Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι)
Ο Αρχιμανδρίτης Σέργιος (Στραγκορόντσκι, 1867–1944), κατά κόσμον Ιβάν Νικολάγεβιτς Στραγκορόντσκι, υπήρξε Ρώσος θεολόγος και ιεράρχης. Αργότερα έγινε Μητροπολίτης και, το 1943, Πατριάρχης Μόσχας και πάσης Ρωσίας. Πρόκειται, επομένως, για τον μετέπειτα Πατριάρχη Σέργιο Α.
Το έργο του Η ορθόδοξη διδασκαλία περί σωτηρίας υποβλήθηκε το 1895 ως μεταπτυχιακή διατριβή στη Θεολογική Ακαδημία Μόσχας. Σε αυτό εξετάζει κυρίως την «ηθική και υποκειμενική πλευρά» της σωτηρίας: η σωτηρία δεν είναι απλώς μια εξωτερική νομική αθώωση ή ανταμοιβή, αλλά εσωτερική αναγέννηση του ανθρώπου, απελευθέρωση από τη φιλαυτία και πραγματική κοινωνία με τον Θεό. Παράλληλα ασκεί έντονη κριτική στη νομική αντίληψη της σωτηρίας, την οποία συνδέει με τον δυτικό σχολαστικισμό.
Εισαγωγή
Το ζήτημα της προσωπικής σωτηρίας του ανθρώπου —αυτή η σπουδαιότατη αλήθεια της χριστιανικής διδασκαλίας («praecipuus locus doctrinae christianae» [1])— έχει, βεβαίως, προ πολλού λυθεί μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός έφερε τη διδασκαλία αυτή σε όλη την ουράνια καθαρότητά της και με τρόπο κατανοητό για κάθε θρησκευτική και ηθική συνείδηση· και όχι μόνο την έφερε, αλλά και ο Ίδιος διήνυσε την οδό την οποία υπέδειξε. Ολόκληρες στρατιές μαρτύρων και ομολογητών, ασκητών και ιεραρχών, ολόκληρες περίοδοι ύψιστης αναπτύξεως της εκκλησιαστικής ζωής — όλα αυτά αποτελούν υποδείγματα έμπρακτης ακολουθίας του Χριστού, όλα αυτά είναι ζωντανές ενσαρκώσεις της διδασκαλίας Του. Τέλος, ολόκληρη η πατερική γραμματεία δεν έχει άραγε ως μοναδικό σκοπό της να αναπτύξει και να αποσαφηνίσει την αλήθεια της σωτηρίας ακριβώς για την ατομική συνείδηση; Επιπλέον, όλα αυτά δεν είναι απλώς συλλογισμοί του νου, αλλά άμεσες αποτυπώσεις της ζωής, καρποί της προσωπικής πείρας των ίδιων των αγίων συγγραφέων. Επομένως, το ζήτημα αυτό έχει επιλυθεί περισσότερο από επαρκώς από την εκκλησιαστική συνείδηση· άλλωστε, χωρίς αυτό δεν θα μπορούσε καν να νοηθεί η εκκλησιαστική ζωή.
Δεν μπορεί όμως να ειπωθεί το ίδιο και για την επιστημονική επεξεργασία του. Εδώ, μέχρι σήμερα, δεν έχουν ακόμη διαμορφωθεί σταθερές βάσεις. Η αιτία είναι ότι στη Δύση φρόντιζαν όχι τόσο για την πιστότητα προς την πατερική και την καθολική εκκλησιαστική παράδοση, όσο για την πιστότητα προς κάποια αρχή που είχε γίνει δεκτή για τον έναν ή τον άλλον λόγο, καθώς και για τη λογική συνέπεια των συλλογισμών τους· ενώ η δική μας θεολογική επιστήμη, ευρισκόμενη πάντοτε υπό την ισχυρή επίδραση της Δύσεως, φοβόταν τις αυτοτελείς έρευνες μέσα στην κληρονομιά που της παραδόθηκε από την ελληνική πατερική Εκκλησία. Γι’ αυτό, το άφθονο υλικό που παρέχουν η Αγία Γραφή και η Παράδοση σχετικά με το ζήτημα αυτό παραμένει ακόμη χωρίς την απαιτούμενη σύνθεση και διερεύνηση.
