Χαρακτηριστικόν της αληθούς ελευθερίας, δηλαδή της αληθούς ελευθέρας θελήσεώς μας, είναι η αγάπη του αγαθού, του καλού, του αληθούς, και η επίμονος παραμονή σ’ αυτήν την αγάπη. Ο έρως προς το αγαθόν είναι η έκφρασις του έσω ανθρώπου, του πνευματικού ανθρώπου, και η εξωτερίκευσις του αισθήματος που τον πλημμυρίζει. Ο έρως αυτός γεννάται από την ταυτότητα των υπαγορεύσεων της καρδίας, με τις υπαγορεύσεις του Θείου νόμου, ο οποίος έχει εγγραφεί μέσα στις καρδιές μας. Αυτό υπαινίσσεται και η Αγία Γραφή, όταν λέγει ότι ο Θείος νόμος εδόθη γραπτός μέσα στην καρδία του ανθρώπου (Ρωμ. β’ 14-15). Διότι ο Θεός διέπλασσε την καρδίαν ως έδραν της αγάπης του αγαθού· γι' αυτό και εκ φύσεως αγαπά, ποθεί και ζητεί το αγαθόν και πώς ήταν δυνατόν να γίνη διαφορετικά, αφού η πρώτη εντύπωσις την οποίαν έλαβεν, ήταν η όψις του αγαθού, του άκρου αγαθού; Ναι· ήταν αδύνατον να γίνη διαφορετικά, διότι το αγαθόν άφησε στην καρδία τις πρώτες εντυπώσεις, τις οποίες εχάραξε βαθύτατα μέσα της και γι' αυτό θα είναι αιώνιοι. Η αγάπη αυτή, η επιπόθησις και η επιζήτησις του θείου νόμου είναι που κάνει τον Απόστολο Παύλο να ονομάζη τον νόμο που είναι γραμμένος μέσα στην καρδία νόμο του νοός του και να τον ταυτίζη με τον νόμο του Θεού. Η γνώσις αυτή του χαρακτήρος της αληθούς μας θελήσεως μας καθιστά ικανούς να διαφυλάξωμε ανεπηρέαστον την εσωτερικήν μας ελευθερία και να ζήσωμε αληθώς ελεύθεροι· και αληθώς ελεύθερος είναι όποιος διανοείται, θέλει και πράττει ελευθέρως.

 Χαρακτηριστικά της εσωτερικής ελευθερίας είναι η ηθική ανεξαρτησία, η αγαθότης, η αγνεία, η σεμνοπρέπεια, η ανδρεία, η ισχύς, το αήττητον, το ανένδοτον, το αυτοκρατορικόν και το αυτεξούσιον. Ο εσωτε ρικώς ελεύθερος άνθρωπος κοσμείται με όλες τις αρετές· η ευσέβεια, η δικαιοσύνη, η αλήθεια και η σύνεσις τον καταστέφουν με στεφάνους πλεγμένους με άνθη αμάραντα· ζώντας επάνω στην γην εικονίζει την εικόνα του θείου Δημιουργού του, το κάλλος της οποίας φέρει μέσα του· η πορεία του είναι ευθεία, το πολίτευμά του στον ουρανό· ανυψώνεται από τα γήινα και γίνεται αιθέριος και ουρανοβάμων· και, συνενούμενος με τον χορόν των αγγέλων υμνεί τον Θεόν, τον ποιητήν και πλάστην του. Ο εσωτερικώς ανελεύθερος όμως άνθρωπος είναι πράγματι ανελεύθερος· διότι εάν η ηθική εξάρτησις είναι ηθική δουλεία, η δε ηθική δουλεία είναι ανελευθερία, έπεται ότι ο ηθικά, ο εσωτερικά δηλαδή ανελεύθερος άνθρωπος είναι πράγματι ανελεύθερος και δούλος του νόμου της αμαρτίας, αδύνατος να δραστηριοποιηθή προς κάποιο αγαθόν, υπαγορευόμενον από την αληθή εσωτερικήν του θέλησι. Αυτό που πράττει είναι σύμφωνο με την θέλησι και το φρόνημα της σαρκός και όχι προς την αληθή, εσωτερικήν του θέλησι. Η ψευδής αυτή ελευθέρα θέλησις ημπορεί να εξαπατήση και να παραπλανήση πολλούς επιπόλαιους ερευνητάς και να τους φέρη στην απώλεια. Τους πείθει πολλές φορές να δέχωνται τις προσταγές της, οι οποίες απορρέουν από τα ποικίλα πάθη και τις επιθυμίες της, ως υπαγορεύσεις της αληθούς ελευθέρας θελήσεώς των και ως εκφράσεις του έσω ανθρώπου, της πνευματικής δηλαδή φύσεως. Ο ανελεύθερος εσωτερικά άνθρωπος μολύνει την εικόνα του Θεού και «άνθρωπος ων εν τιμή, εξομοιούται τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις» (Ψαλμ. μη' 12, 20), ατιμάζεται, ταπεινώνεται και διαφθείρεται.  

Χαρακτηριστικόν της ψευδούς ελευθερίας είναι η αγάπη του νόμου της αμαρτίας, η ηθική εξάρτησις, η ηθική αιχμαλωσία, η κακία, η ενοχή, η υπερηφάνεια, η αλαζονεία, η αναίδεια, η δειλία, το θράσος, η ανανδρία, η ήττα, η εξαχρείωσις, η ασέβεια, η αδικία, το ψεύδος, η ασυνεσία και οι λοιπές κακίες οι οποίες κατακηλιδώνουν και εξευτελίζουν τον άνθρωπον. Τον τρόπο με τον οποίον ημπορούμε να διατηρήσωμε τους εαυτούς μας αληθώς ελευθέρους, μας τον υπέδειξεν ο ίδιος ο Σωτήρ ημών, όταν είπε: «ος γαρ αν θέλει την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν. Ος δ’ αν απολέσει την ψυχήν αυτού ένεκεν εμού, ευρήσει αυτήν». Δηλαδή εδίδαξε ότι μόνο με την αυταπάρνησιν ημπορούμε να σωθούμε. Και αληθώς, για να γίνωμε αληθώς ελεύθεροι, είναι ανάγκη να απαρνηθούμε τους εαυτούς μας, και να σηκώσωμε στους ώμους τον σταυρόν και να ακολουθήσωμε τον Υιόν του Θεού, ο οποίος μας καλεί για να μας ελευθερώσει. «Εάν ουν ο Υιός ελευθερώσει υμάς, όντως ελεύθεροι έσεσθε» λέγει ο Σωτήρ και ελευθερωτής μας. Και πάλιν: «Εάν υμείς μείνητε εν τω λόγω τω εμώ, αληθώς μαθηταί μου εστέ, και γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς» (Ιω. η' 36 και 31-32). Αρα αποβαίνουμε ελεύθεροι όταν ακούμε με προσοχήν το κήρυγμα του Σωτήρος, μένουμε σ’ αυτό, σηκώνουμε στους ώμους τον σταυρόν και τον ακολουθούμε. Και απαρνούμεθα τους εαυτούς μας, όταν αποτασσόμεθα τον νόμο της σαρκός μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες, και σηκώνουμε τον σταυρόν, υπομένοντας κάθε κακοπάθεια υπέρ του νόμου του Θεού. Ο τρόπος, δηλαδή, να διαμείνωμε ελεύθεροι είναι: κατάπαυσις του θελήματος της σαρκός, ενέργεια του θελήματος του πνεύματος, και υποταγή του κατωτέρου στο ανώτερον. Κατά ταύτα οφείλει ο άνθρωπος να φροντίση και να εργασθή για την σωτηρία του· διότι διαφορετικά διατρέχει τον έσχατον κίνδυνον της απωλείας· επειδή τίποτε κοινόν δεν υπάρχει μεταξύ φωτός και σκότους, μεταξύ αγαθού και κακού. Η αμαρτία, η οποία έχει διαφθείρει τον άνθρωπον, είναι σκότος και κακόν μέγιστον, ως αντιστρατευομένη προς το θέλημα του Θεού. Η εσωτερική ελευθερία του καταλογίζει κάθε παρεκτροπήν ως αμαρτία, η δε αμαρτία απομακρύνει τον άνθρωπον από τον Θεόν. Η ελευθερία όσο μέγα αγαθόν είναι, τόσο μεγάλες επιβάλλει και τις ευθύνες. Ο εσωτερικώς ελεύθερος οφείλει να αποβή άγιος· γι' αυτό ο Θεός και στην Παλαιά και στην Νέα Διαθήκη εντέλλεται λέγοντας: «Αγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος ειμί» (Λευιτ. ια', 14 και Α' Πέτρ. α' 16)· διότι πώς ημπορεί ο ανόσιος να κοινωνήση προς το Θείον; Και ο Σωτήρ επίσης εντέλλεται λέγοντας: «έσεσθε ουν υμείς τέλειοι ώσπερ ο Πατήρ υμών ο εν ουρανοίς τέλειός εστι» (Ματθ. ε', 48)· διότι όπως είναι ο Πατήρ, τον οποίον επικαλούμεθα, τοιαύτα κατ' ανάγκην πρέπει να είναι και τα τέκνα. Αγίους λοιπόν και τελείους μας θέλει ο Θεός, διότι μόνον οι άγιοι και τέλειοι είναι υιοί του Πατρός του εν ουρανοίς, και μόνον αυτοί δικαιούνται να επικαλούνται με υιϊκήν στοργή τις χάριτες αυτού και αυτοί μόνοι κληρονομούν την ουράνιον Βασιλείαν. Γι' αυτό και ο Απόστολος Παύλος έγραφε προς τους Κορινθίους· «ή ουκ οίδατε (δεν γνωρίζετε) ότι άδικοι βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι; Μη πλανάσθε· ούτε πόρνοι, ούτε ειδωλολάτραι, ούτε μοιχοί, ούτε μαλακοί, ούτε αρσενοκοίται, ούτε κλέπται, ούτε πλεονέκται, ούτε μέθυσοι, ούτε λοίδοροι, ούχ άρπαγες, βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι» (Α' Κορ. στ', 9-11). Γι' αυτό ο Σωτήρ μας προσκαλεί να απαρνηθούμε τους εαυτούς μας και να σηκώσωμε στον ώμο τον σταυρόν και να τον ακολουθήσωμε· «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθήτω μοι»· αναγνωρίζει μεν την ελευθερία μας και το αυτεξούσιον, αλλά και αφήνει σ' αυτά την σωτηρία μας.