Το ζήτημα της προσωπικής σωτηρίας δεν μπορεί να αποτελεί απλώς ένα θεωρητικό πρόβλημα· είναι ζήτημα αυτοπροσδιορισμού. Το να πει κανείς σοβαρά στον εαυτό του τι πρέπει να πράξει για να σωθεί σημαίνει ότι εκφέρει κρίση για ολόκληρο το περιεχόμενο της ψυχής του· ότι ανατρέπει αντιλήψεις πολύ αγαπητές, ίσως και κληρονομημένες, καθώς και συμπεράσματα στα οποία κατέληξε με θυσίες και κόπους. Αυτό δεν μπορεί να το κάνει ο φυσικός άνθρωπος, πολύ περισσότερο εκείνος που στηρίζεται αποκλειστικά στη δύναμη του δικού του νου. Έτσι, αντί για την καθαρή αλήθεια, ο άνθρωπος, μέσα στους συλλογισμούς του, μας προσφέρει μόνο έναν περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένο συμβιβασμό της αλήθειας με τις απόψεις και τις επιθυμίες του. Αυτή είναι η προέλευση κάθε θεολογικής πλάνης και κάθε αιρέσεως. Στη βάση όλων αυτών βρίσκεται ακριβώς αυτή η ηθική ατέλεια, η ανικανότητα ή η απροθυμία του ανθρώπου να απαρνηθεί τον εαυτό του, προκειμένου να δεχθεί την αλήθεια. Ξεκινώντας από την ατελή θρησκευτική του πείρα και έχοντας ως οδηγό τον εξίσου ατελή νου του, ο άνθρωπος φθάνει τελικά στη διαστρέβλωση της θείας αλήθειας.
Επειδή στη βάση της βρίσκεται η ηθική ατέλεια, κάθε τέτοια πλάνη απαιτεί πρωτίστως ηθική θεραπεία, δηλαδή υπόκειται σε ποιμαντική αντιμετώπιση. Δεν μπορεί όμως να σιωπά ούτε η θεολογική επιστήμη, ιδίως όταν η πλάνη έχει ήδη προλάβει να εξελιχθεί σε σύστημα, όταν απειλεί ακόμη και την Ορθοδοξία ή επιδιώκει να σταθεί δίπλα της ως ισότιμη. Μόνο ας μην ξεχνά η επιστήμη τις μεθόδους της ποιμαντικής αντιμετωπίσεως· ας μην επιχειρεί να καταβάλει τον αντίπαλό της μόνο με συλλογισμούς: η ακαταλληλότητα αυτής της οδού έχει ήδη αποδειχθεί. Η επιστήμη οφείλει να αναλύσει αμερόληπτα κάθε ψευδή θεωρία στα συστατικά της στοιχεία, να καταδείξει εκείνο το «ανθρώπινο» στοιχείο το οποίο, με την εφαρμογή του, διαστρέφει την αλήθεια, και κατόπιν να αναπτύξει θετικά αυτή την αλήθεια.
Αυτό ακριβώς το έργο τολμούμε να αναλάβουμε σχετικά με το παρόν ζήτημα. Επιχειρούμε να αποσαφηνίσουμε το θεμελιώδες εκείνο ψεύδος του δυτικού Χριστιανισμού, το οποίο τον οδηγεί αναπόφευκτα στη διαστρέβλωση της χριστιανικής αλήθειας, σε παραλογισμούς, σε αντιφάσεις προς τον ίδιο του τον εαυτό και προς τη θρησκευτική πείρα· από την άλλη πλευρά, επιχειρούμε, βάσει των στοιχείων της πατερικής γραμματείας και της Αγίας Γραφής που συγκεντρώσαμε, να αποσαφηνίσουμε και να εδραιώσουμε στην επιστημονική συνείδηση εκείνη την ιδέα η οποία, όπως είμαστε πεπεισμένοι, κυριαρχεί στην ορθόδοξη εκκλησιαστική διδασκαλία περί σωτηρίας και η πιστότητα προς την οποία θα προφυλάξει τον θεολόγο από όλες τις προαναφερθείσες πλάνες.