 Ώστε, όποιος θέλει την σωτηρία του, οφείλει να εργασθή προς απόκτησιν αυτής, αλλιώς και αυτήν θα στερηθή και την απώλεια της αιωνίου ζωής δια της αμελείας και της ακηδίας θα παρασκευάση για τον εαυτόν του και την αιώνιον κόλασι θα κληρονομήση, από την οποίαν εύχομαι ο Θεός να μας λυτρώση όλους. Είναι άρα αναπόδραστος ανάγκη να ακολουθήσωμε τον Κύριον. Διότι αν ο Υιός του Θεού μας ελευθερώσει, τότε θα είμεθα αληθώς ελεύθεροι. Ναι, αληθώς, μόνον ο Υιός του Θεού ημπορεί να μας ελευθερώσει, διότιαυτός είναι η ελευθερία. «Ο δε Κύριος το Πνεύμά εστιν ου δε το Πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία», λέγει ο Απόστολος Παύλος (Β’ Κορ. γ’, 17)· μόνον εάν ακολουθούμε τον Σω τήρα ημπορούμε να μείνωμε ελεύθεροι και να απαλλαγούμε από την δουλεία της αμαρτίας· «πας ο ποιών την αμαρτίαν δούλός εστι της αμαρτίας» (Ιω. η’, 34). Εάν λοιπόν θέλωμε να είμεθα ελεύθεροι, οφείλουμε να ακολουθούμε τον Σωτήρα Χριστόν.

 (20ος αιών– Από τις ομιλίες του Αγίου Νεκταρίου «Περί επιμελείας ψυχής». Επειδή ο όρος «ηθική ελευθερία» που χρησιμοποιεί ο άγιος έχει σήμερα διαφορετική έννοια, τον μεταφέρουμε εδώ ως εσωτερική ελευθερία ή απλώς ελευθερία- Από το βιβλίο «Πατερικόν Κυριακοδρόμιον», σελ. 585-594)

 Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ Ψηλαφώντας την των πραγμάτων αλήθεια... https://alopsis.gr 

(Επιμέλεια κειμένου: Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη) 

Ομιλία του Αγίου Νεκταρίου Επισκόπου Πενταπόλεως, περί της αληθούς ελευθερίας «Ει τις θέλει οπίσω μου ελθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι».

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025

Μελέτη περί θείου έρωτος (Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως)


Ο θείος έρωτας είναι τέλεια αγάπη του Θείου, που εκδηλώνεται ως ακατάπαυστος πόθος του Θείου. Ο θείος έρωτας γεννιέται στην καθαρή καρδιά, διότι σ’ αυτήν κατέρχεται η θεία χάρη. Ο έρωτας του Θείου είναι θείο δώρημα, το οποίο δωρίζεται στην αγνή ψυχή από τη θεία χάρη που κατέρχεται και αποκαλύπτεται στην ψυχή. Θείος έρωτας χωρίς θεία αποκάλυψη δεν γεννιέται μέσα σε κανέναν άνθρωπο. Διότι ψυχή που δεν δέχθηκε αποκάλυψη, δεν έλαβε πάνω της την επίδραση της χάρης και μένει απαθής προς τον θείο έρωτα. Είναι λοιπόν αδύνατο να γεννηθεί έρωτας χωρίς να επενεργήσει δύναμη πάνω στην καρδιά, είτε θεία δύναμη είτε ανθρώπινη.

Οι εραστές του Θείου προσελκύστηκαν προς τον θείο έρωτα από τη θεία χάρη που ενήργησε πάνω στην καρδιά τους, αποκαλύφθηκε στην ψυχή τους και την τράβηξε προς τον Θεό. Τον εραστή του Θείου πρώτα τον ερωτεύτηκε το Θείον, και μετά αυτός ερωτεύτηκε το Θείον. Ο εραστής του Θείου πρώτα έγινε υιός αγάπης, και έπειτα αυτός αγάπησε τον ουράνιο Πατέρα.


Η καρδιά εκείνου που ερωτεύεται τον Κύριο ποτέ δεν κοιμάται, αλλά πάντα αγρυπνεί, λόγω του υπερβολικού έρωτα. Ο άνθρωπος κοιμάται για την ανάγκη της φύσεως, μα άγρυπνη η καρδιά υμνεί το Θείον.

Ο θείος Χρυσόστομος λέει για τον πνευματικό έρωτα: «Είναι τόσο πολύ επιβλητικός ο πνευματικός έρωτας, ώστε δεν αφήνει να περάσει ούτε στιγμή, αλλά πάντα κυριεύει την ψυχή του ερωτευμένου, και δεν επιτρέπει να υπερισχύσει καμιά θλίψη ή οδύνη στην ψυχή».

Ψυχή ερωτευμένη με τον Θεό προσκολλάται γερά πάνω στον Θεό, σ’ Αυτόν έχει εμπιστοσύνη, σ’ Αυτόν στηρίζει κάθε ελπίδα. Ο θείος έρωτάς της την ανεβάζει προς τον Θεό και μ’ Αυτόν συνομιλεί μέρα-νύχτα.

Ψυχή πληγωμένη από θείο έρωτα δεν επιθυμεί τίποτε άλλο, παρά μόνο το άκρως αγαθό. Παραμελεί τα πάντα, αηδιάζει το καθετί.

Ψυχή ερωτευμένη με τον Θεό μελετά τα λόγια του Θεού και παραμένει στα σκηνώματά Του. Όταν ομιλεί, διηγείται τα θαυμάσια του Θεού. Όταν συζητεί, αναφέρεται στη δόξα και στη μεγαλοπρέπειά Του. Αίνο και ύμνο ακατάπαυστα αναπέμπει στον Θεό, και με θείο πόθο τον λατρεύει. Κι έτσι ο θείος έρωτας όλη την ψυχή προσάρμοσε με τον εαυτό του, την συνέδεσε με τον εαυτό του και την οικειοποιήθηκε.

Ψυχή ερωτευμένη με το Θείον γνώρισε καλά το Θείον, και τέτοια επίγνωση ανέφλεξε τον θείο της έρωτα. Ψυχή ερωτευμένη με τον Θεό έγινε μακαρία, διότι πέτυχε αυτό που επιθυμούσε, κι αυτό γέμισε τους πόθους της. Κάθε επιθυμία, κάθε σφοδρός πόθος, κάθε έφεση ξένη προς τη θεία αγάπη αποκρούεται απ’ αυτήν ως ασήμαντη και ανάξια μπροστά της.

Πόσο ανυψώνει την ερωτευμένη με το Θείον ψυχή η προς το Θείον αγάπη που εναλλάσσεται με τη θεία αγάπη! Αυτή η θεία αγάπη σαν ελαφρή νεφέλη ανεβάζει την ψυχή, τη φέρνει κοντά στην ανεξάντλητη πηγή της αγάπης, κοντά στην αιώνια αγάπη, και τη γεμίζει με φως αιώνιο.

Ψυχή πληγωμένη από θείο έρωτα χαίρεται πάντα και αγάλλεται και σκιρτά και χορεύει, διότι αναπαύεται μονίμως πάνω στην αγάπη του Κυρίου «ως επί ύδατος αναπαύσεως». Τίποτε θλιβερό απ’ τον κόσμο δεν είναι ικανό να διαταράξει τη γαλήνη και την ειρήνη της, τίποτε λυπηρό απ’ τον κόσμο δεν είναι ικανό να αφαιρέσει τη χαρά και την ευφροσύνη της.

Ψυχή ερωτευμένη με το Θείον ανυψώνεται δια της αγάπης, εξέρχεται κάπως από τις σωματικές αισθήσεις, αποχωρεί κάπως από το ίδιο το σώμα και ξεχνά τον εαυτό της, λόγω της τελείας αφοσιώσεώς της προς το Θείον.

Η ανερμήνευτη γλυκύτητα της θείας αγάπης καταθέλγει και κατακυριεύει την καρδιά, και έλκει το νου προς το Θείον, για να απολαύσει με αγαλλίαση τον Θεό.

Ο θείος έρωτας προξενεί την εξοικείωση με τον Θεό, η εξοικείωση το θάρρος, το θάρρος τη γεύση, η γεύση την πείνα.

Ψυχή που την άγγιξε ο θείος έρωτας δεν μπορεί ούτε να συλλογισθεί ούτε να επιποθήσει πλέον τίποτε άλλο, αλλά με συνεχείς αναστεναγμούς λέει: «Κύριε, πότε θα φθάσω και θα εμφανισθώ μπροστά στο πρόσωπό σου; Επιποθεί η ψυχή μου να έλθει προς εσένα, Θεέ μου, όπως επιποθεί το ελάφι να φθάσει στις πηγές των υδάτων».

Τέτοιος είναι ο θείος έρωτας που κυριεύει την ψυχή.


(Από το περιοδικό “Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ”, Έκδ. Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 11 (1986), σελ. 7)

(Πηγή ψηφ. κειμένουkoinoniaorthodoxias.org)

https://alopsis.gr

Πατερικός: Μελέτη περί θείου έρωτος (Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως)

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2025

Ο Άγιος Νεκτάριος

                                                

Ο Άγιος Νεκτάριος όταν ήταν μικρός πήγε να προσκυνήσει στους Αγίους Τόπους. Το πλοίο όμως με το οποίο ταξίδευε έπεσε σε θαλλασσοταραχή και κινδύνευε να βυθιστεί.
Έδωσε εντολή ο καπετάνιος να ετοιμαστούν οι επιβάτες, ώστε σε λίγο να εγκαταλείψουν το πλοίο. Τότε πήγε ο Άγιος Νεκτάριος και έπιασε το τιμόνι του καπετάνιου και σήκωσε το άλλο του χέρι στο Θεό και λέει:
- Δεν σου είπα Θεέ μου, ότι θέλω να Σε κηρύξω; Γιατί επιτρέπεις να πνιγούμε;
Είπε αυτό το λόγο 3 φορές. Στη τρίτη φορά έβγαλε από τη ζωστήρα του ένα σταυρό που ήταν δώρο από την γιαγιά του και δένει στην άκρη της λωρίδας του το σταυρό, πηγαίνει στην κουπαστή του πλοίου και τον ρίχνει στη θάλασσα και διατάσσει ως άλλος ''Κύριος'' τη θάλασσα:
- Σιώπα και φίμωσον!