Το σημείο στο οποίο αποκαλύπτονται με τον χαρακτηριστικότερο τρόπο οι ιδιαιτερότητες της ορθόδοξης διδασκαλίας είναι το ζήτημα της σχέσεως μεταξύ της αγαθοεργίας κατά την επίγεια ζωή και της μακαριότητας μετά θάνατον. Από τη μία ή την άλλη επίλυση αυτού του επιμέρους ζητήματος εξαρτάται η περαιτέρω πορεία των συλλογισμών. Αυτό το ζήτημα θέτουμε, λοιπόν, ως αφετηρία των ερευνών μας, ώστε να συναγάγουμε την ορθόδοξη διδασκαλία περί της ουσίας της σωτηρίας και, από αυτήν, με τη σειρά του, περί των προϋποθέσεων για την επίτευξή της.
Μέρος Α΄
Η διδασκαλία του Χριστού και Σωτήρος είναι διδασκαλία περί απαρνήσεως του εαυτού μας και αγάπης προς τον Θεό και τον πλησίον· η εξάλειψη της αμαρτωλής ατομικότητας, της φιλαυτίας και της αυτολύπησης αποτελεί το κύριο έργο κάθε χριστιανού. Γι’ αυτό και στο θεμελιώδες ζήτημα της ηθικής, στο ζήτημα της αμοιβαίας σχέσεως μεταξύ αρετής και ευτυχίας, αγαθοεργίας και αιώνιας ζωής, η διδασκαλία του Χριστού χαρακτηρίζεται από την ίδια ανιδιοτέλεια και την ίδια ύψιστη ελευθερία από κάθε ξένη πρόσμειξη, από καθετί που θα μπορούσε να διαταράξει την καθαρότητα των ηθικών κινήτρων. Στη συνείδηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας, πράγματι, οι έννοιες του αγαθού και της μακαριότητας είχαν πάντοτε εσωτερική αντιστοιχία και συγγένεια· η εδώ, η επίγεια ζωή είναι η ρίζα, ο σπόρος από τον οποίο αναπτύσσεται φυσικά η ουράνια ζωή· από εδώ προκύπτει και η αναγκαιότητα της πρώτης για την επίτευξη της δεύτερης.
Η θέση των θεολόγων της ρωσικής Διασποράς για το έργο του αρχιμανδρίτη Σεργίου Στραγκορόντσκι "Η ορθόδοξη διδασκαλία περί σωτηρίας"
Η θέση των θεολόγων της ρωσικής Διασποράς για το έργο του αρχιμανδρίτη Σεργίου Στραγκορόντσκι Η ορθόδοξη διδασκαλία περί σωτηρίας
Διαμορφώθηκαν οι εξής στάσεις:
Σημαντικό έργο, αλλά μονομερές
Ο Φλωρόφσκυ το εξετάζει στις Οδούς της ρωσικής θεολογίας, μέρος Β΄, κεφ. VII, §11. Η κρίση του είναι σαφώς διττή.
Αναγνωρίζει στον Σέργιο τρεις μεγάλες αρετές:
Απέδειξε πειστικά ότι η μακαριότητα δεν αποτελεί εξωτερική αμοιβή της αρετής· η σωτηρία είναι η ίδια η τελείωση και η ζωή εν Θεώ.
Περιέγραψε ορθά την εσωτερική μεταστροφή του ανθρώπου από την αμαρτία προς τον Θεό.
Επιχείρησε να θεολογήσει από την εμπειρία της πνευματικής ζωής και στράφηκε εκ νέου προς τους Πατέρες.
Γράφει χαρακτηριστικά ότι ο Σέργιος έδειξε πολύ πειστικά «την ταυτότητα της μακαριότητας και της αρετής, της σωτηρίας και της τελειώσεως».
Αλλά αμέσως προσθέτει:
«Η αντικειμενική πλευρά της διαδικασίας μένει υπερβολικά στη σκιά».
Με την «αντικειμενική πλευρά» εννοεί όσα έχει ήδη πραγματοποιήσει ο ίδιος ο Χριστός: Ενανθρώπηση, Σταυρό, Ανάσταση, νίκη κατά του θανάτου, ίδρυση της Εκκλησίας και μυστηριακή μετάδοση της χάριτος.
Κατά τον Φλωρόφσκυ, στον Σέργιο δημιουργείται η εντύπωση ότι:
το αποφασιστικό γεγονός στο βάπτισμα είναι η ηθική μεταστροφή του ανθρώπου·
η ελεύθερη απόφαση προηγείται και η χάρη απλώς τη στερεώνει·
η ουσία του μυστηρίου σχεδόν ταυτίζεται με την ενίσχυση της προθυμίας προς το αγαθό.
Η βαθύτερη ένστασή του είναι ότι ο Σέργιος ανάγει ολόκληρη την πατερική θεολογία σε μία ασκητική που ερμηνεύεται ψυχολογικά. Οι Πατέρες όμως, λέει ο Φλωρόφσκυ, δεν έχουν μόνο ασκητική ψυχολογία αλλά και «μεταφυσικό ρεαλισμό»: πραγματική ανακαίνιση της ανθρώπινης φύσεως, αντικειμενική ενέργεια της χάριτος, Εκκλησία και μυστήρια.
Γι’ αυτό καταλήγει:
«Η δογματική δεν μπορεί να αντικατασταθεί από την ασκητική ούτε να διαλυθεί μέσα σ’ αυτήν».
Και ακόμη πιο αυστηρά: η ρωσική σχολή του «ηθικού μονισμού» αποτελούσε και η ίδια «αντήχηση δυτικών θεολογικών διαθέσεων», επειδή παρέμενε υπερβολικά προσηλωμένη στο δυτικό πρόβλημα της δικαιώσεως. Δηλαδή ο Σέργιος θέλησε να ξεπεράσει τη Δύση, αλλά, κατά τον Φλωρόφσκυ, εξακολούθησε να θέτει το ερώτημα μέσα στους όρους της δυτικής διαμάχης περί δικαιώσεως. Ολόκληρο το σχετικό χωρίο του Φλωρόφσκυ.
Επομένως, η θέση του Φλωρόφσκυ είναι:
Ναι στην απόρριψη του εξωτερικού νομικισμού· όχι στη μετατροπή της σωτηρίας σε υποκειμενική ηθική μεταβολή.
2. Μητροπολίτης Αντώνιος Χραποβίτσκι: η θετική πρόσληψη
Ο Αντώνιος Χραποβίτσκι —μετέπειτα πρώτος επικεφαλής της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς— υπήρξε δάσκαλος και πνευματικός συγγενής του Σεργίου. Η διατριβή του Σεργίου αναπτύχθηκε μέσα στο θεολογικό περιβάλλον του Αντωνίου.
Στην επίσημη κρίση του το 1895 ο Αντώνιος χαρακτηρίζει το έργο:
«εξαιρετικό»,
πρωτότυπο,
θεμελιωμένο σε πολυετή μελέτη των Πατέρων,
ικανό να αποκαλύψει την πρόσμειξη του ρωμαϊκού δικαίου στη λατινική θεολογία.
Θεώρησε ότι ο Σέργιος έδειξε σωστά πως τόσο ο Καθολικισμός όσο και ο Προτεσταντισμός χωρίζουν την αρετή από τη μακαριότητα: η αρετή γίνεται όρος για την απόκτηση μιας εξωτερικής ανταμοιβής. Αντίθετα, στην Ορθοδοξία η αγαθή ζωή και η μακαριότητα συμπίπτουν, διότι και οι δύο είναι κοινωνία με τον Θεό. Η πλήρης κρίση του Αντωνίου και του καθηγητή Σοκόλοφ.