Και αμέσως η θάλασσα γίνεται λάδι! Όταν είδε ο κόσμος αυτό το θαυμαστό γεγονός, έγινε αλαλαγμός! Τον πήραν στα χέρια, να τον φιλούνε να τον αγκαλιάζουν και να θέλουν να σηκώσουν τον σωτήρα τους στον αέρα. Όλοι ήταν χαρούμενοι, που σώθηκαν από βέβαιο πνιγμό. Ο μόνος που ήταν λυπημένος ήταν ο Άγιος Νεκτάριος, γιατί κόπηκε ο σταυρός και τον έχασε στη θάλασσα...
Λίγο πριν φτάσουν στο λιμάνι της Χάϊφα του Ισραήλ, άρχισε να ακούγεται από το πλοίο ένας δυνατός κρότος. Φτάσανε στο λιμάνι, ο κόσμος άρχισε να αποβιβάζεται, αποβιβάστηκε και ο Άγιος Νεκτάριος λυπημένος...
Ο καπετάνιος έστειλε κάποιους ναυτικούς να πάνε με τη βάρκα να δούνε στο σημείο του πλοίου από όπου ακουγόταν ο κρότος και βλέπουν έκπληκτοι το σταυρό του Αγίου κολλημένο στο πλοίο! Τον πήραν, τον πήγαν στον καπετάνιο και εκείνος φώναξε:
- Κεφαλά, Κεφαλά, Κεφαλά (έτσι λεγόταν το επίθετο του Αγίου Νεκταρίου) γύρισε πίσω!
Και έτσι ο Άγιος Νεκτάριος πήρε πίσω το σταυρό του, που τον είχε σουβενίρ από την αγαπημένη του γιαγιά...



Δημήτριος Παναγόπουλος

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2025

Διδαχές Αγίου Νεκταρίου. Υπερηφάνεια








Η υπερηφάνεια του νου είναι η σατανική υπερηφάνεια, η οποία αρνείται το Θεό και βλασφημεί κατά του Αγίου Πνεύματος, γι’ αυτό και πολύ δύσκολα θεραπεύεται. Είναι ένα βαθύ σκοτάδι, το οποίο εμποδίζει τα μάτια της ψυχής να δουν το φως που υπάρχει μέσα της και που οδηγεί στο Θεό, στην ταπείνωση, στην επιθυμία του αγαθού.
Αντίθετα, η υπερηφάνεια της καρδιάς δεν είναι γέννημα της σατανικής υπερηφάνειας, αλλά δημιουργείται από διάφορες καταστάσεις και γεγονότα: πλούτο, δόξα, τιμές, πνευματικά ή σωματικά χαρίσματα (ευφυΐα, ομορφιά, δύναμη, δεξιοτεχνία κ.λπ.). Όλα αυτά σηκώνουν ψηλά τα μυαλά των ανόητων ανθρώπων και γίνονται έτσι ματαιόφρονες, χωρίς όμως να είναι και άθεοι… Αυτοί πολλές φορές ελεούνται από το Θεό, παιδεύονται από τη θεία παιδεία και σωφρονίζονται. Η καρδιά τους συντρίβεται, παύει να επιζητεί δόξες και ματαιότητες, και έτσι θεραπεύονται.
Η πνευματική σας εργασία να είναι η εξέταση της καρδιάς σας. Μήπως φωλιάζει σ’ αυτήν σαν φαρμακερό φίδι η υπερηφάνεια, το πάθος που γεννάει πολλά κακά, που απονεκρώνει κάθε αρετή, που δηλητηριάζει τα πάντα. Σ’ αυτήν την εωσφορική κακία πρέπει να στραφεί όλη σας η φροντίδα. Μέρα και νύχτα να σας γίνει έργο αδιάλειπτο η έρευνά της.
Νομίζω ότι θα είναι αλήθεια αν πω ότι όλη η πνευματική μας φροντίδα συνίσταται στην αναζήτηση και εξόντωση της υπερηφάνειας και των παιδιών της. Αν απαλλαχτούμε απ’ αυτήν και θρονιάσουμε στην καρδιά μας την ταπεινοφροσύνη, τότε έχουμε το παν. Γιατί όπου βρίσκεται η αληθινή κατά Χριστόν ταπείνωση, εκεί βρίσκονται μαζεμένες και όλες οι άλλες αρετές που μας υψώνουν προς το Θεό.

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2025

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΣ


Γιά τό ἔργο καί τήν ἀξία τῆς συνειδήσεως μιλάει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στό σημερινό Ἀποστολικό ἀνάγνωσμα. Διδάσκει ὅτι στούς ἀνθρώπους πού δέν γνώρισαν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιατί οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς τους δέν τό ἐπέτρεψαν, λειτουργεῖ ἡ φωνή τῆς συνειδήσεως καί τούς καθοδηγεῖ στήν ἐφαρμογή τοῦ ἀγαθοῦ, ἐκ φύσεως. Ἀπό τόν τρόπο χρήσης καί ἀξιοποίησης τῆς συνειδήσεως, πού εἶναι ἔμφυτη σέ ὅλους μας, θά κριθεῖ ἡ στάση τοῦ Θεοῦ ἀπέναντί τους, «ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως».

Ἡ γνώση τοῦ ἠθικοῦ νόμου

Εἶναι πολύ ἐνδιαφέρουσα ἡ διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας περί τοῦ νόμου τῆς συνειδήσεως. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος ἐπισημαίνει ὅτι «συνείδηση εἶναι ἡ εἴδηση, ἡ γνώση τοῦ ἠθικοῦ νόμου, τήν ὁποία ἔχει ἡ ψυχή, γιά νά διακρίνει τίς πράξεις σέ ἀγαθές καί κακές καί νά κρίνει, μέ ἀδέκαστο τρόπο, τήν ποιότητά τους, ἐγκρίνουσα τίς ἀγαθές καί κατακρίνουσα τίς κακές. Ἡ ψυχή ἔχει ἔμφυτη τή συνείδηση, δηλ. μπορεῖ νά διακρίνει τί εἶναι δίκαιο, τί ἄδικο, τί ἀγαθό, τί κακό, τί ἀληθές, τί ψευδές. Τήν ἔμφυτη αὐτή δύναμη ἔλαβε ἀπό τόν Θεό, γιά νά γνωρίσει τό Θεῖο θέλημα καί νά ταυτιστεῖ μέ αὐτό. Ὁ σκοπός τοῦ Θείου αὐτοῦ δωρήματος ἀναδεικνύει τή συνείδηση ἠθικό νόμο ἀπαράβατο καί αἰώνιο, πού ἀπαιτεῖ τέλεια εὐπείθεια καί ὑπακοή στόν Θεό...». Ὁ ἅγιος Νεκτάριος διακρίνει σαφῶς τήν ἀγαθή ἀπό τήν πονηρή συνείδηση: «ἡ ψυχή πού ἔχει συνείδηση πώς δέν ἔπραξε τίποτα ἄδικο καί δέν προσέβαλε τόν ἠθικό νόμο, χαίρεται καί εἰρηνεύει καί ἑορτάζει. Τό γεγονός αὐτό μαρτυρεῖ τόν ἔμφυτο πόθο τοῦ ἀγαθοῦ, γι’ αὐτό καί χαίρεται μέ τή δικαιοσύνη καί τήν ἀλήθεια, θλίβεται ὅμως μέ τήν ἀδικία καί τό ψεῦδος... Ἡ ἀγαθή συνείδηση παρηγορεῖ τήν ψυχή πού πάσχει γιά τήν ἀρετή, γιά τό ἀγαθό, τό δίκαιο, τήν ἀλήθεια, γιά τή σωτηρία τῶν πολλῶν...».

Ἡ ἀπάρνηση τοῦ ἰδίου θελήματος

Πῶς, ὅμως, ἐπιτυγχάνεται ἡ ἀγαθή συνείδηση μέσα μας; Τήν ἀπάντηση δίνει ὁ ὅσιος Μᾶρκος ὁ Ἀσκητής: «Ἡ ἀγαθή συνείδηση ἀποκτᾶται διά τῆς προσευχῆς, ἡ καθαρή προσευχή διά τῆς συνειδήσεως. Καί ἡ προσευχή καί ἡ συνείδηση, κατά φυσικό λόγο, ἔχουν ἀνάγκη ἡ μία τῆς ἄλλης» (Εὐεργετινός, τόμ. Γ΄).

Σέ ἀντίθεση μέ τήν ἀγαθή, ἡ πονηρή συνείδηση, «ἐκείνου πού ἀθετεῖ τόν ἠθικό νόμο, γίνεται φοβερή τυραννία. Δέν ὑπάρχει φοβερότερο γιά μιά ψυχή πού ἁμαρτάνει ἀπό τήν ἐξέγερση καί τόν ἔλεγχο τῆς συνειδήσεως... τό δικαστήριο τῆς συνειδήσεως εἶναι ἀδέκαστο καί αὐστηρότα το... ὁ ἄνθρωπος πού ἐλέγχεται ἀπό τή συνείδησή του εἶναι δυστυχέστα τος».

Καθώς ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Παΐσιος Ἁγιορείτης, πονηρή συνείδηση «ἔχει ἐκεῖνος πού ἀθετεῖ τόν Θεῖο ἠθικό νόμο καί ἐπιζητεῖ τήν ἐπικράτηση τοῦ ἰδίου θελήματος, τοῦ ἰδίου ἐγώ. Ἡ συνείδηση πού διαστράφηκε ἀπό τή σκοτισμένη διάνοια καί τήν ἐπικράτηση τῆς ἁμαρτίας, δέν ἐξεγείρεται, οὔτε διαμαρτύρεται, πλέον, γιά τήν παράβαση τοῦ ἠθικοῦ νόμου, διότι ἀθέτησε καί τόν νόμο καί τόν νομοθέτη, ἡ δέ ἁμαρτία ἀμαύρωσε τά μάτια τῆς ψυχῆς του, ὥστε νά μή βλέπει τό φῶς τοῦ ἠθικοῦ νόμου, τό φῶς τῆς ἀλήθειας, ἔσβησε τά ὦτα τῆς ψυχῆς, ὥστε νά μήν ἀκούει λόγο Θεοῦ, σκότισε τή διάνοιά του, ὥστε νά μήν ἀντιλαμβάνεται καί σκλήρυνε τήν καρδιά του, τήν ἔκανε πέτρα, ὥστε νά μή συναισθάνεται. Ἡ συνείδηση ἑνός τέτοιου ἀνθρώπου πωρώθηκε. Ἐκεῖνος πού ἔχει πονηρή συνείδηση ζεῖ μέσα στήν κακία, σκέπτεται πονηρά, ἐπιθυμεῖ τά κακά καί ἐργάζεται τήν ἀνομία...» (Λόγοι Α΄).