Ο Αντώνιος ανέπτυξε αργότερα αυτή τη γραμμή στον λεγόμενο «ηθικό μονισμό». Ωστόσο, η δική του θεωρία προχώρησε ακόμη περισσότερο προς τον ψυχολογισμό — ιδίως με την έμφαση στη συμπάσχουσα αγάπη του Χριστού στη Γεθσημανή. Ακριβώς γι’ αυτό ο Φλωρόφσκυ τοποθετεί τον Σέργιο πλησιέστερα στον Αντώνιο, αλλά θεωρεί ότι και οι δύο δεν κατόρθωσαν να δώσουν πλήρη θεολογική σύνθεση.
3. Αρχιεπίσκοπος Σεραφείμ Σόμπολεφ: οξεία απόρριψη
Η αυστηρότερη αντίδραση μέσα στη Διασπορά προήλθε από τον αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ Σόμπολεφ, ο οποίος ζούσε στη Βουλγαρία και τότε ανήκε στη Ρωσική Εκκλησία της Διασποράς.
Στο βιβλίο του Искажение православной истины в русской богословской мысли — Η παραμόρφωση της ορθόδοξης αλήθειας στη ρωσική θεολογική σκέψη, Σόφια 1943 — αφιέρωσε ειδικό κεφάλαιο στο έργο του Σεργίου.
Οι βασικές αντιρρήσεις του ήταν:
Ο Σέργιος δεν απορρίπτει μόνο τον δυτικό νομικισμό, αλλά σχεδόν κάθε «δικαιικό» ή δικανικό στοιχείο στις σχέσεις Θεού και ανθρώπου.
Υποβαθμίζει τον εξιλαστήριο και θυσιαστικό χαρακτήρα του Σταυρού.
Ερμηνεύει επιλεκτικά τα πατερικά χωρία υπό το φως της δικής του θεωρίας.
Θεωρεί ως κανονικό κίνητρο μόνο την ανιδιοτελή αγάπη προς τον Θεό, ενώ οι Πατέρες αναγνωρίζουν και βαθμίδες: φόβο της κολάσεως, προσδοκία της ανταμοιβής και, στην κορυφή, υιική αγάπη.
Υπερτονίζει την ανθρώπινη ηθική απόφαση εις βάρος της προηγούμενης και ενεργού χάριτος.
Ο Σεραφείμ έφθασε στην πολύ αυστηρή διατύπωση ότι η θεωρία του Σεργίου δεν είναι πραγματικά η διδασκαλία της Γραφής και των Πατέρων, αλλά προσωπική κατασκευή του συγγραφέα. Το βιβλίο του Σεραφείμ Σόμπολεφ· αναλυτική μελέτη της αντιπαράθεσης.
Πρέπει πάντως να σημειωθεί ότι η απόλυτη απόρριψη του Σεραφείμ συνδεόταν και με την εκκλησιαστική σύγκρουση της Διασποράς με τον μητροπολίτη Σέργιο μετά τη Διακήρυξη του 1927. Αυτό δεν ακυρώνει τα θεολογικά επιχειρήματά του, αλλά εξηγεί εν μέρει τη σφοδρότητα της κρίσεως.
4. Βλαδίμηρος Λόσσκι: όχι άμεση κριτική, αλλά ουσιαστική υπέρβαση
Δεν εντόπισα στα βασικά έργα του Λόσσκι εκτενή, άμεση εξέταση της διατριβής του Σεργίου. Ωστόσο, η δική του πραγματεία «Λύτρωση και θέωση» μπορεί να διαβαστεί ως ακριβώς η σύνθεση που έλειπε από τον Σέργιο.
Ο Λόσσκι συμφωνεί ότι η ανσελμική θεωρία της ικανοποιήσεως δεν εξαντλεί το μυστήριο της σωτηρίας. Δεν απορρίπτει όμως τη νομική εικόνα ως εντελώς ψευδή. Τη θεωρεί μία βιβλική εικόνα ανάμεσα σε άλλες:
λύτρο, θυσία, θεραπεία, νίκη κατά του θανάτου, απελευθέρωση, ανακαίνιση της φύσεως.
Το σφάλμα του Ανσέλμου, κατά τον Λόσσκι, δεν ήταν ότι χρησιμοποίησε τη νομική εικόνα, αλλά ότι την απομόνωσε και τη μετέτρεψε σε πλήρη, ορθολογική εξήγηση της σωτηρίας.
Ταυτόχρονα, ο Λόσσκι αποφεύγει και τον υποκειμενισμό: η σωτηρία έχει «απόλυτα αντικειμενική» χριστολογική και μυστηριακή βάση — η ανθρώπινη φύση αποκαθίσταται πραγματικά στον Χριστό. Η προσωπική οικείωση πραγματοποιείται εν Αγίω Πνεύματι και οδηγεί στη θέωση. Βλαδίμηρος Λόσσκι, «Λύτρωση και θέωση».
5. Ιωάννης Μάγιεντορφ: περισσότερο θετική αποτίμηση
Ο Μάγιεντορφ είναι σαφώς ευμενέστερος. Στη Βυζαντινή θεολογία χαρακτηρίζει το βιβλίο του Σεργίου:
«έγκυρη πατερική μελέτη με πολυάριθμες αναφορές στους Βυζαντινούς θεολόγους»,
και συνοψίζει τη σημασία του ως «κριτική του δυτικού νομικισμού». Η βιβλιογραφική αποτίμηση του Μάγιεντορφ.
Σε άλλο έργο του εντάσσει τον Σέργιο και τον Αντώνιο στο μεγάλο ρωσικό κίνημα εναντίον του σχολαστικού ορθολογισμού και νομικισμού. Θεωρεί όμως ότι η τελική υπέρβαση αυτού του προβλήματος πραγματοποιήθηκε από τη νεοπατερική θεολογία — Φλωρόφσκυ, Λόσσκι, Στανιλοάε, Πόποβιτς — η οποία συνέδεσε τη σωτηρία με:
τη Χριστολογία, την Εκκλησία και την Ευχαριστία, τη συνέργεια χάριτος και ελευθερίας,
την πραγματική θέωση του ανθρώπου.
Η σχετική ιστορικοθεολογική τοποθέτηση του Μάγιεντορφ.
Συμπέρασμα
Το έργο του Σεργίου θεωρήθηκε από τη ρωσική Διασπορά συγχρόνως πρωτοποριακό και ανεπαρκές:
Αντώνιος Χραποβίτσκι: το υποδέχθηκε ως απελευθέρωση από τον δυτικό νομικισμό.
Φλωρόφσκυ: δέχθηκε την κριτική του νομικισμού, αλλά απέρριψε τον ηθικό ψυχολογισμό και την υποβάθμιση της αντικειμενικής σωτηριώδους πράξεως του Χριστού.
Σεραφείμ Σόμπολεφ: το θεώρησε σοβαρή παραμόρφωση της βιβλικής και πατερικής διδασκαλίας.
Λόσσκι και Μάγιεντορφ: διατήρησαν την αντινομικιστική του ώθηση, αλλά την ενέταξαν σε πληρέστερη χριστολογική, μυστηριακή και θεοποιητική σύνθεση.
Η χαρακτηριστικότερη διαφορά μπορεί να διατυπωθεί έτσι:
Για τον Σέργιο, το βάρος πέφτει κυρίως στο πώς μεταβάλλεται η ηθική διάθεση του ανθρώπου.
Για τον Φλωρόφσκυ και τη νεοπατερική σύνθεση, πρέπει πρώτα να φανεί τι πραγματικά συνέβη στην ανθρώπινη φύση εν Χριστώ και κατόπιν πώς ο άνθρωπος μετέχει ελεύθερα σ’ αυτή την πραγματικότητα.