«Δέν ὑπάρχει γλυκύτερο πράγμα ἀπό τό νά ἔχει κανείς ἀναπαυμένη τή συνείδησή του. Φτερά νιώθει μέσα του· πετάει!», συνεχίζει ὁ Ἅγιος. Αὐτή τήν ἀγαθή συνείδηση νά ἀγωνιζόμαστε νά μορφώνουμε μέσα μας, τηρώντας τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ζώντας ἐν προσευχῇ καί μετανοίᾳ, ὥστε οἱ καρποί της νά καταστοῦν τά ἐχέγγυα τῆς σωτηρίας μας.

Ἀρχιμ. Ἐ. Οἰκ.



δόξα δὲ καὶ τιμὴ καὶ εἰρήνη παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ ἀγαθόν, Ἰουδαίῳ τε πρῶτον καὶ Ἕλληνι· Ρωμ. 2,11 οὐ γὰρ ἔστι προσωποληψία παρὰ τῷ Θεῷ.
 ὅσοι γὰρ ἀνόμως ἥμαρτον, ἀνόμως καὶ ἀπολοῦνται· καὶ ὅσοι ἐν νόμῳ ἥμαρτον, διὰ νόμου κριθήσονται.
οὐ γὰρ οἱ ἀκροαταὶ τοῦ νόμου δίκαιοι παρὰ τῷ Θεῷ, ἀλλ᾿ οἱ ποιηταὶ τοῦ νόμου δικαιωθήσονται.
 ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος,
 οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων-
 ἐν ἡμέρᾳ ὅτε κρινεῖ ὁ Θεὸς τὰ κρυπτὰ τῶν ἀνθρώπων κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Κυριακή 11 Μαΐου 2025

Τα Ιερα Αμφια του Αγ.Νεκταριου στο Μητροπολιτικο Ναο της Χίου

                                                


Τα Ιερά Αμφια του Αγ.Νεκταρίου τα οποία φυλάσσονται στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό των Αγίων Μηνά,Βίκτωρος και Βικεντίου τις Χίου όπου χειροτονήθηκε Διάκονος

Πέμπτη 1 Μαΐου 2025

"Προσέχετε τόν ἐγωισμό, πού κρύβεται κάτω ἀπό τή μορφή τοῦ δικαιώματος.."

                                        

Δέν θέλω νά θλίβεστε καί νά συγχύζεστε γιά ὅσα συμβαίνουν ἀντίθετα στή θέλησή σας, ὅσο δίκαιη κι ἄν εἶναι αὐτή. Μία τέτοια θλίψη μαρτυρεῖ τήν ὕπαρξη ἐγωισμοῦ.
Προσέχετε τόν ἐγωισμό, πού κρύβεται κάτω ἀπό τή μορφή τοῦ δικαιώματος.
Προσέχετε καί τήν ἄκαιρη λύπη, δημιουργεῖται ὕστερ’ ἀπό ἕναν δίκαιο ἔλεγχο.
Ἡ ὑπερβολική θλίψη γιά ὅλα αὐτά εἶναι τοῦ πειρασμοῦ.

Μία εἶναι ἡ ἀληθινή θλίψη.Αὐτή πού δημιουργεῖται, ὅταν γνωρίσουμε καλά τήν ἄθλια κατάσταση τῆς ψυχῆς μας. Ὅλες οἱ ἄλλες θλίψεις δέν ἔχουν καμιά σχέση μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ.
Φροντίζετε νά περιφρουρεῖτε στήν καρδιά σᾶς τή χαρά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί νά μήν ἐπιτρέπετε στόν πονηρό νά χύνει τό φαρμάκι του. προσέχετε! Προσέχετε, μήπως ὁ παράδεισος, πού ὑπάρχει μέσα σας, μετατραπεῖ σέ κόλαση.


Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως


Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2024

Ξαναβρίσκοντας τον Χριστιανισμό με τον Άγιο Πορφύριο

                    

ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΔΙΔΑΧΑΙ

Οἱ πληροφοριοδόται τοῦ Σατανᾶ

Παραγγέλλει ὁ Ἀπ. Παῦλος (Ἐφ. δ΄ 27):

«μηδὲ δίδοτε τόπον τῷ διαβόλῳ». (: Καὶ μὴ δίνετε εὐκαιρία στὸ διάβολο νὰ εἰσχωρῆ ἀνάμεσά σας).

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος μᾶς συμβουλεύει γιὰ τοὺς δαίμονες:


«Ὅταν στὸν Χριστὸ εἶπαν οἱ δαίμονες, «σὲ γνωρίζουμε ποιὸς εἶσαι», τοὺς ἐπιτίμησε μὲ πολλὴ αὐστηρότητα (Μᾶρκ. 1, 24, Λουκᾶ 4, 34), γιὰ νὰ μᾶς διδάξη σὲ τίποτα νὰ μὴ ὑπακοῦμε στοὺς δαίμονες, οὔτε κι ἂν μᾶς λένε κάτι σωστό. Γνωρίζοντας λοιπὸν αὐτά, καθόλου νὰ μὴ ὑπακοῦμε στὸν δαίμονα, ἀλλὰ κι ἂν λέη κάτι ἀληθινό, νὰ τὸν ἀποφεύγουμε καὶ νὰ τὸν ἀποστρεφόμαστε».

Καὶ συνεχίζει:

«Γιατί ὁ διάβολος ὀνομάζεται πονηρός; Ἐπειδὴ ἔγινε πατέρας τῆς κακίας. Γι’ αὐτὸ καὶ λέγεται κατ’ ἐξοχὴ πονηρός, καὶ κρίθηκε ἀρκετό, ἀντὶ τοῦ κυρίου ὀνόματος, τὸ ἐπίθετο μόνο, ἐξ αἰτίας τῆς ὑπερβολικῆς πονηρίας, ποὺ δὲν εἶναι ἐκ φύσεως, ἀλλ’ ἀποκτήθηκε μετά. Ἂν ὅμως θέλης νὰ μάθης ἀπὸ ποῦ ἔχει προέλθει καὶ τὸ ὄνομα τῆς ἴδιας τῆς πονηρίας, κι ἀπὸ δῶ θὰ ἀποκομίσης μεγάλα ὀφέλη. Ὀνομάσθηκε λοιπὸν πονηρία, ἐπειδὴ προσθέτει πόνο καὶ μόχθο σ’ αὐτὸν ποὺ τὴν ἔχει».

ΑΚΤΙΝΕΣ: Οἱ πληροφοριοδόται τοῦ Σατανᾶ

Ανώνυμος είπε...

Από την "Χριστολογία" του Αγίου Νεκταρίου

https://drive.google.com/file/d/1G0QMo9LRrTAJFeteNkv8TcPCtCuLhxAZ/view
Σελ. 11-13

3. Περί της προσδοκίας των εθνών

Την επαγγελίαν του Θεού περί της ελεύσεως του Σωτήρος και Λυτρωτού ετήρησαν ζωηράν εν τη μνήμη αυτών πάντα τα έθνη, και έκρυψαν ως θησαυρόν και πολύτιμον κειμήλιον εις τα βάθη της εαυτών καρδίας. Ουδείς λαός, όσω κα αν διεφθάρη, όσω και αν επελάθετο του αληθινού Θεού, δεν επελάθετο της επαγγελίας της σωτηρίας, αλλά διεφύλαττεν αυτήν ως ηθική παρακαταθήκην, ως άγκυραν ελπίδος δι’ όλων των αιώνων, και ως διαμαρτύρησιν κατά της τυραννίας του διαβόλου, κατά της βασιλείας του κακού. Ιουδαίοι, Έλληνες, Ρωμαίοι, Αιγύπτιοι, Σίναι, Πέρσαι, Ινδοί και Άραβες, αυτοί οι κάτοικοι του Νέου κόσμου, ανέμενον την έλευσιν Λυτρωτού Θεού εν ανθρωπίνη μορφή ερχομένου, μέλλοντος να διδάξη πάσαν την αλήθειαν, να εξαφανίσει την κακίαν, να φέρει ειρήνην, να αδελφοποιήσει τα έθνη, και να φέρη εν γη την βασιλείαν των Ουρανών. Οι Ιουδαίοι αναμένουν εισέτι τον Υιόν του Ευλογητού, ος έμελλε να εμφανισθή μεταξύ αυτών εν μορφή ανθρώπου. Εν τη Ιερά Γραφή αναφέρεται ότι ο αρχιερεύς επηρωτά τον Ιησούν. «Συ ει ο Χριστός, ο υιός του Ευλογητού; Ο δε Ιησούς είπεν, Εγώ ειμί. Και όψεσθε τον υιόν του ανθρώπου καθήμενον εκ δεξιών της δυνάμεως, και ερχόμενον μετά των νεφελών του Ουρανού» (Μάρκ. Ιδ 61,62). Εν τη απαντήσει ταύτη του Ιησού προς την ερώτησιν του αρχιερέως: ει αυτός εστίν ο υιός του Ευλογητού, ο Ιησούς απαντά καταφατικώς, και ταυτίζει το πρόσωπον του Χριστού του υιού του Ευλογητού, προς το πρόσωπον του Υιού του ανθρώπου. Οι Σαμαρείται ανέμενον τον μέλλοντα διδάξη πάσαν την αλήθειαν και αναγγείλη αυτοίς πάντα. Ο δε υιός του ανθρώπου ομολογεί ότι αυτός εστίν ο αναμενόμενος, ο λαλών μετά της Σαμαρείτιδος. Οι Σίναι επίστευον ότι πεμφθήσεται εξ ουρανού άγιος γινώσκων τα πάντα και πάσαν έχων εν ουρανώ και επί γης εξουσίαν. Έλεγον δε ότι προς δυσμάς αυτών έμελλε ν’ αναφανή άγιος εμπνέων αυθόρμητον πίστιν. Τα δε ιερά αυτών βιβλία αναφέρουσιν καιρόν, καθ’ ον τα πάντα αποκατασταθήσονται ως ήσαν, ελθόντος εις τον κόσμον ήρωος τινός, ποιμένος, ηγεμόνος αγιωτάτου, γενικού διδασκάλου της υπερτάτης αλήθειας. Ο Κομφούκιος εις τα Ηθικά αυτού λέγει τα εξής: «Εγώ ο Κομφούκιος ήκουσα λεγόμενον ότι εν ταις δυσμικαίς χώραις αναφανήσεται άγιος άνθρωπος επιτελέσων απειρίαν έργων αξιαγάστων, ότι αποσταλήσεται εξ ουρανού και ότι εξουσιάσει πάσης της γης» (Ηθικά Κομφουκίου αριθ. 196). Η πρόρρησις αύτη φαίνεται έχουσα την έκβασιν εν τω προσώπω του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, όστις μετά την ανάστασιν του είπε προς τους μαθητάς Αυτού: «εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. Κη. 18). Οι Άραβες προσεδόκων την έλευσιν ελευθερωτού και Σωτήρος λαών. (Βουλαιομβυλλιέρο βίος Μωάμεθ βιβλ. Β’ σελ 194). Οι Λάπωνες ανέμενον ένα Πέϋρουμ ή ένα Κυμβαδόξιν. Οι κάτοικοι του Σιάμ ένα Σόμμωνα Κόδαμ. Οι Αμερικανικοί λαοί εξεδέχοντο εξ Ανατολής τον Σωτήρα, οι δε Μεξικανοί περιέμενον ένα των αρχαίων αυτών βασιλέων, όστις έμελλε να επισκεφθή αύθις τον λαόν αυτού επιστρέφων εξ Ανατολών μετά την περιοδείαν όλου του κόσμου. Οι Πέρσαι επίσης περιέμενον μέγαν προφήτην, ον ωνόμαζον Λόγον Θεού και μεσίτην μεταξύ Θεού και ανθρώπων. Την αυτήν δόξαν είχον και οι Ινδοί, οίτινες προσεδόκων την ενσάρκωσιν του Βιρχνού ή του Βράμα, ίνα θεραπεύση τα κακά, όσα επήγαγεν ο Κάλυς ή Κάλιγας, ο μέγας όφις. (Δυβοάς, τομ. Γ’ μέρος γ’, σελ 433).
Επίσης και αυτοί οι Έλληνες εξεδέχοντο διδάσκαλον τινα μέλλοντα διδάξη τον κόσμον την αλήθειαν (Πλά. Αλκιβ. Δευτ. 31 α).

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΛΟΙΠΟΝ ΜΕ ΤΟΝ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟ; ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ; Ο ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ; ΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ; ΠΟΥ ΒΑΣΙΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΟΙ ΝΑ ΤΟΝ ΘΕΩΡΗΣΟΥΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟ; ΔΕΝ ΕΙΣΑΓΕΙ ΚΕΝΑ ΔΑΙΜΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΔΙΑΦΘΕΙΡΕΙ;

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΟΝ; ΕΙΝΑΙ Η ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΟΥ ΚΙΝΕΙ ΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ, ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΚΑΙ Ο ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ, ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΑΡΑ, ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΝΟΝΤΑΣ ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ. ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΡΜΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΠΕΡΙΔΙΑΒΑΙΝΕΙ ΤΟΝ ΖΩΔΙΑΚΟ, ΤΟ ΟΛΟΝ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΑΠΟΤΕΛΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΜΑ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΕΡΝΟΥΝ ΔΥΟ ΑΛΟΓΑ, ΕΝΑ ΑΣΠΡΟ ΚΑΙ ΕΝΑ ΜΑΥΡΟ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΗΝΙΟΧΟ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΤΟ ΚΑΘΟΔΗΓΕΙ. ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΟΔΗΓΕΙΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΟΓΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΥ ΑΛΟΓΟΥ ΣΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΝΤΙΣΤΑΘΕΙ ΟΥΤΕ Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΑΣΠΡΟΥ ΑΛΟΓΟΥ ΤΗΣ ΤΑΞΗΣ ΟΥΤΕ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΚΑΓΑΘΟΥ  ΗΝΙΟΧΟΥ. ΜΕΧΡΙΣ ΟΤΟΥ Ο ΗΝΙΟΧΟΣ ΑΤΕΝΙΣΕΙ ΤΟ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΑΓΑΘΟ Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΥ ΤΟΥ ΓΕΝΝΑ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΑΝΑΛΑΜΒΑΝΟΥΝ ΤΗΝ ΕΝΑΡΕΤΗ  ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΝ ΤΟΝ ΣΠΟΡΟ ΤΗΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΣ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΩΝ ΙΔΕΩΝ.  ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΕΥ ΖΕΙΝ ΕΩΣ ΤΗΣ ΕΛΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, ΤΟΥ ΑΛΗΘΙΝΟΥ ΘΕΟΥ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΠΛΕΟΝ ΑΠΡΟΣΩΠΟΣ, ΧΩΡΙΣ ΟΝΟΜΑ  ΑΛΛΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΝΕΙ ΚΑΙ ΑΝΑΚΑΙΝΙΖΕΙ ΟΠΟΙΟΝ ΘΕΛΕΙ ΠΛΕΟΝ. ΝΑ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΕΙ ΤΟ ΠΕΠΕΡΑΣΜΕΝΟ ΓΝΩΜΙΚΟ ΤΟΥ ΘΕΛΗΜΑ.

«Εγώ ειμι η οδός, η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14:6).

Πόσο χαρμόσυνοι λόγοι! Τι αυθεντία περιέχουν! Πόσο εξαίσια και αξιάκουστα είναι τα λόγια αυτά! Τι ποθητά για τους ανθρώπους ευαγγέλια!

Οι λόγοι αυτοί είναι γεμάτοι ζωή, γεμάτοι ικανοποίηση των πόθων των ανθρωπίνων καρδιών. Ω, πόσο τερπνό άκουσμα! Τι χαρμόσυνο ευαγγέλιο! Είναι πράγματι ωραία τα χείλη που ευαγγελίζονται την ειρήνη, που ευαγγελίζονται τα αγαθά! Πόσο χαρμόσυνοι είναι οι λόγοι του ευαγγελιζομένου στην ανθρωπότητα τον ερχομό της προσδοκίας των εθνών! Πόσο εκφραστικοί λόγοι! Πόσο υψηλοί και θείοι! «Εγώ ειμι η οδός, η αλήθεια και η ζωή!» Θησαυρό ολόκληρο περικλείουν, θησαυρό που πλουτίζει όλη την ανθρωπότητα. Σ’ αυτούς περιέχεται το σύνολο των πόθων όλης της ανθρωπότητας από την αρχή.

Ο Ιησούς Χριστός είναι η οδός, η αλήθεια και η ζωή. Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως

ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΛΗΣΗ ΤΟΥ Ο ΠΙΣΤΟΣ ΚΑΘΙΣΤΑΤΑΙ ΕΠΕΚΕΙΝΑ ΤΟΥ ΟΝΤΟΣ. ΠΟΡΕΥΕΤΑΙ ΦΟΡΤΩΜΕΝΟΣ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΤΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ ΠΟΥ ΕΤΟΙΜΑΣΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ ΤΟΥ, ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ!

Αμέθυστος

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2024

Τρία είναι τα είδη της φιλίας΄ αυτή που βασίζεται στην αρετή, αυτή που θεμελιώνεται στο συμφέρον και αυτή που υπάρχει από συνήθεια. Άριστη όμως είναι η χάριν της αρετής φιλία, γιατί τη στερεώνει η αρετή της αγάπης.

 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει ""Δεν θέλω να γίνω καλύτερος από κανέναν. Θέλω να γίνω κάθε μέρα καλύτερος από το χθεσινό μου εαυτό..."" 

Η φιλία είναι πιο δυνατή από τη συγγενική αγάπη, διότι η μεν συγγενική αγάπη είναι έργο ανάγκης, η φιλία όμως βασίζεται στη θέληση. Η φιλία υπαγορεύει ευλάβεια προς τα ιερά των φίλων, αγνότητα στη συμπεριφορά, ακεραιότητα στα ήθη, πίστη στον χαρακτήρα, σταθερότητα στις αποφάσεις, ειλικρίνεια στους λόγους, θάρρος στο να ειπωθούν τα ορθά και ωφέλιμα και στο να λέγεται η αλήθεια. Η φιλία είναι το στήριγμα για την ευτυχία δύο αγαθών ανθρώπων, γιατί μόνο μεταξύ αγαθών ανθρώπων μπορεί να αναπτυχθεί η αληθινή φιλία. Ο Πλάτων λέει: «Φιλία είναι η ομόνοια υπέρ των καλών και δικαίων΄ η θέληση για κοινό τρόπο ζωής, ίδιος τρόπος σκέψης και πράξης, ζωή με αρμονία και καλή διάθεση ώστε να υπάρχει ομόνοια, συνοδοιπορία τόσο στα ευχάριστα, όσο και στα δυσάρεστα».

Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως
Από το βιβλίο του "ΤΟ ΓΝΩΘΙ ΣΑΥΤΟΝ"

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2024

Ο Ιησούς Χριστός είναι η οδός, η αλήθεια και η ζωή. Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως

 

«Εγώ ειμι η οδός, η αλήθεια και η ζωή» (Ιω. 14:6).

Πόσο χαρμόσυνοι λόγοι! Τι αυθεντία περιέχουν! Πόσο εξαίσια και αξιάκουστα είναι τα λόγια αυτά! Τι ποθητά για τους ανθρώπους ευαγγέλια!

Οι λόγοι αυτοί είναι γεμάτοι ζωή, γεμάτοι ικανοποίηση των πόθων των ανθρωπίνων καρδιών. Ω, πόσο τερπνό άκουσμα! Τι χαρμόσυνο ευαγγέλιο! Είναι πράγματι ωραία τα χείλη που ευαγγελίζονται την ειρήνη, που ευαγγελίζονται τα αγαθά! Πόσο χαρμόσυνοι είναι οι λόγοι του ευαγγελιζομένου στην ανθρωπότητα τον ερχομό της προσδοκίας των εθνών! Πόσο εκφραστικοί λόγοι! Πόσο υψηλοί και θείοι! «Εγώ ειμι η οδός, η αλήθεια και η ζωή!» Θησαυρό ολόκληρο περικλείουν, θησαυρό που πλουτίζει όλη την ανθρωπότητα. Σ’ αυτούς περιέχεται το σύνολο των πόθων όλης της ανθρωπότητας από την αρχή.

Το κάλλος τους είναι ουράνιο, η χαρά ανέκφραστη. Το άκουσμά τους ως ουράνια μελωδία καταθέλγει τα αυτιά των ακουόντων, και ως ακτίνα ηλίου διασκορπίζει τα σκοτεινά νέφη της άγνοιας, φωτίζει την ανθρωπότητα που κάθεται σε σκότος και σκια θανάτου, την ξυπνάει από τον ύπνο της ακηδίας, και την καθοδηγεί στο στάδιο του βίου της· φωτίζει τους νοητούς οφθαλμούς της ψυχής και τους καθιστά ικανούς να ατενίσουν το φως της αλήθειας και να γνωρίσουν τον ενανθρωπήσαντα Θεό, την προσδοκία των εθνών, τον Υιό του ανθρώπου, που ομολογεί ότι Αυτός είναι η οδός, η αλήθεια και η ζωή.



Οι αιώνιοι λοιπόν πόθοι του ανθρώπινου γένους εκπληρώθηκαν, η σωτήρια χάρη φανερώθηκε, το φως έλαμψε, η διάνοια φωτίσθηκε, το σκότος αποδιώχθηκε, η σκιά απομακρύνθηκε, ο κοιμώμενος ξύπνησε· πλέον ο άνθρωπος μπορεί να βαδίσει την ευθεία που οδηγεί στη σωτηρία· πλέον αυτός που αγνοεί την αλήθεια μπορεί να γνωρίσει το ανέκφραστο κάλλος της και να απορρίψει το βάρος της άγνοιας που επικάθησε ολόκληρους αιώνες στα στήθη του και διατάραξε τις σκέψεις του. Η άγνοια της αλήθειας ήταν σκότος και σκιά θανάτου· η άγνοια πλανούσε μακριά από την οδό της αλήθειας την ανθρωπότητα και ζόφος και σκότος την περιέβαλλε· γι’ αυτό και προς φως μέγα παραβάλλει ο προφήτης την αποκαλυφθείσα αλήθεια λέγοντας: «Ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα» (Ματθ. 4:16, Ησ. 9:12). Και πραγματικά, φως μέγα έλαμψε, διότι ως ήλιος δικαιοσύνης φώτισε την ανθρωπότητα, η οποία είδε την προσδοκία των εθνών, τον Σωτήρα του κόσμου, τον αναμενόμενο Υιό του ανθρώπου, την οδό, την αλήθεια και τη ζωή.

Οδό, αλήθεια και ζωή ζητούσαν οι άνθρωποι· και τον διακαή αυτό πόθο της ανθρωπότητας ο Θεός εκπλήρωσε με το να αποστείλει τον Υιό Του τον μονογενή, του οποίου την αποστολή υποσχέθηκε στην ανθρωπότητα αμέσως με την πτώση των πρωτοπλάστων. Η ανθρωπότητα ζητούσε την οδό της αλήθειας που οδηγεί στην αιώνια ζωή, διότι κατάλαβε ότι πλανήθηκε μακριά απ’ αυτή· ζητούσε την αλήθεια, διότι το ψεύδος κατέκλυσε τη γη· ζητούσε ζωή, διότι ο ψυχικός θάνατος κυριαρχούσε σ’ αυτή.



Τον ερχομό αυτού του Σωτήρα, Διδασκάλου και Λυτρωτή που υποσχέθηκε ο Θεός πόθησε η ανθρωπότητα. Οι προφήτες προκατήγγειλαν, και οι θεόληπτοι άνδρες προέλεγαν τον ερχομό Του, και παρηγορούσαν την ανθρωπότητα προτρέποντάς την να αναμένει τον ερχόμενο Διδάσκαλο, ο οποίος μέλλει να διδάξει όλη την αλήθεια. Οι λόγοι του Σωτήρα «εγώ ειμι η οδός, η αλήθεια και η ζωή» είναι αναγγελία του ερχομού Του· είναι απάντηση προς την ανθρωπότητα που τον ανέμενε, είναι μαρτυρία της εκβάσεως και εκπληρώσεως των προρρήσεων και των προφητειών· ήταν εμφάνιση προς αυτούς που επιζητούσαν την παρουσία του, ήταν η εκπλήρωση των πόθων και ο κορεσμός της δίψας της διψασμένης ανθρωπότητας, ήταν η ανακούφιση των κουρασμένων ψυχών και το φως αυτών που βρίσκονταν στο σκότος· ήταν η ελπίδα των απελπισμένων, η χαρά των θλιμμένων, η αγαλλίαση του κόσμου και η ευφροσύνη των εθνών· ήταν το προσφιλές άκουσμα, το προ αιώνων αναμενόμενο από την ανθρωπότητα, ήταν η φωνή του αναμενόμενου λυτρωτή, ήταν η φωνή της προσδοκίας των εθνών, η φωνή του Υιού του ανθρώπου.


Από το βιβλίο: Νεκταρίου Κεφαλά Μητροπολίτου Πενταπόλεως, ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑ. Εν Αθήναις 1900, σελ. 7.

Απόδοση στα Νέα Ελληνικά για την Κ.Ο.



«Εγώ ειμι η οδός, η αλήθεια και η ζωή!» Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΣΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΕΡΑ ΤΩΝ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΩΝ, ΙΔΙΑΙΤΕΡΩΣ ΤΟΥ ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΥ.
Η ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ  ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ "ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ"
Η ΠΛΗΡΟΤΗΣ!!!

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2024

Λόγος τού Αγίου Νεκταρίου: “Ναί, ὁ Ἕλληνας ἐγεννήθηκε ἀπό θέληση τῆς Θείας Πρόνοιας διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητος”

Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο 

Λόγος τού Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως, τόν γνωστό κυρίως γιά τά θαύματά του, ἀλλά καί ἐξαίρετο Θεολόγο γιά ὅσους μελέτησαν συγγράμματά του, πώς τό δῶρο τῆς γλώσσας χρησιμοποιήθηκε ἀπό μερικούς σοφούς προγόνους μας, σέ συνδιασμό μέ τό συναφές δῶρο τῆς θείας Προνοίας, τήν φιλοσοφία, γιά νά ξεπεράσουν τίς δεισιδαιμονίες τῆς ἐποχῆς τους, καί νά προετοιμάσουν τό δρόμο γιά τήν ὑποδοχή τῆς πίστεως στόν Ἰησοῦ Χριστό:

«Ἡ Ἑλληνική φιλοσοφία εἶναι ἡ βάση καί τό θεμέλιο γιά μία ἀληθινή ἀνάπτυξη καί μόρφωση. Εἶναι ὁ παιδαγωγός τοῦ ἀνθρώπου… Ἡ Ἑλληνική φιλοσοφία ἐδίδαξε τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιά τήν ἀνθρωπότητα, καί μέ τίς ὀρθές ἀπό τίς θεωρεῖες της, χειραγώγησε ὡς παιδαγωγός τήν ἀνθρωπότητα πρός τόν Χριστό. Ἡ φιλοσοφία ὑπῆρξε καί εἶναι κτῆμα τῶν Ἑλλήνων καί κανένας δέν εἶναι δυνατόν νά τήν ἀφαιρέσει ἀπό αὐτούς. Μέ τήν διάδοσή της ἀνάμεσα στά ἔθνη τά προσελκύει καί τούς προσφέρει Ἑλληνικότητα, χωρίς ἡ ἴδια νά χάνει ποτέ τήν ἑλληνικότητά της. Ὅσοι γίνονται ὀπαδοί της, ὅσοι ὁμιλοῦν τήν Ἑλληνική γλώσσα, δέν εἶναι πιά ξένοι, ἀποβάλλουν κάθε βαρβαρότητα καί ἀποκτοῦν ἑλληνικότητα καί εὐγένεια.
Ὁ προορισμός τῆς Ἑλληνικῆς φιλοσοφίας εἶναι ἡ διάπλαση ὅλων, κατά τέτοιον τρόπο, ὥστε νά γίνωνται Ἕλληνες. Ἡ Ἑλληνική φιλοσοφία γεννήθηκε χάριν τοῦ Χριστιανισμοῦ καί ταυτίσθηκε μέ αὐτόν, γιά νά ἐργασθεῖ γιά τήν σωτηρία τῆς ἀνθρωπότητος. Ἕλληνες καί φιλοσοφία εἶναι ἔννοιες ἀξεχώριστες. Αὐτό μαρτυρεῖ καί ὁ Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν Παῦλος, ὅταν ἀναφέρει: «Οἱ Ἕλληνες ἀναζητοῦν μέ πάθος τήν σοφία». Γιατί ὁ Ἕλληνας εἶναι πραγματικά γεννημένος γιά νά φιλοσοφεῖ, ἐπειδή εἶναι γεννημένος γιά νά διδάσκει τήν ἀνθρωπότητα».
Καί συνεχίζει κατόπιν ὁ Ἅγιος: «Ἀλλά ἄν ἡ ταυτόσημη μέ τόν Ἕλληνα φιλοσοφία εἶναι ὁ παιδαγωγός, ὁ ὁδηγός πρός τόν Χριστιανισμό, πρέπει νά καταλήξουμε στό συμπέρασμα, ὅτι ὁ Ἕλληνας πλασμένος φιλόσοφος, εἶναι καί πλασμένος Χριστιανός. Εἶναι πλασμένος νά γνωρίσει τήν Ἀλήθεια καί νά τήν διαδίδει στά ἄλλα ἔθνη. Ναί, ὁ Ἕλληνας ἐγεννήθηκε ἀπό θέληση τῆς Θείας Πρόνοιας διδάσκαλος τῆς ἀνθρωπότητος. Αὐτό τό ἔργο εἶναι ἡ πνευματική κληρονομιά του, αὐτή εἶναι ἡ ἀποστολή του, αὐτό εἶναι τό ξεχωριστό κάλεσμά του ἀνάμεσα στά ἔθνη».
Καί ἐπεξηγεῖ ὁ Ἅγιος Νεκτάριος: «Οἱ Θεῖοι λόγοι τοῦ Σωτῆρος, ὅταν τοῦ ἀνήγγειλαν ὅτι ἐζήτησαν νά τόν ἰδοῦν Ἕλληνες, «τώρα ἐδοξάσθηκε ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου» εἶχαν ἕνα βαθύ νόημα. Ἦταν λόγοι προφητικοί, πρόβλεψη τῶν μελλόντων. Οἱ ἐκεῖ ἐμφανισθέντες Ἕλληνες ἦταν ἀντιπρόσωποι ὄλου τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Στήν παρουσία τούς διέβλεψε ὁ Ἰησοῦς τό ἔθνος ἐκεῖνο στό ὁποῖο ἐπρόκειτο νά δοθεῖ ἡ ἱερή παρακαταθήκη, γιά νά τήν διαφυλάξει χάριν τῆς ἀνθρωπότητος. Ἀπό τόν πόθο τῶν Ἑλλήνων νά τόν ἀναζητήσουν διέκρινε ὅτι ἦσαν πρόθυμοι νά δεχθοῦν τήν διδασκαλία Του, προέβλεψε ὅτι θά δοξασθεῖ ἀπό τήν πίστη τῶν ἐθνῶν, καί ἀνεγνώρισε τό ἀπό καταβολῆς τοῦ κόσμου προετοιμασμένο ἔθνος γιά νά φέρει εἰς πέρας τήν ἀποστολήν, καί νά ὁλοκληρώσει τόν ὕψιστο Σκοπό. Γιατί πραγματικά, ἀπό καταβολῆς κόσμου, εἶχε κληθεῖ τό Ἑλληνικό ἔθνος νά πραγματοποιήσει αὐτόν τόν σκοπό καί ἦταν γιά αὐτόν πλασμένο.
Ὁ Θεός μέσα στά πλαίσια τῆς θείας Τοῦ Πρόνοιας, διέπλασε τό Ἑλληνικό Ἔθνος σάν ὀφθαλμό στό σῶμα τῆς ἀνθρωπότητος, καί ἀπό αὐτή τή θέση τό ἐκάλεσε νά ἐργασθεῖ γιά τήν ἀναγέννησή της». Ἀκολούθως ὁ Ἅγιος Νεκτάριος ἐπικαλεῖται τόν Ἱερό Κλήμη ὁ ὁποῖος δέχεται ὅτι κάθε ὀρθή φιλοσοφία προέρχεται ἀπό τόν Θεό, παραβάλλει τήν σοφία πρός τήν βροχή καί ὅσους φιλοσοφοῦν μέ τήν ποικιλία τῶν βοτάνων, καί στηρίζει στίς Παροιμίες κέφ. Β39, στόν Ἐκκλησιαστῆ καί στή Σοφία Σειράχ τήν ἀλήθεια τῶν λεγομένων του. Καί πάλι μόνος του, ὁ ἍγιοςΝεκτάριος, ἐρωτᾶ: «Γιατί νά γραφοῦν Ἑλληνικά οἱ Γραφές καί ὄχι Ρωμαϊκά; Ἤ σέ κάποια ἄλλη γλώσσα»; Καί ἀπαντάει ἀμέσως; «Ἡ θεία Πρόνοια εἶχε, γιά αὐτό, εἰδικό λόγο, ὅτι τό Ἑλληνικό ἔθνος εἶχε ἤδη κληθεῖ ἀπό τήν ἐμφάνισή του, νά ἐργασθεῖ γιά τόν Χριστιανισμό».
Ἁγίου Νεκταρίου.

Πέμπτη 7 Νοεμβρίου 2024

Περί της δημιουργίας των Αγγέλων. Αγίου Νεκταρίου

 


Απόδοση στην Νεοελληνική υπό Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Δράγα, δφ, δθ, δθ.

1. Εκτός από τη δημιουργία του αισθητού κόσμου και τη δημιουργία του ανθρώπου, δημιούργησε ο Θεός και άλλα λογικά όντα;

Μάλιστα. Ο Θεός δημιούργησε και έναν άλλο κόσμο, πνευματικό, που υπερβαίνει τον αισθητό, και άλλα όντα, νοερά, λογικά και αυτεξούσια.

2. Από που γνωρίζουμε για τον υπεραισθητό κόσμο;

Μαθαίνουμε για αυτόν και την ύπαρξη των αγγέλων από τις Άγιες Γραφές της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.
3. Που αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη η ύπαρξη των αγγέλων;

α) Στη Γένεση, και συγκεκριμένα στο εδάφιο 16:78 κτλ., αναφέρεται ότι φανερώθηκε άγγελος στην Άγαρ. Αυτή είναι η πρώτη αναφορά σε αγγέλους, ακολουθούν, όμως, και διάφορες άλλες αναφορές σε αγγέλους στο βιβλίο της Γένεσης.

β) Στο Δευτερονόμιο, εκεί που μιλάει ο Μωϋσής για αγγέλους, διαβάζουμε, ότι «όταν ξεχώριζε ο Κύριος τα έθνη, διασπείροντας τα παιδιά του Αδάμ, καθόρισε όρια για τα έθνη που αντιστοιχούσαν σε αριθμό με τους αγγέλους του Θεού» (Δευτ. 32:8-9).

γ) Επίσης σε όλα τα βιβλία της Αγίας Γραφής υπάρχουν αναφορές σε αγγέλους. Στο βιβλίο του Ιώβ λέγονται τα εξής αξιοσημείωτα: «Ιδού ήλθαν οι άγγελοι του Θεού και παρουσιάστηκαν ενώπιον του Κυρίου, και ήλθε μαζί τους και ο Διάβολος» (Ιώβ 1:6), και πιο κάτω, «όταν έγιναν τα άστρα, τότε οι άγγελοί μου με δοξολόγησαν με μεγάλη φωνή» (38:7, παράβαλε και 40:14). Επίσης υπάρχουν αναφορές στο βιβλίο των Βασιλειών, των Αριθμών, κτλ.[14]

4. Που αναφέρεται στην Καινή Διαθήκη η δημιουργία του υπεραισθητού κόσμου;

Υπάρχουν πολλά σημεία στην Καινή Διαθήκη που αναφέρουν αγγέλους ή αγαθά πνεύματα, όπως επίσης και διαβόλους και πονηρά πνεύματα. Ιδιαίτερα για τη δημιουργία των αγγέλων μας αναφέρει ο απόστολος Παύλος τα εξής: ότι «Στον Υιό βασίστηκε η κτίση όλων των κτισμάτων που βρίσκονται στον ουρανό και στη γη, των ορατών και των αοράτων, δηλ. οι θρόνοι, οι κυριότητες, οι αρχές, οι εξουσίες, όλα έγινα για Εκείνον και με αναφορά σε Εκείνον» (Κολ. 1:16).

5. Γιατί οι άγγελοι ονομάζονται πνεύματα;

Ονομάζονται πνεύματα επειδή η φύση τους είναι πνευματική και επειδή είναι άϋλοι και ασώματοι.

6. Που αναφέρεται στην Αγία Γραφή ότι οι άγγελοι είναι ασώματοι;

Στον Ευαγγελιστή Λουκά αναφέρονται τα εξής: «Ψηλαφίστε με και δείτε ότι το πνεύμα δεν έχει σάρκα και οστά όπως με βλέπετε να έχω εγώ» (Λουκ. 24:39). Επίσης, ο απόστολος Παύλος, όταν παραινεί τους Εφεσίους να ενδυθούν ολόκληρη την πανοπλία του Θεού για να μπορέσουν να αντισταθούν στις μεθοδίες του διαβόλου, λέει τα εξής: «ότι η πάλη αυτή δεν είναι ενάντια σε αίμα και σάρκα, αλλά στις αρχές και εξουσίες, στους κοσμοκράτορες του σκότους του αιώνος τούτου, δηλ. στα πνευματικά (όντα) της πονηρίας που βρίσκονται στα επουράνια» (Εφ. 6:12-13).

7. Τι λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας για την πνευματική φύση των αγγέλων;

Οι Πατέρες της Εκκλησίας λένε, ότι οι άγγελοι δεν μετέχουν στην παχυλή γήινη ύλη. Η γνώμη αυτή των Πατέρων διατυπώθηκε στην 7η Οικουμενική Σύνοδο (787) που συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας και έχει ως εξής: «Αυτές λοιπόν τις πολύτιμες και σεπτές εικόνες, όπως προελέχθη, τις τιμούμε, τις ασπαζόμαστε και τις προσκυνούμε τιμητικά, δηλ. τις εικόνες των ... και των αγίων και ασωμάτων αγγέλων» (Βλ. Ιερούς Κανόνες).
Ο Μέγας Βασίλειος αποδίδει στους αγγέλους ένα σώμα που είναι αέρινο και πύρινο. Στο 16ο κεφάλαιο του συγγράμματός του Περί του Αγίου Πνεύματος αναφέρει τα εξής: «Οι Άγγελοι έχουν ένα πάρα πολύ λεπτό σώμα, διότι δεν είναι εντελώς ασώματοι όπως είναι ο Θεός. Για αυτό το λόγο βρίσκονται σε κάποιο τόπο, και γίνονται ορατοί με το είδος του δικού τους σώματος όταν φανερώνονται στους αγίους».
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός θεωρούν τους αγγέλους ασώματους σε σύγκριση με τον άνθρωπο. «Λέγονται ασώματοι και άυλοι σε σύγκριση με εμάς, γιατί κάθε τι το κτιστό που συγκρίνεται με τον Θεό, ο οποίος είναι ο μόνος ασύγκριτος, βρίσκεται να είναι κάπως παχύ και υλικό, αφού μόνο το Θείο είναι πραγματικά άυλο και ασώματο».[15]
Ο άγιος Ιλάριος λέει, ότι «κάθε τι το κτιστό είναι κατ ανάγκη και σωματικό».[16] Ο Ωριγένης θεωρεί τους αγγέλους λεπτοσώματους[17] και το ίδιο ισχύει και με πολλούς άλλους Πατέρες.[18]

8. Υπόκειντο οι άγγελοι στην αμαρτία;

Μάλιστα, υπόκειντο, επειδή κάθε λογικό και ηθικά ελεύθερο δημιούργημα, που έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει ελεύθερα, υπόκειται στην αμαρτία. Κατά συνέπεια αυτό ισχύει και για τους αγγέλους. Ο Δαμασκηνός αναφέρει τα εξής: «είναι λοιπόν η φύση των αγγέλων λογική, νοερά και αυτεξούσια, τρεπτή κατά τη γνώμη, δηλαδή εθελότρεπτη, αφού κάθε τι το κτιστό είναι και τρεπτό».[19]

9. Τι λέει η Αγία Γραφή γι αυτό;

Η Αγία Γραφή λέει, ότι μερικά από τα αγγελικά τάγματα έπεσαν σε αμαρτία. Ο απόστολος Ιούδας λέει «ότι τους αγγέλους που δεν τήρησαν την αρχή τους, αλλά εγκατέλειψαν το κατοικητήριό τους, τους επιφυλάσσει αιώνια δεσμά σε ζοφερό σκοτάδι την ημέρα της μεγάλης κρίσης» (Ιούδας 6). Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός λέει, ότι «έβλεπε το Σατανά[20] να πέφτει από τον ουρανό σαν αστραπή» (Λουκάς 4:18).

10. Πως ονομάζονται οι άγγελοι που τήρησαν την αρχή τους;

Οι άγγελοι αυτοί ονομάζονται αγαθά πνεύματα, αντίθετα μ’ εκείνους που δεν τήρησαν την αρχή τους και ονομάζονται πονηρά πνεύματα και διάβολοι.

11. Υπόκεινται τώρα πλέον οι αγαθοί άγγελοι στην αμαρτία;

Όχι δεν υπόκεινται, διότι η εμμονή τους στην αγάπη και κοινωνία προς το Θεό, και η ελεύθερη ροπή τους προς το αγαθό, αλλά και η (αγαθή) εκλογή τους απέβη για αυτούς κατά κάποιο τρόπο φυσική και ηθική αναγκαιότητα. Έτσι η εκλογή τους είναι πάντα το αγαθό, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο ίδιος ο Θεός, ο οποίος τους αγιάζει και τους διατηρεί πάντοτε αγαθούς. Συνεπώς οι άγγελοι αυτοί έχουν αποβεί άτρεπτοι.
Ο Διονύσιος ο Αεροπαγίτης λέει: ότι «Οι άγγελοι είναι δυσκίνητοι προς το κακό, όχι όμως ακίνητοι. Μετά την Ανάσταση του Χριστού έγιναν ολοκληρωτικά ακίνητοι, όχι κατά φύση αλλά κατά χάρη. Για αυτούς σωτηρία είναι η ατρεψία, που τους κάνει να μη φοβούνται την μεταβολή προς το χειρότερο και την απώλεια που επακολουθεί με αυτήν. Έτσι λοιπόν έλαβαν οι άγγελοι την ατρεψία, δηλ. από αυτό που πήραν από το Δεσπότη έμπρακτα, δηλ. τη γνώση της οδού προς την σωτηρία, την εξύψωση και την ομοίωση με Αυτόν, δηλ. την ταπείνωση που είναι αντίθετη από την έπαρση».

12. Υπάρχει τώρα πλέον στα πονηρά πνεύματα η δυνατότητα επιστροφής τους στο Θεό;

Όχι δεν υπάρχει η δυνατότητα αυτή, και πρώτα-πρώτα γιατί η βούλησή τους ταυτίστηκε με το κακό, για αυτό και πάντοτε σκέπτονται και εκλέγουν το κακό. Έπειτα, γιατί έγινα και παραμένουν εχθροί του Θεού. Και τρίτον, γιατί αποχωρίστηκαν από το Θεό, και ο χωρισμός τους αυτός σημαίνει αιώνιος θάνατος. Αυτό που είναι θάνατος για τον αμαρτωλό είναι η πτώση από την αρχή τους για τους πονηρούς αγγέλους.

13. Πόσα είναι τα αγγελικά τάγματα, δηλ. τα τάγματα της ουράνιας ιεραρχίας;

Τα αγγελικά τάγματα είναι εννέα, και υποδιαιρούνται σε τρεις τριαδικές διακοσμήσεις. Η πρώτη τριάδα είναι: τα Σεραφείμ, τα Χερουβίμ και οι Θρόνοι. Η δεύτερη τριάδα είναι: οι Κυριότητες, οι Δυνάμεις και οι Εξουσίες. Η Τρίτη τριάδα είναι: οι Αρχές, οι Αρχάγγελοι και οι Άγγελοι.

14. Τι λένε οι Γραφές για τον αριθμό των αγγέλων;

Οι Γραφές λένε ότι ο αριθμός των αγγέλων είναι πολύ μεγάλος: «χιλιάδες χιλιάδων και μυριάδες μυριάδων» (Δανιήλ 7:10). Ότι υπάρχουν «περισσότερες από δέκα λεγεώνες αγγέλων» (Ματθ. 6:33). Ότι αποτελούν «πλήθος ουρανίου στρατιάς» (Λουκάς 2:13). Ότι υπάρχουν «μυριάδες αγγέλων» (Προς Εβραίους 12:22).

15. Τι λένε οι Γραφές για τη δύναμη των αγγέλων;

Οι Γραφές λένε ότι η δύναμη των αγγέλων είναι πολύ μεγάλη και ενεργεί και στον πνευματικό και στον υλικό κόσμο. Μέσα στη Γραφή αναφέρονται ως «άγγελοι ισχυροί» και ως «εξέχοντες σε δύναμη» (Β΄ Προς Θεσσαλονικείς 1:7, Ψαλμός 103:20, Βασιλειών 19:35).

16. Ποίες είναι οι ενασχολήσεις των αγγέλων;

Οι άγγελοι βλέπουν το πρόσωπο του Θεού και Τον λατρεύουν, αλλά και διακονούν τις βουλές της Θείας Πρόνοιας (Ματθ. 18:10, Αποκ. 5:11, Α Πετρ. 1:12, Γεν. 28:12, Πράξεις 12:7,23, Ψαλμός 91:10-12, Βασιλειών Β 19:35, Χρονικών Β 16, Ματθ. 13:30-39 και 25:17).

17. Είναι οι άγγελοι αθάνατοι κατά φύση;

Όχι, δεν είναι. Οι άγγελοι είναι αθάνατοι κατά χάρη, αφού είναι δημιουργήματα του Θεού. Ο Δαμασκηνός λεει ρητά: «άγγελος είναι ουσία νοερά … αθάνατη, όχι κατά φύση αλλά κατά χάρη, γιατί κάθε τι που έχει αρχή έχει κατά φύση και τέλος. Μόνον ο Θεός που υπάρχει πάντοτε καί που υπερβαίνει και το ‘πάντοτε’ κτλ., είναι κυριολεκτικά αθάνατος».[21]

18. Ποιές είναι οι διάφορες σημασίες που έχει η λέξη άγγελος στην Αγία Γραφή;

Σημαίνει απλούς απεσταλμένους (Ιώβ 1:14, Λουκάς 7:24, 9:52), Προφήτες (Ησ. 42:19, Μαλαχ. 3:1), Ιερείς (Μαλαχ. 2:7), ιεροκήρυκες της Νέας Διαθήκης (Αποκάλ. 1:20), απρόσωπους πράκτορες, όπως π.χ. ένας στύλος νεφέλης (Εξ. 14:9), μιά πανώλη (Β Σαμ. 24:16,17), ανέμους (Ψαλμ. 104:4), Λοιμούς – ένα όνομα που προσδίδεται στους κακοποιούς αγγέλους (Ψαλμ. 78:49), σκόλοπα εις την σάρκα του Παύλου, δηλ. σκόλοπα ‘άγγελο σατάν’ (Βν Κορ. 12:7), το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος: “Άγγελον του προσώπου αυτού” και “Άγγελον της Διαθήκης” (Ησ. 63:9, Μαλαχ. 3:1). Η λέξη όμως άγγελος κυρίως εφαρμόζεται στα λογικά και ουράνια όντα (Ματθ. 25: 31).

19. Τι ήσαν τα Χερουβίμ;

Τα Χερουβίμ ήσαν ιδανικά πλάσματα που συνίσταντο από τέσσερα μέρη, δηλ. από άνθρωπο, βου, λέοντα και αετό. «Η υπερέχουσα όψη ήταν η όψη του ανθρώπου, αλλά ο αριθμός των προσώπων, ποδών και χειρών διέφερε ανάλογα με τις περιστάσεις. (Ιεζεκ. 1:6, πρβλ. και Ιεζεκ. 41:18, 19, και Έξοδ. 25:20).

20. Ποιά είναι η ετυμολογία της λέξης Σεραφείμ, και τι λένε οι Γραφές περί αυτών;

Η λέξη σημαίνει κάτι που καίει, λάμπει, θαμπώνει και αναφέρεται στην Γραφή μόνο μία φορά (Ης. 6:2,6).

21. Υπάρχει απόδειξη ότι οι άγγελοι ανήκουν σε διάφορες τάξεις;

Μάλιστα υπάρχει· 1ον) από τη διατύπωση της Γραφής: ο Γαβριήλ διακρίνεται από το ότι στέκεται ενώπιον του Θεού (Λουκ. 1:9) με την έννοια ότι κατέχει κάποια υψηλή θέση. Ο Μιχαήλ διακρίνεται ως ένας από τους άρχοντες (Δανιήλ 10:13). Επίσης τα επίθετα αρχάγγελοι, θρόνοι, αρχαί, κυριότητες, δυνάμεις (Ιούδ. 9, Εφ. 1:21) μαρτυρούν την ύπαρξη τάξεων.

(Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως

"ΙΕΡΗ ΚΑΤΗΧΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΗΤΟΙ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ", κεφ. 4)