Η ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ.
Η ΠΛΑΝΗ ΠΟΥ ΔΙΕΛΥΣΕ ΟΤΙ ΑΠΕΜΕΙΝΕ ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΦΩΤΙΣΜΟΥ.
ΚΑΝΕΝΑΣ ΤΟΥΣ ΔΕΝ ΔΙΑΒΑΣΕ ΣΟΒΑΡΑ ΤΟΝ ΚΑΒΑΣΙΛΑ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΝ ΝΕΟ ΘΕΟΛΟΓΟ , ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟ ΠΑΛΑΜΑ. ΕΤΣΙ ΚΑΝΟΥΝ ΛΟΓΟ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΕΣ ΤΩΝ ΜΥΣΤΗΡΙΩΝ.
Ο ΦΛΩΡΕΝΣΚΙ ΠΡΟΣΘΕΣΕ ΤΗΝ ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΛΑΤΡΕΙΑΣ.
"Θέλεις να αγαπάσαι από όλους, να αξιώνεσαι συγγνώμης και θεωρείς βαρύ και ανυπόφορον το να κατακρίνεσαι και μάλιστα ενώ έπταισες και λίγο; Αγάπα τότε και συ τους πάντες, να είσαι συγχωρητικός, άπεχε από την κατάκρισι, βλέποντας κάθε άνθρωπον σαν τον εαυτόν σου και έτσι να αποφασίζης και να ενεργής, με αυτήν την διάθεσι. «Τούτο γαρ έστι το θέλημα του Θεού» λέγει ο κορυφαίος των Αποστόλων Πέτρος, «αγαθοποιούντας φιμούν (να φιμώνουμε) την των αφρόνων ανθρώπων αγνωσίαν», εκείνων δηλαδή που μας εχθρεύονται ματαίως και δεν θέλουν να δώσουν σε άλλους εκείνα που επιθυμούν αυτοί να λαμβάνουν από άλλους.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.
Πράγματι πως δεν είναι άφρων όποιος, ενώ ανήκουμε όλοι στην ιδία φύσιν αυτός δεν αντιμετωπίζει το θέμα με τον ίδιον τρόπον, ούτε αποδίδει την ιδίαν κρίσι, μολονότι ενυπάρχουν σ΄ εμάς φυσικώς και η κρίσις αυτή και η θέλησις; Διότι στο να θέλωμε να αγαπώμεθα και να ευεργετούμεθα από όλους, όπως και από τον εαυτόν μας, είμεθα όλοι αυτοκίνητοι. Επομένως και το να θέλωμε να αγαθοποιούμε και να έχωμε καλήν διάθεσι προς όλους, όπως και προς τους εαυτούς μας, είναι έμφυτο σ΄ εμάς, επειδή όλοι έχουμε γίνει κατ΄ εικόνα του αγαθού.
Αλλά όταν εισήλθε μέσα μας και επληθύνθη η αμαρτία, την μεν προς τον εαυτόν μας αγάπη δεν την έσβεσε, αφού σε τίποτε δεν της εναντιώνεται, ενώ την προς αλλήλους αγάπην, ως κορυφήν των αρετών την κατέψυξε, την ηλλοίωσε και την αχρήστευσεν. Όθεν αυτός που ανακαινίζει την φύσι μας και την ανακαλεί προς την χάριν της εικόνος της, δίδοντας τους ιδικούς του νόμους κατά το προφητικόν, στις καρδίες μας, λέγει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» και «ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τούτο ποιούσι· και εάν δανείζητε παρ΄ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; Και γαρ αμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν, ίνα απολάβωσι τα ίσα»."
ΑΥΤΗ Η ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ ΕΙΝΑΙ Η ΝΕΟΡΘΟΔΟΞΙΑ, Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΕΔΕΙΞΕ ΤΗΝ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου